Κυριακή 26 Απριλίου 2026

594. ODEON A 190020 (GA 1181) ΒΙΔΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΒΑΛΕΡΗΣ ΤΙΤΟΣ 1927

Βιδάλης Γεώργιος- Τούντας Παναγιώτης- Ξηρέλλης (Βαλέρης) Τίτος (Σταύρος) ODEON A 190020 (GA 1181) Αλανιάρα μου (Δημώδες) - Αρχοντοπούλα μου 1927- 78rpm- 10''
«O Γιώργος Βιδάλης ανήκει στην πρώτη γενιά των μεγάλων μουσικών και ερμηνευτών της πρωτεύουσας της Ιωνίας και είναι από τους πρωτοπόρους που δημιούργησαν το μουσικό ύφος στη Σμύρνη, την περίοδο που αναπτύχτηκε και εξελίχτηκε η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα.
Γεννήθηκε το 1884 από ευκατάστατους γονείς και στα παιδικά του χρόνια, παράλληλα με το σχολείο, ασχολήθηκε με την ψαλτική και γρήγορα εξελίχτηκε σε ένα εξαίρετο ψάλτη.
Μέσα στο αναζωογόνο μουσικό κλίμα των αρχών του αιώνα στην Σμύρνη, ο Γιώργος Βιδάλης άρχισε να τραγουδά - ερασιτεχνικά στην αρχή - και στη συνέχεια επαγγελματικά, μπαίνοντας και αυτός στην μεγάλη μουσική παρέα της περίφημης εστουδιαντίνας του Σιδερή, που έμεινε γνωστή με το όνομα " Τα Πολιτάκια ". Μέσα σ' αυτό το μουσικό εργαστήρι, απ' όπου πέρασαν όλοι οι Σμυρνιοί μουσικοί, αλλά και οι κατοπινοί μεγάλοι συνθέτες που διαμόρφωσαν το μουσικό ύφος στο νεώτερο Ελληνικό τραγούδι του μεσοπολέμου, ο Γιώργος Βιδάλης γρήγορα απέκτησε ένα ιδιαίτερο ρόλο.
Έγινε ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές του τραγουδιού, που χαρακτηρίστηκε από την επαφή με τις δυτικές αρμονίες και ταυτόχρονα από το άγγιγμα με τους "μουσικούς δρόμους" της Ανατολής. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι ο Γιώργος Βιδάλης είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος.
Με την ίδια ευχέρεια που τραγουδούσε πολυφωνικού ύφους τραγούδια της οπερέτας ή της επιθεώρησης, τραγουδούσε επίσης -χωρίς να αφίσταται καθόλου- τα ιδιόρρυθμα ρεμπέτικα της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας , που ήταν βασισμένα στους ήχους της βυζαντινής μουσικής. Ο Γιώργος Βιδάλης, σε πολύ μικρή ηλικία (18 ετών), το 1902 παντρεύτηκε και από το γάμο αυτό απέκτησαν τον μοναδικό γιο τους , Πέτρο (1903-1963). Αν και τα στοιχεία που έχουμε, δεν είναι επαρκή, είναι φανερό ότι πρέπει να ήταν διάσημος τραγουδιστής της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα, αφού είναι από τους λίγους που κατέγραψαν τη φωνή του στη δισκογραφία των 78 στροφών της πρώτης εκείνης περιόδου, δηλαδή πριν το 1922.
Συνεργάστηκε με όλα τα γνωστά πρόσωπα- μουσικούς και οργανοπαίκτες- στη Σμύρνη, όπως με τους Μηλιαρήδες (Τζών και Lucien), με τον Γεώργιο Σαβαρή, με τους Ογδοντάκηδες, με τους αδελφούς Μπόγια, με τον περίφημο Θεόδωρο Μαυρογένη , ( ή Θοδωράκι), τον Γιώργο Τσανάκα και άλλους.
Είναι ο δεύτερος ( μαζί με τον Ελευθέριο Μενεμενλή), από τους τραγουδιστές της Σμύρνης, που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.
Εγκαθίσταται στην Ελλάδα-- στην περιοχή του Βύρωνα-- το 1922 και αμέσως βρίσκει δουλειά--σαν τραγουδιστής-- στα καλύτερα μουσικά στέκια της εποχής, όπως τα κέντρα "Αραράτ" και "Μουρούζη" στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ασκώντας την ψαλτική, έψελνε κάθε Κυριακή, στην Καθολική εκκλησία του Αγ. Διονυσίου στην Αθήνα. Ανάμεσα στα χρόνια 1924-1933, που είναι η δισκογραφική του περίοδος, συνεργάζεται μόνο με την ODEON-- στη Σμύρνη οι δίσκοι που έβγαλε ήταν της τουρκικής εταιρείας ORFFON-- και καταγράφει συνολικά εκατόν είκοσι περίπου τραγούδια.
Απ' αυτά γύρω στα 30 είναι παραδοσιακά ρεμπέτικα ή ρεμπέτικου ύφους της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, περίπου 15 δημοτικά, 30 ελαφρά επιθεωρησιακά, ή οπερετικά επώνυμων συνθετών, Ελλήνων και ξένων και τα υπόλοιπα ρεμπέτικα γνωστών δημιουργών, όπως του Παναγιώτη Τούντα, του Παναγιώτη Μπαιντιρλή, του Κώστα Καρίπη, του Κώστα Μισαηλίδη, του Γιάννη Δραγάτση,( ή Ογδοντάκη) και άλλων. Παρ' όλο που απεχώρησε απ' την δισκογραφία--γι' αδιερεύνητους ακόμη λόγους (όπως άλλωστε τα ίδια χρόνια και οι Αντ. Ναλγκάς, Ευάγγ. Σωφρονίου, Δημ. Αραπάκης, Κ. Καρίπης κ.α.)-- εξακολούθησε να παίζει και να τραγουδά σ' όλα τα γνωστά στέκια της εποχής με διάφορα σχήματα. Μάλιστα, μετά το 1930, εκτός από το μαντολίνο, άρχισε να μαθαίνει και έπαιζε μπουζούκι.
Μια άλλη καλλιτεχνική του απασχόληση ήταν η παρουσίαση μουσικών προγραμμάτων στους ταξιδιώτες--μετανάστες, στα πλοία που έκαναν το δρομολόγιο Πειραιάς--Ν. Υόρκη γύρω στο 1930.
Σ' αυτά του τα ταξίδια ο καλύτερος συνεργάτης του ήταν ο νεώτερος από την οικογένεια Μηλιάρη, ο Τζών ( ο οποίος και μας πληροφόρησε το 1988 για τη δραστηριότητά του αυτή) καθώς και οι Σπύρος Περιστέρης, Γιώργος Σαβαρής, και ο Κωνσταντινουπολίτης βαρύτονος Π. Μακρής.
Αν και πέρασε στα μέσα της δεκαετίας του 30 σε δεύτερη γραμμή επικαιρότητας, δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδά και να ψέλνει. Στα χρόνια της κατοχής, πικραμένος κι' αυτός όπως και οι περισσότεροι Μικρασιάτες, από τη νέα αυτή σκλαβιά, αποσύρθηκε από το επάγγελμα και έτσι σταμάτησε οριστικά να ακούγεται η εξαίσια αυτή φωνή.
Ένας διαλεκτός συνάδελφος, γεμάτος χιούμορ -και αγάπη για τους συνεργάτες του,-- που αποτυπώθηκε συχνά με τα επιφωνήματα του στις ηχογραφήσεις-- εγκατέλειψε το χώρο αυτό. Από νεαρή ηλικία ήταν εξαίρετος χορευτής και δεν έχανε ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητές του αυτές. Ο καρκίνος που τον χτύπησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τον κατέβαλε στις 2 Ιουλίου 1948.» 
«Ο Τίτος (Σταύρος) Βαλέρης (Ξηρέλλης) γεννήθηκε στα Πάμφιλα Λέσβου στις 27 Μαρτίου 1898. Ήταν το μοναχοπαίδι ενός φτωχού σιδηρουργού. Την ωραία του φωνή πρόσεξε ο δεσπότης ακούγοντάς τον να ψάλλει τον Απόστολο στην εκκλησία του χωριού του. Τον κάλεσε στη Μυτιλήνη με μισθό ένα ασημένιο μετζίτι.
Στη Μυτιλήνη πρωτοδιδάχτηκε ευρωπαϊκή μουσική, βιολί και ελάχιστα στοιχεία θεωρίας από τον Κλεάνθη Μυρογιάννη και βυζαντινή από τον Νικόλαο Παπαγεωργίου, μαθητή του πρωτοψάλτη Γεωργίου Ραιδεστηνού του Β΄ (1833-89) στην Κωνσταντινούπολη.
Ο γιατρός Γριμάνης του σύστησε ανώτερες μουσικές σπουδές. Το 1915 πήγε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών ως τενόρος στην τάξη της περίφημης παιδαγωγού Νίνας Φωκά. Μετά τα υποχρεωτικά μαθήματα αρμονίας με τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη, γράφτηκε στην τάξη ανωτέρων θεωρητικών του Αρμάνδου Μαρσίκ και συνέχισε για λίγο μαθήματα βιολιού με το Γεώργιο Λομπιάνκο. Το 1920 ο Ξηρέλλης πήρε δίπλωμα «μονωδίας και μελοδραματικής» (άριστα, χρυσούν αριστείον εξαιρετικής ιδιοφυίας παμψηφεί) από το Ελληνικό Ωδείο.
Τον Σεπτέμβριο του 1920, προσλήφθηκε στο Ελληνικό Ωδείο ως «δάσκαλος του άσματος».
Σε καταχώρηση του Ελληνικού Ωδείου, τον Οκτώβριο του 1921 αναφέρεται ως μέλος του διδακτικού προσωπικού στη βαθμίδα δασκάλου.
Την άνοιξη του 1925 έφυγε για το Μιλάνο με υποτροφία που του χορηγήθηκε με τη μεσολάβηση του Κωστή Παλαμά από το κληροδότημα Ιωάννου Βόζου. Επί έντεκα μήνες παρακολούθησε μαθήματα κοντά στον παιδαγωγό Τζουζέππε Μπόργκι.
Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης που διέπρεψε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, σε ηλικία 87 ετών, έκανε την τελευταία του υπόκλιση στη ζωή, το πρωί της Παρασκευής 25 Ιανουαρίου 1985 και αποσύρθηκε διακριτικά, πίσω από τις κουίντες της ιστορίας. Μετά τον θάνατό του, το αρχείο του (μουσικές του συνθέσεις, προγράμματα, αποκόμματα Τύπου, αλληλογραφία κ.ά.), παραδόθηκε στον Δήμο Μυτιλήνης. (περισσότερα βιογραφικά στοιχεία στο φάκελο που θα κατεβάσετε).»
«Ο Παναγιώτης Τούντας είναι ένας από τους διασημότερους συνθέτες της
Σμυρναϊκής Σχολής, που ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών οι οποίοι
κατάφεραν, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, να διαμορφώσουν τα
ρεμπέτικα τραγούδια στην Ελλάδα. Αποτελεί, αναμφίβολα, τον συνθέτη που ξεχώρισε
τόσο με την ποιότητα όσο και με τον όγκο των τραγουδιών του από το σύνολο των
καλλιτεχνών της προσφυγιάς – περίπου 350, τα οποία έχουν ερμηνευτεί από σχεδόν
όλους τους προπολεμικούς τραγουδιστές της εποχής.»
¨Σαν τα δικά σου μάτια έμορφα δεν έχω ιδεί,
αχ, αλανιάρα μου τρελή,
μ’ έριξαν σ’ απελπισία και σε συλλογή,
μαύρισαν και την καρδιά μου, αχ και πονεί.
Της τύχης μ’ ήτανε γραφτό, για ‘να καημό,
μα εσύ δεν με λυπάσαι φως μου, π’ αγαπώ
τα δυο ολόγλυκα μάτια σου, αχ, αυτά και πονώ.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς μου άνοιξες πληγή,
αχ, αλανιάρα μου τρελή,
ψεύτικα νάζια μου κάνεις και με τυραγνείς,
βάλθηκες να με πεθάνεις, πια, δεν πονείς.
Αχ, αλανιάρα μου, λυπήσου, θα χαθώ,
δώσ’ μου απ’ τα γλυκά σου χείλη, βάλσαμο γλυκό
και με τα δυο σου ολόγλυκα μάτια, αχ, να σωθώ.¨
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

593. MINOS 5360 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ- ΒΕΡΥΚΟΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1972

Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης)- Βερύκοκος Δημήτρης MINOS 5360 Τρεις καπετάνιοι κάθονται - Ακολούθια με μελαχρινό 1972- 45rpm- 7''
Ο Νίκος Μανιάς γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1931 στο χωριό Επισκοπή Ρεθύμνου (στην σύγχρονη εποχή υπάγεται στο Δήμο Ρεθύμνου). Από αγροτική οικογένεια υπήρξε το μικρότερο από τα επτά παιδιά του Γεωργίου και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια που του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέλφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Σταμάτησε το σχολείο σε ηλικία 8 ετών με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου συνδράμοντας με τη βασκική στο βιοπορισμό της οικογένειας του όταν δεν υποχρεούταν σε καταναγκαστική εργασία από τις δυνάμεις κατοχής. Το μαντολίνο, μέσο έκφρασης του πατέρα του, όπως και το λαούτο του συγχωριανού του και γείτονα Σταύρου Ψυλλάκη ή Ψύλλου υπήρξαν τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Νίκου Μανιά. Η καληκέλαδη φωνή του και η διαρκής συμμετοχή του σε παρέες και γλέντια της εποχής έγιναν γρήγορα αντιληπτά από συγγενείς και φίλους.
Έτσι ενώ αρχικά δοκίμασε τη λύρα, δημοφιλέστερο όργανο της εποχής στην περιοχή, σύντομα ζήτησε από τον αδελφό του Γιάννη να του αγοράσει ένα λαούτο όπως κι έγινε. Η πρώτη του δημόσια εμφάνιση πραγματοποιήθηκε σε γάμο στο χωριό του το 1947 με λυράρη τον Κυριάκο Μαυράκη από τη Φυλακή Αποκορώνου. Αυτή ήταν η αρχή μίας 60χρονης διαρκούς παρουσίας στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης.
Το 1953 ενώ ασχολείται πλέον επαγγελματικά με τη μουσική γνωρίζει τον Κώστα Μουντάκη σε πανηγύρι στον Κουρνά Αποκορώνου ξεκινώντας έτσι η 26χρονη συνεργασία τους, που απέδωσε σπουδαία μουσικά έργα, θέτοντας τα θεμέλια της σύγχρονης κρητικής μουσικής. Την ίδια χρονιά ηχογραφούν την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά σε δίσκο 78' στροφών με τίτλο: "Σαν το ζητιάνο έρχομαι". Το 1958 ξεκινούν μαζί με τον Μουντάκη πολύμηνη περιοδεία στην Αμερική.
Η επιτυχία της περιοδείας και η ανταπόκριση των απόδημων Κρητών έγινε εφαλτήριο σειράς εμφανίσεων σε χώρες του εξωτερικού τα αμέσως επόμενα χρόνια. Σε κάποια από αυτά τα ταξίδια συνόδεψε τον "Όμιλο Βρακοφόρων Κρήτης" σε διεθνή μουσικοχορευτικά φεστιβάλ κατακτώντας συχνά την πρώτη θέση. Εκτός της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Μουντάκη ο Νίκος Μανιάς συνεργάστηκε ήδη από τη δεκαετία του '50 με τον επίσης δεξιοτέχνη λυράρη Θανάση Σκορδαλό. Μεγάλες υπήρξαν οι δισκογραφικές τους επιτυχίες "Περνάς και δε με χαιρετάς", "Πέρδικα όμορφο πουλί", "Δώρο χριστουγεννιάτικο", "Πότε θα κάμει ξαστεριά" κ.α. Συνεργάστηκε με όλους τους μουσικούς της γενιάς του αλλά και αργότερα με νεότερους καλλιτέχνες αποτελώντας για αυτούς σύνδεσμο και φορέα μουσικής ιστορίας και πολιτισμού.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους καταξιωμένους λυράρηδες Λεωνίδα Κλάδο, Νίκο Ξυλούρη, Σπύρο Σηφογιωργάκη, Γιώργη Καλομοίρη, Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, Γιώργη Καλογρίδη, με τον σύντεκνό του Νίκο Σωπασή, με τον Βασίλη Σκουλά, με τον Βαγγέλη Ζαχαριουδάκη αλλά και με τους νεότερους Γιώργο Χαλκιαδάκη, Μανώλη Αλεξάκη, Στέλιο Μπικάκη, Κώστα Βερδινάκη. Συνεργάστηκε και με γνωστούς λαουτιέρηδες, όπως τους Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, τον συγχωριανό και κουμπάρο του Μανώλη Κακλή, αλλά και με τους νεότερους Μιχάλη Τσουγανάκη, Στέλιο Σταματογιαννάκη, Γιώργο Μανωλιούδη, Μανώλη Βερδινάκη, Μανώλη Κονταρό και πολλούς άλλους. Ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης δημιουργώντας έναν προσωπικό κύκλο ένθερμων θαυμαστών.
Η δισκογραφική του συνεργασία με τον βιρτουόζο του λαούτο και δημιουργό Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη από το Σπήλι Ρεθύμνου υπήρξε σταθμός στην ιστορία της κρητικής μουσικής. Ο δίσκος "Κρητική Λεβεντιά" (1974) απέδωσε διαχρονικές επιτυχίες αστικής μουσικής όπως: "Αμέτε με στη εκκλησιά", "Πες μου και γιάντα" κ.α. Ο Μανιάς θεωρείται κατά κοινή παραδοχή ίσως ο καλύτερος στην απόδοση των ριζίτικων τραγουδιών αλλά και των ταμπαχανιώτικων τραγουδιών ή αμανέδων.
Το συνολικό έργο του, το μοναδικό ηχόχρωμα και η εκφραστικότητα της φωνής του, το ήθος και η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, ο σεβασμός στην τέχνη και στο κοινό τον χαρακτήρισαν δικαιωματικά ως "Αηδόνι της Κρήτης" και "Άρχοντα της Κρητικής Μουσικής", ενώ θεωρείται από τους πιο εμπορικούς Κρήτες μουσικούς. Απεβίωσε στις 25 Μαΐου του 2012 στο Ηράκλειο της Κρήτης, ύστερα από μακροχρόνια προβλήματα υγείας.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Κυριακή 19 Απριλίου 2026

592. PANIVAR PA-217 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 1970

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Σταυρακάκης Γιάννης- Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας PANIVAR PA-217 Βασίλισσα του Μίνωα (Συρτός) - Ούτε κοπέλι δυο χρονών (Κοντυλιές) 1970- 45rpm- 7''
«Ο Βασίλης Σκουλάς (βλέπε και αναρτήσεις 42, 108, 190, 229, 280, 375, 471 και 527) γεννήθηκε στ' Ανώγεια Ρεθύμνου το 1946, σ' ένα χώρο και μια μεγάλη οικογένεια με παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Εγγονός του Μιχάλη Σκουλά, σπουδαίου λυράρη της εποχής του και γιος του γνωστού λαϊκού ζωγράφου Αλκιβιάδη Σκουλά ή Γρυλιού. Αρχίζει να μαθαίνει λύρα στα επτά του χρόνια και σε ηλικία μόλις 16 ετών κατορθώνει να καθιερωθεί ως ένας από τους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές του νησιού, χαράζοντας ήδη μια δική του πορεία στην κρητική μουσική παράδοση.
Στο κατώφλι 60 χρόνων συνεχούς και λαμπρής πορείας στο χώρο τόσο του παραδοσιακού όσο και του σύγχρονου κρητικού τραγουδιού, ο Βασίλης Σκουλάς έχει να επιδείξει μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων καλλιτεχνικών εμφανίσεων, κοινωνικών και πολιτιστικών, από Αμερική ως την Αυστραλία, τον Καναδά και την Γερμανία, καθώς επίσης και στα στέκια που κατά καιρούς δημιούργησε για τη φιλοξενία της κρητικής μουσικής.
Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι πέρα από τη γενικότερη προσφορά του στην κρητική μουσική, ο Βασίλης Σκουλάς καθιέρωσε ειδικότερα τις Ανωγειανές κοντυλιές με το μοναδικό εκφραστικό του τρόπο και ταυτόχρονα έγινε ο φορέας επικοινωνίας με τον υπέροχο μαντιναδολογικό πλούτο του τόπου μας.
Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1965 με συμμετοχή σε δίσκο 45" που περιείχε κοντυλιές με τον Θαν. Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολουθεί ο πρώτος δίσκος 33" το 1969, όμως η σημαντικότερη δισκογραφική παρουσία και η αρχή της συνεργασίας του με έντεχνους Έλληνες συνθέτες αρχίζει για το Βασίλη Σκουλά το 1980 με το Σεργιάνισμα στην Κρήτη, και ακολουθούν η Κρητική ανθολογία, τα τραγούδια Του σίδερου και του νερού σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, οι Χίλιες χρυσές αθιβολές, του Έρωντα και του καημού, η Αναφορά στην Κρήτη, ο Πικραμένος αναχωρητής σε ποίηση του Ν. Βρεττάκου, οι Δροσοσταλίδες, και το Αναστορούμαι.
Παράλληλα την περίοδο 1981-85 πραγματοποίησε μια σειρά εμφανίσεων στο θέατρο Παρκ με το θεατρικό έργο Καφενείον η Ελλάς και αμέσως μετά με το θίασο του Γιάννη Βόγλη στην παράσταση του έργου του Ν. Καζαντζάκη Καπετάν Μιχάλης, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1995 συμμετέχει με δύο τραγούδια στην Αιολία του Μιχ.Νικολούδη, ερμηνείες που θα σημαδέψουν τη μετέπειτα πορεία του Βασίλη Σκουλά στο έντεχνο Ελληνικό τραγούδι.
Ο Βασίλης Σκουλάς συνεχίζει ακόμα και σήμερα, με το ίδιο πάθος και μεράκι της νιότης, να δημιουργεί και να εμφανίζεται σε εκδηλώσεις.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Βασίλη Σκουλά και τον Γιάννη Σταυρακάκη σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Το σημερινό δισκάκι κυκλοφόρησε αρχικά με πορτοκαλί ετικέτες (σημερινή ανάρτηση) και τα γνωστά ορθογραφικά λάθη στις ετικέτες. Αργότερα έκοψε με πορτοκαλί ετικέτες και το όνομα του Βασίλη Σκουλά στην θέση του λογότυπου της Panivar (θα τις βρείτε στο φάκελο από το greekdiscography) και χωρίς ορθογραφικά λάθη με τους καλλιτέχνες να αναγράφονται. Αργότερα έκοψε και με πράσινες ετικέτες αναγράφοντας επάνω ¨Συνοδεία Κρητικής ορχήστρας¨ και με ¨καβαλάρη¨ στο κέντρο. Όσο αφορά τα τραγούδια δεν χρειάζονται συστάσεις τόσο για το παίξιμο όσο και για τους στίχους.
Στα λαούτα ο Γιάννης Σταυρακάκης και ο Κώστας Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης το πραγματικό επώνυμο- βλέπε και ανάρτηση 42).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 




Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

591. COLUMBIA 7203-F ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ 1939

Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης- Βερνιδάκης)- Τούντας Παναγιώτης COLUMBIA 7203-F Μικρό μελαχρινό (Εγείραν τα κλωνάρια μου) - Θε να σε κάνω μενεξέ 1939- 78rpm- 10''
«Ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή «Μπαξεβάνης» ή απλά «Μπαξές» γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο και καταγόταν από το Άνω Μαλάκι του νομού Ρεθύμνου. Η μητέρα του Στέλλα Βογιατζάκη, συγχωριανές με την Χρυσούλα Μαμαγκάκη, μητέρα του θρυλικού Ροδινού, από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια. Λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν κηπουρός στο τσιφλίκι κάποιου Τούρκου και γι' αυτό αποκαλούνταν και «Μπαξεβάνης» (μπαξές=κήπος).
Στα 12 του χρόνια άρχισε να παίζει μαντολίνο και μπουλγαρί, αλλά τον κέρδισε τελικά το λαούτο. Η καταπληκτική φωνή του ήταν εκείνη που έκανε όλη την Κρήτη να τον αποκαλεί "το αηδόνι της Κρήτης" και εξαιτίας αυτής έχει μείνει στην ιστορία σαν ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές που έχει βγάλει η Κρήτη. Εμφανίζεται στη δισκογραφία το 1928 με την ηχογράφηση ενός δίσκου με το λυράρη Αλέκο Καραβίτη, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με το Στέλιο Φουσταλιέρη ,το Μανώλη Λαγό, το Ανδρέα Ροδινό ,τον Καρεκλά και το Θανάση Σκορδαλό.
Ο Μπαξεβάνης την εποχή εκείνη, με την ασύγκριτη φωνή του είχε ξεπεράσει τα στενά όρια της Κρήτης και είχε γίνει γνωστός και στην υπόλοιπη Ελλάδα καθώς τραγούδησε , εκτός από Κρητικά τραγούδια, νησιώτικα αλλά και μικρασιάτικα. Λένε ακόμη ότι οι λυράρηδες της εποχής φιλονικούσαν μεταξύ τους για το ποιός θα τον πάρει στα πανηγύρια και στις ηχογραφήσεις των δίσκων.
Η αδερφή του Λαυρεντία, επίσης ταλαντούχα στο τραγούδι ήταν η πρώτη γυναίκα που καταγράφηκε δισκογραφικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής. Γύρω στο 1940 ηχογράφησαν παρέα με το Μανώλη Λαγό στη λύρα το κλασσικό πλέον: «Τη μάνα μου την αγαπώ».
Το 1947 παντρεύτηκε με την Ελευθερία Κατσιμπράκη και απέκτησε μια κόρη. Αυτή ήταν και η αρχή μιας νέας εποχής στη ζωή του που συνοδεύτηκε από την αλλαγή επαγγέλματος. Ο Γιάννης Μπερνιδάκης άνοιξε φαρμακείο και παρά τις παρακλήσεις των φίλων του δεν επέστρεψε ξανά στην μουσική.
Χαρακτηριστικό το υπέροχο ποίημα του φίλου του Γιώργου Καλομενόπουλου με τίτλο «Γράμμα στο Μπαξέ», που μελοποίησε το 1999 ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης σε ερμηνεία του Μανώλη Λιδάκη:
Γιάννη, τα «ξύλα» τα ‘κρυψες και γίνηκες σπετσέρης
και τους γλεντζέδες τους παλιούς κάνεις πως δεν τους ξέρεις.
Γιάννη, σκίσε τις συνταγές και κάψε το κινίνο
και πιάσε στα χρυσόχερα λαούτο, μαντολίνο.
Μ’ αυτά τον πιο καλό γιατρό εσύ τον παραβγαίνεις
γιατί ανθρώπινες πληγές μ’ αυτά τα δυό τις γιαίνεις.
Κι αν τύχει κι έρθω άρρωστος, μη μου συστήσεις χάπι
μα πιάσε το λαούτο σου και μίλα μου γι’ αγάπη.
Τότε θα δεις από ψηλά δυο αστέρια να κυλήσουν
δυο πεθαμένων οι ψυχές να σε γλυκοφιλήσουν.
Ψυχές δυο φίλων που ‘φυγαν σ’ αγύριστο ταξίδι
η μία θα ‘ναι του Ροδινού κι η άλλη τα’ Αριστείδη.
Μια μαντινάδα μοναχή, Γιάννη, να πω μαζί σου
και να θαρρώ πως τα κλειδιά κρατώ του παραδείσου.
Να ίντα θα πω: «Ανάθεμα απού μπορεί κι αφήσει
τούτο το ψεύτικο ντουνιά μην τόνε γλεντήσει».
Όσον αφορά τη δισκογραφία, ο Γιάννης Μπερνιδάκης τραγούδησε κρητικά, νησιώτικα αλλά και σμυρναίικα τραγούδια. Συντροφιά με τον Παναγιώτη Τούντα ηχογράφησαν στην Αθήνα τα τραγούδια "Άσπρο Περιστέρι Μου" και το "Αμάν Μαριώ" το 1938, το "Θε να σε κάμω μενεξέ" και το "Ωχ Μικρό Μελαχρινό" το 1939.
Ο αγαπητός σε όλους «Μπαξεβάνης», πέθανε στο Ρέθυμνο τον Ιούλιο του 1972.»
Εγείραν τα κλωνάρια μου, ωχ, μικρό, μελαχρινό,
στη γη και μαραθήκαν.
Κι όσα πουλιά καθότανε, ωχ, μικρό, σγουρό, γλυκό,
όλα μ’ απαρνηθήκαν.
Ξεράθηκαν και τα κλαριά, ωχ, μικρό, μελαχρινό,
που ‘χτιζα τη φωλιά μου.
Σωθήκαν και τα γιατρικά, ωχ, μικρό, σγουρό, γλυκό,
που ‘γιαίναν την καρδιά μου.
Από τα ποιο όμορφα αστικοκρητικά τραγούδια της δισκογραφίας στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου. Εδώ στην αμερικάνικη έκδοση. Συνδημιουργία του Παναγιώτη Τούντα με τον Μπαξεβάνη (Βερνιδάκη τον αναφέρουν οι αμερικάνικες ετικέτες). Ορχήστρα με βιολί (Σέμσης), κιθάρα (Καρίπης) και μάντολα (Τούντας) (πληροφορίες για την ορχήστρα από το rebetikosealab). Πληροφορίες για τον Τούντα σε παλιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

590. PHILIPS PH 7865 ΡΟΥΝΤΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΠΕΤΡΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 1963

Ρούντας Φίλιππος- Τζούμας Πέτρος- Τζούμας Απόστολος PHILIPS PH 7865 Πωγωνίσιος Ηπειρώτικος χορός - Πες μου κόρη μαυρομάτα (Πωγωνίσιος στα δύο) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Φίλιππος Ρούντας γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στα Δολιανά Πωγωνίου των Ιωαννίνων. Άρχισε να ασχολείται με το κλαρίνο από πολύ μικρός και σε πολύ μικρό διάστημα ξεδιπλώθηκε το άφθαστο ταλέντο του. Σχεδόν αυτοδίδακτος όπως και όλοι οι μουσικοί του παραδοσιακού τραγουδιού την εποχή εκείνη, φτάνει σε επίπεδο δεξιοτεχνίας και μουσικού ύφους περιζήτητο.
Έτσι γίνεται γνωστός και γίνεται αναντικατάστατος στα πανηγύρια, τους γάμους και σε κάθε κοινωνική εκδήλωση του τόπου του και όχι μόνο.
Τη δεκαετία του 1930 ο βιολιστής Τάκης Καψάλης από τα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου, δημιουργεί με τα παιδιά και ένα ανίψι του, το συγκρότημα «Τακούτσια» (τα παιδιά του Τάκη) τη μακροβιότερη μουσική κομπανία στην ιστορία της Ζαγορίσιας μουσικής παράδοσης.
Με τα Τακούτσια συνεργάστηκαν πολλοί ονομαστοί κλαριντζήδες της εποχής.
Από τους πρώτους που κλήθηκαν να στελεχώσουν τη σύνθεση του συγκροτήματος ήταν ο Φίλιππος Ρούντας.
Αυτός έμελλε να επηρεάσει και διαμορφώσει το μουσικό ηχόχρωμα της κομπανίας, να πλουτίσει το ρεπερτόριό της και να αναδείξει την ποιότητα του ύφους της.
Αρχές του 1960 γνωρίζεται με τον δάσκαλο της μουσικής και διευθυντή του τότε τμήματος παραδοσιακής μουσικής της ΕΙΡ Σίμωνα Καρρά.
Η δεδομένη και γνωστή σε όλους αδυναμία του Σίμωνα Καρρά ειδικά στους Ηπειρώτες κλαριντζήδες, για τους οποίους έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό, είναι η αφορμή για μια πολύχρονη και πολύπλευρη συνεργασία με τον Φίλιππο Ρούντα, εντάσσοντας αυτόν στα μόνιμα μέλη των ραδιοφωνικών εκπομπών «Ελληνικοί αντίλαλοι» και στην ορχήστρα του «Συλλόγου προς διάδοση της Εθνικής Μουσικής».
Η δισκογραφία του Ρούντα είναι ελάχιστη μπροστά στο μέγεθος της τέχνης του και η μουσική του αναγνωρισιμότητα δυσανάλογη μπροστά σε άλλους εμπορικούς «αστέρες» της εποχής.
Στο πλευρό του Ρούντα μαθήτευσαν πάρα πολλοί μουσικοί, εκείνος όμως που φέρει επάξια (και με καμάρι ο ίδιος μνημονεύει) τον τίτλο του άξιου μαθητή του Ρούντα είναι ο Πέτρο-Λούκας Χαλκιάς.
Ο Φίλιππος Ρούντας μαζί με τον Κίτσο Χαρισιάδη κατέχουν ακόμα και σήμερα τον τίτλο των πιο ονομαστών κλαριντζήδων της Ηπείρου, φτάνοντας την Ηπειρώτικη μουσική στο απόγειο της δεξιοτεχνίας και το μουσικό ηχόχρωμα όπως το ακούμε σήμερα.»
Στην δεύτερη πλευρά του σημερινού 45αριού, ο τραγουδιστής Πέτρος Τζούμας (βλέπε και αναρτήσεις LP0 και 338) από τα Δολιανά Πωγωνίου Ιωαννίνων με τον Απόστολο Τζούμα στο κλαρίνο. Δυστυχώς βιογραφικά δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).