Κάβουρας Στάθης- Βασιλειάδης
(Βασιλάρης) Αριστείδης- Κοκώνης Βαγγέλης
HIS MASTER'S VOICE 7PG 3834 Ψηλά βουνά κι απάτητα (Τσάμικο)
- Όταν πεθάνω βάλτε με (Επιτραπέζιο) 1968- 45rpm- 7''
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε
το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα) Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα
Γιαννιτσά το 1912 στον Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε
ορφανός από δύο ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο
δύσκολα τα πράγματα για την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον
13χρονο αδελφό του Στάθη, τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο
του αδελφάκι. Το χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο
από τους Ταγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος
Kάβουρας, με την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με
αποτέλεσμα να καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή
και να οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για
να συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968. Έτσι, ο μικρός
Στάθης ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη
δύσκολη εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία
(επειδή είχε πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως
σχολείο. Ένα διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να
εκτοπισθεί το χωριό μ’ αποτέλεσμα οι λιγοστοί και ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του
να μείνουν άστεγοι, χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη
φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την
αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για
επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που
αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και
κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό
μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι
έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια. Το πρώτο του
ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με
άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το
1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων,
που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι),
ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από
φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν
ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί μ’ άλλους μουσικούς της
περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια
δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον
έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη
Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να
τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως
κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο. Το 1957 όμως,
που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης
-παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο
Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την επαγγελματική
ταυτότητα του μουσικού. Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε και μια
οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις “δικτυώθηκε” με τους
μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που
είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει
τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια
“T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν
μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”.
Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος
τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι
τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον
“Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που
έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”….».
«Ο Αριστείδης Βασιλειάδης γεννήθηκε το 1932 στον Πύργο Ηλείας (κατά
άλλους στο Ριόλο Αχαΐας), κατάγεται από οικογένεια μουσικών και είναι αδερφός
του μεγάλου Μάκη Βασιλειάδη.
Εκτός από κλαρίνο που το γνωρίζει πολύ καλά παίζει και φλογέρα με μοναδικό τρόπο!
Ο Βασιλάρης (Βασιλειάδης) είναι ο πρώτος που μελέτησε και τελειοποίησε τη φλογέρα ανοίγοντας ακόμα δύο τρύπες (από έξι τις έκανε οκτώ) έχοντας έτσι μια πλήρη οκτάβα στη διάθεσή του!
Κατέχει ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των μουσικών του κλαρίνου γιατί θεωρείται ο πιο ενήμερος και τελειότερος εκτελεστής των αυθεντικών παραδοσιακών τραγουδιών. Έχει συνεργαστεί με όλα τα μεγάλα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει συμμετοχές σε ραδιοτηλεοπτικές παραγωγές και σε ηχογραφήσεις δίσκων. Εκτός από τα παραδοσιακά παίζει και τα "καμπίσια" όχι όμως όπως παίζονται σήμερα αλλά όπως παίζονταν παλιά. Έχει διδάξει κλαρίνο σε πολλούς νέους μουσικούς.
Οι δύο γιοί του είναι επίσης μουσικοί (ο Μπάμπης παίζει και αυτός κλαρίνο). Είναι χαρακτηριστικό του παιξίματός του το σόλο "Αργείτικο καλαματιανό".
Ο Αριστείδης Βασιλάρης έφυγε απ τη ζωή στις 11 Αυγούστου 2013.»
Εκτός από κλαρίνο που το γνωρίζει πολύ καλά παίζει και φλογέρα με μοναδικό τρόπο!
Ο Βασιλάρης (Βασιλειάδης) είναι ο πρώτος που μελέτησε και τελειοποίησε τη φλογέρα ανοίγοντας ακόμα δύο τρύπες (από έξι τις έκανε οκτώ) έχοντας έτσι μια πλήρη οκτάβα στη διάθεσή του!
Κατέχει ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των μουσικών του κλαρίνου γιατί θεωρείται ο πιο ενήμερος και τελειότερος εκτελεστής των αυθεντικών παραδοσιακών τραγουδιών. Έχει συνεργαστεί με όλα τα μεγάλα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει συμμετοχές σε ραδιοτηλεοπτικές παραγωγές και σε ηχογραφήσεις δίσκων. Εκτός από τα παραδοσιακά παίζει και τα "καμπίσια" όχι όμως όπως παίζονται σήμερα αλλά όπως παίζονταν παλιά. Έχει διδάξει κλαρίνο σε πολλούς νέους μουσικούς.
Οι δύο γιοί του είναι επίσης μουσικοί (ο Μπάμπης παίζει και αυτός κλαρίνο). Είναι χαρακτηριστικό του παιξίματός του το σόλο "Αργείτικο καλαματιανό".
Ο Αριστείδης Βασιλάρης έφυγε απ τη ζωή στις 11 Αυγούστου 2013.»
«Ο Βαγγέλης Κοκκώνης γεννήθηκε στο Αγρίνιο και ήταν γιος του
παλιού κλαρινίστα Δημήτρη Κοκκώνη. Έπαιζε κλαρίνο επαγγελματικά από τα παιδικά
του χρόνια και ξεκίνησε στα πανηγύρια της περιοχής του. Γύρω στο 1960-62 τον
άκουσε ο αείμνηστος Στέλιος Καζαντζίδης, ο οποίος είχε τρομερό αυτί και τον
πρότεινε του Σκαφίδα (που ήταν φίλοι) να τον φέρει στην Αθήνα στο μαγαζί που
διατηρούσε στον Άγιο Παύλο, γιατί θα εξελισσόταν σε μεγάλο κλαρίνο. Πράγματι,
πείστηκε ο Σκαφίδας και άρχισε συνεργασία με τον Βαγγέλη Κοκκώνη στα πανηγύρια
και μετά στο κέντρο. Στου Σκαφίδα κάθισε πάνω από δέκα συνεχή χρόνια, μέχρι που
έκλεισε πια το κέντρο. Το όνομά του έγινε αμέσως γνωστό και σε λίγα χρόνια ο
Κοκκώνης βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των επώνυμων κλαρίνων. Από τη δισκογραφία
του Σκαφίδα δεν έλειψε ποτέ, πρέπει να του'χει παίξει τουλάχιστων 100 τραγούδια.
Σε όλη τη συνεργασία του με το Σκαφίδα έπαιξε με τον Γιώργο Κόρο και τον Κώστα
Σούκα (κιθάρα). Ο Κοκκώνης δεν ήταν κλασικό παραδοσιακό κλαρίνο, όπως π.χ. ο
Πέτρο-Λούκας. Είναι σύγχρονος με άφθαστο ρεπερτόριο. Το παίξιμο του απαράμιλλο
και η δεξιοτεχνία του αστείρευτη, που φαινόταν στα "βέρσα"! Δεν
υπάρχει άλλο κλαρίνο μέχρι σήμερα με τη φαντασία και την τέχνη του Βαγγέλη
Κοκκώνη στο βέρσο!! Σαν άνθρωπος ήταν σωστός επαγγελματίας και καλός
οικογενειάρχης. Ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα σε κανέναν συνάδελφό του, ήταν
συνεπέστατος! Δυστυχώς δεν έπαιξε ποτέ στην τηλεόραση (θύμα των κάθε άσχετων
ειδημόνων που έκαναν κουμάντο) κι έτσι δεν έχουμε σήμερα εκτελέσεις του
στουντιακές τηλεοπτικές. Επίσης δεν ηχογράφησε ποτέ προσωπικό δίσκο με σόλο, όμως
όργωσε όλη την Ελλάδα και χάρισε απίστευτες βραδιές στους ακροατές και χορευτές
των πανηγυριών και είχε φανατικούς οπαδούς. Μπορούσε να σταθεί οπουδήποτε, αλλά
στο Ξηρομέρο είχε μοναδική πέραση. Εκτός από τον Σκαφίδα, έχει γραμμοφωνήσει με
τον Χρήστου Φωτίου, τη Σοφία Βόττα, τη Φυλιώ Πυργάκη, τη Βαγγελιώ Χρηστιά, τον
Θανάση Βόττα κ.α. Σε κέντρα και πανηγύρια έχει δουλέψει με όλους ανεξαιρέτως.
Μεγάλο ντουέτο υπήρξε επίσης με τον Τάκη Καρναβά, το Μάκη Χριστοδουλόπουλο, τη
Βαγγελιώ Χρηστιά και άλλους μεγάλους και μικρότερους! Αξίζει να σημειωθεί ότι
μουσικοί είναι και οι δύο γιοι του Κοκκώνη. Ο Θύμιος παίζει αρμόνιο και ο
Παναγιώτης κιθάρα.
Ο Βαγγέλης Κοκώνης απεβίωσε το 2011.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).










