«Μεγάλος τραγουδιστής από τα Νοχιά Κίσσαμου ο Θεοχάρης Τζινευράκης.
Γεννήθηκε το 1905 και πέθανε το 1981, αφού με τη ρωμαλέα φωνή του είχε εκφράσει
μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της κισσαμίτικης μουσικής παράδοσης. Από
τις σπουδαιότερες φωνές που έχουν εμφανιστεί στο κρητικό μουσικό στερέωμα.
Μοναδική χροιά σπάνιου κάλλους. Τραγουδούσε τα πάντα: Συρτά, ριζίτικα,
ταμπαχανιώτικα, σμυρναίικα.
Ο Θεοχάρης Τζινευράκης δεν ήταν αυτό που αποκαλούμε
σήμερα "επαγγελματίας τραγουδιστής". Κύριο του επάγγελμα η γεωργία,
αλλά και η κατασκευή λαϊνών. Όπως δηλαδή, οι περισσότεροι Νοχιανοί που
φημίζονται για την πηλοπλαστική και την κατασκευή λαϊνών. Δεν έπαιζε ο ίδιος
κάποιο όργανο. Το όργανο του, ήταν το λαρύγγι του. Και οι καλλιτέχνες της
περιοχής συνορίζονταν ποιός θα τον πρωτοπάρει στα γλέντια.
Ηχογράφησε στη δισκογραφία των 78" (γραμμόφωνο) πλάι σε
κορυφαίους μουσικούς του νομού Χανίων. Αναφέρεται ότι το 1950 συνέθεσε τον
σκοπό «Νοχιανός συρτός του Θεοχάρη». Στο διπλό δίσκο «Ενθυμήματα από τη μουσική
παράδοσης της Κρήτης», έκδοση του μουσικού συλλόγου Χανίων «Ο Χάρχαλης», περιλαμβάνονται
οι ηχογραφήσεις του:Καραγκιουλές συρτός: βιολί Στρατής Γαλαθιανάκης, λαγούτο
Δημήτρης Γαλάνης. Κολυμπαριανός συρτός: λαγούτο Γιώργος Κουτσουρέλης, βιολί
Νίκος Σαριδάκης ή Μαύρος. Συρτός Χαραυγή: βιολί Στρατής Γαλαθιανάκης, λαγούτο
Δημήτρης Γαλάνης. Νενέ μου: λαγούτο Γιώργος Κουτσουρέλης, κιθάρα Στ. Χρυσίνης. Όπως
επίσης και στην συλλογή Στρατής Γαλαθιανάκης «Γαλαθιανός» οι ηχογραφήσεις του: Κισσαμίτικος
Συρτός - Κεραμιανός Συρτός. Ηχογραφήσεις του επίσης καταγράφονται στη συλλογή
«Πρωτομάστορες» από το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι.
Στο βιβλίο του Αθανασίου Δεικτάκη «Χανιώτες λαϊκοί μουσικοί που δεν υπάρχουν
πια», Καστέλι Κίσσαμου 1999, σελ. 230-231, περιλαμβάνεται προς τιμήν του το
παρακάτω γλαφυρό και χαρακτηριστικό κείμενο:
«Ένα φθινοπωριάτικο δειλινό στα μεγάφωνα της πλατείας του χωριού ηχούσε δυνατά
η φωνή του τραγουδιστή. Την ίδια στιγμή ο Θεοχάρης Τζινευράκης κατέβαινε στον
προγονικό τάφο για το μεγάλο, το ατέλειωτο ταξίδι. Τον θυμάμαι πάντα
χαμογελαστό και πρόσχαρο να μου μιλάει για το τραγούδι. Το τραγούδι που ήταν σε
πλήρη αρμονία με την όλη καλλιτεχνική του δραστηριότητα, την κατασκευή
σταμνιών. Ένα απέραντο λαΐνάδικο ήταν πριν λίγα χρόνια τα Νοχιά Κίσσαμου.
Τότε δεν είχε κάνει την εμφάνιση του το πλαστικό, δεν ήταν μέσα στο σπίτι η
κάνουλα της βρύσης και η λαΐνα απαραίτητο συχέριο. Και δυο και τρεις μικρές και
μεγάλες είχαν τη χρήση τους σε κάθε σπίτι. Τα Νοχιά είναι ένα όμορφο κεφαλοχώρι.
Σε ιδανικό υψόμετρο, με εδαφικές εναλλαγές, θέλγει το μάτι το περαστικού.
Ο Θεοχάρης Τζινευράκης έζησε σε μια εποχή που η κισσαμίτικη μουσική έστεκε στα
ψηλότερα σκαλοπάτια της δόξας της. τα προγονικά ακούσματα έπαιρναν τέλειες
μορφές και ενέπνεαν νέα πετάγματα. Στις παρέες, στις διασκεδάσεις, στα
πανηγύρια, η φωνή του γλυκεία και μελωδική έδινε ζωή και κέφι. Όλο το φάσμα της
Κρητικής μουσικής ομόρφαινε στη φωνή του. Φωνή ατόφια, πλήρης. Οι μεγάλοι της
μουσικής μας τον εμπιστεύτηκαν να τους συνοδεύσει στους δίσκους τους.
Κουτσουρέλης, Μαύρος, Γαλαθιανός. Γι' αυτό και η φωνή του δε χάθηκε. Θα
ακούγεται και θα θαυμάζεται».»
Από τις αγαπημένες και πολυπαιγμένες η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου.
Πως να μην είναι άλλωστε αφού ερμηνεύουν και εκτελούν μεγαθήρια της Κισσαμίτικης
μουσικής παράδοσης. Στην πρώτη πλευρά Κουτσουρέλης Γιώργης στο λαούτο,
Σαριδάκης Νίκος (Μαύρος) στο βιολί και ο Θεοχάρης Τζινευράκης στο τραγούδι. Το
αφιέρωμα παραπάνω, για τον Θεοχάρη Τζινευράκη αφού είναι η πρώτη του στις
¨Πέρδικες¨. Στη δεύτερη πλευρά ο συρτός του Κουτσουρέλη με τον Στέλιο στο
τραγούδι και τον Γιώργη στο λαούτο.
Πληροφορίες και βιογραφικά για τους Κουτσουρέληδες και τον Μαύρο, σε
παλαιότερες αναρτήσεις. Το παραπάνω κείμενο έχει εμπλουτιστεί φωτογραφικά με
όλους, αφού υπάρχει μόνο μια φωτογραφία του Θεοχάρη Τζινευράκη, αυτή με τον
Γαλαθιανό και τον Γαλάνη.
Στη σημερινή ανάρτηση σας παραθέτω και μια δεύτερη πλάκα γραμμοφώνου
με τις ίδιες ηχογραφήσεις. Η πρώτη διαφορά, είναι ότι στις ετικέτες της παλιάς
πλάκας (που δεν αναρτώ στο youtube αλλά μόνο εδώ) ο Στέλιος είναι γραμμένος με
ένα Λ. Στην ¨καλύτερη¨ κόπια ο Στέλιος είναι με δύο Λ γραμμένος. Η δεύτερη διαφορά, στην
ποιότητα του ήχου.
Στο ίδιο project ψηφιοποίησα και τις δυο πλάκες. Από το
πρόγραμμα ανάλυσης ήχου παρατηρήστε τι έχει κάνει ο χρόνος στην παλαιότερη
πλάκα. Είναι τα δυο πρώτα ηχητικά. Ένα από τα μειονεκτήματα των γραμμοφωνικών
δίσκων η μείωση της έντασης και η αύξηση του θορύβου.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
«Τα αδέλφια Ξανθάκη, ήταν ο Αντώνης στο βιολί, ο Γιώργης στο λαούτο,
και η Μαρία στο τραγούδι.
Τα αδέλφια Ξανθάκη ήταν εγγόνια του εκ των πρώτων, ίσως, βιολιτζήδων της Σίφνου
των αρχών του εικοστού αιώνα, Νικολού Αντιλαβή και ανίψια του επίσης βιολιτζή
Γιάννη Αντιλαβή. Μεγάλωσαν στη Σίφνο αλλά έφυγαν στην Αθήνα κάπου τη δεκαετία
του 60. Ηχογράφησαν δίσκους 45 στροφών με παραδοσιακά Σιφνέικα και έπαιξαν στο
ραδιόφωνο σε εκπομπές παραδοσιακής μουσικής. Στις ηχογραφήσεις αυτές κράτησαν,
από άποψη, το παραδοσιακό Σιφνέικο παίξιμο.
Είχαν απήχηση και σε γειτονικά νησιά όπως στη Μήλο, Κίμωλο, Φολέγανδρο και
Σίκινο.»
Και ενώ ετοίμαζα το επόμενο δισκάκι (που συνήθως είναι κρητικό μετά από δυο
δημοτικά), θες το βιολί, θες το Σιφνέικο ηχόχρωμα, θες η φωνή της Μάρως, θες ότι
Σίφνο έκανα ένα καλοκαίρι στα νιάτα μου, να τα αδέρφια Ξανθάκη να μας ταξιδεύουν
σε μια Σίφνο από τα παλιά. Δυο εξαιρετικά συρτά που με το αργό τους τέμπο θυμίζουν
νησιώτικους ¨αμανέδες¨. Στο ¨Μπουγάζα¨ αμαν-άρει το βιολί.
Ο τραγουδιστής Δημοτικών Σκοπών, Πέτρος Τζούμας από τα Δολιανά Πωγωνίου
Ιωαννίνων και ο κλαρινίστας Κώστας Ρούντας, γιος του αείμνηστου κλαρινίστα
Φίλιππου Ρούντα, επίσης από τα Δολιανά στο σημερινό δισκάκι.
Δισκογραφικά τους συναντάμε σε αρκετούς δίσκους και cd. Περισσότερα
βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό δεν κατάφερα να βρω, οπότε ας
αρκεστούμε στα τραγούδια και μια μικρή αναφορά στα Δολιανά Πωγωνίου Ιωαννίνων.
Τα Δολιανά είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων., 2 χλμ από τον
οδικό άξονα Ιωαννίνων-Κακαβιάς (σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας).Είναι ένα από τα
μεγαλύτερα και παλιότερα χωριά του Δήμου Πωγωνίου περιτριγυρισμένο από δάση
βελανιδιάς. Είναι χτισμένο πάνω σε πέντε λόφους από τους οποίους είναι ορατή
ολόκληρη την κοιλάδα του Ποταμού Καλαμά, θεωρείται δε το πνευματικό κέντρο
ολόκληρης της περιοχής. Το όνομα του χωριού αναφέρεται με την σημασία «τόπος
χαμηλός» και ετυμολογείται από την σλαβική λέξη Doljane «ο κάτοικος της
κοιλάδας».
Ο πρώτος πυρήνας εγκαταστάθηκε εδώ πριν το 1480 μ.Χ. Τα Δολιανά
ανήκαν στα προνομιούχα χωριά του Ζαγορίου, αναπτύχθηκαν γρήγορα και απέκτησαν
την φήμη του πλούσιου χωριού. Ο Αλή Πασάς το 1792 το απέσπασε από το Ζαγόρι και
το έκανε τσιφλίκι του, υποχρεώνοντας έτσι τους κατοίκους του να γίνουν από
αφέντες, γεωργοί στην δούλεψη των Τούρκων. Αυτό το γεγονός δεν αποθάρρυνε τους
Δολιανίτες να αναπτύξουν αξιοζήλευτες πρωτοβουλίες. Τότε ιδρύονται τα πρώτα
σχολεία, πολλοί ξενιτεύονται για σπουδές στην Ιταλία ή για αναζήτηση μιας
καλύτερης τύχης στην Μολδοβλαχία. Σαν κοινότητα αναγνωρίστηκε το 1919 με
βασιλικό διάταγμα.
Βλαχαγγέλης Δημοσθένης- Φιλίππου
Κώστας (Κάρρας- Καρακώστας) PARLOPHONEGDSP 2980 Εμένα να με κλάψετε (Τσάμικος) - Παναγιωτίτσα λυγερή
(Καλαματιανός) 1965- 45rpm- 7''
Ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης (βλέπε και ανάρτηση 196) γεννήθηκε στις 5
Οκτωβρίου του 1916 στο Γαρδίκι Τρικάλων Θεσσαλίας. Από μικρός έμαθε την τέχνη
του πατέρα του Κώστα Βλαχαγγέλη (Καλατζής) που ήταν άφταστος τραγουδιστής και
λαουτιέρης σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες οργανοπαιχτών και τραγουδιστών της
εποχής του, αλλά και συνθέτης πολλών δημοτικών τραγουδιών. Είχε πολλές
προτάσεις για να βγάλει δίσκους όμως δε δέχτηκε ποτέ: «Εγώ γραμμόφωνο δε
γίνομαι, όποιος θέλει να με ακούσει να έρθει στο μαγαζί.» έλεγε.
Ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους λαϊκούς καλλιτέχνες
του δημοτικού τραγουδιού, όπως τον Μαλλιάρα, τον Καρακώστα, τον Σαλέα, τον
Βασιλάρη και τον Σούκα. Αλλά και με τους σπουδαίους συμπατριώτες του Μπανιάκα ,
Βούκια , Τόγελο και Σγούρο. Σύμφωνα με μαρτυρίες υπηρέτησε στρατιώτης μαζί με
τον Βασίλη Τσιτσάνη στη Λάρισα .
Έβγαλε τρεις (3) μεγάλους δίσκους (33 στροφών), περισσότερους από 30
μικρούς δίσκους (45 στροφών) και συμμετέχει σε δεκάδες δίσκους και cd από συλλογές και αφιερώματα
για το δημοτικό τραγούδι με τις μεγαλύτερες εταιρίες δίσκων. Εμφανιζότανε σε
γλέντια, πανηγύρια, γάμους και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η κρατική τηλεόραση και
το ραδιόφωνο έχουν κάνει πολλές εκπομπές και αφιερώματα για το Δημοσθένη
Βλαχαγγέλη.
Ήταν πάνω απ’ όλα οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε τη γυναίκα του
Ευαγγελία, (Βάγγιω όπως την έλεγε) και απέκτησε μαζί της 5 παιδιά. Την Μαρία,
τον Κώστα, τον Νίκο, τον Θεόδωρο, και τον Γρηγόρη. Παραπάνω και από παιδιά του
θεωρούσε και το γαμπρό του Νεοκλή, αλλά και τις νύφες του Βάσω και Σούλα.
Απέκτησε τρία εγγόνια, τον Νίκο, τον Γιώργο και την Ευαγγελία(Λίλη).
Δεν υπάρχει άνθρωπος, που δε θα νοιώσει την καρδιά του να σκιρτάει
από τη λεβεντιά του τσάμικου, όπως το τραγουδάει ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης. Η
φωνή του γλυκιά, καθάρια, κρυστάλλινη, μοιάζει σα μακρινός μουσικός απόηχος που
ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τον τόνο του τραγουδιού (τσάμικο, συρτό, καλαματιανό,
καγκέλι, επιτραπέζιο).Τα χέρια του αέρινα,απαλά άγγιζαν τις χορδές του λαούτου
κι άκουγες γλυκόηχες μελωδίες, που σε μεταφέρουν σε άλλους κόσμους μακρινούς.
Απέδιδε τα τραγούδια με το δικό τους χρώμα και με το άρωμά τους, σαν τα
αγριολούλουδα, που φυτρώνουν στις πλαγιές της Καρδίτσας. Δεν είναι τυχαίο, που
όλοι τον φώναζαν «δάσκαλο» του δημοτικού τραγουδιού. Έφυγε από κοντά μας στις 7
Νοεμβρίου του 1999.
Ο Κώστας Φιλίππου ή Κάρρας ή Καρακώστας (από το Κάρρας και το μικρό
του όνομα το Κώστας), γεννήθηκε στο Μουζάκι Καδίτσας το 1920 και πέθανε στα
Τρίκαλα το 1996.
Υπήρξε μαθητής του Νίκου Καρακώστα (σε κάποιο τραγούδι μάλιστα που
παίζει του φωνάζει η Ρόζα Εσκενάζυ "γεια σου Κώστα Κάρρα, τσιράκι του
Καρακώστα").
Ο Κώστας Φιλίππου ως Κώστας Κάρρας συνόδεψε την Ρόζα στις περιοδείες
της σε Αμερική και Κων/πολη.
Στους δίσκους αναγράφεται σκέτα ως Καρακώστας και αυτό ήταν
κόλπο των εταιρειών για να πουλήσουν αφού ο Νίκος Καρακώστας έκανε ήδη από το
1934 τεράστια επιτυχία και "πούλαγε" πάρα πολλούς δίσκους.
Όντας μαθητής του Νίκου Καρακώστα ο Κώστας Φιλίππου παίζει ακριβώς
όπως ο δάσκαλός του και είναι δύσκολο να τους ξεχωρίσεις.
Ο Φιλίππου έγραψε και αρκετά δικά του τραγούδια(ή πέρασε το όνομά
του-κάποιο από τα τρία) υπογράφοντας τα άλλοτε ως Κώστας Φιλίππου άλλοτε ως
Κώστας Κάρρας και άλλοτε ως Καρακώστας.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
Ο Γεράσιμος Σταματογιαννάκης (βλέπε αναρτήσεις 19 και 205) γεννημένος
στ' Ακούμια του Αϊ Βασίλη τον Αύγουστο του 1931, έβλεπε κι άκουγε και δε
χόρταινε και με τις πέντε του αισθήσεις μαζί με τους μπαρμπάδες του, το Νίκο
τον Παπουτσιδάκη και το Στεφανή το Μαρινάκη, να εκφράζουν με τη λύρα και το
δοξάρι τον πόνο και τη λίγη χαρά του ανθρώπου, μέχρι τα άλλα χρόνια τα πιο
μεγάλα που ο Γεράσιμος ήταν ο αγαπημένος λυράρης στα πανηγύρια, τους αρραβώνες,
τους γάμους και τις βαφτίσεις στον Αϊ Βασίλη με τον αξεπέραστο Μαρκογιάννη στο
λαούτο, και τ' άλλα χρόνια ακόμα που με το Μανιά ταξίδεψαν στη μακρινή πολύβουη
και την εξωτική Χαβάη, και με το Γιώργη το Χατζηδάκη συνέχισαν τις μεγάλες
χοροεσπερίδες, ο Γεράσιμος του 1990 είναι ίδιος ο Γεράσιμος του 1945 και του
1960.
«Τότε ήταν άλλα χρόνια
-λέει στους φίλους του- θαρρείς πως
υπήρχαν μαγνητόφωνα και δάσκαλοι για να βοηθούν το λυρατζή; Τίποτα δεν υπήρχε.
Μόνο το μεράκι. Δεν περιμέναμε να ζήσουμε από τη λύρα και το λαούτο. Παίζαμε
για να ομορφαίνομε τις χαρές των ανθρώπων. Γι’ αυτό και όταν πιάναμε τα όργανα
δεν τ’ αφήναμε. Παίζαμε δύο και τρία βράδια συνέχεια χωρίς να κουραστούμε. Μας
συνέπαιρνε αυτή η αθάνατη μαγεία της Κρητικής μουσικής. Και τώρα ακόμα εμένα
αυτό μ’ αρέσει. Έχω κυκλοφορήσει 30 δίσκους μικρούς και μεγάλους. Μα εγώ θέλω
να μ’ ακούει ο κόσμος να παίζω και να με βλέπει. Να βλέπω κι εγώ τον κόσμο που
γλεντάει με τη λύρα μου…»
Έχω κυκλοφορήσει 30 δίσκους μικρούς και μεγάλους. Μα εγώ θέλω να μ'
ακούει ο κόσμος να παίζω και να με βλέπει. Να βλέπω κι εγώ τον κόσμο που
γλεντάει με τη λύρα μου...". Έξι δεκαετίες λοιπόν κι ο Γεράσιμος δεν άφησε
το δοξάρι από τα χέρια του, παρά όταν το 1986 ένα πρόβλημα υγείας του στέρησε
για τρία χρόνια το παίξιμο της λύρας. "Μα είχα τη δύναμη και το ξεπέρασα
και ξανάπιασα ένα βράδυ το δοξάρι στ' Ακούμια για το μεράκι και τους φίλους
πάλι, όπως κι όταν ξεκίνησα, Κι ένοιωθα και τότε σαν να 'ταν η πρώτη
φορά...".
Έτσι απλά , για το μεράκι και τους φίλους, ο Γεράσιμος τους
συνεπαίρνει κάθε φορά τους φίλους του στους υπέροχους σκοπούς και στις όμορφες
μαντινάδες που θα τραγουδήσει ο ίδιος. Από εκείνες τις μεγάλες του επιτυχίες
διαλέγει ο ίδιος δυο - τις πιο αγαπημένες του- αφιερωμένες "σ' αυτούς που
θα διαβάσουν ότι γράψεις...".
Για την καλλιτεχνική του πορεία και τους νέους μουσικούς έλεγε:
«Έχω κιόλας συμπληρώσει μισό
αιώνα γόνιμης, πιστεύω, καλλιτεχνικής προσφοράς στην Κρητική μουσική παράδοση.
Μισό αιώνα γλέντησα και διασκέδασα την Κρήτη, με χιλιάδες ώρες
γνήσιου πανηγυριού και αυθόρμητου γλεντιού όπου πρωταγωνιστούσε όχι η δική μου
παρουσία, αλλά η παρουσία της λύρας. Έζησα και βίωσα ομορφιά και μαγεία με
ατέλειωτα νυχτοξημερώματα σε χωριά και γειτονιές της Κρήτης, κάτι που είναι όχι
μόνο δύσκολο και σπάνιο, αλλά εντελώς απίθανο να το ζήσει κανείς σήμερα. Ήταν
εντελώς διαφορετικές εποχές τότε, εντελώς!
Γι αυτό κιόλας δεν κατηγορώ τα
σημερινά παιδιά, τους σημερινούς καλλιτέχνες, σχετικά με όλα όσα ακούγονται. Ο
καθένας δίνει ότι ακριβώς ταιριάζει στον δικό του προσωπικό χρόνο. Τα παιδιά
δίνουν πίσω την ξερή, σημερινή εποχή που ζούμε. Αν και είμαι σίγουρος ότι
υπάρχουν παιδιά που ασχολούνται με την λύρα κι έχουν γνήσια καλλιτεχνική στόφα
και θα δείτε ότι κάποια μέρα θα πάνε μπροστά. Είμαι σίγουρος».
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Μαρκογιάννης.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
«Ο Θεός, φαίνεται, έδωσε
απλόχερα, χωρίς να βάλει όριο παροχών, χωρίς να τσιγκουνευτεί, όλα τα μουσικά
προτερήματα και τις μουσικές αρετές στο Θανάση Σκορδαλό. Ο Θανάσης Σκορδαλός,
γέννημα και θρέμμα αυτού του πανέμορφου, του προικισμένου με τόσες φυσικές
ομορφιές τόπου, παιδί του Γιάννη και της Γαρυφαλλιάς Σκορδαλού, από τη γέννησή
του το 1920, έφερε τη σφραγίδα της δωρεάς. Τα κύτταρά του εξ αρχής ήταν
πλημμυρισμένα από μουσική, μουσικότητα και ρυθμό. Ταυτόχρονα είχαν, όπως
αποδεικνύεται από τη μετέπειτα μουσική πορεία, την ικανότητα να κατακρατούν,
σαν απορροφητικό σφουγγάρι, κάθε ήχο, να τον επεξεργάζονται και να τον
επαναπροσφέρουν.
Το θρόισμα του ανέμου στα πλούσια πλατανόφυλλα, το μουρμουρητό
του άφθονου, του καθάριου, του δροσερού νερού κατά τη ροή του προς τα ποτάμια
και τα λυγάτα των αλευρόμυλων, η αναταραχή του αέρα από το πέταγμα της σκάρας
και του γερακιού, η ασύλληπτη για τους πολλούς σύγκρουση που έχουν συνεχώς τα
σύννεφα με το Βορίζη και την κορφή του Αγριμοπήγαδου, το βέλασμα των προβάτων
στην πλαγιάδα και οι ποικίλοι ήχοι από τα κουδούνια τους, οι ξέφρενοι
λαρυγγισμοί των αηδονιών και των ζυγαρδελιών, οι φωνές των βατράχων και της κουκουβάγιας
κατά το δειλινό, το κελαρυστό τραγούδι της «πλουμισμένης πέρδικας» και του
κορυδαλλού κατά το αχνόφωτο της αυγής, το λάλημα του πετεινού πάνω στο φράχτη
της αυλής, οι φωνές κάθε ζώου, οι ήχοι της καμπάνας του Αγίου Θεοδώρου και της
Πανωχωριανής Παναγίας, τα πρώτα ακουστικά ερεθίσματα εκκλησιαστικής μουσικής
που δέχεται από τη στεντόρεια φωνή του Θοδωρή του Βλαχάκη, μα και οι αναπνοές
και οι κάθε είδους ομιλίες των Σπηλιανών, αποτελούσαν πηγή έμπνευσης και
πρωτογενή μουσικά στοιχεία για τον ταλαντούχο Θανάση.
Αν σ’ αυτά προσθέσομε τα
ακούσματα από προγενεστέρους απ’ αυτόν Κρητικούς οργανοπαίχτες, (δε λέω, όπως
σήμερα κατά κόρον ακούγεται και επαναλαμβάνεται Κρητικούς καλλιτέχνες, γιατί
δυστυχώς στις μέρες μας οι λέξεις έχασαν το πραγματικό τους νόημα),
οργανοπαίχτες Σπηλιανούς και μη, όπως ο γέρο-Κοντύλης, ο αξέχαστος
μπάρμπα-Στεφανής, ο ανεπανάληπτος Μαρκογιώργης, ο μοναδικός Καλογρίδης, ο
προικισμένος Καρεκλάς, ο μελωδικός Ροδινός, ο ευρηματικός Χαρίλαος, ο
ξεχωριστός Λαγός, το χρυσό λαρύγγι ο Μπαξεβάνης, το φανταστικό μπουλγαρί ο
Φουσταλιέρης και άλλοι, έχομε περίπου τις πηγές έμπνευσης και το πλαίσιο της
μουσικής μαγιάς για το μουσικό ζυμωτό του Θανάση Σκορδαλού. Όλα αυτά
αποθηκεύονται στους μουσικούς του ταμιευτήρες, αναμειγνύονται, ζυμώνονται,
δουλεύονται, επεξεργάζονται, ταξινομούνται και επιστρέφουν ως καινούργιοι,
θελκτικοί, ευχάριστοι ήχοι, που βγαίνουν από τις χορδές της λύρας του, με την
παρέμβαση των θαυματουργών χεριών του, σα σταγόνες δροσιάς, σαν μάννα εξ
ουρανού, σαν απόσταγμα από μυρωδάτα ροδοπέταλα.
Ο Θανάσης Σκορδαλός ζει για να παράγει ποιοτική Κρητική μουσική και
παίρνει ζωή από την Κρητική μουσική. Είναι ένα δίδυμο μοναδικό, αδιάσπαστο,
αλληλοσυμπληρούμενο, αλληλοτροφοδοτούμενο. Σκορδαλός σημαίνει Κρητική μουσική
και Κρητική μουσική σημαίνει Σκορδαλός. Οι δημιουργίες του επενδύονται και
σερβίρονται με στίχους (μαντινάδες) άφθαστης τελειότητας και κάλλους, στίχους
συνήθως δικούς του, επίκαιρους και δεμένους αρμονικά με την αντίστοιχη μουσική,
τραγουδισμένοι δε με μια μοναδική, απαράμιλλη τεχνική τελειότητα, που λίγοι,
ελάχιστοι τραγουδιστές έχουν την ικανότητα να επιτύχουν, παρ’ ότι δεν μπορεί
κάποιος να ισχυριστεί ότι, τα φωνητικά του προσόντα, ήταν εφάμιλλα των μουσικών
και στιχουργικών.
Ο μεγάλος Θανάσης, ο προικισμένος Θανάσης, ο χαρισματικός Θανάσης,
συναγωνίσθηκε μεγάλες μουσικές φυσιογνωμίες, τις έφθασε, τις ξεπέρασε, έγραψε
τη δική του ιστορία, έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στην Κρητική Μουσική,
ίδρυσε τη δική του Σχολή, άφησε τη δική του εποχή. Ξεκίνησε σαν ένας και
κατέληξε ο Ένας. Αυτή η διαπίστωση δε μειώνει κανένα προγενέστερό του, σύγχρονό
του ή μεταγενέστερό του υπηρέτη και μύστη της μουσικής μας παραδόσεως. Υπήρξαν,
υπάρχουν, ευχόμαστε και ελπίζομε να υπάρξουν πολλοί, καλοί και άξιοι. Καθένας
έχει κάνει ή θα κάνει τη δική του συνεισφορά, έχει βάλει ή θα βάλει το δικό του
το λιθαράκι σ’ ότι λέμε, σ’ ότι εννοούμε, σ’ ότι περικλείεται στη φράση Κρητική
Μουσική Παράδοση.
Μα τούτος ο άνθρωπος, δεν έβαλε λιθαράκια. Δεν υπήρξε απλά
νεροκουβαλητής στο μύλο της παράδοσης, δε βοήθησε, δε συνέβαλε απλά στο στήσιμο
αυτού του οικοδομήματος, δεν υπήρξε και δε θα μπορούσε να ήταν ένας από τους
πολλούς, τους καλούς έστω. Υπήρξε ο ένας, ήταν ο «ακρογωνιαίος λίθος», η
καντονάδα του οικοδομήματος, ένα οικοδόμημα σε γνήσια παραδοσιακή μορφή, χωρίς
αλλοιώσεις, χωρίς περιττά στοιχεία, με γνωστά πρωτογενή μουσικά υλικά και
δουλεμένα με τέτοιο τρόπο, με τόση αξιοσύνη, με τόση φαντασία, με τέτοια
μαεστρία και μουσική σοφία, ώστε να δίδουν ένα αποτέλεσμα τόσο τέλειο, όσο και
νέο. Τόσο παραδοσιακό όσο και σύγχρονο. Τόσο τεχνικό όσο και ευχάριστο. Τόσο
αρμονικό όσο και ρυθμικό.» Απόσπασμα Του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ευαγγέλου Κοπανάκη, Εφημερίου Σπηλίου στα 10
χρόνια από το θάνατο του Θανάση Σκορδαλού.
Τρίτος γραμμοφωνικός δίσκος του Σκορδαλού με τον Μαρκογιάννη, με το ¨Αϊβασιλιώτικο
συρτό¨ και τη ¨Ρεθυμνιώτικη πεντοζάλη¨. Κυκλοφόρησε το 1948 με μαύρες και
λευκές ετικέτες και το αξιοπερίεργο είναι ότι τα τραγούδια δεν έχουν συμπεριληφθεί
στις κλασικές συλλογές του Σκορδαλού (Πρωτομάστορες, κασετίνα του Αεράκη, κλπ).
Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά εκεί θα
περιμένω,
να’ρθεις να δεις το στήθος μου πως
το’χεις πληγωμένο.
Κατσαμάς Εμμανουήλ- Μαρκογιαννάκης
Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)NINAN-24652 Σημάδι μουχεις στην καρδιά (Συρτός) - Μια ψηλομελαχροινή
(Καλαματιανός) 196X- 45rpm- 7''
Ο Μανώλης Κατσαμάς γεννήθηκε στους Έρφους Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης
το 1924. Προικισμένος λυράρης με δεκαετίες θητείας στο κρητικό γλέντι, έπαιξε
σε πολλές περιοχές της Κρήτης, κέρδισε το θαυμασμό και παρέμεινε στη μνήμη όλων
όσοι τόνε γνώρισαν, ως χαροκόποι (=γλεντιστάδες), ή συνεργάστηκαν μαζί του, ως
πασαδόροι λαγουθιέρηδες. Η παρουσία του στην κρητική μουσική του δεύτερου μισού
του 20ού αιώνα είναι σεβαστή και υπολογίσιμη.
Εκτός από τη δεξιοτεχνία του, ήταν από τους μουσικούς που «ήξεραν να στήνουν
γλέντι», πράγμα που τον ανέδειξε και τον καθιέρωσε ανάμεσα στους μερακλήδες του
καιρού του, εκείνους που «ανάγκαζαν» το λυράρη να προσέχει και την τελευταία
λεπτομέρεια στο παίξιμό του, γιατί απαιτούσαν την «καλή λύρα» για να διασκεδάσουν,
και είτε τον αντάμειβαν (ηθικά και υλικά, με το τακτικό παρόν τους στα γλέντια
του) είτε τον περιφρονούσαν.
Διέθετε ξεχωριστό, ονομαστό «χρώμα» στο παίξιμό του και «χρωμάτιζε» μ' αυτό όλα
τα τραγούδια που έπαιζε, συνθέσεις διαφόρων καλλιτεχνών, προσαρμόζοντάς τα στο
ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ύφος του. Παρά το ότι, δυστυχώς, το δισκογραφικό του
έργο ήταν περιορισμένο, ο συρτός του «Ζητιάνος» κατατάσσεται στα κλασικά
κομμάτια της «χρυσής εποχής» της ρεθεμνιώτικης μουσικής (δεν πρέπει να
συγχέεται με το ομότιτλο, αλλά εντελώς διαφορετικό, συρτό του Κ. Μουντάκη). Άλλες
δισκογραφικές επιτυχίες του Μαν. Κατσαμά που μπορέσαμε να καταγράψουμε είναι τα
: "Σημάδι μου χεις στην καρδιά", "Στην αγάπη μας δε θέλω
καταδότες", "Μια ψηλομελαχροινή", "Κάθε καρδιά που αγαπά",
"Φεύγω αγάπη μου στα ξένα", "Γιατρός είσαι στην πληγή", με
συνοδεία το Γιάννη Μαρκογιαννάκη και τους γιους του Γιώργη και Βασίλη.
Καλλίφωνος και με μεγάλες φωνητικές αντοχές, ακόμη και την τρίτη συνεχόμενη
μέρα του γλεντιού, την ώρα που ξυπνούσε - μετά τον ελάχιστο ύπνο που «έκλεβαν»,
αν ήταν τυχεροί, σε καμιά γωνιά οι οργανοπαίχτες - «άκουες τη φωνή του σαν τ'
αηδονιού» να λέει μαντινάδες στο σιγανό πεντοζάλη, με δυο κύκλους χορευτές τον
ένα μέσα στον άλλο, και φυσικά ακουγόταν απ' όλους χωρίς μικρόφωνο.
Το 1965 σε ένα γλέντι που έπαιζε, δεν κατάφερε να φτάσει ο λαουτιέρης
Μίνωας Κοτζαμπασάκης από το χωριό Καλογέρου Αμαρίου και αναγκαστικά τον
συνόδευσε με το μπουζούκι του, ο δωδεκάχρονος γιός του Γιώργος.
Το 1967 εμφανίζονταν στην ταβέρνα «Κισσός” στον Πειραιά κάθε Τετάρτη,
Σάββατο και Κυριακή βράδυ.
Το 1970 ο Μανώλης Κατσαμάς άνοιξε δικό του μαγαζί στο Αιγάλεω με το
όνομα «Νεράιδα”, στο οποίο εμφανίζονταν οι γιοί του Γιώργος Κατσαμάς και Βασίλης
Κατσαμάς, όσο και άλλοι καλλιτέχνες όπως ο Νίκος Βενιανάκης (Βενιανός), ο
Μανούσος Μαυράκης, ο Νίκος Σκευάκης κ.α. Το 1973 η «Νεράιδα” έκλεισε.
Ο Μανώλης Κατσαμάς παντρεύτηκε την Αμαλία Κατσαμά και απέκτησαν επτά
παιδιά τον Γιώργο Κατσαμά λυράρη, τον Βασίλη Κατσαμά λαουτιέρη και τραγουδιστή,
τον Σήφη Κατσαμά επίσης καλού τραγουδιστή, τον Νικηφόρο Κατσαμά με το παρατσούκλι
«Νίκος Κρητικός” γνωστού κιθαρίστα στο λαϊκό πεντάγραμμο, την Πόπης Κατσαμά η
οποία είχε επίσης τραγουδήσει λαϊκά τραγούδια με μεγάλη επιτυχία την δεκαετία
του ’70 και επίσης τον Ηρακλή και την μεγαλύτερη σε ηλικία από όλους, την
Γιαννούλα. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος στο παρελθόν, ήθελε να τον «διαδεχθεί” ή ο
γιός του Γιώργος ή ο Βασίλης, ώστε να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση των
λυράρηδων.
Πέθανε σε ηλικία 72 ετών το 1996, αφού ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο
χρονικό διάστημα από την επάρατη νόσο. Συνέχισε να παίζει με αξιοθαύμαστο
κουράγιο ακόμη και λίγους μήνες πριν το θάνατό του. Τα παιδιά του (οι
Κατσαμάδες) συνέχισαν, το καθένα με τον τρόπο του, τη μουσική παράδοση της
οικογένειας.
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Κατσαμά, ο Μαρκοβαγγέλης σε δυο από
τα πιο γνωστά τραγούδια του Μανώλη. Δυστυχώς δεν έχω πληροφορίες για την
χρονολογία της ηχογράφησης ή κυκλοφορίας του δίσκου. Κυκλοφόρησε με άσπρες και
μαύρες ετικέτες καθώς και από (Phono) Recor με τις ίδιες μήτρες.
Τον Μανώλη Κατσαμά τον ¨συναντάμε¨ στις πρώτες αναρτήσεις (νο 4) του
ιστολογίου, πριν από τρία χρόνια, χωρίς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό
υλικό.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).