Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

278. COLUMBIA E-7777 ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ ΜΑΡΙΚΑ 1922

Παπαγκίκα Μαρίκα- Ρέλιας Νίκος (κλαρίνο)- Παπαγκίκας(Gus) Κώστας (τσίμπαλο)- Σιφνιός Μάρκος (τσέλο) COLUMBIA E-7777 Ο Κατσαντώνης - Κίνησα ο Μαύρος κίνησα 1922- 78rpm- 10''

 

«Η Μαρίκα Παπαγκίκα (βλέπε και ανάρτηση 118) γεννήθηκε στην Κω την 1η Σεπτέμβρη του 1890. Λέγεται πως στις αρχές του αιώνα πρέπει έζησε με την οικογένειά της στη Σμύρνη. Το 1913-14 βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια με τον Μαρτιναίο τσιμπαλίστα Κώστα Παπαγκίκα, και την επόμενη χρονιά, παντρεμένη μαζί του στην Αμερική. Αρχικά στο Σικάγο και στη συνέχεια στην Νέα Υόρκη.
Δραστήρια και αηδονόλαλη όπως ήταν περνάει στην δισκογραφία το 1918 με το «Με ξέχασες», για να ακολουθήσει το «Σμυρναίικο μινόρε». Μέσα σε 10 χρόνια θα φωνογραφήσει σχεδόν 250 τραγούδια. Ενδεικτικό των ικανοτήτων, της φήμης και αποδοχής της.Υπάρχει βέβαια και το κατάλληλο διαμορφωμένο κλίμα, αλλά η Παπαγκίκα δρα πρωταγωνιστικά.
Φωνή γεμάτη μα περίτεχνη, δίχως όρια, τραγούδησε δημοτικά, λαϊκά, σμυρναίικα, ελαφρά, οπερέτες μέχρι και τούρκικα… Τα «Αρμενάκι», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Τι σε μέλλει εσένανε», «Mανταλένα», «Μπαγλαμάδες» , «Μήλο μου και μανταρίνι», «Τούρνα», « Η Έλλη», «Σάλα σάλα», «Θα σπάσω κούπες» και άλλα πολλά από εκείνη παραδίνονται σαν διδάγματα, μέσα και από τους δίσκους που έρχονταν στην Ελλάδα με τα υπερωκεάνια.

Το ζεύγος Παπαγκίκα θα λειτουργήσει το 1925, το Καφέ Αμάν «Marika’s» το οποίο στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρισκόταν στο νούμερο 215W της 34ης Οδού, ανάμεσα στην 7η και την 8η Λεωφόρο, στο Μανχάταν. Μες την ποτοαπαγόρευση θεωρείται πως ήταν και παράνομο ποτοπωλείο. Το όνομά της γίνεται τρανό και σεβαστό τόσο στον ελληνικό κύκλο αλλά και στο γενικότερο «χωνευτήρι» των λαών και των πολιτισμών της Νέας Υόρκης.
Στα καλύτερα της έρχεται αντιμέτωπη το χρηματιστηριακό κραχ. Ο συνοδοιπόρος της Γιώργος Κατσαρός – Θεολογίτης, θα δηλώσει σχετικά:
«Α, η Μαρίκα Παπαγκίκα πέθανε, είναι πολλά χρόνια τώρα. Όταν ήρθε η δυστυχία η μεγάλη, που είχαμε το λεγόμενο αμερικάνικα depression, δυστυχία, έφερε μια κατάσταση... αυτή την εποχή ήτανε μια κατάσταση που ο κόσμος ο περισσότερος έχασε τις περιουσίες του, τα σπίτια του, τα λεφτά του. Κι αρρώστησε η γυναίκα από τη στεναχώρια της γιατί ήτανε... ζούσε τόσο πλουσιοπάροχα, είχε το σπίτι της, είχανε όλες τις ευκολίες, και αφού ’ρτε η δυστυχία –πολλοί άνθρωποι που εχαθήκανε από τη στεναχώρια τους- και αρρώστησε και μας άφησε χρόνια».
Τα βήματα της χαράς σβήνουν. Το 1937 σε ηλικία 47 ετών η Μαρίκα Παπαγκίκα πραγματοποιεί τις τελευταίες της ηχογραφήσεις.
Έξι χρόνια αργότερα, στις 2 Αυγούστου 1943, αφήνει την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο του Στέιτεν Άιλαντ, όπου νοσηλευόταν από τις 15 Ιουλίου».

Ο σημερινός δίσκος με δύο κλέφτικα τραγούδια (υποθέτω και το ¨Κίνησα ο μαύρος κίνησα¨), που αναφέρονται στον Αντώνη Κατσαντώνη (Άγραφα 1775 - 28/9/1809;), τον Έλληνα κλέφτη ο οποίος έδρασε επί τουρκοκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια στις περιοχές των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηροποτάμου Αιτωλοακαρνανίας.

Για τον Αντώνη Κατσαντώνη και τον σχετικό κύκλο τραγουδιών γράφει ο Αλέξης Πολίτης (Αλέξης Πολίτης, Το Δημοτικό τραγούδι, Τα κλέφτικα, Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ, Αθήνα 1976, σελ. 61-63): «Με το πέρασμα του χρόνου η φήμη του Κατσαντώνη μεγαλώνει και απλώνεται, γίνεται πανελλήνια. Όσο ξεχνιούνται σιγά σιγά οι υπόλοιποι κλέφτες και αρματολοί, τόσο συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του Κατσαντώνη ο απόηχος από τα δικά τους κατορθώματα. Δεν είναι μονάχα η μεγάλη του δόξα που δημιουργεί αυτή την κεντρόμολη συσσώρευση της διάχυτης φήμης είναι και το κέντρισμα της λαϊκής φαντασίας από την επίσημη παιδεία και (περισσότερο ίσως) από το θέατρο του Καραγκιόζη, στο ρεπερτόριο του οποίου γρήγορα προστέθηκε και ο Κατσαντώνης.
Την αύξηση όμως αυτή της φήμης την παρακολουθεί αναπότρεπτα και ένας εξαγνισμός του ήρωα. Ο Κατσαντώνης παρουσιάζεται πια τίμιος και αγνός -αντίθετα με τους αντίπαλούς του Τούρκους αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ποιος ήταν ο Κατσαντώνης˙ ληστής σκληρότατος και εκδικητικός. Ο Μακρυγιάννης που έζησε παιδί στα χρόνια της δράσης του, τον θυμάται στα απομνημονεύματά του με αποτροπιασμό: "Τέτοιον τυραγνισμόν δεν τον ξέραν να του κάμουν ούτε οι Κατζαντωναίοι οπού 'ταν λησταί" (Απομνημονεύματα, εκδ. β΄, 1, σ. 202).
Με τη μετατροπή όμως αυτή ο πραγματικός Κατσαντώνης έχασε όχι μονάχα τις αληθινές του διαστάσεις παρά και τα δικά του ιδανικά. Ο σκληρός και ατρόμητος κλέφτης, που πρώτη του έγνοια ήταν να επιζήσει ο ίδιος, και που αν τον θαύμαζαν οι συγκαιρινοί του, το 'καναν γιατί τους εντυπωσίαζε η δύναμη με την οποία επέβαλλε το εγώ του σ' όσους τον περιτριγύριζαν, παράλλαξε σύμφωνα με τις επιθυμίες των μεταγενέστερων σ' ένα άψυχο είδωλο, ευγενικό και αλτρουιστικό, που ο μόνος λόγος να υπάρχει ήταν να κολακεύει τους ίδιους τους δημιουργούς του αναδρομικά. Η ψευτισμένη ποιότητα αυτού του ειδώλου φανερώνεται διαυγέστερα στο ομώνυμο λαϊκό δράμα του Καραγκιόζη.
Τα τραγούδια του Κατσαντωναίικου κύκλου αφθονούν σε παλιότερες και νεώτερες συλλογές η ποιότητά τους είναι όμως πολύ χαμηλή. Πρέπει να φανταστούμε πως όλα τα τραγούδια θα τραγουδιόντουσαν στις τοπικές διαλέκτους: Αν η ποιητική γλώσσα έτεινε προς μια κοινή σ' όλη την Ελλάδα, η προφορά διέφερε βέβαια από τόπο σε τόπο».

Στο κλαρίνο ο Νίκος Ρέλιας ,τσέλο ο Μάρκος Σιφνιός και τσίμπαλο ο Κώστας Παπαγκίκας. 1922, Νέα Υόρκη.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Πέμπτη 23 Μαρτίου 2023

277. ODEON CGRA 2846 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΑΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ 1969

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Αεράκης Στέλιος ODEON CGRA 2846 Η Ανυφαντού (Κοντυλιές) - Καυγάδες με το γιασεμί (Συρτό) 1969- 45rpm- 7''

 

«Πρωτόπιασα λύρα στα 12 και στα 15 έκανα διασκεδάσεις σε γάμους και σε πανηγύρια. Ένιωθα ελεύθερος. Τώρα είμαι επαγγελματίας. Δεν ήμουν όμως έτσι. Ήμουν άνθρωπος όπως ερχότανε, ό,τι ερχότανε. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Σταύρος Ξαρχάκος με βοήθησαν να βρω κουράγιο στην αρχή που ήρθα στην Αθήνα. Βέβαια, εμένα, δεν με πήραν να με κάνουν τραγουδιστή. Ήμουν. Μου έδωσαν δουλειά. Με αξιοποίησαν. Μου κάνανε καλό αλλά νομίζω ότι κι εγώ έχω προσφέρει. Έχω δει πολλά. Δεν θα άφηνα τον γιο μου να γίνει τραγουδιστής. Μεγάλη ατιμία. Μεγάλη βρωμιά. Πώς θα φάει ο ένας τον άλλο. Πώς θα τον καταστρέψει. Όσο για τις δισκογραφικές εταιρίες, τον τραγουδιστή τον έχουν για να τον εκμεταλλεύονται. Για να τον ξεζουμίζουν. Όποιον θένε ανεβάζουν κι όποιον θένε κατεβάζουν. Και αν εσώθηκα εγώ, είναι γιατί ήταν το έργο ''Το μεγάλο μας τσίρκο''. Εκεί φαινόμουν κάθε βράδυ κι έμεινα κοντά στον κόσμο. Επέπλευσα.

Θυμάμαι, μου έστειλαν γράμμα από την Ε.Ρ.Τ, να πάω να κάνω εκπομπή στο ραδιόφωνο. Πήγα. Εκεί βρήκα τον μουσικολόγο και ερευνητή της ελληνικής παράδοσης, Σίμων Καρά.
- Τι θα πεις; με ρώτησε.
- Την ''Ανυφαντού'', του απάντησα.
- Αυτός ο δίσκος είναι για να τον βάζεις να γελάς.

Εγώ έμεινα. Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που κρατά τη Δημοτική Μουσική στα χέρια του. Το τραγούδι που ο Καράς έβρισκε ότι είναι για γέλια, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Γιάννης Μαρκόπουλος έλεγαν πως είναι ένα από τα καλύτερα κρητικά τραγούδια.
- Να πω, ''Τον Αντριωμένο μην τον κλαις'';
- Όχι, δεν το τραγουδάς καλά.

Μάζεψα τα όργανά μου κι έφυγα. Έπαθα σοκ. Κλονίστηκα. Απογοητεύτηκα. Είμαι πολύ πικραμένος. Και αν τα εγκαταλείψω, κάποια στιγμή, γι' αυτά θα είναι. Αν δεν είχα την αγάπη του κόσμου θα τα παρατούσα και θα έφευγα. Θα πήγαινα στο χωριό μου. Στην ησυχία μου. Ήμουν μια χαρά εκεί. Ήμουν κοντά στη φύση. Η πόλη με πνίγει. Δεν μου αρέσει η ζωή της πρωτεύουσας αλλά είμαι ευχαριστημένος από την αγάπη που μου έχει ο κόσμος. Αυτό με συγκινεί πολύ. Συγκινούμαι εύκολα. Κλαίω όταν μου αρέσει κάτι. Κλαίω και για στεναχώρια. Οι άντρες κλαίνε. Με τρομάζει η κακία. Με φοβίζει στην καρδιά του ανθρώπου η βρωμιά και στην καρδιά του τόπου η διχόνοια. Πρέπει να μονιάσουμε για να πάει μπροστά τούτος ο τόπος. Δεν είναι καλό κάτι; Να το σβήσουμε όλοι μαζί. Είναι; Να το υποστηρίξουμε όλοι μαζί. Είμαι αισιόδοξος. Ο άνθρωπος πρέπει να ελπίζει πως κάποτε θα αλλάξουν τα πράγματα και να αγωνιστεί γι' αυτό. Και η ζωή είναι ωραία άμα την παλέψεις. Άμα την ψάξεις, άμα την αναζητήσεις. Θέλω να τραγουδήσω δικά μου τραγούδια. Και άλλα, καλά τραγούδια με γερό στίχο και από καλούς συνθέτες. Και μετά να πάω στην Κρήτη. Να τακτοποιηθώ εκεί. Να στεριώσω όπως ήμουν.»

Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο Ανυφαντού. Η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού» και το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας «Κολούμπια» Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος τον ηχογράφησε σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια κι έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τη φωνή του Ανωγειανού λυράρη. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή. Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για το Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του Χρονικού. Προηγουμένως, ο Μαρκόπουλος είχε δοκιμάσει τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαρίας Φαραντούρη, που όπως φαίνεται δεν τον ικανοποίησαν, μέχρι που γνώρισε τον Ξυλούρη και του εμπιστεύτηκε μερικά από τα τραγούδια του Χρονικού.

Η επιτυχία της ¨Ανυφαντού¨ ήταν τέτοια που έκοψε δισκάκια και για την Odeon εξωτερικού που αντιπροσώπευε την Columbia Ελλάδος. Το σημερινό δισκάκι κόπηκε με τις ίδιες μήτρες με αυτό της Columbia. Για συλλεκτικούς λόγους διάλεξα το Odeon και αργότερα θα αναρτήσω το Columbia. Στην δεύτερη πλευρά ¨Καβγάδες με το γιασεμί¨ ένα εξαιρετικό συρτό.  

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

276. FIDELITY 2105075 ΣΚΑΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1975

Σκαλίδης Γιάννης FIDELITY 2105075 Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών - Κισσαμίτικα συρτά 1975- 45rpm- 7''

 

Ο Γιάννης Σκαλίδης (βλέπε ανάρτηση 20, 56, 121, 214 και 243) γεννήθηκε το 1927 και καταγόταν από τη Μικρή Γωνιά του  Δήμου Ρεθύμνου, ζούσε στην Ηλιούπολη Αττικής και είχε πολύ μεγάλο δισκογραφικό έργο με ηθογραφικό περιεχόμενο, θέματα από τη ζωή της Κρητικής υπαίθρου, σατυρικά, κ.ά.  Σε αρκετές δισκογραφικές δουλειές του τον συνόδευε η σύζυγός του Δέσποινα, αλλά και ο γιος τους Στέλιος. Ο Γιάννης Σκαλίδης ήταν δάσκαλος της κρητικής λύρας καθώς δίδασκε την τέχνη του αρκετά χρόνια σε Κρητικούς της Αττικής. Ο Γιάννης Σκαλίδης με την σύζυγό του Δέσποινα είχαν δημιουργήσει ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό ζευγάρι στον χώρο της Κρητικής Μουσικής, από τα κορυφαία καλλιτεχνικά ζευγάρια στην Κρήτη, με πολλές επιτυχίες και πολλές εμφανίσεις, ακόμη και στο εξωτερικό, όπου ζούσαν Κρήτες.

Έχει συνεργαστεί με τους Μανουδάκη Βασίλη, Μαράκη Γιάννη, Κλειδουχάκη Ανδρέα, Σιροκάκη Δημοσθένη, Σκαλιώτη Βασίλη (κλαρίνο- βλέπε ανάρτηση 20), Κακουλάκη Φάνη και Κούτρα Ιωάννη (κλαρίνο), Δόρα Στράτου και Ανδρέα Κλαψινό.

Δυστυχώς περισσότερα βιογραφικά στοιχεία ή συνεντεύξεις του Γιάννη Σκαλίδη δεν έχω καταφέρει να βρω.

Μαθήματα ιστορίας σε ρυθμό ¨Ντιρλαντά¨ το ¨Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών¨, ξενίζει λίγο. Τα ¨Κισσαμίτικα συρτά¨ εκτελεσμένα άρτια με λύρα από τον Γιάννη Σκαλίδη και έναν εξαιρετικό λαουτιέρη για τον οποίο δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες από τις ετικέτες. Συνεργαζόταν χρόνια με τον Μανουδάκη (και το παίξιμο ταιριάζει) αλλά όπως βλέπουμε στην παραπάνω φωτογραφία και τις συνεργασίες του Σκαλιδογιάννη, δεν μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι αυτός. Το αξιοπρόσεχτο είναι ότι η λύρα δεν καλύπτει το λαούτο αλλά ¨συμβαδίζουν¨. Και ποιος είπε ότι τα Κισσαμίτικα μόνο το βιολί τα αποδίδει σωστά; Τροφή για σκέψη.   

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Σάββατο 18 Μαρτίου 2023

275. NINA N-24826 ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ 196X (Ηχογράφηση 1953)

Κουτσουρέλης Γιώργος- Κουτσουρέλης Στέλιος NINA N-24826 Το Κρητικό συρτάκι - Το αγρίμι (Κρητικός συρτός) 196Χ (Ηχογράφηση 1953)- 45rpm-7''

 

«Στην Κρήτη υπήρξαν μεγάλες μουσικές οικογένειες που κράτησαν ψηλά τα σκήπτρα της μουσικής μας παράδοσης. Οι Κουτσουρέληδες υπήρξαν ας πούμε μουσικοί «από κούνια». Από πάππου προς πάππου, από γενιά σε γενιά, πλήθος οργάνων πέρασε από τα χέρια αυτής της οικογένειας. Ο Αντρέας Κουτσουρέλης (στο κέντρο της πρώτης φωτογραφίας) από το Άρμενο Χωριό Κισσάμου ήταν ένας παλιός τεχνίτης λαγουτιέρης. Την αγάπη του για την μουσική την μετέδωσε στα παιδιά του. Ο Γιώργης, ο Μανώλης, ο Στέλιος.

Ο Στέλιος Κουτσουρέλης γεννήθηκε το 1924 στο Καστέλλι Κισσάμου και εκεί μεγάλωσε με τα ακούσματα του πατέρα του και της παλιάς γενιάς των καλλιτεχνών της περιοχής. Μαζί με τα αδέρφια του πορεύθηκε στα μουσικά μονοπάτια της εποχής εκείνης. Η τέχνη βέβαια του Γιώργη ήταν αξεπέραστη, όμως και ο Στέλιος έπαιζε γλυκά και απλά, είχε ήχους που ταιριάζανε τόσο στον χαρακτήρα του, όσο και στην μουσική ιδιομορφία των τοπικών μοτίβων. Από τα γλέντια στο οικογενειακό καφενεδάκι, στα γλέντια της κρητικής υπαίθρου. Αγαπούσε όμως και τα γράμματα και για αυτό τον λόγο τελείωσε και το γυμνάσιο. Η φωνή του ήταν όμορφη και στρωτή. Άλλωστε για τον λόγο αυτό ήταν ο κύριος τραγουδιστής στους δίσκους του Γιώργη. Αγρίμι, Μπαρμπούνι, Φουρνιανός, Συρτάκι, Φιλεντέμ, Κρουσταλλοβραχιωνάτη κ.α. Από τα γλέντια στα ραδιοφωνικά στούντιο μαζί με τα αδέρφια του παρουσίαζαν τις αξέχαστες εκπομπές που πρόβαλλαν την κρητική μουσική σε όλη την Ελλάδα. Με τον θάνατο όμως του αδερφού τους Μανώλη το 1958 σταμάτησαν και οι εκπομπές αλλά και η καλλιτεχνικές τους δραστηριότητες.

Ο Στέλιος Κουτσουρέλης εκτός από λαγουτιέρης και τραγουδιστής ήταν και άριστος συνθέτης. Ο κλασσικός πλέον Εννιαχωριανός συρτός έχει μείνει στην μουσική ιστορία του τόπου. Ηχογραφήθηκε με το λαγούτο του Γιώργη, με την λύρα του Κώστα Μουντάκη και με το τραγούδι του Στέλιου. Όταν πρωτάκουσε τον συρτό αυτό ο γίγαντας της κρητικής μουσικής, ο Νικολής Χάρχαλης, του απέδωσε τα εύσημα που μόνο ένας μεγάλος δάσκαλος μπορεί: «Μπράβο Κουτσουρελάκι μικιό, λεβεντιά το σερτουλάκι σου».
Ο Στέλιος Κουτσουρέλης διορίστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου και σταδιοδρόμησε επαγγελματικά. Στην Αθήνα με κάθε ευκαιρία συνεργάστηκε με πολλούς βιολάτορες και λυράρηδες και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο κρητικό στοιχείο της πρωτεύουσας. Το 1998 όμως υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να κουβαλάει αυτή του την παραπληγία μέχρι το καλοκαίρι του 2003 που έφυγε από την ζωή.
Άλλο ένα μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής μας άφησε, αλλά το έργο του σίγουρα θα μείνει ζωντανό για τις ερχόμενες γενιές.

Για μια δεκαετία, 1948-1958, τα αδέλφια Κουτσουρέλη είχαν στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας τις  εκπομπές “Κρητική Βραδιά” και “Κρητικό Μεσημέρι” με συγγραφή, επιμέλεια και σκηνοθεσία του Στέλιου με το γνωστό σήμα: 

“Την εκπομπή της Κρήτης μας, που όλος ο κόσμος θέλει,

σας την παρουσιάζουνε, τ΄ αδέλφια Κουτσουρέλη”.

Από το ραδιόφωνο παρουσίαζε την κρητική μουσική, την ιστορία και την λαογραφία, τις αναπαραστάσεις κρητικού γάμου, βαφτίσια και πανηγύρια, οδοιπορικά σε χωριά με τα ήθη και έθιμα τους, κρητικά ανέκδοτα και μαντινάδες ακροατών, μαζί με τη συνεργασία πολλών γνωστών κρητικών οργανοπαικτών και ηθοποιών.

Ο Στέλιος Κουτσουρέλης συνεργάστηκε με τον αδελφό του Γιώργη σ΄όλη την δισκογραφική δουλειά τους, έγραψε δικές του συνθέσεις, εξελιγμένες και βασισμένες στην παράδοση κι έδωσε ένα ιδιαίτερο προσωπικό χρώμα στα συρτά της Κρήτης.

Φοίτησε επίσης στην Κινηματογραφική Ακαδημία, στο Τμήμα Σκηνοθετών.

Κορυφαία διάκριση: Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Γραφείου Συμψηφισμού Αθηνών, του οποίου είναι μέλη όλες οι ελληνικές και ξένες τράπεζες, που λειτουργούν στην Ελλάδα.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης γεννήθηκε στην Κίσσαμο Χανίων το 1914 , γιός του διάσημου λαουτιέρη της Κισσάμου Ανδρέα Κουτσουρέλη και αδερφός πολλών άλλων μουσικών (έπαιζαν λαούτο , μαντολίνο , βιολί , λύρα , κλαρίνο ) μαντολίνο ξεκίνησε να μαθαίνει από 4 χρονών και λίγο αργότερα λαούτο .

Ηχογράφησε το πρώτο του μουσικό δίσκο στα 16 του χρόνια (1930) και άρχισε να παίζει λαούτο με πολλούς διάσημους βιολιτζήδες και λυράρηδες .

Άρχισε να παίζει λαούτο στο Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών (1939) και αργότερα

στο Ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων με τα αδέρφια του Μανόλη και Στέλιο .

Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου , ηχογράφησε το τραγούδι « Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη ».

Το 1949-1950 κυκλοφόρησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » με σόλο λαούτο και

τραγουδισμένο από το Χρήστο Κορονιωτάκη .

Ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποίησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » για να συνθέσει το "Zorba the Greek" , αυτό έγινε αιτία αντιδικιών μεταξύ των δύο συνθετών.

Για μια δεκαετία περίπου σταμάτησε ο Γιώργης Κουτσουρέλης τις εμφανίσεις

και της ηχογραφήσεις , λόγω του θανάτου του αδερφού του Μανόλη.

Τη δεκαετία του '70 ο διάσημος Κρητικός τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης του ζήτησε να τραγουδήσει μερικά από τα τραγούδια του και ηχογράφησε 6 από αυτά.

Ο ίδιος ο Γιώργος Κουτσουρέλης για το ¨Κρητικό Συρτάκι¨ είχε πει:

Εγώ το περίφημο και περιβόητο “Κρητικό συρτάκι”, που δεν ξέρω αν πρέπει να το αναφέρω τώρα, μου το εκμεταλλεύτηκε ο Μίκης Θεοδωράκης, το εμπνεύστηκα στο κρεβάτι μεταξύ ύπνου και μη. Μισοκοιμώμουν. Θυμάμαι που σηκώθηκα αυτομάτως, πήγα κι έπιασα το λαγούτο μου κι άρχισα να ψάχνω και κάπως βιαστικά μη τυχόν και μου φύγουν απ΄το μυαλό αυτές οι νότες, που μου ήρθαν όπως προείπα, μεταξύ ύπνου και μη. Πράγματι σταθεροποίησα τις βασικές φωνές και μετά από ειδική μελέτη και όταν βρισκόμουν σε κατάλληλη ψυχική διάθεση το τελειοποίησα και παρουσίασα τη σύνθεση που την ηχογράφησα σε δίσκο στην Κολούμπια το 1950 σαν “Αρμενοχωριανό συρτό” και μετά το ξαναηχογράφησα με τίτλο “Κρητικό συρτάκι” το 1953.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε στη πόλη γέννησης του την Κίσσαμο Χανίων τον Ιούνιο του 1994.»

Στο σημερινό δισκάκι τα αδέρφια Κουτσουρέλη. Σύμφωνα με τις μήτρες του δίσκου το ¨Κρητικό συρτάκι¨ είναι στην Β πλευρά του δίσκου και ¨Το Αγρίμι¨στην Α, αλλά επειδή έχει γίνει λόγος σε παλαιότερες αναρτήσεις του Γιώργη Κουτσουρέλη για το συρτάκι, το έβαλα πρώτο. Το δισκάκι κυκλοφόρησε και από την Recor με κωδικό 826.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

274. PARLOPHON B-21796 ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΤΣΑΜΑΣ ΜΙΝΩΣ 1934

Περιστέρης Σπύρος (Σ .Γεωργιάδης)- Τσάμας (Μάτσας- Σαλαχώρας- Μ.Μ.- Μ. Μαργαρίτης- Π. Οικονόμου) Μίνως (Μίνωας) PARLOPHON B-21796 Μπάλλος Σμυρνέϊκος - Νησιώτικος συρτός 1934- 78rpm- 10''

Ο Σπύρος Περιστέρης, είναι γόνος μιας από τις παλαιότερες και ιστορικές οικογένειες των Αθηνών, που τα ίχνη της χάνονται μεταξύ μύθου και ιστορίας, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η προφορική παράδοση της οικογένειας, μεταφέρει από γενιά σε γενιά, γεγονότα που σχετίζονται με την αντιπαράθεση της οικογένειας προς τους Τούρκους κατακτητές, αρκετές φορές στην ιστορία. Μάλιστα πρόγονος (με το ίδιο όνομα Σπύρος) κυνηγήθηκε από τις τουρκικές αρχές, πολύ πριν την επανάσταση του 1821, επειδή έγραψε ύμνο-θούριο, υπέρ της εξεγέρσεως του τούρκου κατακτητή. Τα γεγονότα είναι περισσότερο γνωστά από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, όταν ο πατέρας του Σπύρου, Αριστείδης Περιστέρης, γνωστός και σπουδαίος μουσικός, αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι συνθήκες εργασίας, σαν μουσικός, ήταν πολύ καλύτερες την περίοδο εκείνη. Η εγκατάστασή του αυτή πρέπει να έγινε μεταξύ 1880 και '85. Στην Πόλη γνωρίζεται με τους Έλληνες μουσικούς και στις αρχές της δεκαετίας του 1890, συνεργάζεται με τον Φαναριώτη Βασίλειο Σιδέρη, στην ίδρυση του πρώτου γνωστού συγκροτήματος, που πήρε το όνομα "Τα πολιτάκια" ή Εστουδιαντίνα του Β.Σιδέρη ή Εστουδιαντίνα του Αριστείδη. Στην πρώτη αυτή ορχήστρα ήταν ακόμη ο Γ.Πασχάλης ή Λ.Τσαγκάρης, ο Γιώργος Σαβαρής, ο Παναγιώτης Βαινδιρλής (γνωστοί απ' τη δισκογραφία στην Ελλάδα μετά το 1922), ο Γ. Ελισαίος, ο Α.Βόιλας, ο Χ. Μεριγκλής και ο Ι. Χαλάκος. Η Εστουδιαντίνα "Τα πολιτάκια" εγκαταστάθηκε οριστικά στη Σμύρνη το 1898 και "επέζησε" μέχρι τη χρονιά της Μικρασιατικής καταστροφής, δηλ το 1922, δημιουργώντας ένα μύθο γύρω από το όνομά της, αφού έγινε διεθνώς γνωστή με περιοδείες στην Αγγλία, Γαλλία και αλλού, σαν "Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα".

Το 1908 έλαβε μέρος και στις γιορτές για τη στέψη του βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας. Ο Αριστείδης Περιστέρης, γνωρίζει στην Πόλη και νυμφεύεται την Δέσποινα (ή Πέπα ή Πιπίνα) Μπέκου, ιταλικής υπηκοότητας Ελληνίδα, από τα ελληνόφωνα χωριά της Κορσικής, που είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της (και αυτή) στην Κωνσταντινούπολη. Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά: Πρώτη η Μαρία Περιστέρη (1888-;) η οποία γύρω στο 1910 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Κώστα Χανιώτη, αναχώρησαν στις ΗΠΑ, εγκαταστάθηκαν στην Οκλαχόμα και οι επαφές με τα υπόλοιπα παιδιά σιγά-σιγά μειώθηκαν, μέχρι που διακόπηκαν, με το πέρασμα του χρόνου. Δεύτερο παιδί ο Στέλιος (1891-1973), ο οποίος σπούδασε μουσική, εξελίχτηκε σ' ένα σπουδαίο βιολιστή κλασικού ρεπερτορίου, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1919 και εργάστηκε σαν καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο, είτε στην Αθήνα, είτε σε επαρχιακά παραρτήματα, βγάζοντας πολλούς μαθητές, από τους κατοπινά γνωστούς σολίστες της κρατικής ορχήστρας Αθηνών, αφήνοντας δε σημαντικά συγγράμματα μουσικής. Τρίτο παιδί ήταν ο Αλέξανδρος (1895-1907) που πνίγηκε σε ατύχημα στο Βόσπορο σε ηλικία μόλις 12 ετών και τέλος το 1900, έχοντας μετακομίσει στη Σμύρνη, ο Αριστείδης και η Πιπίνα έκαναν τον Σπύρο Περιστέρη.

Ο Σπύρος, μαθαίνει από την παιδική του ηλικία μαντολίνο και η πρόοδός του είναι τέτοια, ώστε αφήνει άφωνους τους καθηγητές του, ιδιαίτερα τον Ιταλό δάσκαλό του στη Σμύρνη, όταν σε ηλικία μόλις 13 ετών εκτελεί μ' ένα "ιδιότροπο" όργανο (το μαντο-τσέλο) ένα κομμάτι για μαντολίνο, αγγίζοντας για πρώτη φορά το όργανο αυτό. Λίγο πριν το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια επανέρχεται στην Κωνσταντινούπολη (τέλος 1913 ή αρχές του 1914), όπου λόγω των Βαλκανικών πολέμων και του πρώτου μεγάλου πολέμου που ακολούθησε, ο πατέρας του Σπύρου (μέσα στη γενικότερη κρίση) και φοβούμενος για το μέλλον του, τον εξαναγκάζει να στραφεί σε μία τέχνη και τον στέλνει να γίνει σιδεράς. Ευτυχώς αυτό κράτησε μόνο λίγους μήνες.

Έτσι ο Σπύρος Περιστέρης συνέχισε τις σπουδές του στο ιταλικό σχολείο (πότε στη Σμύρνη, πότε στην Κωνσταντινούπολη), με την ιδιαίτερη φροντίδα της μητέρας του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μάθει τέλεια Ιταλικά, σε βάρος των Ελληνικών, που μιλούσε βέβαια θαυμάσια, αλλά έγραφε με πολλά ορθογραφικά λάθη(!). Ο θάνατος του Βασίλη Σιδερή (μάλλον το 1918), τον επαναφέρει στη Σμύρνη, για να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σμυρνέικης Εστουδιαντίνας "Τα πολιτάκια", δηλαδή σε ηλικία μόλις 18 χρόνων. Εκεί γνωρίζεται με όλα τα σημαντικά πρόσωπα της μουσικής ζώνης της Σμύρνης, που θα ξαναβρεθούν στην Ελλάδα μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922 (Ογδοντάκηδες, Ελευθέριος Μενεμενλής, Γιώργος Βιδάλης, Γιώργος Σαβαρής, Lucien και Τζων Μηλιάρης, Δημήτρης Σέμσης, Παναγιώτης Τούντας, Βαγγέλης Παπάζογλου κ.λπ.). Ακολούθησαν τα τρία "ευτυχισμένα χρόνια της ελευθερίας" για τους Έλληνες της Σμύρνης και μετά το "σκοτάδι της προσφυγιάς". Ο συνθέτης Κώστας Τζόβενος (Νάξος 1889-Αθήνα 28/10/1985), μίλησε για τη γνωριμία του, το 1923, στο καφενείο των μουσικών "η Μικρά Ασία" στην οδό Αθηνάς (το κτίριο υπάρχει ακόμα), με τον νεαρό "μαντολίστα" (τότε πρωτοπαρουσιάστηκε με μαντόλα) και την έκπληξη που προκαλούσε σε όλους η ικανότητα στα όργανα και οι γνώσεις του στη μουσική. Για πολλά χρόνια μεταξύ 1923-1933 έπαιξαν σε διάφορα σχήματα με τον Σπύρο Περιστέρη και οι: Αντώνης Διαμαντίδης ή Νταλγκάς (τραγούδι- κιθάρα- ούτι), Γιάννης Δραγάτσης (ή Ογδοντάκης) βιολί, Δημήτρης (Μήτσος) Αραπάκης (τραγούδι-σαντούρι), Κώστας Σκαρβέλης (κιθάρα-τραγούδι), Κώστας Καρίπης (κιθάρα-τραγούδι) και άλλοι. Το 1929-32, επανασυστήνει την Εστουδιαντίνα "Τα πολιτάκια" με μια ομάδα φημισμένων μουσικών, μεταξύ των οποίων είναι οι γνώριμοι από τη Σμύρνη και Πόλη: Στέφανος Μακρής, Γιώργος Σαβαρής, Τζων Μηλιάρης και εργάζονται, περιοδικά, στο υπερωκεάνιο "Βασιλεύς Αλέξανδρος" που έκανε το ταξίδι Ελλάδα-Αμερική.
Σε κάποιες καθόδους στη Νέα Υόρκη ηχογράφησε ορισμένα μουσικά κομμάτια και τραγούδια, χρησιμοποιώντας, για άγνωστους λόγους, το ψευδώνυμο Σ .Γεωργιάδης. Βέβαια η συμμετοχή του στη δισκογραφία, άρχισε αμέσως μετά το 1924, όταν εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, οι πράκτορες των Ευρωπαϊκών εταιρειών δίσκων και άρχισαν τις ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών. Το ξεκίνημα του εργοστασίου της Columbia και γενικά της μονάδος παραγωγής δίσκων στον Περισσό, από την αγγλική Grammophone, βρίσκει τον Σπύρο Περιστέρη στους επί κεφαλής μουσικούς, σαν μαέστρο-οργανοπαίχτη και επιλογέα ρεπερτορίου. Το 1932 θα γνωρίσει και θα συνεργαστεί με τον Μάρκο Βαμβακάρη στην ηχογράφηση των πρώτων του τραγουδιών, με τα σήματα της Columbia και His Master's Voice. Την ίδια χρονιά συνδέεται οικογενειακά και επαγγελματικά με τον επίσης νεαρό στιχουργό Μίνωα Μάτσα ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση και δύο άλλων δισκογραφικών εταιρειών Odeon και Parlophone. Από τότε ο Σπύρος Περιστέρης θα παραμείνει (μέχρι τον θάνατό του) ο μουσικός "καθοδηγητής" των μουσικών τεκταινομένων και μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση (ή Ογδοντάκη), Κώστα Σκαρβέλη και Δημήτρη Σέμση, θα "ορίσουν" τη μοίρα του νεώτερου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αφού από τα χέρια τους θα περάσουν για έγκριση, βελτίωση και ενορχήστρωση, όλα τα τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου. Φαίνεται όμως και από τις αφηγήσεις των επιζώντων, αλλά και από τη δισκογραφία, ότι η θετική παρέμβαση του Σπύρου Περιστέρη, στο θέμα του "Πειραιώτικου ρεμπέτικου" ήταν ιδιαίτερα καθοριστική. Διότι παρά το γεγονός ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης μεταξύ 1932-33 ηχογράφησε 24 από τα πρώτα του τραγούδια, ελάχιστα κυκλοφόρησαν. Και μόνο όταν παρενέβησαν οι Μίνως Μάτσας και Σπύρος Περιστέρης, (τέλος του 1933 αρχές του 1934), έγινε η δισκογραφική "έκρηξη" του Πειραιώτικου ρεμπέτικου με τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες.
Ο ρόλος του Σπύρου Περιστέρη στα χρόνια του μεσοπολέμου είναι ακόμα πιο αποφασιστικός και στη δισκογραφία και στο πάλκο. Μαθαίνει αμέσως μπουζούκι και γίνεται ο καλύτερος εκτελεστής των τραγουδιών του Μάρκου Βαμβακάρη, του Κώστα Σκαρβέλη, (ιδιαίτερα αυτών που τραγουδά ο Γιώργος Κάβουρας), του Βασίλη Τσιτσάνη (στη πρώτη περίοδο με την Odeon και Parlophone), του Γιάννη Παπαιωάννου, του Απόστολου Χατζηχρήστου και όλων των άλλων συνθετών του ρεμπέτικου που συνεργάστηκαν με τις δύο εταιρείες. Ανάλογα με τις ανάγκες της ορχήστρας παίζει όποιο όργανο χρειάζεται. Είναι βέβαιο ότι έπαιζε όλα τα έγχορδα όργανα με τάστα και ακόμη, ακορντεόν, πιάνο, τσέλο και κόντρα μπάσο. Δεν γνωρίζουμε αν έπαιζε βιολί. Η εμφάνισή του στη δισκογραφία (σαν συνθέτη) αρχίζει τέλος 1933,αρχές του 1934 με μια σειρά εκπληκτικά ρεμπέτικα, όπως "Ο ιππότης", με τον Κώστα Ρούκουνα, "Η μποέμισσα" και το "Εντάξει", με τη Ρόζα Εσκενάζυ, το "Οφ αμάν", "Τα μπελεντέρια", ο "Τεκετζής" και ο "Μάγκας του Βοτανικού" με τον Σμυρνιό τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη Ζαχαρία Κασιμάτη. Παρά τις ασχολίες του στη διεύθυνση των εταιρειών και τη μόνιμη απασχόλησή του στο πάλκο, στα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1941, που κλείνει (με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα) το εργοστάσιο της Columbia, εκατό τραγούδια του εκδίδονται στις 78 στροφές.
Ο Σπύρος Περιστέρης νυμφεύτηκε το 1921 στην Κωνσταντινούπολη την Ευαγγελία Μωραίτη (1904-1974) και μετά την εγκατάστασή τους στην Αθήνα (1923), κάνουνε δύο παιδιά τον Αργύρη (1925) και τον Δημήτρη (1937), οι οποίοι ακολουθώντας την πολύχρονη παράδοση της οικογένειας ασχολήθηκαν ολόψυχα με τη μουσική, παίζοντας πιάνο ο Αργύρης και κόντρα μπάσο και πιάνο ο Δημήτρης. Στο όνομα της συζύγου του Ε. Μωραίτη είναι περασμένα μερικά τραγούδια του, γεγονός που εντοπίσαμε στις ετικέτες των δίσκων των 78 στροφών, αλλά και στα αρχεία της Α.Ε.Π.Ι. Τα πρώτα χρόνια μετά τη καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αγ.Παρασκευή, σε ένα από τα μικρά σπιτάκια, σ' ένα μεγάλο οικόπεδο, που νοίκιαζε ο ιδιοκτήτης τους, που διατηρούσε μέσα και εξοχικό κέντρο όπου έπαιζε με άλλους γνωστούς μουσικούς τα πρώτα καλοκαίρια (Δημήτρης Σέμσης, Αγάπιος Τομπούλης κ.λ.π.). Γύρω στο 1934 μετακόμισε στην οδό Λασκάρεως 24 και το '38, στο δικό τους σπίτι, στη πλατεία Γκύζη, όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτιο του 1966. Σ' αυτό το σπίτι (κέντρο διδασκαλίας θα λέγαμε σήμερα) έγραψε τα περισσότερα τραγούδια του, εκεί έγιναν οι πρόβες και από εκεί πέρασαν όλοι σχεδόν οι συνεργάτες του, μουσικοί, στιχουργοί, συνθέτες, τραγουδιστές για να τους μεταδώσει τις ατελείωτες γνώσεις του.
Ο Σπύρος Περιστέρης, μας έδωσε επίσης και πλήθος ενορχηστρωτικών διατάξεων και "διεξόδων", με τη ποικιλία των οργάνων που χρησιμοποίησε και στα δικά του, αλλά και στα τραγούδια των συναδέλφων του, για τα οποία είχε την ευθύνη. Πιστεύουμε ότι μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο οδηγό για τους σημερινούς ενορχηστρωτές.
Μετά τον πόλεμο, ήταν ο μόνος από τους μεγάλους προπολεμικούς μαέστρους, που παρέμεινε στο πόστο του για είκοσι ακόμη χρόνια, αφού ο Παναγιώτης Τούντας και ο Κώστας Σκαρβέλης έφυγαν από τη ζωή το 1942, ο Γιάννης Δραγάτσης αποσύρθηκε και πέθανε το 1958, ενώ ο τελευταίος, ο Δημήτρης Σέμσης, έμεινε στην His Master's Voice μέχρι το θάνατό του το 1950.
Από τη θέση του αυτή ο Σπύρος Περιστέρης, συνέβαλε στην ανάδειξη νέων συνθετών, στιχουργών και τραγουδιστών, αν και το μεταπολεμικό (μετεμφυλιακό κλίμα έβαλε σοβαρούς φραγμούς στη πνευματική) μουσική δημιουργία με τη παράταση και συνέχιση της λογοκρισίας της μεταξικής δικτατορίας και αυτή της περιόδου της γερμανικής κατοχής.
Παρ' όλα αυτά και παρά την υποχώρηση του ρεμπέτικου στη 10ετία του 1950, ο Σπύρος Περιστέρης πέρασε στη δισκογραφία των 78 στροφών άλλα 100 τραγούδια του, προσαρμοσμένα βέβαια στις επιταγές και το κλίμα της εποχής. Απ' αυτά τα περισσότερα είναι ρεμπέτικα, ενώ υπάρχουν μερικά δημοτικά και ελαφρά.
Ο Σπύρος Περιστέρης παρέμεινε (παρά τις διοικητικές αλλαγές στις εταιρείες Odeon-Parlophone) μέχρι το θάνατό του, πλάι στο φίλο της νεότητάς του Μίνωα Μάτσα, με τον οποίο γράψανε μία μεγάλη σειρά τραγουδιών, μερικά των οποίων χιουμοριστικού περιεχομένου. Πίσω από τα ψευδώνυμα Τσάμας, Σαλαχώρας, Μαργαρίτης και Π.Οικονόμου, κρυβόταν (από σεμνότητα) ο σπουδαίος αυτός στιχουργός του Ελληνικού τραγουδιού, ο Μίνως Μάτσας, που πολύ πριν ασχοληθεί με τα διοικητικά της δισκογραφίας, είχε διαπρέψει γράφοντας στίχους ελαφρών και επιθεωρησιακών τραγουδιών. Ήταν τέτοιο το δέσιμο αυτό των δύο φίλων-συνεργατών που όσοι παραβρέθηκαν στην κηδεία του Σπύρου Περιστέρη, θυμούνται την απέραντη θλίψη του Μίνωα Μάτσα για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου.
Ο Σπύρος Περιστέρης, σεμνός, ηθικός, συμπαραστάτης όλων των νέων μουσικών (αφού δεχόταν να παίξει ακόμα και στις ηχογραφήσεις των "μουσικών εγγονών του", όπως ο Χρήστος Λεοντής) έφυγε από τη ζωή τον Μάρτιο του 1966, σε ηλικία 66 χρόνων, αφήνοντας ένα πραγματικά δυσαναπλήρωτο κενό ή μάλλον ένα κενό που δεν θα μπορέσει, μάλλον, ποτέ να αναπληρωθεί
Ο Μίνως γεννήθηκε το 1903 στην Πρέβεζα, η οποία τότε βρίσκονταν υπό Οθωμανική κατοχή. Γόνος μεσοαστικής οικογένειας, πέρασε τα πρώτα εννιά χρόνια της ζωής του εκεί, πριν μετακομίσει στα Γιάννενα. «Ο Αινιγματικός κος Μίνως» όπως τιτλοφορείται το εμπεριστατωμένο βιβλίο του ερευνητή του Ρεμπέτικου τραγουδιού Παναγιώτη Κουνάδη υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς της εποχής του με επιτυχίες όπως το περίφημο «Μινόρε της αυγής», «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο Σερέτης» και πάρα πολλά άλλα τραγούδια. Πέραν όμως αυτού είχε το χάρισμα να διακρίνει και την ικανότητα να αναδεικνύει καλλιτέχνες που απεδείχθησαν οι σημαντικότερες προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού όπως ο πρωτοπόρος Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, αργότερα ο Τάκης Μπίνης, ο Απόστολος Καλδάρας και τόσοι άλλοι. Αναφορές για την προσωπικότητα του Μίνου Μάτσα κάνουν στις βιογραφίες του πολλοί από τους μεγάλους του Ρεμπέτικου και γενικότερα του Ελληνικού Τραγουδιού. Όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου, η Μαίρη Λίντα, ο Φώτης Πολυμέρης κ.α ενώ ο Τάκης Μπίνης στην βιογραφία του γράφει: «Αν δεν υπήρχε ο Μίνως Μάτσας δεν θα υπήρχε λαϊκό τραγούδι». Το πώς ακριβώς ξεκίνησε να ασχολείται με την μουσική παραμένει άγνωστο. 

Πάντως έμαθε να παίζει από πολύ μικρός κλαρίνο, ενώ ήταν μέλος της Φιλαρμονικής της Πρέβεζας. Ο Μίνως ενώ έγραψε εκατοντάδες τραγούδια με το πραγματικό του όνομα υπέγραφε ένα πολύ μικρό αριθμό τραγουδιών χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα. Κι αυτό το έκανε γιατί δεν ήθελε να εμφανίζεται ως ανταγωνιστής των υπολοίπων στιχουργών της εποχής.
Ο ερευνητής του ελληνικού τραγουδιού Παναγιώτης Κουνάδης, που ασχολήθηκε με την βιογραφία του Μίνου Μάτσα προσπαθούσε επί χρόνια να βρει ποιος κρύβεται πίσω από το όνομα "Τσάμας" το οποίο συναντούσε σε δεκάδες δίσκους 78 στροφών.
Τελικά ανακάλυψε πως πρόκειται για αναγραμματισμό του ονόματος Μάτσας. Άλλα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ήταν τα αρχικά του "Μ.Μ", το "Σαλαχώρας" (από το λιμάνι της ιδιαίτερης πατρίδας του) αλλά και το "Μ. Μαργαρίτης" από το όνομα της γυναίκας του Μαργαρίτας. Μετά την κατοχή χρησιμοποίησε και το ψευδώνυμο Π. Οικονόμου από το όνομα της πιστής του γραμματέως Πιπίτσας Παπαοικονόμου.

Όπως αποδείχθηκε μάλιστα λίγο πριν από τον θάνατο της από την διαθήκη της, ο Μίνως Μάτσας της είχε χαρίσει ένα μεγάλο μέρος των πνευματικών του δικαιωμάτων για να την ενισχύσει οικονομικά. Της ανεγνώριζε ευγνωμοσύνη γιατί τα χρόνια της κατοχής υπήρξε
ο άνθρωπος που είχε σώσει όχι μόνο την δική του ζωή αλλά και την ζωή όλης του της οικογένειας. Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει ιδιαίτερα ήταν ο ακέραιος χαρακτήρας του, ο οποίος μπορεί να σκιαγραφηθεί καλύτερα μέσα κι από τα επόμενα περιστατικά: Ο Μίνως Μάτσας ήτανε ο πρώτος άνθρωπος που οδήγησε μέσα στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον Μάρκο Βαμβακάρη. Σε μια στιγμή που η δεύτερη και μοναδική εταιρία η Κολούμπια τον είχε απορρίψει φοβούμενη τις έντονες αντιδράσεις του μουσικού
κατεστημένου της εποχής. Την πρώτη του αυτή ηχογράφηση με τον Μίνω Μάτσα ο Μάρκος έτυχε να διασταυρωθεί με τον μέγιστο τότε συνθέτη της εποχής Νίκο Χατζηαποστόλου. Όταν ο μαέστρος άκουσε το πρώτο κιόλας τραγούδι του Μάρκου εξοργισμένος βγήκε έξω από την αίθουσα για να συναντήσει τον Μίνω Μάτσα και να του πει: «Αν δεν βγάλεις αυτά τα άθλια κατασκευάσματα από το στούντιο εγώ δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου εδώ. Θα φύγω από την εταιρία». Ο Mίνως Μάτσας βέβαια του απάντησε με την ιστορική φράση: «Μαέστρο μου, όπως εγώ δεν ανακατεύομαι στις παρτιτούρες σου, θα σε παρακαλέσω κι εσύ να μην ανακατεύεσαι στην δουλειά μου».
Αυτή βέβαια η μοιραία φράση ήταν η αιτία που ο Μίνως Μάτσας έχασε για πάντα την συνεργασία του Νίκου Χατζηαποστόλου αλλά κέρδισε το σημαντικότερο ραντεβού του με την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Το περιστατικό της πρώτης αυτής ηχογράφησης
του Μάρκου στην Odeon αναφέρεται από τον ίδιο στον πρόλογό του δίσκο του «Σαράντα χρόνια Βαμβακάρης» ενώ όλα τα υπόλοιπα περιστατικά γύρω από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και τις αντιδράσεις του κατεστημένου επιβεβαιώνονται στην αυτοβιογραφία
του Γιάννη Παπαϊωάννου και άλλων συνθετών.
Το δεύτερο περιστατικό ήταν: όταν οι εργοδότες του στην Οdeon του πρότειναν να γίνει συνέταιρος με 15% προκειμένου να απορρίψει τις δελεαστικές προτάσεις για συνεταιρισμό του με την ανταγωνίστρια HIS MASTER’S VOICE, εκείνος όχι μόνο δέχτηκε τις υποδεέστερες προτάσεις των παλαιών συνεργατών του, αλλά όπως αποδεικνύεται και από τα επίσημα καταστατικά της εταιρίας, περίμενε καρτερικά 15 ολόκληρα χρόνια για να πάρει επισήμως τον τίτλο του συνεταίρου. Όλο αυτό το διάστημα παρέμενε άτυπος συνεταίρος βασιζόμενος σ’ ένα λόγο που του είχαν δώσει.
Ο Μίνως δεν ασχολήθηκε μόνο με το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και με το χώρο του ελαφρού τραγουδιού. Μία από τις πιο προσοδοφόρες και δημιουργικές συνεργασίες του ήταν με τον Φώτη Πολυμέρη, ο οποίος σύμφωνα με τον Κουνάδη συνεργάστηκε μαζί του μετά την γερμανική κατοχή για όλα τα χρόνια της ζωής του. «Είχα συνδεθεί πάρα πολύ με τον Μίνωα Μάτσα και τον έβλεπα σαν δεύτερο πατέρα μου», λέει ο Φώτης Πολυμέρης. «Με στήριξε οικονομικά σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ήμουν τόσο συγκινημένος, που σε κάποια κάρτα που του έστειλα του έγραψα: Αγαπημένε μου «πατέρα», αν κάποια
φάλτσα σφαίρα του εχθρού δεν με ρίξει για πάντα στο χώμα, σου υπόσχομαι όταν τελειώσει ο πόλεμος θα σου τραγουδήσω όσα τραγούδια χρειαστεί για να σου ανταποδώσω την μεγάλη υποχρέωση που νοιώθω για σένα». Και έτσι κι έκανε. Στη δεκαετία του ‘60 δε συμμετείχε όπως παλιά στη δισκογραφία αλλά έδωσε την «ευλογία» του στη νέα γενιά των καλλιτεχνών που έφερε ο γιος του Μάκης στην εταιρεία. Στον Χρήστο Λεοντή, στον Μάνο Λοΐζο, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στον Γιάννη Πάριο και τόσους άλλους και είδε λίγο πριν τον θάνατό του να μεγαλουργούν μαζί με την προσπάθεια που ξεκίνησε ο γιος του στις αρχές της δεκαετίας».

Αρκετά τα βιογραφικά στοιχεία για τους δυο μεγάλους συνθέτες του Ελληνικού τραγουδιού και δυο εξαιρετικοί νησιώτικοι σκοποί. 

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

273. RCA VICTOR 48g 2485 ΜΑΣΤΟΡΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ- ΝΑΤΣΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΓΚΟΓΚΟΣ ΧΡ.- ΚΑΡΟΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΚΑΡΟΚΗ ΣΟΦΙΑ 1964

Μάστορας Μιλτιάδης- Νάτσιας Νίκος- Γκόγκος Χρ.- Καρόκης Ιωάννης- Καρόκη Σοφία RCA VICTOR 48g 2485 Της Ελένης το κρεβάτι (Βορειοηπειρώτικο) - Όλες οι χώρες και χωριά (Πωγωνίσιος) 1964- 45rpm- 7''

 

«Ο Μιλτιάδης Μάστορας, Πανωδροπολίτης ταλαντούχος μουσικός της οικογενείας των Μαστοραίων από το Λόγγο της Άνω Δρόπολης (εικάζετε ότι οι Μαστοραίοι είναι η κοιτίδα των Χαλκιάδων και των Λουκαίων). Ο Μιλτιάδης βρέθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο σαν πολιτικός πρόσφυγας και συμμετείχε σε πολλά συγκροτήματα, ηχογραφήσεις δίσκων (πολυφωνικά ,πωγωνίσια και βλάχικα-Μετζητιέ της εταιρείας RCA). Ανέδειξε με την τέχνη και την εμπειρία του το πολυφωνικό Βορειοηπειρώτικο τραγούδι παγκόσμια. Συνεργάστηκε με τον Σίμωνα Καρρά, την Δόμνα Σαμίου κ.ά. , συμμετείχε σε διεθνή και ντόπια φεστιβάλ και συμμετείχε ή πρωτοστατούσε σε πολλές δισκογραφικές παραγωγές Βορειοηπειρώτικων τραγουδιών.

Η σημερινή επαρχία Πωγωνίου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Ιωαννίνων, αποτελείται από 30 περίπου χωριά και χωρίζεται στο άνω και κάτω Πωγώνι. Η επαρχία αυτή αποτελεί μία ξεχωριστή ενότητα στον Ελλαδικό χώρο ως προς το γλωσσικό ιδίωμα, την αρχιτεκτονική, τη φορεσιά, το χορό και κυρίως το τραγούδι (πολυφωνικό). Η μουσικοχορευτική παράδοση του Πωγωνίου είναι πλούσια και έχει τη δική της ιδιομορφία,  που οφείλεται σε ιστορικούς, κλιματολογικούς, ανθρωπολογικούς, κοινωνιολογικούς και άλλους παράγοντες.

Το πολυφωνικό τραγούδισμα “a capella” είναι παράδοση με αρχαίες ρίζες. Η προέλευση του πολυφωνικού τραγουδιού  δεν είναι με σαφήνεια γνωστή. Σταθμός της εξέλιξης της πολυφωνίας είναι ο 9ος αι. μ.Χ. στην Δυτική Ευρώπη όπου περνά τα στενά όρια της Εκκλησιαστικής μουσικής. Το Πολυφωνικό τραγούδι ακολουθεί την Δωρική πεντατονική ανημίτονη κλίμακα (σειρά πέντε φθόγγων χωρίς την παρουσία ημιτονίων) ενώ η διατήρηση του «ίσου» έχει Βυζαντινές ρίζες. Αντικατοπτρίζει τα κύρια βιώματα του Πωγωνίου: την ξενιτιά, τον αποχωρισμό, την διαίρεση της Ηπείρου, την αγάπη για την φύση.  Έχει ομαδικό και φωνητικό χαρακτήρα και στηρίζεται στις ανημίτονες και πεντατονικές μουσικές κλίμακες.

Τα πολυφωνικά συγκροτήματα αποτελούνται από 4 έως 10 άτομα. 

Ο «Πάρτης» είναι ο πρώτος του συγκροτήματος που ξεκινά-παίρνει το τραγούδι που το γυρίζει ο «Γυριστής» για να κρατήσουν το ίσο οι «Ισοκράτες» που στην ουσία διατηρούν την τονική μελωδία και είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της ομάδας. Ο «Κλώστης» της μελωδικής αυτής ομάδας κλώθει σαν το νήμα το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική μελωδία. Ο «Γυριστής» και ο «Κλώστης» κόβουν απότομα το τραγούδι  δημιουργώντας με τον τελευταίο φθόγγο του «Πάρτη» μία έντονη διαφωνία που είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του Πολυφωνικού Τραγουδιού. Το σύνολο της μελωδίας έχει παρ’ όλα αυτά μία αυστηρή αρμονία και μιμείται τα μουσικά όργανα που όμως απουσιάζουν. Το Πολυφωνικό Τραγούδι απαντάται στο Πωγώνι και βασίζεται στην ιστορία και τα βιώματα της πολύπαθης αυτής περιοχής της Ηπείρου. Συναντάμε αντίστοιχα τραγούδια όπως ¨Της ξενιτιάς  («Αλησμονώ και χαίρομαι»)¨,  ¨Μοιρολόγια («Λεμονανθούς σε στόλισα»)¨, ¨Λυρικά της Αγάπης («Τι κακό έκανα ο καημένος») και ¨Ιστορικά –Αποχωρισμού («Δεροπολίτισσα»).

Δείγμα της δημιουργικότητας και της ευαισθησίας των ανθρώπων αυτής της γης είναι εκτός από το Πωγωνίσιο παραδοσιακό τραγούδι, που είναι μοναδικό στην ελληνική μουσική παράδοση, και ο Πωγωνίσιος χορός. Ο «βαρύς» αυτός χορός έχει επικρατήσει με το όνομα Πωγωνίσιος σε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Νότια Αλβανία. Συρτός στα δύο, ο Πρώτος αυτός χορός, ακολουθεί αμέσως μετά το εναρκτήριο μοιρολόι στα ηπειρώτικα γλέντια. 

Ο Πωγωνίσιος, είναι ο χορός που συμπυκνώνει για τους Ηπειρώτες την διαχρονική τραγουδιστική και μουσικοχορευτική έκφρασή τους, αφού συμπεριλαμβάνει και αγκαλιάζει την αρχαία Ελληνική παράδοση, με την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα, αλλά και τη σύγχρονη μουσική ταυτότητα της περιοχής του Πωγωνίου, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την «δωρικότητα», την λιτότητα και την ομαδικότητα. Ο Πωγωνίσιος σκοπός ήταν αρχικά μία «σύνθεση» από πολλές φωνές και με την εμφάνιση των οργάνων, στην πορεία των χρόνων, εξελίχθηκε σε μία «σύνθεση» από πολλά μουσικά όργανα.

Το ιδιόμορφο ύφος του πωγωνίσιου τραγουδιού προέκυψε από τη πολυφωνική αρμονική μελωδία, που συνδυάζεται με την εύθυμη, μελωδική επανάληψη. Είναι μάλιστα ο πιο διαδεδομένος χορός σε όλη την Ήπειρο, αφού οι περισσότεροι χοροί καταλήγουν σ' αυτόν. Είναι χορός με έντονη σούστα (ανεβοκατέβασμα του κορμού) σε όλα τα βήματα και χορεύεται και από γυναίκες και από άντρες, αποτυπώνοντας με απαράμιλλη ομορφιά την ισορροπία και τα όρια της έκφρασης ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα. Η πανέμορφη γυναικεία πωγωνίσια στολή μάλιστα είναι εκείνη που επιβεβαιώνει την σεμνή και λυγερή γυναικεία έκφραση, αλλά και την αισθητική ποιότητα της περιοχής.

Οι χορευτές και χορεύτριες έχουν το σώμα τους τοποθετημένο έτσι ώστε να βλέπει το κέντρο του κύκλου. Η πρώτη γυναίκα με τον τελευταίο άνδρα χρησιμοποιεί μαντήλι προκειμένου να κρατηθεί. Η λαβή των ανδρών είναι από τις παλάμες με τα χέρια ελεύθερα αφημένα κάτω και μόνον το αριστερό χέρι του πρώτου και το δεξί του δεύτερου είναι σηκωμένα επάνω. Η μουσική του Πωγωνίσιου διαφέρει από χωριό σε χωριό. Αλλού παίζουν βαριά και κοφτά, αλλού πιο γρήγορα χρησιμοποιώντας πολλές νότες για να στολίσουν το κομμάτι, κι αλλού παίζουν απλά, "μπατζίτικα" όπως λένε, προκειμένου να δώσουν γλύκα και παράπονο. Υπάρχουν χιλιάδες πωγωνίσια τραγούδια που δεν φτιάχτηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι παλιά. Οι χοροί εκφράζουν πολλές πλευρές της ψυχής των Πωγωνίσιων, με μεγαλοπρεπές βήμα και πρωτότυπο τραγούδισμα».

Στο σημερινό δισκάκι ο εξαιρετικός Μιλτιάδης Μάστορας στο λαούτο και στο ρόλο του ¨Πάρτη¨ και ¨Κλώστης¨, ¨Γυριστής¨ και ¨Ισοκράτες¨ οι Νάτσιας Νίκος- Γκόγκος Χρ.- Καρόκης Ιωάννης- Καρόκη Σοφία. Στο κλαρίνο είναι ένας από τους τρεις Περικλής Χαλκιάς ή Ν.Σαδεδίν ή Α.Τζιούμας. Δυστυχώς δεν έχω πληροφορίες για τον κλαριντζή. Βιογραφικά στοιχεία για τους παραπάνω δεν κατάφερα να βρω.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).