Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

585. PARLOPHON B.74086 ΧΑΣΚΙΛ ΣΤΕΛΛΑ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΑ) 1947

Χασκίλ (Γεχασκέλ ή Γαέγου) Στέλλα (Θεσσαλονικιά) PARLOPHON B 74086 Εδώ πληρώνονται όλα (Ζεϊμπέκικο) - Σεβιλλιάνες 1947- 78rpm- 10''
 
«Στέλλα Χασκίλ (πραγματικό όνομα: Στέλλα Γαέγου-Ιεχασκέ, Θεσσαλονίκη, 1918 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1954) ήταν Ελληνίδα κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου. Το πατρικό της επίθετο είναι Γαέγου. Ο πατέρας της, Χαΐμ Γαέγος, από τα λίγα που έχουν γίνει γνωστά γι' αυτόν, μέσα από αφηγήσεις συγγενικών προσώπων, είναι ότι είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας από την σύζυγό του και μητέρα της Στέλλας Χασκίλ, καθώς άγνωστη παραμένει και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του. Πιθανολογείται μόνο ότι βρίσκεται μεταξύ 1870–1875. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, πολύ ευκατάστατος, απ' ό,τι φαίνεται λόγω του επαγγέλματός του, εμπόριο σιδήρου.
Από τις κόρες του δεν έλειπε τίποτα, φρόντιζε για την προίκα τους όντας ακόμα όλες σε πολύ μικρή ηλικία. Δυστυχώς, όμως, με την εισβολή των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, όλα έγιναν στάχτη και ο ίδιος πέθανε γύρω στο 1941-42. Η μητέρα της, Πέρλα Καμχή, γεννημένη στα Σκόπια το 1890, φτάνει με τους γονείς της, το 1911 στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύεται τον Χαΐμ Γαέγο το 1911 και φέρνει στον κόσμο 5 κορίτσια: τη Ραχήλ (1912-17 Δεκέμβρη 1998), την Ασιρέα (1914-1934 ή 1936), τη Στέλλα (1918-1954), την Έλλη (Λιλή) (1920-1982) και τη Δώρα (1925-2021).
Περί το 1927–28 παντρεύεται τον Ανδρέα Δαπόλλα. Μαζί του αποκτά στις 25 Δεκεμβρίου 1929 την κόρη της, Μαρίκα. Η Πέρλα φεύγει απ' τη ζωή γύρω στο 1961.
Λίγο πριν την Κατοχή θα κατέβει στην Αθήνα με την προτροπή της άλλης σεφαραδίτισσας του ρεμπέτικου, της Ρόζας Εσκενάζυ. Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα η αδερφή της, Ραχήλ, συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Άουσβιτς, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια της θα καταφέρει να καταφύγει κοντά στη Στέλλα στην Αθήνα. Τα χρόνια της Κατοχής εμφανίζεται στο λαϊκό μαγαζί της οικογένειας των Αυστριακών μουσικών Μπέρναν στην Ομόνοια, οι οποίοι και την προστατεύουν. Χρησιμοποιεί για προφανείς λόγους το πατρικό της, Γαέγου, και κρύβεται με την οικογένειά της με την βοήθεια των οργανώσεων του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση το 1945 παντρεύεται με τον επιζώντα του Άουσβιτς Ιακώβ (Τζακ) Ιεχασκέλ, εξ ου και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Χασκίλ.
Στο τέλος του 1946 θα μπει στα στούντιο της Κολούμπια για να ηχογραφήσει τα πρώτα τραγούδια της και πολύ σύντομα θα αποτελέσει έναν από τους στυλοβάτες του ρεμπέτικου τραγουδιού, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο. Κορυφαία φυσιογνωμία του ρεμπέτικου τραγουδιού, στη σύντομη ζωή της, πρόλαβε να καταγράψει 4 τραγούδια το 1934 με το πατρικό της, 106 ερμηνείες πρώτη φωνή και 33 ακόμη δεύτερη φωνή. Πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε με το Χασκίλ ήταν οι «Σεβιλλιάνες» του Γιώργου Λαύκα το 1947, αν και οι πρώτοι δίσκοι δεν ανέφεραν το επίθετο πάνω στο δίσκο παρά μόνο έγραφε ΣΤΕΛΛΑ. Tραγούδησε τούρκικα και λατίνο, αν και δεν καταγράφηκαν σε δίσκους.
Σε επτά χρόνια ηχογράφησε μερικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη (''Ακρογιαλιές δειλινά'', ''Αράπικο λουλούδι'', ''Γκιουλμπαχάρ'', ''Κάποια μάνα αναστενάζει'', ''Της φτώχειας τα κουρέλια''), του Απόστολου Καλδάρα ("Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι"), του Μάρκου Βαμβακάρη ("Μες στη χασάπικη αγορά"), του Μανώλη Χιώτη ("Θέλω άντρα να αγαπάει") και πολλών άλλων δημιουργών. Τον Ιούλιο του 1953 πηγαίνουν μαζί με τον Οδυσσέα Μοσχονά στη Σμύρνη και στην Πόλη: Μετά την "Τριάνα" ήτανε ένα συμβόλαιο να φύγουμε μαζί με την Στέλλα την Χασκίλ για τη Σμύρνη, ήτανε η έκθεση της Σμύρνης. Καθίσαμε μερικές μέρες στη Σμύρνη, από κει ήρθε άλλο συμβόλαιο από την Κωνσταντινούπολη.
Το μαγαζί αυτό λεγότανε "Καζαμπλάνκα", Τούρκος ο ιδιοκτήτης, όνομα Χατζή Μπαμπά, είχε και το "Κρυστάλ", δυο μαγαζιά. Βγαίναμε οι δυο μας. Εγώ πότε μπουζούκι, πότε κιθάρα. Στο άλλο μαγαζί, στο "Κρυστάλ", παίζανε μόνο τούρκικα όργανα με την τραγουδίστρια Χαμιέτ, η πρώτη στην Κωνσταντινούπολη. Η Στέλλα η Χασκίλ γνώριζε τούρκικα τραγούδια καλύτερα από τις Τουρκάλες και τα έλεγε πιο όμορφα, όπως και τ' αράπικα. Στην Πόλη άρχισαν τα κακά μαντάτα, είχε κάτι φοβερούς πόνους στην πλάτη, πήγαμε εκεί σε ένα γιατρό. Δεν ήξερε κι αυτός τι ήταν.
Από την Κωνσταντινούπολη φύγαμε και παίξαμε στην Θεσσαλονίκη, το μαγαζί λεγότανε "Ρομάντζο". Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα, οι γιατροί είπανε ότι η Στέλλα είχε καρκίνο. Η φωνή της Στέλλας Χασκίλ είχε την αυστηρότητα του κλασικού ρεμπέτικου, αλλά και την ευλυγισία των μεγάλων φωνών του δημοτικού και του λαϊκού. Πέθανε σε ηλικία 36 χρονών στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1954. Έχει ταφεί στο εβραϊκό τμήμα του Γ΄ νεκροταφείου στη Νίκαια στης 28 Φεβρουαρίου 1954.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, η εξαιρετική Στέλλα Χασκίλ με ένα ζεϊμπέκικο και ένα σε στυλ λατίνο. Η αλήθεια είναι ότι το ιστολόγιο (Πέρδικες….) δεν περιορίζεται μόνο στα Κρητικά και στα δημοτικά. Σίγουρα τα ακούσματα είναι πάρα πολλά και με αφορμή την εκπομπή για τις κυρίες του ρεμπέτικου (που έπρεπε να λέγεται ¨Οι σημαντικότερες γυναικείες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου¨), είπα οι δυο τελευταίες αναρτήσεις να αφορούν δυο απ’ αυτές την Ρόζα και την Στέλλα. 
Ο δίσκος κυκλοφόρησε και σε Odeon Τουρκίας.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

584. COLUMBIA DCG.97 (D.G.6201) ΕΣΚΕΝΑΖΙ ΡΟΖΑ- ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ 1936

Εσκενάζι (Εσκενάζυ- Εσκινάζη- Σκινάζι- Τουρκατζού- Ζαρντινίδη) Ρόζα (Ροζίτα- Σάρα- Ροζαλία)- Καρακώστας Νίκος COLUMBIA DCG.97 (D.G.6201) Τσούπρα μ΄ το μαντήλι σου (Συρτό) - Δέσπω μη βγαίνεις στο χορό (Τσάμικο) 1936- 78rpm- 10''
Η Ρόζα Εσκενάζυ (βλέπε και αναρτήσεις 201, 305 και 368) γεννήθηκε ως Σάρα Σκιναζί. Ήταν παιδί μιας φτωχής εβραϊκής σεφαραδίτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Λένε πως έκρυβε την πραγματική ημερομηνία της γέννησής της και πιθανολογείται πως γεννήθηκε ανάμεσα στο 1895 και το 1897. Ο πατέρας της, Αβραάμ Σκιναζί, ήταν παλιατζής. Εκτός από τη Ρόζα, ο Αβραάμ Σκιναζί και η σύζυγός του, Φλώρα, είχαν δύο γιους, τον Νισίμ, που ήταν ο μεγαλύτερος, και τον Σάμη.
Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ο Αβραάμ Σκιναζί βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος, ενώ συγχρόνως έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές για να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Την εποχή αυτή, εμπιστεύτηκε τη νεαρή Σάρα σε μια κοπέλα της γειτονιάς, που δίδασκε γραφή και ανάγνωση σε διάφορα κορίτσια. Τα μαθήματα αυτά αποτέλεσαν τη μόνη τυπική εκπαίδευση της Ρόζας.
Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της Ρόζας βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Ρόζα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας άκουσαν τη Ρόζα να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της Σάρας εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα  να γίνει καλλιτέχνης. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής.
Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της. Ο ξαφνικός θάνατος του Ζαρντινίδη στα 1917 την αφήνει με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935. Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι.
Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records.
Ξεκινάει  τις ηχογραφήσεις και αρχίζει  επίσης να εμφανίζεται στο κέντρο «Ταΰγετος» στην Αθήνα. Μαζί της εμφανίζονταν ο Τούντας, ο βιολιστής Δημήτρης Σέμσης  και ο Αγάπιος Τομπούλης στο ούτι. Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά.
Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία.
Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές. Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιείς» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.
Σύντομα όμως η ίδια η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα δεχόταν καίριο πλήγμα. Το 1940 η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα και το 1941 ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη χώρα. Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό.
Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν.
Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς.
Το 1949, η Ρόζα, που τραγουδούσε την εποχή αυτή στην Πάτρα, πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούρια ταυτότητα. Το γεγονός που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της εμφανίστηκε όταν συνάντησε εκεί τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν νεαρό αξιωματικό της αστυνομίας, που ήταν περίπου 30 χρόνια νεότερός της. Παρόλη όμως τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους, ερωτεύτηκαν. Η σχέση αυτή επρόκειτο να διαρκέσει, με διάφορους τρόπους, έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.
Μολονότι η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε πολλές περιοδείες στα Βαλκάνια, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1952, προκειμένου να τραγουδήσει στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες της διασποράς. Η περιοδεία αυτή, που χορηγός της ήταν το ελληνικό εστιατόριο και μπαρ «Πάνθεον» στη Νέα Υόρκη, διήρκεσε τελικά πολλούς μήνες.
Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από περιοδείες της Ρόζας στο εξωτερικό. Το 1955 ο Αλβανός ιμπρεσσάριος Ayden Leskoviku από την Balkan Records Company την προσκάλεσε να εμφανιστεί και να ηχογραφήσει στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη όπου είχε γεννηθεί. Τελικά η Ρόζα ηχογράφησε γύρω στα 40 τραγούδια και έλαβε περίπου 5.000 δολάρια για τις ηχογραφήσεις αυτές. Αν κι επρόκειτο για μια σχετικά χαμηλή αμοιβή, η Ρόζα έλεγε αργότερα ότι η αμοιβή της για τις εμφανίσεις αυτές, μαζί με τα φιλοδωρήματα, ήταν δέκα φορές υψηλότερη από το ποσό αυτό.
Λίγο καιρό μετά την Κωνσταντινούπολη, η Ρόζα έφυγε για δύο ακόμη περιοδείες στην Αμερική. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη, το Ντητρόιτ και το Σικάγο. Στις 5 Ιουλίου του 1958, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού της στις ΗΠΑ, παντρεύτηκε τον Frank Alexander. Ο γάμος όμως αυτός ήταν μόνον κατ’ όνομα. Η Ρόζα τον έκανε για να πάρει άδεια εργασίας στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η Εσκενάζυ αγάπησε την Αμερική και θα είχε εγκατασταθεί εκεί εάν δεν είχε αφήσει πίσω της την άλλη της μεγάλη αγάπη, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα το 1959 για να βρίσκεται κοντά του. Με τα χρήματα που είχε βγάλει στην Αμερική αγόρασε για τους δυο τους ένα μεγάλο σπίτι στην Κηπούπολη, καθώς και δύο φορτηγά και μερικά άλογα. Μαζί με τον Φιλιππακόπουλο θα ζούσαν στο σπίτι αυτό έως το τέλος της ζωής της Ρόζας.
Η Εσκενάζυ βρισκόταν πια στα εξήντα της και η μουσική σκηνή στην Ελλάδα είχε αλλάξει σημαντικά μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, δηλαδή από την εποχή που εκείνη είχε ξεκινήσει την καριέρα της. Το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο είχαν χάσει πια τη δημοτικότητά τους και έτσι η Ρόζα, όπως και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του είδους αυτού, εμφανίζονταν πια περιστασιακά σε επαρχιακά φεστιβάλ και σε μικρότερης εμβέλειας καλλιτεχνικά γεγονότα. Μολονότι ηχογράφησε μερικά τραγούδια στα χρόνια που ακολούθησαν, επρόκειτο κυρίως για επανεκτελέσεις των παλαιότερων γνωστών επιτυχιών της που ηχογράφησε σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες στην Αθήνα.
Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον για την πρώιμη περίοδο της δουλειάς της. Η RCA κυκλοφόρησε δύο 45άρια δισκάκια που περιείχαν τέσσερα τραγούδια της (περιλαμβανομένου του «Αμανέ Σαμπάχ») με τον βιολιστή Δημήτρη Μανισαλή, αλλά η κυκλοφορία τους ήταν περιορισμένη. Όλο αυτό το σκηνικό όμως άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Ξαφνικά η ελληνική νεολαία άρχισε να ενδιαφέρεται για τα αστικά λαϊκά τραγούδια του παρελθόντος και κυκλοφόρησαν πολλές σημαντικές συλλογές. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η «Ρεμπέτικη Ιστορία», μια συλλογή από έξι δίσκους ρεμπέτικης μουσικής, η οποία πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Έπειτα από ένα μακρύ διάστημα μακριά από το προσκήνιο, η Ρόζα, που ήταν πια στα εβδομήντα της, έγινε σταρ και πάλι.
Αυτό που έκανε τη διαφορά κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν η μεγάλη διάδοση της τηλεόρασης. Η Ρόζα προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε σε μια σειρά από εκπομπές. Το 1973 εμφανίστηκε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, «Το Μπουζούκι» (σε σκηνοθεσία του του Βασίλη Μάρου) και το 1976 σε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη Χάρη Αλεξίου, η οποία περιείχε συνεντεύξεις και τραγούδια.
Όλο αυτό το διάστημα όμως η Ρόζα δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της που βρίσκονταν στα μουσικά κέντρα και έτσι εμφανίστηκε σε κάποιες εβδομαδιαίες παραστάσεις στο «Θεμέλιο», μια μπουάτ στην Πλάκα.
Καθώς ήταν μια από τις ελάχιστες τραγουδίστριες του ρεμπέτικου που ζούσαν ακόμα, οι καλλιτέχνες και οι μουσικολόγοι της εποχής αυτής άρχισαν να μελετούν το ύφος της μουσικής της, στο οποίο έβλεπαν την «αυθεντικότητα» του μουσικού αυτού είδους. Όλο αυτό επηρέασε σημαντικά μια νέα γενιά ερμηνευτών, όπως η Χάρις Αλεξίου (με την οποία είχαν εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση) και η Γλυκερία αργότερα. Δυστυχώς, παρόλο που οι μουσικοί και οι ακαδημαϊκοί ενθουσιάζονταν με το ταλέντο της, όπως και με τη γνώση της σχετικά με έναν μουσικό κόσμο που είχε χαθεί, το ευρύτερο κοινό δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και θεωρούσε τη Ρόζα περισσότερο ως κάτι το αξιοπερίεργο. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στην Πάτρα, τον Σεπτέμβριο του 1977. Θαυμαστές της κάθε ηλικίας ήρθαν για να τη δουν να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και για να πάρουν μια γεύση από τη μουσική του παρελθόντος.
Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Παρόλο που είχε γεννηθεί Εβραία, άλλαξε το θρήσκευμά της σε ορθόδοξη χριστιανή το 1976, και ξαναβαπτίστηκε ως Ροζαλία Εσκενάζυ. Τα επόμενα δύο χρόνια άρχισε να εμφανίζει σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ και συχνά έχανε τον προσανατολισμό της καθώς επέστρεφε στο σπίτι της. Το καλοκαίρι του 1980 έπεσε κάτω και έσπασε το γοφό της. Έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μήνες, με τον Χρήστο να βρίσκεται διαρκώς δίπλα της για να τη φροντίζει. Επέστρεψε για λίγο καιρό στο σπίτι της, αλλά στη συνέχεια ξαναβρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική εξαιτίας μιας μόλυνσης. 
Άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική αυτή στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.
Την έθαψαν σε έναν πρόχειρο τάφο στο χωριό Στόμιο της Κορινθίας. Το 2008 το πολιτιστικό σωματείο του χωριού συγκέντρωσε χρήματα και πρόσθεσε μια επιτύμβια στήλη, που έγραφε «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις».
Τα σχόλια για το σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο περιττεύουν. Η Ρόζα σε μια εξαιρετική ερμηνεία, ιδιαίτερα στο συρτό και ο Καρακώστας στο κλαρίνο με παιξίματα που νομίζω ότι του τα ¨έβγαλε¨ η Ρόζα με τα σκέρτσα της. Ηχογράφηση του 1936, σε Columbia Αγγλίας. Ο Ελληνικός κωδικός είναι D.G.6201.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

583. ODEON DSOG 2747 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1961

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος ODEON DSOG 2747 Γλυκοχαράζει αυγερινός (Συρτός) - Όντε περάσω και με δεις (Χανιώτικος πεντοζάλης πηδηχτός) 1961- 45rpm -7''
Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στην Αλφά, χωριό του Δήμου Μυλοποτάμου. Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του Νίκου και της Καλλιόπης Μουντάκη. Η καταγωγή της οικογενείας του είναι από τον Καλλικράτη Σφακίων και ο προπάππος του, ο Μανούσος, πρωτοπαλίκαρο του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελλο στην Επανάσταση του 1827.
Ο πατέρας του, που ήταν ικανός χορευτής αλλά και συνάμα καλός τραγουδιστής (είχε το παρατσούκλι «Κελαϊδής»), πέθανε τρεις μόλις μήνες μετά την γέννηση του Κώστα. Τον βάφτισαν στην ιστορική Μονή του Αρκαδίου.
Τελείωσε το δημοτικό το 1938 και πέτυχε στο ημιγυμνάσιο Πανόρμου, όμως δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η οικογένεια του. Εξάλλου ήδη είχε αρχίσει να τον τραβάει η λύρα, που είναι το κυρίαρχο μουσικό όργανο όχι μόνο στο χωριό του, αλλά και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Λύρα έπαιζαν ο μεγάλος του αδερφός, ο Νικήστρατος και ο νονός του ο Στουμπούρης, ενώ ο δάσκαλος του υπήρξε ο Μήτσος ο Καφφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης του χωριού.
Μία αυτοσχέδια λύρα από τάβλι, χορδές από ίνες «αθάνατου» και δοξάρι με τρίχες από ουρά γαϊδάρου ήταν το πρώτο του όργανο όπου …«βοσκάκι ακόμα, κίνησε τα δαχτύλια του πάνω στις κοντυλιές της κρητικής μουσικής».
Παίζοντας για ώρες μόνος του, άρχισε να μαθαίνει τους σκοπούς και τα ξόμπλια τους, τα «μυστικά» της τεχνικής της λύρας και τελειοποίησε την τεχνική του έτσι ώστε, στην κατοχή – 15χρονος πια – έπαιζε το στο καφενείο του χωριού για να ξεκουράσει το δάσκαλό του, το Καφφάτο.
Όταν λίγο αργότερα, μπόρεσε να «κρατήσει» μόνος του έναν ολόκληρο γάμο χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης! Απέκτησε μάλιστα και την πρώτη του «καλή» λύρα, το 1943, δίνοντας ένα ολόκληρο αρνί και 5 οκάδες τυρί. Ήταν βέβαια εποχή πείνας αλλά «…έτσι είναι, η τέχνη θέλει θυσίες».
Την περίοδο αυτή το Ρέθυμνο είναι ο χώρος όπου η κρητική μουσική γνωρίζει μιαν εξαιρετική ακμή με μεγάλους δεξιοτέχνες όπως ο Αντρέας Ροδινός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης), ο Αντώνης Παπαδάκης (Καρεκλάς), ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που σηματοδοτούν το πέρασμα της σ’ ένα ύφος πιο επεξεργασμένο μέσα σ’ ένα περιβάλλον με ολοένα αυξανόμενες αστικές επιδράσεις.
Στα εργαστήρια των οργανοποιών η κρητική λύρα αποκτά τη σημερινή της μορφή, η τεχνική παιξίματος γίνεται όλο και πιο δεξιοτεχνική, το ρεπερτόριο εμπλουτίζεται και επεκτείνεται πέρα από τα τοπικά όρια, αποκτώντας πλέον παγκρήτια διάδοση. Σ’ αυτήν την εξελικτική διαδικασία ο Κώστας Μουντάκης θα συμβάλλει αποφασιστικά, ενδυναμώνοντας με την τέχνη του την παρουσία δεξιοτεχνών μουσικών που λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορείς της λαϊκής παράδοσης αλλά και ως συνθέτες, με αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος και έργο.
Το Φεβρουάριο του 1948 αφήνει για πρώτη φορά το χωριό του για ν’ ακολουθήσει μια πεντάχρονη στρατιωτική θητεία.
Κατατάσσεται στη Χωροφυλακή και τον φέρνουν στα Χανιά, όπου γνωρίζεται με τον Γιώργο και τον Στέλιο Κουτσουρέλη, με τους οποίους και συνεργάζεται παίζοντας για πρώτη φορά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό που διηύθυνε τότε ο Δασκαλάκης. Ένα χρόνο αργότερα (1949) μετατίθεται στην Αθήνα όπου βρίσκονται και άλλοι σπουδαίοι κρητικοί μουσικοί, όπως ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Γιώργος Μουζουράκης κ.α.
Με τον Βυζιργιάννη για συνοδεία στο λαούτο, απευθύνεται στην ραδιοφωνία, που είχε τότε μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής, κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά.
Παράλληλα κάνει στέκι του την τοπική ταβέρνα του Μπασιά (πίσω από την Αγια Ειρήνη, στην Αιόλου), όπου έπαιζαν μαζί του και οι δύο σπουδαίοι λαϊκοί βιολάτορες, Ο «Ναύτης» (Κωστής Παπαδάκης) και ο Αντρέας Μαριάνος.
Στην ταβέρνα του Μπασιά θα παίξει σχεδόν 18 χρόνια «σ’ ένα υπόγειο χωρίς μικρόφωνο, με 10% ποσοστά που μοιραζόμουνα με τα λαγούτα. Αυτός είμαι εγώ!…». Μαζί του λαουτιέρης-πασαδόρος ο Νίκος ο Μανιάς και αργότερα ο Γιάννης Ξυλούρης και ο Μαρκογιάννης: «Στα 300 περίπου τραγούδια που έχω γράψει κι έχω κάνει δίσκους ήταν πολύ σημαντική η παρουσία τους…».
Το διάστημα 1950-52 είναι αποσπασμένος στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου, όπου του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει τον πολιτικό κόσμο της εποχής:”Αν ήθελα θα μπορούσα να είχα αποκτήσει μεγάλη δύναμη, όμως δεν μου πήγαινε αυτό το κλίμα. Παρά τις γνωριμίες, ουδέποτε επωφελήθηκα, είχα τον εγωισμό, την περηφάνια… Δεν χτυπούσα πόρτες…”.
Έτσι, το 1952, με το τέλος της θητείας του, ξεκινάει ως εργάτης στο εργοστάσιο της Εταιρείας Λιπασμάτων της Δραπετσώνας, όπου και θα μείνει ως το 1967: «Δύσκολες καταστάσεις. Παντρεύτηκα κιόλας, δυσκολίες, ευθύνες…».
Παράλληλα όμως ξεκινάει με πάθος και μεράκι τον αγώνα του και ως επαγγελματίας λυράρης. Εκτός από το ραδιόφωνο αρχίζει η δισκογραφία.
Το 1953 συνοδεύει για πρώτη φορά σε δίσκο τον Στέλιο Κουτσουρέλη στο «Άρπαξα και μπαΐλντισα (Συρτός Εννιαχωριανός» (HMV AO-5155 / OGA-2027- θα αναρτηθεί μελλοντικά), ενώ το 1954 τραγουδάει για πρώτη φορά σε δίσκο με συνοδεία και πάλι τους αδελφούς Κουτσουρέλη, το «Δεν θέλω μέσα στην καρδιά (Συρτός Νέος Καστελιανός)» (HMV AO 5238).
Στη συνέχεια, αφού αλλάζει εταιρεία (Οdeon), ξεκινάει με τον “Ζητιάνο” και την “Ρεθυμνιωτοπούλα” έναν μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λυράρη της κρητικής μουσικής.
«Πραματευτής», “Ένα ματσάκι γιασεμιά”, “Αργαλειός”, “Μυλωνάδες και μαζώχτρες”, “Ερωτόκριτος”, “Κρητικός Γάμος”, “Αναφορά στον Καζαντζάκη”, «Η Μάχη Της Κρήτης», «Κρητικά Νάκλια», κ.α.
Η φήμη του απλώνεται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αθήνα και στο πανελλήνιο, καθώς και στους κρητικούς της διασποράς που τον προσκαλούν επανειλημμένα για συναυλίες και μουσικές συνεστιάσεις.
Αρχίζει λοιπόν πολυάριθμά ταξίδια στις ΗΠΑ (για πρώτη φορά το 1960), στον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γερμανία, τη Ν. Αφρική (1971), φέρνοντας στους μετανάστες τα μηνύματα και τις αισθήσεις της κρητικής μουσικής παράδοσης.
Ένα ταξίδι του στην Ινδία, το 1975, τον επηρεάζει βαθύτατα. Εντυπωσιάζεται από το παίξιμο των ανατολίτικων εγχόρδων με δοξάρι και συνειδητοποιεί την ευρύτερη πολιτισμική παράδοση όπου εντάσσεται και η λύρα. Μιλάει μ’ ενθουσιασμό για το σαράγκι, το καμαϊτσά, τον κεμανέ.
Προβληματίζεται: «Ο λαός μας είναι Ανατολίτης. Οι καταβολές μας, το πιστεύω μας ανατολίτικα δεν είναι; Δεν ανήκουμε στη Δύση… άλλου παπά πετραχήλι…Ποιοι είμαστε όμως; Η Ανατολή έχει μουσική παράδοση, μουσική παιδεία ανεπτυγμένη, έχει θησαυρούς κι ας είναι ξυπόλητη… Εμείς στην εποχή μου με μια σαρδέλα, μια ελιά κι ένα ξεροκόμματο κάναμε τα ζεύκια μας και κρατούσαμε άδολα και άσπιλα την παραδοσή μας. Μήπως λοιπόν η σημερινή χλιδή μας κάνει ζημιά;».
Αισθάνεται λοιπόν ολοένα επιτακτικότερη την ανάγκη για παιδεία. Έτσι ο δεξιοτέχνης κι ο συνθέτης αρχίζουν να κάνουν τόπο για να προχωρήσει ο δάσκαλος. Το 1976 ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Ελένης Καραϊνδρου συμπράττοντας στα μαθήματα εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων που διοργανώνει στην Γκαλερί “Ώρα”, σε συνεργασία και με άλλους μεγάλους δεξιοτέχνες (Τ. Χαλκιά, Ν. Στεφανίδη, Αρ. Βασιλάρη, Αρ. Μόσχο κ.α.).
Τρία χρόνια αργότερα (1979) ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ωδείο του Ηρακλείου “Απόλλων” για ν’ ακολουθήσουν το Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), ο Αγ. Νικόλαος (1983) και η Αθήνα (1985 στο “Ελληνικό Ωδείο”, αν και είχε αρχίσει μαθήματα και παλιότερα στην “Παγκρήτιο Ένωση”).
Με τη συνεργασία του γιου του, του Μάνου Μουντάκη (που ο ίδιος τον παρότρυνε να ακολουθήσει σοβαρές μουσικές σπουδές) συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να προβληματίζεται πάνω στη μέθοδο διδασκαλίας της λύρας κι από τα χέρια του εκατοντάδες νέοι μυήθηκαν στα μουσικά της κρητικής μουσικής, ενώ ακόμη περισσότεροι απολαμβάνουν τις αισθήσεις και τα μηνύματα της μέσα από τις ηχογραφήσεις που μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά.
Για τη διδασκαλία του έλεγε: «Δεν τους διδάσκω πεντάγραμμο, αλλά με τον δικό μου τρόπο, στα δάχτυλά τους, τους δείχνω που είναι ο κάθε τόνος. Έτσι μαθαίνουν εύκολα όταν τους τραγουδώ τις νότες. Θέλω μαζί με την τεχνική να καλλιεργούν και την ψυχική τους ευαισθησία. Όχι καλουπαρισμένα πράγματα. Πρέπει ο κάθε λαϊκός μουσικός που εκφράζεται με το συναίσθημα και το ένστικτο του να δημιουργεί ανάλογα με την ψυχική του διάθεση τον χαρακτήρα του, τα γεννήματα του. Να βάλει τον εαυτό του μέσα. Αυτό του δίνω εγώ να καταλάβει. Εγώ θα του πω τι; βάσεις, θα του δείξω τις ρίζες, κι ας τονε. Δεν τον καθηλώνω…».
Ο θάνατος του Κώστα Μουντάκη, στις 31 Γενάρη του 1991, δεν σηματοδοτεί παρά μόνο τη φυσική απουσία του μεγάλου δεξιοτέχνη και δάσκαλου, που εξακολουθεί να εμπνέει και να διδάσκει μέσα από τις ηχογραφήσεις και την υποδομή που δημιούργησε. Έργα ζωής όπως το δικό του δεν μπορεί να το σταματήσει ο θάνατος!
Το παραπάνω κείμενο του Λάμπρου Λιάβα. 
Από τα κλασικά δισκάκια του δίδυμου Μουντάκης-Μανιαδάκης το σημερινό. Όμορφα παιξίματα στο συρτό και στον ¨Χανιώτικο πεντοζάλη πηδηχτό¨, έτσι όπως έπρεπε να αναγράφονται τα τραγούδια, αλλά αυτό προϋποθέτει και γνώσεις από τον οργανοπαίχτη.    
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

582. POLYPHONE PS-170 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1968

Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης)- Μετζάκης (Μετσάκης) Γιώργος POLYPHONE PS-170 Γιάσου Κρήτη Λεβεντογένα (Πεντοζάλης) - Στον ύπνο μου όποιος βρεθεί (Νέος Καρινιώτικος Συρτός) 1968- 45rpm- 7''
 
Ο Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης- βλέπε και ανάρτηση 31, 141, 208, 310, 376, 425, 481 και 526) από τις Ατσιπάδες Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, λυράρης με δισκογραφικές επιτυχίες, αλλά και πρόεδρος του Συλλόγου Ατσιπαδιανών. Δισκογραφικά έχει δύο LP (long play) δίσκους και αρκετά 45-άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μετζάκη, τον Κώστα Τσακαλάκη, τον Ανδρέα Γαλερό, την Ερμίνα Νικολιδάκη και τον Πέτρο Καρμπαδάκη.
Ο Γιώργος Μετζάκης (βλέπε και παλαιότερες αναρτήσεις) έχει συνεργαστεί με τους: Ιωσήφ Παναγιωτάκη, Κουκλινό Κανάκη, Μουντάκη Κώστα, Κολιακουδάκη Νίκο, Λατζουράκη Φίλιππο, Σκορδαλό Θανάση, Μελαμπιώτη Μανώλη, Σταγάκη Μανώλη, Καλαϊτζάκη Βασίλη και Παπαδάκη Μάρκο.
Όμορφα παιξίματα (ειδικά ο ¨Νέος Καρινιώτικος Συρτός¨), από το δίδυμο Παναγιωτάκη- Μετζάκη, στο σημερινό δισκάκι.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

581. PANIVAR PA-326 ΚΑΡΠΟΥΖΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1971

Καρπουζάκης (Καρπουτζάκης) Μανώλης PANIVAR PA-326 Στης δυστυχίας τις στιγμές - Έλα Γρηγόρη έλα 1971- 45rpm- 7''
«Ο Μανώλης Καρπουζάκης (βλέπε ανάρτηση 48 και 403) γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Ζαρός Καινουργίου του Νομού Ηρακλείου. Πατέρας του ο Γεώργιος Καρπουτζάκης και μητέρα του η Πελαγία Καρπουτζάκη - Σαλούστρου και είχε 5 αδέρφια, την Θεονύμφη, τον Μιχάλη, τον Γιάννη, την Κατίνα και τον Νίκο. Ο Μανώλης είναι το πέμπτο στη σειρά από τα αδέρφια.
Με τη λύρα άρχισε να ασχολείται από όταν ήταν επτά χρονών και την πρώτη του λύρα του την έφτιαξε ο πατέρας του. Όταν ήταν δέκα χρονών του αγόρασε τη λεγόμενη βροντόλυρα που είναι και η γνήσια Μεσσαρίτικη λύρα με 4 χορδές και από τότε συνεχίζει να παίζει και τρίχορδη και τετράχορδη λύρα. Τα πρώτα ακούσματα του ήταν από τους χωριανούς του λυράρηδες και λαουτιέρηδες και είναι αυτοδίδακτος
Το 1961 έρχεται στο Ηράκλειο και από τότε είναι και μόνιμος κάτοικος Ηρακλείου. Στο πρώτο γλέντι που έπαιξε ήταν 13 ετών με τον λαουτιέρη Γιάννη Αποστολάκη.
Η δισκογραφική εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ ανακαλύπτει τον νεαρό και ταλαντούχο Μανώλη Καρπουζάκη, έτσι το 1971 κυκλοφορεί η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, δίσκος 45 στροφών με τίτλο "Στης δυστυχίας τις στιγμές" με δυο τραγούδια, ένα συρτό από την μια πλευρά και κοντυλιές από την άλλη, ακολουθούν άλλοι 5 δίσκοι 45 στροφών. Στη συνέχεια θα υπάρξει τόσος μεγάλος πλούτος ιδεών ώστε μέχρι σήμερα το έργο του φτάνει στις 102 προσωπικές δισκογραφικές δουλειές και 30 συμμετοχές σε άλλους καλλιτέχνες. Από το 1966 μέχρι και το 1982 συνεργάζεται με την εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ στην οποία έχουν κυκλοφορήσει 55 έργα δίσκους και ζωντανές σε κασέτες.
Από το 1982 μέχρι σήμερα συνεργάστηκε με την εταιρεία Cretaphon στην οποία έχει κυκλοφορήσει τα υπόλοιπα έργα του. Επίσης έχει συνεργαστεί με τον μουσικό Ρενιέρη και έχει παίξει λύρα σε δυο δουλειές του με τραγουδίστρια την Μαρίνα του ελαφρού λαϊκού τραγουδιού. Το 1972 ηχογραφεί δίσκο για τις μαθήτριες που πνίγηκαν στην Γεωργιούπολη και για τα άτομα που σκοτώθηκαν όταν έπεσε το λεωφορείο στην Καλαμαύκα της Ιεράπετρας. Το 1975 επίσης έχει κάνει δίσκο στην Γερμανία στο Ντισεντολφ.
Το 1976 έκανε τρεις δίσκους στην Αμερική στο Πιτσ-πουρκ όταν έπαιξε στο Κομβέσιο Κρητών. Το 1981 ηχογράφησε ένα δίσκο στην Αυστραλία στο Σύδνευ που είχε πάει για τους χορούς της Παγκρητικής. Επίσης έχει πάει στην Νέα Ζηλανδία και έχει παίξει στον σύλλογο Κρητών. Επίσης έχει παίξει πολλές φορές στην Ευρώπη, Κύπρος αλλά και σε όλη την Ελλάδα όπου υπάρχει σύλλογος Κρητών.
Έχει ασχοληθεί και με την δημοτική μουσική της Ελλάδος. Το 1962 έπαιξε σε μαγαζί στο Ηράκλειο στο μαγαζί με το όνομα ΚΑΝ - ΚΑΝ δυο χρόνια (είναι ο πρώτος που έπαιξε σαν επαγγελματίας εκείνα τα χρόνια), με συνεργάτη τον Αλέκο Κοκαράκη και τον Κώστα Ζαχαρόπουλο. Το 1973 - 1974 έπαιξε πρώτη φορά στο Κέντρο Αρετούσα στην Αθήνα και συνέχισε και άλλα κέντρα όπως το Κονάκι, το Ζορμπά. Επίσης έχει παίξει σε μαγαζιά στο Ηράκλειο όπως το Παγκρήτιο, Κάστρο, Αρετούσα, Λύρα, Ριζίτικα κ.α.
Συνεργάτες του στις Δισκογραφικές δουλειές είναι: Κοτζαμπασάκης Μ.- Κοκαράκης Α.- Σαλούστρος Π.- Κρουσανιωτάκης Γ. - παπατσαράς Μ.- Πετσάκης Γ. - Αλεφαντινός Ν. - Ζαμπουλάκης Γ. - Λαρεντζάκης Μ.- Φουκάκης Δ.- Τσαφαντάκης Β.- Γιατρομανολάκης Ν.- Κακλής Μ.- Νενεδάκης Μ.-Σαλούστρος Α.-Σαλούστρος Β.-Σκουλάς Δ.- Πατενταλάκης Ν. - Γιαννακάκη Ε.-Γρηγοράκη Ε.-Χρονάκη Σ.- Γιαμπουλάκης Λ. κά.
Παντρεύτηκε την Ελένη Μπαρμπιανιτάκη το γένος Φιτσάκη από το Πετροκεφάλι της Μεσσαράς και έχει δυο παιδιά τον Γιώργο και την Ειρήνη η οποία μάλιστα του έχει χαρίσει δυο εγγόνια την Ελένη και το Γιάννη. Είναι επίσης από τα πρώτα μέλη του Παγκρητίου Συλλόγου Καλλιτεχνών Κρητικής Μουσικής και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος τα έτη 1994 έως 1997.
Ο Μανώλης Καρπουζάκης απεβίωσε το 2011.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

580. VICTOR 63545 ΖΟΡΜΠΑΝΗΣ Π. – ΑΓΙΑΣΜΑΤΖΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1907-1905

Ζορμπάνης (Ζορμπανάκης) Π. – Αγιασματζής Ιωάννης VICTOR 63545 Ο Αετός (Δημώδες) - Αλή Πασσάς 1907/1905- 78rpm- 10''
Στο σημερινό Victor δίσκο γραμμοφώνου, ο οποίος είναι από τους πρώτους split (διαφορετικούς καλλιτέχνες σε κάθε πλευρά) δίσκους, οι καλλιτέχνες είναι ο Π.Ζορμπάνης στην Α πλευρά με τον ¨Αετό¨ ηχογραφημένο το 1907 και ο Ιωάννης Αγιασματζής στην Β πλευρά με τον ¨Αλή Πασσά¨ ηχογραφημένο το 1905. Φυσικά τα τραγούδια πρωτοκόπηκαν σε δίσκους Zonophone, Gramophone και Favorit μέχρι το 1910. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει η Victor να τα επανακυκλοφορήσει, τα περισσότερα εκείνης της περιόδου.
Ο Π. Ζορμπάνης ή Ζορμπανάκης (βλέπε και ανάρτηση 438) ήταν βιολιστής και τραγουδιστής. Σίγουρα όμως αποτελεί πρωτεργάτη της χορωδίας Ζορμπάνη. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Ο  Ιωάννης Π. Αγιασματζής (Ioannis P. Agiasmatzis) ήταν σημαντικός Έλληνας τραγουδιστής (βαρύτονος) και οργανοπαίκτης (αρμόνικα), ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους της ελληνικής δισκογραφίας των 78 στροφών, με σημαντική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη. Αν και χαρακτηρίζεται ως βαρύτονος, το στυλ του ήταν μια μοναδική μείξη ανάμεσα σε οπερατική άρια και παραδοσιακά ακούσματα της Ανατολής (όπως το κάλεσμα του μουεζίνη). Οι πιο γνωστές του ηχογραφήσεις έγιναν το 1905 και το 1906 για εταιρείες όπως η Zonophone, η Gramophone, η Lyrophon και η His Master's Voice.
Ερμήνευσε δημοτικά και ιστορικά τραγούδια, που συχνά συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του παίζοντας armonika, η οποία εκείνη την εποχή έμοιαζε με μικρό ακορντεόν. 
Το έργο του περιλαμβάνεται σε μελέτες για την κοινή βαλκανική μουσική κουλτούρα και θεωρείται μέρος της "προϊστορίας" του ρεμπέτικου και του αστικού λαϊκού τραγουδιού. 
Ωωχ, σήκω, καημέν’ Αλή Πασά να δεις το μαύρο χώμα,το χώμα
να δεις και τη Βασιλική πώς πολεμάει ακόμα
Ρίνα, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι μωρέ, σου δίνω το βοτάνι κι ελευθερώνεσαι
Αρβανίτες παινεμένοι πού είν’ ο Αλή, πού είν’ ο Αλή Πασάς, καημένοι ωωχ,
δεν στο είπα ’γώ, Βασίλω μου να μη μ’ αλησμονήσεις, μωρέ, λησμονήσεις αχ,
να μη σε δει ο Αλή Πασάς αχ, ααχ, γιατί σε ρίξει μες τη λίμνη
ντερμπεντέρισσα Βασίλω μπρος στο μπράτσο σου να γείρω.
Το παρακάτω κείμενο αφορά το ¨τέλος¨ του Αλή Πασά και το παραθέτω καθότι το τραγούδι του Αγιασματζή ανήκει στα πρώτα ηχογραφημένα Αληπασαλίτικα τραγούδια (βλέπε την έρευνα στο φάκελο που θα κατεβάσεις και αναρτήσεις 172 και 449).
«2 Μαρτίου 1821. Ο Μορά Βαλεσί Χουρσίτ πασάς φτάνει στα Ιωάννινα για να αντιμετωπίσει τον Αλή πασά. Ο Χουρσίτ γεννήθηκε στον Καύκασο από Κιρκάσιους χριστιανούς, στα τέλη του 18ου αιώνα και λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας. Όμως, τον άρπαξαν στο παιδομάζωμα και τον έκλεισαν σε Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) όπου μορφώθηκε για να υπηρετήσει τους Οθωμανούς.
Έπειτα εντάχθηκε στα τάγματα των γενίτσαρων, όπου χάρη στην αξία του ανέβηκε γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία....
Στις αρχές του 19ου αιώνα του ανατέθηκε να καταστείλει μια εξέγερση των Κούρδων την οποία έπνιξε στο αίμα, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης.
Ο σουλτάνος τον έκανε πασά και το 1815 τον έστειλε να σβήσει άλλη μια επαναστατική φλόγα που είχε ανάψει στη Σερβία, με υποκινητή τον Μίλος Οβρένοβιτς.
Ο Χουρσίτ δεν άφησε «πέτρα στην πέτρα» και σε λίγους μήνες επέστρεψε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μαχμούτ Β΄ του απένειμε το ύπατο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη προκαλώντας τον φθόνο των αυλικών που περίμεναν στην… επετηρίδα.
Κατάφεραν να τον εκτοπίσουν πείθοντας τον Σουλτάνο ότι πρέπει να τον στείλει στην Πελοπόννησο, όπου η Φιλική Εταιρεία προετοίμαζε το έδαφος για το ξέσπασμα της Επανάστασης....
Παρά τον υποβιβασμό, ο Χουρσίτ υπάκουσε και από την ώρα που πάτησε το πόδι του στον Μοριά, άρχισε να σφίγγει τον κλοιό στους Έλληνες .
Εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκε η ανταρσία του Αλή Πασά και τον Ιανουάριο του 1821, ο σουλτάνος διέταξε τον Χουρσίτ να εγκαταλείψει την Τρίπολη και να καταστείλει την κίνηση του Τεπελενλή μετά την αποτυχία του Πασόμπεη.
Το έδαφος ήταν πλέον ελεύθερο για να οργανωθεί η ελληνική επανάσταση.
Ο Χουρσίτ υποχρέωσε τον Αλή να καταφύγει στο νησάκι των Ιωαννίνων με μια ομάδα πιστούς Αρβανίτες. Ο Αλή Πασάς απειλούσε ότι έχει γεμίσει το νησί με τόσα εκρηκτικά που μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλη την πόλη, αλλά αυτό που ενδιέφερε τον Χουρσίτ ήταν οι αμύθητοι θησαυροί, που ελέγετο ότι είχε κρυμμένους ο Αλή.
Του έστειλε λοιπόν μήνυμα ότι ο σουλτάνος τον συγχωρούσε και θα τον άφηνε να πάρει τα πλούτη του και να ζήσει στο Τεπελένι. Ο πονηρός Αλή απάντησε, ότι θα περιμένει το φιρμάνι και ο ακόμη πιο πονηρός Χουρσίτ, άφησε να περάσει ένας μήνας για να του απαντήσει, όσο διάστημα χρειαζόταν για να πάει και να γυρίσει ο ταχυδρόμος.
Μόλις τον ειδοποίησαν ότι οι απεσταλμένοι του Χουρσίτ έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου, ο Αλή πρόσταξε τα παλικάρια του να ανοίξουν, αλλά αντί για ταχυδρόμους, μπήκαν μέσα οι άνδρες του Χουρσίτ και τον σκότωσαν μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών. Νέος θρίαμβος για τον Χουρσίτ, ο οποίος κατέγραψε όλους τους θησαυρούς και τους έστειλε με ισχυρή φρουρά στην Πόλη.
Οι αυλικοί όμως τους θεώρησαν ασήμαντους και έπεισαν τον σουλτάνο ότι ο Χουρσίτ κράτησε τη μερίδα του λέοντος.
Στο μεσοδιάστημα, ο Χουρσίτ είχε πάει στη Λάρισα για να οργανώσει τη στρατιά που θα κατέπνιγε τον επαναστατημένο Μοριά. Τότε δύο πιστοί του φίλοι τον πληροφόρησαν ότι ο σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να του πάρουν το κεφάλι ως καταχραστή των θησαυρών του Αλή Πασά. Η πρώτη του σκέψη ήταν να καταφύγει στους αρβανίτες πασάδες, τους οποίους απάλλαξε από τον Αλή, όμως μετάνιωσε και αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του και να μην δεχτεί τον ατιμωτικό θάνατο από το χαντζάρι του δημίου....
Φώναξε τους καλύτερους μαρμαρογλύπτες και τους ζήτησε να ετοιμάσουν μέσα σε τέσσερις ημέρες έναν μεγαλοπρεπέστατο τάφο.
Επιστατούσε ο ίδιος στην κατασκευή και έβαλε φρουρά για να μη διαρρεύσει το μυστικό στην πόλη, ενώ φιλοξενούσε κάθε βράδυ τους τεχνίτες στο σεράι! Τους έδωσε στο τέλος μια επιτύμβια πλάκα γραμμένη στα αραβικά, που δεν ήξερε να διαβάσει κανείς και έγραφε μεταξύ άλλων: «Τοιούτος τις, ευνοηθείς υπό της τύχης, δεν έρχεται εις τον κόσμο μέχρι της δευτέρας παρουσίας».
Αφού ετοίμασε τον τάφο οργάνωσε και την κηδεία του: μήνυσε σε όλους τους στρατιωτικούς , πολιτικούς και θρησκευτικούς αξιωματούχους να συγκεντρωθούν στο μεγάλο τζαμί στο κέντρο της Λάρισας και έβαλε ντελάληδες να ειδοποιήσουν τον πληθυσμό.
Ανέθεσε σε αξιωματικό να κανονίσει στρατιωτικό άγημα που θα απέδιδε τιμές αρχηγού κράτους στον μελλοθάνατο που επρόκειτο να κηδευτεί. Όταν ήταν όλα έτοιμα εμφανίστηκε ο Χουρσίτ με στολή Μεγάλου Βεζίρη, μπήκε στο τέμενος και έπεισε τους χοτζάδες να ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Το συννεφιασμένο απόγευμα της 30ης Νοεμβρίου του 1822 μια πομπή ξεκίνησε από το κέντρο της πόλης με επικεφαλής τον μελλοθάνατο στρατηλάτη που βάδιζε προς τον τάφο του! Μόλις πέρασαν τη γέφυρα του Πηνειού αποκαλύφθηκε το μαυσωλείο.
Ο Χουρσίτ στάθηκε μπροστά, έβγαλε από τον κόρφο του ένα φιαλίδιο, ήπιε το δηλητήριο και έπεσε νεκρός μπροστά στο κατάπληκτο πλήθος!
Θάφτηκε αμέσως, αλλά δεν βρήκε γαλήνη. Μετά από δύο ημέρες απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης έφεραν το φιρμάνι του σουλτάνου για τον αποκεφαλισμό του.
Αν και έμαθαν ότι αυτοκτόνησε, αποφάσισαν πως όφειλαν να εκτελέσουν τη διαταγή. Ξέθαψαν τον Χουρσίτ, του πήραν το κεφάλι και το μετέφεραν στην Πόλη για να το δείξουν στον σουλτάνο πάνω σε ασημένιο δίσκο.
Μεγαλύτερη χαρά όμως πήρε σίγουρα ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος λέγεται ότι μόλις έμαθε για τον θάνατο του Χουρσίτ, αναφώνησε: «Βαράτε παλικάρια. Και ο Θεός βοηθάει τον αγώνα μας!».».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).