Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

590. PHILIPS PH 7865 ΡΟΥΝΤΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΠΕΤΡΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 1963

Ρούντας Φίλιππος- Τζούμας Πέτρος- Τζούμας Απόστολος PHILIPS PH 7865 Πωγωνίσιος Ηπειρώτικος χορός - Πες μου κόρη μαυρομάτα (Πωγωνίσιος στα δύο) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Φίλιππος Ρούντας γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στα Δολιανά Πωγωνίου των Ιωαννίνων. Άρχισε να ασχολείται με το κλαρίνο από πολύ μικρός και σε πολύ μικρό διάστημα ξεδιπλώθηκε το άφθαστο ταλέντο του. Σχεδόν αυτοδίδακτος όπως και όλοι οι μουσικοί του παραδοσιακού τραγουδιού την εποχή εκείνη, φτάνει σε επίπεδο δεξιοτεχνίας και μουσικού ύφους περιζήτητο.
Έτσι γίνεται γνωστός και γίνεται αναντικατάστατος στα πανηγύρια, τους γάμους και σε κάθε κοινωνική εκδήλωση του τόπου του και όχι μόνο.
Τη δεκαετία του 1930 ο βιολιστής Τάκης Καψάλης από τα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου, δημιουργεί με τα παιδιά και ένα ανίψι του, το συγκρότημα «Τακούτσια» (τα παιδιά του Τάκη) τη μακροβιότερη μουσική κομπανία στην ιστορία της Ζαγορίσιας μουσικής παράδοσης.
Με τα Τακούτσια συνεργάστηκαν πολλοί ονομαστοί κλαριντζήδες της εποχής.
Από τους πρώτους που κλήθηκαν να στελεχώσουν τη σύνθεση του συγκροτήματος ήταν ο Φίλιππος Ρούντας.
Αυτός έμελλε να επηρεάσει και διαμορφώσει το μουσικό ηχόχρωμα της κομπανίας, να πλουτίσει το ρεπερτόριό της και να αναδείξει την ποιότητα του ύφους της.
Αρχές του 1960 γνωρίζεται με τον δάσκαλο της μουσικής και διευθυντή του τότε τμήματος παραδοσιακής μουσικής της ΕΙΡ Σίμωνα Καρρά.
Η δεδομένη και γνωστή σε όλους αδυναμία του Σίμωνα Καρρά ειδικά στους Ηπειρώτες κλαριντζήδες, για τους οποίους έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό, είναι η αφορμή για μια πολύχρονη και πολύπλευρη συνεργασία με τον Φίλιππο Ρούντα, εντάσσοντας αυτόν στα μόνιμα μέλη των ραδιοφωνικών εκπομπών «Ελληνικοί αντίλαλοι» και στην ορχήστρα του «Συλλόγου προς διάδοση της Εθνικής Μουσικής».
Η δισκογραφία του Ρούντα είναι ελάχιστη μπροστά στο μέγεθος της τέχνης του και η μουσική του αναγνωρισιμότητα δυσανάλογη μπροστά σε άλλους εμπορικούς «αστέρες» της εποχής.
Στο πλευρό του Ρούντα μαθήτευσαν πάρα πολλοί μουσικοί, εκείνος όμως που φέρει επάξια (και με καμάρι ο ίδιος μνημονεύει) τον τίτλο του άξιου μαθητή του Ρούντα είναι ο Πέτρο-Λούκας Χαλκιάς.
Ο Φίλιππος Ρούντας μαζί με τον Κίτσο Χαρισιάδη κατέχουν ακόμα και σήμερα τον τίτλο των πιο ονομαστών κλαριντζήδων της Ηπείρου, φτάνοντας την Ηπειρώτικη μουσική στο απόγειο της δεξιοτεχνίας και το μουσικό ηχόχρωμα όπως το ακούμε σήμερα.»
Στην δεύτερη πλευρά του σημερινού 45αριού, ο τραγουδιστής Πέτρος Τζούμας (βλέπε και αναρτήσεις LP0 και 338) από τα Δολιανά Πωγωνίου Ιωαννίνων με τον Απόστολο Τζούμα στο κλαρίνο. Δυστυχώς βιογραφικά δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

589. ODEON DSOG 2677 ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΘΟΔΩΡΟΣ- ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1961 (Ηχογράφηση 1935)

Αγαπητός Θόδωρος- Βλαχόπουλος Δημήτρης ODEON DSOG 2677 Λεμονιά (Συρτός) - Παπαλάμπραινα (Τσάμικο) 1961 (Ηχογράφηση 1935) - 45rpm- 7''
«Ο Θόδωρος Αγαπητός γεννήθηκε το 1910 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας. O πατέρας (Θύμιος Αγαπητός 1880-1948) του ήταν γεωργός και έπαιζε λίγο κλαρίνο ερασιτεχνικά. Πριν πιάσει το κλαρίνο έπαιζε νταβούλι που τον έπαιρνε κάποιος μαζί που έπαιζε καραμούζα. Στο κλαρίνο ήταν αυτοδίδακτος.
Το 1926 πήγε στο χωριό του, ο Θανάσης Δεδούσης, το καλύτερο μπουζούκι τότε και δάσκαλος όλων των μετέπειτα κορυφαίων του μπουζουκιού. Ο Δεδούσης άκουσε το μικρό Θόδωρο, ενθουσιάστηκε με το παίξιμό του και τον πήρε μαζί του στην Αθήνα, όπου τον παρουσίασε στο καφενείο των μουσικών λέγοντας τους : « Σας έφερα το καλύτερο κλαρίνο.» Για την αλήθεια των λόγων του, του ζήτησε να παίξει μερικά κομμάτια και η δυσπιστία μετατράπηκε σε θαυμασμό.
Ο Δεδούσης τον πήρε μαζί του στο κέντρο «Μουρούζη», όπου τότε σύχναζε όλη η αριστοκρατία. Σε ηλικία 20 ετών κάνει τον πρώτο του δίσκο με την Ρόζα Εσκενάζη και ακολούθησαν πολλοί άλλοι με του σπουδαιότερους τραγουδιστές της εποχής.
Το 1935 εργάζεται στον «‘Ελατο» με τον Νίκο Καρακώστα.
Το 1938 επιλέχθηκε από επιτροπή που την αποτελούσαν καθηγητές της μουσικής, να εκπροσωπήσει την Ελλάδα, με το χορευτικό της Κούλας Πράτσικα, σε φεστιβάλ του Βερολίνου και διακρίθηκε παίρνοντας το πρώτο βραβείο (με τα χρήματα του οποίου αγόρασε ένα καλό κλαρίνο).
Διαγωνίστηκε με τα καλύτερα κλαρίνα της εποχής : Ν. Καρακλωστα, Κ. Καραγιάννη, Κ. Γιαούζο, Γ. Ανεστόπουλο, Γ. Καρακό, Τ. Χαλκιά κ.ά. και κρίθηκε σαν ο καλύτερος να εκπροσωπήσει τη χώρα μας.
Οι υπόλοιποι συνάδελφοι του, όταν άκουγαν ότι ο Αγαπητός θα παίξει σε κάποιο πανηγύρι τους έπιανε πανικός, γιατί ήξεραν ότι θα τους έπαιρνε την πελατεία. Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος γιατί το κλαρίνο το έπαιζε σαν κομπολόι, ήταν ο μόνος που έκανε χρήση των κλειδιών, επειδή ξεκίνησε να μάθει το κλαρίνο, ενώ οι άλλοι είχαν ξεκινήσει με φλογέρες και καραμούζες που δεν είχαν κλειδιά. Συντόνιζε τέλεια ανάσα, γλώσσα και κλειδιά γι’ αυτό το παίξιμό του ήταν τόσο γλυκό.
Το 1940 σταμάτησε τη δισκογραφία, γιατί του έδιναν μόνο 300 δραχμές για κάθε δίσκο και καθόλου ποσοστά. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόνο ο δίσκος του « Παπαλάμπραινα» ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις αντιτύπων, που με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν πλατινένιος.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Χαρ. Μητρόπουλο, μετά τον Πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ιτέα. Ο Νίκος Κόλλιας όμως γράφει ότι εγκαταστάθηκε στην Ιτέα το 1940 και ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και έχασε μάλιστα τον αδελφό του Γιάννη Αγαπητό (που ήταν εξαίρετος ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού). Εν πάση περιπτώσει, ο Αγαπητός  έκανε οικογένεια στην Ιτέα (4 παιδιά) και εργαζόταν στα πανηγύρια της περιοχής.
Το 1980 σταμάτησε το κλαρίνο για λόγους υγείας και πέθανε 11 Ιανουαρίου 1994. Στην κηδεία του έψαλε τον επικήδειο ο στενός του φίλος και συνεργάτης –μεγάλος ψάλτης- Γιώργος Μεϊντανάς.»
«Ο Δημήτρης Βλαχόπουλος γεννήθηκε το 1901 στην Αθήνα από Σιφνιά μητέρα
Έμενε στην οδό Ιππονάκτου 54 στο Νέο Κόσμο όπως βλέπουμε στο Μητρώο της Αλληλοβοήθειας. Έπαιζε κύμ-βαλο ( τσέμπαλο ) και τραγούδησε 18 δημοτικά τραγούδια. Το πρώτο του τραγούδι ήταν το « Λεμονιά» το 1935 και στο κλαρίνο έπαιξε ο Θόδωρος Αγαπητός. Απέβίωσε το 1953».
Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.
Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα. Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.
Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.
Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα. Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:
Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα, στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή, είναι μια μάζεψη πολλή.
Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα, καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα, ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα, οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε, και τα λεφτά ζητήσανε.
Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα, μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε, τους κλέφτες, τους εφώναξε.
Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα, Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε, οι κλέφτες μας εκάψανε.
Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».
Ο σημερινός δίσκος πρωτοκόπηκε σε πλάκα γραμμοφώνου Parlophon το 1935. Μεταπολεμικά κόπηκε στην Ελλάδα άλλες τρεις φορές, με την τελευταία να είναι σε δισκάκι 45 στροφών σε Odeon (σημερινή ανάρτηση). Η ¨Παπαλάμπραινα¨ στην καλύτερη εκτέλεση της από Αγαπητό και Βλαχόπουλο (προσωπική πάντα γνώμη).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

588. RCA VICTOR 48g 2336 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ Κ. 1963

Σηφογιωργάκης (Σηφογεωργάκης- Σιφογιωργάκης) Σπύρος- Μαράκης Γιάννης- Μουστάκας Κ. RCA VICTOR 48g 2336 Του Ιούδα το φιλί (Αγιοβαρβαρίτικος Συρτός) - Των γονέων μας τραγούδι (Καλαματιανό) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών το 1947 ως αμοιβή από εργασία του στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα το 1948 στα 18 του χρόνια, αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος της επιχείρησής του αλλά και μαθητής του.
Η επαφή τους κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέφει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη από το χωριό Κοξαρέ Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι από καλλιτέχνες όπως ο Γιώργης Καλογρίδης, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης (πατέρας του Μαρκογιάννη και του Μαρκοβαγγέλη), ο Γιώργης Σταυριανάκης κ.ά.
Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική του λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο του Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σε επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, από τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, τον Σκορδαλό, κ.α. Η πρώτη του γνωριμία με την τεχνολογική υποδομή της μουσικής είναι η εκπομπή του Σίμωνα Καρρά, στο Ρ/Σ Αθηνών και στον Ρ/Σ Ενόπλων Δυνάμεων κατά το 17μηνο της στρατιωτικής του θητείας, στο κέντρο διαβιβάσεων Χαϊδαρίου.
Τελειώνοντας τη θητεία του το 1955 σε ηλικία 25 ετών, έχει ήδη δημιουργήσει τη φήμη του καλού λυράρη, που αρχίζει να απλώνεται σε ολόκληρη την Κρήτη αρχικά και εκτός Κρήτης αργότερα. Πρώτος του σταθμός εκτός Ελλάδος, παρέα με τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη, το “1ο φεστιβάλ νέων στο Ελσίνκι” της Φιλανδίας, συνοδεύοντας χορευτικό Κρητικό συγκρότημα, που απέσπασε το 1ο βραβείο. Ακολουθεί περιοδεία στην Ανατολική Ευρώπη και ταξίδι στην Αμερική, όπου ηχογραφείται ο πρώτος δίσκος, “Ο Φάρος”, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται και να τραγουδιέται. Επίσης εκεί γνωρίζεται με τον πρόεδρο Τρούμαν απ’ τον οποίο παραλαμβάνει τιμητικό βραβείο.
Ακολουθούν και άλλες δισκογραφικές επιτυχίες όπως: “Δεν έχω άλλα Δάκρυα”, “Το γράμμα”, “Ο άτυχος”, “Η κολασμένη σου ψυχή”, “Το τραγούδι της μάνας”, “Στη Γερμανία μακρυά”, “Έχεις δικαίωμα να κλαις” κ.α.
Μέχρι και το θάνατο του o Σπύρος Σηφογιωργάκης παρότι είχε ξεπεράσει τα 60 χρόνια συνεχόμενης προσφοράς και δημιουργίας στην Κρητική μουσική, εξακολουθούσε να εμφανίζεται σε επιλεγμένες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις του νησιού με έδρα πάντα το χωριό Βώρροι Ηρακλείου όπου ζούσε τα με τα παιδιά του και τη αγαπημένη σύντροφο Χρυσούλα.
Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά της συζύγου του Χρυσούλας που σε πολλές ηχογραφήσεις δίσκων είχε συνοδεύσει το Σπύρο με την εκλεκτή και μοναδική φωνή της. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης είχε τιμηθεί αναρίθμητες φορές από σπουδαίους Πολιτιστικούς φορείς αλλά και από απλό κόσμο!
Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Κρητικούς καλλιτέχνες και μια φυσιογνωμία που θα μείνει για πάντα στην Ιστορία της Κρητικής μουσικής γιατί εκτός από σπουδαίος καλλιτέχνης είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης έφυγε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 83 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Σηφογιώργης, χωρίς τον Μαρκογιάννη (το κλασσικό δίδυμο) στο λαούτο, αλλά με τον Γιάννη Μαράκη και τον Κ.Μουστάκα στην κιθάρα. Πολύ όμορφος ο ¨Αγιοβαρβαρίτικος συρτός¨ με του Ιούδα το φιλί να έχει την τιμητική του αυτές τις μέρες.
Για τα σπάνια εξώφυλλα του δίσκου, προσφορά του Βασίλη Χατζηαντωνίου (Greekdiscography), τον ευχαριστώ θερμά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 
 

 

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

587. NINA N-24917 ΜΠΑΓΙΑΡΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΥΡΑΚΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ 1969

Μαυράκης Μανούσος (Μανώλης)- Μπαγιαρτάκης Γεώργιος NINA N-24917 Αποκορωνιώτισσα (Κρητικό Καλαματιανό) - Δύσκολο είναι ν' αρνηθείς (Αϊβασιλιώτικος Συρτός) 1969- 45rpm- 7''
 
«Ο Μανούσος (Μανώλης) Μαυράκης γεννήθηκε το 1944 στην Φυλακή Αποκορώνου Χανίων. Γιος του Κυριάκου Μαυράκη επίσης γνωστού λυράρη (λέγεται ότι πρωτόπαιξε μαζί του ο Νίκος Μανιάς).
 Από την δ' τάξη του δημοτικού έπαιρνε κρυφά την λύρα του πατέρα του και έπαιζε. Ο πατέρας του δεν ήθελε να μάθει λύρα ήθελε γράμματα. Τελειώνοντας το γυμνάσιο έπαιζε αρκετά καλή λύρα.
Το 1967 πέρασε στο πανεπιστήμιο Αθηνών (Θεολογική σχολή) και παράλληλα ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λύρα. Έπαιξε σε πολλά κρητικά κέντρα της Αθήνας ξεκινώντας το 1968 στην ταβέρνα του Προβιά στους Αγ.Αναργύρους, στον Ψηλορείτη, στον Ερωτόκριτο, στον Πατούχα, στην Αρετούσα, στο Πεντοζάλη, στα Λευκά Όρη, στο κρι-κρι, στον Ομαλό, στη Μεγαλονήσσο, στον Ερωτόκριτο στην Ελευσίνα, στην Αριάδνη Ελευσίνας, στην Αποσπερίδα και σε άλλα μη κρητικά μαγαζιά στα οποία γινότανε γάμοι και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις.
Ήταν στην φιλαρμονική του δήμου Αιγάλεω από το 1983 μέχρι το 2007, λαμβάνοντας μέρος σε πολλές εκδηλώσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τους λαουτιέρηδες Γιώργη Κατσάμα πριν ασχοληθεί ακόμη με την λύρα, Γιώργο Μπαγιαρτάκη, Ηλία Νικηφοράκη, Νίκο Καραβυράκη, Ντίνο Μπαραδάκη, Μανώλη Μαραγκάκη, Νίκο Αλεξάκη, Αρτέμη Πεντάρη, Ανδρέα Κλειδουχάκη, Ανδρέα Βαρβατάκη, Τάσο Κοντογιάννη και Ανδρέα Χατζηδάκη.»
«Με τέσσερα σαρανταπεντάρια και ένα LP στο ενεργητικό του ο Γιώργος Μπαγιαρτάκης. Στο λαούτο και στο τραγούδι. Ξεκινά δισκογραφικά το 1969 μέχρι και το 1981 που κυκλοφορεί το LP στην Panivar. Συνεργάστηκε δισκογραφικά με τους Παπαδάκη Ακύλα, Αλεξάκη Δαγκλή, Μαυράκη Μανώλη και Ορφανό Νίκο. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω.»
Το διαφημιστικό του ¨Ερωτόκριτου¨ παραπάνω από το πολύτιμο αρχείο του Ιδομενέα Παπαδογιάννη από Ρέθυμνο. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

586. FIDELITY 7358 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1965

Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7358 Αχ θα κάνω να καείς (Νέος συρτός) - Δεν έχω μάνα ούτε πατέρα (Καλαματιανός) 1965- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιώργος Καλομοίρης γνωστός και ως Γιωργαντός γεννήθηκε στ Ανώγεια το 1931 και οι πρώτες του αναμνήσεις από τη ζωή και τον κόσμο συνδέονται με τ Ανώγεια και την μουσική. Στο χωριό του  έζησε αξέχαστα όμορφες στιγμές μα και στιγμές γεμάτες δυστυχία που δεν θα τις ξεχάσει ποτέ. Τα χρόνια μετά τον πόλεμο του ‘40 έζησε δύσκολα. Οι Γερμανοί είχαν κάψει το πατρικό του σπίτι και την περίοδο αυτή η ζωή του συνοδευόταν από πίκρα, φτώχεια και κακομοιριά. Μέχρι τα 11 του χρόνια περιφερόταν ξυπόλητος και η ζωή του ήταν γεμάτες στερήσεις και στενοχώρια. Μετά όμως από τα 11 του χρόνια όλα άλλαξαν και η ευλογία της μουσικής μπήκε στη ζωή του για να τον κάνει να νιώσει ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Τα ακούσματα τα Ανωγειανά είναι εντελώς διαφορετικά και τα γλέντια που έζησε εκεί είναι αξέχαστα για τον ίδιο. Πήγαινε στα γλέντια που έπαιζε ο Στραβός, ο Μανουράς, ο Κίτρος...και πάντα έφευγε ξημέρωμα απ όπου κι αν πήγαινε. Αντιλήφθηκε από νωρίς ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μουσική. Είχε μια λύρα ένα κουτσούρι δηλαδή όχι κανονική λύρα και πάνω σ αυτή έπαιζε τους σκοπούς που άκουγε στο χωριό. Την λύρα αυτή μάλιστα την είχε μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και έπαιζαν εναλλάξ.
Ο Νίκος Ξυλούρης για τον Γιωργαντό ήταν κάτι παραπάνω από αδελφός. Μεγάλωσαν μαζί και από το πρωί που ξυπνούσαν μέχρι αργά το βράδυ ήταν ξυπόλυτοι στα σοκάκια του χωριού. Δεν έπαιζαν μαζί με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους αλλά μοιράζονταν την λύρα  για να παίζουν μουσικοί και κυνηγούσαν τα γλέντια του χωριού για να ακούν τους μουσικούς του χωριού τους. Με αυτή την λύρα λοιπόν έπαιξε και σε ένα γάμο στην Πόμπια που τον κάλεσαν. Ο Γιώργος Καλομοίρης δεν έπαιξε στον κύριο γάμο αλλά σε ένα καφενείο έπαιζε για τους Ανωγειανούς καλεσμένους του γάμου. Ο βασικός καλεσμένος του γάμου ήταν ο Λεωνίδας ο Κλάδος. Όταν ο Λεωνίδας επισκέφτηκε παρέα με τον Μαρκογιάννη  το καφενείο που έπαιζε αυτός και έβγαλαν τα δικά τους όργανα για να παίξουν ο Γιωργαντός και ο Ξυλούρης έμειναν έκπληκτοι. Δεν είχαν δει ποτέ κανονική λύρα και λαούτο μετά από αυτή την ημέρα πήγαν στο Ρέθυμνο και έδωσαν παραγγελία για δύο λύρες μια του Γιωργαντού και μια του Ψαρονίκου. Όταν ο Γιώργης Καλομοίρης έπιασε την κανονική λύρα στα χέρια του προσπάθησε να παίξει τον σκοπό που είχε ακούσει από τον Λεωνίδα Κλάδο. Είχε αποτυπώσει το μεγαλύτερο μέρος του κομματιού και όταν οι χωριανοί του άκουσαν αυτόν το σκοπό ενθουσιάστηκαν. Αυτός ο σκοπός μάλιστα ήταν και η αφορμή να προτείνουν στον Καλομοίρη να αναλάβει μουσικά  μαζί με τον Ξυλούρη τον πρώτο τους γάμο.
Τότε ο Καλομοίρης ήταν γύρω στα 17 και ο Ξυλούρης 13. Έπαιξαν με χαρά αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ την κούραση και την αδυναμία που ένιωσαν γιατί οι γάμοι τότε κρατούσαν 3-4 βράδια.
Την περίοδο αυτή η Ανωγειανή νεολαία είχε την τάση να εγκαταλείπει το χωριό και να συγκεντρώνεται στην πόλη του Ηρακλείου, έτσι αρκετά συχνά οι δύο αχώριστοι φίλοι πήγαιναν στο Ηράκλειο για να συναντήσουν τους χωριανούς τους και εκεί γίνονταν παρέες και  καντάδες.
Δεκαοκτώ ετών ο Γιώργος Καλομοίρης εγκατέλειψε με την σειρά του τα Ανώγεια και εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο. Μέχρι τα 25 του χρόνια γύριζε γύρω από τον άξονα του προσπαθώντας να βρει τον εαυτό του και να ανακαλύψει τον μουσικό δρόμο που θα τον οδηγήσει να δημιουργηθεί ως λυράρης.
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεκίνησε να κάνει ηχογραφήσεις και αυτό ήταν κάτι που τον παίδευε αρκετά γιατί έσβηνε και έγραφε αρκετές φορές ένα κομμάτι μέχρι να το ολοκληρώσει και να μπει στο studio ηχογράφησης και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος.
 Για τον ίδιο η μουσική είναι φαντασία και θέλει αυτοσχεδιασμούς γι αυτό και φρόντιζε να προσθέσει αλλά και να αφαιρέσει κάτι σεβόμενος βέβαια πάντα το πρωτότυπο τραγούδι που ξεχώρισε και αγάπησε ο κόσμος.Τα γλέντια και οι εμφανίσεις του σε όλη την Κρήτη αλλά και εκτός διαδέχονταν η μια την άλλη όπως και οι επιτυχίες του.
Μέσα στις αφηγήσεις γι αυτή την χρονική περίοδο ο Γιωργαντός μιλάει για το μαγαζί Καν - Καν που άνοιξε στο Ηράκλειο το 1961-1962. Μέχρι τότε κρητική λύρα δεν ακουγόταν σε μαγαζιά και με παρότρυνση του Γιωργαντού ξεκίνησαν λυράρηδες όπως ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Βασίλης Σκουλάς, ο Σπύρος Σηφογιώργάκης κ.α. να παίζουν στο Καν - Καν  κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή. Μέσα από τις γνωριμίες που είχαν τότε οι καλλιτέχνες άρχισαν να συγκεντρώνουν αρκετό κόσμο που ήθελε να ακούσει κρητικά και κάπως έτσι το μαγαζί Καν - Καν μετονομάστηκε σε Κρήτη, μετά σε Ερωτόκριτο και έπειτα ξεκίνησαν αρκετά κρητικά μαγαζιά όπως το Κάστρο, η Λύρα και άλλα.
Στα 30 του χρόνια αποφάσισε να πάει στην Αθήνα για να επισκεφτεί τον Περιστέρη και να του ζητήσει να μάθει τις νότες και να καλλιεργήσει τις μουσικές του γνώσεις.
Μέσα από όλη αυτή την διαδρομή ο Γιωργαντός όχι μόνο διασκέδασε τους κρητικούς αλλά κατόρθωσε να κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Για τον ίδιο ήταν σημαντικό να παίζει μουσική με όρεξη και να παίζει κάθε φορά πρώτα για τον εαυτό του - δηλαδή με κριτήριο να ακούει κάτι που του αρέσει - και μετά για όλους τους άλλους. Αυτό τον έκανε να παίζει πάντα μερακλήδικα είτε για ένα άτομο στο μαγαζί που έπαιζε είτε για1000, είτε του έβαζαν μπαξίσι ( χρήματα ) είτε όχι. Ο Γιωργαντός απεβίωσε το 2019».
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Εκτός του Καλομοίρη, έπαιξε και ηχογράφησε με τους: Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και κάποιον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη. Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε κάποιες κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία εκπληκτική του Γαργανουράκη.
Στο σημερινό δισκάκι, πιθανότατα στον Καλαμαθιανό όπως αναγράφει η ετικέτα, πιθανότατα να είναι η Όλγα Σπυριδάκη αυτή που συνοδεύει τον Γιωργαντό στα φωνητικά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

585. PARLOPHON B.74086 ΧΑΣΚΙΛ ΣΤΕΛΛΑ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΑ) 1947

Χασκίλ (Γεχασκέλ ή Γαέγου) Στέλλα (Θεσσαλονικιά) PARLOPHON B 74086 Εδώ πληρώνονται όλα (Ζεϊμπέκικο) - Σεβιλλιάνες 1947- 78rpm- 10''
 
«Στέλλα Χασκίλ (πραγματικό όνομα: Στέλλα Γαέγου-Ιεχασκέ, Θεσσαλονίκη, 1918 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1954) ήταν Ελληνίδα κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου. Το πατρικό της επίθετο είναι Γαέγου. Ο πατέρας της, Χαΐμ Γαέγος, από τα λίγα που έχουν γίνει γνωστά γι' αυτόν, μέσα από αφηγήσεις συγγενικών προσώπων, είναι ότι είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας από την σύζυγό του και μητέρα της Στέλλας Χασκίλ, καθώς άγνωστη παραμένει και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του. Πιθανολογείται μόνο ότι βρίσκεται μεταξύ 1870–1875. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, πολύ ευκατάστατος, απ' ό,τι φαίνεται λόγω του επαγγέλματός του, εμπόριο σιδήρου.
Από τις κόρες του δεν έλειπε τίποτα, φρόντιζε για την προίκα τους όντας ακόμα όλες σε πολύ μικρή ηλικία. Δυστυχώς, όμως, με την εισβολή των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, όλα έγιναν στάχτη και ο ίδιος πέθανε γύρω στο 1941-42. Η μητέρα της, Πέρλα Καμχή, γεννημένη στα Σκόπια το 1890, φτάνει με τους γονείς της, το 1911 στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύεται τον Χαΐμ Γαέγο το 1911 και φέρνει στον κόσμο 5 κορίτσια: τη Ραχήλ (1912-17 Δεκέμβρη 1998), την Ασιρέα (1914-1934 ή 1936), τη Στέλλα (1918-1954), την Έλλη (Λιλή) (1920-1982) και τη Δώρα (1925-2021).
Περί το 1927–28 παντρεύεται τον Ανδρέα Δαπόλλα. Μαζί του αποκτά στις 25 Δεκεμβρίου 1929 την κόρη της, Μαρίκα. Η Πέρλα φεύγει απ' τη ζωή γύρω στο 1961.
Λίγο πριν την Κατοχή θα κατέβει στην Αθήνα με την προτροπή της άλλης σεφαραδίτισσας του ρεμπέτικου, της Ρόζας Εσκενάζυ. Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα η αδερφή της, Ραχήλ, συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Άουσβιτς, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια της θα καταφέρει να καταφύγει κοντά στη Στέλλα στην Αθήνα. Τα χρόνια της Κατοχής εμφανίζεται στο λαϊκό μαγαζί της οικογένειας των Αυστριακών μουσικών Μπέρναν στην Ομόνοια, οι οποίοι και την προστατεύουν. Χρησιμοποιεί για προφανείς λόγους το πατρικό της, Γαέγου, και κρύβεται με την οικογένειά της με την βοήθεια των οργανώσεων του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση το 1945 παντρεύεται με τον επιζώντα του Άουσβιτς Ιακώβ (Τζακ) Ιεχασκέλ, εξ ου και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Χασκίλ.
Στο τέλος του 1946 θα μπει στα στούντιο της Κολούμπια για να ηχογραφήσει τα πρώτα τραγούδια της και πολύ σύντομα θα αποτελέσει έναν από τους στυλοβάτες του ρεμπέτικου τραγουδιού, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο. Κορυφαία φυσιογνωμία του ρεμπέτικου τραγουδιού, στη σύντομη ζωή της, πρόλαβε να καταγράψει 4 τραγούδια το 1934 με το πατρικό της, 106 ερμηνείες πρώτη φωνή και 33 ακόμη δεύτερη φωνή. Πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε με το Χασκίλ ήταν οι «Σεβιλλιάνες» του Γιώργου Λαύκα το 1947, αν και οι πρώτοι δίσκοι δεν ανέφεραν το επίθετο πάνω στο δίσκο παρά μόνο έγραφε ΣΤΕΛΛΑ. Tραγούδησε τούρκικα και λατίνο, αν και δεν καταγράφηκαν σε δίσκους.
Σε επτά χρόνια ηχογράφησε μερικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη (''Ακρογιαλιές δειλινά'', ''Αράπικο λουλούδι'', ''Γκιουλμπαχάρ'', ''Κάποια μάνα αναστενάζει'', ''Της φτώχειας τα κουρέλια''), του Απόστολου Καλδάρα ("Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι"), του Μάρκου Βαμβακάρη ("Μες στη χασάπικη αγορά"), του Μανώλη Χιώτη ("Θέλω άντρα να αγαπάει") και πολλών άλλων δημιουργών. Τον Ιούλιο του 1953 πηγαίνουν μαζί με τον Οδυσσέα Μοσχονά στη Σμύρνη και στην Πόλη: Μετά την "Τριάνα" ήτανε ένα συμβόλαιο να φύγουμε μαζί με την Στέλλα την Χασκίλ για τη Σμύρνη, ήτανε η έκθεση της Σμύρνης. Καθίσαμε μερικές μέρες στη Σμύρνη, από κει ήρθε άλλο συμβόλαιο από την Κωνσταντινούπολη.
Το μαγαζί αυτό λεγότανε "Καζαμπλάνκα", Τούρκος ο ιδιοκτήτης, όνομα Χατζή Μπαμπά, είχε και το "Κρυστάλ", δυο μαγαζιά. Βγαίναμε οι δυο μας. Εγώ πότε μπουζούκι, πότε κιθάρα. Στο άλλο μαγαζί, στο "Κρυστάλ", παίζανε μόνο τούρκικα όργανα με την τραγουδίστρια Χαμιέτ, η πρώτη στην Κωνσταντινούπολη. Η Στέλλα η Χασκίλ γνώριζε τούρκικα τραγούδια καλύτερα από τις Τουρκάλες και τα έλεγε πιο όμορφα, όπως και τ' αράπικα. Στην Πόλη άρχισαν τα κακά μαντάτα, είχε κάτι φοβερούς πόνους στην πλάτη, πήγαμε εκεί σε ένα γιατρό. Δεν ήξερε κι αυτός τι ήταν.
Από την Κωνσταντινούπολη φύγαμε και παίξαμε στην Θεσσαλονίκη, το μαγαζί λεγότανε "Ρομάντζο". Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, οι γιατροί είπανε ότι η Στέλλα είχε καρκίνο. Η φωνή της Στέλλας Χασκίλ είχε την αυστηρότητα του κλασικού ρεμπέτικου, αλλά και την ευλυγισία των μεγάλων φωνών του δημοτικού και του λαϊκού. Πέθανε σε ηλικία 36 χρονών στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1954. Έχει ταφεί στο εβραϊκό τμήμα του Γ΄ νεκροταφείου στη Νίκαια στης 28 Φεβρουαρίου 1954.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, η εξαιρετική Στέλλα Χασκίλ με ένα ζεϊμπέκικο και ένα σε στυλ λατίνο. Η αλήθεια είναι ότι το ιστολόγιο (Πέρδικες….) δεν περιορίζεται μόνο στα Κρητικά και στα δημοτικά. Σίγουρα τα ακούσματα είναι πάρα πολλά και με αφορμή την εκπομπή για τις κυρίες του ρεμπέτικου (που έπρεπε να λέγεται ¨Οι σημαντικότερες γυναικείες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου¨), είπα οι δυο τελευταίες αναρτήσεις να αφορούν δυο απ’ αυτές την Ρόζα και την Στέλλα. 
Ο δίσκος κυκλοφόρησε και σε Odeon Τουρκίας.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).