Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

319. RCA VICTOR 51g 3695 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ 1965

Σηφογιωργάκης (Σηφογεωργάκης) Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Ασκοξυλάκη (Σηφογιωργάκη) Χρυσούλα RCA VICTOR 51g 3695 Το τραγούδι της ζωής μου - Έχεις δικαίωμα να κλαις (Σκουλουφιανός συρτός) 1965- 45rpm- 7''
 
«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών ως αμοιβή από εργασία στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος και μαθητής του.
Η επαφή τους κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέψει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη. Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι των Γιώργη Καλογρίδη, Γιωργη Μαρκογιαννάκη, Γιώργη Σταυριανάκη κ.ά.
Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών Οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο το Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σ' επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, το Σκορδαλό, κ.α. Η πρώτη τους γνωριμία με την τεχνολογική υποδομή της μουσικής είναι η εκπομπή του Σίμωνα Καρά, στο PΣ Αθηνών και στον Ρ/Σ Ενόπλων Δυνάμεων κατά το 17μηνο της στρατιωτικής του θητείας, στο κέντρο διαβιβάσεων Χαϊδαρίου.
Έτσι τελειώνοντας τη θητεία του το 1955 έχει ήδη δημιουργήσει τη φήμη του καλού λυράρη, που αρχίζει να απλώνεται σ' ολόκληρη την Κρήτη αρχικά και εκτός Κρήτης αργότερα. Πρώτος του σταθμός εκτός Ελλάδος, παρέα με τον Μαρκογιαννάκη, το 1ο φεστιβάλ, νέων στο Ελσίνκι, συνοδεύοντας χορευτικό κρητικό συγκρότημα, που απέσπασαν το 1ο βραβείο. Ακολουθεί περιοδεία στην Ανατολική Ευρώπη και ταξίδι στην Αμερική, όπου ηχογραφείτε ο πρώτος δίσκος, Ο φάρος, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται και να τραγουδιέται. Επίσης εκεί γνωρίζεται με τον πρόεδρο Τρούμαν απ' τον οποίο παραλαμβάνει τη χρυσή κλείδα των ΗΠΑ. Ακολουθούν άλλες δισκογραφικές επιτυχίες όπως "Δεν έχω άλλα δάκρυα", "Το γράμμα". "Ο άτυχος", "Η κολασμένη σου ψυχή", "Το τραγούδι της μάνας", "Στη Γεpμανία μακρυά", "Έχεις δικαίωμα να κλαις" κ.α. Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά της Χρυσούλας, που σε πολλές ηχογραφήσεις δίσκων έχει συνοδεύσει τον Σπύρο με την εκλεκτή και μοναδική φωνή της.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης τίμησε επάξια την κρητική παραδοσιακή μουσική, διαφυλάττοντας ακέραια τη γνησιότητα και το μεγαλείο της έτσι όπως ονειρεύτηκε και στόχευσε, προσφέροντας τις δικές του δημιουργίες, διακρινόμενος μεταξύ των μεγάλων της Μεγαλονήσου, μεσουρανώντας στο κρητικό μουσικό στερέωμα.
Αποχώρησε από την ενεργό δράση το 1990, και όπως ο ίδιος λέει, του δόθηκε η ευκαιρία σταματώντας τα ταξίδια να μείνει κοντά στην οικογένειά του. Γνώρισε καλύτερα τη γυναίκα και τα παιδιά του. Εξ άλλου όπως υποστήριζε « ο καλλιτέχνης πρέπει να αφήνει τον κόσμο του πριν τον αφήσει εκείνος. Το πάλκο θέλει μαύρα μαλλιά.»
Οι γνωστές αγαπημένες μελωδίες της λύρας του ακούστηκαν σ’ όλο τον κόσμο. Από το Χάλιφαξ του Καναδά μέχρι το Βανκούβερ. Από το Κέιπ-Τάουν μέχρι την Τυνησία. Από το Χόλιγουντ μέχρι τη Νέα Υόρκη. Από το Ελσίνκι της Φιλανδίας μέχρι το Λονδίνο και όλη την Ευρώπη, Ρωσία και Αυστραλία όπου και ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της Καμπέρα.
Το 1962 σε διαγωνισμό στο Ελσίνκι της Φιλανδίας, απέσπασε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο Λαϊκής Παράδοσης, παίζοντας λύρα. Είχε δώσει κατά καιρούς πολλές συνεντεύξεις και είχαν γραφτεί πολλά θετικά σχόλια σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Το 1969 εμφανίστηκε στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και πιπέρι», ενώ είναι σε όλους γνωστή η συμμετοχή του στην ταινία «Η Νεράιδα και το Παλικάρι» με πρωταγωνιστές την Α. Βουγιουκλάκη και το Δ. Παπαμιχαήλ, καθώς και στην ταινία «Ζορμπάς» με τον Άντονυ Κουίν και την Ειρήνη Παπά.
Επίσης μεγάλες προσωπικότητες παρευρέθηκαν και παρακολούθησαν συναυλίες του και άλλες εκδηλώσεις, όπως ο Ντε Γκωλ, Ο Κρούτσεφ, Ο Ωνάσης κ.α.
Συνεργάστηκε με πολλούς καταξιωμένους μουσικούς όπως το Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το Γιάννη και Γιώργη Μαράκη, το Γιώργη Θυμιατζή, το Σταύρο Παπαδάκη, το Λουκά Παχουντάκη, τον Κωστή Τσουκνάκη, τον Αντώνη Σκευάκη κ.α.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης έφυγε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 83 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι, το κλασικό δίδυμο Σηφογιώργη- Μαρκογιάννη (και η Χρυσούλα στο πρώτο τραγούδι), σε δυο πολύ όμορφους σκοπούς, ειδικά ο Σκουλουφιανός συρτός. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

318. COLUMBIA SCDG 4082 ΜΠΕΛΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΤΑΣΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ 1972

Μπέλλος Στυλιανός- Χαλκιάς (Χαλκιόπουλος) Τάσος- Χαλκιάς Κυριάκος COLUMBIA SCDG 4082 Βασιλικέ μου τρίκλωνε - Μια όμορφη γειτόνισσα 1972- 45rpm- 7''

Ο Στυλιανός Μπέλλος (βλέπε και αναρτήσεις 102 και 150) γεννήθηκε, το 1930, στη Σέλλιανη Παραμυθιάς. Υπήρξε καθηγητής φιλόλογος, Λυκειάρχης, ερμηνευτής και μελετητής του παραδοσιακού δημοτικού τραγουδιού.

Παράλληλα με τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών, μελέτησε συστηματικά και την ελληνική παραδοσιακή μουσική κοντά στο λαογράφο Γεώργιο Μέγα και τον λαϊκό μουσικό Τάσο Χαλκιά. Την περίοδο 1958-1959, η γνωριμία του με τον Ελβετό λαογράφο Samuel Baud-Bovy είχε αποτέλεσμα την ηχογράφηση πολλών ραδιοφωνικών εκπομπών καθώς και τον πρώτο του δίσκο την «Ασημούλα». Από τότε κυκλοφόρησε περισσότερα από 300 παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια εκτελώντας τα όπως τα έμαθε από τους μεγαλύτερους.

Συνεργάστηκε επί πολλά χρόνια με διακεκριμένους μουσικούς της λαϊκής ζυγιάς, βιρτουόζους του κλαρίνου όπως ο Τάσος Χαλκιάς, ο Πέτρος Λούκας, ο Ναπολέων Δάμος, ο Σταύρος και ο Γρηγόρης Καψάλης, ο Βασίλης και ο Βαγγέλης Σούκας, ο Θανάσης Χαλιγιάννης, ο Βασίλης Μπατζής, ο Φίλιππος Ρούντας, ο Ναπολέων Ζούμπας, κ.α. και εξέχοντες τραγουδιστές όπως ο Φώτης Χαλκιάς, ο Δημήτρης Ζάχος, ο Αλέκος Κιτσάκης, ο Γιώργος Κούρτης, ο Χρήστος Φωτίου, ο Σάββας Σιάτρας, ο Χρήστος Πανούτσος, ο Αντώνης Κυρίτσης, ο Βασίλης Κολοβός, η Γιώτα Βέη, η Αιμιλία Χατζηδάκη, η Ελένη και Ειρήνη Κονιτοπούλου, ο Χρόνης Αηδονίδης, ο Καρυοφύλλης Δοϊτσίδης, ο Χρύσανθος και ο Δημήτρης Βάγιας με τον οποίο συνεργάστηκε επί διετίας και στο μαγαζί του, το «Ηπειρώτικο Σαλόνι», στη λεωφ. Βουλιαγμένης.

Είχε τιμηθεί επανειλημμένα για την σημαντική προσφορά του. Ανάμεσα στους θαυμαστές του ήταν και επιφανή πολιτικά πρόσωπα όπως ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και επίσης Ηπειρώτης, Κάρολος Παπούλιας, ο Γιώργος Ράλλης, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος κ.ά. οι οποίοι έσπευδαν να τον απολαύσουν στους χώρους όπου τραγουδούσε κατά καιρούς.

Έλαβε Εύφημο μνεία από το Υπουργείο Παιδείας και τιμητικές διακρίσεις, επαίνους και βραβεία για την προσφορά του από συλλόγους, αδελφότητες, σωματεία, δήμους, σχολεία, ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και ακαδημίες εντός και εκτός Ελλάδας.

Διατέλεσε αντιπρόσωπος της εθνικής ενώσεως νέων επιστημόνων εξωτερικού, διευθυντής των κοινοτικών εκπαιδευτηρίων ελληνικής κοινότητας Μανσούρας, έφορος πολιτισμού της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος και αντιπρόεδρος της Ένωσης Τραγουδιστών Ελλάδος.

«Από μικρός γαλουχήθηκα από την οικογένειά μου ώστε να αγαπήσω με πάθος το δημοτικό τραγούδι. Στο χωριό μου, τη Σέλλιανη Θεσπρωτίας, με πήγαιναν στις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής κι έτσι είχα τη δυνατότητα να ακούω από τους μεγαλύτερους τα δημοτικά μας τραγούδια στην πρωταρχική τους μορφή. Γνήσια κι ανόθευτα, με αποτέλεσμα να εμποτιστώ με το παραδοσιακό χρώμα τους.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια ασχολήθηκα συστηματικά με τη συγκέντρωση και καταγραφή από διάφορα μέρη της Ηπείρου. Φοίτησα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Φιλοσοφική Σχολή.

Στο μάθημα της Λαογραφίας είχα καθηγητή τον Γεώργιο Μέγα, μια σπουδαία προσωπικότητα του χώρου. Δόθηκε, μάλιστα, η ευκαιρία να με ακούσει κι o Ελβετός λαογράφος Samuel Baud-Bovy, με αποτέλεσμα να με στείλουν στη ραδιοφωνία, όπου ηχογράφησα πολλά τραγούδια και στη συνέχεια τον πρώτο μου δίσκο, την Ασημούλα.
Ήταν η περίοδος 1956-59.
Από τότε έχω κυκλοφορήσει πολλά τραγούδια, έχω κάνει δημοσίευση λαογραφικού και παιδαγωγικού περιεχομένου σε εφημερίδες, περιοδικά, στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, όπου υπηρέτησα ως καθηγητής επί σειρά ετών, και στο πλαίσιο της διαπολιτιστικής ανταλλαγής επισκέφτηκα Αλβανία, Ρωσία, Φινλανδία, Ινδία, Σουηδία, Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ.

Όταν λέμε εκδηλώσεις, εκείνο τον καιρό, αυτές περιορίζονταν σε βαφτίσια, γάμους και πανηγύρια. Δεν είχαμε συναυλίες, όπως αργότερα, οπότε και πραγματοποίησα πάμπολλες ανά τον κόσμο και την Ελλάδα. Τέσσερεις ή πέντε φορές έχω φιλοξενηθεί και στον Λυκαβηττό. Ο κόσμος γέμιζε αυτούς τους χώρους, γιατί διψούσε γι’ αυτή τη μουσική.

Πρέπει να αναφέρω ότι ως επί το πλείστον είχα δίπλα μου μεγάλα ονόματα της δημοτικής μουσικής και πρώτον από όλους τον μεγάλο μου δάσκαλο, Αναστάσιο (Τάσο) Χαλκιά, με τον οποίο έχω ηχογραφήσει και τα περισσότερα τραγούδια μου.
Από περιπλάνηση που έκανε κι ο ίδιος από χωριό σε χωριό είχε διαπιστώσει το εύρος της παραδοσιακής μουσικής και είχε στενή επαφή μαζί της.
Ανταμώσαμε το ’52 ή το ’53 στη Σέλλιανη. Εκεί με άκουσε και είπε ότι τον ενδιαφέρω. Έτσι πήγα κοντά του και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε σε τραγούδια, στη δισκογραφία και τις συναυλίες. Μάλιστα, αναλάμβανα ο ίδιος την οργάνωση των συναυλιών και συγκέντρωνα το καλύτερο καλλιτεχνικό δυναμικό που διέθετε η Ήπειρος, όπως ήταν ο Αλέκος Κιτσάκης, ο Δημήτρης Βάγιας, με τον οποίο συνεργάστηκα επί διετίας και στο μαγαζί του, το Ηπειρώτικο Σαλόνι, στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης της Αθήνας
Μια ξεχωριστή ανάμνηση για ’μένα είναι ένα ταξίδι στην Ινδία, που κάναμε μαζί με τον Κώστα Μουντάκη. Μεγάλος μουσικός, με σημαντική προσφορά στην κρητική μουσική, αλλά και δάσκαλος στην κρητική λύρα. Ήταν το 1985, όταν κάναμε το συγκεκριμένο ταξίδι, για μια διακρατική πολιτισμική ανταλλαγή. Πήγαμε σε Βομβάη, Καλκούτα και Νέο Δελχί. Κατέβηκαν από τα Ιμαλάια Ινδοί μουσικοί με σιτάρ και εμείς είχαμε μαζί μας έναν κλαρινίστα Θεσσαλό, τον Κυριάκο Κωστούλα, και το καλύτερο ντέφι της Ελλάδας, τον Μάνθο Σταυρόπουλο. Ήταν εντυπωσιακό το πόσα χτυπήματα έκανε ανά λεπτό. Είχε μια ταχυδακτυλουργία κι ένα ειδικό παίξιμο. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και στους Ινδούς μουσικούς. Εγώ είπα ένα γαμήλιο τραγούδι, το Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, και τους άρεσε πολύ, γιατί το είχαν σαν μελωδία στη δισκοθήκη τους. Είναι ήχος πλάγιος δεύτερος βυζαντινή μελωδία. Ένα τραγούδι που ακούγεται από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη, αλλά με διαφορετικό μέλος.
Βρήκαμε κι άλλες συγγένειες με τους Ινδούς, κυρίως στο πεντατονικό σύστημα».

Για τους Χαλκιάδες δείτε παλαιότερες αναρτήσεις.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

317. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3857 ΠΥΡΓΑΚΗ ΦΙΛΙΩ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ 1969

Πυργάκη Φιλιώ- Βασιλόπουλος Γιάννης- Κοντογιώργος Κώστας- Βασιλειάδης (Βασιλάρης) Αριστείδης HIS MASTER'S VOICE 7PG 3857 Μέσα στο γιόμα χωριανή μου (Τσάμικο) - Ξύπνα Γιώργο μου το πρωΐ (Καλαματιανό) 1969- 45rpm- 7''

«H Φιλιώ Πυργάκη γεννήθηκε στον Aσπρόκαμπο Kορινθίας το 1939 και εμφανίστηκε στο πάλκο στα μισά της δεκαετίας του ’50. Ήταν η εποχή που οι τραγουδιστές, ειδικά στο χώρο του δημοτικού τραγουδιού, μεστώνονταν από παιδάκια. Την περίοδο εκείνη το είδος αναζητούσε νέους πρωταγωνιστές που θα εξέφραζαν, και το χτες αλλά και το -τότε- «σήμερα».
Στην κοινωνία η ξενιτειά αποτελούσε μονόδρομο για πολλούς όπως και η εσωτερική μετανάστευση. Τα νέα δεδομένα και το πάντρεμα του χωριού με την πόλη αντανακλάστηκαν μέσα από νέες δημιουργίες που πατούσαν γερά στο παρελθόν αλλά εμπλουτίζονταν από τα κατάλληλα μπολιάσματα των καιρών. Αυτό ίσχυε και για τη δισκογραφία αλλά και για την διασκέδαση. Το γλέντι, ο χορός, το ξέδομα αποτελούσε ανάγκη ζωής, σε έναν τόπο όπου οι άνθρωποι έχουν το τραγούδι ως τροφή.

Η Πυργάκη απ’ τα πρώτα χρόνια του ’60 έγινε στο «ψωμί του κόσμου» ηχογραφώντας σειρά δίσκων 45 στροφών στην Κολούμπια έχοντας στο πλευρό της τον πολύ Γιώργο Κόρο στο βιολί και τον κλαρινίστα Κώστα Κοντογιώργο που με τη σειρά του ήταν «φίρμα» της εταιρείας στο εργοστάσιο στον Περισσό. Δική του ανακάλυψη ήταν η Πυργάκη και με δικά του τραγούδια ξεκίνησε και αγαπήθηκε από το πανελλήνιο.
Η φωνή της ήταν καταιγίδα που ράγιζε τις καρδιές και ρίζωνε σ’ αυτές. Δεν είχε το «βελούδο» της Βέρρα ή το «κεντράρισμα» της Κολλητήρη αλλά ήταν περίτεχνη με τη μεστότητά της και συγκινούσε.
Δούλεψε γερά στα «δημοτικάδικα», τα μαγαζιά που άνθιζαν στο κέντρο και τα «εξαπτέρυγα» της Αθήνας (Έλατο, Πλάτανο, Bοσκοπούλα, Eλληνικό Γλέντι, Σταλακτίτες, Γλυκοχαράματα, Αγρίμια κ.ά) συνεργαζόμενη με σπουδαίους ερμηνευτές (Καρναβά, Κάβουρα, Σκαφίδα κ.ά.) και οργανοπαίκτες (Κόρο, Βασιλόπουλο, Γιαούζο, Κοκοντίνη, Mάκη Bασιλειάδη, Βαγγέλη και Βασίλη Σούκα, Μάγκα κ.ά).
Στα πανηγύρια λειτουργούσε σαν κεντρικό σημείο αναφοράς. Ήταν απ’ τις περιπτώσεις που πρώτα έπρεπε να κλείσεις εκείνην και μετά να πας στους επόμενους. Η Πυργάκη στην περιοχή της Λαμίας και της Λειβαδιάς ακόμη και λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή… ήταν Θεά! Και μόνο η παρουσία της προκαλούσε κύματα ενθουσιασμού στους μερακλήδες αλλά και τους νεότερους. Αλλά γενικά η Πυργάκη είχε πανελλήνια πέραση γι’ αυτό και εμφανίστηκε σε πολλές γωνιές της χώρας μας καθώς και σε Αμερική, Καναδά, Γερμανία, Αυστραλία, Σκανδιναβία, γνωρίζοντας μεγαλειώδη υποδοχή.
Μετά το δισκογραφικό ντεμπούτο της με το κλέφτικο «Βαρέθηκα τα νιάτα μου» και το τσάμικο «Μην τα μαλώνεις τα παιδιά» ακολούθησε το 1964 το καλαματιανό «Πέρασε ένας κυνηγός», πάντα του Κοντογιώργου και με τον Κόρο στο βιολί.
Το 1966 σειρά είχαν το «Λιβανατείκο» (κλαρίνο ο Γιώργος Γιαούζος) και το σπαρακτικό τσάμικο «Πουλιά μου σας παρακαλώ» (κλαρίνο ο Βασίλης Σαλέας), που στέριωσαν πια για τα καλά την Πυργάκη στο μουσικό στερέωμα και στη συνείδηση του κόσμου.

Μέχρι και λίγο μετά τα μισά του ΄70 παρέμεινε στην Κολούμπια ηχογραφώντας 45άρια αλλά και μεγάλους δίσκους.
Στη συνέχεια δισκογράφησε σε μικρότερες εταιρείες, σημειώνοντας επιτυχία, ενώ κυριολεκτικά αμέτρητες είναι οι ζωντανές ηχογραφήσεις που κυκλοφορούν με εκείνη πρωταγωνίστρια. Αν μπορούσαν να μετρηθούν οι πωλήσεις αυτών των άλμπουμ θα μιλάγαμε για… ατέλειωτη πλατίνα. Οι εγγραφές αυτές, παρά τα ταπεινά τεχνολογικά μέσα, -λίγες είναι αντάξιες της-, δείχνουν και τη δυναμική της αλλά και τη λατρεία του κοινού για τη φωνή της.

Στο λαϊκοδημοτικό είδος, παρά τις αστοχίες που υπήρχαν κυρίως στο στιχουργικό μέλος, η Πυργάκη κατάφερε να σταθεί μ’ αξιοπρέπεια και χαρακτήρα. Μεγάλο σουξέ έκανε με το πείραγμα του Κώστα Πίτσου στο «Σαν περπατάς, παραπατάς», απ’ τους μεγάλους ύμνους των πανηγυριών.
Δυστυχώς για μας, περιπτώσεις σαν της Πυργάκη κι άλλων ευλογημένων του δημοτικού τραγουδιού, δεν αξιοποιήθηκαν αναλόγως του χαρίσματος τους.
Η Φιλιώ Πυργάκη θεσμοθέτησε το «Καμπίσιο» και το «Καγκέλι» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γκάμα της δεν ήταν πλατιά. Σίγουρα όμως δεν ήταν και ατελείωτη, όπως όμως ήταν η ακτινοβολία της.
Θυμάμαι τον συνοδοιπόρο της και πηγαίο ερμηνευτή και δημιουργό Στάθη Κάβουρα, να μου περιγράφει θύμησες απ’ όταν άνθρωποι τραβούσαν στερήσεις και έκαναν πολλά χιλιόμετρα για να τους απολαύσουν, -εκείνον, τη Φιλιώ και μερικούς ακόμη καλλιτέχνες- για λίγες στιγμές, μια βραδιά. Μιλάμε για τραγουδιστές που διέθεταν ένα ευρύ και ισχυρό πυρήνα θαυμαστών που εκτιμούσαν τον τρόπο και τις προθέσεις τους. Για πολλούς ανθρώπους για πολλά χρόνια, το να δουν έστω και για μια φορά την Πυργάκη, ήταν ένα γεγονός ζωής.
Λένε πως έφυγε στις 17 Ιουλίου 2021...»

"Γεννήθηκα στο Αγρίνιο το 1939. Ο πατέρας μου και η μάνα Αγρινιώτες. Ο παππούλης μου Γιάννης Βασιλόπουλος από την Κωνσταντινούπολη, ήρθε στην Φιλιππιάδα.
Η γιαγιά μου από το Μεσολόγγι. Τσιγγάνα. Είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Υπηρέτησα φαντάρος στην Τρίπολη.
Τα καλύτερα κλαρίνα που άκουγα τότες, ήταν: Ο Χαράλαμπος Μαργέλης, ο Κώστας Φουσκομπούκας ο πατέρας του Αριστείδη Μόσχου, ο Βασίλης Τουρκοβασίλης από την Πρέβεζα, ο Βάγιος Μαλλιάρας και ο Γουρνόπουλος από τη Βουργιά Μεσολογγίου.
Οι θείοι μου, Κώστας και Γρηγόρης έπαιζαν κλαρίνο. Ο Χριστόφορος σαντούρι, ο Μήτσος τραγουδούσε μαζί με τον πατέρα μου Γιώργο Βασιλόπουλο, από τα καλύτερα κλαρίνα, με έβγαλαν στην πιάτσα. Εμάς ποτέ δε μας είπαν «Γύφτοι». Επίσημα ντυμένοι έρχονταν και μας έπαιρναν με τα άλογα για τους γάμους και τα πανηγύρια. Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Πρέβεζα, Πάτρα σέβονταν τα όργανα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν προσωπικότητες.

Στην Αθήνα ήρθα 18 χρονών. Πρώτο μαγαζί του Δημήτρη Μασούρα στην Ομόνοια «Ο Ευρώτας» μετά με τον Δημήτρη Ζάχο στην Πλατεία Βάθη στην «Ζούγκλα». Έπαιξα με τον Κώστα Ρούκουνα στην Ηπείρου, τη Σοφία Κολλητήρη, την Τασία Βέρα, τον Γιώργο Παπασιδέρη, Γιώργο Μεϊντανά και πολλούς άλλους. Μ’ άκουσε ο Στέλιος Καζαντζίδης και μ’ έβαλε στο δίσκο στην Κολούμπια. Το μεροκάματο 30-60 δραχμές στις αρχές του ’60. Τώρα είμαι πρώτο όνομα και είναι ανάλογο. Είμαι αυτοδίδακτος και όταν εκτελώ το όργανο δίνω την ψυχή μου. Όπως αγαπώ το παιδί μου πιο καλά αγαπώ το όργανο. Άκου να σου πω, εγώ παίζω το ΛΑ κλαρίνο είναι πιο σωστό από το ΝΤΟ δεν το αγριεύει το όργανο, το ΛΑ είναι γλυκό. Το κλαρίνο που ‘χω το πήρα 100 δραχμές από το σακούλι ενός Βλάχου. Είναι πάνω από 100 χρονών όργανο. Ο άνθρωπος δεν ήξερε τι μου ‘δώσε. Το παν στο κλαρίνο είναι το φύσημα και οι ανάσες. Το φύσημα πρέπει να ‘ναι ταιριασμένο με τα δάχτυλα, διαφορετικά «αλλού παπάς κι αλλού τα ράσα του». Η ανάσα από τη μύτη μόνη της. Μόνο εγώ να το καταλαβαίνω. Άμα το νιώσει ο ακροατής, πάει χάλασε το κομμάτι.
Κάποτε με κάλεσε ο Μίκης Θεοδωράκης και με πήρε και με πήγε ο Γιάννης ο Πέτσας (κιθάρα). Όταν πήγα στο Στούντιο, ήτανε 30 με 40 μουσικοί και ο Μίκης Θεοδωράκης μου ‘δώσε την παρτιτούρα και λέω του Γιάννη: «Τι μου δίνει εδώ; Μου ‘δώσε μια παρτιτούρα». «Μαέστρο, δε διαβάζει τις νότες», του είπε ο Γιάννης και ο Μίκης ήθελε να με διώξει και όπως κάθισε στο πιάνο του λέω: «Δάσκαλε παίξε και θα το παίξω». Τα ‘χασέ ο Μίκης και γυρίζει και λέει: «Πώς είναι δυνατόν να κρατάει τόσες φωνές στο μυαλό του!» «Ώσπου να πάμε στη Θεσσαλονίκη» μου λέει, «θα σε μάθω μουσική». Εν τω μεταξύ τον πιάσανε – Χούντα ήτανε- και δεν είχα την τύχη να προλάβω να διαβάσω μαζί του.
Από μικρός μ’ άρεσε η Βυζαντινή μουσική, παίρνω το όργανο, συγκεντρώνομαι και κατεβάζω αυτά που θέλω και πατάω στους δρόμους της Βυζαντινής μουσικής Ραστ Σαμπάχ Ουσάκ Νέβα Γιαβέντι. Μπορώ να παίζω τα πιο δύσκολα κοντσέρτα, αρκεί να τ’ ακούσω μια φορά. Έχω παίξει κλαρίνο στο δίσκο του Σταύρου Ξαρχάκου «Η Ελλάδα της Μελίνας». Τι άλλο θέλεις! Έχω 3 κορίτσια και 2 αγόρια παντρεμένα και μ’ εγγόνια. Τη γυναίκα μου την έχασα. Μ’ αρέσει το ωραίο ντύσιμο, το βρήκαμε από τη γενιά του πατέρα μας. Είναι παράδοση. Ο άνθρωπος δεν ζει για να γεμίζει την κοιλιά του αλλά για να μοσχοβολάει."
Ο μεγάλος μουσικός έφυγε στις 4/2/2011 σε ηλικία 72 χρονών!

Γεννήθηκε το 1932 στον Πύργο Ηλείας (κατά άλλους στο Ριόλο Αχαΐας), κατάγεται από οικογένεια μουσικών και είναι αδερφός του μεγάλου Μάκη Βασιλειάδη.
Εκτός από κλαρίνο που το γνωρίζει πολύ καλά παίζει και φλογέρα με μοναδικό τρόπο!
Ο Βασιλάρης (Βασιλειάδης) είναι ο πρώτος που μελέτησε και τελειοποίησε τη φλογέρα ανοίγοντας ακόμα δύο τρύπες (από έξι τις έκανε οκτώ) έχοντας έτσι μια πλήρη οκτάβα στη διάθεσή του!
Κατέχει ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των μουσικών του κλαρίνου γιατί θεωρείται ο πιο ενήμερος και τελειότερος εκτελεστής των αυθεντικών παραδοσιακών τραγουδιών.

Έχει συνεργαστεί με όλα τα μεγάλα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει συμμετοχές σε ραδιοτηλεοπτικές παραγωγές και σε ηχογραφήσεις δίσκων. Εκτός από τα παραδοσιακά παίζει και τα "καμπίσια" όχι όμως όπως παίζονται σήμερα αλλά όπως παίζονταν παλιά. Έχει διδάξει κλαρίνο σε πολλούς νέους μουσικούς.
Οι δύο γιοί του είναι επίσης μουσικοί (ο Μπάμπης παίζει και αυτός κλαρίνο). Είναι χαρακτηριστικό του παιξίματος του το σόλο "Αργείτικο καλαματιανό".
Ο Αριστείδης Βασιλάρης έφυγε απ τη ζωή στις 11 Αυγούστου 2013.

Βιογραφικά στοιχεία για τον Κώστα Κοντογιώργο σε παλαιότερες αναρτήσεις.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

316. HIS MASTER'S VOICE AO 1048 ΜΑΡΙΑΝΟΣ ΓΙΩΡΓΗΣ- ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ 1933

Μαριάνος (Μαριανάκης) Γιώργος- Καραβίτης Αλέκος- Κουτσουρέλης Γιώργος HIS MASTER'S VOICE AO 1048 Πηδηκτός Κρητικός - Συρτός Καραγκιουλές 1933- 78rpm- 10''
 
Ο καλλιτέχνης υπόδειγμα. Βιολιστής υψηλού επιπέδου που πραγματικά άφησε εποχή στα μουσικά δρώμενα των Χανίων και γενικά της Κρήτης. Γεννήθηκε στον Δραπανιά Κισάμου το 1891 και ήταν γιός του περίφημου βιολιστή Αντρέα Μαριάνου ή Μαριαναντρίκου. Σίγουρα κληρονόμησε το ταλέντο από τον πατέρα του, όμως δεν είναι παράλογο να πούμε πως τον ξεπέρασε.
Η αγάπη του για την μουσική δεν τον άφησε να μάθει γράμματα. Το βιολί ήταν μέσα στην ψυχή του. Από μικρός ήταν προικισμένος με το ταλέντο του μουσικού και σε ηλικία 16 ετών ήταν πλέον ένας περιζήτητος καλλιτέχνης. Με αυτή την ασχολία του έζησε την οικογένεια του.
Ο Σιδερής, ο Χάρχαλης κι ο Γιώργης ο Μαριάνος,
αυτοί οι τρεις γλεντήσανε τον κόσμο τον απάνω.
Ο Μαριάνος μαζί με τον Χάρχαλη αποτέλεσαν το ισχυρότερο δίδυμο βιολιστών των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνα. Ο καθένας είχε την τέχνη του, την προσωπική σφραγίδα στο παίξιμο. Δάσκαλος με όλη την σημασία της λέξεως ο Μαριάνος, καθώς δίδαξε πολλούς νέους βιολιστές, αλλά και γιατί ακουστικά δημιούργησε «σχολή».
Ο Γιώργης Μαριάνος πραγματικά εκείνη την εποχή, μαζί με τον μεγάλο Νικολή Χάρχαλη είχαν να δουν το σπίτι τους πολλές μέρες λόγω των πολυήμερων γλεντιών. Ήταν πραγματικά ένας μύθος εκείνη την εποχή. Στο σπίτι του στο Δραπανιά έφταναν άτομα από όλο τον νομό Χανίων αλλά και από το Ρέθυμνο. Η προσφορά του είναι πολύ μεγάλη που σίγουρα δεν γίνεται να αποτυπωθεί σε μερικές αράδες.
Εκτός από τα Χανιά, έπαιξε και στην Αθήνα πολλές φορές όπως και είχε προσκλήσεις για όλη την Κρήτη, ακόμα και στην Αμερική καλέστηκε να πάει να παίξει, πράγμα όμως που δεν ήταν εφικτό να γίνει.
Αρχοντάνθρωπος με όλη την σημασία της λέξεως, το σπίτι του πάντα έσφυζε από ζωή καθώς δεχόταν καλλιτέχνες από όλη την Κρήτη σχεδόν. Από πολλές μαρτυρίες, ο Μαριάνος δίδαξε τα συρτά την δεκαετία του ’20 που ήσαν άγνωστα στην υπόλοιπη Κρήτη, σε πολλούς μουσικούς όπως ο Μουζουράκης, ο Καρεκλάς, ο Καραβίτης, ο Χαρίλαος κ.α.
Ο Γιώργης Μαριάνος έπαιξε σχεδόν με όλους τους ονομαστούς λαγουτιέρηδες της εποχής του, τακτικότεροι συνεργάτες όμως ήταν ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Γιάννης Κουριδάκης, ο Λεβενταρτέμης, ο Μανώλης Καρεφυλλάκης, ο Παντελής Φαραντάκης. Τους λίγους δίσκους που ηχογράφησε την δεκαετία του ’30 (και τέλη ΄20) τους έκανε σε συνεργασία με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Γιάννη Κουριδάκη.
Μεγάλη επίσης και η προσφορά του στην μάχη της Κρήτης, αφού πολέμησε και σκότωσε Γερμανούς στα Φελελιανά Κισσάμου. Το 1961 που παρόλη την ηλικία του συνέχιζε να ασκεί το επάγγελμα του μουσικού, έπαθε βαρύ καρδιακό επεισόδιο και έκτοτε σταμάτησε να παίζει ενεργά. Δεν άφησε προσωπικές συνθέσεις, παρόλα αυτά έπαιζε όλα τα παλαιά κισαμίτικα συρτά, αλλά και πολλά άλλα τραγούδια όπως ταμπαχανιώτικα, σούστες, καστρινό, σμυρναίικα και καλαματιανά. Το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο για εκείνη την εποχή.
Ο Γιώργης Μαριάνος άφησε εποχή με την επιβλητική του παρουσία και σφράγισε έντονα την συνείδηση του κόσμου που ευτύχησε να τον απολαύσει ζωντανά σε κάποιο από τα γλέντια του. Στην εμφάνιση ήταν πολύ επιβλητικός, πάντα με βράκα, στιβάνια κόκκινα ή μαύρα, μεϊτανογέλεκο, σαρίκι και καπότο, ήταν ένας αυθεντικός τύπος κρητικού, που ποτέ μα ποτέ δεν αποχωρίστηκε αυτή την φορεσιά.
«Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, κατά την περίοδο που υπηρετούσε στο λιμενικό σώμα, είχε φιλία με έναν ερασιτέχνη λυράρη από το Ρέθυμνο, ο οποίος υπηρετούσε στο φρουραρχείο Χανίων και καυχιόταν ότι ήταν άσσος δεξιοτέχνης κι ότι παίζει τα συρτά καλύτερα από τους Χανιώτες βιολιστές. Πολλές φορές ερχόντουσαν σε κόντρα με τον Ναύτη, αλλά λόγω της φιλίας τους, οι παρεξηγήσεις λύνονταν γρήγορα. Μια μέρα λοιπόν που είχαν άδεια, ο Ναύτης του είπε του λυράρη αυτού "Πάρε την λύρα σου και πάμε στο Καστέλλι να κάνουμε ένα γλεντάκι". Ο Ναύτης βέβαια είχε τον σκοπό του. Πήγαν λοιπόν στο Καστέλλι κι ο παραφουσκωμένος από εγωισμό λυράρης έλεγε συνεχώς του Ναύτη "μπορεί να βγάλατε εσείς τα συρτά, αλλά εμείς στο Ρέθυμνο τα παίζουμε καλύτερα". Πήγαν σε ένα καφενείο στο Καστέλλι κι εκείνη την ώρα, μπαίνει μέσα ο Μαριάνος.
Τον είδε ο λυράρης, έτσι με την επιβλητική του εμφάνιση καθώς ήταν ο Μαριάνος και στριμώχτηκε σε μια γωνιά. Ο Ναύτης, δεν έχασε ευκαιρία και τους σύστησε "Μπάρμπα-Γιώργη, από εδώ ο συνάδελφος και φίλος μου είναι από το Ρέθεμνος και παίζει λύρα, θα τον ακούσεις λίγο;". Ο λυράρης, μόλις άκουσε ότι αυτός ο επιβλητικός λεβέντης είναι ο περίφημος Μαριάνος, χλόμιασε ακόμα περισσότερο και μετά βίας είπε "χαίρω πολύ". Του κάνει ο Μαριάνος, με το αυστηρό βλέμμα που τον διέκρινε "Μπρέ σύ Ρεθεμιώτη, κατέεις να παίζεις καλό λυράκι;". Ο λυράρης απάντησε "στο χωριό μου λένε ότι σαν κι εμένα δεν υπάρχει άλλος. Παίζω και πεντοζάλια και σούστες, στα δε συρτά θεωρούμαι άψογος". Ο Μαριάνος, δεν του καλάρεσαν αυτά που άκουγε, ξιπασιές τα θεωρούσε και του λέει "καλά τα λόγια, να ακούσω τα έργα". Ξεκινά λοιπόν ο λυράρης και πιάνει να παίζει 4-5 σκοπούς συρτών. Αφού τελείωσε λοιπόν, γυρνά κορδωμένος στον Μαριάνο και του είπε "τελείωσα! Σ' αρέσανε τα συρτά;". Και ο Μαριάνος, του απάντησε αφοπλιστικά: "Τελείωσες; Κι εγώ που νόμιζα ότι τόση ώρα έπαιζες ταξίμια........!!!"».
Τον ¨πιάσαμε¨ και τον Μαριάνο με το σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Δυο εξαιρετικοί σκοποί. ¨Πηδηκτός Κρητικός¨ ο πρώτος που θυμίζει σούστα Κρητικιά αλλά έχει κάτι δακτυλιδισμούς που ίσως τον διαφοροποιούν. Στην άλλη πλευρά ¨Συρτός Καραγκιουλές¨. Κάπου διάβασα ότι ο Μαριάνος δεν ήταν συνθέτης. Άρα ο Καραγκιουλές είναι δανεικός; Μπορεί αλλά (όχι που θα σ’ άφηνα), άκου κάπου στο βάθος σιγοντάρει η λύρα (άκουσον άκουσον) του Αλέκου Καραβίτη. Στο δε λαούτο ο Κουτσουρέλαρος στα πρώτα του. Σκέψου τώρα το μέγεθος του δασκάλου που είχαν δίπλα τους. Πατάει σε ένα σκοπό και χωρίς να τον αλλοιώνει (υπόθεση αφού δεν άκουσα και τον 1ο Καραγκιουλέ βέβαια), του δίνει ώθηση με το κάτι παραπάνω και δεν τον βαφτίζει ¨Συρτός Μαριάνου¨ παρόλο που πρώτος του δίνει σιγόντο με λύρα.
Ο εν λόγο σκοπός του Μουσταφά Καραγκιουλέ (από την έρευνα εδώ), βιολιστή από τα Καλεργιανά Κισσάμου:1ος συρτός Καραγκιουλές το 1882, 2ος συρτός Καραγκιουλές το 1886, Καλεργιανός συρτός το 1890 στα Καλεργιανά Κισσάμου, Γιουσούφης συρτός το 1898 και πέμπτος (;) του Μαριάνου και δωδέκατος (;) του Λαϊνάκη; Μήπως ο 1ος αποτελεί την βάση (φόρμα) και μετά μιλάμε για άλλους διαφοροποιημένους (όμορφα) σκοπούς; Και ποιος μου λέει εμένα ότι και ο Καραγκιουλές δεν έκανε το ίδιο σε έναν σκοπό του 1850 και τον βάφτισε Καραγκιουλέ σκοπό; Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στα δημοτικά. Ποιος ο συνθέτης της ¨Ιτιάς¨, του ¨Αετού¨, του ¨Στα Σάλωνα¨ και πόσο πίσω μπορούμε να πάμε;
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 
 
 
 

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

315. FIDELITY 2105033 ΣΚΑΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ- ΜΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΖΩΪΤΖΙΔΗΣ Κ. 1970

Σκαλίδης Γιάννης- Σκαλίδη (Παπαδάκη) Δέσποινα- Μανουδάκης Βασίλης- Ζωϊτζίδης Κ. FIDELITY 2105033 Ο Βενιζέλος - Ο Γύπαρης 1970- 45rpm- 7''
 
Οι περισσότεροι (δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά), γνωρίζουν αρκετά για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και λιγότεροι για το πρωτοπαλίκαρο του, τον Παύλο Γύπαρη. Με αφορμή την τιμή που τους κάνει ο Σκαλίδης, στο σημερινό δισκάκι του 1970, ας μάθουμε λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον Γύπαρη.
Του Μοριχόβου τα βουνά ρωτούν της Μπελκαμένης
ποιος είν’ αυτός που πέρασε με το σπαθί στη χέρα;
Διαβαίνει όρη και βουνά, γκρεμούς και μονοπάθια
λειβάδια και νεροσυρμές κι ο κόσμος τόνε τρέμει
Το βήμα ντου ναι δέκα οργιές, το πήδημα σαράντα
κι όντε λιγάκι βιάζεται χάμε στη γης δε ’γγίζει
Είν’ ο Παυλής ο Γύπαρης …
Ο Παύλος Ιωσήφ Γύπαρης γεννήθηκε το 1882 στην Ασή Γωνιά του Αποκόρωνα της Κρήτης. Σε ηλικία 17 χρόνων έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα ως επικεφαλής της ομάδας των Κρητικών. Συμμετείχε στην περίφημη μάχη στο Ζέλεντιτς το 1904 όπου πλήθος κομιτατζήδων είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή λόγω κάποιου γάμου. Ο Γύπαρης συγκέντρωσε πέντε πρωτοπαλίκαρα και όρμησε στο γλέντι σκοτώνοντας 47 Βούλγαρους. Η φήμη του εξαπλώθηκε παντού μετά τη μάχη στο Μουρίκι, όπου εξουδετέρωσε τους Τούρκους και τους έτρεψε σε φυγή.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, το 1911 οργάνωσε ένα αντάρτικο σώμα στη Σάμο μαζί με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη και πολέμησε κατά των Τούρκων. Μαζί με 230 άνδρες ξεκίνησε την επανάσταση που οδήγησε στην απελευθέρωση του νησιού το 1912.
Το 1914 ενίσχυσε τον αγώνα για την εδραίωση της προσωρινής κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου. Ο Γύπαρης έφθασε στο Αργυρόκαστρο μαζί με 150 άνδρες και το πρωί της 20ης Ιουνίου η ομάδα του κατέλαβε την Κορυτσά και έπειτα προχώρησε στην Μοσχόπολη, όπου αφόπλισε τον τουρκικό πληθυσμό.
Το 1915, όταν ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος δεν έχει ακόμη φτάσει στην Ελλάδα, σχημάτισε μια «Ελληνοκρητική Λεγεώνα» 850-900 ανδρών και, ως λοχαγός του γαλλικού στρατού, εκστράτευσε εναντίον των Γερμανών στο μέτωπο της Αλσατίας. Το 1916, συντάχθηκε με το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας και πολέμησε στο Μακεδονικό Μέτωπο. Η όλη εκστρατεία έγινε με ενέργειες της κυβέρνησης Βενιζέλου, ο οποίος συνέστησε τον Γύπαρη ως τον μοναδικό που θα μπορούσε να τσακίσει τις άτακτες συμμορίες των Τούρκων.
Το 1917, όταν ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός όλης της Ελλάδας με έδρα την Αθήνα, ο Γύπαρης που είχε στο μεταξύ μονιμοποιηθεί στο Στρατό με τον βαθμό του Λοχαγού, ανέλαβε επικεφαλής του Τάγματος Ασφαλείας, με σκοπό την καταστολή των αντιπάλων του καθεστώτος. Ο Βενιζέλος διόρισε διοικητή του τάγματος τον Παύλο και ήταν επιφορτισμένος με την ασφάλεια της πρωτεύουσας αλλά και του ίδιου του Βενιζέλου προσωπικά.
Ο Γύπαρης ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον Κρητικό πολιτικό. Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 1907 όταν εκείνος είχε βρεθεί στο χωριό Ασή Γωνιά για να βαφτίσει τον γιο του αδελφού του και από εκείνη την εποχή, ο Γύπαρης έγινε ο πιο έμπιστος άνθρωπος του Βενιζέλου....
Μετά το Δυτικό Μέτωπο, ο Γύπαρης προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες του Μακεδονικού Μετώπου, μέχρι που τραυματίστηκε στην πρώτη μάχη του Σκρα.
Ο Γύπαρης έγινε η σκιά του Βενιζέλου. Η σχέση τους έγινε εξάρτηση για τον Γύπαρη και κορυφώθηκε όταν το 1920 έγινε απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών στη Γαλλία μετά την συνθήκη των Σεβρών.
Οι φοβεροί «Γυπαραίοι», (επρόκειτο για φιλοβενιζελικούς παραστρατιωτικούς με κατεξοχήν νέους Κρητικούς) όπως τους αποκαλούσαν, θεωρήθηκαν βασικοί ύποπτοι για την δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη ως «αντίποινα» για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου στη Λυών. Επίσης, ο Παύλος Γύπαρης θεωρήθηκε ως ηθικός αυτουργός της δολοφονικής επίθεσης κατά του ηθοποιού Βασίλη Αυλωνίτη τον Αύγουστο του 1931 στο θέατρο «Περοκέ», όπου έκανε ένα νούμερο που σατίριζε τα πολιτικά δρώμενα της εποχής και τους υπουργούς της Βενιζελικής παράταξης.
Η παρακρατική του δράση είχε γίνει φόβος και τρόμος κατά των αντιπάλων του. Το 1920 μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, ο Γύπαρης τον ακολούθησε στην αυτοεξορία του στη Γαλλία.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γύπαρης έσπευσε στην Κρήτη, όπου και έλαβε μέρος ως επικεφαλής στις μάχες στο νησί κατά των δυνάμεων του Άξονα. Μετά την κατάληψη της Κρήτης έφυγε μαζί με την εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο όπου έγινε «φρούραρχος» της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου.
Μετά την απελευθέρωση το 1944, επέστρεψε στην Κρήτη όπου οργάνωσε την Εθνική ανταρτική Ταξιαρχία και έγινε φρούραρχος Χανίων. Εκεί επιδόθηκε στον αγώνα κατά του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.
Η «Ταξιαρχία» του Γύπαρη διαλύθηκε μετά το τέλος του πολέμου, τον Ιούνιο του 1945. Τον επόμενο Μάρτιο αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική και εκλέχτηκε πρώτος βουλευτής Χανίων με το κόμμα των Φιλελευθέρων, του Σοφοκλή Βενιζέλου.
Ο Παύλος Γύπαρης πέθανε στις 22 Ιουλίου 1966 και κηδεύτηκε από τη Μητρόπολη δημοσία δαπάνη.
«Αν ζούσε ο Γύπαρης σε μια χώρα της Ευρώπης στους παλιούς καιρούς θα μπορούσε με την επιβολή του και με το κουράγιο του να ιδρύσει μια δυναστεία». Είναι τα λόγια του Βενιζέλου για τον Γύπαρη.
Συνέγραψε αρκετά βιβλία κυρίως στην Γαλλική εξιστορώντας την δράση του και αναλύοντας τα πολιτικά γεγονότα της εποχής.
Το νόμισμα έχει δυο όψεις. Διαβάζοντας την τριλογία βιβλίων της ΜάρωΔούκα, ¨Αθώοι και φταίχτες¨,  ¨Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ¨ και ¨Έλα να πούμε ψέματα¨ (πρέπει να τα διαβάσεις- χθες), ιστορικά μυθιστορήματα με φόντο την Κρήτη, κάπου εκεί διαβάζουμε και για την άλλη πλευρά του Γύπαρη (αν δεν πείστηκες με τα παραπάνω) . Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον Γιώργο Κονδύλη (βλέπε ανάρτηση 313) και για όσους καταπιάνονται με την πολιτική/κους. Ίσως να φταίει το μικρόβιο της εξουσίας ίσως πάλι το τραγουδάκι των ΑΝΤΙ. Ξέχασα με αυτά και με τα άλλα να αναφερθώ στους μουσικούς. Η συνταγή του Σκαλίδη γνωστή. Φωνή λύρα ο ίδιος με την Δέσποινα, λαούτο ο Μανουδάκης και στο σημερινό δισκάκι έχουμε συνοδεία ούτι από τον Ζωϊτζίδη Κ. (Κώστα πιθανότατα).    
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).