Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της
Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) MINOS 5245 Νυχτοπούλι καθ'
αργά - Συρτός Πισκοπιανός 1971- 45rpm- 7''
«Ο Νίκος Μανιάς, το "Αηδόνι της Κρήτης", γεννήθηκε το 1931
στην Επισκοπή Ρεθύμνου. Από πολυμελή αγροτική οικογένεια, στερνοπαίδι του
Γιώργη και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, ο Νίκος Μανιάς έζησε φτωχικά και δύσκολα
παιδικά χρόνια. Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής του στέρησαν τα δύο από τα έξι
αδέρφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Η σχολική μόρφωσή του σταμάτησε
στην ηλικία των 8 ετών, με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συνέβη
και σε πολλούς συνομηλίκους του. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής τα πέρασε
στον κάμπο του χωριού του, συνδράμοντας με τη βοσκική το βιοπορισμό του σπιτιού
του, όταν δεν υποχρεούταν από τους κατακτητές σε καταναγκαστική εργασία,
«προνόμιο» των νεώτερων μελών των ντόπιων οικογενειών. Το κλίμα της περιόδου
εκείνης βαρύ και μουντό, όμως ο κόσμος ζεστός και πρόθυμος, οι διαπροσωπικές
σχέσεις ουσιαστικές κι άμεσες, απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων να αισθάνονται
ασφαλείς, προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν. «Με μεγαλώσανε πολλές μανάδες»
έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Νίκος Μανιάς αναφερόμενος στην αλληλεγγύη των
γυναικών του χωριού στην ανατροφή των παιδιών. Ανεξίτηλες ήταν πάντοτε μνήμες
από γειτονιές λιτές και φτωχικές, αλλά πλούσιες σε χρώματα, μυρωδιές και ήχους,
που λες και ανυπομονούσαν μετά τον κάματο της μέρας να έρθει η ώρα της
βεγγέρας. Μικρές, αλλά πολύβουες παρέες γύρω από τις παρασιές το χειμώνα, στα
στενά ή στις αυλές το καλοκαίρι, για να αποσπερίσουν και να τραγουδήσουν τους
καημούς και τις πίκρες τους, πολύ συχνά με την συνοδεία μαντολίνου, ξεφεύγοντας
από τα προβλήματα της σκληρής καθημερινότητας.» Παρακάτω μερικά απ’τα λεγόμενα
του:
“Σαν παιδιά, σαν παιδιά του χωριού παιδιά, τα χρόνια αυτά τα
χρόνια τα δύσκολα, κουβεντιάζω τώρα για το ’46, ‘45, κ.λπ., εκάναµε παρέες στα
σπίτια. Επαίρναµε ένα πιατάκι φαΐ από το σπίτι µου, ένα πιατάκι φαΐ από
του Μανόλη και συγκεντρωνόµεθα σε ένα σπίτι, πέντε – έξι παιδιά και κάναµε
λοιπόν παρέα. Και µετά βγαίναµε στον δρόµο καντάδα. Αγκιαλιαζόµεθα ο ένας
µε τον άλλον και τραγουδούσαµε λοιπόν και γυρίζαµε στα στενά. Τέλος
πάντων. Ετραγουδούσα εγώ καλά, πολύ ωραία, από τότε. Θυµάµαι ότι µας
εφωνάζανε στα καφενεία και µου λέγανε ‘καναρίνι’, ‘καναρίνι’, εµένα. Και
µου λέγανε και έλα δω, και έλα δω, τέλος πάντων…”
“Μετά το ‘45 µε ’46. Το ‘47 είχα ένα θείο στην Αµερική, του
πατέρα µου αδερφό, Μανιά, και ήρθε λοιπόν και κάναµε κάποια παρέα στο
σπίτι µας, του θείου µου κάναµε ένα ρεφενέ εκεί πέρα, και µε βάλανε λοιπόν
εκεί πέρα και τραγούδησα. Και µου λέει «εσύ κακοµοίρη τραγουδείς καλά και
επειδής επαίζει ο πατέρας σου µαντολίνο, να σου πάρω βρε µια
λύρα». Εγώ λοιπόν ούτε ναι ούτε όχι δεν του είπα. Τον επηρεάσανε οι
συγγενείς µου, η παρέα µας. Μου λέει «αύριο το πρωί θα πάµε στου
Σταγοµανόλη να πάρουµε µια λύρα, από το Ρέθυµνο».
«Στο χωριό µου υπήρχε ένας Φυσάκης, όπως σας είπα, λυράρης, και
κάποιος Μαυράκης σε ένα άλλο χωριό δίπλα, στη Φλακί. Αυτός ο Μαυράκης ήταν
τακτικά στην Επισκοπή σε γάµους ερχότανε, τακτικότατα. Και πιάνει λοιπόν
µετά από κάνα δυο µήνες, αυτός µάλλον εφοβήθηκε ότι θα του κάνω αντίπραξη,
θα του φάω τα γλέντια. Και µου λέει λοιπόν, «μώρε Νικολιό να πάρεις
λαούτο, να πάρεις λαούτο και ν’ αφήσεις τη λύρα», µου λέει «και εγώ να σε
παίρνω κακοµοίρη στα γλέντια, µου λέει, και να βγάζεις λεφτά και τα
λοιπά…».
Ναι, ναι λοιπόν, µε είδες κάποιες φορές µετά και µε επηρέασε λοιπόν,
και λέω του αδερφού µου «µωρέ συ, τη λύρα δεν την θέλω. Θα πάω από
τα Χανιά να πάρω ένα λαούτο». «Γιάντα µωρέ»; «∆εν το θέλω µωρέ
γιατί είναι δύσκολο και τα λοιπά… η λύρα είναι δύσκολη» του λέω”.“
Επήρα λοιπόν, το λαούτο,
και το ‘χα κάνα µήνα, ούτε µου ‘δείξεν άνθρωπος. Έπαιζα εγώ, µα τι έπαιζα
τώρα…; Ο θεός κατέει. Και κάθοµαι σ’ ένα καφενείο του χωριού µου µε άλλον
έναν φίλο µου και έρχεται λοιπόν κάποιος γαµπρός που παντρευόταν στην
Επισκοπή και µου λέει «βρε Νικολιό να έρθεις να παίζεις στο γάµο µου». Του
λέω «δεν ξέρω βρε να παίζω όργανο, ίντα να παίζω». «Όχι µου λέει θα έρθεις
εσύ». Η παρέα του λοιπόν λέει να έρθω εγώ, «βρε Μανόλη του λέω δεν µπορώ,
ίντα θα κάνω να µε κοροϊδεύει ο κόσµος». «Όχι, θα ‘ρθεις». Εσηκώθηκα
λοιπόν και πήγα µε αυτόν το Μαυράκη, κι έπαιξα. Με τον χωριανό µου.
Επαίξαµε λοιπόν και θυµάµαι και βγάλαµε 12.000 οκάδες λάδι, οκάδες λάδι,
τα δυο βράδια, Σάββατο και Κυριακή, στο λόγο της τιµής µου, ναι…”
“Το… ‘52 µε ‘53. Γράψαµε µε τον Μούντη τον Ζητιάνο, έγραψα εγώ Τα
δυο σου χέρια να κρατώ µοναχός µου, ετότες κάπως λοιπόν πήρα πάνω
µου και εφάνηκα.
Με τον Μουντάκη συνεργάστηκα είκοσι τέσσερα χρόνια, είκοσι τρία
χρόνια. Με τον Σκορδαλό πάρα πολλά χρόνια. Με τον Κλάδο, τον Καλοµοίρη, µε
τον Σωπασή, µε τον Γεράσιµο τον Σταµατογιαννάκη. Με τον Τζαγκαράκη, το
Σκαλίδη, το Σταυρακάκη… Με όλους τους καλλιτέχνες της Κρήτης. Αλλά η
περισσότερη συνεργασία ήτανε µε τον Κώστα τον Μουντάκη”.
“Ήτανε ο Μαρκογιάννης, ήτανε ο Μπαξεβάνης, ο Μπαξεβάνης βέβαια
δεν έπαιζε όπως τον Μαρκογιάννη το λαγούτο, ετραγουδούσε πάρα πολύ ωραία,
έπαιζε και λαγούτο. Ο Κουτσουρέλης”. Τον Ψύλλο τον εθυµάµαι σαν τον
νέο. Ήτανε και χασάπης και θυµάµαι την κόκκινη ποδιά που φορούσε. ∆εν τον
θυµάµαι να παίζει καθόλου. Άκουγα όµως ότι ήτανε ωραίος και τα
λοιπά. Το πρότυπο µου ήτανε ο Μαρκογιάννης. Μέχρι που ήρθε και έπαιζενε
στο σπίτι µου κοντά σ’ ένα πανηγύρι και το είχα πάρει το λαούτο λοιπόν,
και πήγα και έκατσα δίπλα του και έβγαλα το λαούτο και ακούγανε πια
το λαούτο παρά τη λύρα και µε άρεσε πάρα πολύ”.
“Είµαι πάρα πολύ ευχαριστηµένος, και στεναχωριέµαι γιατί τα
παιδιά µου λίγο – λίγο θέλουν να σταµατήσω. Και εγώ κρατώ, εγώ άµα
κάτσω στο πάλκο απάνω, είµαι σαν είκοσι πέντε χρονών. Είµαι
ευχαριστηµένος, δόξα τω θεώ”.
Στις 25 Μαΐου του 2012, το αηδόνι της Κρήτης σταμάτησε να κελαηδά.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).








