Τρίτη 12 Μαΐου 2026

599. PARLOPHON B.21921 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΚΑΡΒΕΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1937

Κάβουρας Γεώργιος- Σκαρβέλης Κώστας PARLOPHON B.21921 Τσάκα-τσούκα σπάστα (Χασάπικο) - Πονώ δεν με λυπάσαι (Ζεϊμπέκικο) 1937- 78rpm- 10''
 
Ο Γιώργος Κάβουρας γεννήθηκε το 1907 (1909 για άλλους) στο Καστελόριζο. Πολυτάλαντος μουσικός και ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Ιταλικής υπηκοότητας, προερχόταν από μουσική οικογένεια η οποία ήρθε στον Πειραιά 1918. Το 1922 εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα, όπου ο πατέρας του, ο οποίος έπαιζε βιολί, άνοιξε εργαστήριο κατασκευής μουσικών οργάνων. Έμαθε άριστα τρία όργανα και αφού διέγραψε δεκαετή πορεία ως οργανοπαίκτης, με την προτροπή του κουμπάρου του Γιάννη Χατζή και την επιμονή του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Στελλάκη Περπινιάδη, εμφανίζεται το 1934 στο πάλκο ως τραγουδιστής και το 1935 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με τον "Σερέτη" του Ιάκωβου Μοντανάρη και το "Μάνα μη με καταριέσαι" του Κώστα Σκαρβέλη. Ο Κώστας Σκαρβέλης τον επέλεξε ως βασικό τραγουδιστή του και του εμπιστεύτηκε 48 από τα 70 περίπου τραγούδια που ο Γιώργος Κάβουρας πέρασε στη δισκογραφία. Η εγγονή του Κάβουρα έδωσε τις παρακάτω πληροφορίες:
«Ο Σταμάτης Κάβουρας (1885-1/8/1956), 21 ετών από το Λιβίσι και η Γαρυφαλλιά Μπεηγιώργη (1890-26/4/1965), 16 ετών από το Καλαμάκιον της Μικράς Ασίας, παντρεύονται το 1907 στο Καστελόριζο, (όπου βρέθηκαν κυνηγημένοι οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τους Τούρκους) παρά την θέληση της οικογένειας Μπεηγιώργη αλλά η Γαρυφαλλιά ήταν ήδη έγκυος στον Γιώργο. Στο Καστελόριζο γεννιούνται και τα τρία παιδιά τους, το 1907 (1909 για άλλους) ο Γιώργος, το 1913 η Μαριάνθη ή Μαρία (έχει δηλωθεί γεννηθείσα και βαπτισθείσα το 1917, (συνήθεια εκείνης της εποχής τα κορίτσια δεν ήταν υποχρεωτικό να δηλωθούν) επειδή η οικογένεια έπρεπε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα και στον Πειραιά, (τότε το Καστελόριζο ήταν υπό Ιταλική κατοχή) και το 1914 ο Βασίλης (το 1911 γεννήθηκε ένα ακόμη κορίτσι το οποίο απεβίωσε βρέφος). Το 1914 ο Σταμάτης μεταναστεύει στην Γαλλία ως υποδηματοποιός σε εργοστάσιο κατασκευής αρβυλών για τον Στρατό και στέλνει χρήματα στο νησί για την επιβίωση της οικογένειας του. Το 1918 επιστρέφει στην Ελλάδα στον Πειραιά όπου έρχονται από το Καστελόριζο η Γαρυφαλλιά με τα τρία παιδιά τους και έτσι ξανασμίγει η οικογένεια μετά από 4 χρόνια απουσίας του Σταμάτη.
Κατοικούν για λίγο στο Χατζηκυριάκειο και το 1920 μετακομίζουν στον Προσφυγικό Συνοικισμό στην Ελευσίνα. Εκεί βαπτίζεται κι ο Γιώργος (11 ετών) με νονά την Στρατία Δράμαλη, φίλη και γειτόνισσα της οικογένειας. Το 1922 ξαναμετακομίζουν, αυτή τη φορά στην Δραπετσώνα και το 1923 χορηγείται στον Σταμάτη από το κράτος, οικόπεδο στο Κερατσίνι όπου χτίζει σπίτι στα πρότυπα των Λιβισιανών σπιτιών και στεγάζεται η οικογένεια. Το εν λόγω οικόπεδο του παραχωρείται το 1933 και το προικοδοτεί στην Μαριάνθη και στον σύζυγο της Χρήστο Χριστοδούλου (ναυτικό στο επάγγελμα) που εν τω μεταξύ έχουν παντρευτεί το 1929. Ο Σταμάτης ασχολείται ως τσαγκάρης-υποδηματοποιός με βοηθό τον γιο του Βασίλη (ο οποίος γίνεται και υποδηματοποιός ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας Κάβουρα) και συγχρόνως ως οργανοποιός παραδοσιακών οργάνων με βοηθό τον γιο του Γιώργο.
Ταυτόχρονα παίζει βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις (γάμους, βαπτίσεις κλπ) όπου κατά καιρούς τον ακολουθεί σ' αυτήν την δραστηριότητα ο Γιώργος παίζοντας κι αυτός βιολί, σαντούρι και κιθάρα, βοηθώντας όλοι μαζί για την επιβίωση της οικογένειας. Ο Σταμάτης όμως είναι μέθυσος και κακομεταχειρίζεται την Γαρυφαλλιά, η οποία είναι αντίθετη με τον δρόμο που ακολουθεί ο γιος της Γιώργος φοβούμενη την επιρροή του πατέρα του και δημιουργεί καυγάδες, αρνούμενη να γίνει ο γιος της οργανοπαίχτης. Εκείνος όμως δείχνει μεγάλη αγάπη για το βιολί κι έτσι μετά από ένα μεγάλο καυγά με την μητέρα του, ακολουθεί την κομπανία του πατέρα του στην Σάμο μόλις 15-16 ετών. Η Γαρυφαλλιά ταξιδεύει μέχρι την Σάμο για να φέρει πίσω τον αγαπημένο γιο της Γιώργο.
Γυρνώντας με την κομπανία του πατέρα του ο Γιώργος σε ταβέρνες και πανηγύρια ως μουσικός είναι πολύ αγαπητός από τον κόσμο ως δεξιοτέχνης βιολιστής κι έχει αρχίσει δειλά-δειλά να τραγουδάει.
Όμορφος άντρας και σικάτος έχει πολλές κατακτήσεις στις γυναίκες αλλά στις αρχές του 1930 γνωρίζει την Ειρήνη Κωνσταντάρα από την Δραπετσώνα και ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Οι γονείς της Ειρήνης, ο πατέρας της Ανέστης βιολιστής κι η μητέρα της Μαρία μοδίστρα, έχουν χωρίσει μετά από διενέξεις και καυγάδες λόγω ζήλειας και του επαγγέλματος του πατέρα της. Η μητέρα της Ειρήνης δεν θέλει για γαμπρό της τον Γιώργο λόγω του επαγγέλματος του που είναι ίδιο με αυτό του πρώην συζύγου της. Τότε ο Γιώργος κλέβει την Ειρήνη με την βοήθεια των φίλων του Γιάννη Χατζή και Κώστα Τσιρίκα και καταφεύγουν στην Ελευσίνα στην νονά του. Ο Γιώργος είναι 23 ετών αλλά η Ειρήνη 16 ετών (ανήλικη) και χωρίς την συγκατάθεση των γονιών της δεν .μπορεί να γίνει ο γάμος τους, έτσι λοιπόν ενώ είναι γεννημένη το 1914, δηλώνεται ψευδώς γεννηθείσα το 1910 και παντρεύονται εν τέλει με κουμπάρο τον Γιάννη Χατζή τον Δεκέμβριο του 1930.
Η συζυγική ζωή τους πολυτάραχη, με ζήλιες, καυγάδες και συγκρούσεις, χωρίζουν και ξανασμίγουν πολλές φορές αλλά αποκτούν 4 παιδιά. Ο πρώτος γιος ο Σταμάτης γεννιέται το 1931, ακολουθεί ένα κορίτσι η Γαρυφαλλιά το 1932. Το 1934 η Ειρήνη μένει έγκυος ξανά, όμως το ζευγάρι δεν τα πάει καλά και μετά από καυγά για μπλέξιμο του Γιώργου με εξωσυζυγική σχέση εκείνος εγκαταλείπει την γυναίκα του έγκυο και τα δυο παιδιά του κι εξαφανίζεται. Τον Δεκέμβριο του 1934 γεννιέται ένα ακόμη κορίτσι το οποίο αφήνει η Ειρηνη βρέφος μαζί με τα άλλα δυο παιδιά στην πεθερά της Γαρυφαλλιά και στην κουνιάδα της Μαριάνθη, για να πάει να βρει τον Γιώργο που ζει στα Καλύβια (σημερινός Ασπρόπυργος) και να τα ξαναφτιάξουν. Έτσι το ζευγάρι σμίγει πάλι το 1935 κι Ειρήνη μένει έγκυος ξανά για 4η φορά. Οι τρεις οικογένειες μένουν όλοι μαζί (Σταματης-Γαρυφαλλιά, Μαριάνθη- Χρήστος και Γιώργος- Ειρήνη με τα τρία έως τότε παιδιά τους) στο Κερατσίνι.
Το κοριτσάκι το δεύτερο έχει γίνει πλέον ενάμιση έτους, η Μαριάνθη και ο άντρας της παραμένουν άτεκνοι, έτσι το κορίτσι στις 24 Απριλίου 1936 δηλώνεται ως νεογέννητο τέκνο της Μαριάνθης και του Χρήστου Χριστοδούλου. Μετά από δυο μήνες τον Ιούνιο του 1936 γεννιέται το 4ο παιδί του Γιώργου και της Ειρήνης, ένα αγόρι ο Ανέστης.
Το 1937 στον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου γίνονται 2 βαπτίσεις, η Μαριάνθη γίνεται νονά του Ανέστη, το κορίτσι βαπτίζεται Άννα με νονό τον αδελφό του Χρήστου Χριστοδούλου, Γιώργο. Ακολουθεί μεγάλο γλέντι στην αυλή του σπιτιού μ' όλη την οικογένεια, συγγενείς, φίλους και γείτονες που έχουν έρθει να ακούσουν την κομπανία του Γιώργου Κάβουρα, τον Κώστα Νούρο, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Κώστα Ρούκουνα, τον Κώστα Σκαρβέλλη (μ' όλη την οικογένεια του), τον Γιάννη Χατζή κι άλλους πολλούς.
Ο Γιώργος εν το μεταξύ με την προτροπή του κουμπάρου του Γιάννη Χατζή και την επιμονή του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Στελλάκη Περπινιάδη ασχολείται πλέον πιο συστηματικά με το τραγούδι κι έτσι το 1934 εμφανίζεται στο πάλκο ως τραγουδιστής για πρώτη επισήμως φορά με το τραγούδι "ο Μανώλης ο χασικλής" του Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη) που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Κώστας Νούρος φίλος και συνεργάτης του. Το 1935 έρχεται κι η 1η ηχογράφηση με το τραγούδι "ο Σερέτης" του Ιακώβου Μοντανάρη. Μέχρι το 1940 ηχογραφεί 68 ή 70 τραγούδια τα 50 συνθέσεις του Κώστα Σκαρβέλλη. Το 1938 ο Γιώργος με την γυναίκα του και τα τρία παιδιά μετακομίζουν στο Χαϊδάρι, οικονομική άνοδος, επιτυχημένη δισκογραφία και δημοφιλείς εμφανίσεις στα γνωστά μαγαζιά της εποχής και κυρίως στου Κερατζάκη στο Κερατσίνι με τον Κώστα Νούρο και τον Στελλάκη Περπινιάδη. Κατά την Γερμανική κατοχή 1941-1942 συνεργάζεται με την Βαγγελία Μαργαρώνη στα μαγαζιά του Βακαλόπουλου και του Τζουμάκη.
Η μοναδική φωνή του, η ομορφιά του και η φήμη του, έλκει σαν μαγνήτης τις γυναίκες, γεγονός που έφερνε μεγάλες συγκρούσεις και καυγάδες με την γυναίκα του. Για να τον εκδικηθεί λοιπόν η Ειρήνη, το 1941 συνάπτει ερωτική σχέση μ' έναν Ιταλό ονόματι Μπρούνο τον οποίο όμως τελικά ερωτεύεται. Μαθαίνει ο Γιώργος την απιστία της γυναίκας του και καταρρέει από την ντροπή και την ζήλεια. Στο σπίτι στο Χαϊδάρι ζει η Ειρήνη με τα 3 παιδιά όπου μένει περιστασιακά κι ο Ιταλός, εκείνη από πείσμα δεν επιτρέπει στον Γιώργο να δει τα παιδιά του και τον τρώει το μαράζι. Ο καλοντυμένος και σικάτος Γιώργος γυρνά πλέον ατημέλητος και έρχεται συχνά σε συμπλοκές με τον Ιταλό ο οποίος έχει σχέσεις με τον υπόκοσμο με συνέπεια να κυνηγούν να τον σκοτώσουν οι Ιταλοί μαφιόζοι (φίλοι του Μπρούνο) εκείνος φοβάται και κρύβεται.
Για μια ακόμη φορά προσπαθεί να δει τα παιδιά του και επισκέπτεται το σπίτι στο Χαϊδάρι αλλά η Ειρήνη τον διώχνει ξανά, τότε για να του φύγει λίγο ο καημός αποφασίζει να πάει να δει το άλλο του παιδί την Άννα και με τα πόδια πηγαίνει από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή, όπου έχει μετακομίσει η Μαριάνθη με τους γονείς τους και το παιδί γιατί το σπίτι στο Κερατσίνι είχε βομβαρδιστεί από τους Γερμανούς, χωρίς τον Χρήστο ο οποίος ήταν αγνοούμενος πολέμου στη Μέση Ανατολή, η Άννα του έχει μεγάλη αγάπη και αδυναμία χωρίς να γνωρίζει ποιος πραγματικά είναι (μυστικό που έμαθε η μαμά μου όταν ήταν 30 ετών από την γιαγιά της Γαρυφαλλιά). Τον Γιώργο τον τρώει το μαράζι και η ντροπή γιατί τα γεγονότα είχαν γίνει γνωστά στην πιάτσα. Το 1942 η οικογένεια Κάβουρα- Χριστοδούλου επιστρέφει στο Κερατσίνι όπου κατοικεί κι ο Γιώργος μαζί τους.
Στα μέσα του Φλεβάρη του 1943 παρακολουθεί το σπίτι στο Χαϊδάρι για να μπορέσει να δει έστω για λίγο τα παιδιά του, όταν όμως βλέπει να μπαίνουν στο σπίτι η Ειρήνη με τον Ιταλό με το μυαλό θολωμένο από θυμό ορμάει και μπαίνει κι εκείνος μέσα και γίνεται συμπλοκή. Τραβάει μαχαίρι και τραυματίζει την Ειρήνη στο χέρι κι ενώ παλεύει με τον Ιταλό, η Ειρήνη τον χτυπά με μια μποτίλια στο κεφάλι και τον ακινητοποιεί. Αναίσθητο τον μεταφέρουν οι δυο εραστές και τον πετούν σε παραπλήσιο οικόπεδο. Το χτύπημα στο κεφάλι όμως είναι μοιραίο για τον Γιώργο. Όταν κάποια στιγμή συνέρχεται πάει να βρει τον Περπινιάδη στο μαγαζί του στο Χαϊδάρι κοντά από το σπίτι που είχαν γίνει τα συμβάντα. Η παρέα γλεντούσε κι εκείνος κάθεται μαζί τους και κρυφά χωρίς να τον ακούνε οι άλλοι, εξιστορεί τα γεγονότα στον Στελλάκη.
Κάποια στιγμή ενώ του μιλούσε του λέει: "Στέλιο δεν νιώθω καλά, το κεφάλι μου πονά" και σωριάζεσαι στο πάτωμα. Φωνάζουν ένα γείτονα γιατρό να τον εξετάσει κι αυτός τους στέλνει επειγόντως στο νοσοκομείο Κρατικό Νίκαιας (Σαπόρτα λεγόταν τότε) εν μέσω κατοχής τόσος κόσμος πέθαινε δεν του έδωσαν καμιά σημασία, ένας γιατρός τους είπε: "αιμάτωμα από χτύπημα είναι". Το αιμάτωμα προχωρούσε κι η κατάσταση του επιδεινωνόταν. Κάποια στιγμή λέει στην Μαριάνθη που δεν έφευγε στιγμή από κοντά του "αδελφή η Ειρήνη με χτύπησε για να γλυτώσει από τα χέρια μου".
Μέσα σε 6 ημέρες σώπασε για πάντα το αηδόνι του ρεμπέτικου τραγουδιού στην αγκαλιά της αγαπημένης του αδελφής Μαριάνθης. Τα γεγονότα έγιναν γνωστά στους γονείς του, όμως συγκαλύφθηκαν για να μην φυλακιστεί η Ειρήνη έχοντας 3 παιδιά να μεγαλώσει μες την Κατοχή και για να μην μεγαλώσουν σε ιδρύματα σε άθλιες συνθήκες.
Τραγική φιγούρα η μητέρα του Γαρυφαλλιά μοιρολογούσε τον χαμένο της γιο και καταριόταν την Ειρήνη "μαχαίρα έδωσες μαχαίρα θα λάβεις" κι όσοι ήξεραν το μυστικό καταλάβαιναν και σιωπούσαν. Οι κατάρες της πεθεράς της έπιασαν, έτσι η Ειρήνη δεν είχε καλό τέλος. Μετά την λήξη του πολέμου στέλνει τα δυο παιδιά στην Μελβούρνη σε συγγενείς και μετά από λίγα χρόνια μεταναστεύει κι εκείνη με τον Σταμάτη για να γλυτώσει από τον κατατρεγμό και τις κατάρες της πεθεράς της που δεν την άφηνε σε ησυχία. Στην Αυστραλία την ακολουθεί κι ο Ιταλός με τον οποίο διατηρούσε την σχέση, όταν όμως του ζητάει να χωρίσουν την απειλεί ότι θα την σκοτώσει. Εκείνη γνωρίζοντας ότι είναι μπλεγμένος με τον υπόκοσμο, τον καταδίδει και τον φυλακίζουν.
Όταν αποφυλακίζεται στήνει ενέδρα στην Ειρήνη την πυροβολεί πισώπλατα και την σκοτώνει στα σκαλιά του σπιτιού της το 1963, 2 χρόνια πριν πεθάνει η πεθερά της που όταν το έμαθε είπε: "έτσι της έπρεπε, πλήρωσε τον άδικο χαμό του γιου μου".
Τα 3 παιδιά έζησαν, έκαναν οικογένειες και απεβίωσαν στην Αυστραλία, η μητέρα μου έζησε κι έκανε οικογένεια εδώ στην Ελλάδα ως κόρη της Μαριάνθης και του Χρήστου Χριστοδούλου και απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου του 1989 τον ίδιο μήνα με τον βιολογικό της πατέρα τον Γιώργο Κάβουρα.»
Καθημερνώς για σένανε κλαίνε τα δυο μου μάτια
και η καρδιά μου μου πονά και γίνεται κομμάτια
και η καρδιά μου μου πονά και γίνεται κομμάτια
Αναστενάζω δεν μ' ακούς φονιά δε με λυπάσαι
τώρα γλεντάς με άλληνε τι μου 'πες δεν θυμάσαι
τώρα γλεντάς με άλληνε τι μου 'πες δεν θυμάσαι
-Γεια σου Κάβουρα παραπονιάρη!
Ούτε περνάς πια να με δεις πως είμαι να ρωτήσεις
Αιτία μόνο μου 'δωσες για να με βασανίσεις
Αιτία μόνο μου 'δωσες για να με βασανίσεις
-Όπα!
Με μάρανες με πλήγωσες και συ να μη γλιτώσεις
τον ίδιο πόνο στην καρδιά να πάθεις και να λιώσεις
τον ίδιο πόνο στην καρδιά να πάθεις και να λιώσεις
Βιογραφικά στοιχεία για τον Κώστα Σκαρβέλη θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου κυκλοφόρησε και μεταπολεμικά με ασημένια γράμματα και E στο τέλος του Parlophon και στην αμερικάνικη Decca. Το ¨Πονώ δεν με λυπάσαι¨ παίζει στο μυαλό μου με μπουλγαρί Φουσταλιέρη και Μπαξέ στα φωνητικά (burnout από τα Κρητικά), που δεν είναι και δύσκολο με ΑΙ (αλλά ας μην κολάζομαι). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

598. RCA 47g 2218 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΛΥΚΟΥΔΗΣ Γ. 1961

Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Μαρκογιαννάκης Χαράλαμπος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Λυκούδης Γ. RCA 47g 2218 Μεσαρίτικες Ηρακλειώτικες κοντυλιές - Αγάπες περασμένες (Κορφιανός συρτός) 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Στο σημερινό δισκάκι (υπόθεση Μαρκογιαννάκηδων) στη λύρα ο Χαράλαμπος Μαρκογιαννάκης ο μικρότερος αδερφός του Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Πληροφορίες για τον Χαράλαμπο Μαρκογιαννάκη δεν υπάρχουν πολλές. Ζούσε χρόνια στην Αμερική στην πόλη του Σικάγο όπου εξασκούσε και εκεί το επάγγελμα του μουσικού ως λυράρης και μπουζουξής. Επίσης είχε σπουδάσει και βιολί. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μουσικός. Δισκογραφικά έχει ένα LP και αρκετά 45άρια πάντα σε συνεργασία με τα αδέρφια του.
Παρακάτω μέρος συνέντευξης του Μαρκογιάννη που αναφέρει και οικογενειακή κατάσταση: «Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο.
Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.
Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.
Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.
Στην οικογένεια μου είμαστε εννιά αδέλφια. Πέντε αγόρια & τέσσερα (παραπάνω αναφερει τρια) κορίτσια.
Όλα τα αγόρια παίζουν όργανο. Ο αδελφός μου ο Κώστας, σπούδασε & αυτός, έβγαλε την Πάντειο, μετά πήγε στη σχολή Ευελπίδων κι έγινε αξιωματικός. Ο Βαγγέλης έπαιζε και αυτός. Όπως λέει όλος ο κόσμος, ένα μεγάλο πρόσωπο πάνω στη μουσική μας. Ο Στέλιος επίσης έπαιζε λαγούτο, & ο μικρότερος μας, ο Χαράλαμπος, που έπαιζε από τις ωραιότερες λύρες. Ίσως ο μοναδικός που αντικατέστησε το Σκορδαλό, όπως φαίνεται από τους δίσκους του.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

597. COLUMBIA SCDG 3446 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΣΚΟΡΔΑΛΟΥ ΜΑΙΡΗ 1964

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαυροδημητράκης Σταύρος- Σκορδαλού Μαίρη (Μαρία) COLUMBIA SCDG 3446 Σαν τση μαδάρας το βουνό (Χανιώτικο συρτό) - Όρσες Χανιώτικες 1964- 45rpm- 7''
«Δεκέμβρης 1920. Ο Θανάσης Σκορδαλός ένας εκ των κορυφαίων από τους πρωτομάστορες της Κρητικής μουσικής παράδοσης είδε το φως της ζωής στο Σπήλι, κεφαλοχώρι και πρωτεύουσα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου.
Ο Θανάσης Σκορδαλός με τη λύρα του μέχρι τον θάνατό του ήταν ένα πράγμα. Χάρη σ’ αυτόν ανοίχθηκαν νέοι δρόμοι στην Κρητική μουσική παράδοση, έτσι ώστε δίκαια να χαρακτηριστεί ως δάσκαλος. Σε αντίθεση με τον Κώστα Μουντάκη δεν δίδαξε λύρα σε σχολές, ήξερε να τραγουδάει χωρίς να έχει μελωδική φωνή, το ιδανικό παίξιμο της λύρας του, έδινε «φτερά» στα πόδια του μερακλή χορευτή. Σήμερα δεν νοείται γλέντι στον τόπο μας, είτε σε γάμο ή βάπτιση, σε εκδήλωση ή σε παρέα με όργανα και μαντιναδολόγους και χορευτές, να μην παίξουν και να μην τραγουδήσουν συνθέσεις του, οι θαυμαστές του είναι πολυάριθμοι που η αγάπη τους για το έργο και την προσφορά του φτάνει στα όρια του φανατισμού.
Του άρεσε η λύρα και το λαούτο συνάμα και η εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική. Στα 9 του χρόνια αγόρασε την πρώτη του λύρα μόλις 18 δραχμές, απερίγραπτη η χαρά του. Ολομόναχος άρχισε να παίζει κομμάτια απ’ αυτά που άκουγε μικρός. Στο πρώτο άκουσμα του παιξίματος του Ανδρέα Ροδινού ο 11χρονος τότε Σκορδαλός, όπως είπε χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του «η ραχοκοκαλιά του έσταζε νερό». Επιθυμία του από τότε ήταν να σταθεί επάξια δίπλα του έχοντάς τον πρότυπο σαν λυράρη. Ο Ανδρέας Ροδινός ήρθε στο Σπήλι ξανά στη γιορτή του Αγίου Στυλιανού, καλεσμένος του εορταζόμενου δικηγόρου Στέλιου Καλογρίδη. Το έναυσμα της πορείας του Θανάση Σκορδαλού ως λυράρη ήρθε. Οι Σπηλιανοί που παραβρέθηκαν στο γλέντι κάλεσαν και το μικρό Θανάση να παίξει κι ο ίδιος, ο Μπαξεβάνης που συνόδευε στο λαούτο το Ροδινό, άρχισε το χανιώτικο συρτό για να ξεκινήσει ο Σκορδαλός με μεγάλο τρακ. Ο Ροδινός είχε φύγει για να τον παρακολουθήσει από μακριά, χωρίς να ολοκληρώσει το σκοπό δεν άντεξε, ήρθε του έπιασε το δεξί χέρι, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και είπε «Σπηλιανοί, αυτός θα είναι ο διάδοχός μου». Οι συγχωριανοί του βλέποντας το ταλέντο του, τον βοήθησαν πάρα πολύ στην εξέλιξή του. Ο πατέρας του ήταν μερακλής, καλός μαντιναδολόγος και χορευτής.
Η ψαλτική τέχνη τον βοήθησε στο να εξελιχθεί στην κρητική μουσική, κάτι που διαπίστωσε και ο αείμνηστος Πρωτοψάλτης και μουσικολόγος Σπύρος Περιστέρης, σε συζήτηση που είχε κάποτε με τον Σκορδαλό που παρότι δεν γνώριζε ούτε φθόγγους, ούτε νότες, ότι ήταν ένα σωστό ταλέντο που του το έδωσε η φύση και ο Θεός πρώτα. Στα 12 του χρόνια έβγαλε το πρώτο του γλέντι σε γάμο στο Χαμαλεύρι και επτά χρόνια αργότερα σε ηλικία 19 ετών εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους Κρητικούς της Αθήνας, παίζοντας στον αποκριάτικο χορό στο ιστορικό κέντρο Βυζάντιον στην Ομόνοια.
Βίωσε και αποδέχτηκε ακούσματα και τεχνικές άλλων λυράρηδων της εποχής, πήρε τις μελωδίες όπως τις άκουσε, τις τελειοποίησε, έδωσε το δικό του χαρακτήρα και ύφος που ονομάστηκε αργότερα «σχολή Θανάση Σκορδαλού». Το 1947 σε ηλικία 27 χρονών ο πρόεδρος του Κόμματος των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε τόσο που τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τράπεζας της Ελλάδος, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε αργότερα. Αφιερωμένος στη λύρα και αποκατεστημένος επαγγελματικά, έκανε πολλές εμφανίσεις στην Κρητική διασπορά σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία και Γερμανία.
Ο Θανάσης Σκορδαλός παντρεύτηκε δύο φορές, από τον πρώτο του γάμο με την Χρυσούλα Παπαδάκη απέκτησε 4 παιδιά, δύο γιους τον Γιάννη και τον Δημήτρη και δύο κόρες τη Λίτσα και τη Μαίρη που τον συνόδεψαν με τη φωνή τους, σε ηχογραφήσεις τραγουδιών του, ο δεύτερος γάμος του έγινε το Σεπτέμβριο του 1992 στη Λαγούτα Ηρακλείου. Πέθανε σε ηλικία 78 ετών στις 23 Απριλίου 1998 έχοντας αφήσει μία μεγάλη μουσική παρακαταθήκη που θα μείνει αιώνια στις επόμενες γενιές μερακλήδων, χορευτών και προπαντός των συνεχιστών της Κρητική μουσικής παράδοσης των λυράρηδων και λαουτιέρηδων.»
«Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης γεννήθηκε το 1900 στα Μαρεδιανά Κισσσάμου. Ήταν γιός του παλιού λυράρη, του Νικηφόρου Μαυροδημητράκη. Επηρεασμένος από τον πατέρα του, ακολούθησε τα μονοπάτια της μουσικής. Όχι όμως με λύρα, αλλά με μαντολίνο στην αρχή. Δέκα χρονών ήταν σαν πρωτόπιασε το μαντολίνο με βοήθεια ενός συγχωριανού του. Γρήγορα όμως έδειξε την κλίση του στο λαγούτο και ήδη στα δεκαπέντε του ήταν ένας τεχνίτης λαγουτιέρης, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Με τον πατέρα του στην αρχή "ζύγιασε" τις πενιές του, αλλά κατόπιν η συνεργασία του με τον Νικολή Χάρχαλη ήταν πολύ σημαντική. Μαζί ηχογράφησαν και δίσκους. Έπαιξε με πολλούς καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, με τον Γιώργη Μαριάνο, με τον Κουνελοκωστή, με τον Νικολή Κατσούλη (Κουφιανό), με τον Ζερβό κ.α. Στην Αθήνα που ανέβηκε συνεργάστηκε με πλήθος μουσικών στην ταβέρνα "Τα Χανιά" του Ευτύχη Μπασιά.
Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον μεγάλο λυράρη, τον Αλέκο Καραβίτη όπου μαζί αποτέλεσαν ένα πολύ καλό δίδυμο και μαζί έγραψαν αρκετούς δίσκους. Ακόμα συνεργάστηκε με πλήθος λυράρηδων, όπως ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Θανάσης Σκορδαλός κ.α. Σημαντική όμως η συνεργασία του με τον αείμνηστο δάσκαλο, τον Κωστή Μουντάκη. Σημαντική τόσο σαν συνεργασία, όσο και σαν φιλία.
Τα τελευταία χρόνια, αποτραβηγμένος από την ενεργό δράση, άκουγε τους νεώτερους λαγουτιέρηδες και συλλογιζόταν το μέλλον αυτού του οργάνου. Δεν του άρεσαν οι πασαδόροι, οι άτεχνοι και μονότονοι λαγουτιέρηδες που κρυβόντουσαν πίσω από τους ήχους της λύρας. Έλεγε χαρακτηριστικά "το λαγούτο παίζει πενιά, αλλιώς ανε δε θές πενιά, άμε να παίξεις κιθάρα". Βραβεύτηκε από διάφορα σωματεία, ξεχωριστό όμως το βραβείο του συλλόγου Κρητών Πειραιώς "Η Ομόνοια", το οποίο βραβείο του παρέδωσε ο φίλος και συνεργάτης του, ο Κωστής Μουντάκης. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο κορυφαίος αυτός λαγουτιέρης, αυτή η μοναδική τέχνη, πέθανε σε ηλικία ογδόντα εννέα ετών το 1989 στον Πειραιά.»
Στις ετικέτες του σημερινού δίσκου 45 στροφών, αναγράφεται ότι στο λαούτο είναι ο Στ. Μαρκογιαννάκης το οποίο είναι λάθος. Στο λαούτο είναι ο Σταύρος Μαυροδημητράκης και στα δεύτερα φωνητικά η κόρη του Θανάση Σκορδαλού, Μαρία ή Μαίρη. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Σάββατο 2 Μαΐου 2026

596. PHONO RECOR 114 ΠΕΡΡΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΔΑΡΚΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1970

Περράκης Μανώλης (Χαρκιάς)- Δαρκαδάκης Νίκος PHONO RECOR 114 Σητειακός πηδηχτός - Σητειακές κοντυλιές 1970- 45rpm- 7''
«Ο Μανώλης Περράκης (Χαρκιάς) (βλέπε και ανάρτηση 87), γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο (Τουρτούλους) Σητείας το έτος 1910. Από μικρός έδειξε τη μουσική του προδιάθεση στη λύρα και αργότερα στο βιολί. Ήταν φημισμένος λαϊκός οργανοπαίχτης στην περιοχή του και πέραν από αυτήν με αρκετές συνεντεύξεις με διαφόρους φορείς συλλογής και μελέτης της παραδοσιακής μουσικής, από τους οποίους και ηχογραφήθηκε κατ’ επανάληψη. Από τη λύρα και το βιολί του περνούσε όλες τις ωραίες, τις καθαρές και γνήσιες κοντυλιές της παράδοσης που άφησαν πριν από αυτόν οι Φοραδάρης, Καλοχωριανός και Καλογερίδης. Μαζί μ’ αυτές έβγαινε και ο δικός του ψυχικός κόσμος, κατά τον απαρασάλευτο νόμο δημιουργίας και εξέλιξης της μουσικής παράδοσης.
Ο Μανώλης Περράκης είναι ιδιαίτερα συγκροτημένο άτομο με πλούσιο συναίσθημα και ψυχικές αρετές.
Από τα επίσημα έγγραφα που μας έστειλε για το αρχείο μας, προκύπτει ότι:
Διατέλεσε περιφερειακός Αρχηγός της Π.Ο.Σ. (Πατριωτικής Οργάνωσης Σητείας) το έτος 1943. (Συνυποσχετικό Ομαδαρχών της Π.Ο.Σ. της 15-3-1943).
Σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 14972/2-4-2003 Πιστοποιητικό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου, αναγνωρίστηκε σαν αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης 1941 - 1944, επειδή υπήρξε μέλος των Εθνικών Οργανώσεων εσωτερικού ( Π.Ο.Σητείας).
Ο Χαρκιάς, όπως συνηθίζουν οι συντοπίτες του να τον αποκαλούν, είναι επίσης πασίγνωστος και σαν καλλιτέχνης στην ξυλογλυπτική με εντυπωσιακή ικανότητα αποκρυπτογράφησης της φυσικής μορφής των ξύλων, από κορμούς, κλάδους ή ρίζες δένδρων και άλλων φυτών, σε μορφές ζώων, ανθρώπων ή αντικειμένων.
Έχει κατασκευάσει σωρεία γλυπτών έργων που θαυμάσαμε στο εργαστήρι του στον Άγιο Γεώργιο, έλλειπαν δε και πολλά που τα έχει δωρίσει. Ο Μανώλης Περράκης, δυστυχώς έφυγε για το μεγάλο του ταξίδι την 3-5-2006. Έφυγε ένας βασικός στυλοβάτης της Μουσικής μας Παράδοσης.»
Όμορφα παιξίματα από τον Χαρκιά και τον Νίκο Δαρκαδάκη (βιογραφικά δεν κατάφερα να βρω) στο σημερινό δισκάκι. Το δισκάκι κυκλοφόρησε με τις ίδιες μήτρες και για την δισκογραφική Bravo (τις ετικέτες θα βρείτε στο φάκελο από το greekdiscography).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

595. HIS MASTER'S VOICE AO 2926 ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ- ΚΥΡΙΑΚΑΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝ 1950

Βασιλοπούλου Γεωργία (Γεωργίτσα)- Κυριακάτης Συμεών (Σίμος) HIS MASTER'S VOICE AO 2926 Βασιλικούλα γειά σου (Συρτό) - Στη Ρούμελη και στο Μωρηά (Τσάμικο) 1950- 78rpm- 10''
«Η Γεωργία Βασιλοπούλου (βλέπε και ανάρτηση 444) γεννήθηκε στον Λυγιά Ναυπάκτου το 1928. Οι γονείς της ήταν αγρότες και κανείς από την υπόλοιπη οικογένεια δεν ασχολήθηκε με τη μουσική. Ήρθε στην Αθήνα το 1945 και διέμενε στην αδερφή της στο Κολωνάκι. Εκεί έκανε ασκήσεις ορθοφωνίας και ερασιτεχνικά τραγουδούσε στο σπίτι δημοτικά τραγούδια.
Ένα πρωί πέρασε από το σπίτι της μια μεγάλη ηθοποιός, που ήταν γειτόνισσά της και ζήτησε να την ακούσει να τραγουδά. Εκείνη έκρινε ότι η φωνή της ήταν καλή και την πήγε στο κέντρο «Όαση». Απ’ αυτό το κέντρο ξεκίνησε την καριέρα της. Συγχρόνως μάθαινε κιθάρα. Στη συνέχεια άρχισαν να τη ζητούν οι δισκογραφικές εταιρίες Columbia και His Master’ s Voice και ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους περίπου το 1946.
Έγραψε 26 τραγούδια, όλα το ένα καλύτερο από το άλλο και όλα πρωτότυπα, δηλαδή πρώτες εκτελέσεις. Ο πρώτος της δίσκος ήταν το τραγούδι με τίτλο «Ποια είναι η λυγερή» και το τελευταίο «Μια χήρα πούλαγε κρασί» το 1960. Εργάστηκε στα κέντρα «Ξενύκτης», «Πεταλούδα», «Διάνα», «Όαση», κ.ά. Το τελευταίο ήταν το κέντρο «Ζούγκλα», στην πλατεία Βάθης το 1956-58. Πήγε σε πολλά μέρη της Ελλάδας τραγουδώντας σε πανηγύρια, γάμους κλπ. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της συνεργάστηκε με αρκετούς εκλεκτούς μουσικούς της εποχής, όπως: Νίκο Καρακώστα, Κώστα Γιαούζο, Γιώργο Ανεστόπουλο, Τάσο Χαλκιά, Βασίλη Σαλέα, Απόστολο Σταμέλο κλαρινίστες, Γιώργο Κόρο βιολιστή και τους Γιώργο Παπασιδέρη, Κώστα Ρούκουνα, Γιώργο Μεϊντανά, Κώστα Ζωγράφο και πολλούς άλλους.
Παντρεύτηκε στην Αθήνα το 1952, τον Θεόδωρο Κορδελίδη, ο οποίος είχε βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων. Απέκτησε μια κόρη, τη Βαρβάρα, η οποία δεν ασχολείται με τη μουσική, πλην όμως της αρέσει πολύ και έχει μια μεγάλη συλλογή δίσκων και CD. Την καριέρα της την τερμάτισε στις αρχές της εγκυμοσύνης της, το 1961, γιατί έπρεπε να μένει κλινήρης σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκειά της.»
Ο Συμεών (Σίμος) ήταν ανιψιός του Γιάννη Κυριακάτη (από τους καλύτερους κλαριντζήδες), γεννήθηκε στην Ευαγγελίστρια της Λιβαδειάς το 1910 και κλαρίνο έμαθε με τον θείο του. Πέθανε το 1983. Περισσότερες πληροφορίες δεν κατάφερα να βρω.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε και με κόκκινες (μπορντό) ετικέτες. Σύμφωνα με το greekdiscography στο λαούτο και τους στίχους είναι ο Λάζαρος Ρούβας και στο βιολί ο Στέλιος Λαζάρου (Θηβαίος).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

594. ODEON A 190020 (GA 1181) ΒΙΔΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΒΑΛΕΡΗΣ ΤΙΤΟΣ 1927

Βιδάλης Γεώργιος- Τούντας Παναγιώτης- Ξηρέλλης (Βαλέρης) Τίτος (Σταύρος) ODEON A 190020 (GA 1181) Αλανιάρα μου (Δημώδες) - Αρχοντοπούλα μου 1927- 78rpm- 10''
«O Γιώργος Βιδάλης ανήκει στην πρώτη γενιά των μεγάλων μουσικών και ερμηνευτών της πρωτεύουσας της Ιωνίας και είναι από τους πρωτοπόρους που δημιούργησαν το μουσικό ύφος στη Σμύρνη, την περίοδο που αναπτύχτηκε και εξελίχτηκε η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα.
Γεννήθηκε το 1884 από ευκατάστατους γονείς και στα παιδικά του χρόνια, παράλληλα με το σχολείο, ασχολήθηκε με την ψαλτική και γρήγορα εξελίχτηκε σε ένα εξαίρετο ψάλτη.
Μέσα στο αναζωογόνο μουσικό κλίμα των αρχών του αιώνα στην Σμύρνη, ο Γιώργος Βιδάλης άρχισε να τραγουδά - ερασιτεχνικά στην αρχή - και στη συνέχεια επαγγελματικά, μπαίνοντας και αυτός στην μεγάλη μουσική παρέα της περίφημης εστουδιαντίνας του Σιδερή, που έμεινε γνωστή με το όνομα " Τα Πολιτάκια ". Μέσα σ' αυτό το μουσικό εργαστήρι, απ' όπου πέρασαν όλοι οι Σμυρνιοί μουσικοί, αλλά και οι κατοπινοί μεγάλοι συνθέτες που διαμόρφωσαν το μουσικό ύφος στο νεώτερο Ελληνικό τραγούδι του μεσοπολέμου, ο Γιώργος Βιδάλης γρήγορα απέκτησε ένα ιδιαίτερο ρόλο.
Έγινε ένας από τους καλύτερους ερμηνευτές του τραγουδιού, που χαρακτηρίστηκε από την επαφή με τις δυτικές αρμονίες και ταυτόχρονα από το άγγιγμα με τους "μουσικούς δρόμους" της Ανατολής. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι ο Γιώργος Βιδάλης είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού του ρεύματος.
Με την ίδια ευχέρεια που τραγουδούσε πολυφωνικού ύφους τραγούδια της οπερέτας ή της επιθεώρησης, τραγουδούσε επίσης -χωρίς να αφίσταται καθόλου- τα ιδιόρρυθμα ρεμπέτικα της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας , που ήταν βασισμένα στους ήχους της βυζαντινής μουσικής. Ο Γιώργος Βιδάλης, σε πολύ μικρή ηλικία (18 ετών), το 1902 παντρεύτηκε και από το γάμο αυτό απέκτησαν τον μοναδικό γιο τους , Πέτρο (1903-1963). Αν και τα στοιχεία που έχουμε, δεν είναι επαρκή, είναι φανερό ότι πρέπει να ήταν διάσημος τραγουδιστής της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα, αφού είναι από τους λίγους που κατέγραψαν τη φωνή του στη δισκογραφία των 78 στροφών της πρώτης εκείνης περιόδου, δηλαδή πριν το 1922.
Συνεργάστηκε με όλα τα γνωστά πρόσωπα- μουσικούς και οργανοπαίκτες- στη Σμύρνη, όπως με τους Μηλιαρήδες (Τζών και Lucien), με τον Γεώργιο Σαβαρή, με τους Ογδοντάκηδες, με τους αδελφούς Μπόγια, με τον περίφημο Θεόδωρο Μαυρογένη , ( ή Θοδωράκι), τον Γιώργο Τσανάκα και άλλους.
Είναι ο δεύτερος ( μαζί με τον Ελευθέριο Μενεμενλή), από τους τραγουδιστές της Σμύρνης, που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.
Εγκαθίσταται στην Ελλάδα-- στην περιοχή του Βύρωνα-- το 1922 και αμέσως βρίσκει δουλειά--σαν τραγουδιστής-- στα καλύτερα μουσικά στέκια της εποχής, όπως τα κέντρα "Αραράτ" και "Μουρούζη" στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ασκώντας την ψαλτική, έψελνε κάθε Κυριακή, στην Καθολική εκκλησία του Αγ. Διονυσίου στην Αθήνα. Ανάμεσα στα χρόνια 1924-1933, που είναι η δισκογραφική του περίοδος, συνεργάζεται μόνο με την ODEON-- στη Σμύρνη οι δίσκοι που έβγαλε ήταν της τουρκικής εταιρείας ORFFON-- και καταγράφει συνολικά εκατόν είκοσι περίπου τραγούδια.
Απ' αυτά γύρω στα 30 είναι παραδοσιακά ρεμπέτικα ή ρεμπέτικου ύφους της περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, περίπου 15 δημοτικά, 30 ελαφρά επιθεωρησιακά, ή οπερετικά επώνυμων συνθετών, Ελλήνων και ξένων και τα υπόλοιπα ρεμπέτικα γνωστών δημιουργών, όπως του Παναγιώτη Τούντα, του Παναγιώτη Μπαιντιρλή, του Κώστα Καρίπη, του Κώστα Μισαηλίδη, του Γιάννη Δραγάτση,( ή Ογδοντάκη) και άλλων. Παρ' όλο που απεχώρησε απ' την δισκογραφία--γι' αδιερεύνητους ακόμη λόγους (όπως άλλωστε τα ίδια χρόνια και οι Αντ. Ναλγκάς, Ευάγγ. Σωφρονίου, Δημ. Αραπάκης, Κ. Καρίπης κ.α.)-- εξακολούθησε να παίζει και να τραγουδά σ' όλα τα γνωστά στέκια της εποχής με διάφορα σχήματα. Μάλιστα, μετά το 1930, εκτός από το μαντολίνο, άρχισε να μαθαίνει και έπαιζε μπουζούκι.
Μια άλλη καλλιτεχνική του απασχόληση ήταν η παρουσίαση μουσικών προγραμμάτων στους ταξιδιώτες--μετανάστες, στα πλοία που έκαναν το δρομολόγιο Πειραιάς--Ν. Υόρκη γύρω στο 1930.
Σ' αυτά του τα ταξίδια ο καλύτερος συνεργάτης του ήταν ο νεώτερος από την οικογένεια Μηλιάρη, ο Τζών ( ο οποίος και μας πληροφόρησε το 1988 για τη δραστηριότητά του αυτή) καθώς και οι Σπύρος Περιστέρης, Γιώργος Σαβαρής, και ο Κωνσταντινουπολίτης βαρύτονος Π. Μακρής.
Αν και πέρασε στα μέσα της δεκαετίας του 30 σε δεύτερη γραμμή επικαιρότητας, δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδά και να ψέλνει. Στα χρόνια της κατοχής, πικραμένος κι' αυτός όπως και οι περισσότεροι Μικρασιάτες, από τη νέα αυτή σκλαβιά, αποσύρθηκε από το επάγγελμα και έτσι σταμάτησε οριστικά να ακούγεται η εξαίσια αυτή φωνή.
Ένας διαλεκτός συνάδελφος, γεμάτος χιούμορ -και αγάπη για τους συνεργάτες του,-- που αποτυπώθηκε συχνά με τα επιφωνήματα του στις ηχογραφήσεις-- εγκατέλειψε το χώρο αυτό. Από νεαρή ηλικία ήταν εξαίρετος χορευτής και δεν έχανε ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητές του αυτές. Ο καρκίνος που τον χτύπησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τον κατέβαλε στις 2 Ιουλίου 1948.» 
«Ο Τίτος (Σταύρος) Βαλέρης (Ξηρέλλης) γεννήθηκε στα Πάμφιλα Λέσβου στις 27 Μαρτίου 1898. Ήταν το μοναχοπαίδι ενός φτωχού σιδηρουργού. Την ωραία του φωνή πρόσεξε ο δεσπότης ακούγοντάς τον να ψάλλει τον Απόστολο στην εκκλησία του χωριού του. Τον κάλεσε στη Μυτιλήνη με μισθό ένα ασημένιο μετζίτι.
Στη Μυτιλήνη πρωτοδιδάχτηκε ευρωπαϊκή μουσική, βιολί και ελάχιστα στοιχεία θεωρίας από τον Κλεάνθη Μυρογιάννη και βυζαντινή από τον Νικόλαο Παπαγεωργίου, μαθητή του πρωτοψάλτη Γεωργίου Ραιδεστηνού του Β΄ (1833-89) στην Κωνσταντινούπολη.
Ο γιατρός Γριμάνης του σύστησε ανώτερες μουσικές σπουδές. Το 1915 πήγε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών ως τενόρος στην τάξη της περίφημης παιδαγωγού Νίνας Φωκά. Μετά τα υποχρεωτικά μαθήματα αρμονίας με τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη, γράφτηκε στην τάξη ανωτέρων θεωρητικών του Αρμάνδου Μαρσίκ και συνέχισε για λίγο μαθήματα βιολιού με το Γεώργιο Λομπιάνκο. Το 1920 ο Ξηρέλλης πήρε δίπλωμα «μονωδίας και μελοδραματικής» (άριστα, χρυσούν αριστείον εξαιρετικής ιδιοφυίας παμψηφεί) από το Ελληνικό Ωδείο.
Τον Σεπτέμβριο του 1920, προσλήφθηκε στο Ελληνικό Ωδείο ως «δάσκαλος του άσματος».
Σε καταχώρηση του Ελληνικού Ωδείου, τον Οκτώβριο του 1921 αναφέρεται ως μέλος του διδακτικού προσωπικού στη βαθμίδα δασκάλου.
Την άνοιξη του 1925 έφυγε για το Μιλάνο με υποτροφία που του χορηγήθηκε με τη μεσολάβηση του Κωστή Παλαμά από το κληροδότημα Ιωάννου Βόζου. Επί έντεκα μήνες παρακολούθησε μαθήματα κοντά στον παιδαγωγό Τζουζέππε Μπόργκι.
Ο σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης που διέπρεψε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, σε ηλικία 87 ετών, έκανε την τελευταία του υπόκλιση στη ζωή, το πρωί της Παρασκευής 25 Ιανουαρίου 1985 και αποσύρθηκε διακριτικά, πίσω από τις κουίντες της ιστορίας. Μετά τον θάνατό του, το αρχείο του (μουσικές του συνθέσεις, προγράμματα, αποκόμματα Τύπου, αλληλογραφία κ.ά.), παραδόθηκε στον Δήμο Μυτιλήνης. (περισσότερα βιογραφικά στοιχεία στο φάκελο που θα κατεβάσετε).»
«Ο Παναγιώτης Τούντας είναι ένας από τους διασημότερους συνθέτες της
Σμυρναϊκής Σχολής, που ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών οι οποίοι
κατάφεραν, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, να διαμορφώσουν τα
ρεμπέτικα τραγούδια στην Ελλάδα. Αποτελεί, αναμφίβολα, τον συνθέτη που ξεχώρισε
τόσο με την ποιότητα όσο και με τον όγκο των τραγουδιών του από το σύνολο των
καλλιτεχνών της προσφυγιάς – περίπου 350, τα οποία έχουν ερμηνευτεί από σχεδόν
όλους τους προπολεμικούς τραγουδιστές της εποχής.»
¨Σαν τα δικά σου μάτια έμορφα δεν έχω ιδεί,
αχ, αλανιάρα μου τρελή,
μ’ έριξαν σ’ απελπισία και σε συλλογή,
μαύρισαν και την καρδιά μου, αχ και πονεί.
Της τύχης μ’ ήτανε γραφτό, για ‘να καημό,
μα εσύ δεν με λυπάσαι φως μου, π’ αγαπώ
τα δυο ολόγλυκα μάτια σου, αχ, αυτά και πονώ.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς μου άνοιξες πληγή,
αχ, αλανιάρα μου τρελή,
ψεύτικα νάζια μου κάνεις και με τυραγνείς,
βάλθηκες να με πεθάνεις, πια, δεν πονείς.
Αχ, αλανιάρα μου, λυπήσου, θα χαθώ,
δώσ’ μου απ’ τα γλυκά σου χείλη, βάλσαμο γλυκό
και με τα δυο σου ολόγλυκα μάτια, αχ, να σωθώ.¨
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).