Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

591. COLUMBIA 7203-F ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ 1939

Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης- Βερνιδάκης)- Τούντας Παναγιώτης COLUMBIA 7203-F Μικρό μελαχρινό (Εγείραν τα κλωνάρια μου) - Θε να σε κάνω μενεξέ 1939- 78rpm- 10''
«Ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή «Μπαξεβάνης» ή απλά «Μπαξές» γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο και καταγόταν από το Άνω Μαλάκι του νομού Ρεθύμνου. Η μητέρα του Στέλλα Βογιατζάκη, συγχωριανές με την Χρυσούλα Μαμαγκάκη, μητέρα του θρυλικού Ροδινού, από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια. Λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν κηπουρός στο τσιφλίκι κάποιου Τούρκου και γι' αυτό αποκαλούνταν και «Μπαξεβάνης» (μπαξές=κήπος).
Στα 12 του χρόνια άρχισε να παίζει μαντολίνο και μπουλγαρί, αλλά τον κέρδισε τελικά το λαούτο. Η καταπληκτική φωνή του ήταν εκείνη που έκανε όλη την Κρήτη να τον αποκαλεί "το αηδόνι της Κρήτης" και εξαιτίας αυτής έχει μείνει στην ιστορία σαν ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές που έχει βγάλει η Κρήτη. Εμφανίζεται στη δισκογραφία το 1928 με την ηχογράφηση ενός δίσκου με το λυράρη Αλέκο Καραβίτη, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με το Στέλιο Φουσταλιέρη ,το Μανώλη Λαγό, το Ανδρέα Ροδινό ,τον Καρεκλά και το Θανάση Σκορδαλό.
Ο Μπαξεβάνης την εποχή εκείνη, με την ασύγκριτη φωνή του είχε ξεπεράσει τα στενά όρια της Κρήτης και είχε γίνει γνωστός και στην υπόλοιπη Ελλάδα καθώς τραγούδησε , εκτός από Κρητικά τραγούδια, νησιώτικα αλλά και μικρασιάτικα. Λένε ακόμη ότι οι λυράρηδες της εποχής φιλονικούσαν μεταξύ τους για το ποιός θα τον πάρει στα πανηγύρια και στις ηχογραφήσεις των δίσκων.
Η αδερφή του Λαυρεντία, επίσης ταλαντούχα στο τραγούδι ήταν η πρώτη γυναίκα που καταγράφηκε δισκογραφικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής. Γύρω στο 1940 ηχογράφησαν παρέα με το Μανώλη Λαγό στη λύρα το κλασσικό πλέον: «Τη μάνα μου την αγαπώ».
Το 1947 παντρεύτηκε με την Ελευθερία Κατσιμπράκη και απέκτησε μια κόρη. Αυτή ήταν και η αρχή μιας νέας εποχής στη ζωή του που συνοδεύτηκε από την αλλαγή επαγγέλματος. Ο Γιάννης Μπερνιδάκης άνοιξε φαρμακείο και παρά τις παρακλήσεις των φίλων του δεν επέστρεψε ξανά στην μουσική.
Χαρακτηριστικό το υπέροχο ποίημα του φίλου του Γιώργου Καλομενόπουλου με τίτλο «Γράμμα στο Μπαξέ», που μελοποίησε το 1999 ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης σε ερμηνεία του Μανώλη Λιδάκη:
Γιάννη, τα «ξύλα» τα ‘κρυψες και γίνηκες σπετσέρης
και τους γλεντζέδες τους παλιούς κάνεις πως δεν τους ξέρεις.
Γιάννη, σκίσε τις συνταγές και κάψε το κινίνο
και πιάσε στα χρυσόχερα λαούτο, μαντολίνο.
Μ’ αυτά τον πιο καλό γιατρό εσύ τον παραβγαίνεις
γιατί ανθρώπινες πληγές μ’ αυτά τα δυό τις γιαίνεις.
Κι αν τύχει κι έρθω άρρωστος, μη μου συστήσεις χάπι
μα πιάσε το λαούτο σου και μίλα μου γι’ αγάπη.
Τότε θα δεις από ψηλά δυο αστέρια να κυλήσουν
δυο πεθαμένων οι ψυχές να σε γλυκοφιλήσουν.
Ψυχές δυο φίλων που ‘φυγαν σ’ αγύριστο ταξίδι
η μία θα ‘ναι του Ροδινού κι η άλλη τα’ Αριστείδη.
Μια μαντινάδα μοναχή, Γιάννη, να πω μαζί σου
και να θαρρώ πως τα κλειδιά κρατώ του παραδείσου.
Να ίντα θα πω: «Ανάθεμα απού μπορεί κι αφήσει
τούτο το ψεύτικο ντουνιά μην τόνε γλεντήσει».
Όσον αφορά τη δισκογραφία, ο Γιάννης Μπερνιδάκης τραγούδησε κρητικά, νησιώτικα αλλά και σμυρναίικα τραγούδια. Συντροφιά με τον Παναγιώτη Τούντα ηχογράφησαν στην Αθήνα τα τραγούδια "Άσπρο Περιστέρι Μου" και το "Αμάν Μαριώ" το 1938, το "Θε να σε κάμω μενεξέ" και το "Ωχ Μικρό Μελαχρινό" το 1939.
Ο αγαπητός σε όλους «Μπαξεβάνης», πέθανε στο Ρέθυμνο τον Ιούλιο του 1972.»
Εγείραν τα κλωνάρια μου, ωχ, μικρό, μελαχρινό,
στη γη και μαραθήκαν.
Κι όσα πουλιά καθότανε, ωχ, μικρό, σγουρό, γλυκό,
όλα μ’ απαρνηθήκαν.
Ξεράθηκαν και τα κλαριά, ωχ, μικρό, μελαχρινό,
που ‘χτιζα τη φωλιά μου.
Σωθήκαν και τα γιατρικά, ωχ, μικρό, σγουρό, γλυκό,
που ‘γιαίναν την καρδιά μου.
Από τα ποιο όμορφα αστικοκρητικά τραγούδια της δισκογραφίας στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου. Εδώ στην αμερικάνικη έκδοση. Συνδημιουργία του Παναγιώτη Τούντα με τον Μπαξεβάνη (Βερνιδάκη τον αναφέρουν οι αμερικάνικες ετικέτες). Ορχήστρα με βιολί (Σέμσης), κιθάρα (Καρίπης) και μάντολα (Τούντας) (πληροφορίες για την ορχήστρα από το rebetikosealab). Πληροφορίες για τον Τούντα σε παλιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

590. PHILIPS PH 7865 ΡΟΥΝΤΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΠΕΤΡΟΣ- ΤΖΟΥΜΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 1963

Ρούντας Φίλιππος- Τζούμας Πέτρος- Τζούμας Απόστολος PHILIPS PH 7865 Πωγωνίσιος Ηπειρώτικος χορός - Πες μου κόρη μαυρομάτα (Πωγωνίσιος στα δύο) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Φίλιππος Ρούντας γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920 στα Δολιανά Πωγωνίου των Ιωαννίνων. Άρχισε να ασχολείται με το κλαρίνο από πολύ μικρός και σε πολύ μικρό διάστημα ξεδιπλώθηκε το άφθαστο ταλέντο του. Σχεδόν αυτοδίδακτος όπως και όλοι οι μουσικοί του παραδοσιακού τραγουδιού την εποχή εκείνη, φτάνει σε επίπεδο δεξιοτεχνίας και μουσικού ύφους περιζήτητο.
Έτσι γίνεται γνωστός και γίνεται αναντικατάστατος στα πανηγύρια, τους γάμους και σε κάθε κοινωνική εκδήλωση του τόπου του και όχι μόνο.
Τη δεκαετία του 1930 ο βιολιστής Τάκης Καψάλης από τα Κάτω Πεδινά Ζαγορίου, δημιουργεί με τα παιδιά και ένα ανίψι του, το συγκρότημα «Τακούτσια» (τα παιδιά του Τάκη) τη μακροβιότερη μουσική κομπανία στην ιστορία της Ζαγορίσιας μουσικής παράδοσης.
Με τα Τακούτσια συνεργάστηκαν πολλοί ονομαστοί κλαριντζήδες της εποχής.
Από τους πρώτους που κλήθηκαν να στελεχώσουν τη σύνθεση του συγκροτήματος ήταν ο Φίλιππος Ρούντας.
Αυτός έμελλε να επηρεάσει και διαμορφώσει το μουσικό ηχόχρωμα της κομπανίας, να πλουτίσει το ρεπερτόριό της και να αναδείξει την ποιότητα του ύφους της.
Αρχές του 1960 γνωρίζεται με τον δάσκαλο της μουσικής και διευθυντή του τότε τμήματος παραδοσιακής μουσικής της ΕΙΡ Σίμωνα Καρρά.
Η δεδομένη και γνωστή σε όλους αδυναμία του Σίμωνα Καρρά ειδικά στους Ηπειρώτες κλαριντζήδες, για τους οποίους έτρεφε ιδιαίτερο θαυμασμό, είναι η αφορμή για μια πολύχρονη και πολύπλευρη συνεργασία με τον Φίλιππο Ρούντα, εντάσσοντας αυτόν στα μόνιμα μέλη των ραδιοφωνικών εκπομπών «Ελληνικοί αντίλαλοι» και στην ορχήστρα του «Συλλόγου προς διάδοση της Εθνικής Μουσικής».
Η δισκογραφία του Ρούντα είναι ελάχιστη μπροστά στο μέγεθος της τέχνης του και η μουσική του αναγνωρισιμότητα δυσανάλογη μπροστά σε άλλους εμπορικούς «αστέρες» της εποχής.
Στο πλευρό του Ρούντα μαθήτευσαν πάρα πολλοί μουσικοί, εκείνος όμως που φέρει επάξια (και με καμάρι ο ίδιος μνημονεύει) τον τίτλο του άξιου μαθητή του Ρούντα είναι ο Πέτρο-Λούκας Χαλκιάς.
Ο Φίλιππος Ρούντας μαζί με τον Κίτσο Χαρισιάδη κατέχουν ακόμα και σήμερα τον τίτλο των πιο ονομαστών κλαριντζήδων της Ηπείρου, φτάνοντας την Ηπειρώτικη μουσική στο απόγειο της δεξιοτεχνίας και το μουσικό ηχόχρωμα όπως το ακούμε σήμερα.»
Στην δεύτερη πλευρά του σημερινού 45αριού, ο τραγουδιστής Πέτρος Τζούμας (βλέπε και αναρτήσεις LP0 και 338) από τα Δολιανά Πωγωνίου Ιωαννίνων με τον Απόστολο Τζούμα στο κλαρίνο. Δυστυχώς βιογραφικά δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

589. ODEON DSOG 2677 ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΘΟΔΩΡΟΣ- ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1961 (Ηχογράφηση 1935)

Αγαπητός Θόδωρος- Βλαχόπουλος Δημήτρης ODEON DSOG 2677 Λεμονιά (Συρτός) - Παπαλάμπραινα (Τσάμικο) 1961 (Ηχογράφηση 1935) - 45rpm- 7''
«Ο Θόδωρος Αγαπητός γεννήθηκε το 1910 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας. O πατέρας (Θύμιος Αγαπητός 1880-1948) του ήταν γεωργός και έπαιζε λίγο κλαρίνο ερασιτεχνικά. Πριν πιάσει το κλαρίνο έπαιζε νταβούλι που τον έπαιρνε κάποιος μαζί που έπαιζε καραμούζα. Στο κλαρίνο ήταν αυτοδίδακτος.
Το 1926 πήγε στο χωριό του, ο Θανάσης Δεδούσης, το καλύτερο μπουζούκι τότε και δάσκαλος όλων των μετέπειτα κορυφαίων του μπουζουκιού. Ο Δεδούσης άκουσε το μικρό Θόδωρο, ενθουσιάστηκε με το παίξιμό του και τον πήρε μαζί του στην Αθήνα, όπου τον παρουσίασε στο καφενείο των μουσικών λέγοντας τους : « Σας έφερα το καλύτερο κλαρίνο.» Για την αλήθεια των λόγων του, του ζήτησε να παίξει μερικά κομμάτια και η δυσπιστία μετατράπηκε σε θαυμασμό.
Ο Δεδούσης τον πήρε μαζί του στο κέντρο «Μουρούζη», όπου τότε σύχναζε όλη η αριστοκρατία. Σε ηλικία 20 ετών κάνει τον πρώτο του δίσκο με την Ρόζα Εσκενάζη και ακολούθησαν πολλοί άλλοι με του σπουδαιότερους τραγουδιστές της εποχής.
Το 1935 εργάζεται στον «‘Ελατο» με τον Νίκο Καρακώστα.
Το 1938 επιλέχθηκε από επιτροπή που την αποτελούσαν καθηγητές της μουσικής, να εκπροσωπήσει την Ελλάδα, με το χορευτικό της Κούλας Πράτσικα, σε φεστιβάλ του Βερολίνου και διακρίθηκε παίρνοντας το πρώτο βραβείο (με τα χρήματα του οποίου αγόρασε ένα καλό κλαρίνο).
Διαγωνίστηκε με τα καλύτερα κλαρίνα της εποχής : Ν. Καρακλωστα, Κ. Καραγιάννη, Κ. Γιαούζο, Γ. Ανεστόπουλο, Γ. Καρακό, Τ. Χαλκιά κ.ά. και κρίθηκε σαν ο καλύτερος να εκπροσωπήσει τη χώρα μας.
Οι υπόλοιποι συνάδελφοι του, όταν άκουγαν ότι ο Αγαπητός θα παίξει σε κάποιο πανηγύρι τους έπιανε πανικός, γιατί ήξεραν ότι θα τους έπαιρνε την πελατεία. Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος γιατί το κλαρίνο το έπαιζε σαν κομπολόι, ήταν ο μόνος που έκανε χρήση των κλειδιών, επειδή ξεκίνησε να μάθει το κλαρίνο, ενώ οι άλλοι είχαν ξεκινήσει με φλογέρες και καραμούζες που δεν είχαν κλειδιά. Συντόνιζε τέλεια ανάσα, γλώσσα και κλειδιά γι’ αυτό το παίξιμό του ήταν τόσο γλυκό.
Το 1940 σταμάτησε τη δισκογραφία, γιατί του έδιναν μόνο 300 δραχμές για κάθε δίσκο και καθόλου ποσοστά. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόνο ο δίσκος του « Παπαλάμπραινα» ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις αντιτύπων, που με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν πλατινένιος.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Χαρ. Μητρόπουλο, μετά τον Πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ιτέα. Ο Νίκος Κόλλιας όμως γράφει ότι εγκαταστάθηκε στην Ιτέα το 1940 και ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και έχασε μάλιστα τον αδελφό του Γιάννη Αγαπητό (που ήταν εξαίρετος ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού). Εν πάση περιπτώσει, ο Αγαπητός  έκανε οικογένεια στην Ιτέα (4 παιδιά) και εργαζόταν στα πανηγύρια της περιοχής.
Το 1980 σταμάτησε το κλαρίνο για λόγους υγείας και πέθανε 11 Ιανουαρίου 1994. Στην κηδεία του έψαλε τον επικήδειο ο στενός του φίλος και συνεργάτης –μεγάλος ψάλτης- Γιώργος Μεϊντανάς.»
«Ο Δημήτρης Βλαχόπουλος γεννήθηκε το 1901 στην Αθήνα από Σιφνιά μητέρα
Έμενε στην οδό Ιππονάκτου 54 στο Νέο Κόσμο όπως βλέπουμε στο Μητρώο της Αλληλοβοήθειας. Έπαιζε κύμ-βαλο ( τσέμπαλο ) και τραγούδησε 18 δημοτικά τραγούδια. Το πρώτο του τραγούδι ήταν το « Λεμονιά» το 1935 και στο κλαρίνο έπαιξε ο Θόδωρος Αγαπητός. Απέβίωσε το 1953».
Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.
Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα. Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.
Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.
Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα. Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:
Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα, στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή, είναι μια μάζεψη πολλή.
Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα, καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα, ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα, οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε, και τα λεφτά ζητήσανε.
Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα, μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε, τους κλέφτες, τους εφώναξε.
Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα, Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε, οι κλέφτες μας εκάψανε.
Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».
Ο σημερινός δίσκος πρωτοκόπηκε σε πλάκα γραμμοφώνου Parlophon το 1935. Μεταπολεμικά κόπηκε στην Ελλάδα άλλες τρεις φορές, με την τελευταία να είναι σε δισκάκι 45 στροφών σε Odeon (σημερινή ανάρτηση). Η ¨Παπαλάμπραινα¨ στην καλύτερη εκτέλεση της από Αγαπητό και Βλαχόπουλο (προσωπική πάντα γνώμη).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

588. RCA VICTOR 48g 2336 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ Κ. 1963

Σηφογιωργάκης (Σηφογεωργάκης- Σιφογιωργάκης) Σπύρος- Μαράκης Γιάννης- Μουστάκας Κ. RCA VICTOR 48g 2336 Του Ιούδα το φιλί (Αγιοβαρβαρίτικος Συρτός) - Των γονέων μας τραγούδι (Καλαματιανό) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών το 1947 ως αμοιβή από εργασία του στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα το 1948 στα 18 του χρόνια, αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος της επιχείρησής του αλλά και μαθητής του.
Η επαφή τους κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέφει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη από το χωριό Κοξαρέ Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι από καλλιτέχνες όπως ο Γιώργης Καλογρίδης, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης (πατέρας του Μαρκογιάννη και του Μαρκοβαγγέλη), ο Γιώργης Σταυριανάκης κ.ά.
Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική του λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο του Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σε επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, από τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, τον Σκορδαλό, κ.α. Η πρώτη του γνωριμία με την τεχνολογική υποδομή της μουσικής είναι η εκπομπή του Σίμωνα Καρρά, στο Ρ/Σ Αθηνών και στον Ρ/Σ Ενόπλων Δυνάμεων κατά το 17μηνο της στρατιωτικής του θητείας, στο κέντρο διαβιβάσεων Χαϊδαρίου.
Τελειώνοντας τη θητεία του το 1955 σε ηλικία 25 ετών, έχει ήδη δημιουργήσει τη φήμη του καλού λυράρη, που αρχίζει να απλώνεται σε ολόκληρη την Κρήτη αρχικά και εκτός Κρήτης αργότερα. Πρώτος του σταθμός εκτός Ελλάδος, παρέα με τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη, το “1ο φεστιβάλ νέων στο Ελσίνκι” της Φιλανδίας, συνοδεύοντας χορευτικό Κρητικό συγκρότημα, που απέσπασε το 1ο βραβείο. Ακολουθεί περιοδεία στην Ανατολική Ευρώπη και ταξίδι στην Αμερική, όπου ηχογραφείται ο πρώτος δίσκος, “Ο Φάρος”, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται και να τραγουδιέται. Επίσης εκεί γνωρίζεται με τον πρόεδρο Τρούμαν απ’ τον οποίο παραλαμβάνει τιμητικό βραβείο.
Ακολουθούν και άλλες δισκογραφικές επιτυχίες όπως: “Δεν έχω άλλα Δάκρυα”, “Το γράμμα”, “Ο άτυχος”, “Η κολασμένη σου ψυχή”, “Το τραγούδι της μάνας”, “Στη Γερμανία μακρυά”, “Έχεις δικαίωμα να κλαις” κ.α.
Μέχρι και το θάνατο του o Σπύρος Σηφογιωργάκης παρότι είχε ξεπεράσει τα 60 χρόνια συνεχόμενης προσφοράς και δημιουργίας στην Κρητική μουσική, εξακολουθούσε να εμφανίζεται σε επιλεγμένες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις του νησιού με έδρα πάντα το χωριό Βώρροι Ηρακλείου όπου ζούσε τα με τα παιδιά του και τη αγαπημένη σύντροφο Χρυσούλα.
Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά της συζύγου του Χρυσούλας που σε πολλές ηχογραφήσεις δίσκων είχε συνοδεύσει το Σπύρο με την εκλεκτή και μοναδική φωνή της. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης είχε τιμηθεί αναρίθμητες φορές από σπουδαίους Πολιτιστικούς φορείς αλλά και από απλό κόσμο!
Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Κρητικούς καλλιτέχνες και μια φυσιογνωμία που θα μείνει για πάντα στην Ιστορία της Κρητικής μουσικής γιατί εκτός από σπουδαίος καλλιτέχνης είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης έφυγε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 83 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Σηφογιώργης, χωρίς τον Μαρκογιάννη (το κλασσικό δίδυμο) στο λαούτο, αλλά με τον Γιάννη Μαράκη και τον Κ.Μουστάκα στην κιθάρα. Πολύ όμορφος ο ¨Αγιοβαρβαρίτικος συρτός¨ με του Ιούδα το φιλί να έχει την τιμητική του αυτές τις μέρες.
Για τα σπάνια εξώφυλλα του δίσκου, προσφορά του Βασίλη Χατζηαντωνίου (Greekdiscography), τον ευχαριστώ θερμά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).