Κάβουρας Στάθης-
Βασιλόπουλος Θανάσης- Καρκανάκης Χρήστος- Ζούμπας Τάσος- Μπάμπα Αλίκη DORE K-77 Στου
Παρνασσού τα έλατα (Τσάμικο) - Δυο φιλιά να σου ζητήσω 1964- 45rpm- 7''
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα)
Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα Γιαννιτσά το 1912 στον
Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε ορφανός από δύο ετών. Σαν
να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για
την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον 13χρονο αδελφό του Στάθη,
τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο του αδελφάκι. Το
χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο από τους
Tαγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος Kάβουρας, με
την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με αποτέλεσμα να
καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή και να
οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για να
συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968. Έτσι, ο μικρός Στάθης
ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη δύσκολη
εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία (επειδή είχε
πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως σχολείο. Ένα
διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να εκτοπισθεί το χωριό μ’
αποτέλεσμα οι λιγοστοί και ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του να μείνουν άστεγοι,
χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη
φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την
αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για
επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που
αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και
κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό
μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι
έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια. Το πρώτο του
ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με
άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το
1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων,
που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι),
ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από
φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν
ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί μ’ άλλους μουσικούς της
περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια
δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον
έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη
Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να
τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως
κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο. Το 1957 όμως,
που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης
-παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο
Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την
επαγγελματική ταυτότητα του μουσικού. Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα,
καθώς είχε και μια οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις
“δικτυώθηκε” με τους μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που
είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει
τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια
“T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν
μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”.
Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό. Ας σημειωθεί
ότι οι Xαλκιάδες και ειδικά ο Tάσος -αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος- είχαν
συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Kάβουρα, καθότι ήταν πολύ δημοκράτες και τον πονούσαν
που είχε πατέρα πολιτικό κρατούμενο.
Λυτά είναι τα πρώτα βήματα του τραγουδιστή Στάθη Kάβουρα στην Αθήνα
που περνούσε τη δεύτερή του “Οδύσσεια” μέχρι που μ’ ένα μικρό δισκάκι της
εταιρείας “Dore” βρήκε το δρόμο του και “απογειώθηκε”. Το μικρό δισκάκι που
καθιέρωσε τον Kάβουρα ως τραγουδιστή είχε τα τσάμικα “Στυλιανή” και “Στου
Παρνασσού τα έλατα”, που “άγγιξαν” το πανελλήνιο. Λίγο αργότερα με την
“Columbia” είπε τα τραγούδια: “Εγώ καλά ήμουν στο χωριό”, “Γυναίκα βγάλε μου το
γκρα”, “Γιαννούλα μου ξημέρωσε”, “Kίτρο λεμονιά” κ.ά. και κατέστη πλέον
ασυναγώνιστος στο είδος για δύο δεκαετίες, ώσπου το δημοτικό τραγούδι άρχισε να
παρακμάζει για όλους.
Μετά από αυτά τα τραγούδια, με το τραγούδι του Nώντα Γκυζιώτη “Eίδα
ένα γέρο πού ‘κλαιγε” συγκλόνισε όλο τον ελληνισμό του κόσμου.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος
τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι
τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον
“Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που
έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”….»
Περισσότερες πληροφορίες για τον Στάθη Κάβουρα στην ανάρτηση 428 και
στην πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Στο σημερινό δισκάκι
μαζί με τον Στάθη Κάβουρα είναι ο Θανάσης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο, ο Χρήστος
Καρκανάκης στο βιολί, ο Τάσος Ζούμπας και η Αλίκη Μπάμπα. Πληροφορίες για τους
παραπάνω καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).







