Σάββατο 23 Μαΐου 2026

602. LYRA LS 1226 ΚΑΛΑΪΤΖΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1967

Καλαϊτζάκης Βασίλης (Πήλινος- Πιλινάκης- Πιλινός)- Μετζάκης Γεώργιος LYRA LS 1226 Το ρόδο εις την ροδαριά (Συρτός Κουρουφιανός) - Όταν η ψεύτρα η ζωή (Πεντοζάλι Μεσσαρίτικο) 1967- 45rpm- 7''
 
Ο Βασίλης Καλαϊτζάκης (Πιλινάκης ή Πιλινός ή Πηλινός- βλέπε αναρτήσεις 23, 63 και 213) γεννήθηκε το 1914 στου Πίκρη, νομού Ρεθύμνης. Ήταν λυράρης με ιδιαίτερο ύφος, εξαίρετους δακτυλισμούς και είχε δισκογραφία στις 45’. Το πάθος του για τη λύρα ήταν έκδηλο τόσο στο παίξιμο όσο και στο τραγούδι του. Διακρίνονταν για τον υπέροχο μαλεβιζιώτη του. Πέθανε το 1978 σε ηλικία 64 ετών, αφού η υγεία του είχε κλονιστεί από εγκεφαλικά επεισόδια.
Εξαιρετικά παιξίματα από τον Πήλινο και το Μετζάκη. Στην πρώτη πλευρά έχουμε ¨Το ρόδο εις την ροδαριά¨, που σύμφωνα με τις ετικέτες είναι Κουρουφιανός συρτός. Εφόσον ο Καλαϊτζάκης καταγόταν από το χωριό Πίκρη Ρεθύμνου, ο όρος «Κουρουφιανός» συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη περιοχή. Η επικρατέστερη εξήγηση είναι ότι λίγα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό του, στην ίδια επαρχία, βρίσκεται το χωριό Κούφη Ρεθύμνου.
Οι κάτοικοι της Κούφης αποκαλούνται παραδοσιακά Κουφιανοί ή Κουρουφιανοί. Συνεπώς, ο «Κουρουφιανός συρτός» είναι ο συρτός που προέρχεται ή παιζόταν από τους μερακλήδες της Κούφης Ρεθύμνου.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

601. MUSIC-BOX MB 584 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ 1965

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Σταυρακάκης Αθανάσιος MUSIC-BOX MB 584 Στο ρίζωμα του χαρακιού (Συρτός Χαρακιανός) - Μια πέρδικα συχνοτσιμπά (Κονδυλιές) 1965- 45rpm- 7''
«Στις 7 Ιουλίου 1936 γεννήθηκε στα Ανώγια Ρεθύμνου ο Νίκος Ξυλούρης, μια από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού και ένας από τους μεγαλύτερους λυράρηδες της Κρήτης.
Στις 13 Αυγούστου του 1941 οι Γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι, μαζί τους και ο πεντάχρονος Νίκος, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε πολύ αντίξοες συνθήκες, όπως και όλοι οι συγχωριανοί του. Η ανάγκη της επιβίωσης τον φέρνει στο Ηράκλειο, όπου πολύ σύντομα δείχνει την ιδιαίτερη κλίση του στη μουσική. Ο ίδιος αφηγούταν ότι πολύ μικρός άκουσε ένα συγγενή του να παίζει λύρα και από τότε του καρφώθηκε η ιδέα να μάθει το όργανο.
Τελικά, μετά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, αλλά και την υποστήριξη του δασκάλου του, σε ηλικία 10 ετών αποκτά την πρώτη του λύρα. Σταματά το σχολείο στην 3η δημοτικού και αρχίζει τα μαθήματα δίπλα στο λυράρη Λεωνίδα Κλάδο. Μετά από ενάμιση χρόνο παίζει σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, ως «παιδί θαύμα», σ΄ όλη την Κρήτη.
Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Κάστρο». Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη «μόδα» της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη, στις 21 Μαΐου του 1958 παντρεύτηκαν και τον ίδιο Σεπτέμβρη μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά». Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο «Ερωτόκριτος».
Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο «Ανυφαντού» και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις όμως πλέον είχαν ωριμάσει και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στο Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Παράλληλα γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA, Τάκη Λαμπρόπουλο, και έγιναν κουμπάροι.
Τον Μάιο του 1971 Ξυλούρης και Μαρκόπουλος, ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ «Λήδρα» στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. «Πότε θα κάνει ξαστεριά» ,»Αγρίμια κι αγριμάκια μου». Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός» αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της παρθένου», «Ακολουθία») και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο τσουκάλι»).
Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο «Αθήναιον» με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι «Το μεγάλο μας τσίρκο». Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.
 «Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο» ενημερώνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε «Κόκκινο πανί» της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί. Από τη «Λήδρα» στην «Αρχόντισσα», μετά στην «Αποσπερίδα». Ξανά στη «Λήδρα», μετά στο «Κύτταρο» και στο «Θεμέλιο». Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Παράλληλα ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή» αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω» ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής». Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται.
Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.»
Κλασικό το σημερινό δισκάκι του Ψαρονίκου. Τα τραγούδια γνωστά αλλά οι ακριβείς τίτλοι, όπως τις περισσότερες φορές, άγνωστοι. Στο λαούτο ο Ψαρογιάννης και δεύτερη φωνή ο Θανάσης Σταυρακάκης (βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

600. ODEON 275155 GA 7287 ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ ΣΤΡΑΤΟΣ- ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1940

Παγιουμτζής (Παγιουμιτζής) Στράτος (Τεμπέλης)- Τσιτσάνης Βασίλης (Βλάχος) ODEON 275155 GA 7287 Οι μερακλήδες - Μια νύχτα στο Πασαλιμάνι 1940- 78rpm- 10''
Ο Στράτος Παγιουμτζής γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1904 με καταγωγή από Αιβαλί  Με τους γονείς του Μιχάλη και Καλλιόπη- και τις δυο του αδελφές Ευαγγελία και Ελένη εγκαταλείπουν τη Μικρά Ασία πριν τη Μικρασιατική καταστροφή και εγκαθίστανται αρχικά στην Καλλονή της Μυτιλήνης, και τελικά (περί το 1918) στον Πειραιά.
Ο Στράτος Παγιουμτζής από παιδάκι μαζί με τον πατέρα του, αρχίζει να δουλεύει είτε σαν ψαράς είτε σα «γεμιτζής», δηλαδή βαρκάρης που εκτελούσε μεταφορές από και προς τα καράβια που ερχόταν στο λιμάνι αρχικά ψαράς κι έπειτα «γεμιτζής», δηλαδή βαρκάρης, που μετέφερε τρόφιμα και άλλα εφόδια στα καράβια που άραζαν «αρόδο» έξω απ' το λιμάνι.
Το μεγάλο πάθος του Στράτου ήταν το τραγούδι. Όπου κι αν βρισκόταν, στη θάλασσα, στην αγορά, στην ταβέρνα, μόλις ερχόταν στα μεράκια άρχιζε το τραγούδι κυρίως αμανέδες.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’20, γνωρίζεται με το Μπάτη, το Βαμβακάρη, το Δελιά, τον Μπαγιαντέρα, τον Κηρομύτη και άλλους παλιότερους και αρχίζουν να παίζουν, για το κέφι τους αρχικά σε διάφορα στέκια γύρω από το λιμάνι και τη Δραπετσώνα, ενώ το 1934 γίνεται ο βασικός τραγουδιστής της θρυλικής «Τετράδας του Πειραιώς» της πρώτης λαϊκής κομπανίας που εμφανίστηκε επαγγελματικά σε κέντρο (στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση του Πειραιά). Η ονομασία οφείλεται μάλλον στον «ανεκδιήγητο» Μπάτη, που συνήθιζε τους καθαρευουσιάνικους, αλλά και ξενικούς (Ζορζ Μπατέ!) όρους, σνομπάροντας τους «αριστοκράτες».
Στην κομπανία τραγουδούν όλοι, όμως ο Στράτος είναι ο βασικός τραγουδιστής. Ο τζουράς ή μπαγλαμάς, που συνήθως κρατάει, είναι περισσότερο επειδή στα λαϊκά πάλκα όλοι έπρεπε να παίζουν, ενώ ουσιαστικά ο ρόλος του ως οργανοπαίκτη ήταν σχεδόν ανύπαρκτος (όπως αφηγείται η Αγγέλα Παπάζογλου, στη Σμύρνη ανέβαιναν στο πάλκο τραγουδιστές χωρίς να κρατούν όργανο. Αντίθετα, στον Πειραιά, για όποιον δεν κρατούσε όργανο έλεγαν: «Αυτόν για νταή τον έχουν;»).
Το 1933 ο Μάρκος Βαμβακάρης ετοιμάζεται να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο (πρώτη παρουσία μπουζουξή στην ελληνική δισκογραφία). Ο Μάρκος πηγαίνει στην εταιρία για να παίξει τα τραγούδια του, αλλά όχι και να τα τραγουδήσει (πίστευε ότι δεν έχει καλή φωνή!), αφού στην κομπανία βασικός τραγουδιστής ήταν ο Στράτος. Όμως ο Σπύρος Περιστέρης, ο μαέστρος της εταιρίας, επιμένει να είναι ο Μάρκος ο ερμηνευτής των τραγουδιών του. Έτσι δημιουργείται το εξής παράδοξο: Στο λαϊκό πάλκο τα τραγούδια του Μάρκου να ερμηνεύονται και από το Στράτο, ενώ στη δισκογραφία τα ερμηνεύει ο Μάρκος μόνος του. Θα περάσουν σχεδόν τρία χρόνια μέχρι να ηχογραφήσει ο Στράτος τραγούδι του Συριανού φίλου του! Ξεχωριστός ερμηνευτής.
Σχεδόν παράλληλα με τον Μάρκο, ξεκινάει τη δισκογραφία και ο Γιώργος Μπάτης. Ηχογραφεί πρώτα το «Μπάτης ο δερβίσης» και ετοιμάζεται να ηχογραφήσει το «Ζεϊμπεκάνο σπανιόλο». Η κομπανία προβάρει το τραγούδι, ο Μπάτης όμως δεν μπορεί να τραγουδήσει. Έτσι το τραγούδι ηχογραφείται με τη φωνή του Στράτου και μάλιστα στον πολύ ψηλό τόνο που είχαν προβάρει για τον Μπάτη! Στη δεύτερη στροφή του τραγουδιού αναφέρεται και το παρατσούκλι του Στράτου που θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή:
«Ήταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης και ο Στράτος ο "τεμπέλης"».
Ακολουθούν κι άλλα τραγούδια με τον Γιώργο Μπάτη («Οι σφουγγαράδες», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι») και το 1936 ο Στράτος τραγουδά σε δίσκους τραγούδια και του τέταρτου της παρέας, του Ανέστη Δελιά («Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τον άντρα σου και μένα» κ.ά.). Επίσης ηχογραφεί περίφημους μανέδες με μοναδικό προσωπικό εκφραστικό στιλ, αλλά και με στιχάκια που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα για αιώνες, στοιχεία που συχνά «δένουν» τους ανατολίτικους μικρασιάτικους μανέδες με το δημοτικό μας τραγούδι. «Ανοίξετε τα μνήματα, τα κόκαλα σκορπίστε να δούμε αν τον πλούσιο απ' το φτωχό γνωρίστε». (Παρόμοιο δίστιχο αναφέρεται πέντε αιώνες πριν στο βυζαντινό «Αλφάβητο»: «Εύρε μνημείο ανοιχτό και ανατάραξέ το...», βλέπε Νέαρχου Γεωργιάδη: «Ο Ακρίτας που έγινε ρεμπέτης»).
Τα τρία - τέσσερα πρώτα χρόνια της δισκογραφίας των Πειραιωτών ο Στράτος συμμετέχει στις περισσότερες ηχογραφήσεις, ακόμα κι όταν δεν τραγουδάει. Σε πολλά απ' τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου παίζει μπαγλαμά ή ποτηράκια, ενώ δεκάδες είναι οι δίσκοι όπου η φωνή του χαιρετίζει τους συμμετέχοντες στην ηχογράφηση («Γεια σου Μάρκο με τις ζωντανές σου τις πενιές σου», «Γεια σου Σπύρο μου με το μπουζουκάκι σου»). Καμιά φορά χαιρετίζει και τον εαυτό του! («Γεια σου και σένα ρε Στράτο με τον τζουρά σου»). Δεν επρόκειτο για πράξη ματαιοδοξίας. Ήταν ο πιο απλός και ταυτόχρονα ο πιο άμεσος τρόπος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ρεμπέτη, η ατράνταχτη απόδειξη του «εγώ παίζω εδώ».
Με τη μυθική φωνή του και τον ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας του, γνωρίζει αμέσως εκπληκτική επιτυχία. Γραμμοφωνεί δεκάδες τραγούδια στην Columbia, αλλά και την Odeon. Γίνεται πανελλήνια γνωστός ως ο «Στράτος», και μέχρι το 1941 συνεργάζεται με όλους τους μεγάλους συνθέτες του ρεμπέτικου: Τούντας, Σκαρβέλης, Παπάζογλου, Ογδοντάκης, Σέμσης, Παντελίδης αλλά και ο Κηρομύτης, ο Μπαγιαντέρας, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης, ο νεαρός τότε Χιώτης, ο Χατζηχρήστος και πολλοί άλλοι εμπιστεύονται τα τραγούδια τους στη φωνή του. Είναι ενδεικτικό ότι τα μισά από τα προπολεμικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, έχουν περάσει σε δίσκους με το Στράτο.
Στα μέσα της δεκαετίας του '30 η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή είναι ήδη μύθος. Από τότε αναφέρεται μόνο με το μικρό του όνομα, ακόμα και σε ετικέτες δίσκων. Το 1935 τον χρησιμοποιεί ως ερμηνευτή ο Βαγγέλης Παπάζογλου («Σαν εγύριζα απ' την Πύλο») και από το 1937 και άλλοι μεγάλοι Μικρασιάτες δημιουργοί: Ο Παναγιώτης Τούντας («Περσεφόνη μου γλυκιά», «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος» κ.ά.), ο Κώστας Σκαρβέλης («Σε γελάσανε», «Ο κόσμος πλούτη λαχταρά» κ.ά.) και ο Σπύρος Περιστέρης («Θαλασσινό μεράκι», «Για σένα μαυρομάτα μου» κ.ά.).
Το 1938 ο Στράτος πάει στην εταιρία τον πιτσιρικά μπουζουξή Μανώλη Χιώτη. Θα του τραγουδήσει μάλιστα το δεύτερο τραγούδι του («Δε λες το ναι και συ») και θα τον οδηγήσει στη συνεργασία με τον Δημήτρη Γκόγκο («Μπαγιαντέρα»). Ο Στράτος τραγούδησε μερικά απ' τα καλύτερα τραγούδια του «Μπαγιαντέρα» («Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» με μπουζούκι τον Χιώτη, «Χατζηκυριάκειο» με μπουζούκι τον Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά.).
Με τον Τσιτσάνη γνωρίστηκε μερικούς μήνες νωρίτερα, ξεκινώντας μαζί του μια πολύχρονη συνεργασία. Δεκάδες πασίγνωστα τραγούδια του Τσιτσάνη πρωτοηχογραφήθηκαν με τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με την επιτυχία τους.
Στα 1939, παντρεύεται την Ανδριώτισσα Ζωή Φούντου, με την οποία αποκτούν τρία παιδιά: το Φανούρη, το Χρήστο και τη Φωτεινή. Δυστυχώς όμως τα δύο αγόρια πεθαίνουν στην Κατοχή.
Μετά την Κατοχή, όταν οι δισκογραφικές εταιρίες ξανανοίγουν, ο Στράτος συνεχίζει τη συνεργασία του με τους παλιότερους λαϊκούς δημιουργούς (Μάρκο, Τσιτσάνη, Χιώτη κλπ.) και με τους πιο αξιόλογους νέους, όπως ο Απόστολος Καλδάρας («Πάνω σ' ένα βράχο»), ο Γιώργος Μητσάκης («Μάγκας βγήκε για σεργιάνι») κ.ά. Θα συνεχίσει στη δισκογραφία ως τα μέσα της δεκαετίας του '50.
Ο Στράτος ήταν ένας αγαθός λαϊκός τύπος. Πλακατζής, φωνακλάς και αθυρόστομος, πράγμα που ενοχλούσε τους «καθώς πρέπει» τύπους των εταιριών, που δεν ήθελαν να τον βλέπουν ούτε ...ζωγραφιστό!
Εκτός αυτού, ο Στράτος αντιπροσώπευε τη γενιά του γνήσιου πειραιώτικου ρεμπέτικου. Έτσι, όταν γύρω στο '55 οι εταιρίες «ξεφορτώνονται» τους παλιούς, ο Στράτος (μαζί με τους Μάρκο και Χατζηχρήστο) είναι απ' τα πρώτα θύματα. Κρίμα κι άδικο, καθώς ο Στράτος βρίσκεται στην καλύτερη ίσως στιγμή της καριέρας του.
Το 1960, όταν ο Μάρκος επανέρχεται στη δισκογραφία με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, τότε επανέρχεται και ο Στράτος μέσω του φίλου του, Γιώργου Ζαμπέτα. Ο Ζαμπέτας, εκμεταλλευόμενος την «πέραση» που είχε στις εταιρίες, ξαναβάζει τον Στράτο στα στούντιο με προπολεμικά ρεμπέτικα του Χατζηχρήστου, του Τσιτσάνη και άλλων παλιών. Κάνοντας «επίδειξη δύναμης» στις εταιρίες, τον βάζει να πει και ένα μανέ (το περίφημο «Μινόρε του Στράτου»), πράγμα αδιανόητο για την εποχή.
Εκτός απ' τη δισκογραφία, ο Στράτος επανέρχεται στα λαϊκά πάλκα, όπου δούλευε ασταμάτητα απ' το 1934 έως το 1955. Έτσι, τη δεκαετία του '60 θα ξαναδουλέψει με τον - επί 40 σχεδόν χρόνια - φίλο και συνεργάτη του Μάρκο Βαμβακάρη, με τον Γιώργο Λαύκα και άλλους λαϊκούς δημιουργούς.
Τον Οκτώβρη του 1971 κατάφερε να βγάλει διαβατήριο (μετά από πολλά «ζόρια», καθώς το 1937 είχε συλληφθεί για χρήση χασίς και πήγε εξορία) και να πάει στη Νέα Υόρκη. Δούλεψε στη «Σπηλιά» όπου αποθεωνόταν απ' τους ομογενείς.
Στις 16 Νοέμβρη 1971, βεβαρημένος απ' τη μεγάλη συγκίνηση και την υπερένταση, «έσβησε» πάνω στο πάλκο. Για να τον γυρίσουν στην πατρίδα και να τον κηδέψουν, χρειάστηκε να γίνει έρανος (!!!) από παλιούς φίλους και συνεργάτες του (τα έξοδα της κηδείας τα πλήρωσε ο Ζαμπέτας), αφού - όπως οι περισσότεροι παλιοί ρεμπέτες έτσι και ο Στράτος - έκανε πολλούς πλούσιους, ενώ ο ίδιος ήταν πάντα άφραγκος.
Η προσφορά του Στράτου είναι αναμφισβήτητα μεγάλη. Πολλοί δημιουργοί αναδείχτηκαν μέσα απ' τη φωνή του, ενώ σε κάποιους άνοιξε τις πόρτες της δισκογραφίας. Τραγούδησε πολλές εκατοντάδες τραγούδια σε δίσκους, τα περισσότερα από κάθε άλλο λαϊκό τραγουδιστή. Υπάρχουν και αρκετά τραγούδια όπου αναφέρεται και ως δημιουργός, πράγμα που μπορεί να ισχύει για τους στίχους, αλλά είναι απίθανο να ισχύει και για τη σύνθεση, αφού είναι γνωστό πως ο Στράτος δεν έγραφε μουσική και μάλλον πρόκειται για «τραγούδια - δώρα» απ' τους δημιουργούς που τους βοήθησε να καταξιωθούν. Οι μεγάλοι λαϊκοί δημιουργοί τον χαρακτήριζαν σαν το μεγαλύτερο τραγουδιστή της κλασικής εποχής του ρεμπέτικου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».
Ο σημερινός γραμμοφωνικός δίσκος πρωτοκυκλοφόρησε το 1940 στην Ελληνική Odeon με κωδικό GA 7287 και μπλε ετικέτες. Στο μπουζούκι ο Βασίλης Τσιτσάνης (βιογραφικά σε παλαιότερες αναρτήσεις). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τρίτη 12 Μαΐου 2026

599. PARLOPHON B.21921 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΚΑΡΒΕΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1937

Κάβουρας Γεώργιος- Σκαρβέλης Κώστας PARLOPHON B.21921 Τσάκα-τσούκα σπάστα (Χασάπικο) - Πονώ δεν με λυπάσαι (Ζεϊμπέκικο) 1937- 78rpm- 10''
 
Ο Γιώργος Κάβουρας γεννήθηκε το 1907 (1909 για άλλους) στο Καστελόριζο. Πολυτάλαντος μουσικός και ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Ιταλικής υπηκοότητας, προερχόταν από μουσική οικογένεια η οποία ήρθε στον Πειραιά 1918. Το 1922 εγκαταστάθηκε στη Δραπετσώνα, όπου ο πατέρας του, ο οποίος έπαιζε βιολί, άνοιξε εργαστήριο κατασκευής μουσικών οργάνων. Έμαθε άριστα τρία όργανα και αφού διέγραψε δεκαετή πορεία ως οργανοπαίκτης, με την προτροπή του κουμπάρου του Γιάννη Χατζή και την επιμονή του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Στελλάκη Περπινιάδη, εμφανίζεται το 1934 στο πάλκο ως τραγουδιστής και το 1935 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με τον "Σερέτη" του Ιάκωβου Μοντανάρη και το "Μάνα μη με καταριέσαι" του Κώστα Σκαρβέλη. Ο Κώστας Σκαρβέλης τον επέλεξε ως βασικό τραγουδιστή του και του εμπιστεύτηκε 48 από τα 70 περίπου τραγούδια που ο Γιώργος Κάβουρας πέρασε στη δισκογραφία. Η εγγονή του Κάβουρα έδωσε τις παρακάτω πληροφορίες:
«Ο Σταμάτης Κάβουρας (1885-1/8/1956), 21 ετών από το Λιβίσι και η Γαρυφαλλιά Μπεηγιώργη (1890-26/4/1965), 16 ετών από το Καλαμάκιον της Μικράς Ασίας, παντρεύονται το 1907 στο Καστελόριζο, (όπου βρέθηκαν κυνηγημένοι οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τους Τούρκους) παρά την θέληση της οικογένειας Μπεηγιώργη αλλά η Γαρυφαλλιά ήταν ήδη έγκυος στον Γιώργο. Στο Καστελόριζο γεννιούνται και τα τρία παιδιά τους, το 1907 (1909 για άλλους) ο Γιώργος, το 1913 η Μαριάνθη ή Μαρία (έχει δηλωθεί γεννηθείσα και βαπτισθείσα το 1917, (συνήθεια εκείνης της εποχής τα κορίτσια δεν ήταν υποχρεωτικό να δηλωθούν) επειδή η οικογένεια έπρεπε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα και στον Πειραιά, (τότε το Καστελόριζο ήταν υπό Ιταλική κατοχή) και το 1914 ο Βασίλης (το 1911 γεννήθηκε ένα ακόμη κορίτσι το οποίο απεβίωσε βρέφος). Το 1914 ο Σταμάτης μεταναστεύει στην Γαλλία ως υποδηματοποιός σε εργοστάσιο κατασκευής αρβυλών για τον Στρατό και στέλνει χρήματα στο νησί για την επιβίωση της οικογένειας του. Το 1918 επιστρέφει στην Ελλάδα στον Πειραιά όπου έρχονται από το Καστελόριζο η Γαρυφαλλιά με τα τρία παιδιά τους και έτσι ξανασμίγει η οικογένεια μετά από 4 χρόνια απουσίας του Σταμάτη.
Κατοικούν για λίγο στο Χατζηκυριάκειο και το 1920 μετακομίζουν στον Προσφυγικό Συνοικισμό στην Ελευσίνα. Εκεί βαπτίζεται κι ο Γιώργος (11 ετών) με νονά την Στρατία Δράμαλη, φίλη και γειτόνισσα της οικογένειας. Το 1922 ξαναμετακομίζουν, αυτή τη φορά στην Δραπετσώνα και το 1923 χορηγείται στον Σταμάτη από το κράτος, οικόπεδο στο Κερατσίνι όπου χτίζει σπίτι στα πρότυπα των Λιβισιανών σπιτιών και στεγάζεται η οικογένεια. Το εν λόγω οικόπεδο του παραχωρείται το 1933 και το προικοδοτεί στην Μαριάνθη και στον σύζυγο της Χρήστο Χριστοδούλου (ναυτικό στο επάγγελμα) που εν τω μεταξύ έχουν παντρευτεί το 1929. Ο Σταμάτης ασχολείται ως τσαγκάρης-υποδηματοποιός με βοηθό τον γιο του Βασίλη (ο οποίος γίνεται και υποδηματοποιός ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας Κάβουρα) και συγχρόνως ως οργανοποιός παραδοσιακών οργάνων με βοηθό τον γιο του Γιώργο.
Ταυτόχρονα παίζει βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις (γάμους, βαπτίσεις κλπ) όπου κατά καιρούς τον ακολουθεί σ' αυτήν την δραστηριότητα ο Γιώργος παίζοντας κι αυτός βιολί, σαντούρι και κιθάρα, βοηθώντας όλοι μαζί για την επιβίωση της οικογένειας. Ο Σταμάτης όμως είναι μέθυσος και κακομεταχειρίζεται την Γαρυφαλλιά, η οποία είναι αντίθετη με τον δρόμο που ακολουθεί ο γιος της Γιώργος φοβούμενη την επιρροή του πατέρα του και δημιουργεί καυγάδες, αρνούμενη να γίνει ο γιος της οργανοπαίχτης. Εκείνος όμως δείχνει μεγάλη αγάπη για το βιολί κι έτσι μετά από ένα μεγάλο καυγά με την μητέρα του, ακολουθεί την κομπανία του πατέρα του στην Σάμο μόλις 15-16 ετών. Η Γαρυφαλλιά ταξιδεύει μέχρι την Σάμο για να φέρει πίσω τον αγαπημένο γιο της Γιώργο.
Γυρνώντας με την κομπανία του πατέρα του ο Γιώργος σε ταβέρνες και πανηγύρια ως μουσικός είναι πολύ αγαπητός από τον κόσμο ως δεξιοτέχνης βιολιστής κι έχει αρχίσει δειλά-δειλά να τραγουδάει.
Όμορφος άντρας και σικάτος έχει πολλές κατακτήσεις στις γυναίκες αλλά στις αρχές του 1930 γνωρίζει την Ειρήνη Κωνσταντάρα από την Δραπετσώνα και ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Οι γονείς της Ειρήνης, ο πατέρας της Ανέστης βιολιστής κι η μητέρα της Μαρία μοδίστρα, έχουν χωρίσει μετά από διενέξεις και καυγάδες λόγω ζήλειας και του επαγγέλματος του πατέρα της. Η μητέρα της Ειρήνης δεν θέλει για γαμπρό της τον Γιώργο λόγω του επαγγέλματος του που είναι ίδιο με αυτό του πρώην συζύγου της. Τότε ο Γιώργος κλέβει την Ειρήνη με την βοήθεια των φίλων του Γιάννη Χατζή και Κώστα Τσιρίκα και καταφεύγουν στην Ελευσίνα στην νονά του. Ο Γιώργος είναι 23 ετών αλλά η Ειρήνη 16 ετών (ανήλικη) και χωρίς την συγκατάθεση των γονιών της δεν .μπορεί να γίνει ο γάμος τους, έτσι λοιπόν ενώ είναι γεννημένη το 1914, δηλώνεται ψευδώς γεννηθείσα το 1910 και παντρεύονται εν τέλει με κουμπάρο τον Γιάννη Χατζή τον Δεκέμβριο του 1930.
Η συζυγική ζωή τους πολυτάραχη, με ζήλιες, καυγάδες και συγκρούσεις, χωρίζουν και ξανασμίγουν πολλές φορές αλλά αποκτούν 4 παιδιά. Ο πρώτος γιος ο Σταμάτης γεννιέται το 1931, ακολουθεί ένα κορίτσι η Γαρυφαλλιά το 1932. Το 1934 η Ειρήνη μένει έγκυος ξανά, όμως το ζευγάρι δεν τα πάει καλά και μετά από καυγά για μπλέξιμο του Γιώργου με εξωσυζυγική σχέση εκείνος εγκαταλείπει την γυναίκα του έγκυο και τα δυο παιδιά του κι εξαφανίζεται. Τον Δεκέμβριο του 1934 γεννιέται ένα ακόμη κορίτσι το οποίο αφήνει η Ειρηνη βρέφος μαζί με τα άλλα δυο παιδιά στην πεθερά της Γαρυφαλλιά και στην κουνιάδα της Μαριάνθη, για να πάει να βρει τον Γιώργο που ζει στα Καλύβια (σημερινός Ασπρόπυργος) και να τα ξαναφτιάξουν. Έτσι το ζευγάρι σμίγει πάλι το 1935 κι Ειρήνη μένει έγκυος ξανά για 4η φορά. Οι τρεις οικογένειες μένουν όλοι μαζί (Σταματης-Γαρυφαλλιά, Μαριάνθη- Χρήστος και Γιώργος- Ειρήνη με τα τρία έως τότε παιδιά τους) στο Κερατσίνι.
Το κοριτσάκι το δεύτερο έχει γίνει πλέον ενάμιση έτους, η Μαριάνθη και ο άντρας της παραμένουν άτεκνοι, έτσι το κορίτσι στις 24 Απριλίου 1936 δηλώνεται ως νεογέννητο τέκνο της Μαριάνθης και του Χρήστου Χριστοδούλου. Μετά από δυο μήνες τον Ιούνιο του 1936 γεννιέται το 4ο παιδί του Γιώργου και της Ειρήνης, ένα αγόρι ο Ανέστης.
Το 1937 στον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου γίνονται 2 βαπτίσεις, η Μαριάνθη γίνεται νονά του Ανέστη, το κορίτσι βαπτίζεται Άννα με νονό τον αδελφό του Χρήστου Χριστοδούλου, Γιώργο. Ακολουθεί μεγάλο γλέντι στην αυλή του σπιτιού μ' όλη την οικογένεια, συγγενείς, φίλους και γείτονες που έχουν έρθει να ακούσουν την κομπανία του Γιώργου Κάβουρα, τον Κώστα Νούρο, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Κώστα Ρούκουνα, τον Κώστα Σκαρβέλλη (μ' όλη την οικογένεια του), τον Γιάννη Χατζή κι άλλους πολλούς.
Ο Γιώργος εν το μεταξύ με την προτροπή του κουμπάρου του Γιάννη Χατζή και την επιμονή του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Στελλάκη Περπινιάδη ασχολείται πλέον πιο συστηματικά με το τραγούδι κι έτσι το 1934 εμφανίζεται στο πάλκο ως τραγουδιστής για πρώτη επισήμως φορά με το τραγούδι "ο Μανώλης ο χασικλής" του Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη) που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Κώστας Νούρος φίλος και συνεργάτης του. Το 1935 έρχεται κι η 1η ηχογράφηση με το τραγούδι "ο Σερέτης" του Ιακώβου Μοντανάρη. Μέχρι το 1940 ηχογραφεί 68 ή 70 τραγούδια τα 50 συνθέσεις του Κώστα Σκαρβέλλη. Το 1938 ο Γιώργος με την γυναίκα του και τα τρία παιδιά μετακομίζουν στο Χαϊδάρι, οικονομική άνοδος, επιτυχημένη δισκογραφία και δημοφιλείς εμφανίσεις στα γνωστά μαγαζιά της εποχής και κυρίως στου Κερατζάκη στο Κερατσίνι με τον Κώστα Νούρο και τον Στελλάκη Περπινιάδη. Κατά την Γερμανική κατοχή 1941-1942 συνεργάζεται με την Βαγγελία Μαργαρώνη στα μαγαζιά του Βακαλόπουλου και του Τζουμάκη.
Η μοναδική φωνή του, η ομορφιά του και η φήμη του, έλκει σαν μαγνήτης τις γυναίκες, γεγονός που έφερνε μεγάλες συγκρούσεις και καυγάδες με την γυναίκα του. Για να τον εκδικηθεί λοιπόν η Ειρήνη, το 1941 συνάπτει ερωτική σχέση μ' έναν Ιταλό ονόματι Μπρούνο τον οποίο όμως τελικά ερωτεύεται. Μαθαίνει ο Γιώργος την απιστία της γυναίκας του και καταρρέει από την ντροπή και την ζήλεια. Στο σπίτι στο Χαϊδάρι ζει η Ειρήνη με τα 3 παιδιά όπου μένει περιστασιακά κι ο Ιταλός, εκείνη από πείσμα δεν επιτρέπει στον Γιώργο να δει τα παιδιά του και τον τρώει το μαράζι. Ο καλοντυμένος και σικάτος Γιώργος γυρνά πλέον ατημέλητος και έρχεται συχνά σε συμπλοκές με τον Ιταλό ο οποίος έχει σχέσεις με τον υπόκοσμο με συνέπεια να κυνηγούν να τον σκοτώσουν οι Ιταλοί μαφιόζοι (φίλοι του Μπρούνο) εκείνος φοβάται και κρύβεται.
Για μια ακόμη φορά προσπαθεί να δει τα παιδιά του και επισκέπτεται το σπίτι στο Χαϊδάρι αλλά η Ειρήνη τον διώχνει ξανά, τότε για να του φύγει λίγο ο καημός αποφασίζει να πάει να δει το άλλο του παιδί την Άννα και με τα πόδια πηγαίνει από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή, όπου έχει μετακομίσει η Μαριάνθη με τους γονείς τους και το παιδί γιατί το σπίτι στο Κερατσίνι είχε βομβαρδιστεί από τους Γερμανούς, χωρίς τον Χρήστο ο οποίος ήταν αγνοούμενος πολέμου στη Μέση Ανατολή, η Άννα του έχει μεγάλη αγάπη και αδυναμία χωρίς να γνωρίζει ποιος πραγματικά είναι (μυστικό που έμαθε η μαμά μου όταν ήταν 30 ετών από την γιαγιά της Γαρυφαλλιά). Τον Γιώργο τον τρώει το μαράζι και η ντροπή γιατί τα γεγονότα είχαν γίνει γνωστά στην πιάτσα. Το 1942 η οικογένεια Κάβουρα- Χριστοδούλου επιστρέφει στο Κερατσίνι όπου κατοικεί κι ο Γιώργος μαζί τους.
Στα μέσα του Φλεβάρη του 1943 παρακολουθεί το σπίτι στο Χαϊδάρι για να μπορέσει να δει έστω για λίγο τα παιδιά του, όταν όμως βλέπει να μπαίνουν στο σπίτι η Ειρήνη με τον Ιταλό με το μυαλό θολωμένο από θυμό ορμάει και μπαίνει κι εκείνος μέσα και γίνεται συμπλοκή. Τραβάει μαχαίρι και τραυματίζει την Ειρήνη στο χέρι κι ενώ παλεύει με τον Ιταλό, η Ειρήνη τον χτυπά με μια μποτίλια στο κεφάλι και τον ακινητοποιεί. Αναίσθητο τον μεταφέρουν οι δυο εραστές και τον πετούν σε παραπλήσιο οικόπεδο. Το χτύπημα στο κεφάλι όμως είναι μοιραίο για τον Γιώργο. Όταν κάποια στιγμή συνέρχεται πάει να βρει τον Περπινιάδη στο μαγαζί του στο Χαϊδάρι κοντά από το σπίτι που είχαν γίνει τα συμβάντα. Η παρέα γλεντούσε κι εκείνος κάθεται μαζί τους και κρυφά χωρίς να τον ακούνε οι άλλοι, εξιστορεί τα γεγονότα στον Στελλάκη.
Κάποια στιγμή ενώ του μιλούσε του λέει: "Στέλιο δεν νιώθω καλά, το κεφάλι μου πονά" και σωριάζεσαι στο πάτωμα. Φωνάζουν ένα γείτονα γιατρό να τον εξετάσει κι αυτός τους στέλνει επειγόντως στο νοσοκομείο Κρατικό Νίκαιας (Σαπόρτα λεγόταν τότε) εν μέσω κατοχής τόσος κόσμος πέθαινε δεν του έδωσαν καμιά σημασία, ένας γιατρός τους είπε: "αιμάτωμα από χτύπημα είναι". Το αιμάτωμα προχωρούσε κι η κατάσταση του επιδεινωνόταν. Κάποια στιγμή λέει στην Μαριάνθη που δεν έφευγε στιγμή από κοντά του "αδελφή η Ειρήνη με χτύπησε για να γλυτώσει από τα χέρια μου".
Μέσα σε 6 ημέρες σώπασε για πάντα το αηδόνι του ρεμπέτικου τραγουδιού στην αγκαλιά της αγαπημένης του αδελφής Μαριάνθης. Τα γεγονότα έγιναν γνωστά στους γονείς του, όμως συγκαλύφθηκαν για να μην φυλακιστεί η Ειρήνη έχοντας 3 παιδιά να μεγαλώσει μες την Κατοχή και για να μην μεγαλώσουν σε ιδρύματα σε άθλιες συνθήκες.
Τραγική φιγούρα η μητέρα του Γαρυφαλλιά μοιρολογούσε τον χαμένο της γιο και καταριόταν την Ειρήνη "μαχαίρα έδωσες μαχαίρα θα λάβεις" κι όσοι ήξεραν το μυστικό καταλάβαιναν και σιωπούσαν. Οι κατάρες της πεθεράς της έπιασαν, έτσι η Ειρήνη δεν είχε καλό τέλος. Μετά την λήξη του πολέμου στέλνει τα δυο παιδιά στην Μελβούρνη σε συγγενείς και μετά από λίγα χρόνια μεταναστεύει κι εκείνη με τον Σταμάτη για να γλυτώσει από τον κατατρεγμό και τις κατάρες της πεθεράς της που δεν την άφηνε σε ησυχία. Στην Αυστραλία την ακολουθεί κι ο Ιταλός με τον οποίο διατηρούσε την σχέση, όταν όμως του ζητάει να χωρίσουν την απειλεί ότι θα την σκοτώσει. Εκείνη γνωρίζοντας ότι είναι μπλεγμένος με τον υπόκοσμο, τον καταδίδει και τον φυλακίζουν.
Όταν αποφυλακίζεται στήνει ενέδρα στην Ειρήνη την πυροβολεί πισώπλατα και την σκοτώνει στα σκαλιά του σπιτιού της το 1963, 2 χρόνια πριν πεθάνει η πεθερά της που όταν το έμαθε είπε: "έτσι της έπρεπε, πλήρωσε τον άδικο χαμό του γιου μου".
Τα 3 παιδιά έζησαν, έκαναν οικογένειες και απεβίωσαν στην Αυστραλία, η μητέρα μου έζησε κι έκανε οικογένεια εδώ στην Ελλάδα ως κόρη της Μαριάνθης και του Χρήστου Χριστοδούλου και απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου του 1989 τον ίδιο μήνα με τον βιολογικό της πατέρα τον Γιώργο Κάβουρα.»
Καθημερνώς για σένανε κλαίνε τα δυο μου μάτια
και η καρδιά μου μου πονά και γίνεται κομμάτια
και η καρδιά μου μου πονά και γίνεται κομμάτια
Αναστενάζω δεν μ' ακούς φονιά δε με λυπάσαι
τώρα γλεντάς με άλληνε τι μου 'πες δεν θυμάσαι
τώρα γλεντάς με άλληνε τι μου 'πες δεν θυμάσαι
-Γεια σου Κάβουρα παραπονιάρη!
Ούτε περνάς πια να με δεις πως είμαι να ρωτήσεις
Αιτία μόνο μου 'δωσες για να με βασανίσεις
Αιτία μόνο μου 'δωσες για να με βασανίσεις
-Όπα!
Με μάρανες με πλήγωσες και συ να μη γλιτώσεις
τον ίδιο πόνο στην καρδιά να πάθεις και να λιώσεις
τον ίδιο πόνο στην καρδιά να πάθεις και να λιώσεις
Βιογραφικά στοιχεία για τον Κώστα Σκαρβέλη θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου κυκλοφόρησε και μεταπολεμικά με ασημένια γράμματα και E στο τέλος του Parlophon και στην αμερικάνικη Decca. Το ¨Πονώ δεν με λυπάσαι¨ παίζει στο μυαλό μου με μπουλγαρί Φουσταλιέρη και Μπαξέ στα φωνητικά (burnout από τα Κρητικά), που δεν είναι και δύσκολο με ΑΙ (αλλά ας μην κολάζομαι). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 9 Μαΐου 2026

598. RCA 47g 2218 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΛΥΚΟΥΔΗΣ Γ. 1961

Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Μαρκογιαννάκης Χαράλαμπος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Λυκούδης Γ. RCA 47g 2218 Μεσαρίτικες Ηρακλειώτικες κοντυλιές - Αγάπες περασμένες (Κορφιανός συρτός) 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Στο σημερινό δισκάκι (υπόθεση Μαρκογιαννάκηδων) στη λύρα ο Χαράλαμπος Μαρκογιαννάκης ο μικρότερος αδερφός του Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Πληροφορίες για τον Χαράλαμπο Μαρκογιαννάκη δεν υπάρχουν πολλές. Ζούσε χρόνια στην Αμερική στην πόλη του Σικάγο όπου εξασκούσε και εκεί το επάγγελμα του μουσικού ως λυράρης και μπουζουξής. Επίσης είχε σπουδάσει και βιολί. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μουσικός. Δισκογραφικά έχει ένα LP και αρκετά 45άρια πάντα σε συνεργασία με τα αδέρφια του.
Παρακάτω μέρος συνέντευξης του Μαρκογιάννη που αναφέρει και οικογενειακή κατάσταση: «Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο.
Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.
Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.
Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.
Στην οικογένεια μου είμαστε εννιά αδέλφια. Πέντε αγόρια & τέσσερα (παραπάνω αναφερει τρια) κορίτσια.
Όλα τα αγόρια παίζουν όργανο. Ο αδελφός μου ο Κώστας, σπούδασε & αυτός, έβγαλε την Πάντειο, μετά πήγε στη σχολή Ευελπίδων κι έγινε αξιωματικός. Ο Βαγγέλης έπαιζε και αυτός. Όπως λέει όλος ο κόσμος, ένα μεγάλο πρόσωπο πάνω στη μουσική μας. Ο Στέλιος επίσης έπαιζε λαγούτο, & ο μικρότερος μας, ο Χαράλαμπος, που έπαιζε από τις ωραιότερες λύρες. Ίσως ο μοναδικός που αντικατέστησε το Σκορδαλό, όπως φαίνεται από τους δίσκους του.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).