Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

634. ODEON GA 1035 ΒΙΔΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1925

Βιδάλης Γεώργιος ODEON GA 1035 Η Βαγγελιώ (Χορός Καλαματιανός) - Άιντε να πεθάνεις (Χορός Χασάπικος) 1925- 78rpm- 10''
«O Γιώργος Βιδάλης (βλέπε και αναρτήσεις 94 και 594) ανήκει στην πρώτη γενιά των μεγάλων μουσικών και ερμηνευτών της πρωτεύουσας της Ιωνίας και είναι από τους πρωτοπόρους που δημιούργησαν το μουσικό ύφος στη Σμύρνη, την περίοδο που αναπτύχτηκε και εξελίχτηκε η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα.
Γεννήθηκε το 1884 από ευκατάστατους γονείς και στα παιδικά του χρόνια, παράλληλα με το σχολείο, ασχολήθηκε με την ψαλτική και γρήγορα εξελίχτηκε σε ένα εξαίρετο ψάλτη.
Μέσα στο αναζωογόνο μουσικό κλίμα των αρχών του αιώνα στην Σμύρνη, ο Γιώργος Βιδάλης άρχισε να τραγουδά - ερασιτεχνικά στην αρχή - και στη συνέχεια επαγγελματικά, μπαίνοντας και αυτός στην μεγάλη μουσική παρέα της περίφημης εστουδιαντίνας του Σιδερή, που έμεινε γνωστή με το όνομα " Τα Πολιτάκια ". Μέσα σ' αυτό το μουσικό εργαστήρι, απ' όπου πέρασαν όλοι οι Σμυρνιοί μουσικοί, αλλά και οι κατοπινοί μεγάλοι συνθέτες που διαμόρφωσαν το μουσικό ύφος στο νεώτερο Ελληνικό τραγούδι του μεσοπολέμου, ο Γιώργος Βιδάλης γρήγορα απέκτησε ένα ιδιαίτερο ρόλο.
Έγινε ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές του τραγουδιού, που χαρακτηρίστηκε από την επαφή με τις δυτικές αρμονίες και ταυτόχρονα από το άγγιγμα με τους "μουσικούς δρόμους" της Ανατολής. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι ο Γιώργος Βιδάλης είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος.
Με την ίδια ευχέρεια που τραγουδούσε πολυφωνικού ύφους τραγούδια της οπερέτας ή της επιθεώρησης, τραγουδούσε επίσης -χωρίς να αφίσταται καθόλου- τα ιδιόρρυθμα ρεμπέτικα της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας , που ήταν βασισμένα στους ήχους της βυζαντινής μουσικής. Ο Γιώργος Βιδάλης, σε πολύ μικρή ηλικία (18 ετών), το 1902 παντρεύτηκε και από το γάμο αυτό απέκτησαν τον μοναδικό γιο τους , Πέτρο (1903-1963). Αν και τα στοιχεία που έχουμε, δεν είναι επαρκή, είναι φανερό ότι πρέπει να ήταν διάσημος τραγουδιστής της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα, αφού είναι από τους λίγους που κατέγραψαν τη φωνή του στη δισκογραφία των 78 στροφών της πρώτης εκείνης περιόδου, δηλαδή πριν το 1922.
Συνεργάστηκε με όλα τα γνωστά πρόσωπα- μουσικούς και οργανοπαίκτες- στη Σμύρνη, όπως με τους Μηλιαρήδες (Τζών και Lucien), με τον Γεώργιο Σαβαρή, με τους Ογδοντάκηδες, με τους αδελφούς Μπόγια, με τον περίφημο Θεόδωρο Μαυρογένη , ( ή Θοδωράκι), τον Γιώργο Τσανάκα και άλλους.
Είναι ο δεύτερος ( μαζί με τον Ελευθέριο Μενεμενλή), από τους τραγουδιστές της Σμύρνης, που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.
Εγκαθίσταται στην Ελλάδα, στην περιοχή του Βύρωνα το 1922 και αμέσως βρίσκει δουλειά σαν τραγουδιστής στα καλύτερα μουσικά στέκια της εποχής, όπως τα κέντρα "Αραράτ" και "Μουρούζη" στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ασκώντας την ψαλτική, έψελνε κάθε Κυριακή, στην Καθολική εκκλησία του Αγ. Διονυσίου στην Αθήνα. Ανάμεσα στα χρόνια 1924-1933, που είναι η δισκογραφική του περίοδος, συνεργάζεται μόνο με την ODEON-- στη Σμύρνη οι δίσκοι που έβγαλε ήταν της τουρκικής εταιρείας ORFEON-- και καταγράφει συνολικά εκατόν είκοσι περίπου τραγούδια.
Απ' αυτά γύρω στα 30 είναι παραδοσιακά ρεμπέτικα ή ρεμπέτικου ύφους της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, περίπου 15 δημοτικά, 30 ελαφρά επιθεωρησιακά, ή οπερετικά επώνυμων συνθετών, Ελλήνων και ξένων και τα υπόλοιπα ρεμπέτικα γνωστών δημιουργών, όπως του Παναγιώτη Τούντα, του Παναγιώτη Μπαιντιρλή, του Κώστα Καρίπη, του Κώστα Μισαηλίδη, του Γιάννη Δραγάτση,( ή Ογδοντάκη) και άλλων. Παρ' όλο που απεχώρησε απ' την δισκογραφία γι' αδιερεύνητους ακόμη λόγους (όπως άλλωστε τα ίδια χρόνια και οι Αντ. Ναλγκάς, Ευάγγ. Σωφρονίου, Δημ. Αραπάκης, Κ. Καρίπης κ.α.), εξακολούθησε να παίζει και να τραγουδά σ' όλα τα γνωστά στέκια της εποχής με διάφορα σχήματα. Μάλιστα, μετά το 1930, εκτός από το μαντολίνο, άρχισε να μαθαίνει και έπαιζε μπουζούκι.
Μια άλλη καλλιτεχνική του απασχόληση ήταν η παρουσίαση μουσικών προγραμμάτων στους ταξιδιώτες μετανάστες, στα πλοία που έκαναν το δρομολόγιο Πειραιάς-Ν. Υόρκη γύρω στο 1930. Σ' αυτά του τα ταξίδια ο καλύτερος συνεργάτης του ήταν ο νεώτερος από την οικογένεια Μηλιάρη, ο Τζών ( ο οποίος και μας πληροφόρησε το 1988 για τη δραστηριότητά του αυτή) καθώς και οι Σπύρος Περιστέρης, Γιώργος Σαβαρής, και ο Κωνσταντινουπολίτης βαρύτονος Π. Μακρής.
Αν και πέρασε στα μέσα της δεκαετίας του 30 σε δεύτερη γραμμή επικαιρότητας, δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδά και να ψέλνει. Στα χρόνια της κατοχής, πικραμένος κι' αυτός όπως και οι περισσότεροι Μικρασιάτες, από τη νέα αυτή σκλαβιά, αποσύρθηκε από το επάγγελμα και έτσι σταμάτησε οριστικά να ακούγεται η εξαίσια αυτή φωνή.
Ένας διαλεκτός συνάδελφος, γεμάτος χιούμορ και αγάπη για τους συνεργάτες του, που αποτυπώθηκε συχνά με τα επιφωνήματα του στις ηχογραφήσεις, εγκατέλειψε το χώρο αυτό. Από νεαρή ηλικία ήταν εξαίρετος χορευτής και δεν έχανε ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητές του αυτές. Ο καρκίνος που τον χτύπησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τον κατέβαλε στις 2 Ιουλίου 1948.» 
Η Βαγγελιώ που την τραγουδάγαμε όλα τα παιδάκια στο δημοτικό με την Κυρία Αθηνά (και η υπηρεσία στο ¨Για ποιον χτυπάει η κουδούνα¨ με τον Παπαγιαννόπουλο) , εδώ από το μακρινό 1925 με την φωνάρα του Βιδάλη. Για το χασάπικο ούτε λόγος ότι είναι από τα κορυφαία. Στο βιολί πιθανότατα ο Σέμσης.
 ¨…Άιντε να πεθάνεις μες τις μπύρες,
να σε κλαίνε οι ζωντοχήρες…¨
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

633. PARLOPHONE B 74521 ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΗΣ- ΤΣΕΒΑ ΕΛΕΝΗ 1959

Κοκολάκης Ιωάννης (Κοκολογιάννης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Τσεβά Ελένη PARLOPHONE B 74521 Ασκομαδούρα (Σιγανός χορός- Αγάπη δεν υπάρχει πια) - Ασιατιανός χορός (Ο άνθρωπος ο δυστυχής) 1959- 78rpm- 10''
 
Ο Ιωάννης Κοκολάκης (Κοκολογιάννης- βλέπε αναρτήσεις 14, 361 και 486) με καταγωγή από το Σκινιά Μεραμπέλλου Λασιθίου, έχει περάσει από αρκετές δισκογραφικές. Panivar, Music-box, Intersound, Parlophone και RCA. Έχει συνεργαστεί εκτός από τον Πελεκάκη Σπύρο, με τους Ζαχαρία Μελεσσανάκη, Ν.Παντελάκη, Όλγα Σπυριδάκη, Ελένη Τσεβά, Δημήτρη Τσαγκαράκη, Γιώργο Ταμιωλάκη και άλλους εκτός δισκογραφίας.
Δισκογραφικά έχει ένα δίσκο γραμμοφώνου (που κυκλοφόρησε και στις 45 στροφές), 5 45άρια και ένα LP δίσκο. Επίσης των συναντάμε σε κασέτες και cd (κυρίως συλλογές).
Ο πρώτος δίσκος του Κοκολογιάννη στις 78 στροφές η σημερινή ανάρτηση. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1959 στην Parlophone και αργότερα στις 45 στροφές από την Odeon. Εξαιρετικό παίξιμο της λύρας, θυμίζει ασκομαδούρα όπως δηλώνει και ο τίτλος στην πρώτη πλευρά. 
Για τον Δημήτρη Τσαγκαράκη βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις. Η Ελένη Τσεβά εμφανίζεται μόνο στο σημερινό δίσκο και δεν κατάφερα να βρω βιογραφικά στοιχεία.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

632. COLUMBIA SCDG 4188 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1974

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Μαρκόπουλος Γιάννης COLUMBIA SCDG 4188 Τα παιδιά (Ήλιος ο πρώτος) - Ζάβαρακάτρανέμια 1974- 45rpm- 7''
«Ζαβαρακατρανέμια». Το τραγούδι γράφτηκε στα χρόνια της Χούντας και το μήνυμά του ήταν αντιδικτατορικό. Τους στίχους και τη μουσική έχει γράψει ο Γιάννης Μαρκόπουλος και το τραγούδησε για πρώτη φορά ο Νίκος Ξυλούρης το 1968 στο δίσκο «Επιχείρησις Απόλλων». Τα λόγια του ακούγονται δυσνόητα. Σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο ίδιος ανέφερε ότι χρησιμοποίησε τις λέξεις «ζάβαρα» αντί για λάβαρα, «κάτρα» αντί για μαύρα, «νέμια» αντί για ανέμισαν.
Στην συζήτηση που είχε με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αποκάλυψε χαρακτηριστικά:  «Όταν έγραψα το Ζαβαρακατρανέμια μέσα στη δεκαετία του ’60, γύρω στο ’66, είναι ένα από τα μέρη μίας μουσικής τελετής που λέγεται “Ιδού ο Νυμφίος έρχεται”, το οποίο διατηρώ ακόμη ανέκδοτο. Κι έμεινε αυτό το τραγούδι όπου περιέχει πάρα πολλές σημαντικές λέξεις που είναι καθαρά ελληνικές. Ας το εξηγήσω, για πρώτη φορά, γίνεται σε αυτήν την εκπομπή, δεν το χω ξαναπεί.
Το αλληλούια δεν είναι εβραϊκή λέξη, είναι η αλληλουχία κι έφυγε το Χ. Αλληλουχία, τόσο απλό. Το Ίλεως είναι το ίλεως, Ζάβαρα είναι -όπως καμιά φορά λέμε στην Κρήτη ‘’Μα το Ζα’’, το Δία.  Είναι μία εικόνα, όχι ακριβώς του Δία, αλλά μία εικόνα μέσα από τη ζωή του. Το Ζήτα παίζει τεράστιο ρόλο και είναι μία λέξη πάρα πολύ και βαθιά και αρχαία που έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές σε θέματα εμπόλεμης κατάστασης. Λάμα είναι η κόψη του μαχαιριού, το νάμα είναι βάπτισμα, νέμια η ησυχία, αλλά όλες αυτές οι λέξεις μαζί ήταν μία έντονη διαμαρτυρία. Και αυτό το θέμα είναι πάλι ποίηση, αλλά έχει μία έντονη διαμαρτυρία», εξήγησε.
Λάβαρα μαύρα ανέμισαν, έλεος έλεος έλεος.
Το μαχαίρι, το μαχαίρι μάνα μάνα ανέμισαν…

«Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο Κρήτης. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Μαρκόπουλος, πρώην νομάρχης Λασιθίου και μητέρα του η Ειρήνη Αεράκη από τη Σητεία. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα, τόπο καταγωγής του πατέρα του, στο ωδείο της οποίας παίρνει τα πρώτα του μουσικά μαθήματα στη θεωρία και στο βιολί. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική με τους γρήγορους χορούς και τα επαναλαμβανόμενα μικρά μοτίβα τους, από την κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου – και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.
Το 1956 συνεχίζει τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο και τον καθηγητή του βιολιού Joseph Bustidui. Την ίδια εποχή εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές ενώ παράλληλα συνθέτει για το θέατρο, τον κινηματογράφο και τον χορό.
Το 1963 βραβεύεται για τη μουσική του στις Μικρές Αφροδίτες του Νίκου Κούνδουρου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τον ίδιο χρόνο ανεβαίνουν από νέα χορευτικά σύνολα τα μουσικά του έργα Θησέας (χορόδραμα), Χιροσίμα (σουίτα μπαλέτου) και τα Τρία σκίτσα για χορό. Απ’ τον Οκτώβριο του 1965 μέχρι τον Απρίλιο του 1984 έντυσε με μουσική όλα τα έργα τα οποία παρουσιάστηκαν απ’ το Κουκλοθέατρο Μπάρμπα Μυτούσης. Το Κουκλοθέατρο αυτό τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του στις 15 Απριλίου του 1984.
Το 1967 επιβάλλεται στην Ελλάδα η δικτατορία και ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχωρεί στο Λονδίνο. Εκεί εμπλουτίζει τις μουσικές του γνώσεις με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Συνθέτει την κοσμική καντάτα Ήλιος ο πρώτος, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη (που τιμάται με το βραβείο Νόμπελ το 1979), και τη μουσική για τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν).
Παράλληλα ολοκληρώνει τη μουσική τελετή Ιδού ο Νυμφίος, έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα τα πιο διάσημα κομμάτια του.
Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τους συνθέτες Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τα πλέον πρωτοποριακά μουσικά έργα. Στο Λονδίνο συνθέτει ακόμα τους Χρησμούς, για συμφωνική ορχήστρα, και τους πρώτους Πυρρίχιους χορούς Α, Β, Γ, (από τους 24 που ολοκλήρωσε το 2001), οι οποίοι παίζονται, το 1968, από την ορχήστρα Concertante του Λονδίνου στο Queen Elizabeth Hall. Τότε γράφει και τη μουσική για την Τρικυμία του Σαίξπηρ, που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, σε σκηνοθεσία David Jones.
Το 1969 επιστρέφει στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Δημιουργεί μια νέα κίνηση για την τέχνη και τη χρησιμότητά της και αναζητεί τη βαθύτερη ενότητα του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Με την είσοδο της δεκαετίας του ’70 υλοποιεί το μουσικό του όραμα: καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα· έργα με ενότητα της αισθητικής και της φιλοσοφικής άποψης του συνθέτη ως προς τις θεμελιακές αρχές τους, με το καθένα όμως από αυτά να είναι διαφορετικό. Ιδρύει ένα νέο και ιδιόμορφο ορχηστικό σχήμα, καθιερώνοντας, με τις συνθέσεις του, την ουσία της μουσικής συμβίωσης και τους συσχετισμούς έκφρασης μεταξύ συμφωνικών και τοπικών οργάνων, μέσω του μελωδικού και ρυθμικού του ορίζοντα, των αρμονικών του δομών και των ηχοχρωμάτων της διάφανης ενορχήστρωσής του. Παράλληλα, προτείνει εμφατικά την «Επιστροφή στις Ρίζες», εννοώντας τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Η πρότασή του αυτή παίρνει τις διαστάσεις ενός κινήματος τέχνης.
Λίγο αργότερα ιδρύει την ορχήστρα Παλίντονος αρμονία, που αποτελείται από όργανα συμφωνικά και ελληνικά. Παρουσιάζει τα έργα του στο στούντιο Λήδρα και αργότερα στη μπουάτ “Κύτταρο”, με νέους τραγουδιστές και μουσικούς. Διδάσκει τον τρόπο της ερμηνείας της μουσικής και των τραγουδιών του, στην αισθητική κατεύθυνση που πάντοτε επιζητούσε. Μαζί με τα θεατρικά στιγμιότυπα και τον εικαστικό διάκοσμο στήνει μια πολύτροπη μουσική παράσταση. Διανοούμενοι και φοιτητές γεμίζουν καθημερινά τους χώρους της δραστηριότητάς του, παρά τα εμπόδια της τότε εξουσίας. Τα τραγούδια του, όπως οι Οχτροί, τα Λόγια και τα χρόνια, τα Χίλια μύρια κύματα, η Λένγκω (Ελλάδα), ο Γίγαντας, το Κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι, το Καφενείον η Ελλάς, το Ο τόπος μας είναι κλειστός, τα Παραπονεμένα λόγια, το Μιλώ για τα παιδιά μου και πολλά άλλα, γίνονται σύμβολα και μύθοι. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει με τα μουσικά του έργα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Στράτης ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους, Ήλιος ο Πρώτος, Χρονικό, Ιθαγένεια, Οροπέδιο, Θητεία και Μετανάστες – σε ποίηση και στίχους Σολωμού, Σεφέρη, Ελύτη, Κ.Χ. Μύρη, Μιχ. Κατσαρού, Ελευθερίου, Σκούρτη, Θεοδωρίδη αλλά και δικούς του.
Το 1976 συνθέτει τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά του BBC Who pays the Ferryman?, και η επιτυχία του μουσικού θέματος παραμένει στην κορυφή του βρετανικού Hit-Parade για μήνες, ενώ κάνει τον συνθέτη διεθνώς γνωστό.
Στα επόμενα χρόνια η δημοφιλία αυτή εκφράζεται με πολλές μετακλήσεις για συναυλίες, και ο Μαρκόπουλος πραγματοποιεί αλλεπάλληλα ταξίδια ανά τον κόσμο. Επισκέπτεται διαδοχικά, δίνοντας συναυλίες με τα έργα του, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο, το Τορόντο, το Μόντρεαλ, τη Στοκχόλμη, το Άμστερνταμ, τη Νάπολη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μόναχο, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο καθώς και διάφορες πόλεις της Ρωσίας και της Αυστραλίας.
Στην καλλιτεχνική του παραγωγή, βέβαια, σημαντική θέση έχει η μουσική του για το θέατρο και τον κινηματογράφο: μουσική για έργα του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Μενάνδρου, του Σαίξπηρ, του Τσέχωφ, του Μπέκετ αλλά και σύγχρονων Ελλήνων δραματουργών, και για ταινίες του Κούνδουρου, του Ντασέν, του Κοσμάτου, του Μανουσάκη, του Σκαλενάκη, του Γρηγορίου και άλλων.
Τον Ιανουάριο του 1981 ενώνεται και στη ζωή με την τραγουδίστρια και συνεργάτιδά του Βασιλική Λαβίνα. Γεννιέται η κόρη τους Ελένη. Για μια περίοδο ο συνθέτης αποζητεί μια πιο ιδιωτική ζωή με την οικογένειά του, ενώ ξεκινά η προετοιμασία του για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στη μουσική του: στον κορμό των νέων συνθέσεών του εμφανίζονται μελωδικά ξεσπάσματα στηριγμένα στην εκτεταμένη πολυτονικότητα της αρμονικής του δομής –καρποί της φαντασίας του–, που ενισχύονται από το πάθος μιας ανεξάντλητης ζωτικότητας.
Από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου σημειώνουμε έργα μουσικής δωματίου, τέσσερα κουαρτέτα, δύο σονάτες, πέντε κομμάτια για βιολί και πιάνο. Από τα έργα ενόργανης μουσικής, το Κονσέρτο-Ραψωδία για λύρα και συμφωνική ορχήστρα, τα Μητρώα για ορχήστρα εγχόρδων, τη Συμφωνία της Ίασης, επίσης δύο ορατόρια και δύο κύκλους τραγουδιών.
Το 1994 συνθέτει ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, τη Λειτουργία του Ορφέα – για φωνή, χορωδία και ορχήστρα –, που απευθύνεται φιλοσοφικά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Ακολουθούν η Ανα-γέννηση Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη, μουσικό ταξίδι σε 4 ενότητες, η όπερα Ερωτόκριτος και Αρετή, τα Σχήματα σε κίνηση, κονσέρτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον Πυθαγόρα, τα Ευήλια τοπία, φαντασία για σόλο φλάουτο, ο Νόμος της Θαλπωρής, ορατόριο-μουσικό θέαμα για φωνές, χορωδία, ορχήστρα πνευστών, μπαλέτο και εικόνες, 16 Πυρρίχιοι χοροί 1980-2001, Τρίπτυχο για φλάουτο έγχορδα και άρπα (2007).
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος απεβίωσε τον Ιούνιο του 2023.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

631. PANIVAR PA 539 ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΡΟΔΑΜΑΝΘΟΣ- ΚΑΚΛΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1972

Ανδρουλάκης Ροδάμανθος (Ραδάμανθης)- Κακλής (Κακλιδάκης) Μανώλης PANIVAR PA 539 Αν είναι η μέρα όμορφη - Τρεις Καπετάνιοι 1972- 45rpm- 7''
 
«Ραδάμανθης, έτσι με βαφτίσανε. Ο Ραδάμανθης ήτονε αδερφός του Μίνωα. Εμένα όμως με λέγαν Ραδάμανθη γιατί λέγαν τον παππού μου έτσι. Κι ο παππούς μου είχε οχτώ παιδιά και δεν έβγαλε κανείς το όνομά του παρά μόνο ο πατέρας μου, γιατί όταν χρειαζόταν να κάνει καμιά συναλλαγή με κάτι κρατικό ας το πούμε, τους φαινότανε δύσκολο το όνομα, άλλος ήλεγε ναι κι άλλος έβανε το Ραδάμανθης, διάφορα τέτοια γραμματικά. Άνοιξα το ραφείο κι έβαλα «Ραδάμανθης» και στεκότανε ορισμένοι ανθρώποι των γραμμάτων και κάνανε κριτική στην ταμπέλα. «Λάθος είναι γραμμένο». Άλλος ήλεγε έτσι, μου βάλανε, άλλαζα το όνομα δεν ξέρω πόσες φορές. Και ο πατέρας μου λέει: «Εγώ τόνε θέλω Ροδάμανθο κι ας είναι μοναχός του» απ’ τα αδέρφια τώρα του πατέρα μου.
Εγώ προ λίγου το ‘πα, αλλά μου φαίνεται δεν το ‘χετε γραμμένο. Είπα ότι όλοι οι λυράρηδες τότε παρακολουθούσαν τον Σκορδαλό. Εγώ λοιπόν, ήταν το πρότυπό του ο Κλάδος που βλέποντάς τον, έβλεπα πως έπαιζε καλύτερα τον Σκορδαλό από μένα. Τον Σκορδαλό, από μένα. Λοιπόν, κοίταζα, λοιπόν, να τον ρουφήξω που λέμε και με τα μάτια και με τ’ αυτιά να το παίζω κι εγώ έτσι. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ενώ παίζαμε με τον Μαρκογιάννη σε πολλά γλέντια, μου λέει ο Μαρκογιάννης: «ο Σκορδαλός έχει κατέβει με
άδεια. Αυτός ήταν στην Αθήνα, στην Τράπεζα Ελλάδος» και του λέω «μπορείς να του πεις να ‘ρθει να παίξει στ’ Αμάρι;» Στο Αμάρι τώρα, του Αγίου Τίτου, 25 Αυγούστου ήταν ένα πανηγύρι, μπορώ να πω καλύτερο σ’όλη την Κρήτη. Κι από οικονομικής πλευράς, ξακουστό πανηγύρι εν πάση περιπτώσει. Εγώ τότε είχα ανάγκη το πενηνταράκι. Πολλές φορές επήγαινα νηστικός στο μαγαζί επειδή δεν είχα λεφτά να πάω να φάω λίγα μακαρόνια.
Καταλάβατε λοιπόν τι ανάγκη είχα από λεφτά. Κι όμως προκειμένου να δω τον Σκορδαλό, λέω «δεν θέλω λεφτά. «Μπορείς να πάρεις τον Σκορδαλό να ‘ρθει να παίξει στο πανηγύρι να παίξω κι εγώ μαζί σας κι ό,τι θέλετε, λέω, δώστε;» Εγώ τον Σκορδαλό τότε τον έπαιζα πάνω από 80%, τον έπαιζα. Αφού πριν από πολύ καιρό, την εποχή που έπαιξα στον γάμο στο Μοναστηράκι που ήμουν σε ηλικία έντεκα χρονών, εγινόταν ένα πανηγύρι στο Άνω μέρος και ένας από το Άνω μέρος είναι μαθητής του.... Λέω θα πάω να βρω τον νονό μου. Κοπέλι εγώ, μικρός. Και πάω λοιπόν στο Άνω μέρος, κι έπαιζα με τα κοπέλια, κάποια στιγμή βγαίνω, πάω και παίζω στο γλέντι και μου λέει ένας μακαρίτης Μπούσκας απ’ το Αμάρι «να δώσουμε στον κοπέλι να παίξει μια ολιά». Και καθίζω λοιπόν εγώ στη λύρα και κάνω: (Τραγουδάει με τα ρι ραν). Με τη λύρα του Σκορδαλού. Αυτή, εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο να το παίξουν οι λυράρηδες.
Λυράρηδες δηλαδή, επαγγελματίες κι όταν μ’ακούσανε κι έπαιξα του Σκορδαλού τόσο καλά, από το κέφι που κάναν, επιάσαν την καρέκλα και με σηκώσανε όρθιο και με γυρίζανε γύρω γύρω στον οντά. Εγώ για να μην πέσω κιόλας, που ήταν και πιωμένοι, έπιασα τη λύρα έτσι και την καρέκλα και στερεώθηκα. Εκείνη την εποχή. Ήρθενε λοιπόν ο Σκορδαλός στ’ Αμάρι, έγινε μια υποδοχή, σαν να ήταν ο πρωθυπουργός. Εγώ, λοιπόν, λέω «τι θα παίξω τώρα να μ’ ακούσει ο Σκορδαλός»; Κι όταν έπαιξα μου λέει: «Μπράβο παιδί μου, μπράβο παιδί μου»».
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος της συνέντευξης του Ροδάμανθου Ανδρουλάκη στους ερευνητές Θεοδοσοπούλου Ειρήνη και Σπυρόπουλου Σπυρίδων για το Τ.Ε.Ι. Κρήτης (Παράρτημα Ρεθύμνου).
Βιογραφικά στοιχεία για τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη στην ανάρτηση 61.»
«Ο Μανώλης Κακλής γεννήθηκε το 1945 στην Επισκοπή Ρεθύμνου και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το λαούτο από το 1969. Από πολύ νεαρή ηλικία είχε την τύχη να ζήσει από κοντά σ' ένα γλεντζέδικο ζωντανό περιβάλλον γεμάτο ακούσματα μουσικά, γνήσια παραδοσιακά, όπως του Μπαξεβάνη και του Νίκου του Μανιά. Οι δύο αυτοί λαγουτιέρηδες τον επηρέασαν βαθύτατα.
Η τεχνική τους στο λαούτο και η έκφραση στο τραγούδι καθόρισαν την πορεία του νεαρού τότε καλλιτέχνη, ο οποίος πολύ γρήγορα σημείωσε τεράστια πρόοδο και εξέλιξη και μέχρι σήμερα αποτελούσε (αποτελεί) έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές της κρητικής μουσικής παράδοσης. Ιδιαίτερα στο τραγούδι διακρίθηκε για την ερμηνεία του που την υπογράμμιζε μοναδικά η εξαιρετική "κρητική" χροιά της φωνής του.
Έχει να παρουσιάσει πλούσια δισκογραφία και συνεργασίες με μεγάλους καλλιτέχνες όπως Νίκος Μανιάς, Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, Ζαχ.Μελεσσανάκης, Θαν. Σκορδαλός, κ.α. και ανελλιπή ζωντανή παρουσία στα κρητικά κέντρα του νησιού, της Ελλάδας γενικότερα αλλά και του εξωτερικού. Η δεκαετία του 70 και του 80 θεωρούνται οι κορυφαίες στην καριέρα του Μ. Κακλή και ιδιαίτερα οι δισκογραφικές του συνεργασίες με το Ροδάμανθο και το Μελεσσανάκη.
Παρά το σκληρό χτύπημα της μοίρας που έπληξε την οικογένεια του (έχασε την κόρη του Μαρίνα), ο Μανώλης Κακλής με την παρότρυνση των φίλων και θαυμαστών του, συνέχισε να μαγεύει με το τραγούδι του. Ο Μανώλης Κακλής απεβίωσε στις 9 Αυγούστου 2017, σε ηλικία 72 ετών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

630. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3694 ΜΠΕΛΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΤΑΣΟΣ- ΚΑΡΚΑΝΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ 1966

Μπέλλος Στυλιανός- Χαλκιάς (Χαλκιόπουλος) Τάσος- Καρκανάκης Χρήστος HIS MASTER'S VOICE 7PG 3694 Κι' απάνω στην τριανταφυλλιά (Τσάμικο) - Έρχονται οι συμπέθεροι (Πωγωνίσιο) 1966- 45rpm- 7''
Ο Στέλιος Μπέλλος (για περισσότερα βιογραφικά βλέπε αναρτήσεις 102, 150, 318, 414 και 525) γεννήθηκε στο χωριό Κρυσταλλοπηγή Θεσπρωτίας το 1930. Ήταν πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε στη Μέση εκπαίδευση με όλους τους τίτλους που συνεπάγεται η υπηρεσία. Υπηρέτησε επίσης ως καθηγητής και διευθυντής σχολείων του εξωτερικού.
Τόσο στην Αθήνα όσο και στο εξωτερικό, συνέβαλε έντονα στη διάδοση του δημοτικού τραγουδιού, ως τραγουδιστής, ως λαογράφος και η προσωπικότητά του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής.
Τραγούδησε 10 δημοτικά τραγούδια στις 78 στροφές με πρώτο το « Η Ασημούλα» στις 4/2/1956 όπου τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Τάσος Χαλκιάς. Επίσης έχει τραγουδήσει και άλλα 51 τραγούδια στις 45 στροφές. Έχει επίσης αρκετούς προσωπικούς δίσκους και πολλές συμμετοχές σε συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια.
Μαζί με τον Στυλιανό Μπέλλο, στο σημερινό δισκάκι ο Τάσος Χαλκίας στο κλαρίνο και ο Καρκανάκης Χρήστος στο βιολί. Ο Χρήστος Καρκανάκης από το 1961 μέχρι το 1964 ήταν μαζί με τον μεγάλο κλαρινίστα Τάσο Χαλκιά και με το συγκρότημα των "Χαλκιάδων" οπού έπαιζαν και ηχογραφούσαν δημοτικά και λαϊκά τραγούδια!
Ο Τάσος Χαλκιάς την περίοδο αυτή πηγαινοερχόταν Αμερική και είχε πάρει τις ηχογραφήσεις όπου κυκλοφόρησαν σε μεγάλους δίσκους! Το συγκρότημα αυτό αποτελούσαν οι: Τάσος & Μάνθος Χαλκιάς (κλαρίνο), Χρόνης & Κυριάκος Χαλκιάς (βιολί), Λάμπρος Χαλκιάς (κιθάρα), Φώτης Χαλκιάς (τραγούδι), Χρήστος Καρκανάκης (μπουζούκι και βιολί), Χρήστος Χαλκιάς (ακορντεόν) και βασικός τραγουδιστής του συγκροτήματος ήταν ο Λάκης Χαλκιάς.
¨Κι απάνω στην τριανταφυλλιά,
έπιασε η πέρδικα φωλιά,
 με σύρμα και με μάλαμα..." 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

629. COLUMBIA DG 6222 ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1936

Πετρίδης Σταύρος (Σταύρης- Κεμεντζ̌ετζ̌ής) COLUMBIA DG 6222 Ματσουκάκικο μακρύν (Ποντιακό) - Γιαρ γιαρ αμαν (Ποντιακός χορός ομάλ) 1936- 78rpm- 10''
 
«Ο Σταύρης Πετρίδης γεννήθηκε στο Φαντάκ της Όλασας, κοντά στην Τραπεζούντα, το 1896, όπου έζησε και το πρώτο μισό της ζωής του. Από μικρός μυήθηκε στα ηχοχρώματα και τους ρυθμούς του ποντιακού τραγουδιού και μαθήτευσε πλάι στον μεγάλο Δήμο Δήμου (Ουσταμπασίδη) που τον έλεγαν «Ορφέα του Πόντου», έναν από τους σπουδαιότερους λυράρηδες του Πόντου.
Η μουσική του δεινότητα δεν άργησε να τον ξεχωρίσει: ήδη πριν από τον ξεριζωμό ήταν ξακουστός λυράρης σε ολόκληρη την περιοχή, τραγουδώντας στους δρόμους της Τραπεζούντας και στις πλαγιές του Πόντου – συγκινώντας ακόμη και τους Τούρκους που τον άκουγαν.
Το 1922, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, εγκαθίσταται στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, κουβαλώντας μαζί του όλη τη μουσική παράδοση της πατρίδας του. Από την πρώτη στιγμή γίνεται κεντρική φυσιογνωμία στη νέα προσφυγική κοινότητα: με τη λύρα του γυρίζει τα χωριά της Μακεδονίας και πρωταγωνιστεί σε γλέντια, χαρές και λύπες, διασκεδάζοντας τους ομογενείς και απαλύνοντας τον πόνο της προσφυγιάς. Στην Καλαμαριά, λένε, καταργεί τις ώρες κοινής ησυχίας. Μέχρι τα χαράματα ακούγεται η μελωδική του λύρα στους δρόμους, κι εκείνος πότε γλεντά και πότε παρηγορεί. Όταν έφτασαν στη Θεσσαλονίκη οι Πόντιοι πρόσφυγες του Εμφυλίου από το Κιλκίς, ο Σταύρης τους επισκέπτεται στο Καραβάν-Σαράι, το σημερινό Δημαρχείο, για να τους προσφέρει παρηγοριά με το τραγούδι του. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης μετατρέπονται, έστω για λίγο, σε μνήμες των πατρίδων και ψευδαισθήσεις ελπίδας.
Είχε φανατικούς οπαδούς και πιστούς φίλους. Οι παρεξηγήσεις δεν κρατούσαν πολύ και συχνά ενδυνάμωναν τις φιλίες. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία με τον Κεσαπίδη στην Καλαμαριά. Μετά από μια παρεξήγηση, ο Σταύρης δεν άντεξε τη σιωπή και ένα ξημέρωμα στάθηκε έξω απ’ τον φούρνο του, παίζοντας και τραγουδώντας: Τρία μήνας εδέβανε κι εγώ πα αρ’ ξαν έρθα Άνοιξον βάλον με απέσ’, πολλά επουγαλεύτα! Η λύρα του «κωδωνίζ’», όπως έλεγαν – έχει γλυκύτητα και ένταση. Το τραγούδι του μοιάζει με καταρράχτη, με εκείνον τον χαρακτηριστικό ποντιακό «κατενό λαρυγγισμό». Οι ηχογραφήσεις του δεν αποτυπώνουν την πλήρη διάστασή του – «δεν έπαιζε έτσι, πιο καλά έπαιζε», φέρεται να είπε κάποτε ο γιος του Γώγος Πετρίδης, ο μετέπειτα «Πατριάρχης» της ποντιακής λύρας. Ο ίδιος ο Στάθης Ευσταθιάδης, που είχε την τύχη να τον γνωρίσει στο Κιλκίς και στη Θεσσαλονίκη, είπε: «Ο Γώγος σε έκανε να θαυμάζεις.
Ο Σταύρης σε έκανε να κλαις». Πέθανε στις αρχές του 1949. Η κηδεία του ήταν φτωχική, όπως και η ζωή του. Όμως πίσω του στάθηκε όλη η Καλαμαριά – όχι μόνο για να τον τιμήσει, αλλά για να συνοδεύσει τον τελευταίο του καημό. Ο Παπανικόλας που τέλεσε την ταφή, έσκυψε και έβγαλε απ’ τον τάφο τον κεμεντζέ του. Τον παρέδωσε στον Γώγο, λέγοντάς του: «Πάρ’ το παιδί μου. Αυτή η λύρα έχει ψυχή και στον τάφο δεν μπαίνει». Ο Γώγος έπαιξε τότε έναν σκοπό από μοιρολόγι κι η μητέρα του τραγούδησε: «Όσα είναι τα άστρα του ουρανού…» Και τότε, όπως γράφει ο Γεώργιος Ανδρεάδης, ο κόσμος ξέσπασε σε κλάματα. Ο λυράρης των Κρωμναίων, ο προπάτορας της ποντιακής μουσικής στην Ελλάδα, είχε πια περάσει στην αιωνιότητα. Μα η ψυχή του, ακόμη κουδουνίζει σε κάθε παλιά εγγραφή, σε κάθε αναστεναγμό λύρας, σε κάθε αυγή στην Καλαμαριά.
Είναι χαρακτηριστικό το δίστιχο, που τραγουδάει σ’ έναν από τους δίσκους του:
Ο Σταύρης ο κεμεντζετσής
με κάμποσα παιδία,
επαίρεν την παρέαν ατ’
κι εξέβεν σα χωρία.
Ο Σταύρης ο κεμεντζ̌ετζ̌ής
Και -ν- ατός Κρωμέτες ’κ’ έτον
Τ’ οσπίτ’ν ατ’ ξαν σην Όλασσαν
Και Φαντακέτες έτον
Σταύρην η κεμεντζ̌έ σ’ χρυσόν
Και -ν- η λαλία σ’ κωδώνι
Όντες εσύ κελάηδανες
Ελώλουτον τ’ αηδόνι
Ο μουσικολόγος - μουσικός Παύλος Τσακαλίδης αναφέρει ότι ο Σταύρης, μέχρι το τέλος της ζωής του, παρέμεινε πιστός στα παραδοσιακά του βιώματα, απορροφώντας τη μουσική παράδοση των Ποντίων στον τόπο γέννησής τους. Έχουν διασωθεί ηχογραφημένα οχτώ κομμάτια που έπαιξε, σε δίσκους 78 στροφών (4 πλάκες γραμμοφώνου).»
Εξαιρετικός ο Σταύρης Πετρίδης στο παίξιμο της λύρας. Ήταν ο δεύτερος που ηχογράφησε σε δίσκους γραμμοφώνου μετά τον Νίκο Παπαβραμίδη. Ο σημερινός δίσκος κόπηκε με τρεις διαφορετικές ετικέτες, άσπρες μαύρες και κόκκινες (στην Αμερικάνικη έκδοση).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).