Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

580. VICTOR 63545 ΖΟΡΜΠΑΝΗΣ Π. – ΑΓΙΑΣΜΑΤΖΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1907-1905

Ζορμπάνης (Ζορμπανάκης) Π. – Αγιασματζής Ιωάννης VICTOR 63545 Ο Αετός (Δημώδες) - Αλή Πασσάς 1907/1905- 78rpm- 10''
Στο σημερινό Victor δίσκο γραμμοφώνου, ο οποίος είναι από τους πρώτους split (διαφορετικούς καλλιτέχνες σε κάθε πλευρά) δίσκους, οι καλλιτέχνες είναι ο Π.Ζορμπάνης στην Α πλευρά με τον ¨Αετό¨ ηχογραφημένο το 1907 και ο Ιωάννης Αγιασματζής στην Β πλευρά με τον ¨Αλή Πασσά¨ ηχογραφημένο το 1905. Φυσικά τα τραγούδια πρωτοκόπηκαν σε δίσκους Zonophone, Gramophone και Favorit μέχρι το 1910. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει η Victor να τα επανακυκλοφορήσει, τα περισσότερα εκείνης της περιόδου.
Ο Π. Ζορμπάνης ή Ζορμπανάκης (βλέπε και ανάρτηση 438) ήταν βιολιστής και τραγουδιστής. Σίγουρα όμως αποτελεί πρωτεργάτη της χορωδίας Ζορμπάνη. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Ο  Ιωάννης Π. Αγιασματζής (Ioannis P. Agiasmatzis) ήταν σημαντικός Έλληνας τραγουδιστής (βαρύτονος) και οργανοπαίκτης (αρμόνικα), ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους της ελληνικής δισκογραφίας των 78 στροφών, με σημαντική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη. Αν και χαρακτηρίζεται ως βαρύτονος, το στυλ του ήταν μια μοναδική μείξη ανάμεσα σε οπερατική άρια και παραδοσιακά ακούσματα της Ανατολής (όπως το κάλεσμα του μουεζίνη). Οι πιο γνωστές του ηχογραφήσεις έγιναν το 1905 και το 1906 για εταιρείες όπως η Zonophone, η Gramophone, η Lyrophon και η His Master's Voice.
Ερμήνευσε δημοτικά και ιστορικά τραγούδια, που συχνά συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του παίζοντας armonika, η οποία εκείνη την εποχή έμοιαζε με μικρό ακορντεόν. 
Το έργο του περιλαμβάνεται σε μελέτες για την κοινή βαλκανική μουσική κουλτούρα και θεωρείται μέρος της "προϊστορίας" του ρεμπέτικου και του αστικού λαϊκού τραγουδιού. 
Ωωχ, σήκω, καημέν’ Αλή Πασά να δεις το μαύρο χώμα,το χώμα
να δεις και τη Βασιλική πώς πολεμάει ακόμα
Ρίνα, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι μωρέ, σου δίνω το βοτάνι κι ελευθερώνεσαι
Αρβανίτες παινεμένοι πού είν’ ο Αλή, πού είν’ ο Αλή Πασάς, καημένοι ωωχ,
δεν στο είπα ’γώ, Βασίλω μου να μη μ’ αλησμονήσεις, μωρέ, λησμονήσεις αχ,
να μη σε δει ο Αλή Πασάς αχ, ααχ, γιατί σε ρίξει μες τη λίμνη
ντερμπεντέρισσα Βασίλω μπρος στο μπράτσο σου να γείρω.
Το παρακάτω κείμενο αφορά το ¨τέλος¨ του Αλή Πασά και το παραθέτω καθότι το τραγούδι του Αγιασματζή ανήκει στα πρώτα ηχογραφημένα Αληπασαλίτικα τραγούδια (βλέπε την έρευνα στο φάκελο που θα κατεβάσεις και αναρτήσεις 172 και 449).
«2 Μαρτίου 1821. Ο Μορά Βαλεσί Χουρσίτ πασάς φτάνει στα Ιωάννινα για να αντιμετωπίσει τον Αλή πασά. Ο Χουρσίτ γεννήθηκε στον Καύκασο από Κιρκάσιους χριστιανούς, στα τέλη του 18ου αιώνα και λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας. Όμως, τον άρπαξαν στο παιδομάζωμα και τον έκλεισαν σε Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) όπου μορφώθηκε για να υπηρετήσει τους Οθωμανούς.
Έπειτα εντάχθηκε στα τάγματα των γενίτσαρων, όπου χάρη στην αξία του ανέβηκε γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία....
Στις αρχές του 19ου αιώνα του ανατέθηκε να καταστείλει μια εξέγερση των Κούρδων την οποία έπνιξε στο αίμα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης.
Ο σουλτάνος τον έκανε πασά και το 1815 τον έστειλε να σβήσει άλλη μια επαναστατική φλόγα που είχε ανάψει στη Σερβία, με υποκινητή τον Μίλος Οβρένοβιτς.
Ο Χουρσίτ δεν άφησε «πέτρα στην πέτρα» και σε λίγους μήνες επέστρεψε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μαχμούτ Β΄ του απένειμε το ύπατο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη προκαλώντας τον φθόνο των αυλικών που περίμεναν στην… επετηρίδα.
Κατάφεραν να τον εκτοπίσουν πείθοντας τον Σουλτάνο ότι πρέπει να τον στείλει στην Πελοπόννησο, όπου η Φιλική Εταιρεία προετοίμαζε το έδαφος για το ξέσπασμα της Επανάστασης....
Παρά τον υποβιβασμό, ο Χουρσίτ υπάκουσε και από την ώρα που πάτησε το πόδι του στον Μοριά, άρχισε να σφίγγει τον κλοιό στους Έλληνες .
Εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκε η ανταρσία του Αλή Πασά και τον Ιανουάριο του 1821, ο σουλτάνος διέταξε τον Χουρσίτ να εγκαταλείψει την Τρίπολη και να καταστείλει την κίνηση του Τεπελενλή μετά την αποτυχία του Πασόμπεη.
Το έδαφος ήταν πλέον ελεύθερο για να οργανωθεί η ελληνική επανάσταση.
Ο Χουρσίτ υποχρέωσε τον Αλή να καταφύγει στο νησάκι των Ιωαννίνων με μια ομάδα πιστούς Αρβανίτες. Ο Αλή Πασάς απειλούσε ότι έχει γεμίσει το νησί με τόσα εκρηκτικά που μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλη την πόλη, αλλά αυτό που ενδιέφερε τον Χουρσίτ ήταν οι αμύθητοι θησαυροί, που ελέγετο ότι είχε κρυμμένους ο Αλή.
Του έστειλε λοιπόν μήνυμα ότι ο σουλτάνος τον συγχωρούσε και θα τον άφηνε να πάρει τα πλούτη του και να ζήσει στο Τεπελένι. Ο πονηρός Αλή απάντησε, ότι θα περιμένει το φιρμάνι και ο ακόμη πιο πονηρός Χουρσίτ, άφησε να περάσει ένας μήνας για να του απαντήσει, όσο διάστημα χρειαζόταν για να πάει και να γυρίσει ο ταχυδρόμος.
Μόλις τον ειδοποίησαν ότι οι απεσταλμένοι του Χουρσίτ έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου, ο Αλή πρόσταξε τα παλικάρια του να ανοίξουν, αλλά αντί για ταχυδρόμους, μπήκαν μέσα οι άνδρες του Χουρσίτ και τον σκότωσαν μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών. Νέος θρίαμβος για τον Χουρσίτ, ο οποίος κατέγραψε όλους τους θησαυρούς και τους έστειλε με ισχυρή φρουρά στην Πόλη.
Οι αυλικοί όμως τους θεώρησαν ασήμαντους και έπεισαν τον σουλτάνο ότι ο Χουρσίτ κράτησε τη μερίδα του λέοντος.
Στο μεσοδιάστημα, ο Χουρσίτ είχε πάει στη Λάρισα για να οργανώσει τη στρατιά που θα κατέπνιγε τον επαναστατημένο Μοριά. Τότε δύο πιστοί του φίλοι τον πληροφόρησαν ότι ο σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να του πάρουν το κεφάλι ως καταχραστή των θησαυρών του Αλή Πασά. Η πρώτη του σκέψη ήταν να καταφύγει στους αρβανίτες πασάδες, τους οποίους απάλλαξε από τον Αλή, όμως μετάνιωσε και αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του και να μην δεχτεί τον ατιμωτικό θάνατο από το χαντζάρι του δημίου....
Φώναξε τους καλύτερους μαρμαρογλύπτες και τους ζήτησε να ετοιμάσουν μέσα σε τέσσερις ημέρες έναν μεγαλοπρεπέστατο τάφο.
Επιστατούσε ο ίδιος στην κατασκευή και έβαλε φρουρά για να μη διαρρεύσει το μυστικό στην πόλη, ενώ φιλοξενούσε κάθε βράδυ τους τεχνίτες στο σεράι! Τους έδωσε στο τέλος μια επιτύμβια πλάκα γραμμένη στα αραβικά, που δεν ήξερε να διαβάσει κανείς και έγραφε μεταξύ άλλων: «Τοιούτος τις, ευνοηθείς υπό της τύχης, δεν έρχεται εις τον κόσμο μέχρι της δευτέρας παρουσίας».
Αφού ετοίμασε τον τάφο οργάνωσε και την κηδεία του: μήνυσε σε όλους τους στρατιωτικούς , πολιτικούς και θρησκευτικούς αξιωματούχους να συγκεντρωθούν στο μεγάλο τζαμί στο κέντρο της Λάρισας και έβαλε ντελάληδες να ειδοποιήσουν τον πληθυσμό.
Ανέθεσε σε αξιωματικό να κανονίσει στρατιωτικό άγημα που θα απέδιδε τιμές αρχηγού κράτους στον μελλοθάνατο που επρόκειτο να κηδευτεί. Όταν ήταν όλα έτοιμα εμφανίστηκε ο Χουρσίτ με στολή Μεγάλου Βεζίρη, μπήκε στο τέμενος και έπεισε τους χοτζάδες να ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Το συννεφιασμένο απόγευμα της 30ης Νοεμβρίου του 1822 μια πομπή ξεκίνησε από το κέντρο της πόλης με επικεφαλής τον μελλοθάνατο στρατηλάτη που βάδιζε προς τον τάφο του! Μόλις πέρασαν τη γέφυρα του Πηνειού αποκαλύφθηκε το μαυσωλείο.
Ο Χουρσίτ στάθηκε μπροστά, έβγαλε από τον κόρφο του ένα φιαλίδιο, ήπιε το δηλητήριο και έπεσε νεκρός μπροστά στο κατάπληκτο πλήθος!
Θάφτηκε αμέσως, αλλά δεν βρήκε γαλήνη. Μετά από δύο ημέρες απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου για τον αποκεφαλισμό του.
Αν και έμαθαν ότι αυτοκτόνησε, αποφάσισαν πως όφειλαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ξέθαψαν τον Χουρσίτ, του πήραν το κεφάλι και το μετέφεραν στην Πόλη για να το δείξουν στον σουλτάνο πάνω σε ασημένιο δίσκο.
Μεγαλύτερη χαρά όμως πήρε σίγουρα ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος λέγεται ότι μόλις έμαθε για τον θάνατο του Χουρσίτ, αναφώνησε: «Βαράτε παλικάρια. Και ο Θεός βοηθάει τον αγώνα μας!».».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

579. PARLOPHONE GDSP 2621 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1960 (Ηχογράφηση 1939)

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Ανεστόπουλος Γιώργος PARLOPHONE GDSP 2621 Σ'ένα δενδρί στον Παρνασσό (Τσάμικος) - Ματζουράνα (Συρτό) 1960 (Ηχογράφηση 1939) - 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Παπαϊσιδώρου ή Παπασιδέρης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902 όπου πέρασε όλη του τη ζωή  και απεβίωσε τον Οκτώβρη του 1977. Υπήρξε φημισμένος δημοτικός τραγουδιστής από τους κορυφαίους της γενιάς του. Από το 1928 έως το 1977 ηχογράφησε τουλάχιστον  1850 τραγούδια. Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι. Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασιδέρη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη. Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν. Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia».
Έτσι κι έγινε. Ο Γιώργος Παπασιδέρης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928. Αφού έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών, οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929,οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος.
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί  τεράστιες φωνητικές δυνατότητες. Επίσης, τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη. Επειδή το επέτρεπαν οι φωνητικές του δυνατότητες αλλά και η παροιμιώδης αντοχή του, ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή, μεροκάματο των τριάντα χιλιάδων δραχμών.
Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυατέρα του Ισιδώρου Τσεβά. Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου που απεβίωσε το 1992. Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς». Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί. Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947. Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο. Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασιδέρης έμεινε. Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια. Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.
Στη διάρκεια της καριέρας του, βρέθηκε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας ενώ αδιάκοπα βρισκόταν στα μεγάλα πανηγύρια της Αττικής, της Θήβας και της Εύβοιας μέρη για τα οποία λειτουργούσε πολύ θετικά η κοινή αρβανίτικη καταγωγή. Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα. Έχει ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια. Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές.
Ο Παπασιδέρης διέσωσε δεκάδες παλιά δημοτικά. Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα. Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε. Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π..
Χαρακτηριστικό της αντοχής  του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα,παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση. Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασιδέρης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί. Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασιδέρης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους. Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.
Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14-9) στο πανηγύρι. Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή. Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε αφήνοντας πίσω του έναν πραγματικό θησαυρό δημοτικής μουσικής.»
Στο σημερινό δισκάκι, που κυκλοφόρησε αρχές δεκαετίας 60 αλλά η ηχογράφηση έγινε το 1939, στο κλαρίνο ο Γιώργος Ανεστόπουλος (βιογραφικά θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις). Πρωτοκυκλοφόρησε σε δίσκους Parlophon και αργότερα σε αμερικάνικους δίσκους Decca, πάντα στις 78 στροφές. Μετέπειτα στα πλαίσια της εμπορικότητας που είχε, κυκλοφόρησε και στη σημερινή ανάρτηση (μορφή των 45 στροφών). Τα τραγούδια έχουν μπει σε πάρα πολλές συλλογές με δημοτικά καθότι θεωρούνται κλασικά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

578, OLYMPIC OE 80022 ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΠΕΛΙΜΠΑΣΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1968

Δερμιτζάκης Ιωάννης (Δερμιτζογιάννης)- Μπελιμπασάκης Ευάγγελος OLYMPIC OE 80022 Πετειναράκι θα γινώ - Βράκα, στιβάνια δύσολα, τσόχινο μεϊτάνι 1968- 45rpm- 7''
«Ο Ιωάννης Δερμιτζάκης γεννήθηκε το 1907 στη Μαρωνιά Σητείας. Όταν ήταν μαθητής στο γυμνάσιο έμαθε μαντολίνο και θιαμπόλι (κρητικό πνευστό) ενώ αργότερα, αφού τελείωσε τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο, έμαθε βιολί. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως λοχίας πυροβολικού στη Σούδα και στη συνέχεια κατατάχθηκε στην Αστυνομία Πόλεων όπου υπηρέτησε τέσσερα χρόνια. Συμμετείχε στη σύλληψη του λήσταρχου Καραθανάση, που ήταν ένας από τους δράστες της απόπειρας δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σητεία, όπου και τελειοποίησε τις μουσικές του δεξιότητες στο βιολί, τη λύρα και την κιθάρα και διατηρούσε δισκοπωλείο. Από το 1950 μέχρι το 1980 εξέδωσε τέσσερα βιβλία με μαντινάδες και περίπου 150 δίσκους. Στη δισκογραφία εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1953 με δυο δίσκους. Το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Κρητικές Μαντινάδες», που περιελάμβανε 800 μαντινάδες, εκδόθηκε το 1953. Ακολούθησαν άλλα δύο το 1963 και το 1968. Το τελευταίο, που είχε τον τίτλο «Φιλοσοφία της ζωής» εκδόθηκε το 1979. Συνολικά συνέθεσε πάνω από 20.000 μαντινάδες με ποικίλη θεματολογία (ιστορία, πολιτική, λαογραφία, έρωτας, σάτιρα, διδαχή).»
Ο Βαγγέλης Μπελιμπασάκης (στις παραπάνω φωτογραφίες με την κιθάρα), ανιψιός του Στρατή Καλογερίδη συνοδεύει με την κιθάρα του τον Δερμιτζογιάννη στο σημερινό δισκάκι. Εξαιρετικό το παίξιμο του και το ύφος των τραγουδιών. Βιογραφικά στοιχεία για τον Μπελιμπασάκη δεν κατάφερα να βρω. Παρακάτω και στον φάκελο που θα κατεβάσετε νεότερες φωτογραφίες του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

577. HIS MASTER'S VOICE AO 2837 ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ 1948

Κουτσουρέλης Γιώργος- Σαριδάκης Νίκος (Μαύρος) HIS MASTER'S VOICE AO 2837 Συρτός Χανιώτικος - Πεντοζάλης 1948- 78rpm- 10''
 "Γεννήθηκα το 1914 στην Κίσσαμο και μεγάλωσα στην ίδια επαρχία, όπου ήταν και είναι ζωντανή η κρητική λαϊκή μουσική. Η μουσική με συγκινούσε από μικρό παιδί, όπως τους περισσότερους νέους της εποχής μου, ιδιαίτερα όμως η κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου κι αυτό ίσως γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες (λαγουτιέρης) της εποχής του.
Εκτός όμως από τον πατέρα μου πάρα πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαούτα, λύρες, βιολιά και μαντολίνα. Μάλιστα κι εγώ στα πρώτα μου βήματα άρχισα με το μαντολίνο και θυμάμαι που οι δάσκαλοί μου στο Δημοτικό Σχολείο χόρευαν στις εκδρομές που τους έπαιζα, για να μην αναφερθώ στην παιδική μου ηλικία (4-5 ετών), που πάρα πολλές φορές χρησιμοποιούσα την σκούπα της μάνας μου δήθεν για μαντολίνο, η οποία με μάλωνε και μου' παιζε και καμιά στο χέρι γιατί χαλούσα τις σκούπες.
Εν συνεχεία ασχολήθηκα σοβαρά με το λαούτο του πατέρα μου και με τη δική του βοήθεια σε ηλικία 10 χρονών ήμουνα ήδη ένας σωστός λαουτιέρης. Σε λίγο διάστημα, και συγκεκριμένα στα 12 χρόνια μου, ήμουν ένας τέλειος επαγγελματίας και περιζήτητος συνεργάτης από τους κορυφαίους βιολιτζήδες και λυράρηδες της εποχής εκείνης, όπως π.χ. ο Νικ. Χάρχαλης, ο Γ. Μαριάνος, ο Νικ. Κουφιανός κ.λπ.
Σε ηλικία 16 ετών ηχογράφησα τους πρώτους μου δίσκους στην «Κολούμπια» με τον Γ. Μαργιάνο βιολί και Αλέκο Καραβίτη λύρα, αργότερα δε και πάντοτε πριν από τον πόλεμο, έγραψα κι άλλους δίσκους με το Γεώργιο Μαργιάνο, ως και ατομικά δικά μου με σόλο λαούτο.
Το έτος 1939 μαζί με τον Καραβίτη παίξαμε για πρώτη φορά και σαν αντιπρόσωποι όλης της Κρήτης κρητική μουσική από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών.
Μετά τον πόλεμο συνέχισα την επαγγελματική μου δράση με συνθέσεις δικές μου και με την επανάληψη στα πατροπαράδοτα κισαμίτικα συρτά, τα οποία εξακολουθώ να λατρεύω και να τα μεταδίδω σ' όποιον συνάδελφο με πλησιάζει.
Στους μεταπολεμικούς μου δίσκους έχω συνεργασθεί με το Ν. Σαριδάκη (Μαύρο) βιολί και κυρίως με τον αδελφό μου Στέλιο με σόλο λαούτα και τραγούδι. Τα κομμάτια αυτά ήταν συνθέσεις δικές μου και σε συνεργασία και του αδελφού μου Στέλιου. Τραγουδιστές χρησιμοποίησα τον Χρήστο Κορωνιωτάκη και Θεοχάρη Τζινευράκη, οι οποίοι σήμερα δεν είναι στη ζωή. Μάλιστα πρέπει να σημειώσω με καμάρι ότι ο πρώτος μεταπολεμικός μου δίσκος ήταν το «Χίτλερ να μην το καυχηθείς...», που έκαμε τότε μεγάλο ντόρο.
Κατά το έτος 1949 προς 1950 ηχογράφησα μία ατομική μου σύνθεση με τίτλο «Αρμενοχωριανός Συρτός», η οποία είχε μεγάλη επιτυχία, εκίνησε την προσοχή και το ενδιαφέρον και των μεγάλων μουσικών και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως βάσις από τον κ. Μίκη Θεοδωράκη για τη μουσική επένδυση της ταινίας «ΖΟΡΜΠΑΣ» και παρουσιάστηκε ως δική του δήθεν σύνθεσις.
Από το έτος 1950 έως και 1958 εγώ και τ' αδέλφια μου, δηλαδή τα τρία αδέλφια Γιώργης, Μανώλης και Στέλιος Κουτσουρέλης, εκπροσωπήσαμε υπεύθυνα ολόκληρη τη μουσική της Κρήτης μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας Αθηνών με δύο εκπομπές την εβδομάδα, «Κρητικό Μεσημέρι» και «Κρητική Βραδιά». Το σήμα της εκπομπής μας, όπως θα το θυμούνται πολλοί ακόμη, ήταν:
"Τη μουσική της Κρήτης μας, π' όλος ο κόσμος θέλει,
σας την παρουσιάζουνε τ' αδέλφια Κουτσουρέλη".
Κατά την ίδια περίοδο, είχα ατομική υπεύθυνη εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων με τον τίτλο «Κρητικοί Μουσικοί Περίπατοι».
Κατά το έτος 1958 εγκαταλείψαμε τις εκπομπές αυτές λόγω θανάτου του αδελφού μας Μανώλη.
Κατά την ίδια περίοδο και πριν από το θάνατο του αδελφού μας τούτου, είχα ηχογραφήσει δύο δίσκους στην Κολούμπια. Συνεργάστηκα με τον Κώστα Μουντάκη και Γιώργη Τζιμάκη, που ήταν συνεργάτες της εκπομπής μας.
Μάλιστα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι σ' ένα από τα κομμάτια μιας επιτυχίας μου με τίτλο «Νέος Καστελλιανός Συρτός» ο Κώστας Μουντάκης σημείωσε τρομακτική επιτυχία τόσο στη λύρα όσο και στο τραγούδι. Ετράβηξε πολύ την προσοχή του κοινού, ώστε δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι, ενθαρρυνθείς με αυτή την επιτυχία (διότι ήταν και ο πρώτος δίσκος με τον οποίο άρχισε την καριέρα του) προχώρησε εμπρός με θάρρος και αυτοπεποίθηση, μετέπειτα δε με την ικανότητά του και τη σκληρή δουλειά του, κατόρθωσε να διακριθεί και να μεσουρανήσει.
Λόγω του πένθους εγκατέλειψα επί αρκετά χρόνια το επάγγελμα και ξαναγύρισα ύστερα από απαίτηση και μεγάλη πίεση των φίλων μου και του ευρύτερου κοινού μετά από δεκαετία περίπου.
Μετά την επάνοδό μου στην ενεργό δράση ηχογράφησα με αρκετή επιτυχία την σύνθεση, που την δεύτερη φορά δώσαμε τίτλο "Κρητικό Συρτάκι", το "Αγρίμι-Αρωμα" (συρτά) με σόλο λαούτα και τραγούδι δικό μας.
Κατά το έτος 1974 αρχίσαμε μία συνεργασία με τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, για ένα μεγάλο δίσκο με 12 τραγούδια. Επειδή όμως μια τέτοια δουλειά απαιτούσε χρόνο πολύ, αναγκάστηκα να διακόψω και με σκοπό να συνεχίσω αργότερα. Έτσι από τα κομμάτια της τότε συνεργασίας μας εκυκλοφορήσαμε ένα μικρό μόνο δίσκο με δύο τραγούδια, το «Νενέ μου» που παίζω σόλο λαούτο και τραγουδεί ο Ξυλούρης και το «Μπαρμπούνι» όπου συμμετέχει με τη λύρα. Δυστυχώς λόγω της ασθενείας και του θανάτου του δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρώσωμε την εργασία που αρχίσαμε.
Σ' ένα δικό του δίσκο (του Ν. Ξυλούρη) με τίτλο «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», που τον είχαμε αρχίσει πριν 2-3 χρόνια, με παρακάλεσε κι εγώ του επέτρεψα κι έβαλε το «Νενέ μου» και μία από τις τελευταίες τότε επιτυχίες μου, «Κρουσταλλοβραχιονάτη μου», με μουσική και στίχους αποκλειστικά δικούς μου.
Προτού τελειώσω το βιογραφικό μου σημείωμα, πρέπει να υπογραμμίσω ότι με τον Νικόλαο Χάρχαλη έχω κάμει πρόχειρες ηχογραφήσεις σε πομπίνα όταν ήταν 87-88 ετών, τις οποίες πολλοί έχουν ηχογραφήσει και αντιγράψει σε κασσέτες, όχι εμπορεύσιμες, που παρά την ηλικία του είχαν αρκετή επιτυχία (μετά από λίγο καιρό πέθανε).
Επίσης πρέπει να σημειώσω ότι όμοιες ηχογραφήσεις έκαμα (σόλο λαούτο) με το Νικόλαο Τσέγκα, ο οποίος ήταν πάρα πολύ σωστός τραγουδιστής, πλην όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε επίσημη εργασία, διότι τη φωνή του δεν την τραβούσε το μικρόφωνο, ίσως γιατί έκανε αρκετή χρήση οινοπνεύματος και τσιγάρου.
Τέλος, σημειώνω ότι κατά καιρούς είχα πολλές προσκλήσεις από το εξωτερικό, πλην για διάφορους οικογενειακούς λόγους δεν πήγα ποτέ..."
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε στις 18 Ιουνίου 1994.
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, ο οποίος έκοψε αρκετές κόπιες με καφέ, λευκές και μάυρες (στην Odeon για το εξωτερικό) ετικέτες, ο Γιώργης Κουτσουρέλης στο λαούτο με τον Νίκο Σαριδάκη στο βιολί. Στο τραγούδι πάνε εναλλάξ, στο ¨Συρτό Χανιώτικο¨ ο Μαύρος και στον ¨Πεντοζάλη¨ ο Κουτσουρέλης. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα για τα παιξίματα. Βιογραφικά στοιχεία για τον Μαύρο (Νίκο Σαριδάκη) θα βρείτε σε παλαιότερες 4αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

576. RCA VICTOR 48g 2416 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1963

Καραβίτης Αλέκος- Μαυροδημητράκης (Μακροδημήτρης) Σταύρος RCA VICTOR 48g 2416 Σούστα - Συρτός ο πρώτος 1963- 45rpm- 7''
«O Aλέκος Kαραβίτης (βλέπε και αναρτήσεις 43, 112, 281, 316, 356, 463 και 523) γεννήθηκε το 1904 στο γραφικό και ορεινό χωριό Aκτούντα Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (οκτώ αδέρφια) και ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τη μουσική. Ο πατέρας του Ευστράτιος Καραβίτης έπαιζε και αυτός λύρα. Δική του λύρα απέκτησε σε ηλικία 15 χρονών.
"Ο Αλέκος, πρωτόμαθε λύρα στις ψηλές και απόκρημνες βουνοκορφές του χωριού μας. Από παιδί είχε μεγάλο πάθος και μεράκι γι αυτό το όργανο", έλεγε με καμάρι ο μεγαλύτερος αδελφός του.
Ο Kαραβίτης έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1921. Υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στη Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, με μοναδικά εφόδια τη λύρα και το όνομά του που ήταν ήδη γνωστό στο κοινό της Κρήτης. Αργότερα, εξελίχθηκε σε πρωτομάστορα της κρητικής μουσικής ενώ έγινε και καλλιτεχνικός διευθυντής της Δώρας Στράτου.
Εκτός από μουσικός υπήρξε και ιδιοκτήτης του πρώτου Κρητικού καφενείου στην Αθήνα. Λυράρης με ορεινά ακούσματα έκανε γνωστή την λύρα και στην Αθήνα και συσπείρωσε τους Κρήτες των Αθηνών με την λύρα του στο καφενεδάκι που διατηρούσε εκεί από το 1927.
Στη δισκογραφία ο Αλέκος εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά και ηχογραφεί τα τραγούδια: “Aγιοβασιλειώτικος συρτός” και την περίφημη “Pεθυμνιώτικη σούστα” που έγιναν επιτυχίες την εποχή εκείνη. Στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Kαραβίτης ηχογραφεί αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη την γκάμα της Κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα, με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Mπαξεβάνη, τον Nίκο Tζουγάνο (Mαστρόκαλο) και το Σταύρο Mαυροδημητράκη.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο από την επαγγελματική σταδιοδρομία του Αλέκου Kαραβίτη είναι το γεγονός ότι αν και σε ηλικία 40 χρονών είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν είχε πια οικονομικό πρόβλημα (είχε πάρει την αποκλειστική διανομή πάγου σε όλη την Αττική από τον κουμπάρο του Αντώνη ΦIΞ. Μεγάλη δουλειά για την εποχή εκείνη…), δεν διανοήθηκε ούτε μια στιγμή να παρατήσει τη λύρα του.
O Αλέκος Kαραβίτης απέκτησε από το γάμο του 3 παιδιά ένα γιο και δυο κόρες, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένες ηχογραφήσεις τον συνόδεψαν στο τραγούδι. Ήταν από τους λίγους Κρητικούς καλλιτέχνες που πέθανε ευκατάστατος (εξ αιτίας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του) και είχε κάνει πολλές δωρεές, ανάμεσα στις οποίες και ένα σημαντικό ακίνητο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.
Έφυγε για πάντα το 1975 σε ηλικία 71 ετών.»
Στη σημερινή ανάρτηση ένα από τα ομορφότερα δισκάκια της κρητικής μουσικής, Καραβίτης με Μαυροδημήτρη. ¨Συρτός ο πρώτος¨ και αυτό το όμικρον κάνει τη διαφορά. Εξαιρετικά παιξίματα από το έμπειρο μέχρι τότε δίδυμο.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

575. COLUMBIA DG-58 ΡΕΛΛΙΑΣ ΝΙΚΟΣ 1930

Ρέλλιας (Ρέλιας) Νίκος COLUMBIA DG-58 Αγγέλω (Τσάμικος) - Παπαδιά (Καλαματιανός) 1930- 78rpm- 10''
«Ο Νίκος Ρέλλιας (βλέπε και ανάρτηση 519) γεννήθηκε στη Γκούρα Κορινθίας το έτος 1892 από γονείς βοσκούς. Από μικρός φύλαγε τα πρόβατα τους στις πλαγιές της Ζήρειας, του βουνού στο οποίο γεννήθηκε κατά τη μυθολογία ο γοργοπόδαρος Θεός Ερμής από τη νύμφη Μαία.
Σε ηλικία 14 ετών (το 1906) ακολουθώντας το ρεύμα της μετανάστευσης, ταξίδεψε για την Αμερική. Έφτασε στη Νέα Υόρκη έχοντας κρεμασμένο εμπρός και πίσω του ένα σημείωμα για το τόπο προορισμού του το Σικάγο. Εκεί κατοικούσε ο θείος του Χρήστος Παλυβός. Πλήρωσε τον αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον εξυπηρετήσει για να του βγάλει εισιτήριο για τον τόπο προορισμού, όπου τον περίμενε ο θείος του. Στη συνέχεια πιάνει δουλειά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Το 1909 έρχεται στη Νέα Υόρκη. Έχει αγοράσει ένα κλαρίνο και γράφεται στο περίφημο Ουγγρικό ωδείο.
Εργάζεται και συγχρόνως μελετάει μουσική. Τον έλκει η παραδοσιακή μας μουσική, αφού την είχε βιώσει παιδί στην πατρίδα του Γκούρα. Μελετούσε αδιάκοπα. Οι ήχοι του κλαρίνου ενοχλούν τη σπιτονοικοκυρά του που για να διώξει τον καταγγέλλει στα αρμόδια όργανα για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Προσάγεται στο αυτόφωρο. Εκεί θα συμβεί κάτι πρωτόγνωρο. Ο δικηγόρος συμβουλεύει το Ν. Ρέλλια τι πρέπει να κάνει. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο δικηγόρος προτείνει στο δικαστήριο να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να παίξει ένα κομμάτι για να σχηματίσουν άμεση γνώμη οι δικαστές.
Το δικαστήριο δέχεται την πρόταση του συνηγόρου. Ο Ν. Ρέλλιας βγάζει το κλαρίνο του και αρχίζει να παίζει με περισσή δεξιοτεχνία. Όλοι σηκώνονται όρθιοι και στέκονται σε στάση προσοχής. Γιατί; Απλούστατα ο δασκαλεμένος Ν. Ρέλλιας έπαιξε τον Εθνικό Ύμνο της Αμερικής. Το δικαστήριο αθωώνει τον κλαριντζή. Την άλλη ημέρα οι εφημερίδες σε πρωτόστηλά τους αναφέρουν: «Ο πονηρός Έλληνας νίκησε το δικαστήριο». Ο Διευθυντής του ωδείου παρακολουθώντας την όρεξη, την καταπληκτική τεχνική, και την πρόοδο του Ν. Ρέλλια του χορηγεί υποτροφία και του αποκαλύπτει πως τον προορίζει για Σολίστ του κλαρίνου.
Το χωριατόπουλο με τη σωστή καθοδήγηση σπουδάζει αρμονία και κόντρα πούντο. Το 1921 μεσουρανεί στην Αμερική η αοιδός Μαρία Παπαγκίκα με το συγκρότημά της. Γνωρίζεται με το Ν. Ρέλλια, που εκτός από το κλαρίνο είναι και άριστος και στο σαξόφωνο. Του κάνει πρόταση για συνεργασία, την οποία αποδέχεται. Αφήνει τις σπουδές του και επιδίδεται μετά ζήλο στην ερμηνεία της παραδοσιακής μας μουσικής. Είναι ο μόνιμος «κλαριντζής» στο συγκρότημα της Παπαγκίκα. Γίνεται πασίγνωστος αλλά και περιζήτητος.
Ενώ έχει φτάσει στις κορυφές της αναγνώρισης αποφασίζει το 1925, να γυρίσει στην πατρίδα που τόσο νοσταλγούσε. Η φήμη του προτρέχει του ερχομού του και πολλοί μουσικοί θέλουν να συνεργαστούν μαζί του. Το 1926 παντρεύεται την Φωτεινή Βασιλείου Πλατή και αποκτούν τρεις γιούς, τον Πέτρο, τον Παύλο και το Θεόδωρο.
Από το 1925 ως το 1965 μεσουρανεί το άστρο του Pέλλια στους χώρους της δημοτικής μας μουσικής.
H συνεργασία του που άρχισε από την Nέα Yόρκη με την μεγάλη Mαρίκα Παπαγκίκα, την κυρία Kούλα, τον Σωτήρη Στασινόπουλο από τη Δάφνη Kαλαβρύτων, τον Δημήτρη Aράπάκη, το Γιάννη Παναγιωτόπουλο ή Kούρο και το Mιχάλη Xατζή θα συνεχιστεί με την ίδια ή και μεγαλύτερη επιτυχία με τους κορυφαίους τραγουδιστές της εποχής του, τον Γιώργο Παπασιδέρη, την Pίτα Aμπατζή, την Pόζα Eσκενάζυ, τη Kα Πίκω και πολλούς άλλους. Είναι γνωστό το χαριτωμένο δίστιχο που λεγόταν! «Γεια σου Pίτα, γεια σου Kούλα γεια σου Pέλλια από την Γκούρα».
Δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει και από το φημισμένο κέντρο «Έλατος» που γαλούχησε σχεδόν όλους τους έλληνες μουσικούς και τραγουδιστές της παραδοσιακής μας μουσικής. O κόσμος του χορού και του κεφιού τον αποθεώνει. Το 1937 βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας του. Δίνει το παρόν στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης. Εκεί δεξιοτέχνες όλων των οργάνων από πολλές χώρες παρουσιάζουν το ταλέντο τους. O Pέλλιας με τη διαύγεια και την καθαρότητα της μουσικής του, με τη θαυμάσια εκτέλεση και την θεσπέσια μελωδία των μουσικών κομματιών, αγγίζει τις καρδιές των ακροατών.
O αρχηγός του Tουρκικού κράτους Kεμαλ Aτατούρκ, που παρακολούθησε τις εκδηλώσεις ενθουσιασμένος τον καλεί να πάει κοντά του. Του σφίγγει το χέρι, τον αγκαλιάζει, τον φιλάει και του απονέμει έπαινο εκφράζοντας το θαυμασμό του. O ανώνυμος κόσμος τον επευφημεί και η κριτική επιτροπή τον κατατάσσει πρώτο σολίστα του κλαρίνου. Το έτος 1949-1950 γίνεται μέλος της Λαογραφικής Ακαδημίας του Κράτους, ηχογραφήσας δια το αρχείο αυτής 60 δικές του συνθέσεις. Το γεγονός αυτό ήταν και η κατάκτηση του κεφαλόσκαλου της δόξας του.
Το 1957-1959 τον καλούν οι ομογενείς να επισκεφθεί τις HΠA και τον Καναδά, ζητάνε να μην τους το αρνηθεί και δηλώνουν πως τον περιμένουν. O Pέλλιας που γνωρίζει τα βάσανα, τους καημούς και τους πόνους των ξενιτεμένων από δικές του προσωπικές εμπειρίες δεν μπορεί να αρνηθεί. Με τις πρώτες εμφανίσεις του συγκροτήματός του αποθεώνεται. Οι Έλληνες της κάθε περιοχής τρέχουν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις του συνωστίζονται χειροκροτούν και ρουφούν τους ήχους που θυμίζουν πατρίδα. Το 8-μελές συγκρότημα του δημιουργεί το σημαντικότερο επίκαιρο γεγονός για τις εφημερίδες τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις.
Τα τραγούδια του είναι η φωνή της πατρίδας. Είναι η φωνή που πυργώνει μέσα τους την εθνική συνείδηση. O Nίκος Pέλλιας, σεμνός εργάτης του μουσικού πλούτου της γενέθλιας γης, γίνεται ακόμη πανίσχυρος κρίκος που συνδέει τους ξενιτεμένους με τον τόπο τους. Είναι πασίγνωστο το εναρκτήριο σήμα του ραδιόφωνου της ΕΡΑ (Εθνικής Ραδιοφωνίας) που είναι κάποια παραλλαγή του βουκολικού τραγουδιού «Tσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα». Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν τον συνθέτη και τον εκτελεστή αυτού. Ας δούμε με απλά λόγια την ιστορία του. Βρισκόμαστε στο 1936- 37. Κυβερνήτης της Ελλάδος, έστω και πραξικοπηματικά είναι ο Ιωάννης Μεταξάς. Αυτός έδωσε μεγάλη ώθηση στην νηπιακή ραδιοφωνία που έκανε δειλά τα πρώτα της βήματα. Τότε πάρθηκαν διάφορες αποφάσεις που θα σηματοδοτούσαν μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη κρατική ραδιοφωνία. Από τις πρώτες επιλογές του είναι και η σύνθεση του σήματος που θα έμελε να μείνει ιστορικό.
Ας παρακολουθήσουμε το λογοτέχνη Ντίνο Βλαχογιάννη που ήταν παρών στη συζήτηση που έγινε έξω από το δικαστικό μέγαρο Κορίνθου όπου έπιναν καφέ ο Ρέλλιας, ο Μαυραγάνης ο δικηγόρος και άλλοι φίλοι τους. H Ραδιοφωνία που βρισκόταν στα αρχικά της στάδια έπρεπε να αποκτήσει σήμα αναγνωρίσεως στη Ελλάδα αλλά και στον έξω κόσμο. Η επιτροπή που συστήθηκε για τον σκοπό αυτό είχε και τον Ν. Ρέλλια σαν μέλος της. Εξέτασαν διάφορες παραλλαγές δημοτικών τραγουδιών. Μεταξύ αυτών ήταν και το τραγούδι «ένα καράβι από τη Χίο» που τελικά απορρίφτηκε. Τότε ανάλαβε ο Ρέλλιας τη προτροπή του ιδίου του Μεταξά που τον κάλεσε και του είπε: «θέλω ένα σήμα που να θυμίζει Ελλάδα».
Τότε του ήρθε ανάμεσα σε πολλά άλλα και το βουκολικό «τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα…». Ο σκοπός άρεσε στην επιτροπή που το προέκρινε. Πήγε λοιπόν στο Μοναστηράκι ο Ρέλλιας και αγόρασε τροκάνια και κουδουνάκια και αποφάσισαν να το παίξουν με φλάουτο. Είναι λάθος, όπως γράφεται, ότι ο Ρέλλιας κούρντισε το φλάουτο. Το φλάουτο έπαιξε ο Μάγγος και το πιάνο ο Παπαδόπουλος.
Έτσι έγινε και έμεινε το σήμα του εθνικού ραδιοφωνικού σταθμού σαν σύμβολο της πατρίδας για όλους τους Έλληνες της υφηλίου. Με αυτό το σήμα το αγγλικό BBC άρχιζε την μετάδοση των ειδήσεων στην Ελληνική γλώσσα στις φοβερές ώρες του Παγκοσμίου πολέμου. Με αυτό το σήμα ο ραδιοσταθμός των Τιράνων μετέδωσε στις ειδήσεις του τις νίκες του Ελληνικού στρατού. Δυστυχώς πολλοί θέλησαν να το καταργήσουν σαν «απαρχαιωμένο» βάζοντας κάποιο άλλο δικής τους εμπνεύσεως. Δυστυχώς έγιναν προσπάθειες καπηλείας του σήματος από γνωστό συνθέτη, εν ζωή και από τους απογόνους του. Σήμερα το σήμα ακούγεται μόνο σε περιορισμένες στιγμές της Eθνικής Pαδιοφωνίας κατά την έναρξη και τη λήξη του προγράμματος.
Το ρολόι της ζωής του σταμάτησε στις 8 Μαΐου του 1969. O δικός μας μπαρμπα Nίκος έφυγε αθόρυβα. Ήρθε άσημος έφυγε διάσημος στον κόσμο της παραδοσιακής μας μουσικής. H σκιά του λαμπερού κλαριντζή θα πλανιέται στις πλαγιές της Zήρειας, Θα σιγοτραγουδά εύθυμους ή μελαγχολικούς σκοπούς του βουνού και της στάνης. H μνήμη του και τα τραγούδια του θα ζουν μέσα στις καρδιές των φίλων και των εραστών της παραδοσιακής μας μουσικής, ενώ το γνωστό βουκολικό «τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα», εγερτήριο σάλπισμα, θα μα ξυπνά κάθε αυγή, από το εθνικό ραδιόφωνο.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό ένας από τους καλύτερους στο κλαρίνο, μέχρι και σήμερα, ο Νίκος Ρέλλιας, σε δυο οργανικά τραγούδια αντιπροσωπευτικά της τέχνης του. Στην πρώτη φωτογραφία, δεν αναγνωρίζεται καθότι φέρει μουστάκι απαράδεκτο αλλά δυστυχώς ήταν μόδα της εποχής. Περίπου το 1933 τραβηγμένη και παρακάτω βλέπουμε ολόκληρη την κομπανία με Σέμση, Νταλγκά και Λειβαδίτη.
Και λέω ήταν μόδα γιατί και ο παππούς μου, πήγε Αμερική, δούλευε στις σιδηροδρομικές γραμμές και γυρίζοντας άφησε αυτό το πετσοκομμένο μουστάκι. Στην ανάρτηση 230  στο έξτρα βίντεο (δεν βρίσκετε στο youtube) εικονίζεται ο παππούς μου στις σιδηροδρομικές γραμμές για να έχετε εικόνα για τις συνθήκες εργασίας. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).