Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023

307. ORFEON RECORD 10384-5 ΜΕΛΙΤΣΙΑΝΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΣΤΟΥΔΙΑΝΤΙΝΑ 1911

Μελιτσιάνος Αντώνιος (Μονωδία)- Ελληνική Εστουδιαντίνα ORFEON RECORD 10384-5 Η μόδα (Μονωδία) - Μαριόλα (Χορωδία) 1911- 78rpm- 11''

 

Τα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκουν την Ελληνική πολιτεία της Σμύρνης σε ένα πολιτιστικό και οικονομικό οργασμό, πράγμα που ενισχύεται από την εμπορική κατάπτωση της Κωνσταντινούπολης και συνεπώς τη μεταφορά του εμπορικού κέντρου της Ανατολής στην ολοένα και αναδυόμενη Σμύρνη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο.

Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Ένα από αυτά τα συναρπαστικά δίκτυα αφορά γαλλικά τραγούδια, τα οποία οικειοποιήθηκαν μεταξύ άλλων και Έλληνες μουσικοί. Η οικειοποίηση είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Η γαλλική οικουμένη δανείζει τα chansons της, τα οποία κουβαλούν μια δυναμική παράδοση τραγουδοποιΐας και επιτέλεσης.

Το Παρίσι, η Μονμάρτη και τα cabaretsartistiques επηρεάζουν τις μουσικές του κόσμου. Η ατμόσφαιρα από το Chat Noir, το οποίο λειτούργησε από το 1881, φτάνει και στην ελληνική οικουμένη. Τέτοιου τύπου μουσικοί τόποι, τα περίφημα καφέ σαντάν, προκύπτουν στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Αυτά τα γαλλικά τραγούδια εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε δια της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει και καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του.
Το πρότυπο της γαλλικής estudiantine, ένα κουαρτέτο με δυο μαντολίνα, μια μάντολα και μια κιθάρα, αποκτά μιμητές στην Κωνσταντινούπολη.

Εκτός από τη Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή ή του Αριστείδη, πολλές μικρές ορχήστρες δημιουργήθηκαν στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μέσα στις οποίες ανδρώθηκαν μουσικά όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές που δημιούργησαν το μεσοπολεμικό θαύμα στο ελληνικό τραγούδι: Παναγιώτης Τούντας, Γιάννης και Γιώργος Δραγάτης (ή Ογδοντάκης), Γιώργος Βι- δάλης, Παναγιώτης Βαϊνδιρλής, Γιώργος Σαβαρής, Τζον και ΛουσιένΜηλιάρης, Βαγγέλης Παπάγοζλου, Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), Ευάγγελος Σωφρονίου, Κώστας Νούρος, Δημήτρης Ατραΐδης, Νίκος Στεφανίδης, ΓιοβάνΤσασός, Αγάπιος Τόμπουλης, Κώστας Καρίπης, Αντώνης Νταλγκάς κ.ά.

Σπουδαίες εστουδιαντίνες που πέρασαν και στη δισκογραφία, εκτός από «τα Πολιτάκια» ήταν: Η εστουδιαντίνα Χριστοδουλίδη (στην Πόλη), η εστουδιαντίνα του Πέτρου Ζουναράκη (στην Πόλη), η Ελληνική Εστουδιαντίνα της Σμύρνης, η εστουδιαντίνα του Γιοβανίκα (Σμύρνη), του Κώστα Βλάχου (Σμύρνη), η εστουδιαντίνα Μελιτσιάνου (Σμύρνη) κ.ά.

«Με αριθμό μήτρας (ή δίσκου)  10384, το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ στο σημερινό δίσκο και σύμφωνα με την παρτιτούρα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κ. Μυστακίδου-Θ. Ευσταθιάδου με τίτλο "Η μόδα (ή Σαντεκλαίρ)" το τραγούδι αποδίδεται στους Νικόλαο Κόκκινο (μουσική) και Ιωάννη Γεωργίου (στίχους). Σχετικά με τη λέξη σαντεκλαίρ αναφέρει ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του: "Τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος πως τα σαντεκλέρια (ή σιντεκλέρια) είναι η λέξη Σαντεκλέρ, που σημαίνει κόκορας! Συγκεκριμένα, Chantecler είναι ο κόκορας που πρωταγωνιστεί στο γαλλικό μεσαιωνικό Roman de Renart. Θα μου πείτε, πώς έφτασε μέχρι τα μέρη μας -διότι σίγουρα ελάχιστοι Έλληνες έχουν διαβάσει το γαλλικό μεσαιωνικό κείμενο! Σίγουρα, αλλά Chantecler είναι επίσης ο τίτλος ενός θεατρικού έργου του ΕντμόνΡοστάν (του συγγραφέα του Σιρανό) που έκανε πάταγο στην εποχή του (1910). Το έργο είναι αλληγορική σάτιρα, με πρωταγωνιστές φτερωτά κατοικίδια, δηλαδή οι ηθοποιοί φορούσαν στολές.

Να υπενθυμίσω ότι το 1910 η Γαλλία είχε το σχεδόν αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της κουλτούρας, και ό,τι παιζόταν στο Παρίσι έδινε τον τόνο στον πλανήτη. Πράγματι, ο Σαντεκλέρ παίχτηκε και στην Αθήνα σχεδόν ταυτόχρονα με το Παρίσι: στις 7 Φεβρουαρίου 1910 δόθηκε η παριζιάνικη πρεμιέρα, ενώ η αθηναϊκή πρέπει να έγινε γύρω στις 10 του μηνός, μόλις λίγες μέρες αργότερα! Οπότε βλέπουμε ότι το «σαντεκλέρ» έφτασε να σημαίνει γενικώς τον πετεινό, και μάλιστα αυτό έγινε διεθνώς, αφού υπάρχουν πολλά καταναλωτικά προϊόντα με την επωνυμία Chantecler και σήμα ένα κοκοράκι. Κι έτσι, το «σαντεκλέρ» αρχικά μετατράπηκε σε «σαντεκλέρι» και όταν ξεχάστηκε (μετά το 1930) το θεατρικό έργο, θα άρχισαν να χρησιμοποιούν τη φράση χωρίς να ξέρουν τι είναι αυτό, οπότε εύλογο είναι να έπαθε τόσες παραφθορές, σιντεκλέρι κτλ.  Όσο για τη σημασία «σαντεκλέρι = κοκαλάκι των μαλλιών», κυκλοφορούσαν στην αγορά με σήμα ένα κοκοράκι -οπότε, από εκεί θα ονομάστηκαν έτσι τα κοκαλάκια". Στη βάση δεδομένων του AlanKelly στο πεδίο εκτελεστές  αναγράφεται Estudiantina Grecque – Melitzianos Choeur.

Στην άλλη πλευρά του δίσκου με αριθμό 10385 ¨Η Μαριόλα¨. Η εν λόγω ηχογράφηση αποτελεί διασκευή με ελληνικούς στίχους του γαλλικού τραγουδιού "Lamariolle", σε μουσική του DésiréBerniaux (1869–1960) και στίχους του EdmondBouchaudditDefleuve (1870–1945).
Η γαλλική παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε στο Παρίσι περίπου το 1910 από τις εκδόσεις D. Berniaux (75 Passage, Brady, Paris). Σύμφωνα με τον Πάνο Μαυραγάνη, η ελληνική παρτιτούρα κυκλοφόρησε με τίτλο "Lamariolla" από τον εκδοτικό οίκο Χρηστίδη στην Κωνσταντινούπολη. Στην παραπάνω καταγραφή ως συνθέτες αναφέρονται οι Α. Κρικώνης και D. Berniaux και ως στιχουργός ο Τυμφρηστός (ψευδώνυμο του Δ. Παπαδόπουλου). Παρτιτούρα του τραγουδιού με στίχους στην ελληνική και γαλλική γλώσσα εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από τις εκδόσεις Ιnternationale.»

Με αφορμή τα ελαφρο-παραδοσιακά της ορχήστρας του Άκη Σμυρναίου (ανάρτηση 303), πήρε σειρά ο Κωστής με τα Άσπρα Πουλιά και τις χαβάγιες του, συνέχισε με τα απαγορευμένα ρεμπέτικα του για να πάρει σειρά η Ρένα Στάμου με δύο λαϊκά (ο Μαχαραγιάς  με ηχόχρωμα ανατολής) στην Τούρκικη  Columbia. Πάμε όμως λίγο πιο παλιά. Η πρώτη εμφάνιση της λέξης «ρεμπέτικο» έγινε κάπου μεταξύ 1910 και 1913 στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου. Ο ένας εκδόθηκε μάλλον το 1912 στην Κωνσταντινούπολη από τη δισκογραφική εταιρεία «ORFEON RECORD», που ιδρύθηκε το 1910-11 από τα αδέρφια Herman & Julius Blumenthal, αρχικά εκπροσώπους της ODEON σε Αίγυπτο και Τουρκία (αναφέρει ο Πάνος Σαββόπουλος).

Από αυτές τις πρώτες ηχογραφήσεις στην Τουρκία (Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη) έχουμε ¨παρθενογένεση¨ της ελληνικής δισκογραφίας (όχι ελληνικής μουσικής). Τα διάφορα μουσικά σχήματα προσπαθούν να αφήσουν το στίγμα τους τραγουδώντας (ερμηνεύοντας) όλα τα ¨είδη¨ της μέχρι τότε ελληνικής μουσικής με άρωμα ευρωπαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνονθύλευμα (μπαστάρδεμα) ήχων, οργάνων και στίχων. Παράδειγμα παίζουν παραδοσιακό τσάμικο με όργανα ορχήστρας, χορωδία ή μονωδία με φωνές τενόρων που το λες και ελαφρό τραγούδι. Τουλάχιστον μετά από μια δεκαετία και μιλάω για τέλη της δεκαετίας του 1910 με αρχές του 1920 αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα.

Ο σημερινός δίσκος στις 11 ίντσες λίγο μεγαλύτερος από τους κλασικούς 10ιντσους γραμμοφωνικούς. Η ¨Μαριόλα¨ κυκλοφόρησε και με αριθμό 10449 με λίγο διαφορετικούς στίχους. Το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ το βρίσκουμε εκτελεσμένο και από την γυναίκα του Αντώνη Μελιτσιάνου Αρετή, σε δίσκο  Concert Record Gramophone (και σε Αμερικάνικο Victor) με χρονολογία ηχογράφησης 19/09/1912 στην Κωνσταντινούπολη (σύμφωνα πάντα με το αρχείο Κουνάδη).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).