Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

580. VICTOR 63545 ΖΟΡΜΠΑΝΗΣ Π. – ΑΓΙΑΣΜΑΤΖΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1907-1905

Ζορμπάνης (Ζορμπανάκης) Π. – Αγιασματζής Ιωάννης VICTOR 63545 Ο Αετός (Δημώδες) - Αλή Πασσάς 1907/1905- 78rpm- 10''
Στο σημερινό Victor δίσκο γραμμοφώνου, ο οποίος είναι από τους πρώτους split (διαφορετικούς καλλιτέχνες σε κάθε πλευρά) δίσκους, οι καλλιτέχνες είναι ο Π.Ζορμπάνης στην Α πλευρά με τον ¨Αετό¨ ηχογραφημένο το 1907 και ο Ιωάννης Αγιασματζής στην Β πλευρά με τον ¨Αλή Πασσά¨ ηχογραφημένο το 1905. Φυσικά τα τραγούδια πρωτοκόπηκαν σε δίσκους Zonophone, Gramophone και Favorit μέχρι το 1910. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει η Victor να τα επανακυκλοφορήσει, τα περισσότερα εκείνης της περιόδου.
Ο Π. Ζορμπάνης ή Ζορμπανάκης (βλέπε και ανάρτηση 438) ήταν βιολιστής και τραγουδιστής. Σίγουρα όμως αποτελεί πρωτεργάτη της χορωδίας Ζορμπάνη. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Ο  Ιωάννης Π. Αγιασματζής (Ioannis P. Agiasmatzis) ήταν σημαντικός Έλληνας τραγουδιστής (βαρύτονος) και οργανοπαίκτης (αρμόνικα), ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους της ελληνικής δισκογραφίας των 78 στροφών, με σημαντική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη. Αν και χαρακτηρίζεται ως βαρύτονος, το στυλ του ήταν μια μοναδική μείξη ανάμεσα σε οπερατική άρια και παραδοσιακά ακούσματα της Ανατολής (όπως το κάλεσμα του μουεζίνη). Οι πιο γνωστές του ηχογραφήσεις έγιναν το 1905 και το 1906 για εταιρείες όπως η Zonophone, η Gramophone, η Favorite και η Lyrophon.
Ερμήνευσε δημοτικά και ιστορικά τραγούδια, που συχνά συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του παίζοντας armonika, η οποία εκείνη την εποχή έμοιαζε με μικρό ακορντεόν. 
Το έργο του περιλαμβάνεται σε μελέτες για την κοινή βαλκανική μουσική κουλτούρα και θεωρείται μέρος της "προϊστορίας" του ρεμπέτικου και του αστικού λαϊκού τραγουδιού. 
Ωωχ, σήκω, καημέν’ Αλή Πασά να δεις το μαύρο χώμα,το χώμα
να δεις και τη Βασιλική πώς πολεμάει ακόμα
Ρίνα, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι μωρέ, σου δίνω το βοτάνι κι ελευθερώνεσαι
Αρβανίτες παινεμένοι πού είν’ ο Αλή, πού είν’ ο Αλή Πασάς, καημένοι ωωχ,
δεν στο είπα ’γώ, Βασίλω μου να μη μ’ αλησμονήσεις, μωρέ, λησμονήσεις αχ,
να μη σε δει ο Αλή Πασάς αχ, ααχ, γιατί σε ρίξει μες τη λίμνη
ντερμπεντέρισσα Βασίλω μπρος στο μπράτσο σου να γείρω.
Το παρακάτω κείμενο αφορά το ¨τέλος¨ του Αλή Πασά και το παραθέτω καθότι το τραγούδι του Αγιασματζή ανήκει στα πρώτα ηχογραφημένα Αληπασαλίτικα τραγούδια (βλέπε την έρευνα στο φάκελο που θα κατεβάσεις και αναρτήσεις 172 και 449).
«2 Μαρτίου 1821. Ο Μορά Βαλεσί Χουρσίτ πασάς φτάνει στα Ιωάννινα για να αντιμετωπίσει τον Αλή πασά. Ο Χουρσίτ γεννήθηκε στον Καύκασο από Κιρκάσιους χριστιανούς, στα τέλη του 18ου αιώνα και λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας. Όμως, τον άρπαξαν στο παιδομάζωμα και τον έκλεισαν σε Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) όπου μορφώθηκε για να υπηρετήσει τους Οθωμανούς.
Έπειτα εντάχθηκε στα τάγματα των γενίτσαρων, όπου χάρη στην αξία του ανέβηκε γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία....
Στις αρχές του 19ου αιώνα του ανατέθηκε να καταστείλει μια εξέγερση των Κούρδων την οποία έπνιξε στο αίμα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης.
Ο σουλτάνος τον έκανε πασά και το 1815 τον έστειλε να σβήσει άλλη μια επαναστατική φλόγα που είχε ανάψει στη Σερβία, με υποκινητή τον Μίλος Οβρένοβιτς.
Ο Χουρσίτ δεν άφησε «πέτρα στην πέτρα» και σε λίγους μήνες επέστρεψε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μαχμούτ Β΄ του απένειμε το ύπατο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη προκαλώντας τον φθόνο των αυλικών που περίμεναν στην… επετηρίδα.
Κατάφεραν να τον εκτοπίσουν πείθοντας τον Σουλτάνο ότι πρέπει να τον στείλει στην Πελοπόννησο, όπου η Φιλική Εταιρεία προετοίμαζε το έδαφος για το ξέσπασμα της Επανάστασης....
Παρά τον υποβιβασμό, ο Χουρσίτ υπάκουσε και από την ώρα που πάτησε το πόδι του στον Μοριά, άρχισε να σφίγγει τον κλοιό στους Έλληνες .
Εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκε η ανταρσία του Αλή Πασά και τον Ιανουάριο του 1821, ο σουλτάνος διέταξε τον Χουρσίτ να εγκαταλείψει την Τρίπολη και να καταστείλει την κίνηση του Τεπελενλή μετά την αποτυχία του Πασόμπεη.
Το έδαφος ήταν πλέον ελεύθερο για να οργανωθεί η ελληνική επανάσταση.
Ο Χουρσίτ υποχρέωσε τον Αλή να καταφύγει στο νησάκι των Ιωαννίνων με μια ομάδα πιστούς Αρβανίτες. Ο Αλή Πασάς απειλούσε ότι έχει γεμίσει το νησί με τόσα εκρηκτικά που μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλη την πόλη, αλλά αυτό που ενδιέφερε τον Χουρσίτ ήταν οι αμύθητοι θησαυροί, που ελέγετο ότι είχε κρυμμένους ο Αλή.
Του έστειλε λοιπόν μήνυμα ότι ο σουλτάνος τον συγχωρούσε και θα τον άφηνε να πάρει τα πλούτη του και να ζήσει στο Τεπελένι. Ο πονηρός Αλή απάντησε, ότι θα περιμένει το φιρμάνι και ο ακόμη πιο πονηρός Χουρσίτ, άφησε να περάσει ένας μήνας για να του απαντήσει, όσο διάστημα χρειαζόταν για να πάει και να γυρίσει ο ταχυδρόμος.
Μόλις τον ειδοποίησαν ότι οι απεσταλμένοι του Χουρσίτ έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου, ο Αλή πρόσταξε τα παλικάρια του να ανοίξουν, αλλά αντί για ταχυδρόμους, μπήκαν μέσα οι άνδρες του Χουρσίτ και τον σκότωσαν μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών. Νέος θρίαμβος για τον Χουρσίτ, ο οποίος κατέγραψε όλους τους θησαυρούς και τους έστειλε με ισχυρή φρουρά στην Πόλη.
Οι αυλικοί όμως τους θεώρησαν ασήμαντους και έπεισαν τον σουλτάνο ότι ο Χουρσίτ κράτησε τη μερίδα του λέοντος.
Στο μεσοδιάστημα, ο Χουρσίτ είχε πάει στη Λάρισα για να οργανώσει τη στρατιά που θα κατέπνιγε τον επαναστατημένο Μοριά. Τότε δύο πιστοί του φίλοι τον πληροφόρησαν ότι ο σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να του πάρουν το κεφάλι ως καταχραστή των θησαυρών του Αλή Πασά. Η πρώτη του σκέψη ήταν να καταφύγει στους αρβανίτες πασάδες, τους οποίους απάλλαξε από τον Αλή, όμως μετάνιωσε και αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του και να μην δεχτεί τον ατιμωτικό θάνατο από το χαντζάρι του δημίου....
Φώναξε τους καλύτερους μαρμαρογλύπτες και τους ζήτησε να ετοιμάσουν μέσα σε τέσσερις ημέρες έναν μεγαλοπρεπέστατο τάφο.
Επιστατούσε ο ίδιος στην κατασκευή και έβαλε φρουρά για να μη διαρρεύσει το μυστικό στην πόλη, ενώ φιλοξενούσε κάθε βράδυ τους τεχνίτες στο σεράι! Τους έδωσε στο τέλος μια επιτύμβια πλάκα γραμμένη στα αραβικά, που δεν ήξερε να διαβάσει κανείς και έγραφε μεταξύ άλλων: «Τοιούτος τις, ευνοηθείς υπό της τύχης, δεν έρχεται εις τον κόσμο μέχρι της δευτέρας παρουσίας».
Αφού ετοίμασε τον τάφο οργάνωσε και την κηδεία του: μήνυσε σε όλους τους στρατιωτικούς , πολιτικούς και θρησκευτικούς αξιωματούχους να συγκεντρωθούν στο μεγάλο τζαμί στο κέντρο της Λάρισας και έβαλε ντελάληδες να ειδοποιήσουν τον πληθυσμό.
Ανέθεσε σε αξιωματικό να κανονίσει στρατιωτικό άγημα που θα απέδιδε τιμές αρχηγού κράτους στον μελλοθάνατο που επρόκειτο να κηδευτεί. Όταν ήταν όλα έτοιμα εμφανίστηκε ο Χουρσίτ με στολή Μεγάλου Βεζίρη, μπήκε στο τέμενος και έπεισε τους χοτζάδες να ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Το συννεφιασμένο απόγευμα της 30ης Νοεμβρίου του 1822 μια πομπή ξεκίνησε από το κέντρο της πόλης με επικεφαλής τον μελλοθάνατο στρατηλάτη που βάδιζε προς τον τάφο του! Μόλις πέρασαν τη γέφυρα του Πηνειού αποκαλύφθηκε το μαυσωλείο.
Ο Χουρσίτ στάθηκε μπροστά, έβγαλε από τον κόρφο του ένα φιαλίδιο, ήπιε το δηλητήριο και έπεσε νεκρός μπροστά στο κατάπληκτο πλήθος!
Θάφτηκε αμέσως, αλλά δεν βρήκε γαλήνη. Μετά από δύο ημέρες απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου για τον αποκεφαλισμό του.
Αν και έμαθαν ότι αυτοκτόνησε, αποφάσισαν πως όφειλαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ξέθαψαν τον Χουρσίτ, του πήραν το κεφάλι και το μετέφεραν στην Πόλη για να το δείξουν στον σουλτάνο πάνω σε ασημένιο δίσκο.
Μεγαλύτερη χαρά όμως πήρε σίγουρα ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος λέγεται ότι μόλις έμαθε για τον θάνατο του Χουρσίτ, αναφώνησε: «Βαράτε παλικάρια. Και ο Θεός βοηθάει τον αγώνα μας!».».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).