Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

640. MARGOPHONE FIN 23 ΦΕΛΩΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΚΟΣΜΕΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΧΑΛΙΓΙΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ 1957-66

Φελώνης Ματθαίος- Χαλκιάς Αναστάσιος- Κοσμέτος Παναγιώτης- Χαλιγιάννης Αθανάσιος MARGOPHONE FIN 23 Εσείς πουλιά των Γρεβενών (Τσάμικο) - Στρώνω τραπέζι γιόκα μου 1957(66)- 45rpm- 7''
 
Ο Θεόδωρος Ζιάκας (Μαυρονόρος Γρεβενών 1798 – Αταλάντη 1882) ήταν οπλαρχηγός από παλιά οικογένεια κλεφτών και αρματολών, που πολέμησε στην Ελληνική επανάσταση του 1821 και στις επαναστάσεις της Μακεδονίας του 1854 και του 1878. Πατέρας του ήταν ο γερο-Ζιάκας (Γεώργιος Ζιάκας) (1730 – 1810), πρωτοπαλίκαρο κατά το 1750 του λήσταρχου και αρματολού Ντελή – Δήμου της επαρχίας των Γρεβενών επί Κουρτ Πασά. Όταν σκοτώθηκε το 1780, τον διαδέχτηκε στο αρματολίκι ο γιος του, Θεόδωρος.
Το 1826, ο Μεχμέτ αγάς των Γρεβενών μαζί με την οικογένεια των Μακραίων επιτέθηκε εναντίον της οικίας των Ζιακαίων. Σε αντίθεση με τον αδερφό του, Γιαννούλα, που σκοτώθηκε στη μάχη, ο Θεόδωρος κατάφερε να σωθεί και να καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα. Εκεί δεν έμεινε για πολύ, καθώς δυο χρόνια μετά επέστρεψε στην επαρχία Γρεβενών και ανέλαβε την αρχηγία στο αρματολίκι. Ο Ζιάκας μετέφερε το λημέρι του από τα Γρεβενά στην Πίνδο, στην ορεινή Βάλια Κάλντα.
Ο Θεόδωρος Ζιάκας οργάνωσε κατά το 1854 την εξέγερση της Δυτικής Μακεδονίας κατά των Τούρκων. Στη μάχη του Σπηλαίου Γρεβενών, αμέσως μετά τη μάχη στο σημερινό Καρπερό Γρεβενών, το Μάιο του 1854, ο Θεόδωρος Ζιάκας αντιμετώπισε κατά τις μέρες 28 Μαΐου-1 Ιουνίου του 1854 με 300 άνδρες 12.000 Τουρκαλβανούς με επικεφαλής τον Αβδή Πασά.
Στη μάχη αυτή ο Θεόδωρος Ζιάκας αντιστάθηκε στους πολύ περισσότερους αντιπάλους για πολλές μέρες. Όταν τα πολεμοφόδια τελείωσαν, έδωσε εντολή ν’ αδειάσουν τα βαρέλια του κρασιού που υπήρχαν στο χωριό, όπου υπήρχαν σημαντικές καλλιέργειες αμπελιών, να τα γεμίσουν με πέτρες και να τ’ αφήσουν από ψηλά να κατρακυλήσουν προς τη μεριά των εχθρών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλοί απ’ αυτούς. Συνέχισε να πολεμά, αλλά όταν η κατάσταση είχε αρχίσει να δυσχεραίνει, αποδέχτηκε τη μεσολάβηση των ξένων διπλωματών και κατόρθωσε να μεταφέρει 1.000 γυναικόπαιδα στην ελεύθερη Ελλάδα (Λαμία).
Ο Θόδωρος Ζιάκας, ο οποίος έζησε στη συνέχεια στη Λαμία, πέθανε το 1882 στην Αταλάντη σε ηλικία 84 χρονών.
Εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου,
λίγο για χαμηλώσετε μιας τουφεκούλας τόπο,
για να φανούν τα Γρεβενά κι αυτό το Μέγα Σπήλιο,
που πολεμούν οι Έλληνες με του Αβδή τ’ ασκέρι.
Τρεις μέρες κάνουν πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, χωρίς κάνα μαντάτο.
Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή, τα τόπια σαν χαλάζι
κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν την ψιλή βροχούλα.
Κι’ Αβδή πασάς εφώναξε, Αβδή πασάς φωνάζει:
“Ζιάκα πάψε τον πόλεμο, πάψε και το ντουφέκι
να κατακάτσ’ ου κουρνιαχτός, να σηκωθεί αντάρα,
να βρούνε οι μάνες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες
να βρει κι η χήρα τον υγιό, π’ άλλον υγιό δεν έχει,
να μετρηθούμε κι εμείς να δούμε πόσοι λείπουν.”
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες,
μετριούνται τα Ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες
«Ο Ματθαίος Φελώνης γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Έχει τραγουδήσει 12 δημοτικά τραγούδια στις 78 στροφές με πρώτο το « Πάμε στην πέρα γειτονιά» το 1954 όπου στο κλαρίνο παίζει ο Γιώργος Ανεστόπουλος. Στις 45 στροφές έχει τραγουδήσει 19 τραγούδια. Επίσης έχει συνεργαστεί με τους: Παναγιώτη Κοκοντίνη, Τάσος Χαλκιά, Βασίλη Σούκα, Βασίλη Μπατζή, Αθανάσιο Χαλιγιάννη και Γιώργο Ανεστόπουλο».
Split 45άρι το σημερινό διαφημιστικό δισκάκι από την Margophone. Στην πρώτη πλευρά ο Ματθαίος Φελώνης στο τραγούδι και ο Τάσος Χαλκιάς στο κλαρίνο στο πολύ όμορφο τσάμικο ¨Εσείς πουλιά των Γρεβενών¨ του 1957 στις 78 στροφές (επανακυκλοφορία το 1962). Εδώ και η αναφορά στο Θόδωρο Ζιάκα.
 Στη δεύτερη πλευρά ο Παναγιώτης Κοσμέτος με τον Αθανάσιο Χαλιγιάννη σε ένα τραγούδι του 1966. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία για τον Κοσμέτο δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

639. COLUMBIA 7187-F ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΚΟΥΤΟΥΛΙΑ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ 1939

Καλλέργης Μιχάλης- Κουτούλια Χαρίκλεια COLUMBIA 7187-F Στης μαντζουράνας τον ανθό - Σ' είδα απόψε στο όνειρο μου 1939- 78rpm- 10''

«Ο Μιχάλης Καλλέργης (βλέπε και ανάρτηση 453) γεννήθηκε το 1900 στον Κότρωνα Λακωνίας. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου υπηρέτησε ως στρατιώτης, εγκαταστάθηκε στα Μανιάτικα του Πειραιά και εργαζόταν ως τραγουδιστής στα δημοτικά κέντρα της Αθήνας Έλατο, Πλάτανο, στου Μαυρομάτη στο Βοτανικό κ.α. Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με τον Νίκο Καρακώστα, και τον Γιώργο Ανεστόπουλο αρκετά τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου. Η φωνή του ήταν χαρακτηριστική, καθαρή και διαπεραστική. Στην διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πήγε και έμεινε τρία χρόνια στην Αρκίτσα Αταλάντης, όπου τον φιλοξενούσε ο κλαρινίστας Γιώργος Ανεστόπουλος. Ενώ ήταν στην Αρκίτσα, το 1943 κάποιοι αντάρτες έκαναν σαμποτάζ σε βάρος των Γερμανών και αυτοί για αντίποινα μπήκαν στο χωριό και συνέλαβαν μεταξύ των άλλων και τον Μιχάλη Καλλέργη. Τον ρωτούσαν ποιος είναι κι αυτός τους απαντούσε οργανοπαίχτης. Οι Γερμανοί νόμισαν ότι είναι όργανο-μέλος κάποιας οργάνωσης αντιστασιακών και τον χτύπησαν άγρια στο κεφάλι.
Στη συνέχεια τον φυλάκισαν για κάποιες μέρες, ώσπου μεσολάβησε ο πρόεδρος της Αταλάντης Ηλίας Κανδώρας και ο γιατρός Βελόπουλος και τον άφησαν. Από τον ανηλεή όμως ξυλοδαρμό ο Μιχάλης Καλλέργης υπέστη νευρικό κλονισμό. Το 1946 σταμάτησε οριστικά το τραγούδι. Ο ψυχικός του κόσμος κλονίστηκε ανεπανόρθωτα και το 1947 κλείνεται στο δημόσιο ψυχιατρείο Αθηνών στο Δαφνί, όπου και έμεινε δέκα χρόνια. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1957.

Έχει τραγουδήσει 79 τραγούδια δημοτικά από τα οποία τα 35 είναι δικές του συνθέσεις. Το πρώτο τραγούδι που τραγούδησε είναι το « Τρικαλινιά μου πέρδικα» τον Νοέμβριο 1934 και τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Νίκος Καρακώστας. Ο γιος του Τάκης Καλλέργης διετέλεσε επί χρόνια βασικό στέλεχος στο λαϊκό συγκρότημα του Βασίλη Τσιτσάνη.»

Εξαιρετικός ο Μιχάλης Καλλέργης στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Εδώ όπως αναγράφετε και στις ετικέτες με το δημοτικό συγκρότημα της Χαρίκλειας Κουτούλια, η οποία έγραφε στίχους και έκανε και τις συνθέσεις. Στο συγκρότημα αυτό κλαρίνο έπαιζε ο Γιώργος Ανεστόπουλος και σίγουρα ξεχωρίζει στο ¨Σε είδα απόψε στο όνειρο μου¨ (παρότι δεν αναγράφετε στις ετικέτες). Στο ¨Στης μαντζουράνας τον ανθό¨ μου κάνει και Καρακώστας αλλά με επιφύλαξη. Δυστυχώς δεν υπάρχουν οι ετικέτες στην Ελληνική Columbia που ίσως αναγράφανε περισσότερα στοιχεία.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

638. HIS MASTER'S VOICE AO 2888 ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1949

Καλογρίδης Γεώργιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) HIS MASTER'S VOICE AO 2888 Συρτός Κεφαλοβρυσιανός - Πεντοζάλια Αμαριώτικα 1949- 78rpm- 10''

«Ο Γιώργος Καλογρίδης (βλέπε και αναρτήσεις 32, 198, 285 και 392) γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1923 (χωριό που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την κρητική μουσική παράδοση του 20ού αιώνα, αναθρέφοντας μερικούς από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της) και πέθανε στην Αμερική το 1999.
Στα δεκατέσσερά του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες Στεφανή Βασιλάκη (Κονδύλη) και Γιώργη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιώργη).
Η Κατοχή τον βρίσκει στο Σπήλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί για μικρό διάστημα. Την περίοδο αυτή (1949) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, «Πολλές φορές στον ύπνο μου», που θεωρείται τραγούδι τόσο κλασικό όσο η «Ιτιά» για τη Ρούμελη και ο «Αμάραντος» για το Μοριά. Συνολικά τη δεκαετία 1946-1956 ηχογράφησε είκοσι τραγούδια, ορισμένα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεσή τους, την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαίρετη φωνή του ίδιου του Γ. Καλογρίδη, φωνή που σπανίζει σήμερα. Σε κάποιες από τις ηχογραφήσεις του συνεργάστηκε με την εξαίρετη τραγουδίστρια Ειρήνη Μπριλλάκη Καβακοπούλου, επίσης Σπηλιανή, με την οποία ηχογράφησε το ριζίτικο «Τρώτε και πίνετ' άρχοντες» και το παραδοσιακό συρτό «Στον ουρανό θε ν' ανεβώ (συρτός πρώτος)».
Αξίζει να σημειωθεί εξάλλου η ιδιαίτερη προσοχή που επιδεικνύεται από το Γιώργη Καλογρίδη στην επιλογή των μαντινάδων, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στην επίτευξη της υψηλής ποιότητας που χαρακτηρίζει το έργο του. Όλες οι ηχογραφήσεις του έγιναν με τη συνεργασία των δύο γνωστών και καταξιωμένων Σπηλιανών λαουτιέρηδων αδελφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη (οι Μαρκογιάννηδες εξάλλου ήταν και οι μεγάλοι και βασικοί συνεργάτες του άλλου μεγάλου Σπηλιανού λυράρη, του Θανάση Σκορδαλού).
Ο προικισμένος λυράρης ξενιτεύεται το 1966 στη Νέα Υόρκη, ενώ το 1977, έπειτα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το χρυσό του χέρι παραλύει, στερώντας από τον ίδιο αλλά και από τη μουσική μας γενικότερα την ευκαιρία για νέες συνθέσεις του. Ωστόσο η μέχρι τότε μουσική του προσφορά παραμένει, για να σημαδέψει την πορεία της μουσικής μας παράδοσης, και στοιχειοθετεί την υποχρέωση μιας απέραντης ευγνωμοσύνης από μέρους της μουσικής Κρήτης.

Ο Γιώργης Καλογρίδης δεν είναι εύκολο να προσωπογραφηθεί. Ανήκει στη μεγάλη γενιά καλλιτεχνών που ερωτεύθηκαν τη μουσική μας και την ανέβασαν πολύ ψηλά σε κείνα τα δύσκολα χρόνια. Στους πρωτομάστορες και μεγαλουργούς της κρητικής μουσικής παράδοσης.
Οι σκοποί και τα τραγούδια του, πάντοτε τρυφερά σαν την ψυχή του, διακρίνονται για τη γλυκύτητα και τον ερωτισμό τους. Δείγματα επιδεξιότητας, απλότητας, ρυθμού και ισορροπίας και προπαντός σεβασμού. Όσοι γλέντησαν με τη λύρα του είναι σε θέση να πουν πολύ περισσότερα για τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Καλογρίδη, τον τραγουδιστή του έρωτα. Κρίμα που η μοίρα στέρησε πρόωρα από μας και τη μουσική μας μια τέτοια καλλιτεχνική φυσιογνωμία. Σίγουρα, αν κρατούσε ακόμη το δοξάρι, η Κρήτη και η δημοτική μας μουσική θα είχαν να επιδείξουν ακόμη μεγαλύτερο και σπουδαιότερο έργο.

Όπως και να 'χει το πράγμα όμως, θα αποτελεί σημείο αναφοράς της κρητικής μουσικής του χθες και του αύριο.

Ο Γιώργος Καλογρίδης πέθανε στην Αμερική το 1999.»

Ο δεύτερος από τους τρεις γραμμοφωνικούς δίσκους του Καλογρίδη στη σημερινή ανάρτηση. Στο λαούτο ο Μαρκογιάννης. Μετέπειτα έκανε ντουέτο με τον Μαρκοβαγγέλη. Αρκετά παιγμένος ο δίσκος αλλά χωρίς να χάνει την μαγεία του. Ο γνωστός ¨Κεφαλοβρυσιανός συρτός¨ ή όπως έγινε γνωστός ¨Πολλές φορές στον ύπνο μου¨. Στην άλλη πλευρά έχουμε τα ¨Πεντοζάλια Αμαριώτικα¨ που προσοχή δεν είναι τα ίδια με τα ¨Αμαριώτικα Πεντοζάλια¨ που έχει συμπεριληφθεί στη συλλογή ¨Πρωτομάστορες¨ του Αεράκη (εκεί παίζει λαούτο ο Μαστράς).

Οι παραπάνω (τρεις) αδημοσίευτες φωτογραφίες του Καλογρίδη, από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Χατζηαντωνίου (Greekdiscography). Ένα τεράστιο ευχαριστώ για την προσφορά του.  

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

637. PANIVAR PA 589 ΣΚΕΥΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΑΔΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ- ΒΕΡΥΚΟΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1974

Σκευάκης (Διακουμάκης- Σκεβάκης) Νίκος- Καδιανός Νικόλας- Βερύκοκος Δημήτρης PANIVAR PA 589 Σκληρά η τύχη με κτυπά - Οσάχω κτίσει στη ζωή 1974- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Σκευάκης (Διακουμάκης- βλέπε αναρτήσεις 7, 177 και 381) γεννήθηκε στο Τυμπάκι Πυργιωτίσσης του Νομού Ηρακλείου τον Γενάρη του 1931. Γιος του Γιώργη Διακουμάκη και της Γεωργίας το γένος Καβαδάκη..
Το 1938 πήγε στο δημοτικό αλλά το 1941 βγήκε μια κι όξω όπως ο ίδιος λέει..πήγε μέχρι την Τρίτη δημοτικού γιατί ήρθε η Γερμανική Κατοχή. Εκείνα τα πέτρινα χρόνια που το Τυμπάκι ισοπεδώθηκε από τους Γερμανούς  ο Νίκος ο Σκευάκης ήταν δέκα χρονών.
Η πρώτη του λύρα ήταν ένα φύλο από αθάνατο που είχε το σχήμα της λύρας και ο Νίκος ο Σκευάκης με το μαχαιράκι του το διαμόρφωσες σε λύρα με χορδές από γερμανικά καλώδια και η χαρά του ήταν τεράστια, 14 χρονών ντελικανιδάκι στο μποστάνι τους στην Πυργιώτισσα.
Έπαιζε όμως πιο πριν ο Νίκος ο Σκευάκης και μπουκόλυρα και με την κουτάλα κάνοντας τον λυράρη και έπαιξε λύρα χωρίς να του έχει δείξει ποτέ κανείς, ήταν έμφυτο, θεόσταλτο. Αυτοδίδακτος και αυθεντικός..
Όταν άκουσαν τον ο Νίκο Σκευάκη πρώτη φορά στο μετόχι να παίζει μαγικά ενθουσιάστηκαν στο Τυμπάκι οι χωριανοί και τον έσπρωχναν να τον πάνε στην πλατεία του χωριού για να τον δει ο κόσμος σαν ένα φαινόμενο.
Ο Νίκος ο Σκευάκης καθότανε μόνος τα βράδια στον στάβλο με τον λύχνο και έπαιζε όλη νύχτα γιατί αυτό ήταν που του άρεσε να κάνει..
Μια βραδιά τον άκουσε ο πατέρας του να παίζει και εντυπωσιάστηκε και την επομένη τον πήγε στο Ηράκλειο για να του πάρει την πρώτη επαγγελματική λύρα.
Από την ηλικία των 14 ετών έγινε λάτρης της Κρητικής λύρας ενός οργάνου που δεν άφησε ποτέ από τα χέρια.
Τον Νίκος Σκευάκη τον αποκαλούσαν το παιδί με τα ξανθά μαλλιά. 16 χρονών η φήμη του ήταν ξακουστή παντού και ήταν περιζήτητος. Κάθε βράδυ καντάδες και παρεάκια και γλέντια. Τότε πρωτόπαιξε και στο πρώτο του γλέντι που έγινε χαμός
Το 1969 εγκατέλειψε το Τυμπάκι και σαν ανήσυχος καλλιτέχνης και άνθρωπος κατάφερε και τραγούδησε σε πολλά κέντρα της Αθήνας με τεράστια επιτυχία.
Πρώτο του κέντρο το κέντρο «ο σύντεκνος» στην πλατεία Κουμουνδούρου με συνεργάτη τον Νίκο Καδιανό από τους Βώρους που έγινε ο βασικός συνεργάτης του.
Το 1971 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τίτλο “Σκληρά η Τύχη με χτυπά” που σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Τραγούδησε για τους Κρήτες του εξωτερικού σε διάφορα μέρη του κόσμου όπως ο Καναδάς, η Αμερική, η Αφρική, η Αυστραλία, η Κύπρος και πολλές χώρες τις Ευρώπης γνωρίζοντας την αποθέωση. Έγινε θρύλος στο εξωτερικό.
Αφού επέστρεψε στην Ελλάδα δημιούργησε το δικό του στέκι στην Αττική το πασίγνωστο κέντρο “Γοργόνα” .
Για 15 και πλέον χρόνια ο Νίκος Σκευάκης στην “Γοργόνα” έδωσε τον καλύτερό του εαυτό διασκεδάζοντας με τον μοναδικό του τρόπο τους Κρήτες της Αττικής και όχι μόνο.
Από την Γοργόνα περάσανε όλοι οι καλλιτέχνες και όλοι οι σύλλογοι.
Η Κρητική μουσική οφείλει πολλά στον Νίκο Σκευάκη που συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε κάποιες από τις συνεργασίες του Νίκου Σκευάκη, με τον Νίκο Αλεφαντινό, τον Μανώλη Κακλή, τον Βασίλη Κατσαμά, τον Νίκο Καδιανό, τον Ανδρέα Βαρβατάκη κ.α.
Οι επιτυχίες του Νίκου Σκευάκη πολλές και διαχρονικές. Θα παίζονται μέχρι να υπάρχει Κρήτη και Κρητική Μουσική. “Απ’ την ζωή μου πέρασες”, “Γαρύφαλλο μου Κόκκινο”, “Σκληρά η Τύχη με χτυπά”, “Στον δρόμο μου τον σκοτεινό”, “Διώξε τσι μάνα τσι γιατρούς”, “Φωτιά με καίει και πονώ” είναι μερικές μόνο από τις δημιουργίες του σπουδαίου αυτού Ηρακλειώτη λυράρη.
Ο Νίκος Σκευάκης εκτός από λυράρης ήταν και καλός οργανοποιός έφτιαχνε με καμάρι τις λύρες και βιολόλυρές του.
Ο Νίκος Σκευάκης έφυγε τα ξημερώματα της Παρασκευής 21 Απριλίου 2023 μετά από χρόνια προβλήματα υγείας.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

636. MINOS 5245 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1971

Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) MINOS 5245 Νυχτοπούλι καθ' αργά - Συρτός Πισκοπιανός 1971- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Μανιάς, το "Αηδόνι της Κρήτης", γεννήθηκε το 1931 στην Επισκοπή Ρεθύμνου. Από πολυμελή αγροτική οικογένεια, στερνοπαίδι του Γιώργη και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, ο Νίκος Μανιάς έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέρφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Η σχολική μόρφωσή του σταμάτησε στην ηλικία των 8 ετών, με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συνέβη και σε πολλούς συνομηλίκους του. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής τα πέρασε στον κάμπο του χωριού του, συνδράμοντας με τη βοσκική το βιοπορισμό του σπιτιού του, όταν δεν υποχρεούταν από τους κατακτητές σε καταναγκαστική εργασία, «προνόμιο» των νεώτερων μελών των ντόπιων οικογενειών. Το κλίμα της περιόδου εκείνης βαρύ και μουντό, όμως ο κόσμος ζεστός και πρόθυμος, οι διαπροσωπικές σχέσεις ουσιαστικές κι άμεσες, απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων να αισθάνονται ασφαλείς, προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν.
«Με μεγαλώσανε πολλές μανάδες» έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Νίκος Μανιάς αναφερόμενος στην αλληλεγγύη των γυναικών του χωριού στην ανατροφή των παιδιών. Ανεξίτηλες ήταν πάντοτε μνήμες από γειτονιές λιτές και φτωχικές, αλλά πλούσιες σε χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που λες και ανυπομονούσαν μετά τον κάματο της μέρας να έρθει η ώρα της βεγγέρας. Μικρές, αλλά πολύβουες παρέες γύρω από τις παρασιές το χειμώνα, στα στενά ή στις αυλές το καλοκαίρι, για να αποσπερίσουν και να τραγουδήσουν τους καημούς και τις πίκρες τους, πολύ συχνά με την συνοδεία μαντολίνου, ξεφεύγοντας από τα προβλήματα της σκληρής καθημερινότητας.» Παρακάτω μερικά απ’τα λεγόμενα του:
“Σαν παιδιά, σαν παιδιά του χωριού παιδιά, τα χρόνια αυτά τα χρόνια τα δύσκολα, κουβεντιάζω τώρα για το ’46, ‘45, κ.λπ., εκάναµε παρέες στα σπίτια. Επαίρναµε ένα πιατάκι φαΐ από το σπίτι µου, ένα πιατάκι φαΐ από του Μανόλη και συγκεντρωνόµεθα σε ένα σπίτι, πέντε – έξι παιδιά και κάναµε λοιπόν παρέα.
Και µετά βγαίναµε στον δρόµο καντάδα. Αγκιαλιαζόµεθα ο ένας µε τον άλλον και τραγουδούσαµε λοιπόν και γυρίζαµε στα στενά. Τέλος πάντων. Ετραγουδούσα εγώ καλά, πολύ ωραία, από τότε. Θυµάµαι ότι µας εφωνάζανε στα καφενεία και µου λέγανε ‘καναρίνι’, ‘καναρίνι’, εµένα. Και µου λέγανε και έλα δω, και έλα δω, τέλος πάντων…”
“Μετά το ‘45 µε ’46. Το ‘47 είχα ένα θείο στην Αµερική, του πατέρα µου αδερφό, Μανιά, και ήρθε λοιπόν και κάναµε κάποια παρέα στο σπίτι µας, του θείου µου κάναµε ένα ρεφενέ εκεί πέρα, και µε βάλανε λοιπόν εκεί πέρα και τραγούδησα. Και µου λέει «εσύ κακοµοίρη τραγουδείς καλά και επειδής επαίζει ο πατέρας σου µαντολίνο, να σου πάρω βρε µια λύρα». Εγώ λοιπόν ούτε ναι ούτε όχι δεν του είπα. Τον επηρεάσανε οι συγγενείς µου, η παρέα µας. Μου λέει «αύριο το πρωί θα πάµε στου Σταγοµανόλη να πάρουµε µια λύρα, από το Ρέθυµνο».
«Στο χωριό µου υπήρχε ένας Φυσάκης, όπως σας είπα, λυράρης, και κάποιος Μαυράκης σε ένα άλλο χωριό δίπλα, στη Φλακί. Αυτός ο Μαυράκης ήταν τακτικά στην Επισκοπή σε γάµους ερχότανε, τακτικότατα. Και πιάνει λοιπόν µετά από κάνα δυο µήνες, αυτός µάλλον εφοβήθηκε ότι θα του κάνω αντίπραξη, θα του φάω τα γλέντια. Και µου λέει λοιπόν, «μώρε Νικολιό να πάρεις λαούτο, να πάρεις λαούτο και ν’ αφήσεις τη λύρα», µου λέει «και εγώ να σε παίρνω κακοµοίρη στα γλέντια, µου λέει, και να βγάζεις λεφτά και τα λοιπά…». 
Ναι, ναι λοιπόν, µε είδες κάποιες φορές µετά και µε επηρέασε λοιπόν, και λέω του αδερφού µου «µωρέ συ, τη λύρα δεν την θέλω. Θα πάω από τα Χανιά να πάρω ένα λαούτο». «Γιάντα µωρέ»; «∆εν το θέλω µωρέ γιατί είναι δύσκολο και τα λοιπά… η λύρα είναι δύσκολη» του λέω”.“
 Επήρα λοιπόν, το λαούτο, και το ‘χα κάνα µήνα, ούτε µου ‘δείξεν άνθρωπος. Έπαιζα εγώ, µα τι έπαιζα τώρα…; Ο θεός κατέει. Και κάθοµαι σ’ ένα καφενείο του χωριού µου µε άλλον έναν φίλο µου και έρχεται λοιπόν κάποιος γαµπρός που παντρευόταν στην Επισκοπή και µου λέει «βρε Νικολιό να έρθεις να παίζεις στο γάµο µου». Του λέω «δεν ξέρω βρε να παίζω όργανο, ίντα να παίζω». «Όχι µου λέει θα έρθεις εσύ». Η παρέα του λοιπόν λέει να έρθω εγώ, «βρε Μανόλη του λέω δεν µπορώ, ίντα θα κάνω να µε κοροϊδεύει ο κόσµος». «Όχι, θα ‘ρθεις». Εσηκώθηκα λοιπόν και πήγα µε αυτόν το Μαυράκη, κι έπαιξα. Με τον χωριανό µου. Επαίξαµε λοιπόν και θυµάµαι και βγάλαµε 12.000 οκάδες λάδι, οκάδες λάδι, τα δυο βράδια, Σάββατο και Κυριακή, στο λόγο της τιµής µου, ναι…”
“Το… ‘52 µε ‘53. Γράψαµε µε τον Μούντη τον Ζητιάνο, έγραψα εγώ Τα δυο σου χέρια να κρατώ  µοναχός µου, ετότες κάπως λοιπόν πήρα πάνω µου και εφάνηκα.
Με τον Μουντάκη συνεργάστηκα είκοσι τέσσερα χρόνια, είκοσι τρία χρόνια. Με τον Σκορδαλό πάρα πολλά χρόνια. Με τον Κλάδο, τον Καλοµοίρη, µε τον Σωπασή, µε τον Γεράσιµο τον Σταµατογιαννάκη. Με τον Τζαγκαράκη, το Σκαλίδη, το Σταυρακάκη… Με όλους τους καλλιτέχνες της Κρήτης. Αλλά η περισσότερη συνεργασία ήτανε µε τον Κώστα τον Μουντάκη”.
“Ήτανε ο Μαρκογιάννης, ήτανε ο Μπαξεβάνης, ο Μπαξεβάνης βέβαια δεν έπαιζε όπως τον Μαρκογιάννη το λαγούτο, ετραγουδούσε πάρα πολύ ωραία,  έπαιζε και λαγούτο. Ο Κουτσουρέλης”. Τον Ψύλλο τον εθυµάµαι σαν τον νέο. Ήτανε και χασάπης και θυµάµαι την κόκκινη ποδιά που φορούσε. ∆εν τον θυµάµαι να παίζει καθόλου. Άκουγα όµως ότι ήτανε ωραίος και τα λοιπά. Το πρότυπο µου ήτανε ο Μαρκογιάννης. Μέχρι που ήρθε και έπαιζενε στο σπίτι µου κοντά σ’ ένα πανηγύρι και το είχα πάρει το λαούτο λοιπόν, και πήγα και έκατσα δίπλα του και έβγαλα το λαούτο και ακούγανε πια το λαούτο παρά τη λύρα και µε άρεσε πάρα πολύ”.
“Είµαι πάρα πολύ ευχαριστηµένος, και στεναχωριέµαι γιατί τα παιδιά µου λίγο – λίγο θέλουν να σταµατήσω. Και εγώ κρατώ, εγώ άµα κάτσω στο πάλκο απάνω, είµαι σαν είκοσι πέντε χρονών. Είµαι ευχαριστηµένος, δόξα τω θεώ”. 
Στις 25 Μαΐου του 2012, το αηδόνι της Κρήτης σταμάτησε να κελαηδά.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 



Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

635. ZODIAC ZS 8203 ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1970

Μουφλουζέλης Γιώργος ZODIAC ZS 8203 Κάηκε μια συνοικία - Πούσουν μάγκα το χειμώνα 1970- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Μουφλουζέλης γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη, από μια πάμφτωχη οικογένεια. Τόσο φτωχή, που ο ίδιος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο μετά τη β’ δημοτικού, αφού ο αυστηρός κι απόμακρος πατέρας του αποφάσισε να τον πάρει μαζί του στην οικοδομή. «Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί. Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά. Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά. Ούτε στον εχτρό σου», είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του.
Μοναδικό αντίδοτο σε όλη αυτή τη μαυρίλα η μουσική και τα τραγούδια. Από όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού που κυκλοφορούσε τότε. Και ανάμεσα σε αυτά τα «κακά» ρεμπέτικα. «Από μικράκι αγάπησα το μπουζούκι και άρχισα να το γραντζουνάω. Ο πατέρας μου με απόπαιρνε: “Πάψε γιατί μας έχεις σπάσει το κεφάλι”», είχε εξομολογηθεί.
To πόσο τον επηρέασε η ζωή του, αποδεικνύεται από μια από τις πρώτες και ονομαστές του επιτυχίες. Το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο». Μόνο που αυτό κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’60. Μέχρι τότε ο νεαρός Γιώργος φροντίζει και μαθαίνει, μόνος του φυσικά, μπουζούκι. Και μάλιστα να κερδίζει τη ζωή του με αυτό, όπως έγινε το καλοκαίρι του 1934 που μαζί με ένα φίλο του γύριζαν τα νησιά, βγάζοντας τα προς τα ζειν τραγουδώντας.
Μετά τη στρατιωτική του θητεία και συγκεκριμένα το 1933, αποφάσισε να καταταγεί στη Χωροφυλακή, αφού ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής. Τον διορίζουν στην Σάμο, μόνο που δεν ήταν η δουλειά που του ταίριαζε, καθώς δεν ήθελε να μοιράζει μηνύσεις σε φτωχούς πολίτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πως όταν παρουσιάστηκαν αρκετοί από τους συναδέλφους του για να ζητήσουν απόλυση, ο Διοικητής κοίταξε να τους αλλάξει γνώμη και τους έπεισε να παραμείνουν στο Σώμα. Όταν έφτασε η σειρά του μετά από μια ματιά στο υπηρεσιακό του σημείωμα, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
– «Πότε είπαμε απολύεσαι;»
– «Το Σάββατο».
Και ο διοικητής του είπε: «Έλα αύριο να σε απολύσω».
Επιστροφή στη Μυτιλήνη, όπου κάνει όποια δουλειά προκύπτει, συν ότι τραγουδούσε και έπαιζε με το μπουζούκι του σε ταβέρνες και καφενεία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε μπουζούκι στον τόπο του και σε γύρω νησιά και «καταχωρήθηκε» ως μουσικός. Η αιτία; Εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, γιατί θεωρείτο επαιτεία. Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικός ή μάλλον όπως έλεγε και ο ίδιος μουσικάντης. «Μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης», είχε γράψει και ο ίδιος.
Κάπου εκεί παντρεύεται την πρώτη του σύζυγο, την Παναγιώτα. Έζησαν μαζί 15 χρόνια. Με πολύ φτώχεια, αλλά και πολύ αγάπη. Δυστυχώς εκείνη έφυγε από καρκίνο, κάτι που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Μουφλουζέλη.
Όσες φορές μπορούσε, από τη δεκαετία του ’30 ανέβαινε στην Αθήνα. Κυρίως για να προσπαθήσει να κάνει πράγματα στο τραγούδι. Φυσικά για να επιβιώσει έκανε ότι δουλειά εύρισκε. «Έχω κουβαλήσει τόνους ολόκληρους, τσιμέντο κι ασβέστη με το πηλοφόρι. Δούλεψα στην αρχή, στην Πατησίων, απέναντι από το Μινιόν που ήταν ψιλικατζίδικο και πουλούσε κουμπιά και κουβαρίστρες» είχε εξομολογηθεί.
Το 1958 είναι πια στην Αθήνα. Συχνάζει κυρίως στα στέκια των μουσικών, ενώ έχει αρχικά ξεκόψει από την παρέα με τους ρεμπέτες, αν και η ψυχή του ήταν εκεί. Η αιτία ήταν ότι δεν μπορούσε όλο αυτό το κλίμα με τις ναρκωτικές ουσίες. Ο Μουφλουζέλης ήταν του αλκοόλ, ποτέ δεν είχε σχέση με ναρκωτικές ουσίες και γι’ αυτό ίσως δεν άφησε και κανένα χασικλίδικο τραγούδι.
Και φτάνουμε στο 1962. Όπως έχει πει ο ίδιος :«Καθόμουν ένα βράδυ σουρωμένος έξω από το σπίτι που έμενα στη Μυτιλήνη. Έβλεπα απέναντι μου τα σπιτάκια πάνω στις ανηφοριές. Έβλεπα κι ένα παλικάρι που ανεβοκατέβαινε και μια κοπέλα, ψηλή, μελαχρινή, με κοτσίδα.
Και τότε μου ήρθε η έμπνευση κι έκανα στο μυαλό μου τον στίχο:
«Ανεβαίνω σκαλοπάτια
ανεβαίνω ανηφοριές
για να δω τα δυο της μάτια
που μ’ ανάψανε φωτιές».
Και συνεχίζει την αφήγηση: «Λίγο αργότερα έρχεται στο νησί ο Νίκος Ξανθόπουλος. Το άκουσε το τραγούδι. Το ’παιξα γιατί με κέρασε ένα ουζάκι και μου ‘δώσε κι ένα δίφραγκο. Όταν ήρθα στην Αθήνα, μετά από μια περιοδεία μου στο νησί, πήγα στο γνωστό μπαράκι της οδού Ίωνος, στη Ομόνοια. Εκεί που σύχναζαν όλοι οι μουσικάντηδες κι όλοι οι τραγουδιστάδες. Ο Καλδάρας άκουσε το τραγούδι, του άρεσε, το μαγνητοφώνησε. Και το ‘βγαλε σε δίσκο, με τον Αντώνη Ρεπάνη. Μετά το τραγούδησε κι ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης. Όμως δεν μπήκε τ’ όνομά μου σε δίσκο».
Και μπορεί ο Καλδάρας να «διόρθωσε» αργότερα το λάθος δεν συνέβη όμως το ίδιο και σε κάποια άλλα τραγούδια του. Για παράδειγμα το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο», με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ως συνδημιουργός του κομματιού εμφανίζεται εκβιαστικά ο Μπάμπης Μπακάλης. Τα ίδια δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι τραγούδια του, έγιναν γνωστά με ονόματα άλλων κι εκείνος έπαιρνε ως αντάλλαγμα 100, 200 ή 300 δραχμές, αναλόγως πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.
Για αυτόν που έλεγε πάντα τα καλύτερα ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. «Ο Τσαουσάκης ήταν ένας πραγματικός… Πρόδρομος στη ζωή και στο τραγούδι. Είχε μεγάλη καρδιά. Ήταν τίμιος, φιλότιμος, δίκαιος, πονόψυχος. Και πάνω απ’ όλα ήταν ο πιο φίνος μάγκας στο τραγούδι», είχε πει.
Ήταν Αριστερός, κάτι που το ήξεραν το συνάφι. Και όχι μόνο. Ο ίδιος είχε διηγηθεί το παρακάτω περιστατικό που συνέβη μέσα στην χούντα το 1972: «Δούλευα τότε σε μια μπουάτ. Τραγουδούσα ένα ρεμπέτικο δικό μου τραγούδι, τον “Ωρωπό”.
Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι “ο Μουφλουζέλης τραγουδάει τον Ωρωπό”. Νόμιζαν ότι επρόκειτο για το γνωστό αντιδικτατορικό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Ένα βράδυ η μπουάτ γέμισε από αστυνομικούς με στολή και πολιτικά. Περίμεναν ν’ ακούσουν τον… “Ωρωπό”. Ίσως ήθελαν να με πιάσουν ή να μου κάνουν παρατήρηση. Τους απογοήτευσα, όμως: “Στον Ωρωπό περνάμε φίνα
πιο καλά κι απ’ την Αθήνα…”», έλεγε το τραγούδι. Που φυσικά δεν είχε κανένα πολιτικό μήνυμα.
Λίγο νωρίτερα παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Απέκτησε ένα γιο, τον Σταύρο –που είναι και εκείνος μουσικός. Μόνο που η γυναίκα του, τους εγκατέλειψε. «Ζω με το παιδί μου, τον Σταύρο. Ξέρετε τι πέρασε αυτό το παιδί; Από τη στιγμή που γεννήθηκε το ‘χω κοντά μου. Εγώ το ντάντευα. Η μάνα του δεν ήταν σε θέση να το βοηθήσει. Κι όταν ήταν μωρό ο Σταύρος (αυτό το ξέρει ο κόσμος) κι εγώ τραγουδούσα, το ‘παιρνα στα καμαρίνια των μαγαζιών που δούλευα. Μεγάλωσε κοντά μου, γεμάτο στερήσεις το παιδί. Τώρα είναι σωστό παιδί. Και γι’ αυτό είμαι περήφανος.» είχε πει σε συνέντευξή του.
Στη Μεταπολίτευση γίνεται ξανά μόδα το ρεμπέτικο.
Ο Μουφλεζέλης βιώνει μια δεύτερη καριέρα, ενώ ανάμεσα στις εμφανίσεις του ήταν και σε κάποια επεισόδια της σειράς Το μινόρε της αυγής. Ο δημιουργός της σειράς Φώτης Μεσθεναίος, στηρίχτηκε σε πολλά στοιχεία της ζωής του, ενώ έγραψε και τη βιογραφία του. Το όνομά του Μουφλουζέλη άρχισε να γίνεται γνωστό σε μεγάλη ηλικία. Λίγο πριν γίνει αυτή η αναβίωση, ο ίδιος έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε σε διάφορα μαγαζιά και ο γιος του, μετά έβγαζε το κλασικό πιατάκι.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε σε ένα υπόγειο στο Γαλάτσι. Για να πάει κάποιος έπρεπε να κατέβει 8 σκαλιά. Ο ίδιος το έλεγε «Γεντί κουλέ». Όσο για τα εισοδήματα του; Σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη, όπου είχε δώσει μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ζούσε με 10.000 δραχμές το μήνα –απ’ τον ΟΓΑ. Έπαιρνε και κάποια ποσοστά απ’ τους δίσκους, αλλά «αυτά δεν πουλιούνται πια». Στη συνέχεια του ρεπορτάζ αναφέρεται ότι οι γείτονες του βάζουν στο χέρι χρήματα, τον επισκέφτονταν και ο φούρναρης του έδινε ψωμί.
Σε ερώτηση του δημοσιογράφου αν θα έπρεπε η πολιτεία να του δώσει μια σύνταξη, εκείνος απάντησε: «Πώς να ζητάω; Ο Μουφλουζέλης είμαι».
Το τελευταίο του όνειρο ήταν να μπορέσει να πάει σε ένα γηροκομείο στην Μυτιλήνη. «Θα’ θελα να πάω στο γηροκομείο της Μυτιλήνης, μήπως βρω και κανέναν γνωστό. Να’ χω κι εγώ ένα δωμάτιο πάνω από τη γη».
Όσο για το τι είναι ρεμπέτης, από την απάντηση του, αποκωδικοποιείται η όλη του στάση απέναντι στη ζωή. Όπως είχε πει: «Ο ρεμπέτης ήταν ένας άνθρωπος που άμα του ζητούσες ένα δίφραγκο για φασολάδα θα στο έδινε. ‘Ήταν αυτός που βοηθούσε και δεν ήθελε τα λεφτά να γίνει εκατομμυριούχος. ‘Ήθελε να πιεί τέσσερα ούζα, να ακούσει ή να παίξει ένα τραγουδάκι και να κοιμηθεί. ‘Ήταν ένα ξέγνοιαστος, ένας πιο ελεύθερος άνθρωπος».
Ο Γιώργος Μουφλουζέλης απεβίωσε το 1991.»
"Πούσουν μάγκα το χειμώνα, που την είχες την κρυψώνα.
Ήμουνα στη γη βελόνι, που πατάς και σ' αγκυλώνει..."    
Λίγα για τον Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του από τον Λεωνίδα Σπανό και το εργαστήρι του. 
Το ¨Κάηκε μια συνοικία¨ φυσικά εμπνευσμένο από το ¨Κάηκε ένα σχολείο¨ του Κωστή Μπέζου. 
Το μάγκικο¨Πούσουν μάγκα¨ αφιερωμένο στους κόρακες-κόλακες (μιλάς με γρίφους γέροντα). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).