Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

516. PHILIPS 7779 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1961

Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός)- Τσαγκαράκης Δημήτρης PHILIPS 7779 Πάει και πάει το σταμνί στη βρύση (Καλαματιανός) - Μεσ' απ' του κόσμου τις χαρές 1961- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Καλομοίρης γνωστός και ως Γιωργαντός γεννήθηκε στ Ανώγεια το 1931 και οι πρώτες του αναμνήσεις από τη ζωή και τον κόσμο συνδέονται με τ Ανώγεια και την μουσική. Στο χωριό του  έζησε αξέχαστα όμορφες στιγμές μα και στιγμές γεμάτες δυστυχία που δεν θα τις ξεχάσει ποτέ. Τα χρόνια μετά τον πόλεμο του ‘40 έζησε δύσκολα. Οι Γερμανοί είχαν κάψει το πατρικό του σπίτι και την περίοδο αυτή η ζωή του συνοδευόταν από πίκρα, φτώχεια και κακομοιριά. Μέχρι τα 11 του χρόνια περιφερόταν ξυπόλητος και η ζωή του ήταν γεμάτες στερήσεις και στενοχώρια. Μετά όμως από τα 11 του χρόνια όλα άλλαξαν και η ευλογία της μουσικής μπήκε στη ζωή του για να τον κάνει να νιώσει ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Τα ακούσματα τα Ανωγειανά είναι εντελώς διαφορετικά και τα γλέντια που έζησε εκεί είναι αξέχαστα για τον ίδιο. Πήγαινε στα γλέντια που έπαιζε ο Στραβός, ο Μανουράς, ο Κίτρος...και πάντα έφευγε ξημέρωμα απ όπου κι αν πήγαινε. Αντιλήφθηκε από νωρίς ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μουσική. Είχε μια λύρα ένα κουτσούρι δηλαδή όχι κανονική λύρα και πάνω σ αυτή έπαιζε τους σκοπούς που άκουγε στο χωριό. Την λύρα αυτή μάλιστα την είχε μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και έπαιζαν εναλλάξ.
Ο Νίκος Ξυλούρης για τον Γιωργαντό ήταν κάτι παραπάνω από αδελφός. Μεγάλωσαν μαζί και από το πρωί που ξυπνούσαν μέχρι αργά το βράδυ ήταν ξυπόλυτοι στα σοκάκια του χωριού. Δεν έπαιζαν μαζί με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους αλλά μοιράζονταν την λύρα  για να παίζουν μουσικοί και κυνηγούσαν τα γλέντια του χωριού για να ακούν τους μουσικούς του χωριού τους. Με αυτή την λύρα λοιπόν έπαιξε και σε ένα γάμο στην Πόμπια που τον κάλεσαν. Ο Γιώργος Καλομοίρης δεν έπαιξε στον κύριο γάμο αλλά σε ένα καφενείο έπαιζε για τους Ανωγειανούς καλεσμένους του γάμου. Ο βασικός καλεσμένος του γάμου ήταν ο Λεωνίδας ο Κλάδος. Όταν ο Λεωνίδας επισκέφτηκε παρέα με τον Μαρκογιάννη  το καφενείο που έπαιζε αυτός και έβγαλαν τα δικά τους όργανα για να παίξουν ο Γιωργαντός και ο Ξυλούρης έμειναν έκπληκτοι. Δεν είχαν δει ποτέ κανονική λύρα και λαούτο μετά από αυτή την ημέρα πήγαν στο Ρέθυμνο και έδωσαν παραγγελία για δύο λύρες μια του Γιωργαντού και μια του Ψαρονίκου. Όταν ο Γιώργης Καλομοίρης έπιασε την κανονική λύρα στα χέρια του προσπάθησε να παίξει τον σκοπό που είχε ακούσει από τον Λεωνίδα Κλάδο. Είχε αποτυπώσει το μεγαλύτερο μέρος του κομματιού και όταν οι χωριανοί του άκουσαν αυτόν το σκοπό ενθουσιάστηκαν. Αυτός ο σκοπός μάλιστα ήταν και η αφορμή να προτείνουν στον Καλομοίρη να αναλάβει μουσικά  μαζί με τον Ξυλούρη τον πρώτο τους γάμο. Τότε ο Καλομοίρης ήταν γύρω στα 17 και ο Ξυλούρης 13. Έπαιξαν με χαρά αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ την κούραση και την αδυναμία που ένιωσαν γιατί οι γάμοι τότε κρατούσαν 3-4 βράδια.
Την περίοδο αυτή η Ανωγειανή νεολαία είχε την τάση να εγκαταλείπει το χωριό και να συγκεντρώνεται στην πόλη του Ηρακλείου, έτσι αρκετά συχνά οι δύο αχώριστοι φίλοι πήγαιναν στο Ηράκλειο για να συναντήσουν τους χωριανούς τους και εκεί γίνονταν παρέες και  καντάδες.
Δεκαοκτώ ετών ο Γιώργος Καλομοίρης εγκατέλειψε με την σειρά του τα Ανώγεια και εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο. Μέχρι τα 25 του χρόνια γύριζε γύρω από τον άξονα του προσπαθώντας να βρει τον εαυτό του και να ανακαλύψει τον μουσικό δρόμο που θα τον οδηγήσει να δημιουργηθεί ως λυράρης.
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεκίνησε να κάνει ηχογραφήσεις και αυτό ήταν κάτι που τον παίδευε αρκετά γιατί έσβηνε και έγραφε αρκετές φορές ένα κομμάτι μέχρι να το ολοκληρώσει και να μπει στο studio ηχογράφησης και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος. Έτσι γεννήθηκε το 1958 ο πρώτος του δίσκος, 78 στροφών με τα συρτά ‘έγινες μάγισσα για με’ και ‘Δυστυχισμένος βρίσκομαι’ που από τότε μέχρι και σήμερα υπάρχουν στην αγαπημένη λίστα τραγουδιών των κρητικών. Ακολούθησαν πολλοί δίσκοι και περισσότερες μουσικές επιτυχίες που αν και έγιναν επιτυχίες δεν άφηναν ποτέ τον Γιώργο Καλομοίρη να ηρεμήσει...πάντα στα γλέντια και τις εμφανίσεις που έκανε έπαιζε τα κομμάτια που του ζητούσε ο κόσμος, δεν τα έπαιζε όμως ποτέ χωρίς να αλλάξει κάτι. Για τον ίδιο η μουσική είναι φαντασία και θέλει αυτοσχεδιασμούς γι αυτό και φρόντιζε να προσθέσει αλλά και να αφαιρέσει κάτι σεβόμενος βέβαια πάντα το πρωτότυπο τραγούδι που ξεχώρισε και αγάπησε ο κόσμος.
Τα γλέντια και οι εμφανίσεις του σε όλη την Κρήτη αλλά και εκτός διαδέχονταν η μια την άλλη όπως και οι επιτυχίες του. Σ ένα από τα γλέντια του στον Πύργο στο Μονοφάτσι γεννήθηκε ένα τραγούδι σύγχρονο για την εποχή τότε και μάλιστα έμελλε να γίνει χρυσό … Ο τίτλος του είναι τσάκι - τσάκι και η ιστορία της γέννησης του προκαλεί γέλιο και ευθυμία. Μετά από δύο συνεχόμενα βράδια που έπαιζε σε πανηγύρι της περιοχής πήγε να κοιμηθεί μετά τις 05.00 το ξημέρωμα. Με το που τον πήρε ο ύπνος μια γριούλα βγήκε έξω και έκραζε τις όρνιθες της δηλαδή τις κότες της με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τον Γιώργο Καλομοίρη. Ο Γιώργος την παρακάλεσε να ησυχάσει για να τον αφήσει να κοιμηθεί μα μόλις ξάπλωσε ξανασηκώθηκε για να γράψει το τραγούδι : Διάλε το τσάκι τσάκι σου και το πουί πουί σου όντε προβάλλεις στην αυλή και κράζεις το πουλί σου...
Το τραγούδι αυτό βέβαια το έγραψε αλλά δεν το έλεγε στα γλέντια. Μετά του ζήτησαν από την Δισκογραφική εταιρία που πήγε για να γράψει, ένα τραγούδι σύγχρονο και όχι πάλι κοντυλιές και συρτό που έγραφαν τότε όλοι οι καλλιτέχνες. Όταν τους έπαιξε το τσάκι - τσάκι όλοι ενθουσιάστηκαν και κάπως έτσι αυτό το τραγούδι ηχογραφείται και γίνεται σουξέ το 1961-1962. Το 1970 μάλιστα που ο Γιωργαντός πήγε παρέα με τον Μανιά στις Βρυξέλλες ενθουσιάστηκαν όταν έπεσε στην αντίληψη τους ένα τσουκ μπόξ που είχε και την φωτογραφία του Γιώργου Καλομοίρη με το τραγούδι τσάκι τσάκι στα γαλλικά.
Μέσα στις αφηγήσεις γι αυτή την χρονική περίοδο ο Γιωργαντός μιλάει για το μαγαζί Καν - Καν που άνοιξε στο Ηράκλειο το 1961-1962. Μέχρι τότε κρητική λύρα δεν ακουγόταν σε μαγαζιά και με παρότρυνση του Γιωργαντού ξεκίνησαν λυράρηδες όπως ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Βασίλης Σκουλάς, ο Σπύρος Σηφογιώργάκης κ.α. να παίζουν στο Καν - Καν  κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή. Μέσα από τις γνωριμίες που είχαν τότε οι καλλιτέχνες άρχισαν να συγκεντρώνουν αρκετό κόσμο που ήθελε να ακούσει κρητικά και κάπως έτσι το μαγαζί Καν - Καν μετονομάστηκε σε Κρήτη, μετά σε Ερωτόκριτο και έπειτα ξεκίνησαν αρκετά κρητικά μαγαζιά όπως το Κάστρο, η Λύρα και άλλα.
Στα 30 του χρόνια αποφάσισε να πάει στην Αθήνα για να επισκεφτεί τον Περιστέρη και να του ζητήσει να μάθει τις νότες και να καλλιεργήσει τις μουσικές του γνώσεις.
Μέσα από όλη αυτή την διαδρομή ο Γιωργαντός όχι μόνο διασκέδασε τους κρητικούς αλλά κατόρθωσε να κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Για τον ίδιο ήταν σημαντικό να παίζει μουσική με όρεξη και να παίζει κάθε φορά πρώτα για τον εαυτό του - δηλαδή με κριτήριο να ακούει κάτι που του αρέσει - και μετά για όλους τους άλλους. Αυτό τον έκανε να παίζει πάντα μερακλήδικα είτε για ένα άτομο στο μαγαζί που έπαιζε είτε για1000, είτε του έβαζαν μπαξίσι ( χρήματα ) είτε όχι.»
Ο Γιωργαντός απεβίωσε το 2019.
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Δημήτρης Τσαγκαράκης. Στην πρώτη φωτογραφία ο Καλομοίρης δοκιμάζει την τέχνη του στο λαούτο.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

515. PARLOPHONE GDSP 3039 ΣΑΚΕΛΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ- ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΣ- ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Γ. 1965

Σακέλλης Γεώργιος- Παπανικολάου Κωνσταντίνος- Παπανικολάου Κομνηνός- Μιχαηλίδης Γ. PARLOPHONE GDSP 3039 Πάνω χορός Καρπάθου - Μαντινάδες της Καρπάθου 1965- 45rpm- 7''
«Ο Γεώργιος Σακέλλης (βλέπε και ανάρτηση 140) γεννήθηκε περίπου το 1938 και πέθανε το 2019 στα 81 του.
Ασκούσε διοίκηση στην Όλυμπο Καρπάθου ως κοινοτάρχης για πολλά χρόνια. Ήταν τραγουδιστής με χαρακτηριστική φωνή, με συμμετοχές σε εκδηλώσεις που ενίσχυσαν την πολιτισμική ταυτότητα της Καρπάθου. Διετέλεσε φιλάνθρωπος και ενεργό μέλος τοπικών συλλόγων, υποστηρίζοντας σημαντικές πρωτοβουλίες. Συμμετείχε σε πολιτιστικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, φέρνοντας κοντά παραδοσιακή μουσική και τοπικά τραγούδια.
Η προσωπικότητά του χαρακτηριζόταν από κοινωνική προσφορά – σε αναρτήσεις και μνημοσύνες αναφέρεται ως άνθρωπος που στήριζε συλλογικές προσπάθειες και έδινε μεγάλα ποσά για τοπικούς πολιτιστικούς συλλόγους.»
«Ο Πάνω χορός (2/4) είναι η κορυφαία στιγμή της χορευτικής δραστηριότητας από κινητική άποψη. Χορεύεται κυρίως επιτόπου και αναπτύσσεται με βάση το κινητικό περιεχόμενο των προηγούμενων δύο χορών. Το κράτημα των χεριών παραμένει το ίδιο όπως και στο Σιανό, μόνο που τα χέρια κάμπτονται στους αγκώνες και οι βραχίονες πλησιάζουν στα πλευρά, έτσι ώστε οι χορευτές να πλησιάζουν πολύ κοντά ο ένας τον άλλον και να κινούνται σαν ένα σώμα. Οι απλές κινήσεις υποδιαιρούνται και εκτελούνται γρήγορα, εμπλουτισμένες με κρατήματα και πυκνά κατακόρυφα σουσταρίσματα, τα οποία αποτελούν το κυριότερο χαρακτηριστικό του.
Στην Έλυμπο είναι ο δημοφιλέστερος χορός και ο τρίτος της ενότητας, ενώ στα άλλα χωριά είναι μάλλον ο δεύτερος. Η πλοκή των κινήσεων ανταποκρίνεται σε τρεις δίσημους χρόνους, με αποτέλεσμα να έχουμε τρεις κινητικές υποενότητες. Το βήμα ολικής στήριξης που έχει η καθεμιά συμπληρώνεται από δυο ελαφρά πατήματα, τα οποία ελάχιστο βάρος κλέβουν από το σώμα. Το ισχυρό βήμα εκτελείται πότε με το δεξί και πότε με το αριστερό πόδι. Έτσι κατά την επανάληψη του χορευτικού μοτίβου γίνονται αντιληπτές οι μετατοπίσεις του σώματος, ανάμεσα στο κατακόρυφο ανεβοκατέβασμά του. Ο χορός εκτελείται με μικρά αδιόρατα βήματα. Τα πόδια δεν ανασηκώνονται από το δάπεδο, είναι «καζικωμένα», καρφωμένα εκεί.
Ο τρόπος αυτός ευνοεί τις έντονες κάμψεις των γονάτων, τις γονατές, και το έντονο κατακόρυφο σουστάρισμα που από αυτές μεταφέρεται στο σώμα. Κάθε φορά που το ένα πόδι εκτελεί τη γονατά, το άλλο συντονίζεται με αυτό. Έτσι, η εντύπωση προς τα έξω δε διευκρινίζει ποιο πόδι πρωτοστατεί και πιο ακολουθεί, ποιο έχει τη δυναμική και ποιο την παθητική δράση. Η επιτόπια εκτέλεση ευθύνεται για την ελάχιστη μετατόπιση της χορευτικής αλυσίδας. Εντονότερη μετακίνηση παρατηρείται στο πρώτο κομμάτι του χορού, όταν ο κάβος κατά διαστήματα αναπτύσσει την κίνηση προς τα δεξιά και τ’ αριστερά, μ’ έμφαση προς τα δεξιά, για να σπάει τη μονοτονία του επιτόπιου Πάνω χορού. Οι παλιοί λένε ότι ο καλός χορευτής δεν έτρεχε μπροστά. Ο Πάνω εναλλάσσεται με τη Σούστα ανάλογα με την προτίμηση του κάβου. Οι προτιμήσεις των Ελυμπιτών ελάχιστα αναφέρονται στη Σούστα.
Η εναλλαγή μεταξύ Σούστας και Πάνω είναι συχνότερη στα άλλα χωριά, όπου ονομάζουν τον Πάνω χορό και Στετό», δηλαδή στο τόπο. Ωστόσο στα άλλα χωριά επικρατέστερη είναι η σούστα. Ο Πάνω χορός και η Σούστα είναι οι χοροί στους οποίους ο «κάβος» (ο πρωτοχορευτής) έχει τη δυνατότητα να επιδείξει τις χορευτικές του ικανότητες και καλύπτουν τη μεγαλύτερη διάρκεια του χορευτικού μέρους της διασκέδασης. Μουσικά συνοδεύεται από τη λύρα, ωστόσο το κατεξοχήν όργανο του Πάνω είναι η τσαμπούνα. Ο οξύς της ήχος τονώνει τους χορευτές ώστε να ανταποκρίνονται με περισσότερη ενεργητικότητα.»
«Κάτω χορός ή Σιανός «Μαντινάδες αυτοσχέδιες» (2/4) είναι ο χορός με τον οποίο αρχίζει η ενότητα των τεσσάρων επίσημων χορών (Κάτω χορός, Γονατιστός, Πάνω χορός και Σούστα), με τους οποίους ξεκινούν και τελειώνουν το κομμάτι της διασκέδασης που αφιερώνεται στο χορό. Αν και τέσσερις διαφορετικοί χοροί, εκτελούνται ως τμήματα ενός συνόλου, μιας ακολουθίας (σουίτας): οι χορευτές δε διαλύουν τον κύκλο για να τον ανασυγκροτήσουν προκειμένου να χορέψουν τον επόμενο, αλλά μεταβαίνουν απλώς από τον ένα στον άλλο.
Η πλήρης μορφή αυτής της χορευτικής ενότητας διατηρείται μέχρι σήμερα στην Έλυμπο. Ο Σιανός ή Κάτω χορός είναι ο πλέον αργός χορός της ενότητας. Ο Μ. Γεωργιάδης τον κατατάσσει σε αυτούς που χαρακτηρίζει «συρτούς» χορούς του νησιού, από το γεγονός ότι είναι ήσυχος. Ο ρυθμός του χορού είναι δίσημος (2/4) και τα βήματα έξι, τύπου χορού «Στα τρία» που πραγματοποιούνται σε τρία μ.μ., δύο κινήσεις σε κάθε μ.μ.. Με αυτόν το τύπο απαντάται στα βόρεια χωριά. Το χορό ανοίγουν πάντα λίγοι κυρίως νέοι άντρες σε ένα και μοναδικό ανοιχτό κύκλο, πιασμένοι με λαβή χιαστί, το δεξί κάτω από το αριστερό του προηγούμενου από τα δεξιά. Στη συνέχεια ενώ εισέρχονται κι άλλοι, συμπληρώνονται από τις κοπέλες που μπαίνουν ανάμεσά τους. Την πρώτη θέση διατηρεί εκείνος που αρχικά τη κατέλαβε.
Ο κύκλος που σταδιακά μεγαλώνει μπορεί να φτάσει να αριθμεί πενήντα ή εκατό άτομα. Ο κορυφαίος ονομάζεται «κάβος», που έχει τη σημασία της άκρης του χορού. Οι ονομασίες για τον τελευταίο χορευτή αναφέρονται τόσο στον ίδιο όσο και στη θέση του, αλλά και στο τελευταίο κομμάτι του χορού. Οι Ελιμπίτες τον αποκαλούν τεμόνι, πίσω βάντα και πίσω μερέα.
Οι κοπέλες επιλέγοντας μεριές (θέση, τοποθεσία) δεξιά σε κάποιον άντρα γίνονται χορεύτρες του. Ένας άντρας μπορεί να έχει παραπάνω από μια χορεύτρα. Η πρώτη γυναίκα του κάβου ονομάζεται «η από μέσα χορεύτρα». Για τους Ελιμπίτες ο Σιανός αποτελεί προέκταση του καθιστικού γλεντιού. Οι μαντινάδες που αυτοσχεδιάζουν και τραγουδούν οι άντρες πριν το ξεκίνημα του χορού, κατά το καθιστικό γλέντι, συνεχίζονται και όταν ο χορός ξεκινάει, τόσο από εκείνους που παραμένουν έξω από τον χορευτικό κύκλο όσο και από εκείνους που έχουν πάρει θέση σ’ αυτόν. Γενικότερα οι παλιοί αποκαλούν το Σιανό «χορό των μαντινάδων». Τον θεωρούν μάλιστα πιο σημαντικό από τους άλλους χορούς, ακριβώς για τις μαντινάδες  που τον συνοδεύουν και την ευκαιρία δημόσιας έκφρασης που παρέχουν.»
Στο σημερινό δισκάκι μουσικές από την Κάρπαθο. Στο τραγούδι ο Γιώργος Σακέλλης, στην τσαμπούνα ο Μιχαηλίδης Γ., στο λαούτο ο Κομνηνός Παπανικολάου και στη λύρα ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου. Όπως διαβάζουμε και παραπάνω πρώτα ξεκινάνε με τις μαντινάδες και μετά ακολουθεί ο Πάνω χορός. Στη σημερινή ψηφιοποίηση το πήγα ανάποδα παρόλο που μήτρες τα δίνουν κανονικά (σιγά σιγά πρέπει να προβάρω γυαλιά).
Οι παραπάνω φωτογραφίες δεν απεικονίζουν τους καλλιτέχνες εκτός από την πρώτη που εικονίζεται ο Σακέλλης και μας την παραχώρησε από το αρχείο του ο Βασίλης Χατζηαντωνίου (greekdisography). Η δομή της ορχήστρας είναι λύρα (με γερακοκούδουνα), λαούτο, τσαμπούνα και οι τραγουδιστές.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

514. LYRA LS 1059 ΓΚΙΖΑΣ ΣΤΑΘΗΣ- ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ- ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΜΑΡΙΑ 1965

Γκίζας Στάθης- Μαλλιάρας Βάϊος (Ο γητευτής του κλαρίνου)- Μαλλιάρα Μαρία LYRA LS 1059 Καραγκούνα Παλαμιώτικη (Θεσσαλικό συρτό στα τρία) - Τρεις μαυρομάτες (Θεσσαλικό συρτό στα τρία) 1965- 45rpm- 7''
«Ο Βάϊος Μαλλιάρας (βλέπε και ανάρτηση 39, 124, 156, 196 και 349) γεννήθηκε στον Πυργετό το 1907 και καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, ο θείος του κλαρίνο, άλλοι συγγενείς έπαιζαν φλογέρα και γκάιντα, ενώ ο αδερφός του ασχολήθηκε με το λαούτο. Στα δώδεκα σκαρώνει μόνος του μια φλογέρα από καλάμι και ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών αρχίζει σιγά  σιγά να παίζει. Έπειτα στα δεκατέσσερα μαθαίνει πάλι μόνος του λαούτο αλλά το εγκαταλείπει γρήγορα. Ο πατέρας του, εν τω μεταξύ, τον στέλνει να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Μετά του χτίστη. Όμως αυτός ανεβαίνει στις στέγες και παίζει φλογέρα. Το σαράκι τον έτρωγε να μάθει κλαρίνο.
Τα πρώτα μαθήματα κλαρίνου τα παίρνει από δυο «Τουρκόγυφτους», τον Τζιαμαλή και Χαλιαμπά που είχαν ξεμείνει στον Πυργετό. Πήγαινε λοιπόν κοντά σ’ αυτούς και παρακολουθούσε τα «πατήματά» τους. Στην αρχή «παρτσακλά», όπως ο ίδιος έλεγε. Ο ένας απ’ αυτούς γρήγορα αντιλήφθηκε τις αρετές στο παίξιμό του και του έλεγε «εσύ θα γίνεις μεγάλος μουσικός». Στα δεκάξι του αρχίζει και παίζει σε γάμους, σε πανηγύρια και στους καφενέδες των χωριών.
Ο Μαλλιάρας αρχίζει να γίνεται γνωστός. Η φήμη του απλώνεται πέρα από τον Πυργετό και τη γύρω περιοχή και φτάνει μέχρι τα χωριά των Φαρσάλων, της Καρδίτσας, των Τρικάλων κι ακόμη πιο πέρα. Σε ηλικία 26 χρόνων, το 1933, ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια «Τ’ Αρβανιτοβλάχικο» και την «Ιτιά», κάνοντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας που θα συνεχιστεί για 45 περίπου χρόνια. Συνεργάζεται με τις πιο μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και αποκτά φήμη και δόξα. Παρόλα αυτά δε θα γίνει ποτέ πλούσιος.
Ηχογράφησε σε δίσκους καραγκούνικα, βλάχικα, σαρακατσάνικα, νησιώτικα, μακεδονικά, ρουμελιώτικα τραγούδια εκτελεσμένα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Υπάρχουν τρεις χιλιάδες δίσκοι περίπου, αριθμός εκπληκτικός. Παράλληλα γράφει και δικά του τραγούδια για την Αννούλα, τη Μαρία, την Όλγα. Με τον Θεοχάρη Παντίδη γράφει το πολυτραγουδισμένο «Ωραία είναι η νύφη μας» και άλλα τραγούδια γάμου.
Ο Ηλίας Ερίνης είναι αυτός που έγραψε τα περισσότερα τραγούδια για τον Μαλλιάρα.
Συμμετέχει στις γνωστές δισκογραφίες «Τραγούδια του Λόγγου» και «Ελληνική Λεβεντιά». Στα πρώτα του βήματα συνεργάζεται με οργανοπαίκτες της περιοχής. Στην μεταπολεμική περίοδο ο Μαλλιάρας είναι πλέον καταξιωμένος καλλιτέχνης. Συνεργάζεται με πολύ γνωστά ονόματα μουσικών απ’ όλη την Ελλάδα: το Γιώργο Κόρο, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Νίτσα Τσίτρα κ.α. Ακολουθούν ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στον Καναδά και την Αυστραλία όπου παίζει για τους Έλληνες της ξενιτιάς. Το 1965 ο μπάρμπα Βάϊος φεύγει για την Αυστραλία, στα παιδιά του, που είναι μετανάστες. Κάθεται για 9 μήνες, δεν αντέχει, του λείπει η ελληνική γη και αποφασίζει να επιστρέψει. Το 1970 παθαίνει ημιπληγία, αλλά εξακολουθεί να παίζει. Το 1975 πέφτει αναίσθητος, ενώ παίζει σε ένα γάμο. Από τότε αφήνει το κλαρίνο εντελώς, αλλά τον μαραζώνει ο καημός ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα το έργο του.
Η πρωτοχρονιά του 1988 θα είναι διαφορετική για ολόκληρο το μουσικό κόσμο. Ο Βάϊος Μαλλιάρας σβήνει στον Πυργετό. Το έργο του θα μείνει παντοτινά για να θυμίζει το μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη. Όλος ο Πυργετός για δυο μέρες σείεται στους ρυθμούς του κλαρίνου, θρηνεί με τις μοναδικές μελωδίες που συνέθεσε ο μπάρμπα Βάϊος.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Στάθης Γκίζας στο τραγούδι, ο Βάϊος Μαλλιάρας στο κλαρίνο και η Μαρία Μαλλιάρα στους στίχους. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τον Στάθη Γκίζα (βλέπε αναρτήσεις 241 και 289) δεν έχω καταφέρει να βρω.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

513. HIS MASTER'S VOICE AO 2195 ΑΜΠΑΤΖΗ ΡΙΤΑ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ- ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ 1934

Αμπατζή Ρίτα (Αηδόνι της ανατολής)- Σέμσης Δημήτριος (Σαλονικιός)- Ανδριανός Σιδέρης (Κουλουριώτης) HIS MASTER'S VOICE AO 2195 Κόρη που' φαίνεις στ' αργαλειό (Συρτό) - Σαν της Ωριάς το κάστρο (Συρτό) 1934- 78rpm- 10''
«Η Ρίτα (Ειρήνη) Αμπατζή (βλέπε και αναρτήσεις 148 και 328), κόρη του Γεωργίου και της Στέλλας Αμπατζή γεννήθηκε στην Σμύρνη το έτος 1906 (σαν ημερομηνίες γεννήσεώς της έχουν προταθεί τα έτη 1903, 1913 και 1914, βάσει όμως της επαγγελματικής της ταυτότητας που είχε εκδοθεί το 1932, προκύπτει το 1906 ως γενέθλιο έτος της καλλιτέχνιδας). Ήταν αδερφή της Σοφίας (Φωφώς) Αμπατζή-Καρίβαλη, γνωστής τραγουδίστριας στη ρεμπέτικη σκηνή της σχολής του «Πειραιώς» κατά την προπολεμική περίοδο.
Στην Ελλάδα έρχονται οικογενειακώς μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και τη βίαιη εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού από την περιοχή. Η Ρίτα Αμπατζή, ορφανή «πατρός», ο οποίος χάθηκε στα τραγικά γεγονότα της Σμύρνης, εγκαθίστανται μαζί με τη μητέρα της και την αδερφή της στην Κοκκινιά. Πραγματοποίησε δύο γάμους, ο πρώτος γάμος έγινε το έτος 1930 με τον Γιάννη Τσίπαρη με τον οποίο απέκτησε μία κόρη την Άννα και ο δεύτερος με το συνάδελφό της σαντουριέρη Στέλιο Κρητικό,
με τον οποίο απέκτησε έναν γιο το Δημήτρη. Απεβίωσε στις 17 Ιουνίου, ημέρα Τρίτη του έτους 1969 στο Αιγάλεω, χτυπημένη από καρκινική κακοήθεια στην περιοχή του λάρυγγα και ενταφιάστηκε στις 18 Ιουνίου στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Η Ρίτα Αμπατζή παρουσιάζεται στην ελληνική μουσική σκηνή ως τραγουδίστρια αλλά και ως συνθέτης-στιχουργός από τα τέλη της δεκαετίας του ‘20. Διέθετε ευρύ τραγουδιστικό ρεπερτόριο σε μουσικά είδη όπως : σμυρναίικα τραγούδια (αστικά και παραδοσιακά), ρεμπέτικα τραγούδια βασισμένα στην υφολογία της μικρασιάτικης σχολής ρεμπετών συνθετών, παραδοσιακά-δημοτικά τραγούδια από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα και έντεχνα δημοτικοφανή τραγούδια.»
«Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός (1883 - 1950)(βλέπε και παλαιότερες αναρτήσεις), βιρτουόζος παραδοσιακός βιολιστής. Γεννήθηκε Κουκουδέας Δημήτριος το 1883 στη Στρώμνιτσα. Στο τέλος του 1919 η οικογένεια του Δημήτριου Σέμση μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1923 παντρεύτηκε τη Δήμητρα Κανούλα και απέκτησε 4 παιδιά. Στις αρχές του 1927 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα. Αυτή την εποχή έλαβε το προσωνύμιο Σαλονικιός, μάλλον επειδή κάποιοι παράγοντες των δισκογραφικών εταιρειών νόμιζαν ότι καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ο πρώτος οργανοπαίκτης που το όνομά του αναγράφεται στις ετικέτες δίσκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Δημήτρης Σέμσης ήταν Διευθυντής Ηχογράφησης στην ΗΜV και στην Columbia, θέσεις με μεγάλη επιρροή, τις οποίες και διατήρησε και στις δεκαετίες του 1930 και 1940.
Συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις παραδοσιακών, σμυρναϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών στο διάστημα 1924 - 1931, παρουσίασε γύρω στο 1928 τα πρώτα του τραγούδια και το 1931 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της His Master's Voice, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Όπως φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, ο Δημήτρης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος βιολιστής που ηχογράφησε στο χώρο του ρεμπέτικου/σμυρνέικου. Ηχογράφησε πολλές εκατοντάδες δίσκους και πολλοί από αυτούς επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Το 1972, σε μια συνέντευξή της, η Ρόζα Εσκενάζι είπε ότι ο Δημήτρης έπαιζε "το καλύτερο βιολί του κόσμου".»
«Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο μαζί με την Ρίτα Αμπατζή είναι στο βιολί ο Σαλονικιός και στο λαούτο ο Σιδέρης. Στις ετικέτες δεν αναγράφονται αλλά ακούγονται στις προσφωνήσεις.
Ο Σιδέρης Ανδριανός (πατέρας του Μίμη Ανδριανού), με το ψευδώνυμο ¨Κουλουριώτης¨ όπως και ο Παπασιδέρης, ήταν μεγάλος Σαλαμινιός λαουτιέρης. Στην οικογένεια του τόσο ο πατέρας του Ξενοφών όσο και ο θείος του Γιώργης έπαιζαν βιολί. Μαζί με τον πατέρα του είχαν μουσική σχολή. 
Παντρεύτηκε την Μαρία Δ. Πάλλα και απέκτησαν οκτώ παιδιά (ο γιός τους Μίμης γνωστός τραγουδιστής και κιθαρίστας).
Με την έναρξη της κατοχής ο Σιδέρης Ανδριανός παίρνει την πολυμελή οικογένειά του (οκτώ παιδιά) και μετακομίζει στην Αθήνα, στην οδό Περσεφόνης, στην περιοχή του Γκάζι, φοβούμενος τυχόν βομβαρδισμό του Ναυστάθμου, όπου έμειναν εκεί για δύο περίπου χρόνια.  Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ο νεαρός Μίμης τραγουδούσε μαζί με τον πατέρα του στο κέντρο «ΠΙΤΣΟΥΝΙΑ»  που βρισκόταν στην πλατεία Κουμουνδούρου.  Στη συνέχεια η οικογένεια επιστρέφει ξανά στη Σαλαμίνα. (στην παραπάνω φωτογραφία δεν εικονίζεται ο Σιδέρης».
Με την ονομασία Κάστρο της Ωριάς (και με διάφορες παραλλαγές όπως Ωριάς κάστρο ή Ωργιάς ή Ωραιόκαστρο, καθώς και με άλλες παραλλαγές όπως Συριάς, Σουριάς, Ζουριάς, Οβριάς και Βριόκαστρο) είναι γνωστοί οχυρωματικοί περίβολοι, που συνδέονται με την λαϊκή παράδοση μιας τραγικής γυναίκας, της Ωριάς, δηλαδή της Ωραίας. Την εξήγηση αυτή ενισχύει η παραδοσιακή παραλλαγή που έχει καταγράψει ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης για την Ωριά. Παρόλα αυτά, η λέξη ωριά δεν ήταν συνηθισμένη για την περιγραφή μιας όμορφης κόρης.
 
Με αποθορυβοποίηση 
Μάλιστα, δεν συναντάται αλλού ο τύπος αυτός πέρα από το συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η υπόθεση της παραφθοράς. Στους μεσαιωνικούς χρόνους και στις λαϊκές παραδόσεις η χρήση του επιθέτου εύμορφη ήταν η πλέον συνηθισμένη για αυτόν τον σκοπό. Μια άλλη, ίσως και η πιο ρεαλιστική ετυμολογική εξήγηση της λέξης προέρχεται από τη Χριστίνα Λούπου-Ρόκου η οποία εξηγεί: “Οβριόκαστρο ή. Εβραιόκαστρο είναι η ονομασία πολλών μεσαιωνικών κάστρων επειδή αυτά υπήρξαν καταφύγια Εβραίων".
Ενδεχομένως, ο θρύλος και το λαϊκό μοτίβο, σε συνδυασμό με κάποια ιστορικά στοιχεία γυναικών οι οποίες αυτοκτόνησαν πέφτοντας από τα τείχη κάστρων, όπως στην περίπτωση του κάστρου των Σαλώνων, να οδήγησαν στην παραφθορά του πολύ διαδεδομένου αυτού δημοτικού τραγουδιού.
Τώρα για ποιο συγκεκριμένα κάστρο αναφέρεται το τραγούδι είναι άγνωστο καθώς με αυτή την ονομασία, ¨Της ωριάς το κάστρο¨, υπάρχουν πάρα πολλά σε όλη την Ελλάδα. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

512. COLUMBIA SCDG 3126 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ & ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1961

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) COLUMBIA SCDG 3126 Σ΄ένα ψηλό βαθύ γκρεμνό (Συρτός Ατσιποπουλιανός) - Η νύχτα είναι μάρτυρας (Συρτός Βαλσαμονερίτης) 1961- 45rpm- 7''
 
Ο Θανάσης Σκορδαλός (10 Δεκέμβρη 1920 - 23 Απρίλη 1998) ήταν Κρητικός λυράρης. Γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1920 στο Σπήλι της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Μαζί με τον Κώστα Μουντάκη θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους της λύρας.
Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει μόνος του να παίζει λύρα, σε ηλικία 9 ετών. Μόλις στα δώδεκα του χρόνια, έκανε το πρώτο του γλέντι στο χωριό Χαμαλεύρι Ρεθύμνου. Έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς λαουτιέρηδες, όπως το Γιάννη Μαρκογιαννάκη που κατάγεται επίσης από το Σπήλι, το Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη), το Νίκο Μανιά και πολλούς άλλους.
Το δισκογραφικό έργο είναι πάρα πολύ πλούσιο και περιέλαβε πολύ γνωστά τραγούδια όπως το Φιλεντέμ, Μόνο εκείνος π'αγαπά, Ένας καινούργιος άνεμος, Ποιος ουρανός ποια θάλασσα Συ μ'έμαθες πως αγαπούν, Ένας ψαράς, Όνειρα βλέπω μυστικά, και πολλά άλλα.
Διορίστηκε υπάλληλος στην τράπεζα της Ελλάδος από τον Σοφοκλή Βενιζέλο και κατόπιν αφιερώθηκε στη λύρα. Εμφανίστηκε στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Αφρική παίζοντας για Κρητικούς μετανάστες.Απεβίωσε στις 22 Απριλίου 1998 σε ηλικία 78 ετών.
«Ο Θανάσης Σκορδαλός στην διάρκεια της ζωής του έδωσε πολλές συνεντεύξεις. Ωστόσο εκείνη, που έχει μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί πρόκειται για σπηλιανή εφημερίδα, ήταν η συνέντευξη, που έδωσε το 1996, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, στην εφημερίδα “Σπηλιανά Νέα”.
Ο μεγάλος δάσκαλος είχε μιλήσει στον Γιώργο Βλατάκη.
 Ανάμεσα στα άλλα, που είχε πει:
“Ήμουνα 12 χρονών, όταν γνώρισα τον Ροδινό τον Ανδρέα και τον Γιάννη Μπαξεβάνη. Οπότε ερχόταν ο Ροδινός στο Σπήλι για χορούς, παρά το ότι ήμουνα παιδί, πρώτος έτρεχα να τον ακούσω και η ραχοκοκαλιά μου έτρεχε νερό”.
–Πώς ξεκινήσατε τις δημόσιες εμφανίσεις σας;
“Πρωτόπαιξα λύρα σε γάμο εκτός Σπηλίου σε ηλικία 12-13 ετών. Σε ηλικία 15-16 ετών με ζητούσανε με το όνομα, το Σκορδαλάκι, για να μας γλεντήσει και σε ηλικία 16 ετών δημιούργησα τον πρώτο μου σκοπό, που τον ηχογράφησα μετά τον πόλεμο. Σπηλιανός Συρτός ” μόνο εκείνος π΄αγαπά μπορεί να το πιστέψει”. Την πρώτη μου λύρα την αγόρασα μέσα από το Σπήλι από κάποιο χωριανό αντί 18 δραχμών. Όμως εκτός της αγάπης μου για τη λύρα επήγαινα και στο ψαλτήρι του Αγίου Χαραλάμπους και έψελνα. Όταν ήμουνα 13 ετών ήξερα τον οκτόηχο και πιστεύω απόλυτα, ότι οι ήχοι της Εκκλησίας με βοήθησαν πολύ στη μουσική παραδοσιακή του οργάνου της λύρας”.
–Στην Αθήνα αργότερα παίζατε σε γλέντια;
“Ναι, στην Αθήνα αργότερα, όταν εργαζόμουνα στην Τράπεζα της Ελλάδος, τα Σαββατοκύριακα έπαιζα λύρα σε διάφορα κέντρα και όσοι σύλλογοι Κρητών με ζητούσαν από οπουδήποτε προθύμως επήγαινα”.
–Εκτός Ελλάδος που έχετε παίξει λύρα;
“Kαι που δεν έχω παίξει. Η πρώτη μου έξοδος, πάντως, ήταν στην Αμερική, το 1958, όταν με ζήτησε η Παγκρήτιος Ένωσης να παίξω στο συνέδριο των Κρητών στο Κλήβελαντ του Οχάιο. Ευτυχώς η Τράπεζα Ελλάδος μου επέτρεψε να πάω κι ενώ ήταν να μείνω για λίγες μέρες, εκάθησα πάνω από τρεις μήνες. Επισκέφθηκα όλες τις μεγάλες πόλεις”.
–Ποιό είναι εκείνο, που σας ξεχωρίζει στο χώρο της κρητικής μουσικής;
“Μέσα στο γενικότερο ταλέντο, που μου έδωσε ο Θεός και η Φύση υπάρχει και η συμμετοχή της αγάπης μου προς το όργανο, αυτό που και σήμερα που είμαι 76 χρονών αισθάνομαι την ίδια αγάπη.”
–Τώρα, που έχετε αυτό το μεγάλο όνομα, είσαστε ο ίδιος ο Θανάσης, όπως σας αποκαλούνε;
“Ούτε κατά διάνοια έλαβα υπ΄όψη μου ποτέ το ποιος είμαι. Ευχαριστώ όλο τον κόσμο των Απανταχού Κρητών, όπου κι αν ζουν, που εκτιμούν την μουσική μου και με αυτή διασκεδάζουν”.
–Δάσκαλε, τι έχετε να μου πείτε για τον Κώστα Μουντάκη;
“Όταν ο Κώστας Μουντάκης άρχισε να ηχογραφεί, έκανε καλό σε μένα, διότι ανέπτυξα περισσότερο ενδιαφέρον με μια γλυκιά άμιλλα για να προσφέρω περισσότερα. Στάθηκε κι εκείνος απέναντί μου κι εγώ το ίδιο και δημιουργήσαμε ό, τι καλύτερο για τη μουσική μας παράδοση”
–Είχατε πάει στην κηδεία του απαγγέλνοντας και μια μαντινάδα…
“Ναι. Είχα πει τούτη τη μαντινάδα: Στον κάτω κόσμο που θα πας-ετοίμασε το χώμα-για να δεχτεί με τον καιρό-και το δικό μου σώμα”.
–Πώς αισθάνεστε στα 76 χρόνια σας, για να συνεχίσετε;
“Με την ίδια όρεξη και αγάπη θα συνεχίσω για την παράδοσή μας, αλλά και να εργάζομαι, όπου με ζητήσουν, μέχρι να μην τρέμουν τα χέρια μου, να με βαστούν οι δυνάμεις μου. Παίζω λύρα 64 χρόνια, ουδέποτε έφυγα από γλέντι πιωμένος”.»
Στο σημερινό δισκάκι, συνοδεία στη λύρα του Σκορδαλού τα λαούτα των Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Εξαιρετικά και τα δυο συρτά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

511. ODEON GA 1159 ΚΑΛΟΓΕΡΙΔΗΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ 1926

Καλογερίδης Ευστράτιος (Στρατής- Δάσκαλος του βιολιού) ODEON GA 1159 Κονδυλιές (Χορός Κρητικός) - Ανάμικτος Μαλεβιζιώτικος και Σητειακός (Χορός Κρητικός) 1926- 78rpm- 10''
 
«Ο Στρατής Καλογερίδης, (Σητεία, 1883 - Αθήνα, 25 Ιουλίου 1960) (βλέπε και αναρτήσεις 1, 189, 347 και 402) ήταν Έλληνας συνθέτης της κρητικής μουσικής, δεξιοτέχνης του βιολιού καθώς και φωτογράφος. Άφησε πίσω του μια ζωντανή μουσική κληρονομιά που συνεχίζει να επηρεάζει τη μουσική παράδοση της Κρήτης.
Ο Στρατής Καλογερίδης υπήρξε το μεγαλύτερο από πέντε αδέλφια. Γονείς του ήταν ο Μανόλης Καλογερίδης, με καταγωγή από τον Ξυδά Καστελλίου Ηρακλείου και σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και η Άννα Τσαγκαράκη που ήταν από τη Μυρσίνη Σητείας. Από μικρός έδειξε κλίση στη μουσική και γι' αυτό ο πατέρας του του αγόρασε ένα μαντολίνο, με το οποίο έμαθε να παίζει κοντυλιές ακούγοντας ντόπιους μουσικούς. Στην κρητική παραδοσιακή μουσική, κοντυλιές είναι μουσικές φράσεις, από τις οποίες σχηματίζονται μελωδίες, τραγούδια ακόμα και χοροί.
Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του γύρω στο 1900, ο Καλογερίδης αναχώρησε για την Τουλόν της Γαλλίας όπου ζούσε η αδελφή της μητέρας του, παντρεμένη με Γάλλο αξιωματικό. Σύμφωνα με πληροφορίες, επιθυμία του πατέρα του ήταν να συνεχίσει τις σπουδές του στη Χημεία. Παρ' όλ' αυτά, η αγάπη του για τη μουσική τον οδήγησε στην απόφαση να σπουδάσει μουσική, και συγκεκριμένα βιολί, στο τοπικό παράρτημα του Κονσερβατουάρ του Παρισιού. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας.
Οι ακριβείς ημερομηνίες της μετάβασής του στη Γαλλία και της επιστροφής του στη Κρήτη δεν είναι πλήρως διασαφηνισμένες, είναι όμως γνωστό ότι παρέμεινε εκεί για αρκετά χρόνια και επηρεάστηκε από τη δυτικοευρωπαϊκή μουσική, καταγράφοντας τη μουσική του εμπειρία και συνδυάζοντάς τη με τη λαϊκή μουσική παράδοση της Κρήτης.
Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, ο Στρατής επέστρεψε στη Σητεία και ασχολήθηκε με τη μουσική παράδοση της περιοχής. Από τις παρτιτούρες του φαίνεται πως έδινε ιδιαίτερη σημασία στη συλλογή παραδοσιακής μουσικής από τους λαϊκούς οργανοπαίχτες της Ζήρου (π.χ. το δεξιοτέχνη λυράρη Ιωάννη Χατζηαντωνάκη ή Φοραδάρη) και άλλων περιοχών του Μεραμπέλου. Γύρω στο 1912 εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο, όπου συνέχισε να ασχολείται με τη μουσική και τη φωτογραφία, καταγράφοντας και επεξεργαζόμενος το μουσικό υλικό που είχε συλλέξει από τις περιοχές των Νομών Λασιθίου και Ηρακλείου.
Συμμετείχε μαζί με άλλους Ηρακλειώτες βιολιστές, κιθαρίστες και μαντολινάρηδες στις περίφημες καστρινές καντάδες των δεκαετιών 1910, 1920 και 1930. Παράλληλα, δίδασκε βιολί στο Ωδείο "Απόλλων" του Ηρακλείου, έκανε εκπομπές για την μουσική της ανατολικής Κρήτης στο ΕΙΡ και διατηρούσε φωτογραφείο στο προάστιο Πόρος του Ηρακλείου. Η φήμη του ξεπέρασε την πόλη του Ηρακλείου και μετέπειτα διάσημοι λυράρηδες όπως ο Σκορδαλός αλλά και βιολάτορες όπως ο Ναύτης (Κώστας Παπαδάκης) από την Κίσσαμο ερχόταν προπολεμικά για να διδαχθούν από τον ίδιο την τεχνική και τις κοντυλιές του.
Ο Στρατής Καλογερίδης πέθανε το 1960 μετά από προσβολή από καρκίνο και ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο της Καλλιθέας Αττικής. Το 2005, τα οστά του μεταφέρθηκαν και ενταφιάστηκαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ο Στρατής Καλογερίδης ήταν ο πρώτος που έγραψε Κρητική μουσική σε παρτιτούρες. Αποτέλεσε την μουσική γέφυρα μεταξύ της κρητικής μουσικής και της δυτικοευρωπαϊκής, καθώς στις δημιουργίες του εισήγαγε στοιχεία της ευρωπαϊκής μουσικής. Διέσωσε πολλές παλιές μελωδίες καταγράφοντας και μεταγράφοντας τις στο πεντάγραμμο, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την αρτιότερη τεχνικά εκτέλεσή τους στο μέλλον. Συνέθεσε επίσης πρωτότυπες κοντυλιές και μελωδίες, οι οποίες δισκογραφήθηκαν και εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τα μαντουρίσματα, τη μίμηση δηλαδή από το βιολί του ήχου της ασκομαντούρας.
Το 1933 ηχογράφησε 16 σκοπούς κρητικής μουσικής στην Αθήνα, ενώ οι «Κοντυλιές στη Fa» έγιναν ηχητικό σήμα για το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Γνωστές σήμερα ως κοντυλιές του Καλογερίδη, οι συνθέσεις του άσκησαν τόση επιρροή ώστε να περάσουν στην προφορική παράδοση από άλλους παραδοσιακούς καλλιτέχνες που τις έπαιζαν σε γλέντια και γιορτές.
Ο Καλογερίδης θεωρείται ως ένας βιολάτορας-θρύλος στην Κρήτη. Η μουσική προσωπικότητά του έχει διαρκή επίδραση στην τοπική μουσική σκηνή καθώς τα έργα του παίζονται ακόμα και σήμερα από τους καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής. Η προσφορά του στη μουσική παράδοση της ανατολικής Κρήτης υπήρξε ανεκτίμητη, μια και κατάφερε να διασώσει πολλές παραδοσιακές κοντυλιές και ταυτόχρονα να δημιουργήσει νέες συνθέσεις, που συνεχίζουν να αναπαράγονται και να εξελίσσονται.»
Η δεύτερη σε σειρά πλάκα γραμμοφώνου του Καλογερίδη. Η πρώτη (έχει αναρτηθεί παλαιότερα) GA 1158 ηχογραφημένη και αυτή το 1926. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

510. RCA VICTOR EPAG 7008 ΚΡΗΤΗ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗ 1962

Σηφογιωργάκης (Σηφογεωργάκης- Σιφογιωργάκης) Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) RCA VICTOR EPAG 7008 Ο φάρος (Αμαριώτικος συρτός) - Κουρνιανός συρτός - Το γράμμα (Καλαματιανό) - Δεν έχω άλλα δάκρυα (Χανιώτικος συρτός) 1962- 45rpm- 7''
 
«Η όλη δισκογραφική επιτυχία τού Σπύρου Σηφογιωργάκη (βλέπε και αναρτήσεις 17, 54, 78, 104, 132, 153, 179, 210, 250, 282, 319, 345, 390, 430 και 473) μέχρι σήμερα αριθμεί δεκάδες μικρών και μεγάλων δίσκων. Επιπλέον, έχει τιμηθεί επανειλημμένα από διάφορους φορείς της χώρας μας και του εξωτερικού για τη μεγάλη προσφορά του στη μουσική παράδοση τού νησιού μας.
O Σπύρος Σηφογιωργάκης, είναι γεγονός, ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λύρα ως πάρεργο, αλλά πάντοτε ως κύριο και βιοποριστικό του επάγγελμα, στο οποίο τον στήριξε η πληθωρική αγάπη και αφοσίωση τού κόσμου. Τελευταία, πριν την ασθένειά του, ο Σηφογιωργάκης διατηρούσε Σχολή παραδοσιακής λύρας στον «Πολιτιστικό Σύλλογο Tυμπακίου» και στις Mοίρες. Δεκάδες χρόνια δάσκαλος της κρητικής λύρας (από το 1970) έχει, ήδη, παραδώσει στον χώρο της κρητικής μουσικής αρκετά νέα παιδιά, με ένα πλήρες κρητικό «ρεπερτόριο», που θα αποτελέσουν, ασφαλώς, τους μελλοντικούς συνεχιστές της αυθεντικής και γνήσιας κρητικής μας μουσικής παράδοσης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών τού Σπύρου Σηφογιωργάκη είναι η αθωότητα και η απλοϊκή ομορφιά και χάρη που τα διαπνέουν. H φωνή του γλυκιά, μπάσα και μελωδική πατά γερά και σταθερά πάνω στη νότα και έχει χαρακτηριστική άνεση, απλότητα, χάρη, μεγαλοπρέπεια και λεβεντιά. Χρησιμοποιούσε λίγες μεν και απλές νότες με πλούσιο, όμως, και δυνατό αποτέλεσμα, που οφείλεται, ακριβώς, στην πηγαία ικανότητα, το αστείρευτο του ταλέντο και την ατέλειωτη αγάπη του στην κρητική λαϊκή μας μούσα και παράδοση, χαρακτηριστικό και αυτό γνώρισμα των μεγάλων δημιουργών της τέχνης.
Είναι κάτι που λείπει, δυστυχώς, σήμερα από τους νεότερους δημιουργούς, που, μέσα από την πολυπλοκότητα των συνθέσεών τους, απουσιάζουν παντελώς το χρώμα και η ταυτότητα. Άφησε που, συχνά, προσθέτουν και άσχετα προς τη γνήσια κρητική μουσική παράδοση όργανα, καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτόν τη γνησιότητα της κρητικής λαϊκής μουσικής έκφρασης. Πολύ σωστά είχε πει κάποτε ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, σε τηλεοπτική του εκπομπή, ότι οι νέοι καλλιτέχνες μπήκανε στα χωράφια των παλιών και κυριολεκτικά τα κουρσέψανε, βρίσκοντας έτοιμο και στρωμένο τραπέζι, ενώ ο ίδιος, ταυτόχρονα, δήλωνε για τον Σπύρο Σηφογιωργάκη, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι ήταν τότε, στη δεκαετία του εξήντα, που τον είχε ως πρότυπο και οδηγό του στις καλλιτεχνικές του εξορμήσεις.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης υπήρξε ένας αληθινά μεγάλος ριμαδόρος και πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής τέχνης και παράδοσης. Ευαίσθητος και ρομαντικός ένιωθε πάντα μέσα του βαθιά αγάπη για το χωριό του και τις παιδιάστικες αναμνήσεις του στο πατρογονικό του σπίτι. Αισθανόταν ατέλειωτη ευγνωμοσύνη προς τους συγχωριανούς του, Aγαλλιανούς και Kεραμιανούς, που, πρώτοι αυτοί, είναι αλήθεια, του παραστάθηκαν και τον βοήθησαν στο δύσκολο ξεκίνημα της καριέρας του. Τότε που, όπως έλεγε και ο ίδιος, ¨οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο ζεστοί και όμορφοι απ’ ότι σήμερα και όλα πολύ πιο απλά και ανθρώπινα¨…».
Βιογραφικά στοιχεία για τον Σηφογιώργη θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στο σημερινό extended 45άρι του Σηφογιωργάκη στο λαούτο το μόνιμο δίδυμο του ο Μαρκογιάννης. Τα τραγούδια είναι, τα δύο από το πρώτο του δισκάκι και τα άλλα δυο από το τρίτο και το τέταρτο. Στο πρώτο δισκάκι ο ¨Αμαριώτικος συρτός¨ αναφέρετε ως ¨Νέος Αμαριώτικος συρτός¨ και θα αναρτηθεί μελλοντικά. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου εικονίζεται και ο ΒΟΑΚ (από τότε πολεμάνε αλλά τον έκαναν βοσκοτόπια λόγω υπερπληθυσμού των κατσικιών).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).