Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

570. ODEON GA 7973 ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑΝΝΑ- ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΖΑΚ 1958

Χατζοπούλου Μαριάννα (Τυφλό αηδόνι- Τυφλή τραγουδίστρια)- Ιακωβίδης (Μπενβενίστε) Ζακ ODEON GA 7973 Ζαχάρω (Συρτό) - Κάνε κότσο τα μαλλιά σου (Καλαματιανό) 1958- 78rpm- 10''
 
«Η Μαριάννα Χατζοπούλου (βλέπε και ανάρτηση 222) γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα. Η καταγωγή της Ναξιώτικη. Από παιδί αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την όρασή της.
Σε όλη της τη ζωή «μισόβλεπε». «Μπορεί η όρασή μου να μη με βοηθά να βλέπω καλά, άλλα βλέπω καθαρά τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής μου» είχε πει σε συνέντευξή της η Ναξιώτισσα Μαριάννα Χατζοπούλου που έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως η «τυφλή τραγουδίστρια», λόγω μιας σοβαρότατης πάθησης των ματιών, που συνέβη στη διάρκεια του τοκετού της μητέρας της.
Ξεχώρισε για το χάρισμά της σε ακρόαση του Μίμη Πλέσσα στο Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και στη συνέχεια μαγνήτιζε το κοινό με τις ερμηνείες της μέσα από τις ραδιοσυχνότητες.
Με τη «Ζαφείρα» του σπουδαίου στιχουργού και κυνηγού ταλέντων Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) και σε μουσική του Άκη Σμυρναίου, έλαμψε λίγο μετά τα μισά του ’50. Ακολούθησαν μεγάλες επιτυχίες τραγούδια των Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Κοφινιώτη, Μωράκη, Μάνεση, Μαρκέα όπως τα «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Τα φύλλα κιτρινίσανε», «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Άλλος σ’ αγάπησε άλλος σε παίρνει», « Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος», «Όσα λουλούδια μάδησα», «Δεν μετανιώνω που σ’ αγάπησα πολύ» κ.ά.
Η δημοτικότητά της χτυπούσε κόκκινο. Στους διαγωνισμούς του Ντομινό και άλλων περιοδικών της εποχής το όνομά της βρισκόταν στις πρώτες θέσεις. Ο κόσμος μαγεύονταν απ’ το «τυφλό αηδόνι» όπως την αποκαλούσαν. Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα και ερμήνευσε κορυφαίες επιτυχίες. Συμμετείχε μάλιστα στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» ντυμένη Τσιγγάνα δίπλα στην τραγουδίστρια Λάουρα.
Μάλιστα όπως τόνιζε και η Γιώτα Λύδια στην βιογραφία της, στην Columbia όπου αρχικά την παρουσίασε ο Τσάντας και την απέρριψαν είχε δημιουργηθεί μεγάλος ντόρος με το όλο θέμα, μιας και η Χατζοπούλου αποτελούσε πλέον γερό όπλο της ανταγωνίστριας Odeon. Μάλιστα η Λύδια ντούμπλαρε στιγμές της… ενώ συνήθως συνέβαινε το αντίθετο στην «κόντρα» των δύο εταιρειών.
Η Μαριάννα Χατζοπούλου θα δουλέψει στα καλύτερα λαϊκά στέκια, αλλά και στα πιο ονομαστά κοσμικά κέντρα. Η φυγή της όμως στο εξωτερικό το 1961 και η δίχρονη παραμονή της σε Αυστραλία και Αμερική θα κοστίσουν στην καριέρα της. Στην επιστροφή τα δεδομένα είχαν αλλάξει.
Θα συνεχίσει στο εξωτερικό (Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Κύπρο, Λίβανο) και θα έχει μια διακριτική παρουσία στη δισκογραφία, σε εταιρείες μικρότερου βεληνεκούς.
Στην ζωή της θα κυριαρχήσει η λατρεία για τη θρησκεία και το Θεό, η οποία θα μετουσιωθεί και σε τραγούδια. Το Φλεβάρη του 2002 θα τραγουδήσει στο χορό των Ιεροψαλτών. Κατά την επιστροφή της στο σπίτι, το αυτοκίνητο στο οποίο μετέβαινε προσέκρουσε σε κολώνα της ΔEH. Υπέστη πολλαπλά κατάγματα και λίγους μήνες αργότερα έχασε τη μάχη.»
«Ο Ζακ Ιακωβίδης γεννήθηκε το 1928 στη Θεσσαλονίκη και ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν έμπορος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα πουλώντας οικιακά και γραμμόφωνα. Ο Ιακωβίδης ήταν γιος του περίφημου Μπενβενίστε που μαζί με τον συνέταιρό του, Αμπραβάνελ, πήραν τα δικαιώματα της Odeon Parlophone και έστησαν μία από τις πρώτες κραταιές δισκογραφικές εταιρείες στην προπολεμική Ελλάδα. Ο Ιακωβίδης μεγάλωσε στη γειτονιά της τότε πλατείας Αγάμων, σήμερα πλατεία Αμερικής. Στην κατοχή, όλη η οικογένεια συνελήφθη από τους Γερμανούς και εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέλσεν. Έζησε σε φριχτές συνθήκες αλλά κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από τρία βασανιστικά χρόνια. Το αστέρι που έφερε στο χέρι του και που δε δίσταζε να το δείχνει μέχρι το τέλος ήταν ντοκουμέντο της προσωπικής του οδύνης στα χρόνια της Κατοχής.
Ο Ζακ Μπενβενίστε, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό, τα δε τραγούδια του ερμηνεύονται από τις σπουδαιότερες φωνές μέχρι και σήμερα.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν το τραγούδι «Αγαπούλα» με τον Φώτη Πολυμέρη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τους Κούλα Νικολαΐδου, Νίκο Γούναρη, Τώνη Μαρούδα, Μαριάνα Χατζοπούλου, Ρένα Βλαχοπούλου, Παμέλα, Σοφία Βέμπο, Μαίρη Λίντα, Τζένη Βάνου, Τόλη Βοσκόπουλο, Δάκη και πολλούς άλλους. Ξεχωριστή η συνάντησή του με τον Γιάννη Πάριο, στο τραγούδι «Την αγαπούσα παραδέχομαι», σε στίχους του Πυθαγόρα.
Μερικές από τις αξέχαστες επιτυχίες του είναι τα: «Να το πάρεις το κορίτσι», «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», «Σαν της γαρδένιας τον ανθό», «Είναι μια ώρα δύσκολη, του χωρισμού η ώρα», «Την αγαπούσα, το παραδέχομαι», «Πού να ‘ναι ο ίσκιος σου Θεέ», «Έλα», «Βρέχει, ψιλοβρέχει», «Οι αμαρτίες μου».
Ο Ζακ Ιακωβίδης βραβεύτηκε, ανάμεσα σε άλλα, στα Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του 1962 και του 1966 και κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της «πρώτης Ολυμπιάδας Τραγουδιού» (1967), καθώς επίσης και το Α΄ βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1978 και το 1992.
Ο Ζακ Ιακωβίδης συνέβαλε στο ελληνικό τραγούδι με πρωτότυπες, για την εποχή του, μελωδίες γράφοντας όχι μόνο ελαφρά τραγούδια, αλλά και ρεμπέτικα, φεστιβαλικά, έντεχνα, ποπ, σατιρικά, δραματικές μπαλάντες, λαϊκά και θεατρικά.
Είχε γράψει μουσική και για δύο ιστορικές τηλεοπτικές σειρές, το «Λούνα Παρκ» του Γιάννη Δαλιανίδη (1976) και τη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου (1992).Τον Φεβρουάριο του 2011 τιμήθηκε στον Παρνασσό για την προσφορά του στον πολιτισμό από τον Σύλλογο Φίλων της Ελαφράς Μουσικής.
Ο Ζακ Ιακωβίδης απεβίωσε το 2015.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 

 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

569. COLUMBIA DG 7094 ΜΕΛΑΓΙΑ ΜΑΓΙΑ- ΜΟΥΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1954

Μελάγια (Τσιριγώτη) Μάγια (Μελπομένη)- Μουζάκης Γιώργος COLUMBIA DG 7094 Θέλω να τα σπάσω (Φοξ) -Κάνε μου τέτοια (Άλα Πασά μου) 1954- 78rpm- 10''
Η Μάγια Μελάγια (Μελπομένη Τσιριγώτη) γεννήθηκε το 1928 στην Πλάκα της Αθήνας και μεγάλωσε στο Παγκράτι. Υπήρξε σπουδαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια του μεταπολεμικού ελληνικού ελαφρού, λαϊκού και αρχοντορεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και ηθοποιός του θεάτρου, ιδιαίτερα της επιθεώρησης, και του κινηματογράφου. Θρυλική ερμηνεύτρια του ελαφρολαϊκού τραγουδιού τα χρόνια του ‘50 και του ‘60 (αλλιώς και αρχοντορεμπέτικου), με επιτυχημένες εμφανίσεις στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Δεν ξεχώρισε μόνο για την κοντράλτο φωνή της, αλλά και για τη σκηνική παρουσία και το μπρίο της. Θεωρήθηκε ένα από τα σύμβολα του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Πρωτοβγήκε στο τραγούδι στα 16 της, όταν την άκουσε μία γειτόνισσα να τραγουδά στην αυλή του σπιτιού της κι έπεισε τη μητέρα της να τη στείλει στο βαριετέ «Όασις» του Ζαππείου, που ειδικευόταν στην ανακάλυψη νέων ταλέντων. Μετά από ακρόαση προσελήφθη στο κέντρο με μαέστρο τον Μιχάλη Σουγιούλ κι εμφανιζόταν με το όνομα Μάνια Τσιριγώτη. Ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος ήταν αυτός που της άλλαξε το όνομα σε Μάγια Μελάγια, με το οποίο έγινε γνωστή. Η πρώτη της επιτυχία ήταν το ταγκό «Πώς με μεθάς», σύνθεση του Θεόδωρου Παπαδόπουλου (1947). Τη δεκαετία του ‘50 η καριέρα της απογειώθηκε, με τραγούδια, όπως τα «Θέλω να τα σπάσω», «Αδύνατον να κοιμηθώ», «Είναι αργά», «Άλα της».
Παράλληλα, εμφανίστηκε σε θεατρικές επιθεωρήσεις και σε κινηματογραφικές ταινίες («Τσαρούχι, πιστόλι, παπιγιόν», «Τρεις ντετέκτιβς», «Ραντεβού με τον έρωτα», « Η φτώχεια θέλει καλοπέραση»). Τέτοια ήταν η δημοτικότητά της, ώστε, όταν κάποτε η Κατίνα Παξινού θέλησε να προσεγγίσει με αυτοκίνητο το Θέατρο της Επιδαύρου όπου θα έδινε παράσταση, ο τροχονόμος τη σταμάτησε και όταν αυτή του ανέφερε το όνομά της, εισέπραξε την απάντηση: «Δεν μ' ενδιαφέρει κυρία μου, δεν περνάς ακόμα κι αν είσαι η Μάγια Μελάγια»!
Μετά τον χωρισμό της το 1965 με τον συνθέτη Γιώργο Μουζάκη, του οποίου υπήρξε η μούσα για πολλά χρόνια, έφυγε στην Αμερική, όπου ξεκίνησε νέα καριέρα κι έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στην ομογένεια. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Γουλάκο, αλλά μετά το θάνατό του το 1978 επέστρεψε στην Ελλάδα. Ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα στην Αγίου Μελετίου και δούλευε κυρίως σε μαγαζιά της επαρχίας.
Το 1981, κατά τη διάρκεια εμφάνισης της στον Πύργο Ηλείας, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και αποσύρθηκε οριστικά από το τραγούδι. Κατά την 50χρονη καλλιτεχνική της παρουσία συνεργάστηκε με πολλούς του χώρου της και κυρίως με τον Μανώλη Χιώτη, ενώ φέρεται να αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μούσα του Γιώργου Μουζάκη. Η Μάγια Μελάγια υπήρξε η δασκάλα της Σοφίας Λόρεν στο τραγούδι Τι 'ναι αυτό που το λένε αγάπη που τραγούδησε στην ταινία ¨Το παιδί και το δελφίνι¨ και έγινε διεθνής επιτυχία. Νονός του καλλιτεχνικού της ονόματος ήταν ο Ορέστης Λάσκος.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν πολύ δύσκολα, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι έγιναν ακόμη δυσκολότερα, όταν το 2009 έχασε την καρδιακή της φίλη Σπεράντζα Βρανά και το 2011 τη μοναδική της αδερφή, Στέλλα. Η Μάγια Μελάγια πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 86 ετών.»
«Ο Γιώργος Μουζάκης γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1922 στο Μεταξουργείο. Πρωτοεμφανίστηκε νωρίς στη μουσική, ως τρομπετίστας το 1938 και από το 1940 διατηρούσε δική του ορχήστρα. Το 1946 μπήκε στη δισκογραφία, κυκλοφορώντας τον πρώτο του δίσκο. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών (1939-1947) και συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση στην Αυστρία και Γερμανία (1952-1954).
Συνέθεσε περισσότερα από 450 τραγούδια και χιλιάδες μελωδίες για παραστάσεις και επιθεώρησης. Συνέδεσε το όνομά του όσο κανένας άλλος συνθέτης με τη χρυσή εποχή της επιθεώρησης τη δεκαετία του ‘50 και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε, άλλωστε, «ο βασιλιάς της επιθεώρησης».
Μεγάλες επιτυχίες του υπήρξαν τα τραγούδια: «Το Μονοπάτι», «Η Σκλάβα», «Θέλω να τα σπάσω», «Αδυναμία μου», «Ένας φίλος ήρθε από τα παλιά», «Σου σφυρίζω», «Σ αγαπώ σ’ όλες τις γλώσσες», «Βίρα τις άγκυρες», «Δεν πάω σπίτι μου απόψε», «Καλωσόρισες έρωτα» (συμπεριλήφθηκε το 1968 σε δίσκο από τον Φρανκ Σινάτρα), «Μάμπο Μπραζιλέιρο», «Εγώ θα σ’ αγαπώ» και «Έχω απόψε ραντεβού».
Το 1959 συνέθεσε τον «Ύμνο του Παναθηναϊκού» («Σύλλογος μεγάλος...»), σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη, με πρώτο ερμηνευτή τον Γιάννη Βογιατζή. Συνέθεσε ακόμα, μία συμφωνία, μία σουίτα και τη λαϊκή όπερα «Ο Μηνάς ο ρέμπελος».
Ο Γιώργος Μουζάκης έγραψε μουσική για πολλές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, από την οποία ξεχωρίζει το «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη (1996). Ήταν ο δημιουργός των τηλεοπτικών εκπομπών «Από τον παππού στον εγγονό» (ΥΕΝΕΔ, 1974) και «Αναμνήσεις, Μελωδίες και Ρυθμοί» (ΕΡΤ, 1979).
Τιμήθηκε δύο φορές με το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης: Το 1967 για το τραγούδι «Καλωσόρισες έρωτα» με ερμηνευτές τον Σώτο Παναγόπουλο και την Άντζελα Ζήλεια και το 1968 με το « Χτύπα καρδιά μου», το οποίο ερμήνευσαν η Μπελίντα και η Άντζελα Ζήλεια.
Το 2002 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του «Γιώργος Μουζάκης: Βίρα τις άγκυρες» σε επιμέλεια Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη. Το 2003 βραβεύτηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, για την προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι.
Ο Γιώργος Μουζάκης πέθανε στην Αθήνα στις 27 Αυγούστου 2005, σε ηλικία 83 ετών.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

568. HIS MASTER'S VOICE AO-2712 ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΟΥΔΑΣ ΤΩΝΗΣ- ΣΟΥΓΙΟΥΛ ΜΙΧΑΛΗΣ 1946

Γούναρης Νίκος- Μαρούδας Τώνης- Σουγιούλ (Σουγιουλτζόγλου‎‎) Μιχάλης HIS MASTER'S VOICE AO-2712 Μαντινάδες - Ο Γανωτής (Λαϊκό φοξ) 1946- 78rpm- 10''
«Ο Νίκος Γούναρης γεννήθηκε το 1915 στη Ζαγορά του Πηλίου και μεγάλωσε στο Βοτανικό. Ο πατέρας του εργαζόταν ως τσαγκάρης στα Ανάκτορα αλλά είχε πάθος με τη μουσική, έπαιζε μαντολίνο και τραγουδούσε. Από παιδί ο Νίκος Γούναρης μπολιάστηκε με το μικρόβιο του τραγουδιού και συχνά με την κιθαρίτσα του ντουετάριζε μαζί του. Αν και αυτοδίδακτος γρήγορα εξελίχτηκε σε βιρτουόζο. Λέγεται ότι στα μισά του ΄50, στο κέντρο Βυζάντιο της Νέας Υόρκης ο πολύς Αντρέ Σεγκόβια, με τον οποίο και συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς, δήλωσε το θαυμασμό του για το περίτεχνο παίξιμό του στην κιθάρα. Από το 1936 που έκανε το επίσημο ντεμπούτο στο τραγούδι και την δισκογραφία ο Γούναρης έκλεψε τις εντυπώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόσωπο και την τέχνη του υποκλίθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του ελαφρού όσο και του λαϊκού τραγουδιού και μάλιστα σε μια εποχή που ανάμεσα στα δύο μουσικά στρατόπεδα υπήρχαν σαφείς διαχωρισμοί. Θαυμαστές του υπήρξαν μεταξύ άλλων ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Βαγγέλης Περπινιάδης, ο Στέλιος Καζαντζίδης κ.ά. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Τσιτσάνη: «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι».
Καταργώντας τους διαχωρισμούς και τα στεγανά ο Γούναρης εμφανίστηκε σε κοσμικά μαγαζιά (Σε Λαπέν) αλλά και κλασικά λαϊκά κέντρα (Τζίμης ο Χοντρός) πάντα με ξεχωριστή επιτυχία και υψηλό μεροκάματο, μέρος του οποίου πήγαινε σε φιλανθρωπίες και ειδικές χειρονομίες σε φίλους και αγνώστους που είχαν ανάγκη. Είχε την φήμη του καλόκαρδου, γαλαντόμου και γενναιόδωρου ανθρώπου. Ιστορικές έχουν μείνει επίσης οι ζωντανά ηχογραφημένες παραστάσεις του στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και οι έκτατες εμφανίσεις του σε κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του '50.
Το 1947 ταξιδεύει στην Αμερική όπου και αποθεώνεται. Δόξες θα γνωρίσει, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης όπου υπάρχει Ελληνισμός, από την Αυστραλία έως και την Αφρική. Παρά τις μακροπρόθεσμες απουσίες του στο εξωτερικό και τις αλλαγές στα μουσικά δρώμενα, με τα μπουζούκια πλέον στην πρωτοκαθεδρία, ο Γούναρης μέχρι και το φινάλε του παρέμεινε εξαιρετικά λαοφιλής.
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Μίμη Πλέσσα μέσα από την αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος) όπου περιγράφει ανάγλυφα στιγμές απ’ την συναυλία που δόθηκε το 1953 στο Καλλιμάρμαρο για τους σεισμόπληκτους του Βόλου: 
«Το ΕΙΡ είχε δώσει τη συμφωνική του ορχήστρα και τη μεικτή χορωδία του, η Λυρική μας Σκηνή τους σολίστες και τους μαέστρους της, κι εμείς είχαμε βάλει τα καλά μας, είχαμε ενορχηστρώσει τα τραγούδια μας για τη μεγάλη ορχήστρα και διευθύναμε τους τραγουδιστές μας. Άστραφταν τα χάλκινα, δάσος ανεβοκατέβαιναν τα δοξάρια στα έγχορδα, έντονα ηχούσαν τα κρουστά, κι εμείς, ο ένας μετά τον άλλον, ανεβαίναμε στο πόντιουμ και δώσ’ του υπόκλιση, δώσ’ του ρεβεράντζα.
Το Στάδιο γεμάτο και ο κόσμος ευγενικός μ’ ένα χειροκρότημα συγκρατημένο. Στο διάλειμμά αναγγέλθηκε ένας τραγουδιστής που έλειπε χρόνια στην Αμερική. Στην άδεια, μεγάλη εξέδρα κρατώντας την κιθάρα του προχώρησε με ιδιόρρυθμο βήμα (κουτσαίνοντας) και χωρίς συνοδεία τραγούδησε: Ένα βράδυ που ‘βρεχε… ταραραράμ (η κιθάρα του), που ‘βρεχε μονότονα… ταραραράμ – επέμεινε…Δεν προλάβαμε να σκεφτούμε ότι θα πάει άπατος, χωρίς τα δικά μας «μεγαλεία», γιατί στο μεταξύ είχε φτάσει στο ρεφρέν. Και τότε 60.000 στόματα ακούστηκαν με μια φωνή: Αχ, αυτός ο άτιμος ήθελε μαχαίρωμα…! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής και αγαπημένο τραγούδι. Και πριν από το τέλος είχα γνωρίσει τον αξέχαστο τροβαδούρο, τον τραγουδιστή Νίκο Γούναρη!»
Η επιτυχία του τραγουδιού και η θεία ερμηνεία του Γούναρη, είχε σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να ταυτίσει τον τραγουδιστή με το θέμα των στίχων, και ο Γούναρης να δέχεται καθημερινά γράμματα και κουβέντες συμπαράστασης από τους ακροατές του. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται αφόρητη για τον Γούναρη που ζούσε αρμονικά με την σύζυγό του και τον γιο του. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη της ηχογράφησης της απάντησης στο «Ένα βράδυ πού ’βρεχε» με το «Αυτός ο άλλος που σε πήρε από μένα, αυτός ο άλλος, είν’ ευεργέτης μου μεγάλος». 
Ο Νίκος Γούναρης όμως πέρα απ’ τα ερμηνευτικά χαρίσματα του δεν έβγαζε άναρθρες κραυγές. Τραγούδησε, ομολογουμένως με συγκλονιστικό τρόπο, τραγούδια κορυφαίων συνθετών και στιχουργών. Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει για την σύμπραξή του με τον μέγιστο Μιχάλη Σουγιούλ. Μοιραία ο καλύτερος συνεργαζόταν με τους καλύτερους, γι’ αυτό και πολλά από τα τραγούδια που απέδωσε και συνδημιούργησε (ελαφρά, αρχοντορεμπέτικα, λαϊκά – σχεδόν όλα εντέχνως δομημένα και ενορχηστρωμένα) συνεχίζουν να συγκινούν μέχρι και τις μέρες μας.
Έφυγε απ’ την ζωή, στα καλύτερά του, το Μάη 1965, εξαιτίας ενός παλιού τραύματος που τον είχε αναγκάσει να φέρει ξύλινο πόδι, και εξελίχθηκε σε καρκίνο. Την ίδια μέρα ο άρχων της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, έδωσε εντολή, στην βιτρίνα του καταστήματος Αφοι Λαμπρόπουλοι στην Σταδίου, να αναρτηθεί το πορτραίτο του καλλιτέχνη ως φόρος τιμής στην προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι. Μπροστά από την κάδρο του στην άδεια βιτρίνα με τις υποβλητικές κουρτίνες για φόντο στήθηκε λαϊκό προσκύνημα που αποθανάτισε ο φακός του μετρ της καλλιτεχνικής φωτογραφίας, Τάκη Πανανίδη
«Την 1η Αυγούστου 1906 γεννήθηκε ο συνθέτης Μιχάλης Σουγιούλ (πραγματικό επίθετο Σουγιουλτζόγλου‎‎). Ο «πατέρας» του αρχοντορεμπέτικου γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας κι ήρθε με την οικογένεια του στην Αθήνα το 1920. Αν και προοριζόταν για έμπορος, λόγω της οικογενειακής παράδοσης, τελικά αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Ταξίδεψε στη Μασσαλία για σπουδές, το 1929 έγραψε το πρώτο του τανγκό, το 1931 ενορχήστρωσε ένα τραγούδι του Εντουάρντο Μπιάνκο και την ίδια χρονιά περιόδευσε στην Ευρώπη ως μέλος μιας αργεντίνικης ορχήστρας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μιχάλης Σουγιούλ έγραψε περισσότερα από 500 τραγούδια: ευρωπαϊκά, δημοτικοφανή, ρομάντζες, καντάδες και τραγούδια εξωτικά ανατολίτικα, ενώ ήταν αυτός που ξεκίνησε τη μόδα των αρχοντορεμπέτικων.
Παράλληλα έγραψε μουσική για επιθεωρήσεις και για κινηματογραφικές ταινίες, ενώ εργάστηκε ως μαέστρος σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Στην πολύχρονη καριέρα του συνεργάστηκε με τους περισσότερους δημοφιλείς τραγουδιστές της εποχής του, όπως: Σοφία Βέμπο, Δανάη, Τώνη Μαρούδα, Κάκια Μένδρη, Καίτη Μπελίντα, Στέλλα Γκρέκα, Μάγια Μελάγια, τις αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Γούναρη κ.ά.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Σουγιούλ θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Μαζί με τον Νίκο Γούναρη στις ¨Μαντινάδες¨ συνοδεύει ο Τώνης Μαρούδας που θα ασχοληθούμε μαζί του σε μελλοντική ανάρτηση. 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, ο Νίκος Γούναρης με την εξαιρετική φωνή του. Στην πρώτη πλευρά κρητικές ¨Μαντινάδες¨ με ηχόχρωμα "ελαφροκρητικό" και στη δεύτερη πλευρά "Ο Γανωτής" με ηχόχρωμα λαϊκού Φοξ. Συνεχίζουμε από την προηγούμενη ανάρτηση σε ύφος ¨ελαφρό¨. Οι "Μαντινάδες" κόπηκαν και στον δίσκο της His Master's Voice με την ίδια μήτρα και κωδικό δίσκου ΑΟ 2723.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

567. COLUMBIA SEGG 2566 ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ ΑΚΗΣ 1958

Σμυρναίος Άκης (Κιοσόγλου Γαληνός) - Ορχήστρα Άκη Σμυρναίου COLUMBIA SEGG 2566 Τσακώνικος χορός- Ο Ρόβας- Χορός του Ζαλόγγου - Μακεδονικός χορός- Κάτω στου βάλτου τα χωριά- Σούστα Κρήτης 1958- 45rpm- 7''
«Ο μαέστρος και συνθέτης Άκης Σμυρναίος (βλέπε και ανάρτηση 303) γεννήθηκε στη Σπάρτη της Μικράς Ασίας το 1918 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γαληνός Κιοσόγλου.
Από την ηλικία των 5 ετών έμεινε ορφανός μιας και ο πατέρας του ήταν εξόριστος των Τούρκων το 1921 και πέθανε στη Μικρασιατική Καταστροφή και η μητέρα του λίγο αργότερα. Στην Ελλάδα, στην Αθήνα, τον έφεραν συγγενείς του, μαζί με τις αδελφές του και ο μικρός Γαληνός εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία μαζί τους.
Σπούδασε μουσική στο «Εμπειρίκειο Ορφανοτροφείο», όπου είχε εισαχθεί ως τρόφιμος και αποφοιτώντας από εκεί επιστρέφει στη Νέα Ιωνία. Εργάζεται ως αρτεργάτης, ενώ παράλληλα συνεχίζει και τελειοποιεί τις μουσικές του σπουδές στην τρομπέτα και σε άλλα πνευστά μουσικά όργανα. Μελετώντας Λογοτεχνία ασχολείται με την σύνθεση και συμμετέχει ενεργά στα πολιτικά του καιρού του.
Για τις αριστερές του πεποιθήσεις και τις δραστηριότητες του στο Κομμουνιστικό Κίνημα συλλαμβάνεται κατά την δικτατορία του Μεταξά το 1937 και οδηγείται στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, όπου ως έγκλειστος συνεχίζει τη μουσική του δραστηριότητα.
Αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου αποφυλακίζεται για να πάρει δίχως σχεδόν ανάσα, μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Εντάσσεται στον Ε.Λ.Α.Σ, στο στρατιωτικό σκέλος του ΚΚΕ, στις ομάδες του Άρη Βελουχιώτη (5η Ταξιαρχία) και σύντομα, αναλαμβάνει ως επικεφαλής της νομικής ομάδας με το επαναστατικό ψευδώνυμο «Αστραπόγιαννος».
Εκείνο, όμως, που θα τον κάνει διάσημο και θα περάσει τ’ όνομά του στην Ιστορία είναι η θρυλική του σύνθεση σε στίχους του Νίκου Καρβούνη «Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα» που θα γίνει ο ύμνος των Ελλήνων παρτιζάνων του Ε.Λ.Α.Σ. και που για πολλά χρόνια μετά θα το τραγουδούν χιλιάδες αγωνιστές σε κάθε ευκαιρία. Μερικές ακόμα γνωστές συνθέσεις του είναι: «Στον Άρη Βελουχιώτη», «Είμαστε Αντάρτες της Ελλάδας», «Χτυπάμε Πανανθρώπινες Καμπάνες», «Δάκρυσε ο Ταΰγετος», κ.α.
Μετά την «Συμφωνία της Βάρκιζας» ΤΟ 1944, όπου ο Ε.Λ.Α.Σ κατέθεσε τα όπλα, ο Άκης Σμυρναίος επιστρέφει στην Νέα Ιωνία και εγκαθίσταται στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Ελευθερούπολης, στην οδό Βρυούλων 12, παντρεύεται με την Ευαγγελία Παναγιωτίδου (1947) και αποκτά μαζί της δύο παιδιά: τον Στάθη Κιοσόγλου, πρώτο κλαρινετίστα σήμερα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και την Σμαράγδα Σμυρναίου, εξαιρετική ηθοποιό του Θεάτρου. Είναι παππούς των επίσης μουσικών, Ευαγγελίας και Γαληνού Κιοσόγλου.
Το 1951 παίρνει το πτυχίο οργανώσεως πνευστών από το Εθνικό Ωδείο. Ένα χρόνο μετά παίρνει και το πτυχίο αρμονίας με άριστα από το Ελληνικό Ωδείο. Το 1953, ως καλεσμένος του Δήμου Ρεθύμνου πηγαίνει εκεί και οργανώνει τη Δημοτική μπάντα. Επιστρέφοντας, ένα χρόνο μετά, διορίζεται διευθυντής της Ελαφράς Ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης στο σχηματισμό της, οπότε και, οριστικά, παίρνει το ψευδώνυμο «Άκης Σμυρναίος». Τη θέση του αυτή στο Ε.Ι.Ρ. θα διατηρήσει ως το 1960.
Ο Άκης Σμυρναίος υπήρξε ακόμα διευθυντής της ορχήστρας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια καθώς και ο μόνιμος διευθυντής της ορχήστρας του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού.
Ο Άκης Σμυρναίος από τους θεμελιωτές του ελαφρού τραγουδιού στην μεταπολεμική Ελλάδα, μεσουρανούσε μαζί με τον άλλο Ιωνιώτη συνθέτη, Μιχάλη Σουγιούλ, τις δεκαετίες του 1950-1970.
Ο Άκης Σμυρναίος έφυγε από τη ζωή το 1984 σε ηλικία 66 ετών.
Για την δισκογραφία του κατέδειξε συνολικά 153 τραγούδια του (μαζί με τα αντάρτικα), καθώς και 33 επανεκτελέσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά – Οι λαϊκοί καλλιτέχνες Νο.2", Τόμος 8ος»
Τα ακόλουθα του Βάσου Βογιατζόγλου: “Ευτύχησα να τον γνωρίσω προσωπικά καθώς συχνά τον συναντούσα στο φωτογραφείο του θείου μου Λευτέρη Βογιατζόγλου στη Νέα Ιωνία, που ουδέποτε ο Σμυρναίος λησμόνησε. Θυμάμαι πάντα έναν σεμνό και ανοιχτόκαρδο άνθρωπο με λεβέντικη κορμοστασιά. Πάντα προσηνής, με βαθειά αίσθηση του ανατολίτικου χιούμορ, χαμογελαστός, αφοπλιστικά ειλικρινής, αεικίνητος ο Άκης Σμυρναίος υπήρξε ένα μοναδικό φαινόμενο αυτοδημιούργητου καλλιτέχνη με απαράμιλλη εργατικότητα, πίστη στη ζωή και στην αξία της μουσικής, γεμάτος θάρρος και ανθρωπιά. Ο ίδιος έπαιζε πολλά όργανα, όχι μόνο πνευστά αλλά και έγχορδα. Το πιάνο, η μάντολα, το αρμόνιο, το μαντολίνο, η τρομπέτα, το σαξόφωνο υπήρξαν αχώριστοι σύντροφοί του. … Παρά τις εξαιρετικές του επιδόσεις στη συμφωνική μουσική, ο Άκης Σμυρναίος έγινε, και παραμένει μέχρι σήμερα, γνωστός για τις επιτυχίες του στην ελαφρά μουσική όπου πολλά από τα πρελούδια του διατηρούν ακόμη την ανάμνηση της επιτυχίας…”.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

566. FIDELITY 7441 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1968

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7441 Δεν ξαναμπαίνω εμπόδιο (Συρτός Ρογδιανός) - Το ξυλίκι (Μαντινάδες) 1968- 45rpm- 7''
Αδελφοί Τσαγκαράκη στο σημερινό δισκάκι με έναν όμορφο ¨Ρογδιανό¨ συρτό στην πρώτη πλευρά και στην άλλη πλευρά μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους ¨Το Ξυλίκι¨. Το δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες (βλέπε παρακάτω). 
Σύντομα βιογραφικά στοιχεία παρακάτω καθώς έχουμε αρκετές αναρτήσεις με αυτό το δίδυμο.
«Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης είναι ένας από τους σημαντικότερους και καταξιωμένους λυράρηδες της σύγχρονης κρητικής μουσικής σκηνής. Γεννήθηκε το 1945 στο Αποίνι του Ηρακλείου Κρήτης και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών, με τον πατέρα του, Ηρακλή Τσαγκαράκη, να είναι ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του. Τα αδέλφια του, Δημήτρης, Στέλιος και Γιώργος, είναι επίσης καταξιωμένοι μουσικοί.
Αυτοδίδακτος στη λύρα και το τραγούδι, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα καφενεία των χωριών του Ηρακλείου, όπου η μουσική ήταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Το 1964, σε ηλικία μόλις 19 ετών, κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών με τίτλο "Ξενιτεμένο μου πουλί" και "Χωριανοί, χωριανοί" (θα το βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις όπως και περισσότερα βιογραφικά στοιχεία).
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1965-1967), απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ψυχαγωγούσε αξιωματικούς και φαντάρους με τη λύρα του, γράφοντας το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι" και παίζοντας στη λέσχη αξιωματικών και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής.
Μετά την αποστρατεία του, εργάστηκε σε κέντρα διασκέδασης όπως το "Καν Καν" και η "Καλλιθέα", όπου έπαιζε με τα αδέλφια του και τον Ζαχαρία Σμπώκο, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της κρητικής μουσικής. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια στο κέντρο "Καλλιθέα"».
«Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Έπαιξε και ηχογράφησε με τους: Καλομοίρη,  Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Δημήτρη Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη Ζαχαρία, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και τον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη (Τσαγκαρομιχάλη).
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε αρκετές κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία του Γαργανουράκη.»
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 
 




Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

565. ODEON GA 1811 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ 1934

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι- Σαμιώτης- Σαμιωτάκης)- Πολίτης Γιάννης ODEON GA 1811 Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων (Κλέφτικο) - Λειβαδιά αλά Μωραΐτα 1934- 78rpm- 10''
«Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός. Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.
Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.
Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.
Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών.
Ηχογράφησε στις 78 στροφές γύρω στα 200 τραγούδια. Συνέχισε και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 να γράφει και να τραγουδά με απίστευτη ζωτικότητα. Ως συνθέτης άφησε μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα.»  Περισσότερες πληροφορίες σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου, το κλέφτικο του Κώστα Ρούκουνα ¨Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων¨ (πιθανότατα στο κλαρίνο ο άγνωστος Γιάννης Πολίτης- τον προσφωνεί), το οποίο περιγράφει την φριχτή δολοφονία, απ' το Ελληνικό Κράτος, της Μαρίας Γιαγιά, μητέρας των αδερφών Γιαγιά το 1917. Πρωταγωνιστές στη σαμιακή επανάσταση του 1912 εναντίον των Τούρκων που οδήγησε στην απελευθέρωση του νησιού και στην ένωσή του με την Ελλάδα, τ' αδέλφια Γιαγιά από τον Μαραθόκαμπο, ήρθαν αργότερα σε σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη και την τοπική διοίκηση, σύγκρουση που οδήγησε σε φυλακίσεις, εκτελέσεις συγγενών τους, ως και αυτονομιστικά κινήματα! Ο Ρούκουνας έγραψε άλλα δύο τραγούδια για τους Γιαγιάδες. Είναι τα ''Οι Γιαγιάδες'' το 1934 και το ''Στης Σάμου τα περίχωρα (Ο Γιώργος ο Γιαγιάς) το 1936.
Οι Γιαγιάδες (σωστό οι Γιαγάδες) είναι οικογένεια από το χωριό  Μαραθόκαμπος, της Σάμου . Τέσσερα αδέλφια Γιώργος, Κώστας, Κίμωνας και Γιάννης. Οι Έλληνες Ρομπέν των δασών, νοικοκυραίοι, εγγράμματοι, παλικάρια, πρωτεργάτες ένοπλων αγροτικών κινημάτων, «ληστοφυγόδικοι» που κέρδισαν τη συμπαράσταση της «φρόνιμης» κοινωνίας.
Η συναρπαστική ιστορία τους εκτυλίσσεται σαν μυθιστόρημα. Οι Γιαγάδες, όταν η Σάμος έχασε τη διοικητική αυτονομία της ως «Ηγεμονία»  και πέρασε από την επικυριαρχία του Σουλτάνου σε εκείνην του νεοελληνικού κράτους, πάτησαν πάνω στην ευρεία λαϊκή δυσαρέσκεια και πολιτικοποίησαν τη δράση τους θέτοντας συλλογικά αιτήματα με κοινωνικό όραμα. Οι τέσσερις Γιαγάδες είχαν πάντα διφορούμενη σχέση με τις σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες. Είχαν υποστηρίξει την ένωση με την Ελλάδα αλλά δεν έπαψαν να φλερτάρουν με το αυτονομιστικό κίνημα . Με την ίδια ευχέρεια, φλέρταραν με τη φιλοβασιλική ιδεολογία κατά τον Εθνικό Διχασμό, και με την κομμουνιστική Αριστερά κατά τη δεκαετία του '30, υπερασπίζοντας τις διεκδικήσεις της φτωχολογιάς της υπαίθρου για να καταλήξουν μετά το 1935 να ενταχθούν ενεργά  στη «νομιμότητα της εθνικοφροσύνης». Παρότι ως πρόσωπα έδειξαν καιροσκοπισμό, τα αποτελέσματα της δράσης τους, , αποδείχθηκαν σημαντικά για την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση των ευρύτερων στρωμάτων στο πλαίσιο του νεωτερικού ελληνικού κράτους.
Τους συναντάμε στο βουνό πρώτη φορά το 1912 στο κίνημα υπέρ της Ένωσης της Σάμου με  την Ελλάδα. Συμμετέχουν ενεργά και αμέσως μετά την ένωση εντάσσονται στις τοπικές αστυνομικές αρχές ως βαθμοφόροι. Με τη  φυγή του τουρκικού στρατού και την απόβαση του ελληνικού στόλου στο Βαθύ, έγινε  ρυθμιστής ο πολιτευτής της ανατολικής Σάμου, Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο Γιάννης Γιαγάς θεωρεί ότι ο Σοφούλης οικειοποιήθηκε τον δικό τους αγώνα και έβαλε δικούς του σε όλα τα πόστα. Λίγο καιρό μετά, οι Γιαγάδες έρχονται σε σύγκρουση με την τοπική διοίκηση. και ο  ο Κώστας Γιαγάς μετά την κατάταξή του,  θα επιστρέψει στο χωριό του ως λιποτάκτης ή ως αρχηγός «στρατιωτικής στάσης» αφού τον ακολουθούν κι άλλοι. Από τότε οι Γιαγάδες βγαίνουν στο βουνό.
Με την προσχώρηση στο σώμα και του Γιώργου Γιαγά, αρχίζουν να περιφέρονται ένοπλοι, θέτοντας υπό αμφισβήτηση, την κυριαρχία των εκεί εγκατεστημένων επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών
Ο Γιάννης ηγήθηκε αρχικά αυτού του κινήματος αλλά συνελήφθηκε εγκαίρως. Στις φυλακές οργάνωσε εξέγερση και απόδρασε αλλά σύντομα πήγε στις φυλακές τις Αίγινας ενώ διάφοροι συγγενείς τους εκτοπίστηκαν στη Λιβαδειά.
Εννέα μήνες μετά, ο Γιάννης αποφυλακίζεται και επιστρέφει στη Σάμο, όπου έχει εγκατασταθεί η Κρητική χωροφυλακή· και τα αδέρφια του είναι επικηρυγμένα στο βουνό.
Οι επικηρυγμένοι πλέον Κώστας και Γιώργος  συνεχίζουν τις αντεκδικήσεις με τους διώκτες τους και αναμένουν την ευκαιρία για να προσεταιριστούν περισσότερους οπαδούς.
Η ευκαιρία αυτή δόθηκε το 1916 στο πλαίσιο ιστορικής συγκυρίας του Εθνικού Διχασμού.
Από φυγάδες στο βουνό, τα τέσσερα αδέλφια μετατρέπονται σε ηγέτες της αντιβενιζελικής παράταξης του νησιού.
Τον Ιανουάριο του 1917, σε μια μάχη  στο χωριό  Κοσμαδαίοι, σκοτώνεται ο Γιώργης Γιαγάς. Οι αντάρτες κόβουν το κεφάλι του για να «μη περιέλθη τρόπαιον εις χείρας του εχθρού», και δραπετεύουν στους Φούρνους και από εκεί  στην Κάρυστο. Το επόμενο πρωινό, οι διώκτες των Γιαγάδων μπαίνουν στους Κοσμαδαίους, και πυρπολούν  ολόκληρο το χωριό. Εκτελούν αρκετούς κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους τον ιερέα του χωριού, τον πρόεδρο της κοινότητας και την αδελφή των Γιαγάδων, Δήμητρα.
Την επόμενη μέρα ένα άλλο απόσπασμα Χωροφυλακής  εισβάλει στο χωριό τους, τον Μαραθόκαμπο, προς αναζήτησή τους. Εκεί, αντί για τους Γιαγάδες, οι χωροφύλακες βρίσκουν  κρυμμένη τη μητέρα τους , την οποία οδηγούν σε απόμερο σημείο και την καίνε ζωντανή λούζοντας την με πετρέλαιο. Τα παραπάνω φρικιαστικά γεγονότα, σηματοδοτούν και το τέλος του δεύτερου επεισοδίου των Γιαγαδικών στη Σάμο.
Από το σημείο αυτό και στο εξής οι Γιαγάδες παύουν να εμφανίζονται ως απλοί «ληστοφυγόδικοι», καθώς αρχίζουν να θεωρούνται ως μάρτυρες ολόκληρου του αντιβενιζελικού στρατοπέδου.
Το τρίτο επεισόδιο των Γιαγαδικών στη Σάμο,  τοποθετείται στα τέλη του 1922.
Είναι άμεσα συνδεδεμένο και αυτό με τη βία του Εθνικού Διχασμού. Ξεκινά ως τοπική αντίδραση των φιλοβασιλικών δυνάμεων του νησιού στο κίνημα των Πλαστήρα - Γονατά, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου. Οι αδελφοί Γιαγά είχαν επιστρέψει στη Σάμο μετά την ήττα των Βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 όπου οι δύο από αυτούς ανέλαβαν και δημόσια αξιώματα. 
Η φιλοβασιλική κυβέρνηση, αν και φίλα προσκείμενη προς τους Γιαγάδες απέφυγε ωστόσο να αμνηστεύσει τον επικηρυγμένο Κώστα. Με την «επαναστατική» αλλαγή του πολιτικού σκηνικού τον Οκτώβριο του 1922, οι αδελφοί Γιαγά σπεύδουν να προλάβουν τις εξελίξεις.
Με το ένοπλο κίνημα των Γιαγάδων του 1922 οι αντάρτες  επιδιώκουν την πλήρη στρατιωτική κατάληψη του νησιού και επιτυγχάνουν  την κατάληψη ενός εκ των δύο αστικών κέντρων του νησιού, το Καρλοβάσι. Η παρουσία, ενός ελληνικού  θωρηκτού στο Βαθύ δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την εισβολή στην πρωτεύουσα και η δυσμενής έκβαση της  μάχης των Μυτιληνιών, οδηγεί  άλλη μια φορά τους ηγέτες του κινήματος στη φυγή και τους οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Λίγο πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ο Πλαστήρας θα αμνηστεύσει όλα πολιτικά εγκλήματα, και θα συμπεριλάβει τους αντάρτες της Σάμου πλην του Κώστα Γιαγά.
Ο Ιούνης  του 1925 σηματοδοτεί το τέταρτο επεισόδιο των Γιαγαδικών.
Με αφετηρία τον Μαραθόκαμπο,  εισβάλουν αρχικά στο Καρλόβασι, και στις 6 Ιουνίου, εισβάλουν στο Βαθύ. Αφοπλίζουν  αστυνομικές και στρατιωτικές Αρχές και απελευθερώνουν όλους τους κρατούμενους από τις φυλακές. Εκδίδουν προκήρυξη με τα αιτήματα του κινήματος και καλούν το λαό σε δημόσιο συλλαλητήριο και επιδίδουν ψήφισμα προς τους προξένους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η κατοχή της Σάμου δεν θα διαρκέσει πολύ. Στις 8 Ιούνη ισχυρές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις από την Αθήνα διαλύουν τους αντάρτες και οδηγούν  για άλλη μια φορά τους αρχηγούς στη φυγή και τους  οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη.
Κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία των Γιαγαδικών, ως συλλογικών ένοπλων κινημάτων στα μέσα του  1925, ενώ η ιστορία των Γιαγάδων, ως «ληστοφυγόδικων», κλείνει δύο χρόνια αργότερα.
Τον Ιούνη του 1927, ο Κώστας Γιαγάς ο πλέον δημοφιλής από τους τέσσερεις θα σκοτωθεί από απόσπασμα της Χωροφυλακής, προδομένος από κάποιον συγγενή και σύντροφό του.
Αμέσως μετά τον φόνο οι χωροφύλακες περιόδευσαν  στα χωριά της Σάμου επιδεικνύοντας το κομμένο κεφάλι του θρυλικού «ληστή».
Λίγο καιρό μετά τα δύο αδέλφια, ο Γιάννης και ο Κίμωνας,  παραδίδονται στις Αρχές. και δικάζονται στο κακουργιοδικείο της Σύρου όπου καταφέρνουν να αθωωθούν.
Η αθώωση του Γιάννη και  Κίμωνα Γιαγά το 1927 δεν θα σημάνει μόνο την επιστροφή τους στη νομιμότητα,  αλλά θα επιτρέψει στον πρώτο να ξεκινήσει πολιτική καριέρα .
Σε αντίθεση με τον μεγάλο του αδελφό, ο Κίμων Γιαγάς δεν Θα καταφέρει να απεκδυθεί τον ρόλο του παράνομου για πολύ. Το βράδυ 2 Οκτωβρίου 1929, ο Κίμων, περνώντας έξω από το καφενείο του Μαραθοκάμπου, αντιλήφθηκε ότι μέσα βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε καταδώσει στη Χωροφυλακή τον αδελφό του, τον Κώστα. Αμέσως, ο Κίμων εισέβαλε στο καφενείο και πυροβόλησε τον προδότη του Κώστα, ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στις αρχές. Έτσι, το τέλος της πολυτάραχης οικογένειας Γιαγά θα βρει τον μικρότερο αδελφό, τον Κίμωνα, και πάλι έγκλειστο στις φυλακές.
Ο Γιάννης Γιαγιάς συμμετέχει στις εκλογές του 1928 ως ανεξάρτητος υποψήφιος και κατά την προεκλογική περίοδο η ομάδα του εμπλέκεται σε βίαια επεισόδια, γι αυτό συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακή. Εκεί γνωρίζονται με μέλη του ΚΚΕ που έχουν συλληφθεί με την διαδικασία του Ιδιώνυμου και προσχωρούν και οι Γιαγιάδες στο κόμμα των Εργατών. Ο Γιάννης αρθρογραφεί στον “Ριζοσπάστη” και στις εκλογές του 1933 είναι υποψήφιος του ΚΚΕ στην Σάμο. Για τη κομμουνιστική του δράση όμως συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως το 1935 και εξερχόμενος από τη φυλακή συμπορεύεται πάλι με τους βασιλόφρονες προτρέποντας του Σαμιώτες να στηρίξουν τον Βασιλιά στο τότε δημοψήφισμα.
Στην κατοχή τάχθηκαν ενάντια στο ΕΑΜ και μεταπολεμικά πρωτοστάτησαν στις διώξεις και τους βασανισμούς των αντιστασιακών της Σάμου».
Στη δεύτερη πλευρά το ¨Λειβαδιά αλά Μωραΐτα¨ ένα κλέφτικο που αναφέρεται στα χρόνια τα παλιά (πιθανότατα να σχετίζεται με του Γιαγάδες) και το οποίο τραγουδήθηκε από τον Ρούκουνα με τους ίδιους στίχους και ως ζεϊμπέκικο.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).