Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

636. MINOS 5245 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1971

Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) MINOS 5245 Νυχτοπούλι καθ' αργά - Συρτός Πισκοπιανός 1971- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Μανιάς, το "Αηδόνι της Κρήτης", γεννήθηκε το 1931 στην Επισκοπή Ρεθύμνου. Από πολυμελή αγροτική οικογένεια, στερνοπαίδι του Γιώργη και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, ο Νίκος Μανιάς έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέρφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Η σχολική μόρφωσή του σταμάτησε στην ηλικία των 8 ετών, με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συνέβη και σε πολλούς συνομηλίκους του. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής τα πέρασε στον κάμπο του χωριού του, συνδράμοντας με τη βοσκική το βιοπορισμό του σπιτιού του, όταν δεν υποχρεούταν από τους κατακτητές σε καταναγκαστική εργασία, «προνόμιο» των νεώτερων μελών των ντόπιων οικογενειών. Το κλίμα της περιόδου εκείνης βαρύ και μουντό, όμως ο κόσμος ζεστός και πρόθυμος, οι διαπροσωπικές σχέσεις ουσιαστικές κι άμεσες, απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων να αισθάνονται ασφαλείς, προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν.
«Με μεγαλώσανε πολλές μανάδες» έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Νίκος Μανιάς αναφερόμενος στην αλληλεγγύη των γυναικών του χωριού στην ανατροφή των παιδιών. Ανεξίτηλες ήταν πάντοτε μνήμες από γειτονιές λιτές και φτωχικές, αλλά πλούσιες σε χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που λες και ανυπομονούσαν μετά τον κάματο της μέρας να έρθει η ώρα της βεγγέρας. Μικρές, αλλά πολύβουες παρέες γύρω από τις παρασιές το χειμώνα, στα στενά ή στις αυλές το καλοκαίρι, για να αποσπερίσουν και να τραγουδήσουν τους καημούς και τις πίκρες τους, πολύ συχνά με την συνοδεία μαντολίνου, ξεφεύγοντας από τα προβλήματα της σκληρής καθημερινότητας.» Παρακάτω μερικά απ’τα λεγόμενα του:
“Σαν παιδιά, σαν παιδιά του χωριού παιδιά, τα χρόνια αυτά τα χρόνια τα δύσκολα, κουβεντιάζω τώρα για το ’46, ‘45, κ.λπ., εκάναµε παρέες στα σπίτια. Επαίρναµε ένα πιατάκι φαΐ από το σπίτι µου, ένα πιατάκι φαΐ από του Μανόλη και συγκεντρωνόµεθα σε ένα σπίτι, πέντε – έξι παιδιά και κάναµε λοιπόν παρέα.
Και µετά βγαίναµε στον δρόµο καντάδα. Αγκιαλιαζόµεθα ο ένας µε τον άλλον και τραγουδούσαµε λοιπόν και γυρίζαµε στα στενά. Τέλος πάντων. Ετραγουδούσα εγώ καλά, πολύ ωραία, από τότε. Θυµάµαι ότι µας εφωνάζανε στα καφενεία και µου λέγανε ‘καναρίνι’, ‘καναρίνι’, εµένα. Και µου λέγανε και έλα δω, και έλα δω, τέλος πάντων…”
“Μετά το ‘45 µε ’46. Το ‘47 είχα ένα θείο στην Αµερική, του πατέρα µου αδερφό, Μανιά, και ήρθε λοιπόν και κάναµε κάποια παρέα στο σπίτι µας, του θείου µου κάναµε ένα ρεφενέ εκεί πέρα, και µε βάλανε λοιπόν εκεί πέρα και τραγούδησα. Και µου λέει «εσύ κακοµοίρη τραγουδείς καλά και επειδής επαίζει ο πατέρας σου µαντολίνο, να σου πάρω βρε µια λύρα». Εγώ λοιπόν ούτε ναι ούτε όχι δεν του είπα. Τον επηρεάσανε οι συγγενείς µου, η παρέα µας. Μου λέει «αύριο το πρωί θα πάµε στου Σταγοµανόλη να πάρουµε µια λύρα, από το Ρέθυµνο».
«Στο χωριό µου υπήρχε ένας Φυσάκης, όπως σας είπα, λυράρης, και κάποιος Μαυράκης σε ένα άλλο χωριό δίπλα, στη Φλακί. Αυτός ο Μαυράκης ήταν τακτικά στην Επισκοπή σε γάµους ερχότανε, τακτικότατα. Και πιάνει λοιπόν µετά από κάνα δυο µήνες, αυτός µάλλον εφοβήθηκε ότι θα του κάνω αντίπραξη, θα του φάω τα γλέντια. Και µου λέει λοιπόν, «μώρε Νικολιό να πάρεις λαούτο, να πάρεις λαούτο και ν’ αφήσεις τη λύρα», µου λέει «και εγώ να σε παίρνω κακοµοίρη στα γλέντια, µου λέει, και να βγάζεις λεφτά και τα λοιπά…». 
Ναι, ναι λοιπόν, µε είδες κάποιες φορές µετά και µε επηρέασε λοιπόν, και λέω του αδερφού µου «µωρέ συ, τη λύρα δεν την θέλω. Θα πάω από τα Χανιά να πάρω ένα λαούτο». «Γιάντα µωρέ»; «∆εν το θέλω µωρέ γιατί είναι δύσκολο και τα λοιπά… η λύρα είναι δύσκολη» του λέω”.“
 Επήρα λοιπόν, το λαούτο, και το ‘χα κάνα µήνα, ούτε µου ‘δείξεν άνθρωπος. Έπαιζα εγώ, µα τι έπαιζα τώρα…; Ο θεός κατέει. Και κάθοµαι σ’ ένα καφενείο του χωριού µου µε άλλον έναν φίλο µου και έρχεται λοιπόν κάποιος γαµπρός που παντρευόταν στην Επισκοπή και µου λέει «βρε Νικολιό να έρθεις να παίζεις στο γάµο µου». Του λέω «δεν ξέρω βρε να παίζω όργανο, ίντα να παίζω». «Όχι µου λέει θα έρθεις εσύ». Η παρέα του λοιπόν λέει να έρθω εγώ, «βρε Μανόλη του λέω δεν µπορώ, ίντα θα κάνω να µε κοροϊδεύει ο κόσµος». «Όχι, θα ‘ρθεις». Εσηκώθηκα λοιπόν και πήγα µε αυτόν το Μαυράκη, κι έπαιξα. Με τον χωριανό µου. Επαίξαµε λοιπόν και θυµάµαι και βγάλαµε 12.000 οκάδες λάδι, οκάδες λάδι, τα δυο βράδια, Σάββατο και Κυριακή, στο λόγο της τιµής µου, ναι…”
“Το… ‘52 µε ‘53. Γράψαµε µε τον Μούντη τον Ζητιάνο, έγραψα εγώ Τα δυο σου χέρια να κρατώ  µοναχός µου, ετότες κάπως λοιπόν πήρα πάνω µου και εφάνηκα.
Με τον Μουντάκη συνεργάστηκα είκοσι τέσσερα χρόνια, είκοσι τρία χρόνια. Με τον Σκορδαλό πάρα πολλά χρόνια. Με τον Κλάδο, τον Καλοµοίρη, µε τον Σωπασή, µε τον Γεράσιµο τον Σταµατογιαννάκη. Με τον Τζαγκαράκη, το Σκαλίδη, το Σταυρακάκη… Με όλους τους καλλιτέχνες της Κρήτης. Αλλά η περισσότερη συνεργασία ήτανε µε τον Κώστα τον Μουντάκη”.
“Ήτανε ο Μαρκογιάννης, ήτανε ο Μπαξεβάνης, ο Μπαξεβάνης βέβαια δεν έπαιζε όπως τον Μαρκογιάννη το λαγούτο, ετραγουδούσε πάρα πολύ ωραία,  έπαιζε και λαγούτο. Ο Κουτσουρέλης”. Τον Ψύλλο τον εθυµάµαι σαν τον νέο. Ήτανε και χασάπης και θυµάµαι την κόκκινη ποδιά που φορούσε. ∆εν τον θυµάµαι να παίζει καθόλου. Άκουγα όµως ότι ήτανε ωραίος και τα λοιπά. Το πρότυπο µου ήτανε ο Μαρκογιάννης. Μέχρι που ήρθε και έπαιζενε στο σπίτι µου κοντά σ’ ένα πανηγύρι και το είχα πάρει το λαούτο λοιπόν, και πήγα και έκατσα δίπλα του και έβγαλα το λαούτο και ακούγανε πια το λαούτο παρά τη λύρα και µε άρεσε πάρα πολύ”.
“Είµαι πάρα πολύ ευχαριστηµένος, και στεναχωριέµαι γιατί τα παιδιά µου λίγο – λίγο θέλουν να σταµατήσω. Και εγώ κρατώ, εγώ άµα κάτσω στο πάλκο απάνω, είµαι σαν είκοσι πέντε χρονών. Είµαι ευχαριστηµένος, δόξα τω θεώ”. 
Στις 25 Μαΐου του 2012, το αηδόνι της Κρήτης σταμάτησε να κελαηδά.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 



Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

635. ZODIAC ZS 8203 ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1970

Μουφλουζέλης Γιώργος ZODIAC ZS 8203 Κάηκε μια συνοικία - Πούσουν μάγκα το χειμώνα 1970- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Μουφλουζέλης γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη, από μια πάμφτωχη οικογένεια. Τόσο φτωχή, που ο ίδιος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο μετά τη β’ δημοτικού, αφού ο αυστηρός κι απόμακρος πατέρας του αποφάσισε να τον πάρει μαζί του στην οικοδομή. «Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί. Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά. Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά. Ούτε στον εχτρό σου», είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του.
Μοναδικό αντίδοτο σε όλη αυτή τη μαυρίλα η μουσική και τα τραγούδια. Από όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού που κυκλοφορούσε τότε. Και ανάμεσα σε αυτά τα «κακά» ρεμπέτικα. «Από μικράκι αγάπησα το μπουζούκι και άρχισα να το γραντζουνάω. Ο πατέρας μου με απόπαιρνε: “Πάψε γιατί μας έχεις σπάσει το κεφάλι”», είχε εξομολογηθεί.
To πόσο τον επηρέασε η ζωή του, αποδεικνύεται από μια από τις πρώτες και ονομαστές του επιτυχίες. Το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο». Μόνο που αυτό κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’60. Μέχρι τότε ο νεαρός Γιώργος φροντίζει και μαθαίνει, μόνος του φυσικά, μπουζούκι. Και μάλιστα να κερδίζει τη ζωή του με αυτό, όπως έγινε το καλοκαίρι του 1934 που μαζί με ένα φίλο του γύριζαν τα νησιά, βγάζοντας τα προς τα ζειν τραγουδώντας.
Μετά τη στρατιωτική του θητεία και συγκεκριμένα το 1933, αποφάσισε να καταταγεί στη Χωροφυλακή, αφού ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής. Τον διορίζουν στην Σάμο, μόνο που δεν ήταν η δουλειά που του ταίριαζε, καθώς δεν ήθελε να μοιράζει μηνύσεις σε φτωχούς πολίτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πως όταν παρουσιάστηκαν αρκετοί από τους συναδέλφους του για να ζητήσουν απόλυση, ο Διοικητής κοίταξε να τους αλλάξει γνώμη και τους έπεισε να παραμείνουν στο Σώμα. Όταν έφτασε η σειρά του μετά από μια ματιά στο υπηρεσιακό του σημείωμα, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
– «Πότε είπαμε απολύεσαι;»
– «Το Σάββατο».
Και ο διοικητής του είπε: «Έλα αύριο να σε απολύσω».
Επιστροφή στη Μυτιλήνη, όπου κάνει όποια δουλειά προκύπτει, συν ότι τραγουδούσε και έπαιζε με το μπουζούκι του σε ταβέρνες και καφενεία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε μπουζούκι στον τόπο του και σε γύρω νησιά και «καταχωρήθηκε» ως μουσικός. Η αιτία; Εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, γιατί θεωρείτο επαιτεία. Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικός ή μάλλον όπως έλεγε και ο ίδιος μουσικάντης. «Μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης», είχε γράψει και ο ίδιος.
Κάπου εκεί παντρεύεται την πρώτη του σύζυγο, την Παναγιώτα. Έζησαν μαζί 15 χρόνια. Με πολύ φτώχεια, αλλά και πολύ αγάπη. Δυστυχώς εκείνη έφυγε από καρκίνο, κάτι που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Μουφλουζέλη.
Όσες φορές μπορούσε, από τη δεκαετία του ’30 ανέβαινε στην Αθήνα. Κυρίως για να προσπαθήσει να κάνει πράγματα στο τραγούδι. Φυσικά για να επιβιώσει έκανε ότι δουλειά εύρισκε. «Έχω κουβαλήσει τόνους ολόκληρους, τσιμέντο κι ασβέστη με το πηλοφόρι. Δούλεψα στην αρχή, στην Πατησίων, απέναντι από το Μινιόν που ήταν ψιλικατζίδικο και πουλούσε κουμπιά και κουβαρίστρες» είχε εξομολογηθεί.
Το 1958 είναι πια στην Αθήνα. Συχνάζει κυρίως στα στέκια των μουσικών, ενώ έχει αρχικά ξεκόψει από την παρέα με τους ρεμπέτες, αν και η ψυχή του ήταν εκεί. Η αιτία ήταν ότι δεν μπορούσε όλο αυτό το κλίμα με τις ναρκωτικές ουσίες. Ο Μουφλουζέλης ήταν του αλκοόλ, ποτέ δεν είχε σχέση με ναρκωτικές ουσίες και γι’ αυτό ίσως δεν άφησε και κανένα χασικλίδικο τραγούδι.
Και φτάνουμε στο 1962. Όπως έχει πει ο ίδιος :«Καθόμουν ένα βράδυ σουρωμένος έξω από το σπίτι που έμενα στη Μυτιλήνη. Έβλεπα απέναντι μου τα σπιτάκια πάνω στις ανηφοριές. Έβλεπα κι ένα παλικάρι που ανεβοκατέβαινε και μια κοπέλα, ψηλή, μελαχρινή, με κοτσίδα.
Και τότε μου ήρθε η έμπνευση κι έκανα στο μυαλό μου τον στίχο:
«Ανεβαίνω σκαλοπάτια
ανεβαίνω ανηφοριές
για να δω τα δυο της μάτια
που μ’ ανάψανε φωτιές».
Και συνεχίζει την αφήγηση: «Λίγο αργότερα έρχεται στο νησί ο Νίκος Ξανθόπουλος. Το άκουσε το τραγούδι. Το ’παιξα γιατί με κέρασε ένα ουζάκι και μου ‘δώσε κι ένα δίφραγκο. Όταν ήρθα στην Αθήνα, μετά από μια περιοδεία μου στο νησί, πήγα στο γνωστό μπαράκι της οδού Ίωνος, στη Ομόνοια. Εκεί που σύχναζαν όλοι οι μουσικάντηδες κι όλοι οι τραγουδιστάδες. Ο Καλδάρας άκουσε το τραγούδι, του άρεσε, το μαγνητοφώνησε. Και το ‘βγαλε σε δίσκο, με τον Αντώνη Ρεπάνη. Μετά το τραγούδησε κι ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης. Όμως δεν μπήκε τ’ όνομά μου σε δίσκο».
Και μπορεί ο Καλδάρας να «διόρθωσε» αργότερα το λάθος δεν συνέβη όμως το ίδιο και σε κάποια άλλα τραγούδια του. Για παράδειγμα το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο», με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ως συνδημιουργός του κομματιού εμφανίζεται εκβιαστικά ο Μπάμπης Μπακάλης. Τα ίδια δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι τραγούδια του, έγιναν γνωστά με ονόματα άλλων κι εκείνος έπαιρνε ως αντάλλαγμα 100, 200 ή 300 δραχμές, αναλόγως πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.
Για αυτόν που έλεγε πάντα τα καλύτερα ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. «Ο Τσαουσάκης ήταν ένας πραγματικός… Πρόδρομος στη ζωή και στο τραγούδι. Είχε μεγάλη καρδιά. Ήταν τίμιος, φιλότιμος, δίκαιος, πονόψυχος. Και πάνω απ’ όλα ήταν ο πιο φίνος μάγκας στο τραγούδι», είχε πει.
Ήταν Αριστερός, κάτι που το ήξεραν το συνάφι. Και όχι μόνο. Ο ίδιος είχε διηγηθεί το παρακάτω περιστατικό που συνέβη μέσα στην χούντα το 1972: «Δούλευα τότε σε μια μπουάτ. Τραγουδούσα ένα ρεμπέτικο δικό μου τραγούδι, τον “Ωρωπό”.
Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι “ο Μουφλουζέλης τραγουδάει τον Ωρωπό”. Νόμιζαν ότι επρόκειτο για το γνωστό αντιδικτατορικό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Ένα βράδυ η μπουάτ γέμισε από αστυνομικούς με στολή και πολιτικά. Περίμεναν ν’ ακούσουν τον… “Ωρωπό”. Ίσως ήθελαν να με πιάσουν ή να μου κάνουν παρατήρηση. Τους απογοήτευσα, όμως: “Στον Ωρωπό περνάμε φίνα
πιο καλά κι απ’ την Αθήνα…”», έλεγε το τραγούδι. Που φυσικά δεν είχε κανένα πολιτικό μήνυμα.
Λίγο νωρίτερα παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Απέκτησε ένα γιο, τον Σταύρο –που είναι και εκείνος μουσικός. Μόνο που η γυναίκα του, τους εγκατέλειψε. «Ζω με το παιδί μου, τον Σταύρο. Ξέρετε τι πέρασε αυτό το παιδί; Από τη στιγμή που γεννήθηκε το ‘χω κοντά μου. Εγώ το ντάντευα. Η μάνα του δεν ήταν σε θέση να το βοηθήσει. Κι όταν ήταν μωρό ο Σταύρος (αυτό το ξέρει ο κόσμος) κι εγώ τραγουδούσα, το ‘παιρνα στα καμαρίνια των μαγαζιών που δούλευα. Μεγάλωσε κοντά μου, γεμάτο στερήσεις το παιδί. Τώρα είναι σωστό παιδί. Και γι’ αυτό είμαι περήφανος.» είχε πει σε συνέντευξή του.
Στη Μεταπολίτευση γίνεται ξανά μόδα το ρεμπέτικο.
Ο Μουφλεζέλης βιώνει μια δεύτερη καριέρα, ενώ ανάμεσα στις εμφανίσεις του ήταν και σε κάποια επεισόδια της σειράς Το μινόρε της αυγής. Ο δημιουργός της σειράς Φώτης Μεσθεναίος, στηρίχτηκε σε πολλά στοιχεία της ζωής του, ενώ έγραψε και τη βιογραφία του. Το όνομά του Μουφλουζέλη άρχισε να γίνεται γνωστό σε μεγάλη ηλικία. Λίγο πριν γίνει αυτή η αναβίωση, ο ίδιος έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε σε διάφορα μαγαζιά και ο γιος του, μετά έβγαζε το κλασικό πιατάκι.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε σε ένα υπόγειο στο Γαλάτσι. Για να πάει κάποιος έπρεπε να κατέβει 8 σκαλιά. Ο ίδιος το έλεγε «Γεντί κουλέ». Όσο για τα εισοδήματα του; Σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη, όπου είχε δώσει μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ζούσε με 10.000 δραχμές το μήνα –απ’ τον ΟΓΑ. Έπαιρνε και κάποια ποσοστά απ’ τους δίσκους, αλλά «αυτά δεν πουλιούνται πια». Στη συνέχεια του ρεπορτάζ αναφέρεται ότι οι γείτονες του βάζουν στο χέρι χρήματα, τον επισκέφτονταν και ο φούρναρης του έδινε ψωμί.
Σε ερώτηση του δημοσιογράφου αν θα έπρεπε η πολιτεία να του δώσει μια σύνταξη, εκείνος απάντησε: «Πώς να ζητάω; Ο Μουφλουζέλης είμαι».
Το τελευταίο του όνειρο ήταν να μπορέσει να πάει σε ένα γηροκομείο στην Μυτιλήνη. «Θα’ θελα να πάω στο γηροκομείο της Μυτιλήνης, μήπως βρω και κανέναν γνωστό. Να’ χω κι εγώ ένα δωμάτιο πάνω από τη γη».
Όσο για το τι είναι ρεμπέτης, από την απάντηση του, αποκωδικοποιείται η όλη του στάση απέναντι στη ζωή. Όπως είχε πει: «Ο ρεμπέτης ήταν ένας άνθρωπος που άμα του ζητούσες ένα δίφραγκο για φασολάδα θα στο έδινε. ‘Ήταν αυτός που βοηθούσε και δεν ήθελε τα λεφτά να γίνει εκατομμυριούχος. ‘Ήθελε να πιεί τέσσερα ούζα, να ακούσει ή να παίξει ένα τραγουδάκι και να κοιμηθεί. ‘Ήταν ένα ξέγνοιαστος, ένας πιο ελεύθερος άνθρωπος».
Ο Γιώργος Μουφλουζέλης απεβίωσε το 1991.»
"Πούσουν μάγκα το χειμώνα, που την είχες την κρυψώνα.
Ήμουνα στη γη βελόνι, που πατάς και σ' αγκυλώνει..."    
Λίγα για τον Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του από τον Λεωνίδα Σπανό και το εργαστήρι του. 
Το ¨Κάηκε μια συνοικία¨ φυσικά εμπνευσμένο από το ¨Κάηκε ένα σχολείο¨ του Κωστή Μπέζου. 
Το μάγκικο¨Πούσουν μάγκα¨ αφιερωμένο στους κόρακες-κόλακες (μιλάς με γρίφους γέροντα). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

634. ODEON GA 1035 ΒΙΔΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1925

Βιδάλης Γεώργιος ODEON GA 1035 Η Βαγγελιώ (Χορός Καλαματιανός) - Άιντε να πεθάνεις (Χορός Χασάπικος) 1925- 78rpm- 10''
«O Γιώργος Βιδάλης (βλέπε και αναρτήσεις 94 και 594) ανήκει στην πρώτη γενιά των μεγάλων μουσικών και ερμηνευτών της πρωτεύουσας της Ιωνίας και είναι από τους πρωτοπόρους που δημιούργησαν το μουσικό ύφος στη Σμύρνη, την περίοδο που αναπτύχτηκε και εξελίχτηκε η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα.
Γεννήθηκε το 1884 από ευκατάστατους γονείς και στα παιδικά του χρόνια, παράλληλα με το σχολείο, ασχολήθηκε με την ψαλτική και γρήγορα εξελίχτηκε σε ένα εξαίρετο ψάλτη.
Μέσα στο αναζωογόνο μουσικό κλίμα των αρχών του αιώνα στην Σμύρνη, ο Γιώργος Βιδάλης άρχισε να τραγουδά - ερασιτεχνικά στην αρχή - και στη συνέχεια επαγγελματικά, μπαίνοντας και αυτός στην μεγάλη μουσική παρέα της περίφημης εστουδιαντίνας του Σιδερή, που έμεινε γνωστή με το όνομα " Τα Πολιτάκια ". Μέσα σ' αυτό το μουσικό εργαστήρι, απ' όπου πέρασαν όλοι οι Σμυρνιοί μουσικοί, αλλά και οι κατοπινοί μεγάλοι συνθέτες που διαμόρφωσαν το μουσικό ύφος στο νεώτερο Ελληνικό τραγούδι του μεσοπολέμου, ο Γιώργος Βιδάλης γρήγορα απέκτησε ένα ιδιαίτερο ρόλο.
Έγινε ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές του τραγουδιού, που χαρακτηρίστηκε από την επαφή με τις δυτικές αρμονίες και ταυτόχρονα από το άγγιγμα με τους "μουσικούς δρόμους" της Ανατολής. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι ο Γιώργος Βιδάλης είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος.
Με την ίδια ευχέρεια που τραγουδούσε πολυφωνικού ύφους τραγούδια της οπερέτας ή της επιθεώρησης, τραγουδούσε επίσης -χωρίς να αφίσταται καθόλου- τα ιδιόρρυθμα ρεμπέτικα της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας , που ήταν βασισμένα στους ήχους της βυζαντινής μουσικής. Ο Γιώργος Βιδάλης, σε πολύ μικρή ηλικία (18 ετών), το 1902 παντρεύτηκε και από το γάμο αυτό απέκτησαν τον μοναδικό γιο τους , Πέτρο (1903-1963). Αν και τα στοιχεία που έχουμε, δεν είναι επαρκή, είναι φανερό ότι πρέπει να ήταν διάσημος τραγουδιστής της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα, αφού είναι από τους λίγους που κατέγραψαν τη φωνή του στη δισκογραφία των 78 στροφών της πρώτης εκείνης περιόδου, δηλαδή πριν το 1922.
Συνεργάστηκε με όλα τα γνωστά πρόσωπα- μουσικούς και οργανοπαίκτες- στη Σμύρνη, όπως με τους Μηλιαρήδες (Τζών και Lucien), με τον Γεώργιο Σαβαρή, με τους Ογδοντάκηδες, με τους αδελφούς Μπόγια, με τον περίφημο Θεόδωρο Μαυρογένη , ( ή Θοδωράκι), τον Γιώργο Τσανάκα και άλλους.
Είναι ο δεύτερος ( μαζί με τον Ελευθέριο Μενεμενλή), από τους τραγουδιστές της Σμύρνης, που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.
Εγκαθίσταται στην Ελλάδα, στην περιοχή του Βύρωνα το 1922 και αμέσως βρίσκει δουλειά σαν τραγουδιστής στα καλύτερα μουσικά στέκια της εποχής, όπως τα κέντρα "Αραράτ" και "Μουρούζη" στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ασκώντας την ψαλτική, έψελνε κάθε Κυριακή, στην Καθολική εκκλησία του Αγ. Διονυσίου στην Αθήνα. Ανάμεσα στα χρόνια 1924-1933, που είναι η δισκογραφική του περίοδος, συνεργάζεται μόνο με την ODEON-- στη Σμύρνη οι δίσκοι που έβγαλε ήταν της τουρκικής εταιρείας ORFEON-- και καταγράφει συνολικά εκατόν είκοσι περίπου τραγούδια.
Απ' αυτά γύρω στα 30 είναι παραδοσιακά ρεμπέτικα ή ρεμπέτικου ύφους της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, περίπου 15 δημοτικά, 30 ελαφρά επιθεωρησιακά, ή οπερετικά επώνυμων συνθετών, Ελλήνων και ξένων και τα υπόλοιπα ρεμπέτικα γνωστών δημιουργών, όπως του Παναγιώτη Τούντα, του Παναγιώτη Μπαιντιρλή, του Κώστα Καρίπη, του Κώστα Μισαηλίδη, του Γιάννη Δραγάτση,( ή Ογδοντάκη) και άλλων. Παρ' όλο που απεχώρησε απ' την δισκογραφία γι' αδιερεύνητους ακόμη λόγους (όπως άλλωστε τα ίδια χρόνια και οι Αντ. Ναλγκάς, Ευάγγ. Σωφρονίου, Δημ. Αραπάκης, Κ. Καρίπης κ.α.), εξακολούθησε να παίζει και να τραγουδά σ' όλα τα γνωστά στέκια της εποχής με διάφορα σχήματα. Μάλιστα, μετά το 1930, εκτός από το μαντολίνο, άρχισε να μαθαίνει και έπαιζε μπουζούκι.
Μια άλλη καλλιτεχνική του απασχόληση ήταν η παρουσίαση μουσικών προγραμμάτων στους ταξιδιώτες μετανάστες, στα πλοία που έκαναν το δρομολόγιο Πειραιάς-Ν. Υόρκη γύρω στο 1930. Σ' αυτά του τα ταξίδια ο καλύτερος συνεργάτης του ήταν ο νεώτερος από την οικογένεια Μηλιάρη, ο Τζών ( ο οποίος και μας πληροφόρησε το 1988 για τη δραστηριότητά του αυτή) καθώς και οι Σπύρος Περιστέρης, Γιώργος Σαβαρής, και ο Κωνσταντινουπολίτης βαρύτονος Π. Μακρής.
Αν και πέρασε στα μέσα της δεκαετίας του 30 σε δεύτερη γραμμή επικαιρότητας, δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδά και να ψέλνει. Στα χρόνια της κατοχής, πικραμένος κι' αυτός όπως και οι περισσότεροι Μικρασιάτες, από τη νέα αυτή σκλαβιά, αποσύρθηκε από το επάγγελμα και έτσι σταμάτησε οριστικά να ακούγεται η εξαίσια αυτή φωνή.
Ένας διαλεκτός συνάδελφος, γεμάτος χιούμορ και αγάπη για τους συνεργάτες του, που αποτυπώθηκε συχνά με τα επιφωνήματα του στις ηχογραφήσεις, εγκατέλειψε το χώρο αυτό. Από νεαρή ηλικία ήταν εξαίρετος χορευτής και δεν έχανε ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητές του αυτές. Ο καρκίνος που τον χτύπησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τον κατέβαλε στις 2 Ιουλίου 1948.» 
Η Βαγγελιώ που την τραγουδάγαμε όλα τα παιδάκια στο δημοτικό με την Κυρία Αθηνά (και η υπηρεσία στο ¨Για ποιον χτυπάει η κουδούνα¨ με τον Παπαγιαννόπουλο) , εδώ από το μακρινό 1925 με την φωνάρα του Βιδάλη. Για το χασάπικο ούτε λόγος ότι είναι από τα κορυφαία. Στο βιολί πιθανότατα ο Σέμσης.
 ¨…Άιντε να πεθάνεις μες τις μπύρες,
να σε κλαίνε οι ζωντοχήρες…¨
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

633. PARLOPHONE B 74521 ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΗΣ- ΤΣΕΒΑ ΕΛΕΝΗ 1959

Κοκολάκης Ιωάννης (Κοκολογιάννης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Τσεβά Ελένη PARLOPHONE B 74521 Ασκομαδούρα (Σιγανός χορός- Αγάπη δεν υπάρχει πια) - Ασιατιανός χορός (Ο άνθρωπος ο δυστυχής) 1959- 78rpm- 10''
 
Ο Ιωάννης Κοκολάκης (Κοκολογιάννης- βλέπε αναρτήσεις 14, 361 και 486) με καταγωγή από το Σκινιά Μεραμπέλλου Λασιθίου, έχει περάσει από αρκετές δισκογραφικές. Panivar, Music-box, Intersound, Parlophone και RCA. Έχει συνεργαστεί εκτός από τον Πελεκάκη Σπύρο, με τους Ζαχαρία Μελεσσανάκη, Ν.Παντελάκη, Όλγα Σπυριδάκη, Ελένη Τσεβά, Δημήτρη Τσαγκαράκη, Γιώργο Ταμιωλάκη και άλλους εκτός δισκογραφίας.
Δισκογραφικά έχει ένα δίσκο γραμμοφώνου (που κυκλοφόρησε και στις 45 στροφές), 5 45άρια και ένα LP δίσκο. Επίσης των συναντάμε σε κασέτες και cd (κυρίως συλλογές).
Ο πρώτος δίσκος του Κοκολογιάννη στις 78 στροφές η σημερινή ανάρτηση. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1959 στην Parlophone και αργότερα στις 45 στροφές από την Odeon. Εξαιρετικό παίξιμο της λύρας, θυμίζει ασκομαδούρα όπως δηλώνει και ο τίτλος στην πρώτη πλευρά. 
Για τον Δημήτρη Τσαγκαράκη βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις. Η Ελένη Τσεβά εμφανίζεται μόνο στο σημερινό δίσκο και δεν κατάφερα να βρω βιογραφικά στοιχεία.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

632. COLUMBIA SCDG 4188 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1974

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Μαρκόπουλος Γιάννης COLUMBIA SCDG 4188 Τα παιδιά (Ήλιος ο πρώτος) - Ζάβαρακάτρανέμια 1974- 45rpm- 7''
«Ζαβαρακατρανέμια». Το τραγούδι γράφτηκε στα χρόνια της Χούντας και το μήνυμά του ήταν αντιδικτατορικό. Τους στίχους και τη μουσική έχει γράψει ο Γιάννης Μαρκόπουλος και το τραγούδησε για πρώτη φορά ο Νίκος Ξυλούρης το 1968 στο δίσκο «Επιχείρησις Απόλλων». Τα λόγια του ακούγονται δυσνόητα. Σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο ίδιος ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τις λέξεις «ζάβαρα» αντί για λάβαρα, «κάτρα» αντί για μαύρα, «νέμια» αντί για ανέμισαν.
Στην συζήτηση που είχε με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αποκάλυψε χαρακτηριστικά:  «Όταν έγραψα το Ζαβαρακατρανέμια μέσα στη δεκαετία του ’60, γύρω στο ’66, είναι ένα από τα μέρη μίας μουσικής τελετής που λέγεται “Ιδού ο Νυμφίος έρχεται”, το οποίο διατηρώ ακόμη ανέκδοτο. Κι έμεινε αυτό το τραγούδι όπου περιέχει πάρα πολλές σημαντικές λέξεις που είναι καθαρά ελληνικές. Ας το εξηγήσω, για πρώτη φορά, γίνεται σε αυτήν την εκπομπή, δεν το χω ξαναπεί.
Το αλληλούια δεν είναι εβραϊκή λέξη, είναι η αλληλουχία κι έφυγε το Χ. Αλληλουχία, τόσο απλό. Το Ίλεως είναι το ίλεως, Ζάβαρα είναι -όπως καμιά φορά λέμε στην Κρήτη ‘’Μα το Ζα’’, το Δία.  Είναι μία εικόνα, όχι ακριβώς του Δία, αλλά μία εικόνα μέσα από τη ζωή του. Το Ζήτα παίζει τεράστιο ρόλο και είναι μία λέξη πάρα πολύ και βαθιά και αρχαία που έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές σε θέματα εμπόλεμης κατάστασης. Λάμα είναι η κόψη του μαχαιριού, το νάμα είναι βάπτισμα, νέμια η ησυχία, αλλά όλες αυτές οι λέξεις μαζί ήταν μία έντονη διαμαρτυρία. Και αυτό το θέμα είναι πάλι ποίηση, αλλά έχει μία έντονη διαμαρτυρία», εξήγησε.
Λάβαρα μαύρα ανέμισαν, έλεος έλεος έλεος.
Το μαχαίρι, το μαχαίρι μάνα μάνα ανέμισαν…

«Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο Κρήτης. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Μαρκόπουλος, πρώην νομάρχης Λασιθίου και μητέρα του η Ειρήνη Αεράκη από τη Σητεία. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα, τόπο καταγωγής του πατέρα του, στο ωδείο της οποίας παίρνει τα πρώτα του μουσικά μαθήματα στη θεωρία και στο βιολί. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική με τους γρήγορους χορούς και τα επαναλαμβανόμενα μικρά μοτίβα τους, από την κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου – και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.
Το 1956 συνεχίζει τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο και τον καθηγητή του βιολιού Joseph Bustidui. Την ίδια εποχή εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές ενώ παράλληλα συνθέτει για το θέατρο, τον κινηματογράφο και τον χορό.
Το 1963 βραβεύεται για τη μουσική του στις Μικρές Αφροδίτες του Νίκου Κούνδουρου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τον ίδιο χρόνο ανεβαίνουν από νέα χορευτικά σύνολα τα μουσικά του έργα Θησέας (χορόδραμα), Χιροσίμα (σουίτα μπαλέτου) και τα Τρία σκίτσα για χορό. Απ’ τον Οκτώβριο του 1965 μέχρι τον Απρίλιο του 1984 έντυσε με μουσική όλα τα έργα τα οποία παρουσιάστηκαν απ’ το Κουκλοθέατρο Μπάρμπα Μυτούσης. Το Κουκλοθέατρο αυτό τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του στις 15 Απριλίου του 1984.
Το 1967 επιβάλλεται στην Ελλάδα η δικτατορία και ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχωρεί στο Λονδίνο. Εκεί εμπλουτίζει τις μουσικές του γνώσεις με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Συνθέτει την κοσμική καντάτα Ήλιος ο πρώτος, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη (που τιμάται με το βραβείο Νόμπελ το 1979), και τη μουσική για τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν).
Παράλληλα ολοκληρώνει τη μουσική τελετή Ιδού ο Νυμφίος, έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα τα πιο διάσημα κομμάτια του.
Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τους συνθέτες Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τα πλέον πρωτοποριακά μουσικά έργα. Στο Λονδίνο συνθέτει ακόμα τους Χρησμούς, για συμφωνική ορχήστρα, και τους πρώτους Πυρρίχιους χορούς Α, Β, Γ, (από τους 24 που ολοκλήρωσε το 2001), οι οποίοι παίζονται, το 1968, από την ορχήστρα Concertante του Λονδίνου στο Queen Elizabeth Hall. Τότε γράφει και τη μουσική για την Τρικυμία του Σαίξπηρ, που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, σε σκηνοθεσία David Jones.
Το 1969 επιστρέφει στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Δημιουργεί μια νέα κίνηση για την τέχνη και τη χρησιμότητά της και αναζητεί τη βαθύτερη ενότητα του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Με την είσοδο της δεκαετίας του ’70 υλοποιεί το μουσικό του όραμα: καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα· έργα με ενότητα της αισθητικής και της φιλοσοφικής άποψης του συνθέτη ως προς τις θεμελιακές αρχές τους, με το καθένα όμως από αυτά να είναι διαφορετικό. Ιδρύει ένα νέο και ιδιόμορφο ορχηστικό σχήμα, καθιερώνοντας, με τις συνθέσεις του, την ουσία της μουσικής συμβίωσης και τους συσχετισμούς έκφρασης μεταξύ συμφωνικών και τοπικών οργάνων, μέσω του μελωδικού και ρυθμικού του ορίζοντα, των αρμονικών του δομών και των ηχοχρωμάτων της διάφανης ενορχήστρωσής του. Παράλληλα, προτείνει εμφατικά την «Επιστροφή στις Ρίζες», εννοώντας τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Η πρότασή του αυτή παίρνει τις διαστάσεις ενός κινήματος τέχνης.
Λίγο αργότερα ιδρύει την ορχήστρα Παλίντονος αρμονία, που αποτελείται από όργανα συμφωνικά και ελληνικά. Παρουσιάζει τα έργα του στο στούντιο Λήδρα και αργότερα στη μπουάτ “Κύτταρο”, με νέους τραγουδιστές και μουσικούς. Διδάσκει τον τρόπο της ερμηνείας της μουσικής και των τραγουδιών του, στην αισθητική κατεύθυνση που πάντοτε επιζητούσε. Μαζί με τα θεατρικά στιγμιότυπα και τον εικαστικό διάκοσμο στήνει μια πολύτροπη μουσική παράσταση. Διανοούμενοι και φοιτητές γεμίζουν καθημερινά τους χώρους της δραστηριότητάς του, παρά τα εμπόδια της τότε εξουσίας. Τα τραγούδια του, όπως οι Οχτροί, τα Λόγια και τα χρόνια, τα Χίλια μύρια κύματα, η Λένγκω (Ελλάδα), ο Γίγαντας, το Κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι, το Καφενείον η Ελλάς, το Ο τόπος μας είναι κλειστός, τα Παραπονεμένα λόγια, το Μιλώ για τα παιδιά μου και πολλά άλλα, γίνονται σύμβολα και μύθοι. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει με τα μουσικά του έργα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Στράτης ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους, Ήλιος ο Πρώτος, Χρονικό, Ιθαγένεια, Οροπέδιο, Θητεία και Μετανάστες – σε ποίηση και στίχους Σολωμού, Σεφέρη, Ελύτη, Κ.Χ. Μύρη, Μιχ. Κατσαρού, Ελευθερίου, Σκούρτη, Θεοδωρίδη αλλά και δικούς του.
Το 1976 συνθέτει τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά του BBC Who pays the Ferryman?, και η επιτυχία του μουσικού θέματος παραμένει στην κορυφή του βρετανικού Hit-Parade για μήνες, ενώ κάνει τον συνθέτη διεθνώς γνωστό.
Στα επόμενα χρόνια η δημοφιλία αυτή εκφράζεται με πολλές μετακλήσεις για συναυλίες, και ο Μαρκόπουλος πραγματοποιεί αλλεπάλληλα ταξίδια ανά τον κόσμο. Επισκέπτεται διαδοχικά, δίνοντας συναυλίες με τα έργα του, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο, το Τορόντο, το Μόντρεαλ, τη Στοκχόλμη, το Άμστερνταμ, τη Νάπολη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μόναχο, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο καθώς και διάφορες πόλεις της Ρωσίας και της Αυστραλίας.
Στην καλλιτεχνική του παραγωγή, βέβαια, σημαντική θέση έχει η μουσική του για το θέατρο και τον κινηματογράφο: μουσική για έργα του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Μενάνδρου, του Σαίξπηρ, του Τσέχωφ, του Μπέκετ αλλά και σύγχρονων Ελλήνων δραματουργών, και για ταινίες του Κούνδουρου, του Ντασέν, του Κοσμάτου, του Μανουσάκη, του Σκαλενάκη, του Γρηγορίου και άλλων.
Τον Ιανουάριο του 1981 ενώνεται και στη ζωή με την τραγουδίστρια και συνεργάτιδά του Βασιλική Λαβίνα. Γεννιέται η κόρη τους Ελένη. Για μια περίοδο ο συνθέτης αποζητεί μια πιο ιδιωτική ζωή με την οικογένειά του, ενώ ξεκινά η προετοιμασία του για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στη μουσική του: στον κορμό των νέων συνθέσεών του εμφανίζονται μελωδικά ξεσπάσματα στηριγμένα στην εκτεταμένη πολυτονικότητα της αρμονικής του δομής –καρποί της φαντασίας του–, που ενισχύονται από το πάθος μιας ανεξάντλητης ζωτικότητας.
Από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου σημειώνουμε έργα μουσικής δωματίου, τέσσερα κουαρτέτα, δύο σονάτες, πέντε κομμάτια για βιολί και πιάνο. Από τα έργα ενόργανης μουσικής, το Κονσέρτο-Ραψωδία για λύρα και συμφωνική ορχήστρα, τα Μητρώα για ορχήστρα εγχόρδων, τη Συμφωνία της Ίασης, επίσης δύο ορατόρια και δύο κύκλους τραγουδιών.
Το 1994 συνθέτει ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, τη Λειτουργία του Ορφέα – για φωνή, χορωδία και ορχήστρα –, που απευθύνεται φιλοσοφικά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Ακολουθούν η Ανα-γέννηση Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη, μουσικό ταξίδι σε 4 ενότητες, η όπερα Ερωτόκριτος και Αρετή, τα Σχήματα σε κίνηση, κονσέρτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον Πυθαγόρα, τα Ευήλια τοπία, φαντασία για σόλο φλάουτο, ο Νόμος της Θαλπωρής, ορατόριο-μουσικό θέαμα για φωνές, χορωδία, ορχήστρα πνευστών, μπαλέτο και εικόνες, 16 Πυρρίχιοι χοροί 1980-2001, Τρίπτυχο για φλάουτο έγχορδα και άρπα (2007).
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος απεβίωσε τον Ιούνιο του 2023.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).