Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

565. ODEON GA 1811 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ 1934

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι- Σαμιώτης- Σαμιωτάκης)- Πολίτης Γιάννης ODEON GA 1811 Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων (Κλέφτικο) - Λειβαδιά αλά Μωραΐτα 1934- 78rpm- 10''
«Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός. Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.
Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.
Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.
Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών.
Ηχογράφησε στις 78 στροφές γύρω στα 200 τραγούδια. Συνέχισε και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 να γράφει και να τραγουδά με απίστευτη ζωτικότητα. Ως συνθέτης άφησε μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα.»  Περισσότερες πληροφορίες σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου, το κλέφτικο του Κώστα Ρούκουνα ¨Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων¨ (πιθανότατα στο κλαρίνο ο άγνωστος Γιάννης Πολίτης- τον προσφωνεί), το οποίο περιγράφει την φριχτή δολοφονία, απ' το Ελληνικό Κράτος, της Μαρίας Γιαγιά, μητέρας των αδερφών Γιαγιά το 1917. Πρωταγωνιστές στη σαμιακή επανάσταση του 1912 εναντίον των Τούρκων που οδήγησε στην απελευθέρωση του νησιού και στην ένωσή του με την Ελλάδα, τ' αδέλφια Γιαγιά από τον Μαραθόκαμπο, ήρθαν αργότερα σε σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη και την τοπική διοίκηση, σύγκρουση που οδήγησε σε φυλακίσεις, εκτελέσεις συγγενών τους, ως και αυτονομιστικά κινήματα! Ο Ρούκουνας έγραψε άλλα δύο τραγούδια για τους Γιαγιάδες. Είναι τα ''Οι Γιαγιάδες'' το 1934 και το ''Στης Σάμου τα περίχωρα (Ο Γιώργος ο Γιαγιάς) το 1936.
Οι Γιαγιάδες (σωστό οι Γιαγάδες) είναι οικογένεια από το χωριό  Μαραθόκαμπος, της Σάμου . Τέσσερα αδέλφια Γιώργος, Κώστας, Κίμωνας και Γιάννης. Οι Έλληνες Ρομπέν των δασών, νοικοκυραίοι, εγγράμματοι, παλικάρια, πρωτεργάτες ένοπλων αγροτικών κινημάτων, «ληστοφυγόδικοι» που κέρδισαν τη συμπαράσταση της «φρόνιμης» κοινωνίας.
Η συναρπαστική ιστορία τους εκτυλίσσεται σαν μυθιστόρημα. Οι Γιαγάδες, όταν η Σάμος έχασε τη διοικητική αυτονομία της ως «Ηγεμονία»  και πέρασε από την επικυριαρχία του Σουλτάνου σε εκείνην του νεοελληνικού κράτους, πάτησαν πάνω στην ευρεία λαϊκή δυσαρέσκεια και πολιτικοποίησαν τη δράση τους θέτοντας συλλογικά αιτήματα με κοινωνικό όραμα. Οι τέσσερις Γιαγάδες είχαν πάντα διφορούμενη σχέση με τις σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες. Είχαν υποστηρίξει την ένωση με την Ελλάδα αλλά δεν έπαψαν να φλερτάρουν με το αυτονομιστικό κίνημα . Με την ίδια ευχέρεια, φλέρταραν με τη φιλοβασιλική ιδεολογία κατά τον Εθνικό Διχασμό, και με την κομμουνιστική Αριστερά κατά τη δεκαετία του '30, υπερασπίζοντας τις διεκδικήσεις της φτωχολογιάς της υπαίθρου για να καταλήξουν μετά το 1935 να ενταχθούν ενεργά  στη «νομιμότητα της εθνικοφροσύνης». Παρότι ως πρόσωπα έδειξαν καιροσκοπισμό, τα αποτελέσματα της δράσης τους, , αποδείχθηκαν σημαντικά για την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση των ευρύτερων στρωμάτων στο πλαίσιο του νεωτερικού ελληνικού κράτους.
Τους συναντάμε στο βουνό πρώτη φορά το 1912 στο κίνημα υπέρ της Ένωσης της Σάμου με  την Ελλάδα. Συμμετέχουν ενεργά και αμέσως μετά την ένωση εντάσσονται στις τοπικές αστυνομικές αρχές ως βαθμοφόροι. Με τη  φυγή του τουρκικού στρατού και την απόβαση του ελληνικού στόλου στο Βαθύ, έγινε  ρυθμιστής ο πολιτευτής της ανατολικής Σάμου, Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο Γιάννης Γιαγάς θεωρεί ότι ο Σοφούλης οικειοποιήθηκε τον δικό τους αγώνα και έβαλε δικούς του σε όλα τα πόστα. Λίγο καιρό μετά, οι Γιαγάδες έρχονται σε σύγκρουση με την τοπική διοίκηση. και ο  ο Κώστας Γιαγάς μετά την κατάταξή του,  θα επιστρέψει στο χωριό του ως λιποτάκτης ή ως αρχηγός «στρατιωτικής στάσης» αφού τον ακολουθούν κι άλλοι. Από τότε οι Γιαγάδες βγαίνουν στο βουνό.
Με την προσχώρηση στο σώμα και του Γιώργου Γιαγά, αρχίζουν να περιφέρονται ένοπλοι, θέτοντας υπό αμφισβήτηση, την κυριαρχία των εκεί εγκατεστημένων επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών
Ο Γιάννης ηγήθηκε αρχικά αυτού του κινήματος αλλά συνελήφθηκε εγκαίρως. Στις φυλακές οργάνωσε εξέγερση και απόδρασε αλλά σύντομα πήγε στις φυλακές τις Αίγινας ενώ διάφοροι συγγενείς τους εκτοπίστηκαν στη Λιβαδειά.
Εννέα μήνες μετά, ο Γιάννης αποφυλακίζεται και επιστρέφει στη Σάμο, όπου έχει εγκατασταθεί η Κρητική χωροφυλακή· και τα αδέρφια του είναι επικηρυγμένα στο βουνό.
Οι επικηρυγμένοι πλέον Κώστας και Γιώργος  συνεχίζουν τις αντεκδικήσεις με τους διώκτες τους και αναμένουν την ευκαιρία για να προσεταιριστούν περισσότερους οπαδούς.
Η ευκαιρία αυτή δόθηκε το 1916 στο πλαίσιο ιστορικής συγκυρίας του Εθνικού Διχασμού.
Από φυγάδες στο βουνό, τα τέσσερα αδέλφια μετατρέπονται σε ηγέτες της αντιβενιζελικής παράταξης του νησιού.
Τον Ιανουάριο του 1917, σε μια μάχη  στο χωριό  Κοσμαδαίοι, σκοτώνεται ο Γιώργης Γιαγάς. Οι αντάρτες κόβουν το κεφάλι του για να «μη περιέλθη τρόπαιον εις χείρας του εχθρού», και δραπετεύουν στους Φούρνους και από εκεί  στην Κάρυστο. Το επόμενο πρωινό, οι διώκτες των Γιαγάδων μπαίνουν στους Κοσμαδαίους, και πυρπολούν  ολόκληρο το χωριό. Εκτελούν αρκετούς κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους τον ιερέα του χωριού, τον πρόεδρο της κοινότητας και την αδελφή των Γιαγάδων, Δήμητρα.
Την επόμενη μέρα ένα άλλο απόσπασμα Χωροφυλακής  εισβάλει στο χωριό τους, τον Μαραθόκαμπο, προς αναζήτησή τους. Εκεί, αντί για τους Γιαγάδες, οι χωροφύλακες βρίσκουν  κρυμμένη τη μητέρα τους , την οποία οδηγούν σε απόμερο σημείο και την καίνε ζωντανή λούζοντας την με πετρέλαιο. Τα παραπάνω φρικιαστικά γεγονότα, σηματοδοτούν και το τέλος του δεύτερου επεισοδίου των Γιαγαδικών στη Σάμο.
Από το σημείο αυτό και στο εξής οι Γιαγάδες παύουν να εμφανίζονται ως απλοί «ληστοφυγόδικοι», καθώς αρχίζουν να θεωρούνται ως μάρτυρες ολόκληρου του αντιβενιζελικού στρατοπέδου.
Το τρίτο επεισόδιο των Γιαγαδικών στη Σάμο,  τοποθετείται στα τέλη του 1922.
Είναι άμεσα συνδεδεμένο και αυτό με τη βία του Εθνικού Διχασμού. Ξεκινά ως τοπική αντίδραση των φιλοβασιλικών δυνάμεων του νησιού στο κίνημα των Πλαστήρα - Γονατά, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου. Οι αδελφοί Γιαγά είχαν επιστρέψει στη Σάμο μετά την ήττα των Βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 όπου οι δύο από αυτούς ανέλαβαν και δημόσια αξιώματα. 
Η φιλοβασιλική κυβέρνηση, αν και φίλα προσκείμενη προς τους Γιαγάδες απέφυγε ωστόσο να αμνηστεύσει τον επικηρυγμένο Κώστα. Με την «επαναστατική» αλλαγή του πολιτικού σκηνικού τον Οκτώβριο του 1922, οι αδελφοί Γιαγά σπεύδουν να προλάβουν τις εξελίξεις.
Με το ένοπλο κίνημα των Γιαγάδων του 1922 οι αντάρτες  επιδιώκουν την πλήρη στρατιωτική κατάληψη του νησιού και επιτυγχάνουν  την κατάληψη ενός εκ των δύο αστικών κέντρων του νησιού, το Καρλοβάσι. Η παρουσία, ενός ελληνικού  θωρηκτού στο Βαθύ δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την εισβολή στην πρωτεύουσα και η δυσμενής έκβαση της  μάχης των Μυτιληνιών, οδηγεί  άλλη μια φορά τους ηγέτες του κινήματος στη φυγή και τους οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Λίγο πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ο Πλαστήρας θα αμνηστεύσει όλα πολιτικά εγκλήματα, και θα συμπεριλάβει τους αντάρτες της Σάμου πλην του Κώστα Γιαγά.
Ο Ιούνης  του 1925 σηματοδοτεί το τέταρτο επεισόδιο των Γιαγαδικών.
Με αφετηρία τον Μαραθόκαμπο,  εισβάλουν αρχικά στο Καρλόβασι, και στις 6 Ιουνίου, εισβάλουν στο Βαθύ. Αφοπλίζουν  αστυνομικές και στρατιωτικές Αρχές και απελευθερώνουν όλους τους κρατούμενους από τις φυλακές. Εκδίδουν προκήρυξη με τα αιτήματα του κινήματος και καλούν το λαό σε δημόσιο συλλαλητήριο και επιδίδουν ψήφισμα προς τους προξένους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η κατοχή της Σάμου δεν θα διαρκέσει πολύ. Στις 8 Ιούνη ισχυρές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις από την Αθήνα διαλύουν τους αντάρτες και οδηγούν  για άλλη μια φορά τους αρχηγούς στη φυγή και τους  οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη.
Κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία των Γιαγαδικών, ως συλλογικών ένοπλων κινημάτων στα μέσα του  1925, ενώ η ιστορία των Γιαγάδων, ως «ληστοφυγόδικων», κλείνει δύο χρόνια αργότερα.
Τον Ιούνη του 1927, ο Κώστας Γιαγάς ο πλέον δημοφιλής από τους τέσσερεις θα σκοτωθεί από απόσπασμα της Χωροφυλακής, προδομένος από κάποιον συγγενή και σύντροφό του.
Αμέσως μετά τον φόνο οι χωροφύλακες περιόδευσαν  στα χωριά της Σάμου επιδεικνύοντας το κομμένο κεφάλι του θρυλικού «ληστή».
Λίγο καιρό μετά τα δύο αδέλφια, ο Γιάννης και ο Κίμωνας,  παραδίδονται στις Αρχές. και δικάζονται στο κακουργιοδικείο της Σύρου όπου καταφέρνουν να αθωωθούν.
Η αθώωση του Γιάννη και  Κίμωνα Γιαγά το 1927 δεν θα σημάνει μόνο την επιστροφή τους στη νομιμότητα,  αλλά θα επιτρέψει στον πρώτο να ξεκινήσει πολιτική καριέρα .
Σε αντίθεση με τον μεγάλο του αδελφό, ο Κίμων Γιαγάς δεν Θα καταφέρει να απεκδυθεί τον ρόλο του παράνομου για πολύ. Το βράδυ 2 Οκτωβρίου 1929, ο Κίμων, περνώντας έξω από το καφενείο του Μαραθοκάμπου, αντιλήφθηκε ότι μέσα βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε καταδώσει στη Χωροφυλακή τον αδελφό του, τον Κώστα. Αμέσως, ο Κίμων εισέβαλε στο καφενείο και πυροβόλησε τον προδότη του Κώστα, ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στις αρχές. Έτσι, το τέλος της πολυτάραχης οικογένειας Γιαγά θα βρει τον μικρότερο αδελφό, τον Κίμωνα, και πάλι έγκλειστο στις φυλακές.
Ο Γιάννης Γιαγιάς συμμετέχει στις εκλογές του 1928 ως ανεξάρτητος υποψήφιος και κατά την προεκλογική περίοδο η ομάδα του εμπλέκεται σε βίαια επεισόδια, γι αυτό συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακή. Εκεί γνωρίζονται με μέλη του ΚΚΕ που έχουν συλληφθεί με την διαδικασία του Ιδιώνυμου και προσχωρούν και οι Γιαγιάδες στο κόμμα των Εργατών. Ο Γιάννης αρθρογραφεί στον “Ριζοσπάστη” και στις εκλογές του 1933 είναι υποψήφιος του ΚΚΕ στην Σάμο. Για τη κομμουνιστική του δράση όμως συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως το 1935 και εξερχόμενος από τη φυλακή συμπορεύεται πάλι με τους βασιλόφρονες προτρέποντας του Σαμιώτες να στηρίξουν τον Βασιλιά στο τότε δημοψήφισμα.
Στην κατοχή τάχθηκαν ενάντια στο ΕΑΜ και μεταπολεμικά πρωτοστάτησαν στις διώξεις και τους βασανισμούς των αντιστασιακών της Σάμου».
Στη δεύτερη πλευρά το ¨Λειβαδιά αλά Μωραΐτα¨ ένα κλέφτικο που αναφέρεται στα χρόνια τα παλιά (πιθανότατα να σχετίζεται με του Γιαγάδες) και το οποίο τραγουδήθηκε από τον Ρούκουνα με τους ίδιους στίχους και ως ζεϊμπέκικο.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).