Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

305. ODEON GA 1642 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΕΣΚΕΝΑΖΗ ΡΟΖΙΤΑ- ΔΡΑΓΑΤΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1933

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι)- Εσκενάζη (Εσκενάζυ- Εσκινάζι- Σκινάζι- Τουρκατζού- Ζαρντινίδη) Ροζίτα (Ρόζα- Σάρα- Ροζαλία)- Δραγάτσης Γιάννης (Ογδοντάκης- Ογδόντας) ODEON GA 1642 Οι γαμπίτσες - Καμωματού 1933- 78rpm- 10''

 

Στο σημερινό δίσκο ο Κώστας Ρούκουνας με τις ¨Γαμπίτσες¨  στην μια πλευρά και στην άλλη πλευρά της πλάκας, η Ρόζα Εσκενάζυ με την ¨Καμωματού¨ ηχογραφημένα το 1933.  Στιχουργός και συνθέτης ο Γιάννης Δραγάτσης (Ογδοντάκης) που το 1933 τα ηχογραφεί και τα δύο και με την Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα). Εξαιρετικές και οι τέσσερις εκτελέσεις. Παρακάτω σύντομα βιογραφικά του Ρούκουνα και της Εσκενάζυ. Περισσότερα για Δραγάτση- Ρούκουνα- Εσκενάζυ σε παλαιότερες αναρτήσεις. 

Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός.

Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.

Η γαμπίτσα σου με σφάζει, την καρδιά μου την σπαράζει

και οι μπουκλίτσες στα μαλλιά σου μ’ έφεραν στη γειτονιά σου.

Μέσα στα στενά σοκάκια, κάνεις σκέρτσα και ναζάκια

κι όποιον δεις, τον εσκλαβώνεις, με τα μάτια τον σκοτώνεις.
Για τα δυο σου τα ματάκια, έχω πάρει τα σοκάκια,

που τρελαίνουν και μαγεύουν κι όλο τον ντουνιά μαραίνουν.

Ξεμυαλίστηκα, ο καημένος, γιατί είμαι μαγεμένος

και θα είμαι πια δικός σου, σκλάβος σου παντοτινός σου.

Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.

Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.

Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών. 

Η Ρόζα Εσκενάζυ, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία), γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883 – 1905 (έκρυβε σε όλη τη ζωή της την πραγματική ηλικία της) και πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη Περιστερίου στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.

Το ακριβές έτος γεννήσεώς της είναι ασαφές. Ο Π. Κουνάδης, χρονολογώντας βάσει διηγήσεων του γιού του Μήτσου Σέμση, το τοποθετεί μεταξύ 1883 και 1887. Από την άλλη, τα επίσημα έγραφα (που συνετάχθησαν μετά την άφιξή της στην Ελλάδα) αναφέρουν 1905. Υπάρχει δηλαδή τεράστιο χάσμα!

Εντός της πρώτης δεκαετίας της ζωής της Ρόζας Εσκενάζυ, η οικογένεια της μετακομίζει στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί θα βρεθεί στον Πειραιά όπου θα ξεκινήσει αρχικά ως χορεύτρια γύρω στο 1910. Ωστόσο, γρήγορα θα ασχοληθεί με το τραγούδι όπου αρχικά ερμηνεύει τόσο ελληνικά όσο και τούρκικα και αρμένικα τραγούδια.

Το 1913 ερωτεύτηκε και κλέφτηκε με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Γιάννη (Γιάγκο) Ζαρντινίδη, γόνο πλούσιας οικογένειας από την Καππαδοκία. Δεν είναι γνωστό εάν παντρεύτηκαν αφού η Ρόζα διατήρησε το οικογενειακό της θρήσκευμα. Απέκτησαν ένα γιο τον Παράσχο. Ο άντρας της πέθανε από καταχρήσεις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο γιος πήγε σε ορφανοτροφείο κι ανέλαβε να τον μεγαλώσει η οικογένεια του πατέρα του. Ως αξιωματικός της Αεροπορίας επανασυνδέθηκαν το 1935. Λέγεται ότι το 1930 απέκτησε και μια κόρη που κι αυτή κατέληξε σε ορφανοτροφείο. Έκανε στις ΗΠΑ κι ένα «λευκό» γάμο για να μπορέσει να πάρει άδεια παραμονής για να τραγουδά σε ελληνικά κέντρα.

Την δεύτερη φορά ερωτεύτηκε, ένα επίσης νεαρό άντρα, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, αξιωματικό της Χωροφυλακής και τριάντα χρόνια νεότερό της. 

Τα τέλη πλέον της δεκαετίας του 1920 έχουν φτάσει και η Ρόζα κάνει τις πρώτες της ηχογραφήσεις με τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα. Σύντομα η φωνή της γίνεται αναγνωρίσιμη και μέσα στη δεκαετία του 1930 φωνογραφεί πληθώρα σμυρναίικων, ρεμπέτικων και δημοτικών τραγουδιών (περίπου 500 στον αριθμό) αποτέλεσμα της συνεργασίας της με κορυφαίους συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης (Σκαρβέλης, Περιστέρης, Τούντας, Τζόβενος, Παπάζογλου και άλλοι). Ειρωνεία της τύχης, το ρεμπέτικο του τεκέ, που τόσο πιστά υπηρέτησε, έμελλε να σβήσει αφορμή ενός δικού της τραγουδιού. Το «Πρέζα όταν πιείς» αποτέλεσε την τέλεια αφορμή για την επιβολή μιας ήδη προδιαγεγραμμένης λογοκρισίας και απαγόρευσης απ’ το Μεταξικό καθεστώς. Έτσι σφραγίστηκε η πρώτη περίοδος του ρεμπέτικου τραγουδιού, η λεγόμενη και προπολεμική.

Δεκαετία του ’40 και πριν τα κανόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου ηχήσουν, η Ρόζα πραγματοποιεί καλλιτεχνική περιοδεία στα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Μέση Ανατολή ενώ μετά τη λήξη του πολέμου περιόδευσε και στις Η.Π.Α, όπου το ελληνικό στοιχείο ανθούσε. Τη δεκαετία του 1970, με το μεταγενέστερο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για το ρεμπέτικο, η Ρόζα έρχεται και πάλι στην επιφάνεια παραμένοντας ενεργή ως το τέλος. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Η ερμηνεία, το ύφος και η τεχνική της αποτελούν ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς όλων των τραγουδιστριών που ασχολούνται με το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η Ρόζα Εσκενάζυ πρέπει να κατέχει το ρεκόρ εμφανίσεων στο εξωτερικό. Έκανε περισσότερες από 500 περιοδείες εκτός Ελλάδας! Τραγούδησε παντού. Στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στις ΗΠΑ, στην Αλβανία, στη Γιουγκοσλαβία. Το ρεπερτόριό της απέραντο όπως και οι δυνατότητες της φωνής της. Μπορούσε να ερμηνεύσει με άνεση στα τούρκικα, αλλά και στα ελληνικά, ακόμα και στα εβραϊκά. Ειδικά στις ΗΠΑ δεν υπήρχε βαλκανική παροικία που δεν έτρεξε να τη θαυμάσει.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

LP7. THE JAIL'S A FINE SCHOOL- A. KOSTIS - OLV-001/MRP-097 2020

Μπέζος Κώστας (Α.Κωστής- Κ.Κωστής) THE JAIL'S A FINE SCHOOL- A. KOSTIS - OLV-001/MRP-097  2020- 33rpm- 10''

 «Επιτέλους, ύστερα από 85 χρόνια, ...έπεσε η «μάσκα» Α. Κωστής, πίσω από την οποία κρυβόταν ο μεγαλειώδης -πολυτάλαντος και πολυπράγμων- Κώστας Μπέζος. Το τράβηγμα της «μάσκας» δεν το έκανε το Υπουργείο -λέμε τώρα...- Πολιτισμού ή κάποιος δημόσια επιχορηγούμενος φορέας, αλλά δύο ξένοι οι οποίοι «ερωτεύθηκαν» τον Κώστα Μπέζο ως συνολικό καλλιτέχνη. Μάλιστα δε με δικά τους έξοδα κυκλοφόρησαν σε δίσκο LP τα υπέροχα δώδεκα -ρεμπέτικου ύφους- τραγούδια του. Μαζί κι ένα εξαίρετο και πλήρες ένθετο. Οι δύο αυτοί «ξένοι» είναι ο Άγγλος ψυχίατρος, μουσικός και ερευνητής Tony Klein (εδώ και χρόνια ζει στη Σουηδία) και ο Αμερικανός Gordon Ashworth. Σημαντικός συμπαραστάτης στην έρευνά τους ο νεαρός Δημήτρης Κούρτης, του οποίου ο ρόλος -θεωρώ- ότι δεν προβλήθηκε όσο του άρμοζε, γιατί χωρίς αυτόν, ...αντίο έκδοση!» Από το blog του Πάνου Σαββόπουλου τα παραπάνω πολύ ωραία.

«--Και μετά από μερικά χρόνια αυτό σε οδήγησε στα κομμάτια του Κωστή; :

--Tony Klein: Είχα ακούσει αυτά τα κομμάτια και για κάποιο λόγο μου άρεσαν και άρχισα να τα παίζω. Τότε όμως κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν και υπήρχαν κάτι περίεργες θεωρίες. Υπήρχε μια νεαρή γυναίκα που την έλεγαν Σοφία Μιχαλίτση που έκανε μια σειρά από προγράμματα πάνω στα ρεμπέτικα στο ραδιόφωνο την δεκαετία του ’70 και είχε αυτή την θεωρία ότι ο Κωστής ήταν ένας γέρος άντρας που γεννήθηκε το 1870. Δεν ξέρω από που βρήκε αυτή την πληροφορία, δεν την ρώτησα ποτέ. Πέρασε αρκετός καιρός και ήρθα σε επαφή με έναν Βρετανό που ζει στην Αθήνα και ονομάζεται Charles Howard και που είχε φτιάξει μερικές από τις καλύτερες επανακυκλοφορίες ρεμπέτικων σε CD που υπάρχουν. 

Αυτός μου έδωσε ένα άρθρο που γράφτηκε από τον Κουνάδη το 1996 που έκανε έρευνα στον Κωστή και μου είπε πώς βρήκαν αυτούς τους περίεργους δίσκους από το ’70 και κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν και ο Κουνάδης ρώταγε ένα σωρό κόσμο που μπορεί να ήξερε κάτι και κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την φωνή. Κανείς δεν είχε ιδέα.

Μιλούσε ταυτόχρονα σε κόσμο στην Ελλάδα και στην Αμερική και νόμιζε ότι ήταν αμερικάνικες ηχογραφήσεις στην αρχή επειδή είχαν κυκλοφορήσει κυρίως στην Αμερική στην Victor Records και προφανώς είχαν γίνει για εξαγωγή αν και τελικά αποδείχτηκε ότι είχαν γίνει στην Αθήνα.

Ήταν ένας Ολλανδός επίσης, ο Hugo Strötbaum που έψαχνε για παλιά αρχεία της Victor Records και το όνομα ‘Μπεζος’ έβγαινε αρκετές φορές σχετικά με τις ηχογραφήσεις του Κωστή, να ηχογραφεί χαβανέζικη μουσική, έτσι άρχισαν να σκέφτονται ότι ίσως υπήρχε μια σύνδεση. Αναγνώρισα την φωνή του όταν κατάφερα να ακούσω αρκετές από τις Χαβανέζικες ηχογραφήσεις του που ήταν περίπου 120 σε σύνολο. Αν και είναι τελείως διαφορετικό είδος μουσικής, έτσι δεν μπορείς να μαντέψεις ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι όμως σπουδαία μουσική.» Το παραπάνω απόσπασμα από την συνέντευξη του Tony Klein στην Lifo.

Τα πρώτα ακούσματα με τον Κώστα Μπέζο (Κωστή), ήρθαν μέσα από συλλογές ρεμπέτικων τραγουδιών του Χατζηδουλή, Φαληρέα, CBS (κέντρο έρευνας και μελέτης των ρεμπέτικων τραγουδιών) κ.α. Ως λάτρης του βινυλίου και από την στιγμή που βγήκε η συλλογή της Olvido/ Mississippi έψαχνα τρόπο να την αποκτήσω με το ελάχιστο κόστος, αφού ερχόταν με μεταφορικά από Αμερική συν το τελωνείο. Εδώ βοήθησε ο παιδικός μου φίλος Αντρέας, μόνιμος κάτοικος Αμερικής. Μετά το Πάσχα έρχομαι για ένα μήνα μου λέει. Θέλω κάτι δίσκους, αν σου είναι εύκολο. Δώσε διευθύνσεις δισκάδικων και θα πάω. Θα στα φέρουν σπίτι, πρόσεχε στη μεταφορά. Όλοι οι δίσκοι κυκλοφορίες της Olvido/ Mississippi.

Συνάντηση στο καφενείο του Κωσταντή για ματς και μπύρες/τσίπουρα. Άνοιξε τα πακέτα μου λέει, να δω τι κουβαλούσα. Όταν τα άνοιξα κατάλαβα ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά. Φωτογραφίες, βιογραφικό, γλωσσάρι, ανάλυση του κάθε τραγουδιού. Το μόνο που έμενε ήταν να ακούσω και το βινύλιο. Είμαι σίγουρος ότι αν θέλαμε να μιλήσουμε για επαγγελματισμό και αγάπη για αυτό που ¨κάνω¨, θα μιλάγαμε για αυτές τις δυο εταιρίες. Πρώτη επαφή με τις εταιρίες είχατε στο γραμμοφωνικό της Φραντζεσκοπούλου, που σας είχα το cd των εταιριών μέσα στο φάκελο.

Τα περισσότερα τραγούδια έχουν αντιγραφεί από τις μήτρες της Victor. Αυτό σημαίνει ‘ότι δεν υπάρχει ίχνος από θόρυβο! Για να καταλάβετε θα αναφερθώ ¨Στην υπόγα¨. Στους στίχους της συλλογής ¨Το Ρεμπέτικο Τραγούδι Νο4¨, γράφει ¨ρίχνει μούσμουλα (σφαίρες) στο ρούχο¨ (βλέπε εικόνα παρακάτω) που είναι λάθος γιατί ακούγεται με θόρυβο. Το σωστό είναι ¨ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο¨ . Τρεις διαφορετικές ερμηνείες.

Το προφανές το ρούχο που φοράει ο μάγκας (που είπαμε ότι είναι λάθος). Ρούφος αυτός που ρουφάει ναργιλέ η δεύτερη έννοια ή ρούφος το ¨μπολ¨ του ναργιλέ η τρίτη έννοια. Στο ρεμπέτικο φόρουμ υπάρχει άλλη μια που λέει ότι ρούφος είναι το ταβάνι από το roof το αγγλικό (υποθέτω). Αναφορά στο γλωσσάρι γίνεται και στο ¨Όπλες¨, μια φράση για να πάρει κουράγιο όπως μεταφράζεται η ερμηνεία. Τι ωραία που την είχε πει και ο Καραβίτης στην ανάρτηση 281.

Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω τη σπουδαία δουλειά που έχει κάνει και η εταιρεία «Η Ιστορία Της Ελληνικής Μουσικής» (στις 78 στροφές). Η παρούσα έκδοση, επιμέλειας των ερευνητών και συλλεκτών της δισκογραφίας γραμμοφώνου Σταύρου Κουρούση και Κωνσταντίνου Κοπανιτσάνου, συνιστά ένα μοναδικό εγχείρημα όσον αφορά τη συμβολή της κιθάρας στην ελληνική δισκογραφία γραμμοφώνου κατά τα έτη 1905-1949. Εδώ θα βρείτε και ακυκλοφόρητα τραγούδια του Κωστή. Όλα σε cd αλλά όπως και στο ¨Μίλιε μου Κρήτη απ΄τα παλιά¨ , δεν υπάρχει περίπτωση να τα βρεις σε γραμμοφώνου σε αυτή την κατάσταση. Η δισκογραφική Orpheum των παραπάνω, έχει συνεργαστεί και με τις Olvido/Mississippi.

Τέλος να ευχαριστήσω τον φίλο μου τον Αντρέα και τον Ιδομενέα τον ¨γραφίστα¨ από Ρέθυμνο για την βοήθεια τους. Επίσης στηρίξτε τις δισκογραφικές Olvido/ Mississippi και αγοράστε δίσκους του Κωστή, της Παπαγκίκα, της Φραντζεσκοπούλου, του Βαμβακάρη κ.α. από Έλληνες και φυσικά από ξένους άλλων χωρών (θα πάθετε με τους γκαραζιέρηδες Dead Moon που πρέπει να έχουν αδυναμία).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …εδώ.


 




Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

304. HIS MASTER'S VOICE AO.2137 ΜΠΕΖΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ- ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΔΑΝΑΗ- ΒΑΜΠΑΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΜΝΗΜΑΤΙΔΗΣ ΧΡ. 1934

Μπέζος Κώστας (Α. Κωστής- Κ. Κωστής)- Άσπρα Πουλιά- Στρατηγοπούλου Δανάη- Βάμπαρης Αναστάσιος- Μνηματίδης Χρ. HIS MASTER'S VOICE AO.2137 Λαίντυ Γιουκούλελε (Χαβανέζικη καντάδα) - Ινούρμι (Σλόου-φοξ) 1934- 78rpm- 10''

«Ο Κώστας Μπέζος  (1905-1943) ήταν μια πραγματικά ακατάτακτη περίπτωση καλλιτέχνη. Πολυτάλαντου, πολυσχιδή και πολυπράγμονα, που άφησε μικρό αλλά αριστουργηματικό έργο. Συνθέτης, στιχουργός, κιθαρίστας, μαέστρος και τραγουδιστής.

Γεννήθηκε το 1905 στο χωριό Μπολάτι Κορινθίας από μεσοαστική οικογένεια.

Τέλειωσε το γυμνάσιο στην Κόρινθο και  ήρθε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κιθάρας και έτσι τον απορρόφησε η μουσική.

Εργάστηκε στις εφημερίδες «Πρωΐα» και «Ακρόπολη» (πιθανόν και σε άλλες) ως κειμενογράφος, σκιτσογράφος και γελοιογράφος.

Βασικά ήταν εκπληκτικός μουσικός, συνθέτης και στιχουργός. Από νέος έπαιζε δεξιοτεχνικά κιθάρα και χαβάγια. Μέλος της «Μάντρας» του Αττίκ και συνεργάτης του διάσημου συνθέτη.

Πρωτοηχογράφησε τραγούδια του το 1930.Αρκετά από τα τραγούδια του, που ισορροπούσαν ανάμεσα στο ρεμπέτικο, στο επιθεωρησιακό και στο «ελαφρό», είναι γνωστά και σήμερα, αν και δεν είναι πάντοτε γνωστό πως είναι δικά του.

Ταλαντούχος και στη ζωγραφική, σπούδασε για λίγα χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά την παράτησε. Όμως δεν εγκατέλειψε την εικαστική έκφραση, αναδεικνυόμενος ως ο βασικός σκιτσογράφος της εφημερίδας “Πρωία” (στην οποία συχνά αρθρογραφούσε). Χαρακτηριστικές είναι οι γελοιογραφίες του με τον Μουσολίνι.

Μετά το 1935 και μέχρι την Κατοχή, επισκεπτόταν κάθε χρόνο τη Θεσ/νίκη με το Συγκρότημα του Αττίκ, ή με το 8μελές προσωπικό του συγκρότημα και εμφανιζόταν στο Κέντρο του Λευκού Πύργου, μετέχοντας σε θιάσους βαριετέ. 

Πραγματοποίησε και περιοδείες στην Αίγυπτο κ.α., φτάνοντας ως την Αμερική.

Εργάστηκε και σαν ηθοποιός και μάλιστα το 1941-42 έπαιξε στην κινηματογραφική ταινία “Μάγια η τσιγγάνα”, του Γιάννη Χριστοδούλου. Ήταν επίσης αναμεμειγμένος σε μερικές ταινίες στις αρχές του ’40.

Υπήρξε γοητευτικός άνδρας, αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε έκανε παιδιά.

Η ζωή του ήταν πολύ δημιουργική αλλά δυστυχώς σύντομη. Πέθανε το 1943, 38 μόλις ετών, στην Αθήνα από φυματίωση. Μέσα στην Πείνα, τις στερήσεις και τις κακουχίες της Γερμανικής Κατοχής. Τάφηκε στο Γ’ Νεκροταφείο.

Το 1943 έγινε μια έκθεση της σκιτσογραφικής δουλειάς του εις μνήμην του, επειδή άνηκε στην Ένωση Σκιτσογράφων.

Είχε δικό του 8μελές συγκρότημα με χαβάγιες, τα «Άσπρα πουλιά», που ήταν αρκετά γνωστό. Ονομάστηκαν έτσι επειδή έπαιζαν πάντα ντυμένοι στα άσπρα.

Έκαναν γραμμοφωνήσεις και εμφανίζονταν σε θέατρα, εκδηλώσεις κλπ.

Μέλος του συγκροτήματος ήταν και ο κιθαρίστας Τίτος Καλλίρης, γιός της αδελφής του Μπέζου.

Επίσης σ’αυτό άρχισε την καριέρα του σαν κιθαρίστας ο Μανώλης Χιώτης. Όπως λέει σε μια συνέντευξή του: «Το ξεκίνημά μου ήτανε από το συγκρότημα του Μπέζου, του συγχωρεμένου του Κώστα, που είχε το συγκρότημα «Τα άσπρα πουλιά». Ήταν ένα συγκρότημα που ήτανε «οι χαβάγιες», τότε που λέγανε. Και ήμουνα σαν 1ος κιθαρίστας του Μπέζου. Όταν πρωτοπήγα στο ωδείο, πήγα για να μάθω βιολί. Αλλά ξεμυαλίστηκα με την κιθάρα και με τις καντάδες. Και από εκεί ξεκίνησα, από του Μπέζου το συγκρότημα... Αυτό ήτανε προπολεμικά. Ήτανε συγκρότημα που έπαιζε σε δίσκους και κάνανε εμφανίσεις σε θέατρα, σε χορούς κλπ.» 

Το συγκρότημα  του Μπέζου υπήρξε φυτώριο και για άλλα πολύ μεγάλα ονόματα της μουσικής και του τραγουδιού, όπως η Δανάη και ο Νίκος Γούναρης.

Ήταν στενός συνεργάτης του Αττίκ και μέλος της περίφημης «Μάντρας» του.  

Φίλος της Δανάης (Στρατηγοπούλου),  που τότε εργαζόταν σαν νεαρή  δημοσιογράφος στην «Πρωία». Τη γνώρισε στον Αττίκ και έτσι άρχισε την καριέρα της. Στην αυτοβιογραφία της μιλάει πολύ θετικά γι’ αυτόν. Ότι δούλευαν μαζί, ότι ήταν πολύ σέξι άνδρας, ότι την ενθάρρυνε στην μουσική της, ότι την γνώρισε στον Αττίκ, κτλ.

Θεωρείται "ο πιο αινιγματικός ρεμπέτης".

Το 1930 και 1931 ηχογράφησε στην Αθήνα για την Αμερικάνικη αγορά με προτροπή του Τέτου Δημητριάδη 6 δίσκους με 12 ρεμπέτικα που είχαν θέμα τη μαγκιά. Σ’αυτά τραγούδησε και έπαιξε κιθάρα ο ίδιος ο Μπέζος, με συνοδεία και δεύτερης κιθάρας. Το ποιος ήταν ο δεύτερος κιθαρίστας παραμένει μυστήριο. Σ’ αυτά χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Α. Κωστής» (σε 2 απ’αυτά «Κ. Κωστής»).

Κομμάτια με μοναδικά κιθαριστικά ντουέτα και στίχους μαύρου χιούμορ για τεκέδες, κουλτούρα φυλακής κλπ. της παλιάς Αθήνας. Γοητευτικότατα, ελκυστικότατα, ηδονικότατα, ευφυέστατα και πρωτότυπα, μουσικά και στιχουργικά. Εξαιρετικά και από μουσική άποψη και παιγμένα με άψογη μαεστρία.

Η χρήση της κιθάρας σ’αυτά τα κλασσικά ρεμπέτικα δείχνει μια δεξιοτεχνία παιξίματος με τα δάχτυλα σε Μικρασιάτικους δρόμους και ασυνήθιστα κουρδίσματα στην αυγή των ρεμπέτικων, πριν την επικράτηση του μπουζουκιού, που για πρώτη φορά ηχογραφείται στην Ελλάδα το 1931.

Το όνομα του Κώστα Μπέζου δεν είχε συνδεθεί με αυτές τις ηχογραφήσεις. Χρειάστηκαν περίπου 50 χρόνια για να ανακαλυφθεί ότι ήταν αυτός, μετά από μια έρευνα του Παναγιώτη Κουνάδη, το 1970.

 Ο Μπέζος, μάλλον εσκεμμένα παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με τους συγκεκριμένους δίσκους, επειδή δεν ήθελε να σχετιστεί με κάτι που θα κηλίδωνε τη μεσοαστική φήμη του.

 Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο της Αθηνάς Σπανούδη για το «Ήσουνα ξυπόλυτη» (ουσιαστικά την ¨Παξιμαδοκλέφτρα¨)στη "Μουσική Ζωή"(1.10.1931): "Υπόδειγμα ταπεινού, χυδαίου και γαιώδους κομματιού, που χαμοσέρνει την τέχνην των ήχων στα βρωμερώτερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας" (Ο Μπέζος είχε γράψει το ‘Ήσουνα Ξυπόλητη". Η λέξη ‘παξιμαδοκλέφτρα’ δεν αναφέρθηκε σε κομμάτι του Μπέζου παρά μόνο όταν ο Γιάννης Λεμπέσης έβαλε έξτρα στίχους στο κομμάτι και αναγκαστικά απέκτησε καινούργιο τίτλο και τότε ο κόσμος σκεφτόταν ότι ήταν αυτό το απαίσιο κομμάτι στο οποίο αναφερόταν αυτή η γυναίκα και ήταν σε μια ταινία- για να συμπληρώσω ότι στην παραγωγή του Γιώργου Καρρά που τραγουδάει ο Νταλγκάς ο τίτλος είναι ¨Η παξιμαδοκλέφτρα¨ σ.σ Ο Καρράς συνεργάστηκε με τον Μπέζο).

 Ο Μπέζος δεν ήταν βέβαια αυθεντικός ρεμπέτης. Θεωρούνταν αξιαγάπητος αριστοκράτης, πέραν της προσεγμένης ένδυσης του. Ένας από τους γνησιότερους “αριστοκράτες μάγκες”.

 Δεν είχε σχέση με τη μαγκιά και τον κόσμο του περιθωρίου. Όμως ακουγόταν σαν αληθινός μάγκας, σαν ένας ώριμος, σκληρός άντρας που ζει στον υπόκοσμο.

 Πώς μπόρεσε να κάνει την τέλεια εκδοχή αυτού του χαρακτήρα ένας 25χρονος μεσοαστός από την Κόρινθο, που δεν κάπνιζε χασίσι, δεν είχε πάει στη φυλακή και δεν είχε καμία σχέση με αυτό τον τρόπο ζωής, παραμένει μυστήριο. Ίσως να βοήθησε το ότι ήταν και ηθοποιός. Φαίνεται ότι ήξερε τον κόσμο της μαγκιάς που αντέγραφε. Συναλλάσσονταν με τους μάγκες, για να μην πούμε πως ήταν κι ο ίδιος μάγκας.»

Μεγάλο Αλάνι, ο Κώστας Μπέζος. Του λιμανιού και του σαλονιού, όπως πολύ ωραία σκιαγραφείται το προφίλ του σε πολλές από τις τόσες διαδικτυακές αναφορές. Καλό θα ήταν να αφιερώσετε λίγο από το χρόνο σας στις πηγές πληροφόρησης (στο σύνδεσμο παρακάτω).

Εξαιρετική η Χαβανέζικη καντάδα και φυσικά στο σλόου-φοξ η ¨Ινούρμι¨. Παρατηρήστε ότι στην Αμερικάνικη ετικέτα δεν εμφανίζονται όλες οι πληροφορίες. Και επειδή πιάσαμε τα ¨Ελαφρά¨ (βλέπε και προηγούμενη ανάρτηση), στις επόμενες αναρτήσεις θα γίνει σύνδεση όλων (τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε). Παραδοσιακά, ελαφρά, ρεμπέτικα, λαϊκά όλα κάτω από τον ίδιο μανδύα της (τεράστιας) Ελληνικής δισκογραφίας.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

303. COLUMBIA SEGG 2519 ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ ΑΚΗΣ 1956

Σμυρναίος Άκης (Κιοσόγλου Γαληνός) - Ορχήστρα Άκη Σμυρναίου COLUMBIA SEGG 2519 Κερκυραϊκός χορός- Κρητικός χορός (Πεντοζάλης) - Κοστηλάτα- Ροδίτικος χορός 1956- 45rpm- 7''

«Ο μαέστρος και συνθέτης Άκης Σμυρναίος γεννήθηκε στη Σπάρτη της Μικράς Ασίας το 1918 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γαληνός Κιοσόγλου.
Από την ηλικία των 5 ετών έμεινε ορφανός μια και ο πατέρας του ήταν εξόριστος των Τούρκων το 1921 και πέθανε στη Μικρασιατική Καταστροφή και η μητέρα του λίγο αργότερα. Στην Ελλάδα, στην Αθήνα, τον έφεραν συγγενείς του, μαζί με τις αδελφές του και ο μικρός Γαληνός εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία μαζί τους.

Σπούδασε μουσική στο «Εμπειρίκειο Ορφανοτροφείο», όπου είχε εισαχθεί ως τρόφιμος και αποφοιτώντας από εκεί επιστρέφει στη Νέα Ιωνία. Εργάζεται ως αρτεργάτης, ενώ παράλληλα συνεχίζει και τελειοποιεί τις μουσικές του σπουδές στην τρομπέτα και σε άλλα πνευστά μουσικά όργανα.
Μελετώντας Λογοτεχνία ασχολείται με την σύνθεση και συμμετέχει ενεργά στα πολιτικά του καιρού του.
Για τις αριστερές του πεποιθήσεις και τις δραστηριότητες του στο Κομμουνιστικό Κίνημα συλλαμβάνεται κατά την δικτατορία του Μεταξά το 1937 και οδηγείται στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, όπου ως έγκλειστος συνεχίζει τη μουσική του δραστηριότητα.
Αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου αποφυλακίζεται για να πάρει δίχως σχεδόν ανάσα, μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Εντάσσεται στον Ε.Λ.Α.Σ, στο στρατιωτικό σκέλος του ΚΚΕ, στις ομάδες του Άρη Βελουχιώτη (5η Ταξιαρχία) και σύντομα, αναλαμβάνει ως επικεφαλής της νομικής ομάδας με το επαναστατικό ψευδώνυμο «Αστραπόγιαννος».
Εκείνο, όμως, που θα τον κάνει διάσημο και θα περάσει τ’ όνομά του στην Ιστορία είναι η θρυλική του σύνθεση σε στίχους του Νίκου Καρβούνη «Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα» που θα γίνει ο ύμνος των Ελλήνων παρτιζάνων του Ε.Λ.Α.Σ. και που για πολλά χρόνια μετά θα το τραγουδούν χιλιάδες αγωνιστές σε κάθε ευκαιρία. Μερικές ακόμα γνωστές συνθέσεις του είναι: «Στον Άρη Βελουχιώτη», «Είμαστε Αντάρτες της Ελλάδας», «Χτυπάμε Πανανθρώπινες Καμπάνες», «Δάκρυσε ο Ταΰγετος», κ.α.
Μετά την «Συμφωνία της Βάρκιζας» ΤΟ 1944, όπου ο Ε.Λ.Α.Σ κατέθεσε τα όπλα, ο Άκης Σμυρναίος επιστρέφει στην Νέα Ιωνία και εγκαθίσταται στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Ελευθερούπολης, στην οδό Βρυούλων 12, παντρεύεται με την Ευαγγελία Παναγιωτίδου (1947) και αποκτά μαζί της δύο παιδιά: τον Στάθη Κιοσόγλου, πρώτο κλαρινετίστα σήμερα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και την Σμαράγδα Σμυρναίου, εξαιρετική ηθοποιό του Θεάτρου. Είναι παππούς των επίσης μουσικών, Ευαγγελίας και Γαληνού Κιοσόγλου.
Το 1951 παίρνει το πτυχίο οργανώσεως πνευστών από το Εθνικό Ωδείο. Ένα χρόνο μετά παίρνει και το πτυχίο αρμονίας με άριστα από το Ελληνικό Ωδείο. Το 1953, ως καλεσμένος του Δήμου Ρεθύμνου πηγαίνει εκεί και οργανώνει τη Δημοτική μπάντα. Επιστρέφοντας, ένα χρόνο μετά, διορίζεται διευθυντής της Ελαφράς Ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης στο σχηματισμό της, οπότε και, οριστικά, παίρνει το ψευδώνυμο «Άκης Σμυρναίος». Τη θέση του αυτή στο Ε.Ι.Ρ. θα διατηρήσει ως το 1960.
Ο Άκης Σμυρναίος υπήρξε ακόμα διευθυντής της ορχήστρας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια καθώς και ο μόνιμος διευθυντής της ορχήστρας του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού.
Δισκογράφησε πάνω από 150 τραγούδια.
Ο Άκης Σμυρναίος από τους θεμελιωτές του ελαφρού τραγουδιού στην μεταπολεμική Ελλάδα, μεσουρανούσε μαζί με τον άλλο Ιωνιώτη συνθέτη, Μιχάλη Σουγιούλ, τις δεκαετίες του 1950-1970.
Μέσα από τον τεράστιο πλούτο της παραγωγής του αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο τους τίτλους ορισμένων τραγουδιών που έγιναν μεγάλες επιτυχίες την εποχή εκείνη και που εκτελέστηκαν από τις πιο σπουδαίες φωνές της (Σοφία Βέμπο, Νίκος Γούναρης, Γιώτα Λύδια, Μουζάς – Λιγνός, κ.α.) σημειώνοντας ανεξίτηλα το πέρασμα του Σμυρναίου στη νεότερη μουσική ιστορία του τόπου μας:  «Αθήνα γλυκεία μου Αθήνα», « Παντρεύεται με άλλον εκείνη π’ αγαπώ», «Από τότε που σ’ έχασα κλαίω», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Το καινούργιο σου Φουστάνι», «Ένα φιλάκι», «Όποιος αγαπά τον Χάρο δεν φοβάται», κ.α.
Υπήρξε συνθέτης με αρκετή μουσική δραστηριότητα και μερικές επιτυχίες στο ενεργητικό του. Τα περισσότερα τραγούδια του, ερμηνευμένα από την ιδιότυπη φωνή της τυφλής τραγουδίστριας Μαριάννας Χατζοπούλου, αποκτούν ένα ύφος που βρίσκεται ανάμεσα στο δημοτικό, στο λαϊκό και στο ελαφρό και είναι εύκολα αναγνωρίσιμα. Σημειώνουμε μερικά από αυτά: «Θέλω να λησμονήσω» σε στίχους του Νίκου Φατσέα, «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα» σε στίχους του Κώστα Κοφινιώτη, «Άλλος σ’ αγάπησε κι άλλος σε παίρνει» σε στίχους Κώστα Μάνεση, «Ζαφείρα» σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα, κ.α.
Ο Άκης Σμυρναίος έφυγε από τη ζωή το 1984 σε ηλικία 66 ετών.
Για την δισκογραφία του κατέδειξε συνολικά 153 τραγούδια του (μαζί με τα αντάρτικα), καθώς και 33 επανεκτελέσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά – Οι λαϊκοί καλλιτέχνες Νο.2", Τόμος 8ος»

Το σημερινό δισκάκι, ηχογραφήθηκε το 1956 και πρέπει να κυκλοφόρησε με τη μορφή βινυλίου τέλη του ’50 αρχές του ‘60. Ο ¨Πεντοζάλης¨ κυκλοφόρησε το 1956 σε πλάκα γραμμοφώνου (θα αναρτηθεί στο μέλλον). Παρόλο τις φθορές του δίσκου, τα όργανα της ορχήστρας του Άκη Σμυρναίου αποδίδουν εξαιρετικό ηχητικό αποτέλεσμα. Ο ¨Πεντοζάλης¨ που ουσιαστικά είναι το ¨Με του Μαγιού τις ομορφιές¨ σε μια από τις καλύτερες εκτελέσεις του.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

302. CONTROL COY 524 ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ- ΚΑΤΣΟΥΛΙΕΡΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΚΡΟΥΣΑΝΙΩΤΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1971

Καλλέργης (Καλέργης) Κυριάκος- Κατσουλιέρης Κώστας- Κρουσανιωτάκης Γιώργος CONTROL COY 524 Έφυγες και με άφησες (Καλαματιανός) - Καρδιά όπου πληγώθηκε (Μεσσαρίτικες κονδυλιές) 1971- 45rpm- 7''

Ο Κυριάκος Καλλέργης κατάγεται από την ιστορική οικογένεια των Καλλέργηδων, που έχει προσφέρει πολλά στον πολιτισμό µας και κυρίως στους εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης.

Ο Κυριάκος Καλλέργης γεννήθηκε το 1947 στον Πύργο του Δήμου Αστερουσιών. Τα πρώτα του ακούσματα ήταν απ’ τον πατέρα του, που έπαιζε λύρα όπως και ο παππούς του. Ασχολήθηκα επαγγελματικά με την λύρα μετά τον στρατό.

«Άρχισα να παίζω σε γλέντια στο χωριό μου στον Πύργο, στους Παρανύμφους, στη Μουρνιά, στον Αχεντριά και σε όλα τα γύρω χωριά. Μετά κατέβηκα στο Ηράκλειο και έπαιξα για πρώτη φορά στο κέντρο Ερωτόκριτος. Κατά καιρούς έχω παίξει σε πολλές χώρες του εξωτερικού, Γερμανία, Βέλγιο, Αυστραλία.

Με τον παραδοσιακό λυράρη είχαμε πρόσφατα µια ενδιαφέρουσα συζήτηση για την κρητική μουσική, για την καλλιτεχνική του πορεία, για τα ταξίδια του, την προσφορά του και τα μελλοντικά σχέδιά του.

Κύριε Καλλέργη. Πότε είχατε τα πρώτα σας ερεθίσματα σχετικά µε την κρητική μουσική;

- Από μικρό παιδί, μαθητής Δημοτικού. Ο πατέρας µου έπαιζε λύρα, από μεράκι και αγάπη στην κρητική μουσική, κυρίως σε διάφορες εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα.

Άρα, έχετε βιώματα, παιδικές αναμνήσεις.

-Ναι. Στα παιδικά µου χρόνια τραγουδούσα και ζούσαμε την κρητική μουσική. Στα 15 µου χρόνια πήρα την πρώτη µου λύρα, από το Δημήτρη τον Αγριµάκη. Έπαιξα στα πρώτα µου γλέντια στα γειτονικά χωριά. Στα 17 µου πήγαινα σε γάμους, πανηγύρια, συνεστιάσεις, δηλαδή  εμφανιζόμουνα πλέον επαγγελματικά μέχρι τα 20.

Οπότε τι έγινε;

-Πήγα στρατιώτης, όπου πέρασα πολύ ωραία.

Μετά ποια ήταν η πορεία σας;

- Όταν απολύθηκα, κατέβηκα στο Ηράκλειο. Τα πρώτα µου επαγγελματικά βήματα τα έκανα εδώ, σ’ ένα κέντρο που λειτουργούσε στην «Όαση». Ολόκληρο το Καλοκαίρι παίζαμε µε τον Κρουσανιωτάκη και το Φανουράκη. Πριν απ’ αυτή τη συνεργασία, είχα παίξει µε τον Κώστα τον Κατσουλιέρη, σπουδαίο λαουτιέρη, που γράψαμε και τον πρώτο µου, μικρό δίσκο (σημερινό δισκάκι).

Τι ακολούθησε μετά;

-Επαγγελματική καριέρα και κυρίως στη δεκαετία 1970-80, που ήταν η πιο καθαρή της κρητικής μουσικής παράδοσης. Τότε ο κόσμος άκουγε κρητικά, γλεντούσε κρητικά και μεσουρανούσαν οι κορυφαίοι πρωτομάστορες και δημιουργοί.

Ποια είναι έως τώρα η δισκογραφική σας προσφορά;

- Πρώτα έγραψα ένα μικρό δίσκο, μετά µία κασέτα. Ακολούθησαν δύο μεγάλοι δίσκοι µε τίτλους «Τα βάσανά µου θα γλεντώ» και «Μουσική απ’ όλη την Κρήτη». Πριν δύο χρόνια έγραψα ένα cd µε τίτλο «Τον έρωτά σου ξαναζώ».

Συνεργαστήκατε όμως και µε άλλους συναδέλφους και είχατε συμμετοχές σε δισκογραφικές δουλειές.

-Σε αρκετές. Με τον Παντελή Σαλούστρο, το Νίκο Πατενταλάκη, ένα από τα καλύτερα νέα λαγούτα, στο έργο µε τίτλο «Παρέα µε το μαντολίνο». Με το Νίκο, που είναι ο αφανής ήρωας της Κρητικής μουσικής, μπορούμε  να παίζουμε δυο -τρεις μέρες δικά του κομμάτια.

Πού έχετε ταξιδέψει για επαγγελματικούς λόγους; Στο εξωτερικό είχατε κάνει περιοδείες;

-Ναι. Πρώτα σ’ όλη την Κρήτη και σε νησιά, Κάρπαθο, κυρίως στην Κάλυμνο, όπου πάω 25 χρόνια. Εκεί έχω βαπτίσει και δύο παιδιά.

Στο εξωτερικό έχω ταξιδέψει στη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Αυστραλία. Εκεί µε κάλεσαν οι Καλύμνιοι και πήγα µε τον Παντελή Σαλούστρο.

Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας;

- Φανταστικές. Οι συμπατριώτες µας στο εξωτερικό είναι πιο καλά οργανωμένοι. Έχουν συλλόγους δραστήριους, διατηρούν τις παραδόσεις, αγαπούν µε την ψυχή τους την Κρήτη, νοσταλγούν τα παλιά, αγνά χρόνια.

Πώς ήταν αυτά τα παλιά χρόνια και πώς είναι σήμερα;

- Οι παλιότερες εποχές ήταν πιο ρομαντικές και γνήσιες. Σήμερα, οι ξενόφερτες μουσικές έχουν ανακατευθεί µε την ελληνική. Η  σημασία είναι πώς θα διατηρήσουμε τη γνήσια κρητική μουσική παράδοση.

Έχουμε σήμερα αξιόλογους νέους καλλιτέχνες;

- Οι μεγάλοι, οι Πρωτομάστορες, Μουντάκης, Ξυλούρης, Σκορδαλός ήταν μοναδικοί. Σήμερα έχουμε πολλούς καλλιτέχνες και υπάρχουν και νέα παιδιά  µε ταλέντο,  όμως οι περισσότεροι συμβαδίζουν  µε τη σημερινή εποχή. Σ’ αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή, γιατί έχουμε εκτελεστές αλλά οι δημιουργοί είναι λίγοι. Ίσως φταίει και η εποχή που δεν µας εμπνέει.

Δηλαδή πώς βλέπετε την κρητική μουσική σήμερα;

- Σε γενικές γραμμές καλά. Όμως τα περισσότερα γλέντια έχουν χάσει το παραδοσιακό τους χρώμα. Δεν είναι ολοκληρωμένα. Αυτό είναι πλήγμα για την παράδοση. Όσοι αγαπούν την παράδοση δεν προλαβαίνουν να γλεντήσουν, γιατί σε δύο ώρες πρέπει να κατεβούν, για να συνεχιστεί η διασκέδαση µε λαϊκό πρόγραμμα. Επίσης, στα λίγα κρητικά μαγαζιά που απέμειναν, οι οικογένειες δεν μπορούν να γλεντήσουν, γιατί το πρόγραμμα ξεκινάει μετά τις 12 και οι άνθρωποι την άλλη μέρα πρέπει να πάνε στη δουλειά τους, τα παιδιά στο σχολείο.

Καλό είναι να ξεκινούν πιο νωρίς, από τις εννέα, ώστε να προλαβαίνει ένας οικογενειάρχης να πάει στο κέντρο και μετά, το αργότερο στις δύο, να πάρει τα παιδιά του και να επιστρέψει στο σπίτι τους, να κοιμηθούν. Αν ξεκινά το πρόγραμμα μετά τις 12, πότε θα γλεντήσεις, ξημερώματα; Και πώς θα πας την άλλη μέρα στη δουλειά σου;

Έχετε συνεργαστεί µε άλλους φορείς της παράδοσης και του πολιτισμού;

-Έχω συνεργαστεί µε το Λύκειο Ελληνίδων Ηρακλείου σε εκδηλώσεις στο Ηράκλειο και στην Αθήνα (στοά Αττάλου, Θέατρο Βεάκειο κ.α.), καθώς και µε το Πολιτιστικό κέντρο τού ΟΤΕ, όπου έκανα μαθήματα λύρας στα παιδιά. Έχουμε εμφανιστεί σε πολλές εκδηλώσεις και εκτός Κρήτης, όπως στην Κύπρο, το Βόλο και αλλού.

Ο Κατσουλιέρης Κωνσταντίνος γεννήθηκε στον Πύργο το 1930. Έχει παίξει με πολλούς παλιούς λυράρηδες: Με τον Μανόλη Καλλέργη, με τον Πανάγο και τον γιό του Νίκο από τον Χάρακα, με τον Παντελή, με τον Τσικιντήρη, με τον Φρίξο, με τον Γαρεφαλάκη τον Κωστή, με τον Νίκο Σωπασή, με τον Σκορδαλό και τον Γεράσιμο Σταματογιαννάκη και με πάρα πολλούς άλλους. Απεβίωσε το 2009.

Βιογραφικά στοιχεία για τον Γιώργο Κρουσανιωτάκη δεν κατάφερα να βρω.

Εξαιρετικός λυράρης ο Κυριάκος Καλλέργης. Δισκογραφικά εκτός από το σημερινό δισκάκι έχει δυο Lp που κατά την γνώμη μου δεν πρέπει να λείπουν από την Κρητική δισκοθήκη. Φυσικά και τα λαούτα Κρουσανιωτάκης- Κατσουλιέρης συμβάλουν στο αποτέλεσμα. Στις παραπάνω φωτογραφίες εικονίζονται ξεχωριστά οι καλλιτέχνες Καλλέργης- Κρουσανιωτάκης- Κατσουλιέρης.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).