Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

619. HIS MASTER'S VOICE AO 5071 ΒΕΜΠΟ ΣΟΦΙΑ 1952

Βέμπο (Μπέμπου) Σοφία (Έφη) HIS MASTER'S VOICE AO 5071 Το χαστούκι - Είσαι ο παράδεισος κι' η κόλαση μου (Μπιγκίν) 1952- 78rpm- 10''
«Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης κι έζησε στην Κωνσταντινούπολη έως το 1921, όταν η οικογένειά της υποχρεώθηκε να καταφύγει στον Βόλο. Εκδήλωσε το ταλέντο της στο τραγούδι από μικρή ηλικία, αν και δεν έκανε συστηματικές μουσικές σπουδές.
Εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια το 1933 στο κέντρο Αστόρια της Θεσσαλονίκης, με το όνομα Έφη Βέμπο (το όνομα της οικογενείας της ήταν Μπέμπο). Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς πέρασε με επιτυχία στο θεατρικό σανίδι, στην αθηναϊκή επιθεώρηση «Παπαγάλος». Η βαθιά φωνή της με τα θερμά ηχοχρώματα, η καθαρή άρθρωση και η έντονη θεατρική παρουσία την έκαναν αμέσως να ξεχωρίσει, σε σύγκριση με τις λεπτές φωνές και τον επιτηδευμένο τρόπο ερμηνείας που χαρακτήριζαν πολλές τραγουδίστριες της περιόδου.
Τα τραγούδια έπαιζαν κεντρικό ρόλο στις επιθεωρήσεις, που ήταν ο κυριότερος χώρος για την ανάδειξη των νέων «σουξέ», καθώς τα γραμμόφωνα στα σπίτια δεν είχαν μεγάλη διάδοση και δεν είχε εγκαινιαστεί ακόμη το ελληνικό ραδιόφωνο. Συνηθιζόταν μάλιστα στο θέατρο να προβάλλονται πίσω από τον τραγουδιστή οι στίχοι, ώστε να τους μαθαίνει το κοινό και να τραγουδά μαζί του. Έτσι, ήδη με τη λήξη της παράστασης, οι νέες επιτυχίες διαδίδονταν από στόμα σε στόμα!
Ξεκινώντας από την επιθεώρηση «Παπαγάλος», ως… «Τσιγγάνα μαυρομάτα», η Βέμπο με παρότρυνση του ευθυμογράφου και στιχουργού Πωλ Νορ κατάργησε το όνομα Έφη κι επανέφερε το Σοφία.
Αναδείχτηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μία από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στη δισκογραφία, από το 1935 στην Κολούμπια. Ερμήνευσε τραγούδια των σπουδαιότερων συνθετών του Μεσοπολέμου καθώς και της μεταπολεμικής περιόδου: Κώστα Γιαννίδη, Μιχάλη Σουγιούλ, Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, Χρήστου Χαιρόπουλου, Θεόφραστου Σακελλαρίδη, Ιωσήφ Ριτσιάδη, Μίμη Κατριβάνου, Λεό Ραπίτη, Γιάννη Βέλλα, Μενέλαου Θεοφανίδη, Ακη Σμυρναίου κ.ά.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η Βέμπο, χάρη στη δημοτικότητά της, κατόρθωσε να επιβάλει τους δικούς της όρους στο συμβόλαιο με την Κολούμπια, διεκδικώντας να επιλέγει η ίδια το ρεπερτόριό της και ποσοστό 10% επί των πωλήσεων, σε μιαν εποχή που οι άλλοι τραγουδιστές πληρώνονταν εφάπαξ και μόνο για την ηχογράφηση!
Το 1938 ήταν για τη Βέμπο η χρονιά της απόλυτης επιτυχίας, καθώς εγκαινίασε στο θέατρο και στη δισκογραφία τη μόδα με τα δημοτικοφανή τραγούδια, με ανάλογη αμφίεση (τσεμπέρι και κλαρωτή φούστα) και μίμηση της χωριάτικης ντοπιολαλιάς. Τα δημοφιλή αυτά τραγούδια πρόσφεραν στο πρόσφατα αστικοποιημένο κοινό, είτε χιουμοριστικά είτε νοσταλγικά, μια ψευδαίσθηση επικοινωνίας με το πνεύμα της εγκαταλελειμμένης πλέον επαρχίας. Την ίδια χρονιά, πραγματοποίησε περιοδεία στην ομογένεια της Πόλης, του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας. Ενώ παράλληλα έκανε και το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, με την «Προσφυγοπούλα», που γυρίστηκε στα κινηματογραφικά στούντιο της Αιγύπτου, δίπλα στον δημοφιλή ηθοποιό της εποχής Μάνο Φιλιππίδη. Η ηθοποιία της σε συνδυασμό με τα τραγούδια του Γιαννίδη οδήγησαν την ταινία στον αριθμό-ρεκόρ των 25.000 εισιτηρίων, ενώ συνέχισε να προβάλλεται έως και τη δεκαετία του 1950.
Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τη Βέμπο στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας τόσο στο μουσικό θέατρο όσο και στη δισκογραφία, που, όπως ήταν φυσικό, επιστρατεύτηκαν αμέσως στο πνεύμα των ημερών. Η τεράστια απήχηση που είχαν τα τραγούδια της στις «πολεμικές επιθεωρήσεις» οδήγησαν τον Αύγουστο του 1941 τους κατακτητές να της απαγορεύσουν την άσκηση θεατρικής δράσης σε όλα τα θέατρα της Ελλάδας και να της αφαιρέσουν την άδεια επαγγέλματος.
Έτσι, τον Οκτώβριο του 1942 αναγκάστηκε να αποδράσει στην Αίγυπτο, όπου έως τον Μάρτιο του 1946 ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα εμψυχώνοντας τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα σε στρατόπεδα, πολεμικά πλοία, νοσοκομεία και προσφυγικούς καταυλισμούς σε όλη τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, ανέβασε επιθεωρήσεις κι έδωσε πολλά ρεσιτάλ, προσφέροντας από τις εισπράξεις στους πρόσφυγες, στους τραυματίες και στις οικογένειες των στρατιωτών.
Με τη θριαμβευτική επιστροφή της στην απελευθερωμένη Ελλάδα, το 1946, σε μια σφυγμομέτρηση της «Καθημερινής» για τον δημοφιλέστερο Έλληνα, η Βέμπο αναδείχτηκε πρώτη με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, τον γνωστό δημοσιογράφο Γεώργιο Βλάχο, και τον τρίτο, τον μαραθωνοδρόμο Στέλιο Κυριακίδη. Τότε ο Αχιλλέας Μαμάκης της απέδωσε τον χαρακτηρισμό «τραγουδίστρια της νίκης» με τον οποίο ταυτίστηκε στο πανελλήνιο!
Την εποχή αυτή έγινε η φωνή των προδομένων Ελλήνων τραγουδώντας στην ομώνυμη επιθεώρηση το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου», μια καταγγελία για τα ψεύτικα τα λόγια και τις υποσχέσεις των συμμάχων. Ενώ, στη δίνη του Εμφυλίου, και πάλι ένα τραγούδι της Βέμπο (σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη) ήρθε ως δραματική έκκληση για την εθνική συμφιλίωση:
«Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει / κι Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά /έβγα απ’ τον τάφο Θοδωρή Κολοκοτρώνη / κι αδέρφια κάνε όλους τους Έλληνες ξανά!».
Στο ζενίθ της καριέρας της, έπειτα από δύο ρεσιτάλ στη Μασσαλία και στο Παρίσι, η Βέμπο επιβιβάστηκε στο υπερωκεάνιο για τις ΗΠΑ όπου έμεινε για δύο χρόνια, από τον Απρίλιο του 1947 έως τον Ιούνιο του 1949. Το θριαμβευτικό ρεσιτάλ της στο Κάρνεγκι Χολ, τον Μάιο του 1947, ακολούθησε μια μεγάλη περιοδεία σε όλες τις πολιτείες της ομογένειας, ενώ τότε στην Αμερική πραγματοποίησε και την ηχογράφηση 20 τραγουδιών για την εταιρεία Liberty.
Όμως η σωματική και ψυχική κόπωση απ’ αυτή την ξέφρενη πορεία της (15χρονης, έως τότε) καριέρας της οδήγησε τη Βέμπο στην πρώτη μεγάλη κρίση στην υγεία της, ως αποτέλεσμα της σταδιακής εξάρτησης από ηρεμιστικά χάπια και αλκοόλ. Παρόλα αυτά, με την επιστροφή της στην Ελλάδα το 1949, δεν αναπαύτηκε αλλά ξεκίνησε νέα περιοδεία, αυτήν τη φορά στις μονάδες του Εθνικού Στρατού στις εμφύλιες συγκρούσεις στον Γράμμο και στο Βίτσι.
Αμέσως μετά, ακολούθησε μια εξάμηνη περιοδεία σε όλη την Αφρική, με μόνη συνοδεία τον ακορντεονίστα Μένιο Μανωλιτσάκη και τον αδελφό της Ανδρέα, διασχίζοντας με αυτοκίνητο τεράστιες αποστάσεις από την Αίγυπτο και το Σουδάν μέχρι τη Ροδεσία, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική!
Είχε πλούσια καριέρα στη θεατρική σκηνή και στο τραγούδι μετά τον πόλεμο, κάνοντας τη δεύτερη εμφάνισή της στη μεγάλη οθόνη στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη.
Το καλοκαίρι του 1950 κατόρθωσε επιτέλους να κάνει πραγματικότητα το όνειρο να αποκτήσει τη δική της θεατρική στέγη. Το θέατρο Βέμπο στην οδό Καρόλου εγκαινιάστηκε με την επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» των Μίμη Τραϊφόρου – Γιώργου Γιαννακόπουλου, σε μουσική Ιωσήφ Ριτσιάδη. Στην παράσταση αυτή τραγούδησε για πρώτη φορά και το γνωστό «αρχοντορεμπέτικο» «Η ταμπακέρα».
Τα επόμενα χρόνια η δραστηριότητα της Βέμπο επικεντρώθηκε στο ανέβασμα πολυδάπανων φαντασμαγορικών επιθεωρήσεων στο καλοκαιρινό θέατρο και σε χειμερινές-ανοιξιάτικες περιοδείες στην ομογένεια, που κατέβαλαν σταδιακά την υγεία της και κλόνισαν τη φωνή της, οδηγώντας ακόμη και σε απόπειρα αυτοκτονίας το 1954…
Το 1956 πήρε μέρος στην ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, τραγουδώντας με τον δικό της μοναδικό τρόπο, δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη, τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ντίνος Δημόπουλος μετέφερε στον κινηματογράφο τη θεατρική της επιτυχία «Στουρνάρα 288», όπου πρωταγωνίστησε μαζί με τον Ορέστη Μακρή, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη, τραγουδώντας νοσταλγικά το «Να ξαναγύριζαν τα χρόνια τα παλιά». Αυτή ήταν η τρίτη και τελευταία κινηματογραφική ταινία όπου έπαιξε.
Τη χρονιά εκείνη (1957), με τον θάνατο της μητέρας της, παντρεύτηκε τον Μίμη Τραϊφόρο ύστερα από θυελλώδη δεσμό που ξεκίνησε το 1940 στα παρασκήνια της επιθεώρησης «Πολεμική Αθήνα». Η δυναμική σχέση που είχε μαζί του στάθηκε αφετηρία έμπνευσης για πολλά τραγούδια και θεατρικά κομμάτια, αλλά και μόνιμη πηγή έντασης για την έντονη ιδιοσυγκρασία της.
Το 1968 η Βέμπο γιόρτασε τα 35 χρόνια στο τραγούδι με μια μεγάλη αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο της Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, έδωσε άσυλο σε πολλούς φοιτητές στο διαμέρισμά της στην οδό Στουρνάρα, αποτρέποντας τη σύλληψή τους. Για τη δράση της αυτή τιμήθηκε το 1974 στην πανηγυρική εκδήλωση για την επάνοδο της Δημοκρατίας στο Καλλιμάρμαρο, όπου τραγούδησε: «Παιδιά της Ελλάδας παιδιά / και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά»… Η εμφάνισή της ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της, λίγα χρόνια πριν, στον ίδιο χώρο, πάνω στις φιέστες των συνταγματαρχών…
Ο θάνατος της Σοφίας Βέμπο, στις 11 Μαρτίου 1978, έκλεισε την αυλαία σε μια ζωή γεμάτη και πολυτάραχη, σε μια καριέρα εκθαμβωτική που άγγιξε τα όρια του μύθου και που την καθιέρωσε στη συνείδηση των Ελλήνων ως την «εθνική τραγουδίστρια της νίκης»!
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



 

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

618. OLYMPIC OE 80180 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1970

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) OLYMPIC OE 80180 Ένας αράπης (Συρτός) - Η χτενίστρα (Μαντινάδες) 1970- 45rpm- 7''
«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στου Αγαλιανού Αγίου Βασιλείου, σε μια αγροτική οικογένεια με πολλά παιδιά. Τα πρώτα του μουσικά ακούσματα τα είχε σε ηλικία 14 ετών, από το Βασίλη το Γρηγοράκη από τις Βρύσες και στη συνέχεια από το Νίκο Σαβοργιανάκη και το Γιώργη Ανυφαντάκη.
Παθιασμένος και αυτοδίδακτος λοιπόν, και όπως ο ίδιος απεκάλυψε σε συνέντευξή του το 2001 στην «Ρ», η πρώτη του λύρα ήταν από …σφάκα και την πλήρωσε ακριβά.
« Είχαμε πάει, μικρά παιδιά τότε , με τον παπά- Κωστή Πετυχάκη σε ένα βουνό, στην τοποθεσία «Γούλα», στ’ Αγαλιανού. Εκεί βρήκαμε μια μεγάλη σφάκα, την κόψαμε κα την πήγαμε σε κάποιο Μιχάλη Μιχαλάκη ή «Μαυρούλιος», ο οποίος «κουτσόπαιζε» λύρα, για να μας φτιάξει μια δική μας, συμισακή. Εγώ του αλώνευα ένα ολόκληρο καλοκαίρι και αυτός καθόταν κάτω από μια ελιά και πελεκούσε τη λύρα. Κανόνισε δε και ήταν η λύρα έτοιμη όταν αποαλώνεψα.» Η λύρα βεβαίως ήταν μισή-μισή με τον παπά Κωστή. Την είχαμε κάνει βδομάδες. Όμως ο Κωστής ήταν αριστερόχειρας και έτσι τη βδομάδα που την είχε εκείνος αλλάζαμε την πρώτη χορδή. Κάποια στιγμή μου λέει: «Σπύρο χαλάλι σου η λύρα». Όμως μια λύρα από σφάκα, με καπάκι από τάβλα, κολλημένη με σακίζι, δεν παίζει όπως πρέπει.»
Το 1947 σε ένα πανηγύρι του προτείνει ο Αλέκος Καραβίτης να πάει στην Αθήνα για να του μάθει λύρα. Πηγαίνει πράγματι την Αθήνα, αλλά όμως ο αγώνας και η  βιοπάλη δεν του επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Το 1949 επιστρέφει πάλι στο χωριό του όπου εκεί με τη λύρα που είχε μάθει μετά από δικές του προσπάθειες, παίζει σε διάφορες εκδηλώσεις με πασαδόρο του το Σταύρο Παπαδάκη που έπαιζε μαντολίνο.
Το 1951 κατά τη διάρκεια της στρατιώτικής του θητείας είχε την τύχη να γνωρίσει και να παίξει με μεγάλους Μεσσαρίτες οργανοπαίκτες εκείνης της εποχής, όπως τον Σπανάκη, τον Καμπουράκη, τον Φουστάνη, κ.α.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης τίμησε επάξια την κρητική παραδοσιακή μουσική, διαφυλάττοντας ακέραια τη γνησιότητα και το μεγαλείο της έτσι όπως ονειρεύτηκε και στόχευσε, προσφέροντας τις δικές του δημιουργίες, διακρινόμενος μεταξύ των μεγάλων της Μεγαλονήσου, μεσουρανώντας στο κρητικό μουσικό στερέωμα.
Απεχώρησε από την ενεργό δράση το 1990, και όπως ο ίδιος λέει, του δόθηκε η ευκαιρία σταματώντας τα ταξίδια να μείνει κοντά στην οικογένειά του. Γνώρισε καλύτερα τη γυναίκα και τα παιδιά του. Εξ άλλου όπως υποστήριζε « ο καλλιτέχνης πρέπει να αφήνει τον κόσμο του πριν τον αφήσει εκείνος. Το πάλκο θέλει μαύρα μαλλιά.»
Οι γνωστές αγαπημένες μελωδίες της λύρας του ακούστηκαν σ’ όλο τον κόσμο. Από το Χάλιφαξ του Καναδά μέχρι το Βανκούβερ. Από το Κέιπ-Τάουν μέχρι την Τυνησία. Από το Χόλιγουντ μέχρι τη Νέα Υόρκη. Από το Ελσίνκι της Φιλανδίας μέχρι το Λονδίνο και όλη την Ευρώπη, Ρωσία και Αυστραλία όπου και ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της Καμπέρα.
Το 1962 σε διαγωνισμό στο Ελσίνκι της Φιλανδίας, απέσπασε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο Λαϊκής Παράδοσης, παίζοντας λύρα. Είχε δώσει κατά καιρούς πολλές συνεντεύξεις και είχαν γραφτεί πολλά θετικά σχόλια σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες.
Το 1967 παντρεύτηκε τη Χρυσούλα Ασκοξυλάκη από τους Βώρρους Μεσσαράς Ηρακλείου. Μαζί αποτέλεσαν ένα νέο καλλιτεχνικό ζευγάρι και έγραψαν μια νέα εποχή στο χώρο του κρητικού πενταγράμμου.
Το 1969 εμφανίστηκε στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και πιπέρι».
Είχε συνεργασθεί με παραγωγούς κινηματογραφικών ταινιών σε μουσικά κομμάτια όπως στην ταινία "Η Νεράιδα και το Παλικάρι" με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το "Ευτυχώς χωρίς δουλεειά" με τον Γιάννη Γκιωνάκη, καθώς και στην ταινία «Ζορμπάς» με τον Άντονυ Κουίν και την Ειρήνη Παπά. Συμμετοχή έχει και σε βιντεοταινία του 1988 με τίτλο ¨Τρέλα μου¨ όπου παρουσιάζεται ο κόσμος της αθηναϊκής νύχτας με πλούσια χορευτικά νούμερα, από τσιφτετέλι ως και πεντοζάλη, και επιθεωρησιακές παρεκβάσεις.
Επίσης μεγάλες προσωπικότητες παρευρέθηκαν και παρακολούθησαν συναυλίες του και άλλες εκδηλώσεις, όπως ο Ντε Γκωλ, Ο Κρούτσεφ, Ο Ωνάσης κ.α.
Συνεργάστηκε με πολλούς καταξιωμένους μουσικούς όπως το Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το Γιάννη και Γιώργη Μαράκη, το Γιώργη Θυμιατζή, το Σταύρο Παπαδάκη, το Λουκά Παχουντάκη, τον Κωστή Τσουκνάκη, τον Αντώνη Σκευάκη κ.α……
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης απεβίωσε το 2013»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

617. PANIVAR PA 213 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΚΑΔΙΑΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1970

Κουμιώτης Γιώργος (Καμαράτος)- Κουμιώτης Γιάννης- Καδιανάκης Γιάννης PANIVAR PA 213 Ο Μπάρμπα Θόδωρας - Τέλος πάντων 1970- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιώργος Κουμιώτης γεννήθηκε στο Τεφέλι Ηρακλείου στις 10-8-1931. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Κουμιωτάκης και μητέρα του η Μαρία το γένος Νουράκη. Η Καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε από πολύ μικρό να μάθει λαγούτο σε ηλικία 16 χρονών και να παίζει σε γλέντια στην περιοχή του Ηρακλείου με τον παλιό λυράρη Γαβρίλη Σταυρουλάκη από τα Πιτσίδια όπως και με άλλους συντοπίτες λυράρηδες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας λαουτιέρης μπαίνει στα Ανώγεια ,που μέχρι τότε την λύρα την συνόδευε το μαντολίνο. Τον είχε φέρει ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης. Ο Γιώργος Κουμιώτης ήταν το πρώτο λαγούτο που μπήκε στα Ανώγεια και σε αυτή την αλήθεια συναινεί ο μετέπειτα μεγάλος λαουτιέρης Γιάννης Ξυλούρης αδερφός του Νίκου.
Η συνεργασία του με τον Νίκο Ξυλούρη είχε αρχίσει. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι πια εμφανίζονται σε γλέντια ,γάμους και άλλες εκδηλώσεις σε όλη την Κρήτη με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με όλη την τότε ανερχόμενη Ανωγειανή μουσική οικογένεια με Μανουρά, Καλομοίρη, Ψαραντώνη και Βασίλη Σκουλά .
Αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει την σύντροφο της ζωής του Μαρία Αλεξανδράκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά την Βάνα και τον Μιχάλη .
Η προσωπική καλλιτεχνική πορεία του έχει πια αρχίσει , με αγνότητα ,αυθορμητισμό και πλούσια φαντασία εμπνευσμένος από πραγματικά γεγονότα της καθημερινότητας , του έρωτα , της αγάπης ,του πόνου και της ίδιας της Κρήτης ,γράφει στίχους και τους επενδύει με το μοναδικό προσωπικό του ύφος με μουσική.
Όπως το συρτό του με τον πολύ εύστοχο και διαχρονικό του στίχο ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια μετά που οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται ακόμα πιο δύσκολες
«Σα τη μεγάλη αποκριά η εποχή μας μοιάζει
Γιατί με μάσκα ο γης τ αλλού στέκει και κουβεντιάζει »
Ο Γιώργος Κουμιώτης φύση και θέση, ανυπότακτη ψυχή αν και έφτασε πολύ ψηλά δεν υποδουλώθηκε ποτέ από τα καθώς πρέπει και το σταριλίκι και κυρίως από το χρήμα.
Έφυγε σε ηλικία 77 ετών το 2008 στο Νοσοκομείο Αττικόν του Χαϊδαρίου, από πνευμονικό οίδημα και μετά από πολύ μεγάλη μάχη με την επάρατη νόσο!» Ιωάννης Παρακάτω ακολουθεί συνέντευξη του Γιάννη Καδιανάκη που παίζει λύρα στο σημερινό δισκάκι.
«Γεννήθηκα το 1936, στο Χάρακα, στα Αστερούσια όρη, στη ρίζα. Από μικρό παιδί ένιωσα την ανάγκη να μάθω λύρα. Είχα ένα ξάδερφο, τον Παντελή Σταυρουλάκη, και άκουσα για πρώτη φορά την ωραία λύρα που έπαιζε, καθώς και του Παναγού αλλά και του Γιώργη Αποστολάκη ή Τσαμπάζη, που όλοι αυτοί έχουν φύγει. Απ' αυτούς έχω πάρει τα πρώτα ακούσματα-ερεθίσματα. Χωρίς να μου δείξει κανείς, κάθισα και ασχολήθηκα. Μόνο καμιά φορά, όταν ξεκούρδιζε η λύρα, ερχόταν ο Παντελής και μου την κούρδιζε. Είκοσι πέντε χρονών άρχισα την καριέρα μου. Έπαιξα με τον Κώστα Μανωλάκη και τον Γιώργη Κουμιώτη. Μετά για δυο χρόνια δεν έπαιζα καθόλου. Ήθελα να σταματήσω. Όμως ξανάρχισα με τον Αριστείδη τον Αγριμανάκη από το Τεφέλι και ήμαστε 7 χρόνια μαζί.
Κατόπιν έπαιξα μαζί με τον Νίκο Κρουσταλλάκη, τον Γιώργη Κρουσανιωτάκη, τον Δημήτρη Φουκάκη κ.ά. Έχω παίξει σε όλη την Κρήτη και θα συνεχίσω να παίζω μέχρι να 'χω την υγειά μου. Εδώ η περιοχή μας έχει τη δική της μουσική κουλτούρα κι έχει βγάλει τους δικούς της καλλιτέχνες και πρέπει να 'μαστε περήφανοι γι' αυτό. Εμείς οι νεότεροι προσπαθούμε να αγγίξουμε τους παλιούς στην τέχνη και στο χρώμα τους. Γενικώς βέβαια σήμερα οι καταστάσεις και οι εποχές είναι τέτοιες που τα συναισθήματα είναι παράξενα και αυτό κάνει τους νέους καλλιτέχνες να ξεφεύγουν. Βέβαια είναι και το αίσθημα που κουβαλάει ο καθένας, αλλά τι να πούμε εμείς αφού έτσι θέλει ο κόσμος! Εγώ σέβομαι και εκτιμώ τον κόπο και την αγωνία του κάθε καλλιτέχνη. Όμως βάζουν μέσα ντραμς, τζουράδες και κιθάρες και έτσι δε βγαίνει το παλιό χρώμα…»
Μετά την ¨Παγώνα¨ και τους ¨Ξενιτεμένους¨, το επόμενο σε πωλήσεις (του Κουμιώτη τουλάχιστον) είναι το σημερινό δισκάκι με τον ¨Μπαρμπα Θόδωρα¨ και το ¨Τέλος πάντων¨. Κόπηκε με τρεις διαφορετικές ετικέτες, με τις πράσινες να είναι από διαφορετικές μήτρες και τα τραγούδια σε διαφορετικές πλευρές. Στο μπουζούκι ο αδερφός του Καμαράτου, ο Γιάννης Κουμιώτης.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

616. ODEON GA 8029 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ 1958

Καλομοίρης Γεώργιος (Γιωργαντός)- Τσαγκαράκης Δημήτριος (Τσαγκαροδημήτρης) ODEON GA 8029 Έγινες μάγισσα για με (Συρτός Ηρακλ. Μεσαρίτικος) - Αφού το θέλει η μοίρα (Συρτός Πρυνιανός) 1958- 78rpm- 10''
 
Η πρώτη δισκογραφική δουλειά του Γιωργαντού με τον Τσαγκαροδημήτρη η σημερινή ανάρτηση. Δυο εξαιρετικά συρτά στα οποία ξεχωρίζει η τέχνη στο παίξιμο τόσο του Καλομοίρη όσο και του Τσαγκαράκη.
Ο «μεγάλος δάσκαλος» -όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι μυημένοι και γνώστες της Κρητικής μουσικής- με το μουσικό του έργο, άφησε μουσική παρακαταθήκη. Είναι σχεδόν αδύνατο ακούγοντας τραγούδι του Γιώργη Καλομοίρη να μην καταλάβεις ότι είναι δικό του. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι μουσικές συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από ένα ξεχωριστό γνώρισμα, από μοναδικότητα, ιδιαίτερο χρώμα, και μία χαρακτηριστική χροιά και μελωδία, ταυτόσημη με το μουσικό του έργο, αλλά και από ποικιλομορφία, καθώς εκτός από τους παραδοσιακούς Κρητικούς συρτούς, αποτελούνται από καλαματιανούς, κοντυλιές, αμανέδες και πολλά ακόμα είδη της παραδοσιακής μουσικής. Ο ίδιος συνέθεσε εκατοντάδες μουσικές συνθέσεις, τις οποίες «έντυσε», με δικές του μαντινάδες, αλλά και κατοπινών μαντιναδολόγων.
«Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιωργαντός) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του; έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.
Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει στη "θεά Λύρα", αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.
Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα αξεγόραστο και απλό στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής, δίπλα στην ώρες ώρες φουσκοθάλασσα του Κρητικού πελάγους και άλλες στιγμές, στην απαστράπτουσα από φως και ηρεμία, απέραντη θάλασσα του Μεγάλου Κάστρου, δίπλα στα κάστρα της αρμύρας και του φωτός, τραγουδώντας τους καημούς και τις λαχτάρες ετο "Ζορμπάς".
Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες μεταξύ άλλων και οι: Φασουλάς Ζάχαρης, Κουμιώτης Γιώργης, Τσαγκαράκης Δημήτρης, Νίκος Μανιάς, Μαρκογιαννάκης Γιάννης, Ξυλούρης Γιάννης, Λαρετζάκης Μανώλης, Χαριτάκης Λάμπρος, Κουμιώτης Μανώλης, Ξυλούρης Βασίλης.
Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Έγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968 γύρω στους 50.
Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί…..»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

615. COLUMBIA DG 6714 ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ- ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ ΑΙΜΙΛΙΑ- ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ ΑΝΝΑ 1948

Χατζηδάκης Σταμάτης- Χατζηδάκη Αιμιλία- Χατζηδάκη Άννα- Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός)- Καρίπης Κώστας- Χρυσίνης Στέλιος COLUMBIA DG 6714 Πέρα στους πέρα κάμπους (Δωδεκανησιακόν) - Το πονεμένο στήθος μου (Δωδεκανησιακόν) 1948- 78rpm- 10''
 
«Ο Σταμάτης Χατζηδάκης γεννήθηκε στη Λέρο. Έπαιζε βιολί, λαούτο και σαντούρι. Το 1922 παντρεύτηκε την Άννα Ζαχαριάδη, μικρασιατικής καταγωγής, που γεννήθηκε στη Λέρο και κοντά του καλλιέργησε τη φωνή της μαθαίνοντας τα μυστικά του τραγουδιού, που με τη σειρά της, δίδαξε στις κόρες της Αιμιλία και Δικαία, οι οποίες ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο.  
Ο Σταμάτης και η Άννα Χατζηδάκη, εκτός από την Αιμιλία και την Δικαία (Δικαία Χατζηδάκη – Παπαδημητρίου, έγινε γνωστή στα μεταγενέστερα χρόνια συνεχίζοντας την παράδοση του νησιώτικου τραγουδιού), απόκτησαν άλλα τέσσερα παιδιά: την Γεωργία, τον Αντώνη, τον Σαράντη και τον Χριστόδουλο, στα οποία, επίσης, μετέδωσαν την αγάπη τους για το νησιώτικο τραγούδι. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε ο περίφημος Όμιλος Δωδεκανησιακών Τραγουδιών Χατζηδάκη.
Από το 1938, έχοντας ήδη εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα, ο Σταμάτης Χατζηδάκης συνεργάστηκε με το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών παρουσιάζοντας τα τραγούδια της Δωδεκανήσου και της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λέρου.
Η Αιμιλία Χατζιδάκη (1924-1999) είχε γεννηθεί στην Ιταλοκρατούμενη Λέρο, αλλά όταν ήρθε να με συναντήσει στο γραφείο μου στο τέλος της δεκαετίας του '70, ζούσε ήδη στον Πειραιά από χρόνια. Δούλευε, μάλιστα σε μια τοπική εφημερίδα, όπως μού είχε πει. Όχι γράφοντας, αλλά κάνοντας εξωτερικές δουλειές. Και τραγουδούσε ακόμα, γι'αυτό την είχαμε άλλωστε καλέσει στην τηλεόραση. Και επειδή παράλληλα με τα νησιώτικα, αγαπούσε και τα Ιταλικά τραγούδια, τη θυμάμαι να μού τραγουδά με πολύ πάθος, α καπέλα, το Canzone per te τού Σέρτζο Εντρίγκο.
Τραγουδίστρια καλή ήταν κι η αδελφή της, η Δικαία Παπαδημητρίου, μαζί είχανε ηχογραφήσει κάποιους δίσκους (διηγείτο ο Γιώργος Παπαστεφάνου).
Όμως, το μεγάλο βήμα έγινε αμέσως μετά τον πόλεμο, όταν ξεκίνησε αποκλειστική συνεργασία με την Columbia (πρώτος δίσκος το Καλύμνικο Θαλασσάκι και η Λέρικη Μπρατσέρα- ανάρτηση 429) και με τις ιστορικές ηχογραφήσεις του αποτύπωσε με μοναδικό τρόπο μια ανεκτίμητη μουσική κληρονομιά, που μετέφεραν άριστα με τις «βελούδινες» φωνές και ερμηνείες τους η σύζυγός του Άννα και η κόρη τους Αιμιλία.»
«Η ανάλυση του τραγουδιού «Πέρα στους πέρα κάμπους» αποκαλύπτει μια βαθιά αντίθεση ανάμεσα στην εύθυμη, χορευτική του μελωδία και στο σκοτεινό, δραματικό περιεχόμενο των στίχων του, το οποίο πραγματεύεται την έμφυλη βία και την κοινωνική καταπίεση της εποχής.
Το κομμάτι ξεκινά με μια ειδυλλιακή, σχεδόν αθώα εικόνα της ελληνικής υπαίθρου που γρήγορα μετατρέπεται σε διαφορετικό σκηνικό. Πίσω από τη χαρούμενη μελωδία, το τραγούδι περιγράφει καταστάσεις ελέγχου και περιστολής της ελευθερίας μιας γυναίκας, με αναφορές σε ξυλοδαρμό και τιμωρία, γεγονός που το καθιστά ένα λαϊκό άσμα με τραγικό και βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο.
Ο ρυθμός του κομματιού είναι δίσημος (2/4), γρήγορος και ιδιαίτερα ξεσηκωτικός, συνοδευόμενος από το πασίγνωστο χαρούμενο επιφώνημα «τριαλαλαλά». Αυτή η τεχνική είναι συχνή στο δημοτικό τραγούδι: η χαρούμενη μουσική λειτουργούσε ως «προπέτασμα καπνού» για να μπορούν οι άνθρωποι να τραγουδούν και να μοιράζονται φρικτά ή απαγορευμένα γεγονότα (όπως φόνους, αιμομιξίες ή βιασμούς) χωρίς να λογοκρίνονται άμεσα.»
Η παραπάνω ανάλυση, ¨ωραιοποιημένη¨, σε σχέση με αυτά που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Σίγουρα στα τραγούδια του ο Σταμάτης Χατζηδάκης, στο τέλος. τους προσδίδει κάτι το τραγικό. Βλέπε και ανάρτηση 429, το ¨Θαλασσάκι¨ έπνιξε της κοπελιάς τον άντρα  και η Λέρικη ¨Μπρατσέρα¨ πέφτει σε νοτιά και σπάει το κατάρτι. Το ¨Πέρα στους πέρα κάμπους¨  στο τέλος αποκαλύπτει ότι η γυναίκα κακοποιείται συστηματικά.
Στα σχολικά μου χρόνια, δεν ξέρω αν ήταν στο πρόγραμμα σπουδών, το τραγουδούσαμε συχνά όπως και πολλά άλλα παραδοσιακά. Να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι (πάνε και 40-45 χρόνια από τότε) αν η δασκάλα μας, η Κυρία Άννα, μας έμαθε ποτέ τους τελευταίους στίχους, μέναμε πάντα στο τριαλαλαλαλα και στη χαρμολύπη που μας άφηνε η μελωδία.
Το δεύτερο τραγούδι ¨Το πονεμένο στήθος μου¨, έχει νομίζω πινελιές από τον Σαλονικιό (Δημήτρη Σέμση- δεν αναγράφεται στις ετικέτες). Στο τέλος ακούγεται και ο όμορφος στίχος (μαντινάδα αν θες):
¨Ένα Θεό μόνο θα βρεις στον κόσμο δίχως λάθος,
       μα δε θα βρεις καμιά καρδιά χωρίς καημό και πάθος¨      
Ο σημερινός δίσκος κόπηκε με τρεις διαφορετικές ετικέτες λευκή, καφέ και μπλε (σημερινές). Οι παραπάνω φωτογραφίες από καρτποσταλ που απεικονίζουν τη Λέρο.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).