Κυριακή 30 Μαΐου 2021

75. BP TOURING SERVICE 1958

 BP Touring Service 1958- Flexi-disc- 7"- 33 ⅓ rpm- Shape- Card Backed-  Picture Disc- Single Sided

Δισκάκι στις 33 στροφές, με τα αυλάκια να βρίσκονται πάνω στη κάρτα όπως διακρίνει κανείς και στη φωτογραφία. Διαφημιστική κάρτα-δίσκος, πιθανότατα να την έδιναν στα πρατήρια της BP αφού έκανες μικρό service (λάδια- νερά- καύσιμα- λίπανση). Σούπερ-λουξ βενζινάδικα έδιναν τα συγκεκριμένα διαφημιστικά δισκάκια. Σε ελληνικές ταινίες με πρωταγωνιστές Πάντζα, Μουστάκα, Σούκα, Τζανετάκο και Γκιωνάκη να υποδύονται τους υπάλληλους τέτοιων βενζινάδικων, έχουμε εικόνα για τι βενζινάδικα μιλάμε.
Η συγκεκριμένη σειρά διαφημιστικών δίσκων βγήκε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Άγνωστοι οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν. Πρέπει να είναι ηχογραφημένα Αμερική από γνωστά συγκροτήματα που έπαιζαν όλο το ελληνικό μουσικό ρεπερτόριο (ελαφρά, δημοτικά, νησιώτικα, λαϊκά κ.α. και θα αναρτήσω αργότερα). Οποιοσδήποτε μπορεί να αναγνωρίσει αυτούς που συμμετέχουν, ας μας ενημερώσει. Η εκτύπωση και το κόψιμο του δίσκου(κάρτα) πρέπει να έγινε στη Γαλλία.
Στο δίσκο, ακούγονται ελαφρά, πλακιώτικα, λαϊκά, δημοτικά(καλαματιανό), νησιώτικα ακούσματα. Ακούγεται και το ¨Ντρούμου-ντρούμου τα βραχιόλια της βροντούν¨. Μουσική διαπαιδαγώγηση (νο1) από την Κυρία Αθηνά, την δασκάλα μας στο δημοτικό. Εκεί μάθαμε ¨Την τράτα μας την κουρελού¨, ¨Πέρα στους πέρα κάμπους¨, ¨Ένα το χελιδόνι¨ και πάρα πολλά νησιώτικα, δημοτικά, εντεχνο-επαναστατικά ανάλογα με την περίσταση και άλλα πολλά που τα θυμάμαι κάθε φορά που τα ακούω. Τα παιδικά τα είχαμε εξαντλήσει στο νηπιαγωγείο. Μεγάλο κεφάλαιο. 
 Μουσική διαπαιδαγώγηση (νο2) Το Αυτοκίνητο. Στα πολλά ταξίδια (λόγω επαγγέλματος του πατέρα) μας συντρόφευε Μοσχολιού, Πουλόπουλος, Ξυλούρης, Βοσκόπουλος, Παπαδοπούλου,…..ΕΡΑ, Λαϊκά, Ρεμπέτικα, Κρητικά, Νησιώτικα, Δημοτικά, ερασιτεχνικές μαγνητοφωνήσεις (bootleg) με το κλαρίνο του Κάρμα από Σεβεδίκο Φωκίδας και πολύ ραδιόφωνο.
Αργότερα βέβαια με την επανάσταση (την εφηβική) ήρθαν και τα ροκ (με τα παρακλάδια του) και πολλά άλλα που δεν είναι του παρόντος.
Μουσική διαπαιδαγώγηση (νο3) τα πανηγύρια και οι οικογενειακές γιορτές. Βλέπεις τότε δεν υπήρχαν τα social media να στα δώσουν όλα στο πιάτο.
Από ένα δίσκο διάρκειας μόλις 3 λεπτών και κάτι…..είναι απίστευτη η ευκολία, με την οποία, η μουσική σε ταξιδεύει στο χωροχρόνο….! 
 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ)
 




Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

74. COLUMBIA SCDG 2911 ΝΑΚΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ 1961 (Ηχογράφηση 1935)

Νάκος Γιώργος- Καρακώστας Νίκος COLUMBIA SCDG 2911 Ο Μωρηάς (Κλέφτικο) - Η Χάϊδω (Τσάμικο) 1961(Ηχογράφηση 1935)- 45rpm- 7''

Γιώργος Νάκος, από τους αυθεντικότερους ερμηνευτές δημοτικών τραγουδιών και ηθοποιός του μουσικού Θεάτρου. Γεννήθηκε το 1908 στο Βουνέσι (σήμερα Μορφοβούνι Καρδίτσας) και έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια διότι ο πατέρας του Μιχάλης πέθανε το 1913. Η χήρα Νάκου με τα δυο παιδιά της, το Γιώργο και το Χρήστο, εγκαταστάθηκε στο πατρικό της, στα Φάρσαλα. Από μικρός αναγκάστηκε να δουλέψει, παραμελώντας το σχολείο. Δούλεψε ως καροποιός μέχρι το 1926, οπότε πήγε στην Αθήνα και δούλεψε σε ταβέρνα ως βοηθός.
Το 1927 παρουσιάστηκε στο Στρατό και υπηρέτησε ως προστάτης οικογενείας για οκτώ μήνες, ενώ μετά κατατάχθηκε στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στην Αγορανομία Αθηνών. Παντρεύτηκε και απόκτησε δύο παιδιά, το Μιχάλη (1935) και τον Σόλωνα (1937) το παιδί σκοτώθηκε από ατύχημα στα χρόνια της Κατοχής. Τραγουδούσε ερασιτεχνικά στις ταβέρνες και σιγά – σιγά έγινε γνωστός. Σαν γλεντζές που ήταν έκανε ζωή άρχοντα - ρεμπέτη και όχι αστυνομικού, τραγουδώντας κρυφά από την υπηρεσία του.
Το 1935 κυκλοφορεί από την Colu
mbia το κλέφτικο «Μωρηάς», αναγνωρίζεται η μεγάλη αξία του και καθιερώνεται. Από τα μαγαζιά της Αθήνας δέχεται πολλές προτάσεις και διαπρέπει ως τραγουδιστής δημοτικών και αμανέδων. Μεταξύ των άλλων εργάστηκε στην περίφημη ταβέρνα του Πίκινου όπου τραγουδούσε και ρεμπέτικα, χωρίς ωστόσο ποτέ να ηχογραφήσει. Συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς τραγουδιστές, όπως είναι η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Κώστας Ρούκουνας, η Μαρίκα Πολίτισσα, ο Στέλιος Κηρομύτης, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ο Στ. Καζαντζίδης και άλλους μεγάλους της εποχής. H ζωή του Νάκου αλλάζει με αφορμή ένα τυχαίο περιστατικό, το 1937 οπότε παραιτείται από την Αστυνομία για να ασχοληθεί με το μουσικό θέατρο.  
Σε μια ταβέρνα ο Νάκος τελών σε κατάσταση ευθυμίας, μιμούνταν γνωστό μπεκρή της αθηναϊκής αγοράς. Εκεί έτυχε να τρώει ο γνωστός θιασάρχης Μακέδος, ο οποίος ευρισκόμενος σε αδιέξοδο (διότι είχε τσακωθεί με τον Ορέστη Μακρή που έπαιζε το ρόλο του μεθύστακα) πρότεινε στο Νάκο να αναλάβει το ρόλο. Έτσι, ο Νάκος βρέθηκε να κάνει στο θέατρο τον μπεκρή, ενώ παράλληλα τραγουδούσε δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια, για πολλά χρόνια και με διάφορους θιάσους στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη στην οποία πέρασε αρκετό καιρό. Το 1941 μέσω της Πόλης περνά στη Συρία και από εκεί στην Αλεξάνδρεια, όπου κατατάσσεται στο ψυχαγωγικό τμήμα του Στρατού, όπου ήταν η  Σοφία Βέμπο, με την οποία συνεργάστηκε για πολλά χρόνια αργότερα. Ως ηθοποιός συναγωνίζεται με επιτυχία τον Μακρή στο ρόλο μπεκρή, αλλού κάνει το βλάχο, ενώ ως τραγουδιστής είναι μοναδικός.
Από το 1951 μέχρι και το 1977 συνεργάστηκε με μεγάλους θιάσους και ηθοποιούς, όπως είναι η Μαρίκα Νέζερ, ο Φωτόπουλος, ο Αυλωνίτης, ο Λάσκος, η Ζωζώ Σαπουτζάκη, ο Α. Μπάρκουλης, ο Γ. Μιχαλόπουλος, κ.ά.. Το 1976 εμφανίστηκε στην τηλεοπτική σειρά «το παλιό το κατοστάρι» ενώ ένα χρόνο αργότερα (1977) με το θίασο του Κ. Βουτσά, οπότε και αποσύρθηκε οριστικά. Ταξίδεψε με θιάσους ταξίδεψε εντός και εκτός Ελλάδος, όπως Κωνσταντινούπολη, Καναδά, Αμερική, Κύπρο, κλπ. Κοινωνικός τύπος όντας, γνώρισε πολλούς ανθρώπους και όχι μόνο από τον στενό καλλιτεχνικό χώρο, όπως φαίνεται από φωτογραφίες με τον Ωνάση, ή την Γκρέτα Γκάρμπο (!).
Ο Νάκος είχε σπάνια φωνή, ωστόσο η μεταπήδηση στο Θέατρο, στέρησε το Δημοτικό τραγούδι από την απαράμιλλη ερμηνεία του. Η δισκογραφική του παραγωγή περιορίζεται σε κατά τι λιγότερο από 30 τραγούδια από αυτά δύο είναι σχετικά με το ρόλο του μπεκρή. Τα δημοτικά συμπεριλήφθηκαν σε ειδικές εκδόσεις (επιλογές) αυθεντικών ερμηνευτών και κυκλοφόρησαν σε Ελλάδα, Ευρώπη και Αμερική. Έζησε ως πραγματικός ρεμπέτης, χαρίζοντας απλόχερα το ταλέντο του και τη ζωή του. Πέθανε στην Αθήνα στις 6 Ιανουαρίου 1981, ξεχασμένος από όλους. Η μόνη αναφορά στην προσωπικότητα και το έργο του έγινε σε ραδιοφωνική εκπομπή του Γ. Παπαδάκη όπου μίλησε ο ανιψιός του Δημήτρης Κατοίκος.
Λίγα χρόνια μετά στο περιοδικό «Γνώση και  Γνώμη της Καρδίτσας» τομ. 5/1986, δημοσιεύτηκε εργασία του Κλεομένη Καλυβιώτη. Πρώτη φορά εκδήλωση για το Νάκο έγινε στη γενέτειρά του, το Μορφοβούνι Καρδίτσας, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του πραγματοποιήθηκε ειδική εκδήλωση τιμής και μνήμης για το Γιώργο Νάκο, την οποία οργάνωσε η Εταιρεία Σύγχρονης Πολιτιστικής Ανάπτυξης στις 10/8/2008.
Φιλμογραφία: Οι παπατζήδες (1954), Θανασάκης ο πολιτευόμενος (1954), Ο αδελφός μου ο τροχονόμος (1963), Ο κατήφορος μιας ορφανής (1963), Κόσμος και κοσμάκης (1964), Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης (1963), Σε ποιον να πω τον πόνο μου (1964), Αυτοί που μίλησαν με το θάνατο (1970).
 
 
Για τον Νίκο Καρακώστα έχω αναφερθεί στην ανάρτηση 38 και νομίζω δεν χρειάζονται συστάσεις για το παίξιμο του.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 






 

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

73. PANIVAR PA-229 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1970

 Κουμιώτης Γιώργος (Καμαράτος) PANIVAR PA-229 Ο χωρισμός (Ψηλές κορφές και ρεματιές) - Καινούργια αποστολή  1970- 45rpm- 7''

Βιογραφικά στοιχεία και πληροφορίες για τον Γιώργο Κουμιώτη θα βρείτε στην ανάρτηση 47(ή εδώ). Εκτέλεση Γιώργος Κουμιώτης συνοδεία Κρητικής ορχήστρας. Πιθανότατα να είναι και η ορχήστρα η ίδια (με της 47ης ανάρτησης), καθώς χρονολογικά είναι κοντά.

 

(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο….(εδώ)



 




Κυριακή 23 Μαΐου 2021

72. HIS MASTER'S VOICE A.O. 5238 ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1955

 Κουτσουρέλης Γιώργος- Τζιμάκης Γιώργος (Τσαγκαράκης-Τζαγκαράκης)- Μουντάκης Κώτσας (Μουντόκωστας) HIS MASTER'S VOICE A.O. 5238 Συρτός της θάλασσας - Συρτός νέος Καστελλιανός 1955- 78rpm- 10''

Αγαπημένος Γιώργης Κουτσουρέλης στο λαούτο (σύνθεση και στίχους) σε αυτή τη πλάκα γραμμοφώνου. Βιογραφικά στοιχεία σε παλιότερες αναρτήσεις (2, 41). Στο ¨Συρτό της θάλασσας¨ με τον Τζιμάκη Γιώργο για τον οποίο βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε παρακάτω.
Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρείς αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του. Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ’ αυτή την ηλικία, «με κοντά παντελονάκια» όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδέυσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Κάποια στιγμή θα λάβει μέρος και σε ηχογράφηση 78′ στροφών του Καλογερίδη παίζοντας Κιθάρα. Ταυτόχρονα θα καταπιαστεί και με την λύρα και δεν θα αργήσει να γίνει ένας από τους πιο γνωστούς και καταξιωμένους λυράρηδες της εποχής του. Στα τέλη της δεκαετίας του 30′ θα γνωριστεί και θα συνεργαστεί με τους πιο σημαντικούς εκπρόσωπους της Κρητικής μουσικής εκείνης της περιόδου.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπτης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.
 
Στο ¨Νέο συρτό Καστελλιανό¨ έχουμε Κουτσουρέλη Γιώργο στο λαούτο και την τρίτη εμφάνιση στη δισκογραφία του Κώστα Μουντάκη στη λύρα και το τραγούδι.
Ο Μουντόκωστας είχε ξεκινήσει δισκογραφικά, με τον αδερφό του Γιώργου, Στέλιο Κουτσουρέλη στην His Master Voice. Στη δεύτερη εμφάνιση του στη δισκογραφία τον συναντάμε στην Columbia και στην τρίτη (σημερινή ανάρτηση) πάλι στην His Master Voice. Παρακάτω ακολουθεί απόσπασμα από το πρόσφατο βιβλίο του Μάνου Μουντάκη (γιος του Κώστα Μουντάκη) ¨Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη¨ το οποίο μας δίνει φοβερά βιογραφικά στοιχεία για την ζωή του μεγάλου λυράρη και τις δυσκολίες της εποχής.
«Ο Στέλιος Κουτσουρέλης αναγνωρίζοντας το ταλέντο του Μουντάκη και τον ιδιαίτερο ήχο του παιξίματος του, τον καλεί για να παίξει λύρα στον επόμενο του δίσκο -78 στροφών- στο τραγούδι με τίτλο ¨Συρτός εννιαχωριανός¨, στις 24 Οκτωβρίου 1953. Μεγάλη επιτυχία, αλλά και πρώτη συμμετοχή του Μουντόκωστα στην κρητική δισκογραφία (αργότερα θα αναρτήσω και τον εν λόγο δίσκο)».
Αυτός ο ιδιαίτερος ήχος που βγαίνει από το (καθαρό) παίξιμο της λύρας του Μουντόκωστα μας έκανε να τον αγαπήσουμε. Σε κουβέντα που είχα, παλιότερα με φίλο που έπαιζε μπουζούκι επαγγελματικά, σε διαφωνία μας για το γρήγορο παίξιμο νέων που ήθελαν να μοιάσουν στον Χιώτη, μου είχε πει ότι ο καλός οργανοπαίχτης (καθαρός και τίμιος) ακούγεται στο αργό παίξιμο. Εκεί που καταλαβαίνεις κάθε πάτημα της νότας. Ψιλά γράμματα για μένα, γιατί από μουσική παιδεία έχω μεσάνυχτα. Το θέμα είναι όμως, ότι με τον Μουντάκη, αυτή την καθαρότητα στο παίξιμο την ακούς τόσο σε αργούς όσο και σε γρήγορους σκοπούς (όπως ακριβώς και στον Χιώτη).

(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα-ζευγάρι που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 





Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

71. MINOS 5285 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1971

Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) MINOS 5285 Δώρο Χριστουγεννιάτικο - Μοίρα μου ανε σου χρωστώ 1971- 45rpm- 7''

Ο Νίκος Μανιάς γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1931. Από πολυμελή αγροτική οικογένεια, στερνοπαίδι του Γιώργη και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, ο Νίκος Μανιάς έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέρφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Η σχολική μόρφωσή του σταμάτησε στην ηλικία των 8 ετών, με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συνέβη και σε πολλούς συνομηλίκους του. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής τα πέρασε στον κάμπο του χωριού του, συνδράμοντας με τη βοσκική το βιοπορισμό του σπιτιού του, όταν δεν υποχρεούταν από τους κατακτητές σε καταναγκαστική εργασία, «προνόμιο» των νεώτερων μελών των ντόπιων οικογενειών. Το κλίμα της περιόδου εκείνης βαρύ και μουντό, όμως ο κόσμος ζεστός και πρόθυμος, οι διαπροσωπικές σχέσεις ουσιαστικές κι άμεσες, απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων να αισθάνονται ασφαλείς, προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν. «Με μεγαλώσανε πολλές μανάδες» έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Νίκος Μανιάς αναφερόμενος στην αλληλεγγύη των γυναικών του χωριού στην ανατροφή των παιδιών. Ανεξίτηλες ήταν πάντοτε μνήμες από γειτονιές λιτές και φτωχικές, αλλά πλούσιες σε χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που λες και ανυπομονούσαν μετά τον κάματο της μέρας να έρθει η ώρα της βεγγέρας. Μικρές, αλλά πολύβουες παρέες γύρω από τις παρασιές το χειμώνα, στα στενά ή στις αυλές το καλοκαίρι, για να αποσπερίσουν και να τραγουδήσουν τους καημούς και τις πίκρες τους, πολύ συχνά με την συνοδεία μαντολίνου, ξεφεύγοντας από τα προβλήματα της σκληρής καθημερινότητας.
Το μαντολίνο, το οποίο κυριαρχούσε στα περίχωρα του Ρεθύμνου πριν ο Σταύρος Ψυλλάκης ή Ψύλλος πρωτοεμφανίσει το λαούτο στην περιοχή στα πρόθυρα της Κατοχής, ήταν τόσο η συντροφιά όσο και το μέσο έκφρασης του πατέρα του μικρού Μανιά, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να διασκεδάζει με αυτό φίλους και συγχωριανούς. Ο ήχος εκείνου του μαντολίνου και οι μαντινάδες της εποχής στις βεγγέρες υπήρξαν τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Νίκου Μανιά, ήδη από το περιβάλλον του σπιτιού του. Ακούσματα που στην πορεία διευρύνθηκαν, στα γλέντια και πανηγύρια του χωριού, όπου συμμετείχαν τοπικοί καλλιτέχνες, δεξιοτέχνες της εποχής, όπως ο περίφημος Ψύλλος. Η λαχτάρα του για ενεργή συμμετοχή σε μουσικές παρέες και η καληκέλαδη φωνή του έγιναν γρήγορα αντιληπτές από συγγενείς και συγχωριανούς. Ο αδερφός του πατέρα του, μετανάστης στην Αμερική, σε ένα ταξίδι του στη Κρήτη μετά το τέλος του πολέμου, του δώρισε μια λύρα, το δημοφιλέστερο όργανο στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου. «Η λύρα δεν ταίριαζε στα χέρια μου» ήταν αυτό που σύντομα ανακάλυψε και ζήτησε από τον μεγάλο αδερφό του Γιάννη να του πάρει ένα λαούτο. Εκείνος, μολονότι δεν συμφωνούσε ιδιαίτερα με την επιλογή του μικρού του αδερφού, του αγόρασε τελικά ένα λαούτο από τον γνωστό οργανοποιό Μ.Φραγκιαδάκη στα Χανιά, λαούτο που σώζεται ακόμα και που δεν άργησε, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, να αποδώσει καρπούς στα χέρια του 16χρονου τότε Νίκου Μανιά. Αυτό ήταν και το μουσικό όργανο που θα υπηρετούσε για τα επόμενα 60 χρόνια, με την πρώτη του ζωντανή εμφάνιση να πραγματοποιείται σε γάμο στο χωριό του το 1947 με λυράρη τον Κυριάκο Μαυράκη από τη Φυλακή Αποκορώνου.
Επόμενη καθοριστική ώθηση στην καριέρα του, καθώς ασχολούνταν πλέον επαγγελματικά με την μουσική, συνιστά η γνωριμία με τον Κώστα Μουντάκη σε πανηγύρι στον Κουρνά Αποκορώνου το 1953. «Θα έρθεις στο Ρέθυμνο να κάνουμε πρόβες για να γράψουμε δίσκο» του είπε ο Μουντάκης μετά το τέλος του πανηγυριού, έχοντας αμέσως διαπιστώσει τις ικανότητες του. Την ίδια χρονιά ολοκληρώνεται και η πρώτη δισκογραφική δουλειά με τον Μουντάκη με τίτλο: «Σαν το ζητιάνο έρχομαι», σε δίσκο 78’ στροφών. Αυτός ο δίσκος ήταν το εφαλτήριο μιας 26χρονης συνεργασίας που απέδωσε σπουδαίους σκοπούς και τραγούδια, μια νέα παρακαταθήκη που, λειτουργώντας ως σύνδεσμος με μνήμες από τη μουσική παράδοση του νησιού, έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης κρητικής μουσικής. Σύνδεσμος με θρυλικούς μουσικούς, ήδη προ του 1900, όπως οι Ρεθεμνιώτες γέρο-Πίσκοπος (Νικόλαος Πισκοπάκης) και Νικήστρατος (Νικήστρατος Αλεξανδράκης) και ο Χανιώτης Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός κι αργότερα με ένα ολόκληρο πλήθος που συνθέτει το μωσαϊκό στο οποίο ανήκουν και οι λεγόμενοι «Πρωτομάστορες» της κρητικής μουσικής, εκείνοι δηλαδή που είχαν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν τραγούδια και σκοπούς από το 1920 έως περίπου το 1955. Μεταξύ αυτών, οι Ρεθεμνιώτες λυράρηδες Ροδινός, Καραβίτης, Λαγουδάκης ή Λαγός, Καλογρίδης, Καρεκλάς, Πασπαράκης ή Στραβός, Παπαδογιάννης, Καντέρης ή Καντερογιώργης αλλά και ο αποκορωνιώτης Πιπεράκης ή Χαρίλαος, οι λαουτιέρηδες  Ψυλλάκης ή Ψύλλος, Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης και Κουρκουλός από το Ρέθυμνο, Μαυροδημητράκης και Κουτσουρέλης από την Κίσσαμο, ο Ρεθεμνιώτης Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης στο μπουλγαρί, οι βιολάτορες Χάρχαλης, Μαρινάκης ή Μαριανός, Σαριδάκης ή Μαύρος, Παπαδάκης ή Ναύτης από την Κίσσαμο, Δερμιτζάκης ή Δερμιτζογιάννης και Καλογερίδης από τη Σητεία. Οι λυράρηδες Θανάσης Σκορδαλός και ο Κωστής Μουντάκης αποτελούν τη γέφυρα των Πρωτομαστόρων με τις επόμενες γενιές της κρητικής μουσικής δισκογραφίας.
Πολύ αργότερα, αφού ο σπουδαίος συνεργάτης του είχε φύγει από τη ζωή, ο Νίκος Μανιάς θα δηλώσει από καρδιάς σε συνέντευξή του: «Ο Μουντάκης ήταν άρτιος καλλιτέχνης, γεννημένος γι’ αυτό. Ήταν λόγιος της κρητικής μουσικής με αρετές στην σύνθεση, το παίξιμο και το τραγούδι μοναδικές. Ήταν μεγάλη απώλεια ο χαμός του». Το 1958, Κώστας Μουντάκης και Νίκος Μανιάς ξεκίνησαν πολύμηνη περιοδεία στην Αμερική, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Είχαν έτσι την τύχη να γίνουν αποδέκτες της λαχτάρας των απόδημων Κρητών για την μουσική του τόπου τους, αλλά και να βιώσουν την απαράμιλλη φιλοξενία τους και τον μοναδικό, γνήσιο και αυθεντικό τρόπο διασκέδασής τους. «Έχω μείνει σε σπίτι κουμπάρου μου πάνω από δύο μήνες…. Και μάλιστα του κουβαλούσα και παρέα. Κάναμε μερόνυχτα να κοιμηθούμε…. Από χοροεσπερίδα σε χοροεσπερίδα και από σπίτι σε σπίτι…. Ανεξίτηλες αναμνήσεις όπου κι αν ταξίδεψα», αναπολεί ο Επισκοπιανός καλλιτέχνης. Ακολούθησαν την δεκαετία του ΄60 άλλα τρία ταξίδια στην Αμερική με το Μουντάκη, με την ίδια πάντα επιτυχία. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Νίκος Μανιάς είχε εμφανιστεί σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης μαζί, μεταξύ άλλων, με το Νίκο Σωπασή, το Λεωνίδα Κλάδο, το Νίκο Ξυλούρη, τον Βασίλη Σκουλά, διασκεδάζοντας με την φωνή και το λαούτο του τους απανταχού Κρητικούς και όχι μόνο, αφού το ρεπερτόριο της εποχής επέβαλε και τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά» μοτίβα (πχ βαλς, τάνγκο), με τα οποία μπορούσε να διασκεδάσει το σύνολο της ελληνικής Διασποράς. Είχε επισκεφτεί την Αμερική, τον Καναδά, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστρία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστραλία, την Κίνα κ.α., δημιουργώντας τον δικό του κύκλο ένθερμων και αφοσιωμένων θαυμαστών. Σε ορισμένα ταξίδια συνόδεψε τον «Όμιλο Βρακοφόρων Κρήτης» σε διεθνή μουσικοχορευτικά φεστιβάλ, κατακτώντας συχνά την πρώτη θέση, ενώ δεν ξέχασε ποτέ το ταξίδι του στην Χαβάη όπου και του ζητήθηκε να διδάξει την τέχνη του λαούτου, τις λίγες μέρες της παραμονής του, στα εκεί ελληνόπουλα.
Ο Νικός Μανιάς, εκτός της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Κώστα Μουντάκη, αποτέλεσε μοναδικό δίδυμο, ιδίως σε ζωντανές εμφανίσεις, με τον επίσης μεγάλο λυράρη Θανάση Σκορδαλό (διάσημο για την τεχνική του, τη ρυθμικότητα και την απόλυτη απλότητα στην έκφρασή του) με σημαντικές στιγμές και δισκογραφικά («περνάς και δεν με χαιρετάς», «πότε θα κάμει ξαστεριά», «πέρδικα όμορφο πουλί» κ.α.). Συνυπήρξε δε μουσικά με όλους τους μουσικούς της γενιάς του, αλλά και αργότερα με νεότερους καλλιτέχνες, δίνοντας τους απλόχερα την ευκαιρία να αναδείξουν το ταλέντο τους. Ενδεικτικά σημειώνονται οι συνεργασίες του με τους καταξιωμένους λυράρηδες Λεωνίδα Κλάδο, Νίκο Ξυλούρη, Σπύρο Σηφογιωργάκη, Γιώργη Καλομοίρη, Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, Γιώργη Καλογρίδη, με τον σύντεκνό του Νίκο Σωπασή, με τον Βασίλη Σκουλά, με τον Βαγγέλη Ζαχαριουδάκη αλλά και με τους νεότερους Γιώργο Χαλκιαδάκη, Μανώλη Αλεξάκη, Στέλιο Μπικάκη, Κώστα Βερδινάκη. Συνεργάστηκε και με γνωστούς λαουτιέρηδες, όπως τους Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, τον συγχωριανό και κουμπάρο του Μανώλη Κακλή, αλλά και με τους νεότερους Μιχάλη Τσουγανάκη, Στέλιο Σταματογιαννάκη, Γιώργο Μανωλιούδη, Μανόλη Βερδινάκη, Μανόλη Κονταρό και πολλούς άλλους. «Όσο κι αν διαφωνώ με τις επιλογές των νεότερων καταλαβαίνω ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες αλλά και ο τρόπος διασκέδασης. Τα γλέντια έχουν αλλάξει….. παλιά οι γάμοι είχαν 150-200 άτομα, ενώ σήμερα έχουν 1000-2000. Τότε ο κόσμος γλεντούσε διαφορετικά. Τραγουδούσαμε χωρίς μικρόφωνα, ένα λαούτο και μία λύρα, και νομίζω ακουγόμασταν καλύτερα» είχε αναφέρει με νοσταλγία, δίνοντας το στίγμα της παράδοσης που εκπροσωπούσε. Μιας παράδοσης με αυθεντική λεβεντιά και αγνούς μερακλήδες της οποίας υπήρξε γνήσιος εκφραστής.
Έχει χαρακτηριστεί «αηδόνι της Κρήτης» και «άρχοντας της κρητικής μουσικής», τίτλοι που δικαιωματικά κέρδισε με το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, το σεβασμό απέναντι στο κοινό και τους συναδέλφους του, το πάθος του για το λαούτο, τη φυσική γοητεία του, αλλά και με το μοναδικό ηχόχρωμα και την εκφραστικότητα της φωνής του. Υπήρξε ίσως ο μόνος που μπορούσε να ερμηνεύσει τόσο άρτια μουσικολογικά τα γνωστά ταμπαχανιώτικα ή αμανέδες, αλλιώς τα αστικά ή χωραΐτικα κρητικά τραγούδια. Σταθμός για την ιστορία της κρητικής μουσικής παραμένει η δισκογραφική δουλειά που τιτλοφορείται «Κρητική Λεβεντιά» (1974) και σηματοδότησε την έναρξη της δισκογραφικής συνεργασίας του με το σπουδαίο δημιουργό Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη από το Σπήλι Ρεθύμνου, συνεργασία που απέδωσε διαχρονικές επιτυχίες αστικής μουσικής με την ερμηνεία του Νίκου Μανιά, είτε διασκευές παραδοσιακών ταμπαχανιώτικων (πχ «αμέτε με εις την εκκλησιά») ή πρωτότυπες δημιουργίες σε αυτό το ύφος (πχ «πες μου και γιάντα»). Παράλληλα, το «αηδόνι της Κρήτης» θεωρείται από τους πλέον δοκιμασμένους και έμπειρους καλλιτέχνες στην απόδοση των ριζίτικων τραγουδιών με δύναμη, χάρη και ακρίβεια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Μανιάς πραγματοποιούσε μόνον επιλεκτικές δημόσιες καλλιτεχνικές εμφανίσεις, απολαμβάνοντας στον αγαπημένο του «κάμπο της Επισκοπής» τη συντροφιά της συζύγου του Δήμητρας, των παιδιών και εγγονιών του, αλλά και των πολύτιμων φίλων που απέκτησε σε μια δημιουργική επαγγελματική πορεία. Αποτελούσε έναν σημαντικό φορέα πολιτισμού, ενώνοντας το παλιό με το νέο, και παραμένοντας πάντα πιστός στους ήχους εκείνου του γάμου του ΄47 στο χωριό του. Τότε που του δόθηκε πρώτη φορά η δυνατότητα να ζωγραφίσει με νότες αυτό που αισθανόταν και που σηματοδότησε την αρχή ενός συναρπαστικού ταξιδιού ζωής. Το ταξίδι ζωής αυτό διακόπηκε στις 25 Μαΐου 2012. Φεύγοντας στην ηλικία των 81 ετών, ο «αρχοντας της κρητικής μουσικής» έκλεισε τον κύκλο της ζωής του ευτυχισμένος.
Τόσο για τον Μανιά όσο και για τον Μαρκοβαγγέλη έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις (4, 9, 10, 19, 32, 68). Στον Μανιά χρωστούσα βιογραφικά στοιχεία στο blog και όχι ενσωματωμένα στις πληροφορίες.
Μετά από παρότρυνση αρκετών φίλων του blog, ξεκινάω το σκανάρισμα των ετικετών (δεν συγκρίνετε βέβαια με την δουλειά που κάνει ο Ιδομενέας), αλλά θα κρατήσω τα κύματα (αν και όχι Ρεθεμνιανά) για background. (Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).  
Πληροφορίες θα βρείτε στις προηγούμενες αναρτήσεις. Φωτογραφίες και το ηχητικό…(εδώ)