Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

611. PANIVAR PA-238 ΠΑΠΑΜΙΧΕΛΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΦΟΥΚΑΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ 1970

Παπαμιχελάκης Γιάννης (Παγκαλογιάννης)- Φουκάκης Ελευθέριος PANIVAR PA-238 Γέμισε ο κόσμος πέρδικες (Συρτός) - Θλιμμένα ξημερώματα (Συρτός) 1970- 45rpm- 7''
Γεννημένος στις 21 Αυγούστου του 1944 στο χωριό Ακούμια Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνης ο Γιάννης Παπαμιχελάκης ή Παγκαλογιάννης υπήρξε ένας σεμνός άνθρωπος και μερακλής λυράρης. Συνεργάστηκε με πλήθος αξιόλογων μουσικών όπως ο Μανώλης Περουλάκης, ο Δημήτρης και ο Μανώλης Σκουλάς, ο Βασίλης και Παντελής Σαλούστρος, ο Μάρκος Νενεδάκης, ο Γιώργος Μετζάκης, ο Ελευθέριος Φουκάκης κ.α. 
Δισκογραφικά εξέδωσε συνολικά δύο δίσκους 45 στροφών και μια 8-track cassette στην εταιρία PANIVAR (αυτά εμφανίζονται στους φακέλους και αυτά έχουμε στα χέρια μας). Αξίζει να πούμε ότι ο Γιάννης Παπαμιχελάκης είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Κώστα Μουντάκη. Έπαιξε σχεδόν σε όλα τα Κρητικά κέντρα της εποχής εκείνης με μεγάλη επιτυχία. Έφυγε σε ηλικία 58 μόλις ετών τον Ιούλιο του 2002.
Ο Λευτέρης Φουκάκης κατάγεται από τον Πανασό. Ξεκίνησε την καριέρα του όταν απολύθηκε από τον στρατό με τον Μανώλη Ταβερναράκη ή Ρούλιο.
Συνεργάστηκε επίσης με Σκορδαλό Θανάση, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, Κλάδο, Κανάκη Κουκλινό, Μανώλη Κασιώτη κ.ά. Δισκογραφικά ξεκίνησε με τον Αρχοντή Λιαπάκη (βλέπε ανάρτηση 98).
Το δεύτερο από τα δισκάκια του Παγκαλογιάννη μαζί με τον Φουκάκη αυτή τη φορά, το σημερινό (το πρώτο στην ανάρτηση 113). Όμορφα παιξίματα, ιδιαίτερα τα ¨Θλιμμένα ξημερώματα¨.
Τα διαφημίστηκα που θα βρείτε στο φάκελο από τη συλλογή του περιοδικού Κρήτη, του Ιδομενέα Παπαδογιάννη.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

610. POLYDOR V 50549-550 ΓΕΡΟΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ 1929

Γεροθεοδώρου (Γεροθόδωρος- Αηδονόλαλος) Σεραφείμ POLYDOR V 50549-550 Με γέλασε μια χαραυγή (Δημώδες) - Του Κίτσου η μάνα κάθονταν (Δημώδες) 1929- 78rpm- 10''
«Ο Σεραφείμ Γεροθεοδώρου (βλέπε και ανάρτηση 474) γεννήθηκε στο Ματαράγκα (Ρίγανη) του Ξηρομέρου Αιτωολοακαρνανίας  το 1898 (για άλλους 1888). Οι γονείς του Θεόδωρος και Βασιλική είχαν άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ανδρέα, τον Γεράσιμο, τη Σπυριδούλα και την Αθανασία.
Η οικογένειά του καταγόταν από το Πωγώνι Ηπείρου και αρχικά είχε εγκατασταθεί στη Μαχαιρά, όπου ένας από την οικογένεια έγινε σώγαμπρος του Καραπανίδη. Μετά από μερικά χρόνια η υπόλοιπη οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Ρίγανη.
Ο πατέρας του Σεραφείμ  είχε πολύ ωραία φωνή και ήταν ψάλτης. Είχε ονομαστεί από τον Δεσπότη Αναγνώστης, ενώ διετέλεσε και για αρκετά χρόνια δάσκαλος. Επειδή ήταν γλεντζές και έπινε πολύ κρασί τον ονόμασαν και Καραμπέρη.
Τα παιδικά χρόνια του Σεραφείμ δεν ήταν εύκολα, καθώς η οικογένεια του δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Όμως κατάφερε να φοιτήσει στην ονομαστή τότε Παλαμαϊκή Σχολή Μεσολογγίου και στη συνέχεια στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1916-1921), ενώ παράλληλα σπούδαζε και βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Από τα σχολικά χρόνια είχε πολύ ωραία και  χαρακτηριστική φωνή και για αυτό του απέδωσαν το παρατσούκλι  ”Αηδονόλαλος’’. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ακουστική γοητεία που ασκούσε η μελωδική φωνή του αναφέρεται στο αυτοβιογραφικό που άφησε ο ποιητής Θωμάς Λαλαπάνος.
Στις 30-6-1924 ο Σεραφείμ παντρεύτηκε την Παναγιώτα Μυτιληναίου. Απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά: τον Ελευθέριο, τον Δημήτρη, την Αθηνά και την Ευγενία. Η χαρακτηριστική φωνή του δεν άργησε να του φέρει και τις πρώτες  ηχογραφήσεις σε πλάκες των 78 στροφών, έτσι το 1926 ηχογράφησε τα πρώτα τραγούδια και εκκλησιαστικούς ύμνους στην ODEON Γερμανίας.
Το πλούσιο δισκογραφικό του έργο του σταμάτησε όταν τον εγκατέλειψε η γυναίκα που έφυγε για τη Γερμανία (1938), έτσι, επιφορτισμένος με την ανατροφή των τεσσάρων παιδιών έφυγε από την Αθήνα και αναγκάστηκε να μετακινείτε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος ψέλνοντας σε διάφορες εκκλησίες και τραγουδώντας παραδοσιακά τραγούδια σε πανηγύρια και γάμους. Αρχικά πήγε στο Αίγιο ως ψάλτης στην εκκλησία της Παναγίας Τρυπητής. Κατόπιν επέστρεψε στην Αθήνα ως ψάλτης στον Άγιο Λουκά Πατησίων και ύστερα στον Άγιο Κωνσταντίνο της Ομόνοιας. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Ρίγανη και έψελνε σε διάφορες εκκλησίες της περιοχής. Άρεσε τόσο πολύ στους Κατοχιανούς που τον διόρισαν μόνιμο ψάλτη. Ύστερα από τρία χρόνια όμως έφυγε από την Κατοχή, αφού διορίστηκε μόνιμος ψάλτης στον Άγιο Δημήτριο Αγρινίου. Όταν τελείωσε ο πόλεμος έφυγε πάλι για την Αθήνα και έψελνε σε διάφορες εκκλησίες.
Έζησε και έψελνε σε αρκετά μέρη όπως στη Ματαράγκα επί πολλά χρόνια, στο Αίγιο, στην Αμφιλοχία, , στο Αγρίνιο, στον Αστακό και στα Γιάννενα όπου έγινε και καθηγητής βυζαντινής μουσικής στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, γύρω στο 1950. Στον εμφύλιο τον έπιασαν οι αντάρτες, επειδή είχε βγάλει τραγούδια για τους βασιλιάδες, τον θεώρησαν άνθρωπο του κατεστημένου και τον πήγαιναν για εκτέλεση. Εκεί τους άρχισε το τραγούδι και τόσο τους άρεσε που τον άφησαν ελεύθερο.
Κορυφαίος λοιπόν, τραγουδιστής και ψάλτης της Ρούμελης πρωτοπόρος της δημοτικής μουσικής παράδοσης. Ανήκει στην πρώτη γενιά τραγουδιστών των ελληνικών ηχογραφήσεων και βρίσκεται στη δισκογραφία της δεκαετίας 1925-1935. Τη περίοδο εκείνη, για να τραγουδήσει κάποιος σε δίσκο έπρεπε να έχει πράγματι εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες.
Ο Γεροθεοδώρου κατείχε πρωτεύουσα θέση, με ιδιαίτερη επίδοση στο δύσκολο είδος των «κλέφτικων» τραγουδιών. Δυστυχώς από τις αρχές του 1932, που αρχίζει να λειτουργεί το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων στην Ελλάδα, οι μεγάλες αυτές φωνές αρχίζουν να παραγκωνίζονται. Διάφοροι «συνθέτες» με πιο «εύπεπτα» τραγούδια, καθώς και τραγουδιστές «εμπορικοί», χωρίς να είναι απαιτητικοί στο τι θα τραγουδήσουν, αρχίζουν να παίρνουν τη θέση των παλαιοτέρων.
Συνολικά έχει ηχογράφησει 49 δίσκους των 78 στροφών με παραδοσιακά τραγούδια εκκλησιαστικούς ύμνους, καθώς και τραγούδια που συνέθετε ο ίδιος. Οι δισκογραφικές εταιρείες με τις οποίες είχε συνεργαστεί  ήταν η ‘HIS MASTER VOICE ΕΛΛΑΔΟΣ’  η ‘ODEON ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ’ η ‘COLUMBIA ΕΛΛΑΔΟΣ’ η ‘POLYDOR ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ’ και η ‘PARLOPHONE EΛΛΑΔΟΣ’.
‘Έχοντας  μια πλούσια δισκογραφική δουλειά από το 1926 έως το 1935 ως ερμηνευτής και ως συνθέτης γίνετε μέλος της ΑΕΠΙ στις 5 Δεκεμβρίου του 1934. Επίσης όλο αυτό το διάστημα δίδασκε βυζαντινή μουσική σε νέους μουσικούς.
Ο Σεραφείμ Γεροθεοδώρου απεβίωσε, συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, σε ηλικία 60 ετών την 30η Μαρτίου 1958.»
Εξαιρετικός ο Γεροθόδωρος στην σημερινή πλάκα γραμμοφώνου. Εξαιρετική και η ορχήστρα που τον συνοδεύει, κυρίως το βιολί. Το πρώτο τραγούδι "Με γέλασε μια χαραυγή" έχει αναφορά στο Μάρκο Μπότσαρη σύμφωνα με την Δόμνα Σαμίου. Αναφορές θα βρείτε εδώ. Το δεύτερο "Του Κίτσου η μάνα κάθονταν¨ έχει αναφορά στην κλεφτουριά. Αναφορές θα βρείτε εδώ.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

609. DISCOPHON DS 106 ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΧΑΛΗΓΙΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ 196X

Τσεκούρας Ανδρέας- Χαληγιάννης (Χαλιγιάννης) Αθανάσιος- Αθανασοπούλου Αλεξάνδρα (Αλέκα) DISCOPHON DS 106 Κάπου χτυπάνε δυο καρδιές (Τσάμικο) - Να μην αργήσει η άνοιξη (Συρτός) 196X- 45rpm- 7''
Ο Θανάσης Χαλιγιάννης (βλέπε αναρτήσεις 22, 182, 211 και 257) γεννήθηκε το 1925. Το alter ego του Βασίλη Σαλέα του πρεσβύτερου. Καταγόταν από την μεγάλη οικογένεια μουσικών, των Χαλιγιάννηδων εκ Παρακαλάμου Ιωαννίνων. Γιος του Γιώργου Χαλιγιάννη και αδερφός του Νίκου που έπαιζε βιολί. Συμμετείχε σε πολλές ηχογραφήσεις και συνεργάστηκε με πολλούς λαϊκούς και δημοτικούς τραγουδιστές. Συνεργάστηκε ακόμα και με τον Στέλιο Καζαντζίδη παίζοντας σε δίσκους του. Δυστυχώς, έφυγε νωρίς.
Στο σημερινό δισκάκι έχουμε στο κλαρίνο τον Χαλιγιάννη  και στα φωνητικά τον Ανδρέα Τσεκούρα (βλέπε και ανάρτηση 144) και την Αθανασοπούλου Αλέκα (Αλεξάνδρα), για τους οποίους δεν βρήκα καθόλου στοιχεία.
Η χρονολογία ηχογράφησης και κυκλοφορίας του δίσκου είναι άγνωστη αλλά πιθανολογώ ότι είναι δεκαετία του ’60.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

608. PARLOPHONE GDSP 2933 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1964

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μαυροδημητράκης Σταύρος PARLOPHONE GDSP 2933 Μαύρη ξενιτειά (Καλαματιανό) - Και να με σφάξεις δεν πονώ (Σφακιανός συρτός) 1964- 45rpm -7''
 «Ο Κώστας Μουντάκης (10 Φεβρουαρίου 1926 –  31 Ιανουαρίου 1991) θεωρείται ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς λυράρηδες της Κρήτης.
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου  Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του μουσικού και χορευτή Νίκου Μουντάκη και της Καλλιόπης ενώ η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Λίγο καιρό μετά τη γέννησή του έμεινε ορφανός από πατέρα ενώ λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο ενώ φοιτούσε στο γυμνάσιο και να εργαστεί ως πλανόδιος μικροπωλητής. Μεγαλώνοντας σε ένα μουσικό περιβάλλον ήρθε από νωρίς σε επαφή με την κρητική μουσική παράδοση και αναδείχτηκε ήδη από την εφηβική του ηλικία σε ικανό λυράρη.
Το 1948 κατατάχτηκε στη χωροφυλακή υπηρετώντας στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα ενώ το διάστημα 1950-1952 είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου.  Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων της Δραπετσώνας για 16 χρόνια.
Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά, προβάλλοντας την Kρητική μουσική στο πανελλήνιο.
Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής.
Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με παρουσία ομογενών.
Από το 1975 αναγκάζεται λόγω προβλημάτων υγείας να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου.
Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985.  Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση».
Απεβίωσε στις 31 Ιανουαρίου 1991 στην Αθήνα.
Το έργο και η συμβολή του Μουντάκη στην κρητική παραδοσιακή μουσική τυγχάνουν της καθολικής αναγνώρισης μουσικών και κριτικών (όπως ο μουσικός και τραγουδιστής Χρόνης Αηδονίδης, ο λογοτέχνης και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο καθηγητής μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Αμαργιανάκης κ.ά.) ενώ θεωρείται ως ένας από τους πιο εμπορικούς λυράρηδες.».
Το δίδυμο Μουντάκης- Μαυροδημητράκης το έχουμε ξανασυναντήσει στις ¨Πέρδικες¨ στην ανάρτηση 330. Βιογραφικά στοιχεία για τον Μαυροδημητράκη σε παλαιότερες αναρτήσεις. Ηχογράφηση του 1964 η σημερινή, με εξαιρετικά παιξίματα και από τους δυο.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

607. FIDELITY 2105043 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1971

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 2105043 Όμορφες μέρες ζήσαμε (Συρτός) - Σαν πάει στην κομμώτρια (Μαντινάδες) 1971- 45rpm- 7''
 
«Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης γεννήθηκε στο Αποίνι το 1945 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα χωριά του Ηράκλειου που τότε σε όλα τα καφενεία του χωριού γίνονταν και ένα γλέντι και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός. Έπαιζαν μόνο οι πιο αναγνωρισμένοι λυράρηδες και δεν μπορούσε εύκολα να διακριθεί. Η διάκριση του ήρθε όταν σε ένα γλέντι, στην Τουρλωτή, αυθόρμητα, αυτοσχεδίασε την πρώτη του σύνθεση το τραγούδι "Κουτσομπόλες". Ο ενθουσιασμός, τα χειροκροτήματα και το κέφι του κόσμου, όχι μόνο τον συγκίνησαν αλλά άλλαξαν εντελώς την καλλιτεχνική πορεία της ζωής του. Άρχισε να συνθέτει τραγούδια που έδιναν χαρά, γέλιο και κέφι στον κόσμο.
Με συνεργάτες τα αδέρφια του Δημήτρη και Γιώργο Τζαγκαράκη και με άλλους καλούς λαουτιέρηδες, Κ. Κατσουλίερη και Γ. Ξυλούρη, ξεσήκωνε τον κόσμο και χάρη στο ταλέντο της σύνθεσης και της ποίησης που είχε, ο κόσμος τον αγάπησε, τον ξεχώρισε και πολύ γρήγορα έγινε γνωστός σε όλη τη Κρήτη, χωρίς να έχει γράψει τα τραγούδια του σε δίσκο. Η Κρητική μουσική, την εποχή εκείνη ακούγονταν μόνο στα χωριά. Το μοναδικό κέντρο στο Ηράκλειο που είχε Κρητικό πρόγραμμα ήταν το Λιμενικό περίπτερο, και ήταν πολύ τιμητικό για το Μιχάλη Τζαγκαράκη που επέλεξαν εκείνον, να παίζει λύρα κάθε βράδυ, με λαουτιέρη το Δ. Φουκάκη. Το 1964 έγραψε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών ", ενώ δεν είχε πάει ακόμα φαντάρος. Στο στρατό υπηρέτησε στο Πυροβολικό το 1965-1967. Εκείνη την εποχή, απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο.
Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ψυχαγωγεί με τη λύρα και τα τραγούδια του, αξιωματικούς και φαντάρους, γράφει το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι", παίζει στη λέσχη αξιωματικών, σε γιορτές που διοργανώνουν οι αξιωματικοί στο Αίγιρο και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής, προβάλλοντας τη μουσική παράδοση της Κρήτης. 
Το 1967 απολύθηκε από το στρατό. Εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο, υπήρχαν μόνο δυο κέντρα. Ο Ερωτόκριτος και η Καλλιθέα και κάθε σαββατοκύριακο έπαιζε και διαφορετικό συγκρότημα. Κάθε φορά που έπαιζε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης τα κέντρα ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Αυτό ήταν η αιτία που οι ιδιοκτήτες του κέντρου Καλλιθέα, του ζήτησαν μόνιμη συνεργασία. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, στο κέντρο αυτό, με συνεργάτες του τα αδέλφια του Δημήτρη και Γιώργο και το Ζαχαρία Σμπώκο, βοηθώντας έτσι την πορεία και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. 
Την ίδια εποχή ξεκίνησε και μια νέα καλλιτεχνική καριέρα για τον Μιχάλη Τζαγκαράκη, γράφοντας τα τραγούδια του σε δίσκους 45 στροφών. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Κρήτης. Προτάσεις γίνονται και από το εξωτερικό από Κρητικό σύλλογο της Καλιφόρνιας για μόνιμη εγκατάσταση…. »
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις για τα αδέρφια Τσαγκαράκη.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

606. ODEON GA 7151 ΚΑΛΟΓΕΡΙΔΗΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ- ΑΔΕΛΦΕΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ 1938

Καλογερίδης Ευστράτιος (Στρατής- Δάσκαλος του βιολιού)- Αδελφές Παπαδάκη ODEON GA 7151 Οι κανταδόροι (Κρητικό τραγουδάκι) - Κονδυλιές Ηρακλειώτικιες 1938- 78rpm- 10''

«Είναι γνωστό, ότι το Μεγάλο Κάστρο των δεκαετιών 1910, 1920 και 1930 άκμασαν οι δημόσιες καντάδες και οι ιδιωτικές ερωτικές καντάδες.

Οι πρωταγωνιστές ήταν πολλοί νέοι Καστρινοί της καλής κοινωνίας κι ένας απ’ αυτούς ήταν και ο ευρωπαίος κοσμοπολίτης, φωτογράφος και βιολιστής Στρατής Καλογερίδης. Στο άρθρο του Μηνά Βαρδαβά (ψευδώνυμο «Μήβας») «Από το παλιό Ηράκλειο. Οι κανταδόροι» στην εφημερίδα Εθνική Φωνή στις 20/8/1971 υπάρχουν στοιχεία για τις καστρινές καντάδες αυτής της εποχής, στις οποίες οι κανταδόροι τραγουδούν γνωστά κομμάτια από την επτανησιακή καντάδα, την αθηναϊκή καντάδα, κοντυλιές, καθώς και ελληνικές οπερέτες που είναι της μόδας εκείνη την εποχή: «[…]Τις καντάδες τις κάνανε συνήθως νέοι καλλίφωνοι τραγουδιστές που μεταξύ τους υπήρχανε πάντοτε και καλοί οργανοπαίκτες[…]Τα τραγούδια που τραγουδούσανε τα έπαιρναν από θεατρικά έργα, οπερέτες και άλλες γραμμένες καντάδες. Τα πιο συνηθισμένα που τραγουδούσανε ήτανε: «Θα ‘ρθει απόψε η αγάπη μου θα ‘ρθει», «Ώ σελήνη μην βγαίνεις απόψε», «Απόψε την κιθάρα μου τη στόλισα κορδέλες»[…]Οι μπεκρήδες τραγουδούσανε κι αυτοί[…] «Εγώ το πίνω και το λέω», «Τους μπεκρήδες κι αν κρεμάσουνε», «Ρετσίνα μου ξανθιά», κ.ά.[…]

Και τώρα θα γράψουμε τους πιο γνωστούς τραγουδιστές κανταδόρους που θυμούμαστε από την παλιά εποχή μέχρι το 1940[…]ο γιατρός Αριστομένης Γεωργιάδης που ‘παιζε καλό μαντολίνο, ο Νίκος Καζικίδης που ‘παιζε κιθάρα και πιάνο, ο Μηνάς και ο Γιάννης Ανεμογιάννης, ο Κωστής Γιαννίκος που ‘παιζε καλή κιθάρα, ο Κοντεμιρής καλός τραγουδιστής[…]ο Μανώλης Μπούμος, ο Ράδος Αλεξίου, ο Στρατής Καλογερίδης που παίζανε κι οι δύο καλό βιολί και ο στρατηγός Δημήτρης Μαλαγαρδής που ‘παιζε μαντολίνο και ο αδελφός του Άγγελος που ήτανε εξαιρετικός κιθαρίστας […]».

Εδώ αξίζει ν’ αναφερθεί, ότι σ’ αυτές τις νυχτερινές εξορμήσεις, εκτός από τον Καλογερίδη, συμμετέχουν τόσο οι χριστιανοί Καστρινοί όσο και οι μουσουλμάνοι Καστρινοί. Ο «Μήβας» αναφέρει: «[…]και οι δύο Τούρκοι Μουξίνης και Χιλαλής που ‘παιζε ο ένας μαντολίνο και ο άλλος κιθάρα και τραγουδούσανε και ωραία[…]», «[…]Επίσης καλός κιθαρίστας ήτανε ο Τούρκος Μουχτάρης (Μουχτάρ Χανιαλάκης) που ’παιζε πιάνο στην ορχήστρα του «Πουλακάκη»[…]».

Αξιοσημείωτο γεγονός είναι και η παρουσία πιάνου σε καντάδες, όπως γράφει η Μαρίκα Φρέρη το 1911: «Μια παρέα τρελών στα μαύρα μεσάνυχτα φόρτωναν ένα πιάνο σε ένα κάρο και τραγουδούσαν στα μαύρα μεσάνυχτα».

Είναι αυτονόητο ότι ο Καλογερίδης στις καντάδες, εκτός από τις κοντυλιές, παίζει και κομμάτια αθηναϊκής οπερέτας στο βιολί, όπως προαναφέρθηκε, καθώς οι νέοι της εποχής τραγουδούν αποσπάσματα από οπερέτες ως μοντέρνα ερωτικά τραγούδια, τα οποία είναι γνωστά στο ευρύ κοινό και συγκινούν τους ερωτευμένους. Με άλλα λόγια, το μουσικό ύφος της οπερέτας υπάρχει και στις καντάδες της δισκογραφίας του Καλογερίδη, όπως: «Οι κανταδόροι» (σημερινός δίσκος), «Μεραμπελλιώτες ξενύχτηδες», «Στειακοπούλα» και «Κρητική νυχτωδία». Αυτό γίνεται αντιληπτό από τις μουσικές εισαγωγές, το ρομαντικό ύφος στη μελωδία και τις καλλιεργημένες φωνές των τραγουδιστών.»

*(Από το βιβλίο Α. Αλιγιζάκης, Η πολιτισμική ποιητική δημιουργία του Στρατή Καλογερίδη, Ηράκλειο 2018)
**Ο κ. Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης είναι ιατρός ορθοπεδικός, πολιτισμολόγος».

Βιογραφικά στοιχεία για τον Στρατή Καλογερίδη θα βρείτε στις αναρτήσεις 1, 189, 347, 402 και 511. Βιογραφικά στοιχεία για τις Αδελφές Παπαδάκη δεν κατάφερα να βρω. Έχουν συμμετοχή σε Κρητικούς δίσκους  (και του Καλογερίδη) και έχουν αρκετούς δίσκους με ¨ελαφρά¨ τραγούδια της εποχής (ταγκό-φοξ). Εικονίζονται παραπάνω  από διαφημιστικές αφίσες της εποχής.  

Αξιοσημείωτες οι μαντινάδες που λένε οι αδελφές Παπαδάκη στους ¨Κανταδόρους¨. Οι κονδυλιές του Καλογερίδη όπως πάντα για σεμινάριο. Ο δίσκος κυκλοφόρησε και στην αμερικάνικη Decca με καφέ και μαύρες ετικέτες.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

605. FIDELITY 7292 ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΠΡΟΣ- ΚΟΚΟΝΤΙΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ 1963

Παπαθανασίου Λάμπρος- Κοκοντίνης Παναγιώτης FIDELITY 7292 Βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα (Κλέφτικο Ρούμελης) - Παναγιούλα (Καγκέλι Ρούμελης) 1963- 45rpm- 7''
 
«Ο Λάμπρος Παπαθανασίου (βλέπε ανάρτηση 90, 256 και 480) γεννήθηκε 1η Μαΐου του 1934, σε αγροτικό περιβάλλον, στο Δίστομο της Βοιωτίας. Αυτό σημαίνει ότι έχοντας μόλις συμπληρώσει τα 10 του χρόνια, έζησε την σφαγή που προκάλεσαν στον τόπο του οι Ναζί κατακτητές.
Δέκα χρόνια μετά, το 1954, έχοντας προκαλέσει το ενδιαφέρον του κορυφαίου τραγουδιστή για το στεριανό δημοτικό τραγούδι, του Γιώργου Παπασιδέρη, γραμμοφωνεί στην «Οντεόν» τα πρώτα τραγούδια με τη φωνή του. Το τσάμικο «Πέρα στις βλαχοκαλύβες» και το συρτό «Τη δική σου αρραβώνα», με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο και στο όνομα του Ηπειρώτη λαουτιέρη Λάζαρου Ρούβα. Θα ακολουθήσει ένας ακόμα δίσκος 78 στροφών την επόμενη χρονιά, με το τσάμικο «Ήλιε για λάμψε στα βουνά» και το συρτό «Στείλε με μάννα στο πηγάδι» και τα δύο στο όνομα του κλαριντζή Κώστα Κοντογιώργου. Αλλά το κύριο μέρος των ηχογραφήσεων του Λάμπρου Παπαθανασίου, θα πραγματοποιηθεί σε δίσκους 45 στροφών, από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60.
Εκείνα τα χρόνια θα αποτελέσει τη βασική αντρική φωνή του στεριανού δημοτικού τραγουδιού, στις ηχογραφήσεις της εταιρίας «Fidelity», με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, με τον Παναγιώτη Κοκοντίνη ή τον Βασίλη Σκαλιώτη στο κλαρίνο κι αλλού με συνοδεία από πίπιζα και νταούλι – κατά τον πιο «παλιό» τρόπο ηχογράφησης αυτού του υλικού: «Βουνά μην καμαρώνετε», «Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα», «Παναγιούλα», «»Καλότυχα πουν’ τα βουνά», «Φέξε μου φεγγαράκι μου», «Βιολέτα μ’ ανθισμένη», «Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη», «Στο΄πα και στο παρήγγειλα» και πολλά άλλα. Την ίδια εποχή θα πραγματοποιήσει βέβαια και λίγες πιο απρόσμενες ηχογραφήσεις.
Το 1960, τον βρίσκουμε, ερμηνευτή σε δυο «ανάλογα» τραγούδια που υπογράφει ο Μπαγιαντέρας, ο Δημήτρης Γκόγκος: «Αργοπεθαίνω στο μαντρί μου» και «Μάνα έχω τη θάλασσα». Τα επόμενα χρόνια, με βάση αυτές τις ηχογραφήσεις, ο Λάμπρος Παπαθανασίου θα πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα συμμετάσχει σε τηλεοπτικές εκπομπές αλλά ακόμα και σε κάποιες από τις τελευταίες «βουκολικές» ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ( μια απ’ αυτές, η «Αρχόντισσα του κάμπου» του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την Αιμιλία Υψηλάντη, στα 1971 ). Θα συνεργαστεί με αρκετούς από τους μουσικούς αυτού του χώρου, αυτή την εποχή, σιγά σιγά όμως, θα προτιμήσει μια πιο «ερασιτεχνική» σχέση με το τραγούδι. Με την οικογένειά του, θα περάσει ήσυχα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ανάμεσα στην Παλατιανή – όπου είχε ταβέρνα – τα Μέγαρα και τη Σαλαμίνα. Ως τις 19 Φεβρουαρίου του 2014, που θα φύγει από τη ζωή, στα 80 του χρόνια.»
«Ο Παναγιώτης Κοκοντίνης γεννήθηκε το 1918 και πέθανε 1/8/2000 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Θρυλικός στα αρβανιτοχώρια της Αττικής και Βοιωτίας κλαριτζής.
Ο Παναγιώτης Κοκοντίνης, που το όνομά του έγινε περισσότερο γνωστό από την προσφώνηση που του κάνει η Γιώτα Λύδια στο ταξίμι του τραγουδιού της "Γύρνα πάλι, γύρνα", ήταν ωραίος κλαρινίστας και ωραίος άνθρωπος, από τους λίγους στα δημοτικά που διάβαζε νότες και είχε γράψει και πολλά τραγούδια, όπως το "Θα'λάξω σπίτι και θα'ρθώ", "Πατέρα μας μεγάλωσες" που τα ερμήνευσε ο Ανδρέας Τσαούσης, κ.α.
Είχε δισκογραφήσει  μ' όλους τους επώνυμους Έλληνες τραγουδιστές (Καζαντζίδη, Λύδια, Ζάχο, Βέρρα, Τσαούση κλπ.) και είχε παίξει στα καλύτερα κέντρα.
Ήταν άνθρωπος με γνώση και άποψη για όλα τα πράγματα, και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Είχε βασανιστεί, εξοριστεί και φυλακιστεί στη Μακρόνησο, στα Γιούρα και στην Αίγινα μέχρι το 1952.
Ο θάνατός του ήταν μεγάλη απώλεια για τον κλάδο, διότι έχασε μια σοβαρή προσωπικότητα που είχε προβλέψει την υποβάθμιση της δημοτικής μας μουσικής και πάσχιζε πάντα για την αξιοπρεπή διατήρησή της.
Το όνομα Κοκοντίνης μπορεί να μη σημαίνει, λοιπόν, και πολλά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής δημοσιότητας, αλλά, αν βρεθείτε, ας πούμε, σε αρβανιτοχώρια της Αττικής και της Βοιωτίας, θα βρείτε ακόμα και σήμερα πολλούς ανθρώπους που έχουν τραγουδήσει και χορέψει πολύ στις εκδηλώσεις που έπαιζε, έχουν όλα τα τραγούδια που έχει παίξει σε δίσκους αλλά και πολλές ζωντανές ηχογραφήσεις του, ερασιτεχνικές ή επαγγελματικές, και γενικά πίνουν νερό στο όνομα του, και τον θεωρούν είδωλο, στα κυβικά των πιο πολυακουσμένων καλλιτεχνών του καιρού μας.»
Καλό μήνα και καλή Λευτεριά άνθρωποι.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).