Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

474. ODEON GA 1156 ΓΕΡΟΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ 1926

Γεροθεοδώρου (Γεροθόδωρος- Αηδονόλαλος) Σεραφείμ ODEON GA 1156 Η Έξοδος του Μεσολογγίου - Γεροράλης 1926- 78rpm- 10''
«Ο Σεραφείμ Γεροθεοδώρου γεννήθηκε στη Ρίγανη του Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας το 1898 (για άλλους 1888). Οι γονείς του Θεόδωρος και Βασιλική είχαν άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ανδρέα, τον Γεράσιμο, τη Σπυριδούλα και την Αθανασία.
Η οικογένειά του καταγόταν από το Πωγώνι Ηπείρου και αρχικά είχε εγκατασταθεί στη Μαχαιρά, όπου ένας από την οικογένεια έγινε σώγαμπρος του Καραπανίδη. Μετά από μερικά χρόνια η υπόλοιπη οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Ρίγανη.
Ο πατέρας του Σεραφείμ  είχε πολύ ωραία φωνή και ήταν ψάλτης. Είχε ονομαστεί από τον Δεσπότη Αναγνώστης, ενώ διετέλεσε και για αρκετά χρόνια δάσκαλος. Επειδή ήταν γλεντζές και έπινε πολύ κρασί τον ονόμασαν και Καραμπέρη.
Τα παιδικά χρόνια του Σεραφείμ δεν ήταν εύκολα, καθώς η οικογένεια του δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Όμως κατάφερε να φοιτήσει στην ονομαστή τότε Παλαμαϊκή Σχολή Μεσολογγίου και στη συνέχεια στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1916-1921), ενώ παράλληλα σπούδαζε και βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Από τα σχολικά χρόνια είχε πολύ ωραία και  χαρακτηριστική φωνή και για αυτό του απέδωσαν το παρατσούκλι  ”Αηδονόλαλος’’. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ακουστική γοητεία που ασκούσε η μελωδική φωνή του αναφέρεται στο αυτοβιογραφικό που άφησε ο ποιητής Θωμάς Λαλαπάνος.
Στις 30-6-1924 ο Σεραφείμ παντρεύτηκε την Παναγιώτα Μυτιληναίου. Απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά: τον Ελευθέριο, τον Δημήτρη, την Αθηνά και την Ευγενία. Η χαρακτηριστική φωνή του δεν άργησε να του φέρει και τις πρώτες  ηχογραφήσεις σε πλάκες των 78 στροφών, έτσι το 1926 ηχογράφησε τα πρώτα τραγούδια και εκκλησιαστικούς ύμνους στην ODEON Γερμανίας.
Το πλούσιο δισκογραφικό του έργο του σταμάτησε όταν τον εγκατέλειψε η γυναίκα που έφυγε για τη Γερμανία (1938), έτσι, επιφορτισμένος με την ανατροφή των τεσσάρων παιδιών έφυγε από την Αθήνα και αναγκάστηκε να μετακινείτε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος ψέλνοντας σε διάφορες εκκλησίες και τραγουδώντας παραδοσιακά τραγούδια σε πανηγύρια και γάμους. Αρχικά πήγε στο Αίγιο ως ψάλτης στην εκκλησία της Παναγίας Τρυπητής. Κατόπιν επέστρεψε στην Αθήνα ως ψάλτης στον Άγιο Λουκά Πατησίων και ύστερα στον Άγιο Κωνσταντίνο της Ομόνοιας. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Ρίγανη και έψελνε σε διάφορες εκκλησίες της περιοχής. Άρεσε τόσο πολύ στους Κατοχιανούς που τον διόρισαν μόνιμο ψάλτη. Ύστερα από τρία χρόνια όμως έφυγε από την Κατοχή, αφού διορίστηκε μόνιμος ψάλτης στον Άγιο Δημήτριο Αγρινίου. Όταν τελείωσε ο πόλεμος έφυγε πάλι για την Αθήνα και έψελνε σε διάφορες εκκλησίες.
Έζησε και έψελνε σε αρκετά μέρη όπως στη Ματαράγκα επί πολλά χρόνια, στο Αίγιο, στην Αμφιλοχία, , στο Αγρίνιο, στον Αστακό και στα Γιάννενα όπου έγινε και καθηγητής βυζαντινής μουσικής στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, γύρω στο 1950. Στον εμφύλιο τον έπιασαν οι αντάρτες, επειδή είχε βγάλει τραγούδια για τους βασιλιάδες, τον θεώρησαν άνθρωπο του κατεστημένου και τον πήγαιναν για εκτέλεση. Εκεί τους άρχισε το τραγούδι και τόσο τους άρεσε που τον άφησαν ελεύθερο.
Κορυφαίος λοιπόν, τραγουδιστής και ψάλτης της Ρούμελης πρωτοπόρος της δημοτικής μουσικής παράδοσης. Ανήκει στην πρώτη γενιά τραγουδιστών των ελληνικών ηχογραφήσεων και βρίσκεται στη δισκογραφία της δεκαετίας 1925-1935. Τη περίοδο εκείνη, για να τραγουδήσει κάποιος σε δίσκο έπρεπε να έχει πράγματι εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες. Ο Γεροθεοδώρου κατείχε πρωτεύουσα θέση, με ιδιαίτερη επίδοση στο δύσκολο είδος των «κλέφτικων» τραγουδιών. Δυστυχώς από τις αρχές του 1932, που αρχίζει να λειτουργεί το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων στην Ελλάδα, οι μεγάλες αυτές φωνές αρχίζουν να παραγκωνίζονται. Διάφοροι «συνθέτες» με πιο «εύπεπτα» τραγούδια, καθώς και τραγουδιστές «εμπορικοί», χωρίς να είναι απαιτητικοί στο τι θα τραγουδήσουν, αρχίζουν να παίρνουν τη θέση των παλαιοτέρων.
Συνολικά έχει ηχογραφήσει 49 δίσκους των 78 στροφών με παραδοσιακά τραγούδια εκκλησιαστικούς ύμνους, καθώς και τραγούδια που συνέθετε ο ίδιος. Οι δισκογραφικές εταιρείες με τις οποίες είχε συνεργαστεί  ήταν η ‘HIS MASTER VOICE ΕΛΛΑΔΟΣ’  η ‘ODEON ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ’ η ‘COLUMBIA ΕΛΛΑΔΟΣ’ η ‘POLYDOR ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ’ και η ‘PARLOPHONE EΛΛΑΔΟΣ’. ‘Έχοντας  μια πλούσια δισκογραφική δουλειά από το 1926 έως το 1935 ως ερμηνευτής και ως συνθέτης γίνετε μέλος της ΑΕΠΙ στις 5 Δεκεμβρίου του 1934. Επίσης όλο αυτό το διάστημα δίδασκε βυζαντινή μουσική σε νέους μουσικούς.
Ο Σεραφείμ Γεροθεοδώρου απεβίωσε, συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, σε ηλικία 60 ετών την 30η Μαρτίου 1958.»
«Η ηρωική Έξοδος της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου είναι η Έξοδος για την Ελευθερία ή τον Θάνατο, καθώς και κάποιοι συγγραφείς την ονομάζουν ως το «Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου». Αυτή η ηρωϊκή Έξοδος που πραγματοποίησαν οι Έλληνες οι πολιορκημένοι στρατιώτες και οι άμαχοι του ηρωϊκού Μεσολογγίου, έγινε, τότε, όταν οι δυνατότητες συνέχισης της άμυνας απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν εντελώς χαθεί, Η εξάντληση των τροφίμων και κάθε είδους διατροφής, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει άλλο την καθυστέρηση. Το ιστορικό αυτό ηρωϊκό γεγονός έλαβε χώρα τη νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου του έτους 1826.
Αρχικά η πόλη επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του 1821. Η σημασία της γεωστρατηγικής της θέσης έγινε σύντομα αντιληπτή απ’ τη τοπική ηγεσία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Αφού πραγματοποιήθηκε η Συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας, στη συνέχεια έγινε και η έδρα της διοίκησης της Δυτικής Ελλάδας, που έφερε την καθοριστική ονομασία: Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας.
Το έτος 1822 η πόλη πολιορκήθηκε για πρώτη φορά από τον Κιουταχή. Τα στρατεύματά του δεν κατάφεραν τίποτα σημαντικό. Παρότι είχε ήδη νικήσει τους Έλληνες στο Πέτα. Καθώς επίσης και ο Ομέρ Βρυώνης, που ενώ είχε ολοκληρώσει την υποταγή του ηρωϊκού Σουλίου, εδώ τα βρήκε σκούρα. Οι Τούρκοι προσπάθησαν δύο μήνες συνεχώς και τελικά έλυσαν την πολιορκία, έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες. Όμως, την επομένη χρονιά, το τουρκικό στράτευμα με επικεφαλής τον Μουσταή πασά κινήθηκε για το Μεσολόγγι. Αλλά αφού στο δρόμο πολιόρκησε το όμορο Αιτωλικό, εδώ οι Τούρκοι μετά απ’ την εδώ αποτυχία για το Αιτωλικό, πλέον θα εγκαταλείψουν και το σχέδιο της επίθεσης για το κοντινό Μεσολόγγι και θα αποχωρήσουν.
Το έτος 1825 ο Κιουταχής θα συγκεντρώσει μεγάλο στρατό στη Λάρισα για να πολιορκήσει το Μεσολόγγι. Τέλος Απριλίου του 1825 θα στρατοπεδεύσει στη περιοχή και θα ξεκινήσει η πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι επιθέσεις που έκανε ο Κιουταχής εναντίον του Μεσολογγίου τελικά απέτυχαν. Η προσπάθειά του να αποκλείσει τον ανεφοδιασμό της πόλης τόσο από στεριά, όσο και από θάλασσα, δεν είχε την τύχη που περίμενε. Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, συμφώνησαν με τον γενναίο Καραϊσκάκη, ο οποίος τότε έκανε σπουδαίο πόλεμο φθοράς στα νώτα του στρατεύματος του Κιουταχή. Μάλιστα με τον κλεφτοπόλεμο τον ανάγκασε να περάσει σε θέση άμυνας, τον Οκτώβριο του έτους 1825.
Ο Σουλτάνος αφού πληροφορήθηκε ότι η πολιορκία του Μεσολογγίου θα γινόταν αρκετά χρονοβόρα. Τότε, μάλιστα που οι Ευρωπαίοι είχαν αρχίσει να κάνουν λόγο για Ελληνικό Ζήτημα και με βάση του ότι το Φιλελληνικό Κίνημα των λαών τους γινόταν ισχυρό, κι άρχισαν να αναγνωρίζουν την ύπαρξη του ελληνικού ζητήματος. Ο Σουλτάνος γνώριζε ότι το Μεσολόγγι ήταν γεωστρατηγικό και θέλησε να ενισχύσει τον αποκλεισμό της πόλης του Μεσολογγίου με αρκετές δυνάμεις και με τον Αιγύπτιο Ιμπραήμ, παρά το ότι οι δύο τους απ’ την αρχική τους συμφωνία δεν είχαν κάνει λόγο για Μεσολόγγι και κυρίευσή του.
Αρχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1825 κατέπλευσαν στην Αλεξάνδρεια οι ναυτικές μοίρες όλων των Οθωμανών συμμάχων. Μια συνολική δύναμη περίπου 145 πλοίων, την συναποτελούσαν αλγερινά, τριπολίτικα, τούρκικα, αιγυπτιακά πολεμικά πλοία, καθώς υπήρχαν και άλλα με διάφορες ευρωπαϊκές σημαίες. Συγκεντρώθηκαν και 8000 Άραβες πεζοί και 1200 ιππείς. Περίπου 800 άτακτοι Τούρκοι, τότε γυμνάζονταν με την επίβλεψη των Γάλλων στρατηγών. Τρόφιμα, πολεμοφόδια είχαν φτάσει και από τα Γαλλικά λιμάνια. Ο Ιμπραήμ ήταν ενθουσιασμένος με το στράτευμα και σκόπευε στην καθυπόταξη ολόκληρης της Πελοποννήσου και στην άλωση της πόλης του Μεσολογγίου.
Με το νέο αυτό ποικίλο στράτευμα η πολιορκία των Τούρκων έγινε σφοδρότερη. Μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 1826 οι Τούρκοι δεν είχαν καταφέρει τίποτα. Ο στόλος του Ανδρέα Μιαούλη κατάφερνε να εφοδιάζει τη πόλη του Μεσολογγίου και η άμυνα των γενναίων πολιορκημένων έμενε ακλόνητη και ισχυρή.
Το Μάρτιο οι Τούρκοι θα καταλάβουν κάποιες στρατηγικές νησίδες της λιμνοθάλασσας, όπως είναι ο Ντολμάς και το Βασιλάδι. Η νησίδα Κλείσοβα μετά από μάχες έμεινε τελικά στα χέρια των Ελλήνων. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, είχαν πάρα πολύ μεγάλες απώλειες. Όμως ο ανεφοδιασμός της πόλης είχε γίνει αρκετά δύσκολος για τους Έλληνες και οι αμυνόμενοι βρέθηκαν σε δεινή θέση. Η πείνα άρχισε να θερίζει. Το συμβούλιο των Οπλαρχηγών και των Προκρίτων της πόλης του Μεσολογγίου θα πάρει την γενναία απόφαση για την Έξοδο. Για την Ελευθερία ή το Θάνατο.
Η έξοδος ορίστηκε να γίνει τη νύκτα του Σαββάτου του Λαζάρου, προς τα ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων. Ήταν 10ης προς 11ης Απριλίου έτους 1826. Αλλά ως συνήθως, ο Ελληνικός λαός ενώ έχει Ήρωες και γενναίους έχει και Εφιάλτες. Το σχέδιο της εξόδου πιθανόν προδόθηκε. Το πιθανότερο από αυτόμολο ξένο. Οι τουρκο-αιγύπτιοι βρέθηκαν ενημερωμένοι και έγινε σφοδρή επίθεση. Ακολούθησε η σφαγή.
Χιλιάδες Έλληνες εκεί θα σφαγιαστούν και άλλοι θα αιχμαλωτιστούν. Μόνο 1500 θα καταφέρουν να σωθούν. Αξιόπιστη είναι και η καταγραφή της εξόδου του Τζόρτζ Φίνλεϊ, που υπολογίζει σε 4000 τους θανατωθέντες, σε 3000 τους αιχμαλώτους, και περίπου 2000 που διασώθηκαν. Σώθηκαν αρκετοί Φιλέλληνες όπως ο Ιταλός Ιακομούτσι, που είχε καταφέρει να οργανώσει την άμυνα κατά της οθωμανικής επίθεσης της νήσου Βασιλάδι. Επίσης, χάρη στο Κασομούλη, γνωρίζουμε τη εσωτερική ιστορία της πολιορκίας.
Οι δραματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η Έξοδος, έγιναν γνωστές στο κόσμο της Δύσης και προκάλεσαν έντονη συγκίνηση στην Ευρωπαϊκή λαϊκή κοινή γνώμη. Ο καγκελάριος της Αυστρίας ο Μέτερνιχ, παρότι είχε περίεργο ρόλο, εντούτοις αρνήθηκε να συμφωνήσει να στείλουν στρατεύματα της «Ιεράς Συμμαχίας», κατά της Ελληνικής Επανάστασης.
Οι Επαναστάσεις και η Αντίσταση στον Οθωμανό κατακτητή θα φέρουν την πολυπόθητη Ανάσταση του Γένους. Τίποτα δεν έγινε με μιας, αλλά με αρκετές θυσίες και με πολύ πολύ αίμα, για τα ιερά, τα ποθητά και τα δίκαια των Ελλήνων.»
Εξαιρετικός ο Γεροθοδωρος στην σημερινή πλάκα γραμμοφώνου με αναφορά στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Κρίμα που δεν γνωρίζουμε και τους οργανοπαίκτες.
Να ευχαριστήσω τον Βασίλη Χατζηαντωνίου για την πρώτη φωτογραφία του Γεροθόδωρου.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

473. OLYMPIC OEX 5004 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1966

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Σηφογιωργάκη (Ασκοξυλάκη) Χρυσούλα- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) OLYMPIC OEX 5004 Ερωτόκριτος Νο4 (Πλευρά Α1) - Ερωτόκριτος Νο4 (Πλευρά Β1) 1966- 45rpm- 7''
«O Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα έμμετρο μυθιστόρημα που εκτείνεται σε 10.012 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Γράφτηκε στη Σητεία και στο Ηράκλειο γύρω στο 1600 μ.Χ., στην ακμή της Κρητικής Αναγέννησης, η οποία δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τις αναγεννησιακές σχολές της Δύσης. Αφηγείται τον μεγάλο έρωτα του Ερωτόκριτου, ενός νέου που είχε όλες τις χάρες, αλλά δεν ήταν βασιλόπουλο, και της βασιλοπούλας Αρετούσας. Η υπόθεση έχει πολλά κοινά με το έργο Paris et Vienne του Γάλλου Pierre de la Cypède, το οποίο εκδόθηκε το 1487, αλλά το κρητικό αριστούργημα είναι ασύγκριτα υπέρτερο λογοτεχνικά και νοηματικά. Η υπόθεσή του οργανώνεται σε πέντε ενότητες. Έρωτας, παλικαριά, δοκιμασία, πόλεμος, λύτρωση.
Η ιστορία τοποθετείται σε μια μυθική Αθήνα όπου ζουν ο βασιλιάς Ηράκλης και η βασίλισσα Αρτέμη με τη μοναχοκόρη τους την Αρετούσα, μια ασύγκριτη στη χάρη και στην ομορφιά κοπέλα. Ο νεαρός Ερωτόκριτος, γιος του συμβούλου του βασιλιά, του Πεζόστρατου, ερωτεύεται την πριγκίπισσα και εκμυστηρεύεται τον έρωτά του στον φίλο του Πολύδωρο. Ο φίλος του προσπαθεί να μεταβάλει τη γνώμη και τα συναισθήματα του Ερωτόκριτου, τον συντροφεύει όμως στο νυχτερινό τραγούδι κάτω από το παράθυρο της Αρετούσας και του συμπαραστέκεται όταν ο βασιλιάς στέλνει δέκα ανθρώπους να πιάσουν τον άγνωστο τραγουδιστή (Στο σημερινό δισκάκι ο Σηφογιωργάκης κάνει αναφορα σε αυτό το κομάτι του μυθιστορήματος) .
Η Αρετούσα αρχίζει να ερωτεύεται τον άγνωστο νέο, ο Ερωτόκριτος όμως πείθεται να ταξιδέψει στην Έγριπο (Εύβοια), προκειμένου να ξεχάσει τα συναισθήματά του. Κατά την απουσία του ο πατέρας του αρρωσταίνει και η νεαρή πριγκίπισσα, όταν τον επισκέπτεται μαζί με τη μητέρα της, ανακαλύπτει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου τα τραγούδια και τη ζωγραφιά της. Μετά την επιστροφή του ο Ερωτόκριτος καταλαβαίνει ότι η Αρετούσα έχει μπει στην κάμαρά του και έχει ανακαλύψει την ταυτότητά του. Τέλος στην ανησυχία του δίνει η διαπίστωση ότι η Αρετούσα φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αγάπη του……»
Το σημερινό δισκάκι αποτελεί μέρος από 7 45άρια (στο σύνολο) που κόπηκαν το 1966 για την RCA Victor (το σημερινό με κωδικό δίσκου EPAg7023). Αργότερα επανακυκλοφόρησαν το 1969 από τις ίδιες μήτρες από την Olympic Records. Τα ίδια τραγούδια περιλαμβάνονται και σε LP δίσκους στην RCA και Olympic και αργότερα (δεκαετία 80) στην Fidelity Special. Ο Σηφογιώργης είχε ξεκινήσει από το 1963 να δουλεύει πάνω στον Ερωτόκριτο. Φυσικά στα φωνητικά της Αρετούσας η γυναίκα του Χρυσούλα Ασκοξυλάκη. Στο λαούτο ο Μαρκογιάννης και όχι ο Μαράκης όπως αναγράφει στο οπισθόφυλλο του δίσκου.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

472. CASTRO CAS 101 ΚΑΜΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1973

Καμάρης Δημήτρης- Τσαγκαράκης Δημήτρης (Τσαγκαροδημήτρης) CASTRO CAS 101 Κόψε τσι Θε μου τα φτερά (Συρτός) - Αναστορούμαι τα παλιά (Κοντιλιές) 1973- 45rpm- 7''
«Ο Δημήτρης Καμάρης (βλέπε και ανάρτηση 137) γεννήθηκε το Φλεβάρη του 1943, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Αδερφός του ο Κώστας Καμάρης (πέντε στο σύνολο αδέρφια) που παίζει λαούτο. 
Δισκογραφικά έχει πέντε 45άρια (στην castro,  rythmophone, music-box και δύο στην panivar), τρία LP (δύο προσωπικούς δίσκους και ένα με τον Λάμπρο Χαριτάκη), περίπου δεκαπέντε κασέτες και δυο cd.
Έχει συνεργαστεί δισκογραφικά με τους: Τσαγκαράκη Δημήτρη, Ξυλούρη Γιάννη, Παπατσαρά Μανούσο, Φασουλά Ζαχάρη, Καμάρη Κώστα, Χαριτάκη Λάμπρο και με τον Κοτσαμπασάκη Μίνω. Επίσης έχει συνεργαστεί σε γλέντια και εκδηλώσεις με τον Μαρκογιάννη, Νίκο Μανιά, τον Κακλή, τον Νίκο Καδιανό και τον Φουκάκη.»
«Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Επαιξε και ηχογράφησε με τους:Καλομοίρη,  Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Δημήτρη Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη Ζαχαρία, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και τον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη (Τσαγκαρομιχάλη).
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε αρκετές κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία εκπληκτική του Γαργανουράκη.»
¨Κόψε τσι Θε μου τα φτερά, σπάσε τσι το τιμόνι,
γιατί θαρρεί πως βρίσκεται αυτή στον κόσμο μόνη¨
Αρκετά όμορφα παιξίματα από Καμάρη- Τσαγκαροδημήτρη στο σημερινό πρώτο δισκάκι της δισκογραφικής Castro. Η Castro έκοψε τρία 45άρια με το ένα από αυτά να έχει δυο διαφορετικές ετικέτες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

471. PANIVAR PA-212 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΦΟΥΚΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1970

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Φουκάκης Δημήτρης PANIVAR PA-212 Ντελίνα (Κοντυλιές) - Θα κάνω μεταμόσχευση (Συρτός) 1970- 45rpm- 7''
«Θα µπορούσε να πει κανείς πως γεννήθηκε µε το δοξάρι στα χέρια του· αυτό που επτά δεκαετίες τώρα αποτελεί προέκταση όχι των άκρων του αλλά της ψυχής του. Ο ζωντανός θρύλος της κρητικής µουσικής Βασίλης Σκουλάς µιλά στις “διαδροµές” για τη λύρα του, τις καταστάσεις που “γέννησαν” το µεράκι του, τη δύναμη της κρητικής µουσικής, αλλά και την ανάγκη διατήρησης κι εξέλιξης ταυτόχρονα της ουσίας της παράδοσης.
Πρωτοπιάσατε τη λύρα στα 7 σας. Τόσα χρόνια µετά τι είναι για εσάς το δοξάρι; Χάνεται ο ενθουσιασµός µε το πέρασµα των ετών;
Το δοξάρι είναι προέκταση της ψυχής µου· βρίσκεται δίπλα µου από αυτήν την ηλικία κι ακόµη πιο µικρός. Για να πορευτώ τόσες δεκαετίες σε µια ευχάριστη διαδροµή, ήταν πολύ σηµαντικό να µην µε κουράσει και να µην το κουράσω. Αυτό, λοιπόν, µε κρατά µέχρι και σήµερα φρέσκο. Φυσικά, υπάρχει η κούραση κι από την καθηµερινότητα, όταν πιάσω όµως το όργανο και ξεκινάω να τραγουδώ δια µαγείας φεύγουν όλα και βρίσκοµαι σε έναν άλλον κόσµο.
Είστε µεν από καλλιτεχνική οικογένεια, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα. Πόσο εύκολο ήταν να ασχοληθείτε µε τη µουσική κι όχι µε κάτι άλλο;
Ήταν οι συνθήκες τέτοιες εκείνη την εποχή που αναγκαζόσουν κατά κάποιο τρόπο να προσαρµοστείς µε την ατµόσφαιρα. Εγώ γαλουχήθηκα στο καφενείο του παππού µου πρώτα και του πατέρα µου ύστερα, το οποίο αποτελούσε σηµείο συνάντησης για τους ανθρώπους του χωριού, της γειτονιάς. Κάπως έτσι δηµιουργούνταν οι παρέες, τα πειράγµατα και οι καταστάσεις που κρατούσαν και προσέφεραν µέχρι και 20 ώρες διασκέδασης. Έµαθα να παρατηρώ και να διαβάζω τους ανθρώπους, ενώ µαγνητοφωνούσα κιόλας φωνές. Σιγά – σιγά εξελίχθηκε όλο αυτό· στην αρχή που πρωτόπιασα τη λύρα ήταν σαν παιχνίδι για µένα, διότι είχαµε στερήσεις και δεν είχαµε την πολυτέλεια για πολλά πράγµατα. Αυτό το παιχνίδι µού έβγαζε µεράκι κι ερωτισµό, τα οποία βέβαια διαπίστωσα πολύ αργότερα.
Πώς γίνεται ένα τόσο δα χωριό όπως τα Ανώγεια να έχει “γεννήσει” τόσους σπουδαίους καλλιτέχνες;
Έχει περάσει το γονίδιο από τη µεριά µου και τη µεριά των Ξυλούρηδων. Ο προπάππους µας µε τον Ξυλούρη έπαιζε λύρα, ο παππούς µου έπαιζε λύρα, ο αδερφός του παππού µου λύρα (ο οποίος ήταν επίσης του Ξυλούρη), ο πατέρας µου µετέπειτα λαϊκός ζωγράφος, ο θείος µου µεγάλος ποιητής, ο Χαιρέτης πρώτος µου ξάδελφος. Πιστεύω παίζουν ρόλο τα χρόνια εκείνα, οι καταστάσεις, ακόµη κι η υψοµετρική διαφορά και το κακοτράχαλο του µέρους ετούτου. Οι άνθρωποι που ζούσανε σε αντίξοες συνθήκες, δηµιουργούσανε και καταθέτανε το “µερακλίκι” τους στις παρέες µέσω της ποίησης, της µελωδίας κοκ.
Η µουσική σας αλλά κι εσείς ο ίδιος έχετε ταξιδέψει σε πολλά µέρη που υπάρχουν Έλληνες και Κρητικοί συγκεκριµένα. Η κρητική µουσική τελικά δεν γνωρίζει σύνορα;
Η µουσική δεν έχει σύνορα, είναι διεθνής γλώσσα. Σηµασία έχει πόσο θα σε αγγίξει και θα σε συγκινήσει το κάθε άσµα. Κι ο µη Κρητικός, ο µη Έλληνας, εµπνέεται από τη µουσική µας, την αγκαλιάζει και µάλιστα υποκλίνεται µε µια σχεδόν ευλάβεια σε αυτήν. ∆εν έχει σηµασία από πού είσαι, ποιος και τι είσαι, αλλά τι σε συγκινεί, σε εκφράζει κοκ. Η νοσταλγία του Κρητικού στο εξωτερικό είναι πολύ µεγάλη. Παλαιότερα δε, πηγαίναµε οι καλλιτέχνες να παίξουµε έξω και βλέπανε στα πρόσωπά µας τα της πατρίδας. Η ουσιαστική ταυτότητα εξάλλου είναι οι ρίζες µας. Όσο πιο αποµακρυσµένος είσαι, τόσο πιο έντονο το αίσθηµα.
Έχετε κάτι πολύ οικείο και σας νιώθουν όλοι δικό τους άνθρωπο πια. Αυτή η χρόνια παρουσία στο καλλιτεχνικό στερέωµα δεν σας έβαλε σε πειρασµό να ξεστρατίσετε ποτέ;
Ήµουν πάντα ο εαυτός µου. Ξέρεις όλα µεταφέρονται στις συζητήσεις των προπαππούδων µας, των παππούδων, των γονιών µας κ.λπ. και κρινόµαστε καθηµερινά. Είναι η στάση ζωής µου τέτοια και δεν το κάνω για να πάρω τα εύσηµα.
Σας χαρακτηρίζουν τη ζωντανή µουσική ιστορία της Κρήτης. Νιώθετε την πίεση και την ευθύνη πίσω από αυτές τις λέξεις;
Αισθάνοµαι την ευθύνη του να µην παρεκκλίνω από αυτό που είµαι. Αυτό µού παρέδωσαν οι πρόγονοι, µε γαλουχήσανε άνθρωποι που είχαν ένα µεγαλείο ψυχής κι ανθρωπιάς και λειτουργήσανε ως πρότυπα για µένα, ακολουθώντας µε µέχρι σήµερα…
Υπάρχει τα τελευταία χρόνια µια τάση επιστροφής στις ρίζες και την παράδοση, γενικότερα. Σας βρίσκει σύµφωνο η παράδοση να “παντρεύεται” µε κάτι πιο φρέσκο και έτσι να ξανανιώνει κατά κάποιο τρόπο;
Η παράδοση δεν πρέπει να µένει στάσιµη, αλλά να εξελίσσεται διαρκώς µε τα νέα δεδοµένα, µε ευλάβεια και σοβαρότητα όµως, να µην ευτελίζεται.
Επόµενο είναι κάθε γενιά να προσθέτει κάτι, το οποίο αν αξίζει θα περάσει και στην επόµενη για να πορευτεί µε αυτό, αλλιώς θα το απορρίψει. Εξελισσόµαστε, αλλά να µην ξεχνάµε να “ακουµπάµε” και πίσω στα ουσιαστικά που έχει να µας δώσει η παράδοση.
Αν περιγράφατε ή καλύτερα τραγουδούσατε την Κρήτη σε έναν ξένο, µε ποιο τραγούδι θα το κάνατε;
Με ένα ριζίτικο, µε έναν αµανέ, µε Ερωτόκριτο… σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρουν π.χ. ούτε καληµέρα να πουν στα ελληνικά, έχουν όµως µια µουσική παιδεία κι εισπράττουν σε βάθος χρόνου τη µελωδία και τον στίχο του τραγουδιού. Μπαίνουν στη διαδικασία να το νιώσουν. Το ριζίτικο εξάλλου µιλάει από µόνο του.
Τα κρητικά γλέντια είναι ξακουστά. Υπάρχει όµως σεβασµός στον καλλιτέχνη και στον ίδιο τον κόσµο όπου έχετε βρεθεί;
Προσωπικά έχω εισπράξει µόνο σεβασµό, όπως κι έδωσα αντίστοιχα. Τη σηµερινή εποχή έχουµε ξεφύγει λίγο στα γλέντια µε τα µεθύσια και τις κούπες αλλά και τα έκτροπα µε τους πυροβολισµούς, κάτι που δεν χρειάζεται ούτε είναι της παράδοσης. Δυστυχώς, µέσα από αυτές τις καταστάσεις γίνονται κι ατυχήµατα και χάνονται ζωές. Πρέπει να γίνει σαφές ότι η παράδοση δεν είναι αυτό.»
«Ο Δημήτρης Φουκάκης (βλέπε και ανάρτηση 158) γεννήθηκε το 1936 στον Πανασό Ηρακλείου και ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης με σπάνια δεξιοτεχνία στο λαούτο. Συμμετείχε σε δεκάδες δίσκους στη μεγάλη του αυτή μουσική διαδρομή.
 Άξιος αντιπρόσωπος της παλιάς γενιάς της Κρητικής Παραδοσιακής Μουσικής, ο Δημήτρης Φουκάκης. Ιδιαίτερο, χαρακτηριστικό το περίτεχνο συνοδευτικό παίξιμο που άφησε εποχή και σίγουρα θα μελετηθεί από τους νεότερους. Πολλές συνεργασίες και δισκογραφίες στο ενεργητικό του. Είχε συνεργαστεί με Ν.Ξυλούρη, Θ. Σκορδαλό, Β.Σκουλά, Γ.Κουφαλιτάκη, Γ.Καλομοίρη, Ν.Σωπασή, Μ.Τζαγκαράκη, Ζ.Κριτσωτάκη, Μ.Λουμπάκη, Γ.Παπαδάκη.
Απεβίωσε το 2017.»
Το πρώτο προσωπικό δισκάκι του Καλαθά η σημερινή ανάρτηση (έχει κόψει νωρίτερα με τους Κουμιώτηδες στην Odeon και θα αναρτηθεί σε επόμενη ανάρτηση). Στο λαούτο ο Δημήτρης Φουκάκης. Το δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες. Στις μεν αναφέρετε ο Φουκάκης ενώ στις άλλες όχι. Επίσης η ¨Ντελίνα¨ αναγράφεται και ¨Η Ντελίνα¨. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και έτσι έκοψε και στην Αυστραλιανή Melody.
Να ευχαριστήσω τον Ιδομενέα από Ρέθυμνο για τα σκαναρίσματα του περιοδικού Κρήτη.
Την συνέντευξη του Σκουλά θα την βρείτε εδώ και στις πληροφορίες.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 
 


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

470. ΧΡΥΣΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ GMC-1011 ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ- ΣΑΛΕΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1969

Ζαχαρόπουλος  Ζαχαρίας- Σαλέας (Παναγιωτόπουλος) Νίκος- Αραπάκης (Παύλου) Αλέκος ΧΡΥΣΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ GMC-1011 Ιτιά - Λιβανατέϊκο 1969- 45rpm- 7''

«Ο Νίκος Σαλέας (Παναγιωτόπουλος- βλέπε και ανάρτηση 186 και 263) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Τα πρώτα του βήματα τα πήρε απ' τον πατέρα του Κώστα Σαλέα που έπαιζε ζουρνά. Την εποχή που το άστρο του Χαραλάμπου Μαργέλη, Νίκου Καρακώστα, Βάϊου Μαλλιαρά, Κώστα Γιαούζου κ.α. κορυφαίων σολίστ του κλαρίνου έδυε, δυο άλλα, του ιδίου τουλάχιστον διαμετρήματος, δίνουν στο κλαρίνο νέα υπόσταση. Δεν ήταν άλλα από αυτά του Βασίλη Σαλέα (αδερφός του Νίκου) και του Βαγγέλη Σούκα.

Εμφανίστηκε σε πολλά μεγάλα κέντρα των Αθηνών της χρυσής εκείνης εποχής, αλλά και στην επαρχία. Αδελφοί του ήταν οι επίσης κλαρινίστες Γεράσιμος και Βασίλης (ο Μεγάλος). Ο τωρινός Βασιλάκης Σαλέας (ο νεότερος) είναι γιος του.»

«Ο Αλέξανδρος Παύλου ή Αραπάκης (βλέπε και ανάρτηση 110, 263 και 405), όπως ακριβώς αναγραφόταν το όνομά του στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, ανήκε στην πέμπτη γενιά μιας οικογένειας παραδοσιακών μουσικών με καταγωγή από τη Σούρπη του Αλμυρού Βόλου. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παύλου, αλλά στον κόσμο ήταν γνωστός με το παρωνύμιο Αραπάκης, το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του και οφειλόταν προφανώς στο μελαψό τους χρώμα.

Πατέρας του ήταν o επίσης ξακουστός βιολιτζής Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που έφυγε από τη Σούρπη σε ηλικία 18 χρονών και ο δρόμος του τον έφερε στα Ψαχνά της Εύβοιας. Εκεί παντρεύτηκε με τη Βασιλική Ντάβου γύρω στα 1915, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Το τέταρτο κατά σειρά παιδί ήταν ο Αλέκος, που γεννήθηκε το 1921.

Το μουσικό ταλέντο του Αλέκου Αραπάκη εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Πριν καλά-καλά πάει στο Δημοτικό σχολείο, έπαιζε μαντολίνο, αλλά πολύ σύντομα άφησε το μαντολίνο κι έπιασε το βιολί, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα και του παππού του, που ήταν και οι δάσκαλοί του. Τελειώνοντας το Δημοτικό, ήταν κιόλας ένας επαγγελματίας βιολιτζής και τον καλούσαν να παίζει σε γάμους και πανηγύρια με διάφορες μουσικές κομπανίες.
Η εξέλιξή του υπήρξε εντυπωσιακή και, πριν ακόμη κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, το όνομά του συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ονόματα των δημοφιλών οργανοπαιχτών της εποχής. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1948, έχοντας φτάσει σε ηλικία 27 ετών, παντρεύτηκε τη Ζαχαρού Μποϊντά από την Αμάρυνθο (Βάθια) της Εύβοιας και μετοίκησε από τα Ψαχνά στο χωριό της γυναίκας του. Καρπός του γάμου του ήταν οι δύο γιοι του, ο Γιώργος και ο Βασίλης.

Ιδιαίτερα δημιουργική ήταν στη συνέχεια η επί σειρά πολλών ετών συνεργασία του με τη Δόμνα Σαμίου, την οποία συνόδευε και στη δισκογραφία και σε πλήθος συναυλιών εντός και εκτός Ελλάδας.

Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι είχε παίξει τόσο στο Ηρώδειο όσο και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ενδεικτικό της μεγάλης του αναγνώρισης είναι και το γεγονός ότι προσκλήθηκε να παίξει μαζί με τον θρυλικό βιολιστή Jehudi Menuhin (Γιεχούντι Μενουχίν) σε μια διαφημιστική ηχογράφηση στη Γαλλία.
Ο Αλέκος Αραπάκης δεν άφησε στιγμή το αγαπημένο του βιολί έως το τέλος της ζωής του. Απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 2006 στην Αθήνα, σε ηλικία 85 ετών.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).

 


 


Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

469. RECOR BK-019 ΜΑΪΚΑΝΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ 1962

Μαϊκαντής (Μαηκαρτής) Ιωάννης- Αρβανίτης Χριστόφορος RECOR BK-019 Που είσαι Λενιό δεν φαίνεσαι (Καλαματιανό) - Στη Ρούμελη (Τσάμικος) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Γιάννης Μαϊκαντής γεννήθηκε το 1921 στη Σπολαϊτα Αγρινίου. Διέπρεψε σαν τραγουδιστής στα πανηγύρια του Αγρινιώτικου κάμπου, που ήταν πολύ απαιτητικά, λόγω της ιδιορρυθμίας των χορευτών. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα όπου γραμμοφώνησε με τον Βασίλη Μπεσίρη μερικά τραγούδια. Ήταν ο συνεχιστής του Σεραφείμ Γεροθεοδώρου ειδικά στα καθιστικά και στα κλέφτικα. Τολμώ να πω ότι τα απέδιδε ίσως και καλύτερα, γιατί δεν έβαζε μέσα το ψαλτικό στοιχείο που πέρναγε ο Γεροθόδωρος. Η βροντώδης φωνή του έσπαγε κυριολεκτικά τζάμια! Ήταν χωρίς αμφιβολία ένας σπουδαίος τραγουδιστής.
Γραμμοφώνησε 3 τραγούδια στις 78 στροφές το 1950 και πολύ αργότερα 4 στις 45 στροφές.»
Ο Χριστόφορος Αρβανίτης, με καταγωγή από την Ναύπακτο, στο κλαρίνο, Λίγα τα βιογραφικά στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό στη σημερινή ανάρτηση, με τη βοήθεια του καναλιού του Γιώργου Υφαντή και το greekdiscography του Χατζηαντωνίου. Να σημειωθεί ότι η εταιρία Recor του Κουτσοθανάση εξαγόρασε τις μήτρες της Αμερικάνικης Nina και έκοβε ως Phono Recor (βλέπε τα σχόλια της ανάρτησης από τον φίλο Angelo Lymp). Επίσης τα λάθη στις ετικέτες είναι του Μαϊκαντή που τον αναφέρουν Μαηκαρτή και τη Ρούμελη που βγάζει μάτι.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

468. PARLOPHON B.21683 ΡΟΔΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1933

Ροδινός Ανδρέας- Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης- Μπαξές) Ιωάννης PARLOPHON B.21683 Ρεθυμιώτικη Πεντοζάλη - Ρεθυμιώτικο Συρτό 1933- 78rpm- 10''
Ο Ανδρέας Ροδινός (βλέπε και ανάρτηση 178) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του, φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο, ενώ η μητέρα του Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα στην ηλικία των 14 χρονών από ένα συγγενή της μητέρας του (πιθανόν τον λυράρη από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Βαγγέλη Καλαϊτζάκη), ενώ η μαρτυρία του αδερφού του ότι ο μικρός Ανδρέας κάθονταν και έπαιζε ώρες λύρα με τους συνομήλικους Τουρκοκρητικούς γείτονες του μαρτυράει το ζήλο του για τη μουσική.
Η επιθυμία του για ζωή ήταν έντονη. Όπως και για τη λύρα. Ένα περιστατικό διηγείται ο Ρεθεμνιώτης γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο περ. «Προμηθεύς Πυρόφορος» (Δεκέμβριος 1980), που αναδημοσιεύθηκε στην εφημ. «Eλευθερία» του Pεθύμνου, φ. της 21/22-3-98, σελ. 12:
“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνάντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Ανδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επιτέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα; Να την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ, Νίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Εγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχυση στο ιστορικό αυτό”.
Ο Ροδινός από τα 16 του χρόνια, γύριζε τα χωριά του Ρεθύμνου αρχικά, αλλά και του Αποκόρωνα και των Σφακίων αργότερα, προς αναζήτηση παλιών σκοπών και μελωδιών. Διδάχτηκε επίσης, από παλιούς και έμπειρους λυράρηδες της πόλης του Ρεθύμνου, όπως το Νικήστρατο (για λίγο καιρό γιατί πέθανε στα πρώτα του βήματα του Ανδρέα) και το Γέρο-Πισκόπη.
Στα 17 του δημιούργησε το δικό του συγκρότημα (“ζυγιά”) με τον λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλο από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Ήταν πλέον ένας εκπληκτικός και καταξιωμένος λυράρης. Λέγεται επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής και άριστος μαθητής.
Ο Ανδρέας Ροδινός ήταν ερασιτέχνης αλλά και εύπορος οικονομικά και αυτό ήταν από τα χαρακτηριστικά του καθώς ποτέ δεν είδε τη λύρα ως επάγγελμα και αποστρεφόταν τους φιλάργυρους συναδέλφους του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο μοναδικό γλέντι που δέχτηκε χρήματα (8 Σεπτέμβρη του 1932) στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου και στο οποίο μαζεύτηκαν 6-7 χιλιάδες δραχμές, έσπευσε να τα δωρίσει στην εκκλησία και με τα οποία χτίστηκε εικονοστάσι που σώζεται ως σήμερα.
Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση του μαζί με τον Χαρίλαο Πιπεράκη τον ξακουστό λυράρη της εποχής που ζούσε στην Αμερική και καταγόταν από το Ξεροστέρνι Αποκορώνου και το γέρο-Καντέρη επίσης από τον Αποκορώνα στην προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930. Βραδιά κατά την οποία μετά τους δύο μεγάλους λυράρηδες, ο Ροδινός με τη συνοδεία του Ψίλλου (Σταύρου Ψιλλάκη) στο λαούτο, “έδωσε εξετάσεις” και ενθουσίασε τα πλήθη παίζοντας λύρα μέχρι τα ξημερώματα.
Αφού λοιπόν τελείωσε το γυμνάσιο συνέχισε να ασχολείται με πάθος με τη μουσική, έχοντας πλέον ως συνεργάτη τον λαουτιέρη με τη καταπληκτική φωνή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Ο Ροδινός δε σταματά να καλλιεργεί την τέχνη του, να ερευνά, να χώνεται όλο και πιο βαθιά στη μελέτη της κρητικής μουσικής παράδοσης. Γυρνούσε στα χωριά, συναναστρεφόταν με τους γεροντότερους, ρωτούσε για παλιούς σκοπούς, μελωδίες, τραγούδια. Με τις ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο του δοκιμάζει παλιές και νέες μελωδίες και σκοπούς τους οποίους προσφέρει άμεσα στο ακροατήριο του.
Κάποια στιγμή ο Ανδρέας Ροδινός θα πρέπει να ασχολήθηκε και με την οργανοποιία. Όχι τόσο άμεσα, όσο συμβουλευτικά. Πολλοί μιλούν για την επιρροή του στη μορφή της σύγχρονης λύρας που όχι άδικα έχει αποδοθεί κυρίως στο Μανώλη Σταγάκη. Ο Μανώλης Σταγάκης μας παρέδωσε αυτό που οι σύγχρονοι λέμε Κρητική λύρα, αλλά σίγουρα οι επιρροές του από τις παρεμβάσεις του Ανδρέα Ροδινού, του οργανοποιού Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά και του μαραγκού και οργανοποιού Αντώνη Μαράκη ή Μαραντώνη από την Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου (για τον οποίο θρυλείται ότι είναι ο κατασκευαστής της κύριας  λύρας του Ροδινού) ήταν καθοριστικές.
Το 1933 κατατάχθηκε στο στρατό όπου καθηλώθηκε για 6 μήνες στο νοσοκομείο, εξαιτίας μιας πλευρίτιδας που τελικά αποδείχτηκε μοιραία καθώς επιβάρυνε την ήδη άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ο θρύλος μιλάει για τον αδιέξοδο έρωτα του για μία “ξένη ξανθιά γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον ίδιο, αλλά και παντρεμένη”.
Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του, ανέβηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε δύο δίσκους 78 στροφών (ο σημερινός και αυτός στην ανάρτηση 178) με συνοδεία στο λαούτο από το τον Γιάννη Μπερνιδάκη.
Πήρε το απολυτήριο του και μεταφέρεται στους Νίππους, ένα ύψωμα στα δυτικά του Ρεθύμνου ψάχνοντας για τον καθαρό αέρα που θα βοηθούσε στην αρρώστια του.
Ο Νίκος Αγγελής σε μια όμορφη αναφορά του στον Ανδρεά Ροδινό περιγράφει:
“…Υπάρχει στο δυτικό Ρέθεμνο ένα ύψωμα γεμάτο αμπέλια και δέντρα. Οι Νίπποι. Πάνω απ’ τη «βίγλα», εφτακόσια μέτρα ψηλά, βγορίζουν εβδομήντα χωριά Χανιά και Ρέθεμνος. Εκεί ψηλά ήταν η καλύβα του Ροδινού μονάχη. Εκεί ψηλά ο πληγωμένος νέος προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια που τού ’τρωγε τα στήθεια. Περνούσαν δραγάτες και τού ’φερναν τα νέα του κόσμου. Περνούσαν ακόμη φίλοι και ξένοι να του πουν «περαστικά».
Κάθε βράδυ έβλεπαν οι ζευγάδες απ’ τα γυροχώρια τις φωτιές του κι’ οι πιο κοντινοί άκουαν την πονεμένη λύρα του να γεμίζει παράπονο τα σκοτάδια. Έβλεπε κι’ εκείνος κάτω τον τόπο που αγάπησε. Ήταν κάτω τα χωριά. Κάτω γλεντούσαν και χόρευαν. Θυμόταν τη μικρή του ιστορία. Όταν τον κοίταζαν χιλιάδες μάτια να παίζει…”.
Τέλη του 1933 μεταφέρεται σε σανατόριο στα Μελίσσια Αττικής. Μετά από μήνες χωρίς βελτίωση, το Γενάρη του 1934 επιστρέφει στο Ρέθυμνο και στις 9 Φεβρουαρίου 1934, “φεύγει” σε ηλικία μόλις 22 χρονών. Την ημέρα της κηδείας του φάνηκε πόσο αγαπητός ήταν καθώς έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και όλο το Ρέθυμνο ακολούθησε την νεκρική πομπή. Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα.
«Αύριο φεύγω Πλάτανε και μάδησε τα φύλλα,
για δε θα ξανακούσεις πια, του Ροδινού την λύρα»
«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα,
ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι βαθειά στο μνήμα»
«Ξύπνα καημένε Ροδινέ να δεις τον Μπαξεβάνη,
που παίζει το λαγούτο του και ζάφτι δεν το κάνει»
«Να με χτικιάσεις πολεμάς σα και το Ροδινάκι,
απού το χτίκιασε και αυτό, της λύρας το μεράκι».
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).