Στασινόπουλος
Σωτήριος (Αηδόνι του Μοριά- Σκέντζος- Χαρδαβέλας) – Κυριακάτης Γιάννης- Ρασσιάς
Λούης VICTOR 73281 Τα
πρόβατα βελάζουν - Δροσούλα (Κλέφτικος) 1921- 78rpm- 10''
Χιλιάδες ήταν οι Έλληνες που αναζήτησαν την τύχη τους στην Αμερική
και τον Καναδά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Οι περισσότεροι μάλιστα από
αυτούς, κατάφεραν να προκόψουν όπου πάτησαν αφήνοντας στο πέρασμά τους την
κοινωνική και πολιτιστική τους σφραγίδα.
Από το 1896 ως το 1921 οι Έλληνες μετανάστες της Αμερικής
υπολογίζονται γύρω στις 420.000! Μοναδικό μέσο μεταφοράς τους, το θρυλικό
υπερωκεάνιο “Νέα Ελλάς”, που έκανε μόνιμα το δρομολόγιο Πειραιάς - Νέα Υόρκη.
Μεταξύ αυτών που αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη στη νέα ήπειρο ήταν
και ο νεαρός Σωτήρης Στασινόπουλος, που εξελίχθηκε σε σημαντικό τραγουδιστή. Μάλιστα ήταν από τους πρώτους που γραμμοφώνησαν ελληνικά τραγούδια στην
Αμερική.
Ο Σωτήρης Στασινόπουλος είχε γεννηθεί στην Στρέζοβα (Δάφνη) Καλαβρύτων το 1880 και στην Αμερική πήγε το 1900. Από το σόι του που είχε το
παρατσούκλι Σκέτζος ή Xαρδαβέλλας σήμερα δεν ζει κανείς στη Δάφνη.
Όλοι όμως γνωρίζουν την πορεία του και το ταλέντο του φτωχόπαιδου που
μετέφερε το ελληνικό τραγούδι στην Αμερική, γραμμοφωνώντας 97 παραδοσιακά
δημοτικά τραγούδια.
Ακούγοντας τα πρώτα τραγούδια είναι φανερό ότι ο Στασινόπουλος ήταν
εξαιρετικά καλλίφωνος, αλλά η ερμηνεία του υποσκελιζόταν από την έλλειψη
πείρας. Στις μετέπειτα γραμμοφωνήσεις όμως είχε αποκτήσει τεχνική αρτιότητα,
καθώς τότε είχε μάθει να παίζει και λίγο λαούτο.
Συνεργάστηκε με όλες τις φωνογραφικές εταιρείες που παρήγαγαν
ελληνικό τραγούδι στην Αμερική (COLUMBIA, VICTOR, OKEH) και με όλους τους
καλούς μουσικούς που βρίσκονταν στην Αμερική, όπως ο Nίκος Σουλεϊμάνης
(κλαρίνο), ο Γιάννης Kυριακάτης (κλαρίνο), ο Aθανάσιος Bρούβας (κλαρίνο), ο
Nίκος Pέλλιας (κλαρίνο), ο Γιάννης Mακεδόνας (κλαρίνο), ο Kώστας Γκαντίνης
(κλαρίνο) και ο Λουί Pασσιά (σαντούρι).
Ο Στασινόπουλος τα πρώτα χρόνια δούλεψε σαν εργάτης σε διάφορες
δουλειές και παράλληλα έκανε τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι. Γραμμοφωνώντας
όμως κάποια τραγούδια έγινε γνωστός στο κοινό και έτσι άρχισε να εργάζεται
συστηματικά σαν μουσικός και τραγουδιστής.
Με το συγκρότημά του περιόδευσε σε
όλες τις ελληνικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, όπου οι
ομογενείς τον υποδέχονταν με μεγάλο ενθουσιασμό. Εκτός από το τραγούδι
ασχολήθηκε και με την καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών που τα εξέδωσε
αργότερα στο βιβλίο του «Αθάνατα Ελληνικά Ηρωικά Τραγούδια» (N. Yόρκη 1944). Μάλιστα στο βιβλίο περιλαμβάνονται και πολλά τραγούδια και ποιήματα που είχε
γράψε ο ίδιος.
Το “Αηδόνι του Mοριά”, όπως ήταν γνωστός ο Σωτήρης Στασινόπουλος,
σώπασε για πάντα το 1960 στην Αμερική.»
Τα πρώτα τέσσερα τραγούδια του Στασινόπουλου, ηχογραφήθηκαν τον
Σεπτέμβριο του 1921. Το ¨Τα πρόβατα βελάζουν¨ στις 7 Σεπτεμβρίου και η
¨Δροσούλα¨ στις 22. Τα άλλα δυο ήταν ¨Ο Γρίβας¨ και ¨Ο Μπαρμπανικόλας¨. Οι επόμενες
ηχογραφήσεις έγιναν μετά τον Οκτώβρη του 1922. Στα τραγούδια όπου αναγράφετε
λαούτο παίζει ο ίδιος. Στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, στο κλαρίνο ο Κυριακάτης και στο σαντούρι ο
Ρασσιάς.
Δεν είχα στο πρόγραμμα να σηκώσω Στασινόπουλο, αλλά με συγκίνησε το
βίντεο στην προηγούμενη ανάρτηση, που αναφέρετε στους μετανάστες. Μετανάστης
και ο παππούς μου (έχω αναφερθεί και σε παλιότερες αναρτήσεις) με αγαπημένο του
τραγουδιστή τον Στασινόπουλο, οπότε το ένα έφερε το άλλο.
«Ο Δημήτρης Καπόκης (ή Καποκάκης) καταγόταν από την επαρχία
Αποκορώνου, στα ανατολικά του νομού Χανίων της Κρήτης, ενώ έμελλε να είναι ο
πρώτος λυράρης που ηχογράφησε στην Αμερική σε δίσκους γραμμοφώνου.Μετά την λήξη της επανάστασης του 1866-1869 ο οπλαρχηγός του δυτικού
Αποκόρωνα Αναγνώστης Γογονής που διέμενε στο Βαφέ αγόρασε το μετόχι ενός
τούρκου αγά, που βρισκόταν νοτιοανατολικά του Στύλου όπου κατοίκησε μόνιμα. Στο
ίδιο μετόχι μετοίκησε σε λίγο διάστημα φεύγοντας από τον Βαφέ η χήρα με τους
έξι γιούς της, του βαφιανού Καπετάνιου Καποκάκη (συμπολεμιστή του Γογονή), που
είχε φονευθεί στην επανάσταση. Η οικογένεια Καποκάκη πολλαπλασιάστηκε και η
περιοχή που κατοίκησαν οι απόγονοι του ονομάζεται σήμερα Καποκιανά.
Ο λυράρης
Δημήτρης Καποκάκης που μετανάστευσε στην Αμερική είναι απόγονος της δεύτερης
γενιάς.
Από την έρευνα σε αρχεία της Αμερικής, εντοπίστηκαν δυο σημαντικά
έγγραφα που αναφέρουν πληροφορίες για τον Δημήτριο Καπόκη. Το ένα είναι η
κατάσταση επιβατών του πλοίου Ωκεανία στο ταξίδι του από τον Πειραιά στις 16
Νοεμβρίου 1908 για Αμερική και το άλλο είναι η απογραφή κατοίκων της Νέας Υόρκης
του έτους 1920. Στο πρώτο έγγραφο αναφέρεται ως τόπος γέννησης η περιοχή
Αποκορώνου του νομού Χανίων και η ηλικία του τριάντα ενός χρονών, από την οποία
προκύπτει ως έτος γέννησης το 1877. Στο δεύτερο έγγραφο τα στοιχεία διαφέρουν
και προκύπτουν τα εξής: έτος γέννησης 1885, χρονιά άφιξης στις ΗΠΑ το έτος
1915, το πρώτο γράμμα του πατρώνυμου Μ, ενώ τέλος αναγράφεται ότι το επάγγελμα
του ήταν μουσικός που εργαζόταν σε νυχτερινά κέντρα μουσικής (καμπαρέ- καφέ
αμάν).
Για την εποχή εκείνη τα λάθη στα έγγραφα αυτά είναι πολύ συνήθη, ιδίως
στις καρτέλες των πλοίων όπου τα στοιχεία συμπληρώνονταν κατά προφορική δήλωση
των επιβατών. Πολλές φορές μάλιστα δηλώνονταν επίτηδες λάθος χρονολογίες
γέννησης για να εξυπηρετηθούν μετανάστες σε διάφορες καταστάσεις. Από ό’τι
φαίνεται, δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί μέσω των στοιχείων των δυο εγγράφων
με σιγουριά ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο, αφού υπάρχει η πιθανότητα
συνωνυμίας δύο προσώπων και μάλιστα με άμεσα κοντινή συγγενική σχέση μεταξύ
τους.
Για προφανείς λόγους το δεύτερο έγγραφο του 1920 πρέπει να είναι το
σωστό και αυτό που ανταποκρίνεται στον λυράρη καλλιτέχνη Δημήτρη Καπόκη. Ο
ίδιος σκοτώθηκε στις 8 Μαρτίου του 1924 στο τραγικό δυστύχημα στα ανθρακωρυχεία του Castle Gate στη Γιούτα των ΗΠΑ και έχει ταφεί στο κοιμητήριο Price City. Ανάμεσα στους 171 νεκρούς, η μεγαλύτερη εθνική ομάδα ήταν οι Έλληνες μετανάστες, με 50 θύματα (στην πλειονότητά τους νέοι άνδρες, πολλοί από τους οποίους καταγράφηκαν με καταγωγή από την Κρήτη). Ψάχνοντας πληροφορίες για το δυστύχημα (αιτία ο φίλος Nautikos986 με σχόλιο του στο youtube) έπεσα σε ένα από τα καλύτερα βίντεο για τους Κρήτες (και όχι μόνο) μετανάστες εκείνης της περιόδου. Το παραθέτω εδώ και πιθανό να εικονίζεται και ο Καπόκης.
Όλα τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία από το βιβλίο ¨Μίλιε μου Κρήτη
απ΄τα παλιά¨ (Ιστορικές ηχογραφήσεις 1907-1955) από την εταιρεία Orpheum
Phonograph, μια εξαιρετική έρευνα για τους πρώτους Κρητικούς μουσικούς που
δισκογράφησαν (φωνογράφησαν).
Ο σημερινός δίσκος του Δημήτρη Καπόκη (Καποκάκη), είναι από τις πρώτες κρητικές ηχογραφήσεις (άλλες δυο είναι πάλι του ιδίου). Αυθεντικοί Κρητικοί σκοποί και όχι εμβατήρια ή μπασταρδεμένα με ¨σμυρναίικο¨ ύφος τραγούδια. Συρτός Χανιώτικος και Κισσαμίτικος (ορθογραφικά υπήρχαν πάντα). Ο δίσκος έκοψε με τρεις διαφορετικές ετικέτες (οι άλλες δυο είναι οι πράσινες χωρίς τα λάβαρα).
Χαλκιαδάκης Ιωάννης-
Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) PARLOPHONEGDSP 2723 Το μαναβάκι με τη
σούστα (Καλαματιανό) - Θέλω να βρω μια άτυχη (Συρτός) 1961- 45rpm- 7''
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου
από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και
Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε
ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση
σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει
περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την
μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο
Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ.
Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους
αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη
συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των
ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον
αδερφό του Γιάννη και άλλους.
Επίσης έχει γράψει δίσκο σε συνεργασία με τον
Μπάμπη Γαργανουράκη με τίτλο "Παίζω με το λαούτο μου". Ακολούθησαν
πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη,
Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη
Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων
δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Στο σημερινό δισκάκι στη λύρα και το τραγούδι ο Ιωάννης Χαλκιαδάκης. Εξαιρετικό παίξιμο στο μοναδικό δισκάκι που έχει κυκλοφορήσει. Ο Μαρκοβαγγέλης στο λαούτο. Βιογραφικά στοιχεία για τον Χαλκιαδάκη δεν κατάφερα να βρω. Από σκόρπιες πληροφορίες φαίνεται να συμμετείχε σε γλέντια κυρίως με τους Μαρκογιαννάκηδες.
«Ο Θανάσης Σκορδαλός γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1920 στο Σπήλι,
πρωτεύουσα της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου στον Νομό Ρεθύμνης της Κρήτης.
Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει μόνος του να παίζει λύρα, σε ηλικία 9
ετών. Μόλις στα δώδεκα του χρόνια, έκανε το πρώτο του γλέντι στο χωριό
Χαμαλεύρι Ρεθύμνης. Έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς λαουτιέρηδες, όπως το
Γιάννη Μαρκογιαννάκη που κατάγεται επίσης από το Σπήλι, το Γιάννη Μπερνιδάκη
(Μπαξεβάνη), το Νίκο Μανιά και πολλούς άλλους.
Το δισκογραφικό του έργο είναι πάρα πολύ πλούσιο και περιέλαβε πολύ
γνωστά τραγούδια.
Διορίστηκε υπάλληλος στην τράπεζα της Ελλάδος από τον Σοφοκλή
Βενιζέλο και κατόπιν αφιερώθηκε στη λύρα. Εμφανίστηκε στην Αμερική, τον Καναδά,
την Αυστραλία και την Αφρική παίζοντας για μετανάστες από την Κρήτη.
Μαζί με τον Κώστα Μουντάκη, θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους
δασκάλους της λύρας.
Απεβίωσε σε ηλικία 78 ετών την Τετάρτη 22 Απριλίου 1998 και ώρα 09:30
π.μ. στο Βενιζέλειο Γενικό νοσοκομείο του Ηρακλείου. Η σορός του, τέθηκε για
έξι ώρες σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου
Μηνά στο Ηράκλειο και κατόπιν ακολούθησε πομπή συγγενών και φίλων του μέχρι το
χωριό του. Ενταφιάστηκε στην πατρίδα του, το Σπήλι, στις 23 Απριλίου 1998.»
«Ο Νίκος Μανιάς (Μανιαδάκης) γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1931 στο
χωριό Επισκοπή Ρεθύμνου (στην σύγχρονη εποχή υπάγεται στο Δήμο Ρεθύμνου).
Από αγροτική οικογένεια υπήρξε το μικρότερο από τα επτά παιδιά του
Γεωργίου και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια
που του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέλφια του, αλλά και τον πατέρα του το
1944. Σταμάτησε το σχολείο σε ηλικία 8 ετών με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου
Πολέμου συνδράμοντας με τη βασκική στο βιοπορισμό της οικογένειας του όταν δεν
υποχρεούταν σε καταναγκαστική εργασία από τις δυνάμεις κατοχής. Το μαντολίνο,
μέσο έκφρασης του πατέρα του, όπως και το λαούτο του συγχωριανού του και
γείτονα Σταύρου Ψυλλάκη ή Ψύλλου υπήρξαν τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Νίκου
Μανιά.
Η καληκέλαδη φωνή του και η διαρκής συμμετοχή του σε παρέες και γλέντια
της εποχής έγιναν γρήγορα αντιληπτά από συγγενείς και φίλους. Έτσι ενώ αρχικά
δοκίμασε τη λύρα, δημοφιλέστερο όργανο της εποχής στην περιοχή, σύντομα ζήτησε
από τον αδελφό του Γιάννη να του αγοράσει ένα λαούτο όπως κι έγινε. Η πρώτη του
δημόσια εμφάνιση πραγματοποιήθηκε σε γάμο στο χωριό του το 1947 με λυράρη τον
Κυριάκο Μαυράκη από τη Φυλακή Αποκορώνου. Αυτή ήταν η αρχή μίας 60χρονης
διαρκούς παρουσίας στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης.
Το 1953 ενώ ασχολείται πλέον επαγγελματικά με τη μουσική γνωρίζει τον
Κώστα Μουντάκη σε πανηγύρι στον Κουρνά Αποκορώνου ξεκινώντας έτσι η 26χρονη
συνεργασία τους, που απέδωσε σπουδαία μουσικά έργα, θέτοντας τα θεμέλια της
σύγχρονης κρητικής μουσικής.
Εκτός της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Μουντάκη ο Νίκος Μανιάς
συνεργάστηκε ήδη από τη δεκαετία του '50 με τον επίσης δεξιοτέχνη λυράρη Θανάση
Σκορδαλό. Συνεργάστηκε με όλους τους μουσικούς της γενιάς του αλλά και αργότερα
με νεότερους καλλιτέχνες αποτελώντας για αυτούς σύνδεσμο και φορέα μουσικής
ιστορίας και πολιτισμού.
Ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης δημιουργώντας έναν
προσωπικό κύκλο ένθερμων θαυμαστών.
Ο Μανιάς θεωρείται κατά κοινή παραδοχή ίσως ο καλύτερος στην απόδοση
των ριζίτικων τραγουδιών αλλά και των ταμπαχανιώτικων τραγουδιών ή αμανέδων.
Το συνολικό έργο του, το μοναδικό ηχόχρωμα και η εκφραστικότητα της
φωνής του, το ήθος και η ακεραιότητα του χαρακτήρα του, ο σεβασμός στην τέχνη
και στο κοινό τον χαρακτήρισαν δικαιωματικά ως "Αηδόνι της Κρήτης"
και "Άρχοντα της Κρητικής Μουσικής", ενώ θεωρείται από τους πιο
εμπορικούς Κρήτες μουσικούς. Απεβίωσε στις 25 Μαΐου του 2012 στο Ηράκλειο της
Κρήτης, ύστερα από μακροχρόνια προβλήματα υγείας.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου
από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και
Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε
ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση
σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει
περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την
μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο
Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ.
Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους
αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη
συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των ταμπαχανιώτικων,
καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον αδερφό του Γιάννη και
άλλους. Επίσης έχει γράψει δίσκο σε συνεργασία με τον Μπάμπη Γαργανουράκη με
τίτλο "Παίζω με το λαούτο μου". Ακολούθησαν πολλές συνεργασίες όπως
με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή
Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης
Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της
Κρητικής μουσικής.»
Ο Γιώργος Μετζάκης έχει συνεργαστεί με τους: Ιωσήφ Παναγιωτάκη,
Κουκλινό Κανάκη, Μουντάκη Κώστα, Κολιακουδάκη Νίκο, Λατζουράκη Φίλιππο,
Σκορδαλό Θανάση, Μελαμπιώτη Μανώλη, Σταγάκη Μανώλη, Καλαϊτζάκη Βασίλη και
Παπαδάκη Μάρκο.
Σύντομα βιογραφικά για τους καλλιτέχνες του σημερινού 45αριού.
Περισσότερα βιογραφικά σε παλαιότερες αναρτήσεις. Στο τραγούδι έχουμε εκτός από
τον Σκορδαλό, τον Μανιά και την Μαίρη Σκορδαλού. Το σημερινό 45άρι extended (τρία τραγούδια)
κυκλοφόρησε με δύο διαφορετικά εξώφυλλα και τίτλο ¨Τραγούδια της Κρήτης με τον
Αθανάσιο Σκορδαλό¨. Η διαφορά στα εξώφυλλα είναι στην ποιότητα. Αυτά που
κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό ήταν γυαλιστερά με ανάγλυφα τα γράμματα. Τα δεύτερα
σε απλό χαρτί με τα ¨αυτάκια¨ έξω (βλέπε φωτογραφίες στο φάκελο). Επίσης
κυκλοφόρησαν και με ¨καβαλάρη¨ στο κέντρο.
Χατζηαποστόλου Νίκος- DajosBela- Αθηναϊκή
Ορχήστρα ODEONAA 79815-19 / ODEON 82022 Οι ξενύχτηδες
(Ταγγό) - Οι απάχηδες (Βαλς) (Μόνο μ' Εσένα) 1922- 78rpm- 12'' και 103/4’’
«Ο Νίκος Χατζηαποστόλου (16 Οκτωβρίου 1884 - 9 Αυγούστου 1941) ήταν
Έλληνας συνθέτης, αρχιμουσικός και βαθύφωνος. Μαζί με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη
θεωρούνται ως οι βασικοί εκπρόσωποι της ελληνικής οπερέτας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1884 (άλλες πηγές αναφέρουν το 1879, πράγμα
το οποίο φαίνεται να είναι λάθος). Από μικρή ηλικία λέγεται ότι τραγουδούσε
καντάδες παρέα με το μετέπειτα διάσημο βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο στους
δρόμους της παλιάς Αθήνας. Συστηματικά μουσική σπούδασε στο Ωδείο Λόττνερ.
Αρχικά συνεργάστηκε ως χορωδός στο Ελληνικό Μελόδραμα του Διονυσίου Λαυράγκα.
Παράλληλα όμως συνέθετε και τραγούδια.
Πασίγνωστα είναι τα «Κοραλλένια χείλη σου» (σε στίχους Αντ.
Χατζηαποστόλου) και το «Θα κόψω ρόδα μυρωμένα» (σε ποίηση Ιωάννη Πολέμη). Ως
αρχιμουσικός της ελληνικής οπερέτας περιόδευσε σε διάφορες γειτονικές χώρες.
Από το 1912 ως το 1922, υπήρξε διευθυντής της χορωδίας του ναού της Αγίας
Ειρήνης των Αθηνών. Τότε συνέθεσε και την τετράφωνη εκκλησιαστική μουσική
(λειτουργίες, χερουβικά, ακολουθίες γάμου κ.ά.).
Το 1916, ακολούθησε το δρόμο που άνοιξε ο Σακελλαρίδης και έγραψε την
πρώτη του οπερέτα την «Μοντέρνα Καμαριέρα». Συνολικά συνέθεσε γύρω στις 40
τρίπρακτες οπερέτες. Κορυφαία θέση κατέχουν Οι Απάχηδες των Αθηνών.
Πρωτοανεβάστηκαν με μεγάλη επιτυχία στις 17 Αυγούστου 1921 στο θέατρο Αλάμπρα.
Το λιμπρέτο ήταν του Γιάννη Πρινέα. Παίζονταν επί 3 συνεχόμενα χρόνια και
παίζονται ακόμη από την Εθνική Λυρική Σκηνή τακτικά, ενώ έγιναν και ταινία.
Το 1928, μαζί με άλλους, ταξίδεψε στη Βιέννη και διευθύνοντας την
εκεί ορχήστρα, ηχογράφησε δίσκους. Σύζυγός του υπήρξε η σοπράνο Μίνα Κυριακού
και γιος τους ο Ανδρέας Χατζηαποστόλου, επίσης συνθέτης τραγουδιών.
Η διαφορά της μουσικής του σε σχέση με αυτήν του Σακελλαρίδη, του
άλλου «συμβασιλιά» της αθηναϊκής οπερέτας, είναι ότι η δικιά του είναι συνήθως
λαϊκότερη, ενώ η υπόθεση των οπερετών του λιγότερο κωμική. Ο Χατζηαποστόλου
θεωρείται ως ο συνεχιστής του Νίκου Κόκκινου, παλιού συνθέτη αθηναϊκής καντάδας
και καντσονέτας.
Τραγούδια του Νίκου Χατζηαποστόλου, που δεν ανήκουν σε οπερέτες και
αγαπήθηκαν πολύ είναι ο «Αγωγιάτης», «Σαν παραμύθι», ο «Κατάδικος» (Αγάπησα
ιδού το έγκλημά μου), «Καινούργια αγάπη» (Το αιώνιο το παράπονο), Μια
μαργαρίτα, «Στις εκκλησιάς τα σκαλοπάτια», η «Καρδιά της μάνας», το «Μαντήλι»,
«Το νερωμένο κρασί», «Ο Προδωμένος», «Στον Αργαλειό» κ.α. Τα έργα του,
ερμηνεύτηκαν μεταξύ άλλων από τους: Γιάννη Αγγελόπουλο, Τίτο Ξηρέλλη, Πέτρο
Επιτροπάκη, Οδυσσέα Λάππα κ.α. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου έφυγε στις 9 Αυγούστου
του 1941, έχοντας αφήσει πίσω του έργο μεγάλο και αξιόλογο. Στην Πλάκα έχει
στηθεί η προτομή του.»
Οι σημερινές ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν ορχηστρική εκδοχή του
ντουέτου Πρίγκιπα - Τιτίκας «Μόνο μ' εσένα» από την τρίπρακτη οπερέτα «Οι απάχηδες
των Αθηνών». Το έργο, σε μουσική Νίκου Χατζηαποστόλου και λιμπρέτο Γιάννη
Πρινέα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1921 στο θέατρο
«Αλάμπρα» από τον θίασο του Φώτη Σαμαρτζή.
Οι «Απάχηδες των Αθηνών», στη μακρά διαδρομή τους που συνεχίζεται
μέχρι σήμερα, γνώρισαν ανεπανάληπτη επιτυχία. Ενδεικτικές της απήχησης της
οπερέτας είναι οι δύο κινηματογραφικές μεταφορές της. Η πρώτη γυρίστηκε το 1930
σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γαζιάδη και η δεύτερη το 1950 με σκηνοθέτη τον Ηλία
Παρασκευά (οι περισσότερες εικόνες είναι από τις δυο ταινίες). Μαζί με τον
«Βαπτιστικό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη αποτελούν τις δημοφιλέστερες ελληνικές
οπερέτες, με διαχρονική παρουσία στο ελληνικό μουσικό θέατρο.
Η υπόθεση του έργου (που έγιναν κινηματογραφική ταινία) είναι η παρακάτω:
*Ας δούμε όμως την θεατρική απόδοση του έργου που προηγήθηκε: ¨Με
αφορμή τον επικείμενο εορτασμό της συμπλήρωσης 30 χρόνων θεατρικής δράσης του
Γιάννη Πρινέα, γράφει για την οπερέτα και το λιμπρέτο της ο Γιάννης Σιδέρης
(βλ. εφ. Τα παρασκήνια, Έτος Α', αρ. φ. 49, Σάββατο 22.4.1939, σελ. 5 & 7,
Οι Απάχηδες των Αθηνών):
«
[...] Το καλοκαίρι του 1915 [πρεμιέρα 22.5.1915], στο θέατρο Λαού έπαιζε ο
θίασος του κ. Ζάχου Θάνου, που πιο πριν είχε σημειώσει επιτυχίες με τη
"Σκούπα" του ίδιου, που κι εκείνος, όπως και ο κ. Πρινέας, έγραφε και
έπαιζε. Και ανέβασε μια ηθογραφία, που είχε αρκετήν επιτυχία με το Λυκούργο
Καλαποθάκη, την Ειρήνη Βασιλάκη, που είναι και οι δυο πια μακαρίτες και με τον
κ. Ζ. Θάνο και τον κ. Μίμη Ξύδη.
Η
ηθογραφία ονομαζόταν "Πρίγκηψ Γκάγκαρης", και το λιμπρέτο ήτανε του
κ. Πρινέα [η μουσική του Σπυρίδωνος Λεπενιώτη]. Ο κ. Πρινέας, αυτό το καλοκαίρι
ήτανε ηθοποιός του θιάσου Κυβέλης, που έπαιζε στο θέατρο το παλιό, που δεν
υπάρχει κι αυτό πια.
Κατά
το 1880 είχανε καθιερωθεί στο θέατρό μας εκείνα τα έργα που λέγονται
"μυθιστορηματικά", τα περιπετειώδη, π.χ. ο "Ιωσίας ο
ακτοφύλαξ" ο "Κόμης του Αγίου Γερμανού" και άλλα πολλά.
Λοιπόν
στο θέατρον Ορφεύς, κοντά εκεί που είναι το καλοκαιρινό της κ. Ανδρεάδη, έπαιζε
ο "Μένανδρος", ο θίασος των αδελφών Ταβουλάρη, πολλά παρόμοια έργα.
Την
πρώτη Σεπτεμβρίου του 1880 παίζει κι ένα έργο του Μπούλβερ Λάϋττον, του
Λύττωνος όπως λέγανε τότε, του ίδιου συγγραφέα που είχε γράψει το
"Ρισελιέ", την περίφημη δημιουργία του Λεκατσά.
Το
έργο αυτό λεγότανε "Η Δέσποινα της Λυών" και το είχε μεταφράσει ο Ν.
Δαμιράλης, ο συγγραφέας του το έγραψε στα 1838 και ο "Μένανδρος" το
έπαιξε δυο φορές. Το έργο έχει και υπότιτλο "Η έρως και έπαρσις". Η
"Δέσποινα της Λυών" τυπώθηκε στην "Θεατρική Βιβλιοθήκη" της
Πόλης στα 1882.
Ένας
πλούσιος περιφρονημένος βάζει ένα φτωχό να παίξει το ρόλο ενός δήθεν πρίγκιπα
για να προσελκύσει με τη λάμψη τού τίτλου του την σκληρή που τον περιφρόνησε,
την πλούσια που με τα λεφτά του πατέρα της δε λογάριαζε κανένα.
Το έργο
θεατρικά είναι πάρα πολύ ωραίο και πολύ ρομαντικό.
Έχοντας λοιπόν στο
νου του ο κ. Πρινέας το κοινό τού θεάτρου Λαού, που είχε τότε χαραχτήρα
περισσότερο λαϊκό και δημιουργούσε τέτοιες προϋποθέσεις ακόμη και όταν
συχνάζανε Αθηναίοι αριστοκράτες, απεφάσισε να διασκευάσει "εις τα καθ'
ημάς" αυτό το έργο και από τη "Δέσποινα της Λυών" βγήκε ο
"Πρίγκηψ Γκάγκαρης".
Ας
μη νομίση όμως κανείς ότι πρόκειται μόνο για μια διασκευή. Το κύριο πρόσωπο του
Λάϋττον ήτανε αφορμή μονάχα, ο κ. Πρινέας άφησε τον εαυτόν του ελεύθερο και
στηριγμένος στις δυνατότητες του θιάσου που θα το έπαιζε, που ο πρωταγωνιστής
του, ο κ. Ζ. Θάνος, έκανε "μάγκες", πλάθει δυο θαυμαστούς τύπους, που
δεν υπάρχουν στη "Δέσποινα της Λυών", δυο κωμικούς νέους μέσα σε μια
υπόθεση δραματική, καθώς τα συνηθίζανε γενικά τα δράματα τα περιπετειώδη.
Αυτοί
οι δυο τύποι λεγόντουσαν Χαρούπης και Φυτίλης.
Στα
1921 ο κ. Πρινέας έρχεται σε συμφωνία με τον μαέστρο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, που
είχε κάνει λίγο πιο πριν μιας πρώτης γραμμής μεγάλη επιτυχία με τη
"Μοντέρνα Καμαριέρα". Ο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, άνθρωπος που τις θέλει τις
δουλειές του καθαρές και απολύτως φροντισμένες, καθώς το ξέρουν οι θεατρίνοι
που παίξανε δικές του οπερέττες με την εποπτεία του, απαιτεί να ξαναγραφτούν οι
στίχοι και να βολευθή καλύτερα το λιμπρέττο. Έτσι, παίζονται στας 19 Αυγούστου
1921, στο θέατρο "Αλάμπρα" με τον θίασο Σαμαρτζή οι "Απάχηδες
των Αθηνών", το δεύτερο όνομα του "Πρίγκηπα Γκάγκαρη".
Η ελληνική
κοινωνία, η μεσαία εκείνη την εποχή, καθώς λέγεται, είχε λεφτά πολλά και ορμούσε
και προς το θέατρο και γοητευότανε, όταν έβλεπε ήρωες απάνω στη σκηνή που να
είναι απλοί και φτωχοί, αγνοί όμως και λεβέντες, όπως ήταν ή όπως θα ποθούσανε
να είναι οι περισσότεροι από αυτούς που αποτελούσαν αυτό το Κοινό.
Από
τη διάθεση αυτήν ακριβώς εμπνέεται ο κ. Πρινέας και πλαταίνει το μοτίβο των
νεαρών του "απάχηδων" και τους παρουσιάζει καλύτερα. Πέντε είναι οι
λαϊκοί τύποι, ο Πρίγκηπας, ο Καρκαλέτσος και ο Καρούμπας (έτσι βαφτίσθηκε ο
Χαρούπης και ο Φυτίλης), και ο Μπάρμπα Αντρέας και η αγνή και υπομονετική κοπέλα
του λαού, η Τιτίκα. Το κόρο, το αντρικό και το γυναικείο, είναι και αυτό η
παρέα τους η ανοιχτόκαρδη, όλοι μαζί, οι "Απάχηδες".
Ο
κ. Πρινέας δημιούργησε και δύο τύπους ακόμη, νεόπλουτους, άνθη της εποχής, τον
Παραλή και την εύθυμη γεροντοκόρη, την Αρετούσα, που είναι καθαρότατο δημιούργημα
ελληνικό.
Απάχηδες,
βέβαια, όπως υπάρχουν στο Παρίσι, δεν είδε, ευτυχώς, η Αθήνα μας. Με τον όρον
αυτό που είναι θεατρικώς αβανταδόρικος, εννοούνται τα μορτάκια τα απλοϊκά και
τα έξυπνα, που είναι τίμια και χαρούμενα, σπουργίτια του δρόμου.
Στο βάθος, όμως, αν
δεν είναι απάχηδες σαν του Παρισιού, διασώζουν όμως με τη φρασεολογία τους, με
τον τόνο της ομιλίας τους και με τους θυμούς τους, έναν τύπο γνήσια αθηναϊκό,
που είχε υπάρξει πριν από κάμποσα χρόνια, και που, όταν έφτασε στην υπερβολή
του μέσα στη ζωή της παλαιότερης Αθήνας, τον χτύπησε αλύπητα ο διευθυντής της
Αστυνομίας, ο Μπαϊραχτάρης, που έμεινε ιστορικός.
Όμως,
συμπληρώνοντας τις πληροφορίες μου, θα έπρεπε να σημειώσω το πόσο η μουσική των
"Απάχηδων" έχει μιλήσει στην καρδιά του λαού μας˙ γιατί ακριβώς θα
έλεγα δεν τελειοποίησε μόνο τους στίχους, αλλά αισθάνθηκε και φανέρωσε τη λαϊκή
αυτήν ψυχή μέσα στους τύπους που δημιούργησε ο κ. Πρινέας».
Η
παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φέξη στην Αθήνα και,
όπως και τα περισσότερα τραγούδια της οπερέτας, ηχογραφήθηκε αρκετές φορές στην
ελληνική ιστορική δισκογραφία. Ενδεικτικά:
«Μόνον με σένα», Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα,
Κωνσταντινούπολη, γύρω στα 1921 (Orfeon S. 3313 – 13111). Έχει εντοπιστεί
αντίτυπο δίσκου στην ετικέτα του οποίου αναγράφεται ως εκτελεστής η Ελληνική
Εστουδιαντίνα.
«Μόνο με σένα», Τέτος Δημητριάδης – Γιώργος
Μαραβέας, Νέα Υόρκη, 28 Μαρτίου 1924 (Victor B-29751 – 77477-A).
«Μόνο με σένα», Μαρίκα Παπαγκίκα – Greek
Record Co. Orchestra, Σικάγο, 1924 (Greek Record Company 510-B).
«Μόνο με σένα», Γιώργος Βιδάλης, Αθήνα, 1924
(Odeon Go 138 – GA 1078 / A 154124).
«Μόνο μ' εσένα», Χορωδία Ρουμπάνη, Νέα Υόρκη,
11 Iανουαρίου 1929 (OKeh W 206328 – 82525).
«Μόνο μ' εσένα», Ελληνική Ορχήστρα Νέας Υόρκης
υπό τη διεύθυνση του Enrico Rossi, Νέα Υόρκη, 1929-1930 (Columbia W 206328 –
56187-F).
«Μόνο με σένα», Εύα Στυλ - Νίκος Γούναρης,
Μαντολινάτα υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Βιτάλη, Αμερική, δεκαετία του 1950
(Liberty L 141Α, Apollo S6191 – SY13 και επανέκδοση στο LP "Nick Gounaris
sings Greek Melodies", Liberty Record Co. LP-102 και Grecophon GR-102).
Ο σκοπός καταγράφεται και σε άλλες «εθνικές»
δισκογραφίες, εκτελεσμένος από ξένες ορχήστρες, σε ηχογραφήσεις που δεν
προορίζονταν αποκλειστικά για το ελληνικό κοινό. Η πρακτική αυτή εντάσσεται στο
πλαίσιο της πολιτικής των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες, μέσω των αντιπροσώπων
και των τοπικών τους παραρτημάτων, επιδιώκουν την προώθηση επιλεγμένων
ηχογραφήσεων σε διαφορετικές αγορές. Στόχος της στρατηγικής αυτής δεν είναι
μόνο η κάλυψη των αναγκών επιμέρους τοπικών κοινοτήτων, αλλά και η διαμόρφωση
ενός ρεπερτορίου με διεθνή απήχηση, ικανού να λειτουργήσει ως πολιτιστικό
προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σύμφωνα με τους καταλόγους της γερμανικής Odeon,
τρεις από αυτές τις ηχογραφήσεις, με τον τίτλο "I Apahides
(Apachentanz)", πραγματοποιήθηκαν στις 7 Απρίλιου 1922 στο Βερολίνο από
την ορχήστρα του βιολιστή και διευθυντή ορχήστρας Dajos Béla ή Sándor Józsi,
ψευδώνυμα του Εβραίου Leon Golzmann (Лев Гольцман) που γεννήθηκε στο Κίεβο της
σημερινής Ουκρανίας. Μία κυκλοφόρησε σε δίσκο 27 εκατοστών στην Ελλάδα [Odeon
xB[o] 7561 – Gx 169 – X 65111 και Odeon xG 183 – X 65110] και στις ΗΠΑ από την
Odeon USA (xB-7561 – 82022-B) με τον τίτλο «Οι απάχηδες» και
"Apachides". Πρόκειται για την παρούσα ηχογράφηση, στην ετικέτα της
οποίας η ορχήστρα του Dajos Béla αναγράφεται ως «Αθηναϊκή ορχήστρα». Η δεύτερη
κυκλοφόρησε σε δίσκο 30 εκατοστών στην Ελλάδα (GXX-3001 – XX 79819), στη
Γερμανία [Odeon BL (Germany) xxBo 7562 – ΑΑ 55808 και ΑΑ 79819)], καθώς και
στις ΗΠΑ με τις ετικέτες των OKeh και Odeon (3077-Α) με τον τίτλο "Apache
Dance".
Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε και για την ιταλική αγορά (Odeon xxBo
7562 – R - N. 55808), με τον τίτλο "Ι Aphaides", προφανώς
αναγραμματισμός του "Ι Apahides", και υπότιτλο "Danza degli
Apaches". Στην ετικέτα αυτού του δίσκου ο Χατζηποστόλου αναγράφεται ως
"Ηadjapostoloi" και η ορχήστρα ως "Celebre Orchestra di Danze
Moderne Dajos Béla". Η τρίτη ηχογράφηση κυκλοφόρησε σε δίσκο 25 εκατοστών
από το ελληνικό παράρτημα της Odeon (xBe 3036 – GA 1029 / A 154921) και από την
Odeon Γερμανίας [Odeon BL (Germany) xBe 3036 – Α 44082].
Στην Αμερική, ηχογραφήθηκε στις 24 Οκτωβρίου
1928 στη Νέα Υόρκη σε διασκευή και διεύθυνση ορχήστρας του Nathaniel Shilkret
(γεννημένου ως Natan Schüldkraut), Αμερικανού συνθέτη και μαέστρου με εβραϊκή
καταγωγή από το Lviv της σημερινής Ουκρανίας. Παίζει η International Novelty
Orchestra με τις αδερφές Θάλεια Σαμπανιέβα και Άννα Κριωνά στα φωνητικά.
Σύμφωνα με το DAHR, η ηχογράφηση κυκλοφόρησε για την ελληνική αγορά (Victor
CVΕ-47781 – 26-8300, 38-3077 και Orthophonic S-701-Α), για τη διεθνή (Victor
V-50010) με τον τίτλο, στα αγγλικά και στα ισπανικά, "Only with you -
Waltz (Sólo Contigo - Vals)" και από τη Gramophone Ελβετίας (FM-11).
Ταγκό, βαλς και ¨ευγενικά¨ παιξίματα από τον Dajos Bela. Κάπου παραπάνω φιγουράρει, πρώτο και το όνομα της Σοφίας Βέμπο για να τα συνδέσουμε με την προηγούμενη ανάρτηση. Ο μουσικός κόσμος του ελληνικού ¨ελαφρού¨ τραγουδιού πάρα πολύ μεγάλος, αλλά για να σπάσουμε λίγο τα παραδοσιακά, χρειάζεται να περάσουμε το κατώφλι του. Το ίδιο κάνουμε και με τα ρεμπέτικα, λαϊκά κ.ο.κ
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).