Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

409. COLUMBIA SCDG 2917 ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ ΣΟΦΙΑ- ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1961

Κολλητήρη Σοφία (Αηδόνι της Ρούμελης- θηλυκός Καζαντζίδης)- Κοντογιώργος Κώστας- Κόρος Γιώργος COLUMBIA SCDG 2917 Μένα μου τώπαν δυο λουλούδια (Τσάμικο) - Τ' άσπρα να βάλεις σήμερα (Συρτό) 1961- 45rpm- 7''
«Η Σοφία Κολλητήρη (βλέπε και ανάρτηση 45) γεννήθηκε το 1944 στο Βελενίκο της Φωκίδας. Εκεί μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία. Από «πιτσιρίκι» άρχισε να συμμετέχει στα πανηγύρια και να κερδίζει τις εντυπώσεις .
«Πήγαινα έκτη δημοτικού, όταν ήρθε η δασκάλα μου στο σπίτι και είπε στον πατέρα μου ότι έχω μεγάλο ταλέντο και ότι, αν με στείλει να γίνω τραγουδίστρια, θα κάνω μεγάλη καριέρα. Εκείνος δεν το καταδέχτηκε. Δεν επιθυμούσε η κόρη του να ανέβει στο παλκοσένικο. “Μην της σηκώνεις τα μυαλά” της απάντησε. Κι εκείνη φεύγοντας του ανταπάντησε ότι μια ημέρα θα γινόμουν μεγάλη και σπουδαία».
Τον Ιούνιο του 1957 η Σοφία τελειώνοντας την έκτη τάξη ερμηνεύει το δημοτικό τραγούδι «Γεροδήμος» στην καλοκαιρινή σχολική γιορτή, αποσπώντας το παρατεταμένο χειροκρότημα των συμμαθητών της. Χαμογελούσε και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα τραγουδούσε μπροστά σε κοινό και η τύχη δεν άργησε να έρθει με το μέρος της.
Έξι μήνες μετά στη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα εμφανίστηκε σε πανηγύρι διπλανού χωριού με την ορχήστρα του θείου της Κώστα Κούτρα, που έπαιζε σαντούρι. Ο κόσμος την αποθέωσε! Εκείνο το βράδυ η 13χρονη Σοφία έβγαλε τα πρώτα της χρήματα: 370 δραχμές. «Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Κρατούσα τα χρήματα στη χούφτα μου και, όπως γύρισα πίσω το πρωί, τα έδωσα στον μπαμπά μου. Μεγάλες χαρές στο σπίτι μας. Αγοράσαμε παπούτσια για τα αδέλφια μου και φαγητά για το γιορταστικό τραπέζι. Ο θείος μου κατόπιν με πήρε υπό την προστασία του και ξεκίνησα να τραγουδάω και να πληρώνομαι» λέει η δημοτική αοιδός.
Είναι η εποχή που ο τρόπος αυτός της διασκέδασης ανθεί στην ελληνική επαρχία ενώ το δημοτικό τραγούδι παράλληλα γνωρίζει δόξες και στα περίφημα «στέκια» γύρω από την περιοχή της πλατείας Ομονοίας και όχι μόνο . Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η φήμη της μικρής Σοφίας εξαπλώνεται σε όλη τη Φωκίδα ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αγκαλιάζει και τους γειτονικούς νομούς. Δουλεύει πλέον συστηματικά στα πανηγύρια και σε διάφορα γλέντια, σε γάμους, σε βαφτίσια και γιορτές. Στις αρχές του 1958 τραγουδάει τον «Σελίμπεη» σε ταβέρνα της Ακράτας με το συγκρότημα του Νίκου Καλτσά χαλώντας κόσμο. Εκεί εμφανίζεται και ο Μέγας Γιώργος Παπασιδέρης με το συγκρότημά του και που ως γνωστόν πάντα αποτελούνταν από εξαίρετους οργανοπαίκτες.
Η Σοφία Κολλητήρη παρά την παιδική της ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει πάνω της όλα τα βλέμματα . Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτός ο μεγάλος κι έμπειρος Γιώργος Παπασιδέρης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο ταλέντο της και έδειξε προθυμία να την γνωρίσει καλύτερα. Την φωνή του άκουγε και μελετούσε μέσα από δίσκους γραμμοφώνου αλλά και το ραδιόφωνο και διαμόρφωνε κι εκείνη το ρεπερτόριο της. Έτσι όταν τον συνάντησε στο πανηγύρι της Ακράτας ντρεπόταν ακόμα και να του μιλήσει .Με ευχαρίστηση όμως δέχτηκε τα καλά του λόγια σχετικά με το ταλέντο και τις δυνατότητες που είχε. Δεν είναι μικρό πράγμα σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να σου προτείνει ο Παπασιδέρης να συνεργαστείς μαζί του στο πάλκο και στην δισκογραφία.
Η Κολλητήρη όμως αρνείται τις δελεαστικές του προτάσεις παρ ότι στην ουσία είναι αυτό που επιθυμεί η ίδια καθώς γνωρίζει την αντίδραση των γονιών της. Η αντίθεση της οικογένειάς της κάμπτεται μερικούς μήνες αργότερα όταν ο ίδιος ο Παπασιδέρης αλλά και ο διευθυντής της Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος την καλούν να ηχογραφήσει στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ριζούπολη. Η Σοφία μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο ηχογράφησης αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ηχογραφήσει σε μία μόλις μέρα δώδεκα τραγούδια τα οποία καλύπτουν τις όψεις έξι μικρών δίσκων σαράντα πέντε στροφών οι οποίοι και κυκλοφόρησαν σταδιακά στην αγορά. Λίγες μέρες αργότερα η φωνή της ακούγεται στο ραδιόφωνο και μαγεύει τους ακροατές.
Οι έξι αυτοί οι μικροί δίσκοι σαράντα πέντε στροφών έγιναν ανάρπαστοι κι έτσι η Σοφία με το ντεμπούτο της στη δισκογραφία και παρά τη μικρή της ηλικία καθιερώνεται ως λαοφιλής ερμηνεύτρια του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Η μεγάλη αυτή επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική πλέον παραμονή της στην Αθήνα. Δουλεύει στα καλύτερα δημοτικά κέντρα συνεργαζόμενη με όλους τους κορυφαίους ερμηνευτές και οργανοπαίκτες . Ιστορική θα μείνει η συνεργασία της με τον Γιώργο Κόρο τόσο στην νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην δισκογραφία αλλά και το Στάθη Κάβουρα. Μεγάλες δόξες θα γνωρίσει και στο πλευρό του Δημήτρη Ζάχου.
Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα βρέθηκε να δουλεύει μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα -που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν- στο κέντρο «Κουλουριώτης» στις Τζιτζιφιές. Η ίδια προτίμησε να ασχοληθεί στενότερα με το δημοτικό τραγούδι που την εκφράζει τόσο σαν ρεπερτόριο όσο και σαν τρόπος διασκέδασης αντί να περάσει στο λαϊκό. Βέβαια στην πολύχρονη καριέρα της η Κολλητήρη ερμήνευσε και λαϊκοδημοτικά και τσιφτετέλια που όμως όλα στη βάση τους είχαν στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική. Πάνω σε αυτό το ύφος η συνεργασία της με τον Κώστα Σούκα απέφερε μεγάλους δίσκους τριάντα τριών στροφών που περιείχαν μεγάλα σουξέ .Άλλες σημαντικές συνεργασίες που η ίδια ξεχωρίζει είναι αυτές με τον «πολύ» Στάθη Κάβουρα και τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο. Παράλληλα η Κολλητήρη ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπου υπάρχει Ελληνισμός, όπου και αποθεώθηκε από την ομογένεια και όχι μόνο.»
Πληροφορίες και βιογραφικά στοιχεία για τον Κόρο και τον Κοντογιώργο σε παλαιότερες αναρτήσεις. Εξαιρετική η φωνή της Κολλητήρη και το παίξιμο του Κόρου στο σημερινό δισκάκι.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 
 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

408. PANIVAR PA-361 ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ- ΝΕΝΕΔΑΚΗΣ ΜΑΡΚΟΣ 1971

Περιστέρης Αντώνιος- Νενεδάκης Μάρκος PANIVAR PA-361 Άπονη καρδιά (Συρτός) - Η χήρα (Καλαματιανός) 1971- 45rpm- 7''
«Ο Αντώνης Περιστέρης (βλέπε αναρτήσεις 25 και 157) γεννήθηκε στο χωριό Γέργερη, Ηρακλείου Κρήτης. Αυτοδίδακτος λυράρης και πατέρας του λυράρη Μανώλη Περιστέρη.
Ήταν το 1962 όταν ο Αντώνης Περιστέρης εγκατέλειπε την Κρήτη για να εγκατασταθεί, οικογενειακά, μόνιμα στην Αθήνα. Καταξιωμένος, ήδη λυράρης ο Αντώνης Περιστέρης ήταν από τους πρώτους πού έπαιξαν και διέδωσαν την κρητική μουσική στην Αθήνα παίζοντας στα πιο γνωστά, τότε κρητικά μαγαζιά της πρωτεύουσας.
Ταυτόχρονα είχε συνεργασίες με γνωστά συγκροτήματα της εποχής όπως το Λύκειο Ελληνίδων, τα συγκροτήματα Δημόγλου, τη Δώρα Στράτου κλπ.
Όμως, κρυφός του πόθος ήταν να δημιουργήσει ένα κρητικό στέκι όπως εκείνος το φαντάζονταν πως πρέπει να είναι. Καθαρά Κρητικό και παραδοσιακό. Η πρώτη του απόπειρα είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το ¨Μητάτο¨, ένα μικρό μαγαζί με κρητικά προϊόντα που γρήγορα έγινε τόπος συνάντησης των Γεριανών και όχι μόνο, της Αθήνας. Το μεγάλο όμως όνειρο του Αντώνη Περιστέρη έγινε πραγματικότητα το Νοέμβρη του 1974 χρονιά κατά την οποία εγκαινίασε ¨ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ¨, το κρητικό κέντρο διασκέδασης που έμελε να γίνει ο ναός της κρητικής παράδοσης στην Αθήνα.
Όσα και να πει κανένας για αυτό το μαγαζί θα είναι λίγα. Τα ατελείωτα γλέντια με τη λύρα του Αντώνη πρώτα και αργότερα του Μανώλη, τα παραδοσιακά πιάτα της κυρίας Μαρίας, τις Πέμπτες με το ΚΕΛΑΡΙΚΟ. Τελειωμό δεν έχουν οι όμορφες αναμνήσεις από το Κάστρο των Περιστέρηδων και της παράδοσης.
Για τους νεώτερους να θυμίσουμε ότι το κάστρο των Περιστέρηδων είχε τις ιδιαιτερότητές του σε σχέση με τα άλλα κρητικά κέντρα διασκέδασης. Μια από αυτές ήταν ότι δεν άλλαζε κάθε εβδομάδα συγκρότημα. Για παράδειγμα οι λαουτιέρηδες που κατά καιρούς έπαιξαν με τον Αντώνη και τον Μανώλη στο Κάστρο έμεναν όσα χρόνια ήθελαν στο μαγαζί και μόνοι τους, πάντα, αποφάσιζαν πότε θα αποχωρήσουν. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε πάντα ένα "δέσιμο" ανάμεσα στους πελάτες και τους καλλιτέχνες που δεν συναντούσε κανείς στα άλλα κρητικά μαγαζιά της Αθήνας. Αυτός, ίσως, να είναι και ο κυριότερος από τους λόγους που το ΚΑΣΤΡΟ είχε πάντα σταθερή και καλή πελατεία που εμπιστεύονταν τους Περιστέρηδες και ήξερε γιατί πήγαινε φανατικά στο συγκεκριμένο μαγαζί.
Συνεργάτες των Περιστέρηδων : Καρμπαδάκης Πέτρος-Νικηφοράκης Ηλίας ήταν στο ξεκίνημα και ακολούθησαν οι : Μιχάλης Ρουσσάκης, Ζαχάρης Φασουλάς, Βασίλης Κατσαμάς, Σαλούστρος Αντώνης, Καμπουράκης Κώστας, Δελιδάκης Στέλιος, Πυθαρούλης Βαγγέλης (στο ΚΑΣΤΡΟ "βαπτίστηκε" κρητικός καλλιτέχνης-λαουτιέρης), Σηφάκης Παύλος, Δημήτρης και Μανώλης Σκουλάς, Κουτεντάκης (κιθάρα) Μανώλης Κουμιώτης, Νταγιαντάς Γιώργης, Αποστολάκης Δημήτρης, Τσαγρής Άγγελος, Παπαδάκης Μιχάλης και Μάρκος Νενεδάκης.
Τελευταίος συνεργάτης των Περιστέρηδων στο Κάστρο για πολλά χρόνια ήταν ο Ανδρέας Βαρβατάκης που στο τελευταίο διάστημα της αρρώστιας του Μανώλη έπαιζε με τον Γιώργο το Σκορδαλό στη λύρα και τον Λευτέρη Φραγκιουδάκη στο λαούτο. Τελευταίος ο φίλος κατ' αρχήν και μόνιμος συνεργάτης του Μανώλη Περιστέρη, ο Στάθης Μελεούνης, που μπήκε νεαρός με την κιθάρα του στο ΚΑΣΤΡΟ, όταν απολύθηκε από το στρατό και έμεινε μέχρι το αναπάντεχο τέλος, στις 20 Δεκέμβρη του 2005, πού χάθηκε ο Μάνος.
Επτά μήνες αργότερα, 7 Ιουλίου του 2006, έσμιγαν Αντώνης και Μανώλης.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

407. LYRA LS 1199 ΝΤΟΥΡΟΥΝΤΑΚΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ- ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1966

Ντουρουντάκης (Δουρουντάκης) Λευτέρης- Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος LYRA LS 1199 Αν μ' αρνηθείς καμιά φορά (Συρτός Βουκολιανός) - Για την αγάπη σουδωσα (Συρτός Παραπονιάρικος) 1966-45rpm- 7''
«Ο Λευτέρης Ντουρουντάκης γεννήθηκε το 1917 στο Γεράνι, Κυδωνίας, Χανίων. Πολύ καλός τραγουδιστής και λαγουτιέρης. Μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική. Δεν έκανε οικογένεια.
Κύριο επάγγελμα η μουσική καλλιτεχνική του ενασχόληση. Λεβέντης, λιγόλογος, ταπεινός και γλεντζές.
Ξεκίνησε με μαντολίνο. Στη δισκογραφία τον συναντάμε στο σημερινό δισκάκι παρόλο που τον θέλουν να έχει συμμετοχή και σε πλάκες γραμμοφώνου. Αργότερα και σε κασέτες.
Φωνή μοναδική, μόνιμος συνεργάτης ¨Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών¨ γράφει η κάρτα του. Το ίδιο αναγράφεται και στην πλάκα του τάφου του, στο νεκροταφείο του χωριού του. Εκπομπές έκανε και στην τοπική ραδιοφωνία στα Χανιά. Όταν το τότε Ε.Ι.Ρ. στεγαζόταν πρόχειρα κοντά στην αγορά.
Έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με τον Κώστα Μουντάκη. Τα τελευταία χρόνια έζησε στην Κρήτη, όπου συνεργάστηκε με τον Γαλαθιανό, τον Μαύρο, τον Τζιμάκη, τον Γ.Αναγνωστάκη, τον Νταντινάκη, τον Χαραλάμπη Παπουτσάκη κ.α.
Γύρισε όλη την Κρήτη και κυρίως στα Σφακιά (στους Καλούς Λάκκους χωριό ερειπωμένο σήμερα) που τον καλούσαν τακτικά γιατί είχε συγγενείς.
Ο Λευτέρης Ντουρουντάκης απεβίωσε το 1982.»
«Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης- βλέπε ανάρτηση 3, 72, 209 και 352) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρεις αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του.
Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά).
Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. Ο πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.»
Δύο συρτά από τον αξιόλογο Λευτέρη Ντουρουντάκη στο σημερινό δισκάκι, μαζί με τον Γιώργο Τζιμάκη στη λύρα.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

406. HIS MASTER'S VOICE A.O.2988 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1951

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) HIS MASTER'S VOICE A.O.2988 Πρώτος συρτός (Πόσες καρδιές χαρίζονται) - Νέος συρτός Σπηλιανός (Πες μου το πως δε μ΄αγαπάς) 1951- 78rpm- 10''
«Τον είπαν στρατηγό της λύρας, τον είπαν δάσκαλο κι είχαν δίκιο. Από την πρώτη στιγμή πάντως που γνώρισα το Θανάση Σκορδαλό σκέφτηκα πως είναι αναμφισβήτητα ο άρχοντας της Κρητικής Παράδοσης.
Ήταν τότε που καλύπταμε για την ΕΡΤ τη Γιορτή της Σουλτανίνας στο Πέραμα, κι ο τοπικός σύλλογος είχε πρόεδρο κάποια κ. Μαρούλη, που σε εντυπωσίαζε με τη δράση της. Δική της επιλογή ο Σκορδαλός στο γλέντι και το «εισιτήριό» της για να δεχτεί η προϊστάμενη μου αρχή στην Αθήνα να μου δώσει το πράσινο φως. Τότε η ΕΡΤ ήταν η «πρώτη στο χωριό» και με αυστηρή επιλογή κάλυπτε εκδηλώσεις.
«Ξέρεις τι σημαίνει Σκορδαλός;» με ρώτησε ο Γιώργος ο Κορωναίος, προϊστάμενός μου τότε, ένας θαυμάσιος και πολύ «διαβασμένος» άνθρωπος, που μας είχε βάλει και τα «δυο πόδια σε ένα παπούτσι» για να μιλάμε σωστά Ελληνικά στις ανταποκρίσεις μας.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση μου δήλωσε πως χωρίς έστω δυο λόγια από τον Σκορδαλό να μην του στείλω το θέμα. Δήλωνε μεγάλος θαυμαστής του λυράρη και καμάρωνε γι’ αυτό.
Πάμε λοιπόν στο Πέραμα και βρισκόμαστε ξαφνικά σε μια κοσμοπλημμύρα που συνεχώς απλωνόταν στην μεγάλη πλατεία.
«Εμ Σκορδαλός είναι αυτός» παρατήρησε ο αξέχαστος συνεργάτης μου Καλιούρης από τον Πλατανέ που διαχειριζόταν ιδανικά τον ήχο. Κι όλες τις καλύψεις στο ανατολικό Ρέθυμνο τις κάναμε παρέα.
Η αποστολή μου βέβαια οφείλω να πω ότι δεν με ενθουσίαζε και ιδιαίτερα.
Είχα κάπου πέντε χρόνια στην Κρήτη και δεν είχα ακόμα εξοικειωθεί με παραδοσιακά ακούσματα. Από σεβασμό και μόνον άκουγα συγκροτήματα όπου τα συναντούσα λόγω κάποιας κοινωνικής υποχρέωσης ή επαγγελματικού καθήκοντος. Από ένα σημείο και μετά όμως ήθελα να φύγω.
Εκείνο το βράδυ στο Πέραμα σαν να με συνεπήρε «ένας καινούργιος άνεμος». Άκουγα μαγεμένη τον άρχοντα εκείνο πάνω στο πάλκο που έδειχνε να έχει την απόλυτη εξουσία στο όργανο κι αυτό να σκορπά απίστευτα γλυκό άκουσμα.
Κάποια στιγμή θυμήθηκα και την επαγγελματική μου υποχρέωση. Πλησίασα σε ένα διάλειμμα και ζήτησα από το μεγάλο καλλιτέχνη μια δήλωση.
Ο άνθρωπος δεν είχε χρόνο, έδειχνε αρκετά κουρασμένος. Θα μπορούσε να μου ζητήσει να τον απαλλάξω. Δεν θα ήταν και ο μόνος. Είχε και κάθε λόγο να το κάνει. Κι όμως. Και δήλωση μου έκανε και με κατέπληξε με την ευγένειά του. Είχε τόσο λεπτούς τρόπους και φερόταν με τόση ευγένεια στις κυρίες. Ομολογώ με κατέκτησε. Κι έμεινα, ν’ ακούσω περισσότερη μουσική… Ξαφνικά είχα αρχίσει να μαγεύομαι από την πλανεύτρα ρήγισσα της παραδοσιακής μουσικής.
«Αν νομίζεις ότι θα τον αφήσουν να σταματήσει είσαι γελασμένη» με προειδοποίησε ο συνεργάτης μου. Γι’ αυτό έλα να φύγουμε κι έχουμε δρόμο μπροστά μας.
«Μα κάποτε θα κουραστεί» απάντησα.
«Σε γελάσανε. Ο Σκορδαλός λες και παίρνει δύναμη από τον κόσμο σαν να μην κουράζεται ποτέ. Δεν κατεβαίνει παρά όταν πια χορτάσουν οι φίλοι του γλέντι… Αν ποτέ χορτάσουν ακούγοντάς τον δηλαδή».
Άλλη μια πληροφορία λοιπόν για ένα καλλιτέχνη που θα κομίσω γλαύκα εις τας Αθήνας αν επιχειρήσω να αξιολογήσω την τεχνική του και τον χαρακτηρίσω ΜΕΓΑΛΟ.
Και ήταν πράγματι. Τον θυμάμαι τελευταία φορά στην πλατεία αυτή τη φορά στο Κηποθέατρο Ηρακλείου. Ήταν τον Αύγουστο του 1989. Είχε έρθει να ακούσει τον ανιψιό του Μπάμπη Πραματευτάκη που είχε αναπτύξει για συμφωνική ορχήστρα κάποιους σκοπούς του στο εξαιρετικό του έργο με τίτλο «Κρητική Φαντασία».
Ο Σκορδαλός άκουγε και έμοιαζε να μην ανασαίνει καν. Έδειχνε γοητευμένος.
«Για φαντάσου τον άκουγα να σχολιάζει στο τέλος. Ο Μπάμπης με έκανε να θαυμάσω για πρώτη φορά τον εαυτό μου. Τι ωραίο άκουσμα…».».
Απόσπασμα από κείμενο της Εύας Λαδιά στα Ρεθεμνιώτικα Νέα το 2015.
Η σημερινή πλάκα κυκλοφόρησε στην His Μaster’s Voice με δυο διαφορετικές λευκές ετικέτες, με μαύρες (από το discogs αλιευμένες) και στην Αμερικάνικη RCA Victor με μωβ. Ο ¨Πρώτος Συρτός¨ γνωστός και ως ¨Πόσες καρδιές χαρίζονται¨, ενώ ο ¨Νέος συρτός Σπηλιανός¨ ως ¨Πες μου το πως δε μ΄αγαπάς¨. Όπως και σε προηγούμενη ανάρτηση με τον Φουσταλιέρη η επιτυχία ενός δίσκου συνοδευόταν με πολλές κόπιες σε διαφορετική χρονική στιγμή με διαφορετικές ετικέτες. Κάποια στιγμή θα σκανάρω και άλλες ετικέτες προηγούμενων αναρτήσεων. Παράδειγμα ο πρώτος του Σκορδαλού με τέσσερις διαφορετικές ετικέτες, ο τρίτος με δυο διαφορετικές ετικέτες μέχρι στιγμής (και άλλων βέβαια καλλιτεχνών) κ.ο.κ. Μετέπειτα τα έκοβαν σε 45άρια. «Εμ Σκορδαλός είναι αυτός» όπως προείπε ο Καλιούρης παραπάνω. Τα σκαναρισμένα διαφημιστικά από το περιοδικό Κρήτη τα χρωστάμε στον φίλο Ιδομενέα Παπαδογιάννη από Ρέθυμνο.  
¨Πόσες καρδιές χαρίζονται εκεί που δεν αξίζει,
και πόσες άλλες ο Θεός άδικα βασανίζει¨
¨Πεσ΄ μου το πως δε μ΄αγαπάς να μη συχνοδιαβαίνω,
μόνο το χρόνο μια φορά και τότε σαν τον ξένο¨
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).