Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

332. SONATA SON-066 ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ- ΓΕΡΑΡΔΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1968

Κονιτόπουλος Γιώργος (Ο Μαέστρος του Αιγαίου- Ο Βάρδος του Αιγαίου)- Κονιτόπουλος Βαγγέλης- Γεράρδης Μανώλης SONATA SON-066 Ψοφήσανε τα πρόβατα (Συρτό) - Κυκλαδίτικη σούστα 1968- 45rpm- 7''
Ο Γιώργος Κονιτόπουλος, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Γιος του φημισμένου βιολιτζή, απ' τον Κινίδαρο της Νάξου, του Μιχάλη Κονιτόπουλου (μωρού) και της Μαρίας Φυρογένη απ' την Κεραμωτή.
Σε ηλικία 6-7 χρονών πήρε τα πρώτα του μαθήματα στο βιολί από τον πατέρα του. Ο πόλεμος του '40 και η κατοχή βρήκε την οικογένεια του Μιχάλη Κονιτόπουλου στον Κινίδαρο.
Το επαγγελματικό του ξεκίνημα έγινε ενώ ήτανε μαθητής γυμνασίου, με τον φόβο του πατέρα του, αλλά κυρίως το φόβο του αυταρχικού σχολείου της εποχής εκείνης. Κάτω λοιπόν στου Μαρμαρά, σε Κουλουριώτες ψαράδες, πού 'χαν αραγμένες τις ανεμότρατές τους, λόγω της χειμωνιάτικης κακοκαιρίας, έπαιξε για πρώτη φορά «δημόσια» βιολί (με λαουτιέρη τον Πέπο) και κέρδισε τα πρώτα χειροκροτήματα, τις πρώτες καρδιές και τα πρώτα του χρήματα. Ήτανε μόλις 16 χρονών.
Το 1958, βρίσκει στην Αθήνα, την Ειρήνη την αδελφή του, τραγουδίστρια στο Σίμωνα Καρρά. Στη συνέχεια, ο Γιώργος (βιολί), ο θείος του Μήτσος Φυρογένης (λαούτο) και η Ειρήνη (τραγούδι), δίνουν με επιτυχία εξετάσεις, σαν κομπανία, στο Ε. Ι. Ρ. σε επιτροπή, με πρόεδρο τον Σίμωνα Καρρά. Η επιτυχία τους αυτή στην Ελληνική Ραδιοφωνία, ήτανε η αρχή μιας ταύτισης• Γιώργος και Ειρήνη Κονιτοπούλου και Κυκλαδίτικο τραγούδι.
Το 1960 κυκλοφορεί δύο μικρούς δίσκους 45 στροφών με δύο παραδοσιακά τραγούδια και δύο δημιουργίες δικές του.
Το 1963 παντρεύεται τη χωριανή του Κατερίνα Κουνάδη. Αποκτά δυο παιδιά, το Μιχάλη και τη Νάσια.
Γράφει, συνθέτει, εκτελεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η υπόλοιπη Ελλάδα εκτός Κυκλάδων, σιγά-σιγά συνδέει το νησιώτικο τραγούδι με τ' όνομά του.
Ο Γιώργος Κονιτόπουλος γράφει ιστορία στο λαϊκό μας πολιτισμό.
Ποιο είναι το παραδοσιακό τραγούδι της Νάξου και ποιο του Γ. Κονιτόπουλου. Η κληρονομιά που μας άφησε είναι πεντακόσια και πλέον τραγούδια (70 περίπου παραδοσιακά) και τα υπόλοιπα συνθέσεις, δημιουργίες δικές του.
Στις 18 Ιουνίου 1991, ο Γιώργος το μωρουδάκι, έφυγε για να συνεχίσει το τραγούδι του μαζί με το βιολί του, σε άλλους κόσμους. Σε μας άφησε το έργο του το αθάνατο, και στους νεότερους Κονιτοπουλαίους βαριά κληρονομιά.
Ο Μανώλης Γεράρδης γεννήθηκε στη Φολέγανδρο των Κυκλάδων στις 26 Ιουνίου 1936.
Μεγαλύτερος γιος του Ευριπίδη και της Μαργαρίτας Γεράρδη μεταξύ επτά αδερφών (5 κορίτσια και 2 αγόρια).
Στην ηλικία των 17 χρόνων έφυγε από το νησί για την Αθήνα. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ναύτης Λιμενικού στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με την ειδικότητα του μάγειρα. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, ενώ παράλληλα το 1961 μπήκε στο χώρο του τραγουδιού και ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο.
Ηχογράφησε συνολικά 63 τραγούδια, και εμφανίστηκε στο πάλκο της Τριάνας του Χειλά δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και στη συνέχεια δίπλα στον Πάνο Γαβαλά.
Το 1967, με κουμπάρο τον Πάνο Γαβαλά, παντρεύτηκε με την Κατερίνα Βλαβιανού. Απέκτησαν μαζί 4 παιδιά.
Έμεινε στο τραγούδι μέχρι το 1970, όπου και ξαφνικά πήρε την απόφαση να το εγκαταλείψει για να ανοίξει αρτοποιείο μαζί με τον αδερφό του Δημήτρη, επιστρέφοντας στην τέχνη που γνώριζε και ο πατέρας τους. Από το ίδιο αυτό αρτοποιείο συνταξιοδοτήθηκε το 2005.
Το τραγούδι παρέμεινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του, με τη φωνή του να παραμένει πραγματικά αναλλοίωτη μέχρι το τέλος.
Ως ένας θαυμάσιος, ακέραιος και ιδιαίτερα αγαπητός άνθρωπος και οικογενειάρχης, έφυγε από κοντά μας στις 26 Οκτωβρίου 2020.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

331. HIS MASTER'S VOICE AO 2577 ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ - ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1938

Λαγουδάκης (Λαγός) Εμμανουήλ- Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης) HIS MASTER'S VOICE AO 2577 Συρτός Ρεθυμνιώτικος (Ποτέ μου να μη πιω κρασί) - Βαρύς Ρεθυμνιώτης (Δακρύζω με παράπονο) 1938- 78rpm- 10''

Λαγός και Μπαξές στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου. Συρτός Ρεθυμνιώτικος και Βαρύς Ρεθυμνιώτης που μετονομάστηκαν στα ¨Ποτέ μου να μη πιω κρασί¨ και ¨Δακρύζω με παράπονο¨ (που το έχει τραγουδήσει και ο Ψαρονίκος- ίσως λίγο να ακουμπάει τον Μπαξέ!), στη συλλογή του Αεράκη, Πρωτομάστορες.
«Τα Περιβόλια έχουν μια παράδοση στη μουσική. Ίσως γιατί άνθρωποι του μόχθου οι κάτοικοι, εύρισκαν διέξοδο για να ξεχάσουν τα φαρμάκια της ζωής στο άκουσμα της λύρας. 
Εξαιρετικοί οι οργανοπαίχτες που αναδείχτηκαν. Ένας ήταν ο Καρεκλάς, Αντώνης Παπαδάκης με τ’ όνομα, λυρατζής καταξιωμένος σε όλο το νησί. Ο πρώτος διδάξας στους μετέπειτα αστέρες της παραδοσιακής μουσικής, που μεσουράνησαν στη δεκαετία του 80. 
Ο άλλος ήταν ο Μανόλης Λαγουδάκης ή Λαγός (βλέπε και ανάρτηση 203), όπως τον άκουγες συνήθως. Ένας καλλιτέχνης θρύλος που έμεινε στην ιστορία για την περηφάνια και την αρχοντιά του.
Γεννήθηκε στα Περιβόλια το 1910 και ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Από πολύ μικρός είχε δείξει το πάθος του για τη λύρα. Αναζητούσε με επιμονή σανίδια, όπως καταθέτει η αδελφή του, τα έκοβε και προσπαθούσε να τους δώσει το σχήμα της λύρας. Για χορδές τοποθετούσε ίνες από αθανάτους και μετά «άρχιζε και τις τριγούνιζε σαν τον καλό λυράρη». 
Παλιοί συμμαθητές του έλεγαν, πως κάποτε που βρήκε μια μικρή λύρα άρχισε να παίζει όποιον σκοπό άκουγε με άνεση δεξιοτέχνη. Μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό, αλλά κρατούσε τη λύρα με σιγουριά βετεράνου. Σε ηλικία 15 ετών, ο Μανόλης Λαγός, ήταν ένας αξιόλογος λυράρης. Στη συνέχεια μαζί με τον συγγενή του Μανόλη Σταγάκη, κατασκευαστή μουσικών οργάνων και κυρίως λύρας, βελτίωσαν και τον ήχο και το σχήμα αυτού του παραδοσιακού Κρητικού οργάνου. Ήταν αυτοδίδακτος και έπαιζε μόνο από αγάπη και μεράκι για την λύρα και την Κρητική μουσική.
Ο πατέρας του βέβαια, ούτε ήθελε ν’ ακούσει για τις μουσικές επιδόσεις του γιου του. Δεν είχε καμιά διάθεση να τον οδηγήσει στην «ψάθα» γιατί από τη μουσική δεν επρόκειτο να κάνει καλιμέντο.
Ο Μανόλης προσπαθούσε να κρύψει το πάθος του, αλλά χωρίς να το εγκαταλείψει.
Συμμαθητές του μας διέσωσαν και το παρακάτω περιστατικό: Μια μέρα που έλειπε ο πατέρας του εκτός πόλης, ο μικρός μάζεψε σε μια αλάνα τους φίλους του και τους έπαιξε το θούριο του Ελευθερίου Βενιζέλου εκείνο το γνωστό, «Βενιζέλε μας πατέρα της Ελλάδας…», το οποίο ήταν απαγορευμένο, γιατί βρισκόμασταν προφανώς λίγο μετά το 1920.
Έρωτας λοιπόν είχε δέσει το νεαρό Μανόλη με τη λύρα. Ούτε σκέψη για περαιτέρω σπουδές. Λίγα γράμματα και καλά. Κανένα ενδιαφέρον και για την εκμάθηση μιας τέχνης όπως συνήθιζαν οι νέοι της εποχής. Κι αν κατατάχτηκε στη Χωροφυλακή, για λίγο διάστημα κι εκεί, ήταν επειδή έμενε ελεύθερος χρόνος του για τη λύρα. 
Η ανάγκη βέβαια για την επιβίωση τον προσγείωσε κάποια στιγμή και τον οδήγησε σε διάφορα επαγγέλματα. Η αγάπη του για τη λύρα όμως, δεν έγινε ποτέ αφορμή να κατηγορηθεί για οκνηρία. Ήταν φιλότιμος και φιλόπονος. Μετά την Κατοχή και μέχρι το 1954, ασχολούμενος με την αλιεία κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα μικρό στόλο από καΐκια και τράτες.
Ήταν εκεί στα 1955 όταν με παρότρυνση των φίλων του, άνοιξε μια οικογενειακή ταβέρνα στα Περιβόλια Αυτή η γωνιά για μια δεκαετία άφησε εποχή. 
Μερακλήδες από όλη την Κρήτη μαζεύονταν εκεί και τα γλέντια κρατούσαν χωρίς διακοπή και τρία μερόνυχτα. Κανένας δεν τολμούσε να ζητήσει «παραγγελιά». Ο Λαγός έπαιζε μόνο ό,τι ήθελε εκείνος. Και σ’ όποιον άρεσε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που όταν έφευγαν οι παρέες, έφθανε κι ο Μπαξεβάνης με το λαγούτο του, για να ξεχαστούν και οι δύο σε αγαπημένους σκοπούς, που έπαιζαν για το δικό τους κέφι και μόνο. Ο Λαγός μάλιστα έβαζε ένα χτένι στις χορδές της λύρας του, γιατί πίστευε ότι μ’ αυτό χαμηλώνουν οι τόνοι και γίνονται γλυκύτεροι. Όσοι έτυχε ν’ ακούσουν τους δύο καλλιτέχνες σε αυτές τις προσωπικές τους ώρες λένε ότι άκουγαν αγγελικές μελωδίες!
Η ταβέρνα δεν πήγε καλά όμως. Κι ας ακούγεται περίεργο αυτό από τη στιγμή που στοιβάζονταν τα χαρτονομίσματα στα πόδια του Λαγού από τους μερακλήδες, που απολάμβαναν τη λύρα του. Η έμφυτη περηφάνια του δεν του επέτρεπε να τα κρατούσε. Ένοιωθε προσβολή. Πληγωνόταν η αξιοπρέπειά του. Ποτέ δεν διαπραγματεύθηκε τη μουσική του κι ας είχε ευκαιρίες να γίνει πάμπλουτος.
Για παράδειγμα κάποτε βρέθηκε περιοδεία στην Αίγυπτο με Μπαξεβάνη, Γιάννη Σταγγούρη, Σταμάτη Παπαδάκη, Γ. Ψύρρη και άλλους. Οι ομογενείς έπαθαν παραλήρημα με τέτοια καλλιτεχνική συντροφιά. Τους «χρύσωναν» να μείνουν λίγο παραπάνω. Και τι νομίζετε ότι έκαναν οι καλλιτέχνες αυτοί με πρώτο το Λαγό; Πήραν μόνο τα έξοδά τους και τα ναύλα τους για να επιστρέψουν. Πολυτιμότερο ενθύμιο γι’ αυτούς ήταν μερικές φωτογραφίες που είχαν βγάλει με τους ομογενείς. Κάτι ανάλογο συνέβη με την πρόταση που έστειλε πλούσιος ομογενής από την Αμερική στο Μανόλη Λαγό. Τη συνόδευε με ένα πολύ ενδιαφέρον συμβόλαιο που μεταφραζόταν σε πολυψήφιο αριθμό δολαρίων. Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια και αμετάκλητη «Όχι, δεν παίζω για τα λεφτά». Απίστευτο κι όμως αληθινό. 
Μοναδικός πλούτος λοιπόν του Λαγού ήταν η αξιοπρέπεια και η περηφάνια του. Κι αυτή τη φιλοσοφία του για τη ζωή δεν πρόδωσε μέχρι το τέλος της.
Στη δισκογραφία ο Μανόλης Λαγός εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1938, με τελευταία ηχογράφησή του γύρω στο 1955. Το δισκογραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο σε έκταση, αλλά είναι τεράστιο σε ποιότητα και λάμψη.
Ανάμεσα στο 1938 και το 1955 ηχογράφησε πάνω από είκοσι τραγούδια, σε συνεργασία πάντα με το λαούτο και τη ρωμαλέα φωνή του Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη), με τον οποίο, όπως διηγούνται οι φίλοι του, τον συνέδεε μια βαθειά φιλία, αλλά συγχρόνως ταίριαζαν και ως χαρακτήρες και ως παίξιμο. 
Τα τραγούδια του Μανόλη Λαγού που γράφτηκαν με τη συνεργασία του Μπαξεβάνη έμειναν ανεπανάληπτα και κλασικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής παράδοσης και ξεχωρίζουν για την άψογη και μερακλίδικη εκτέλεσή τους και την ομορφιά των στίχων τους.
Συναισθηματικός τύπος ο Μανόλης Λαγός ήταν φυσικό να μη μείνει αλώβητος από τα βέλη του έρωτα. Ερωτεύτηκε την Άννα Σταγάκη από τις καλλονές της εποχής της. Κι όταν του αρνήθηκαν να την κάνει γυναίκα του, εκείνος απλά την… έκλεψε και ζήσανε τρισευτυχισμένοι. Απέκτησαν τέσσερις πανέμορφες κόρες με τις οποίες από το 1964 και μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Λαγός άνοιξε ζαχαροπλαστείο στο Φάληρο.
Ο Μανόλης Λαγουδάκης, ο περίφημος Λαγός, έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του άρχοντας. Πάντα καλοβαλμένος, περιποιημένος, λεβέντης άριστος οικογενειάρχης, τρυφερός πατέρας, αξιαγάπητος απ’ όλους. Αφοσιωμένος όμως πάντα στη λύρα του που δεν αποχωριζόταν, χωρίς όμως να παραμελεί την οικογένειά του. 
Πέθανε το Σεπτέμβρη του 1981 στην Αθήνα. Ένα μήνα μετά τον ακολούθησε στον τάφο και η Άννα του. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο χωρίς τον αγαπημένο τους, που έγραψε ιστορία στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής με τη γλυκόλαλη λύρα του.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

330. ODEON DSOG 3122 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1964

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μαυροδημητράκης Σταύρος ODEON DSOG 3122 Μη με ρωτάτε αν αγαπώ - Πέρασα ξαναπέρασα 1964- 45rpm -7''
 
¨Άχι όταν περνάς με συντροφιά, νοήματα δεν θέλω,
άγγιζε εις τα σγουρά μαλλιά, μα εγώ καταλαβαίνω¨
«Ο Κώστας Μουντάκης (10 Φεβρουαρίου 1926 –  31 Ιανουαρίου 1991) θεωρείται μαζί με τους Νίκο Ξυλούρη, Θανάση Σκορδαλό και Λεωνίδα Κλάδο ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς λυράρηδες της Κρήτης.
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου  Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του μουσικού και χορευτή Νίκου Μουντάκη και της Καλλιόπης ενώ η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Λίγο καιρό μετά τη γέννησή του έμεινε ορφανός από πατέρα ενώ λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο ενώ φοιτούσε στο γυμνάσιο και να εργαστεί ως πλανόδιος μικροπωλητής. Μεγαλώνοντας σε ένα μουσικό περιβάλλον ήρθε από νωρίς σε επαφή με την κρητική μουσική παράδοση και αναδείχτηκε ήδη από την εφηβική του ηλικία σε ικανό λυράρη.
Το 1948 κατατάχτηκε στη χωροφυλακή υπηρετώντας στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα ενώ το διάστημα 1950-1952 είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου.  Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων της Δραπετσώνας για 16 χρόνια.
Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά, προβάλλοντας την Kρητική μουσική στο πανελλήνιο.
Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης- Κρητικά νάκλια», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της δουλειάς του.
Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με παρουσία ομογενών.
Από το 1975 αναγκάζεται λόγω προβλημάτων υγείας να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου.
Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985.  Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση».
Απεβίωσε στις 31 Ιανουαρίου 1991 στην Αθήνα.
Το έργο και η συμβολή του Μουντάκη στην κρητική παραδοσιακή μουσική τυγχάνουν της καθολικής αναγνώρισης μουσικών και κριτικών (όπως ο μουσικός και τραγουδιστής Χρόνης Αηδονίδης, ο λογοτέχνης και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο καθηγητής μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Αμαργιανάκης κ.ά.) ενώ θεωρείται ως ένας από τους πιο εμπορικούς λυράρηδες.».
Το δίδυμο Μουντάκης- Μαυροδημητράκης (στο λαούτο) δεν το έχουμε ξανασυναντήσει στις ¨Πέρδικες¨. Ηχογράφηση του 1964, με εξαιρετικά παιξίματα και από τους δυο, με την σφραγίδα του Μουντόκωστα στο συρτό και στις κοντυλιές. Η τελευταία μαντινάδα από το ¨Πέρασα ξαναπέρασα¨ που φιγουράρει κάτω από την πρώτη φωτογραφία του Μουντόκωστα, τι όμορφα που αποδίδει του καιρού εκείνου το φλερτάρισμα ! Το φλερτ δυστυχώς στη σημερινή κοινωνία έχει αντικατασταθεί από τετράγωνα μάτια από τις οθόνες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

329. ASTRON AS-371 ΠΑΣΠΑΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΣΑΛΟΥΣΤΡΟΣ ΝΕΟΚΛΗΣ 1971

Πασπαράκης Εμμανουήλ (Στραβός)- Σαλούστρος Νεοκλής ASTRON AS-371 Να ζήσουνε οι Κρητικοί (Συρτός) - Μαλεβιζιώτικος χορός 1971- 45rpm- 7''
 
Ο Μανώλης Πασπαράκης γεννήθηκε στ' Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1911. Μέλος πολυμελής οικογένειας, με 8 Αδέλφια. 7 Αγόρια, 1 θυγατέρα. Ο Μανώλης είχε την ατυχία να προσβληθεί από μία λοιμώδη νόσο, την οστρακιά, που δυστυχώς τον οδήγησε σε ηλικία 2 ετών στην τύφλωση.
Ο πατέρας του Γιάννης Πασπαράκης ή Λυραρογιάννης ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα. Άνθρωπος της παρέας. Πρωτοχορευτής. Ξεχωριστός μερακλής. Αγκάλιασε από την αρχή με ξεχωριστή ζεστασιά τον μικρό Μανώλη και ήταν συνεχώς δίπλα του. Απεριόριστη η φροντίδα. Συνεχής η μέριμνα. Αργότερα, όταν ο Μανώλης ήταν περίπου 10 χρονών, ο πατέρας του τού έφτιαξε μία λύρα, προφανώς για να του δώσει χαρά, μα ίσως και για να αξιοποιηθεί το διαφαινόμενο ταλέντο.
Τότε άρχισε ο μικρός Μανώλης για πρώτη φορά να ψάχνει. Να ερευνά. Να προσπαθεί με την αφή των χεριών να συγκροτήσει μέσα στο μυαλό του τη μορφή του οργάνου. Ήταν το απαραίτητο πρώτο βήμα. Έπρεπε να προσδιορίσει τη μορφή. Το σχήμα. Για να μπορέσει μετά απ΄ αυτό να προχωρήσει στην προσπάθεια να μάθει τα μυστικά του παιξίματος. Για να καταφέρει έτσι να πει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα του. Να εκφράσει με τη λύρα του τα συναισθήματά του.
Στη δύσκολη αυτή προσπάθεια τον βοήθησε ένας καλός χωριανός, μα και ξεχωριστός λυράρης στην εποχή του ο Αντώνης Σκουλάς ή Καραμουζαντώνης. Η εξέλιξη γρήγορη και θεαματική. Στα 15 του χρόνια έπαιζε ήδη σε εκδηλώσεις (γάμους, βαφτίσεις, παρέες). Στα 20 του, ήταν πλέον ένας φτασμένος ολοκληρωμένος στην εποχή του λυράρης.
Ο άνθρωπος αυτός έμεινε τυφλός σχεδόν στο ξεκίνημα της ζωής του. Επίσης ήρθε στη ζωή μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη, αφού γεννήθηκε αρχές του 20ου αιώνα και η Κρήτη αγωνιζότανε ακόμη να βρει το δρόμο της. Να ζήσει ελεύθερη μετά από αιώνες σκλαβιάς.
Σ΄ αυτή τη δύσκολη εποχή ήρθε στη ζωή ο Μανώλης Πασπαράκης και είχε την ατυχία στο ξεκίνημα αυτής της ζωής να τον βρει η τεράστια αναπηρία της τύφλωσης. Όμως αυτός ο άνθρωπος είχε τη δύναμη να προσπαθήσει. Να παλέψει, να αγωνισθεί και τα κατάφερε.
Και κατάφερε, όχι μόνο να επιβιώσει απλά, όχι μόνο να μη γίνει βάρος στην κοινωνία που έζησε, αλλά μπόρεσε να σταθεί με αξιοπρέπεια. Με πλήρη οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία και να δημιουργήσει μία οικογένεια πρότυπο. Το περισσότερο δε απ΄ όλα, κατάφερε να ξεχωρίσει σαν καλλιτέχνης και να δώσει ζωντανά το στίγμα του στη μουσική παράδοση αυτού του τόπου.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι για να μπορέσει ένα παιδί, που από νήπιο είχε την μεγάλη ατυχία να μείνει τυφλό, να ενταχθεί σωστά σαν άνθρωπος στην κοινωνία και ιδιαίτερα να εξελιχθεί σαν καλλιτέχνης, έπρεπε να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις.
Προϋποθέσεις που θα βοηθούσαν αυτό το παιδί να ξεπεράσει τα δυσάρεστα συναισθήματα έντασης, άγχους και απογοήτευσης, τα οποία οδηγούν άτομα με σοβαρή αναπηρία και ιδιαίτερα τύφλωση, σε εγκατάλειψη του εαυτού τους και απομόνωση.
Έτσι εκτός από το έμφυτο μεράκι, το χάρισμα και τη μεγάλη δύναμη της ψυχής, που πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι είχε αυτό το παιδί, δύο ήταν οι σημαντικοί παράγοντες που βοήθησαν να ξεπεράσει τα προβλήματα της μεγάλης αναπηρίας, να ενταχθεί ισότιμα στην κοινωνία και να καταφέρει να ξεχωρίσει.
Ο πρώτος: Το σωστό οικογενειακό περιβάλλον, που με το περίσσευμα αγάπης, δημιούργησε στο παιδί αυτό αισθήματα σιγουριάς, ισοτιμίας και αυτοπεποίθησης. Στοιχεία απαραίτητα για να σταθεί στα πόδια του.
Ο δεύτερος παράγων εξίσου σημαντικός, το περιβάλλον του χωριού.
Τα Ανώγεια είναι ένας τόπος που διαθέτει μια όμορφη κοινωνία με ανεπτυγμένο φιλότιμο. Με σεβασμό και αγάπη για το χωριανό. Ένας τόπος με σημαντική προσφορά στις κρητικές παραδόσεις και μεγάλη αγάπη για την κρητική μουσική. Ένα ξεχωριστό μερακλοχώρι.
Η ζεστασιά λοιπόν της οικογένειας και το ξεχωριστό παραδοσιακό περιβάλλον του χωριού, θέριεψαν την έμφυτη δύναμη της ψυχής και βοήθησαν τον Μανώλη Πασπαράκη να ξεπεράσει το τεράστιο πρόβλημα της τύφλωσης και να εξελιχθεί σε ένα σημαντικό καλλιτέχνη της κρητικής λύρας.
Το 1951 παντρεύτηκε με την Ελένη Σαμόλη. Μια πανέμορφη κοπελιά 18 χρόνων. Δημιούργησαν μια πρότυπη οικογένεια με πέντε παιδιά. Τρία αγόρια. Τον Γιάννη, τον Γιώργη και τον Στέφανο και δυο θυγατέρες την Αλεξάνδρα και την Νικολία. Δυστυχώς είχε την ατυχία να ζήσει την πίκρα του πρόωρου χαμού του γιού του Γιώργη. Ο Μανώλης Πασπαράκης κατάφερε με τη λύρα να ζήσει αξιοπρεπώς την οικογένειά του και να μεγαλώσει τα παιδιά του χωρίς να τους λείψει τίποτα.
Η δισκογραφία του Μανώλη Πασπαράκη, δυστυχώς είναι πολύ μικρή, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο βασικότερος όμως ήταν η δύσκολη μετακίνηση προς την Αθηνά για ηχογράφηση λόγω της αναπηρίας του. Στο τέλος της δεκαετίας του 60, έγινε μια προσπάθεια για την ηχογράφηση ενός δίσκου 45 στροφών χωρίς όμως επιτυχία. Χάρη όμως στην μέριμνα του Γιώργη Σμπώκου, διασώθηκαν κάποιες ζωντανές ηχογραφήσεις.
Ο Μανώλης Πασπαράκης, παρά την μεγάλη ηλικία του συνέχισε να παίζει σε παρέες και γάμους του χωριού του, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 70. Πρέπει να σημειώσουμε τις μοναδικές και αθάνατες σειρές «κοντυλιές του Στραβού» που έχουν μείνει κλασσικές στην ιστορία της Κρητικής μουσικής, καθώς επίσης και την χαρακτηριστική αγαπημένη του μαντινάδα, εμπνευσμένη από τα παιδικά του χρόνια:
«Κόσμο γροικώ, κόσμο πατώ και κόσμο δε γνωρίζω,
Ω! την παντέρμη τη ζωή και πως την νταγιαντίζω.»
Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε και τους μεγάλους μουσικούς που συνόδευαν τον Στραβό με μαντολίνο, τους  Μανώλη Αεράκη η Μυρομανώλη, κατά την περίοδο 1935-1955 και το Νεοκλή Σαλούστρο την περίοδο 1955-1980. Ο μεγάλος λυράρης, ο ΣΤΡΑΒΟΣ, έφυγε από την ζωή το 1987 σε ηλικία 76 χρόνων αφήνοντας πίσω του μια υπέροχη σύζυγο και τέσσερα παιδιά.
Ο μεγάλος λυράρης, έφυγε από την ζωή το 1987 σε ηλικία 76 χρόνων αφήνοντας πίσω του μια υπέροχη σύζυγο και τέσσερα παιδιά.
Συνεργάτης του Μανώλη Πασπαράκη στην μεγαλύτερη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας υπήρξε, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ένας καλός Ανωγειανός, ο Νεοκλής Σαλούστρος, που  τον συνόδευε πάντα με τον μαντολίνο του. Μιλώντας το 1984 στον Γιώργο Καράτζη, σε μια εκπομπή του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού Ηρακλείου, αφιερωμένη στο «Στραβό», είπε για τον μεγάλο δάσκαλο του και στενό του φίλο: « Τον Μανώλη τον Πασπαράκη, από τα παιδικά μου χρόνια, τον έβλεπα, τον άκουγα τον εθαύμαζα. Συγχρόνως, επειδή και ’γω μέσα μου είχα κάποιο μερακλήκι, προσπάθησα εντελώς ερασιτεχνικά και έμαθα μαντολίνο. Καλά ή κακά, μαντολίνο έμαθα. Όπως οι εποχές ήταν τότε, πασαδόροι δεν υπήρχαν και σιγά – σιγά με ανάγκασαν να παίζω σε γάμους. Συνεργαστήκαμε από το 1960 μέχρι το 1975.
Για τον Μανώλη τον Πασπαράκη έχω να πω – ρητώς και κατηγορηματικώς – ότι το μερακλήκι του λίγοι άνθρωποι μπορούν το φέρουν μέσα τους. Έπαιζε ναι μεν ως επαγγελματίας, αλλά ποτέ δεν ενδιαφερόταν αν έβγαζε λεφτά ή όχι. Ήθελε πάντοτε μερακλήδες κοντά του. Μόλις άκουγε μαντινάδα καλή και σωστή ανατρίχιαζε και χτυπιότανε εκεί που θα καθότανε. Πράγμα το οποίο δείχνει ότι είχε μερακλήκι του δικό του. Τις κοντυλιές του τις χυματικές δεν τις άκουσα από άλλους, ήταν σύνθεση δική του, όπως και στο χανιώτη το συρτό, ουδείς  ακόμα μπορεί να παίξει όπως τα έπαιζε αυτός. Κείνο που μετράει είναι ότι αυτός υπήρξε μερακλής τόσο στη μουσική, όσο και στις μαντινάδες. Τις έλεγε εκεί που χρειαζόταν. «Χτυπητές» μαντινάδες όπως λέμε εμείς στο χωριό. Ήταν πάντα σοβαρός, δεν έλεγε ποτέ ανοησίες στο γλέντι του απάνω και η συνεργασία μας ήταν πάρα πολύ καλή. Πάντοτε με το γέλιο και το χαμόγελο αρχινούσαμε και με το γέλιο τελειώναμε».
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2023

328. HIS MASTER'S VOICE AO 2405 ΑΜΠΑΤΖΗ ΡΙΤΑ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ 1937

Αμπατζή Ρίτα (Αηδόνι της ανατολής)- Τούντας Παναγιώτης HIS MASTER'S VOICE AO 2405 Δασκαλοπούλα λυγερή (Καλαματιανό) - Θάλασσα μπαμπέσα (Συρτό) 1937- 78rpm- 10''
 
«Η Ρίτα Αμπατζή (βλέπε και ανάρτηση 148) γεννήθηκε το 1914 (1906;) στη Σμύρνη.
Ανήκει στη φημισμένη τριάδα των λαϊκών τραγουδιστριών της δεκαετίας του ’30, που μαζί με την Ρόζα Εσκενάζυ και την Μαρίκα Πολίτισσα (Φραντζεσκοπούλου), συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ηχητικού κλίματος της πολύ ενδιαφέρουσας εκείνης δεκαετίας.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1914, λίγο μετά 1916 και η αδελφή της Σοφία (Καρίβαλη), δεύτερη τραγουδίστρια της οικογένειας και ήρθαν χωρίς τον πατέρα τους που χάθηκε στην μεγάλη καταστροφή και εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά το 1922.
Από μικρή είχαν όλοι αντιληφθεί τις τεράστιες φωνητικές τις δυνατότητες και έτσι, όταν λίγο πριν από το ’30, βρέθηκε σ’ ένα γάμο στην γειτονιά της όπου παίζανε ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, ( ή Μακαρόνας), ο Κώστας Νούρος και άλλοι, μετά από ένα τραγούδι την «αρπάζουν» όλοι και έτσι άρχισε η καριέρα της.
Βέβαια, ακολούθησε αμέσως, ένας άτυχος γάμος κι ένα παιδί (όταν ήταν μόλις 16 χρονών), που όμως δεν ανέκοψαν την δισκογραφική της πορεία που αρχίζει τον επόμενο χρόνο. Τραγουδίστρια με πιο «σκληρή» και ρεμπέτικη φωνή, έγινε γρήγορα η μούσα όλων των μεγάλων συνθετών του ρεμπέτικου, όπως των: Παναγιώτη Τούντα, Κώστα Σκαρβέλη, Ιωάννη Δραγάτση ( ή Ογδοντάκη), Ευάγγελου Παπάζογλου, Κώστα Καρίπη, Μανώλη Χρυσαφάκη, Σταύρου Παντελίδη, Στέλιου Χρυσίνη, Δημήτρη Σέμση, Γρηγόρη Ασίκη, Σωτήρη Γαβαλά, Κώστα Τζόβενου και άλλων. Όλοι αυτοί παίρνουν σειρά στις δισκογραφικές εταιρείες για να τραγουδήσει η Ρίτα τα τραγούδια τους. Ενδιαφέρον είναι να σκεφτούμε ότι μερικά από τα βαριά χασικλίδικα ρεμπέτικα τραγουδήθηκαν από την εικοσάχρονη τότε φωνή της Ρίτας Αμπατζή. Μέχρι στιγμής έχουν εντοπισθεί 220 ρεμπέτικα και αμανέδες στην δεκαετία του ’30 και ίσως άλλα τόσα δημοτικά. Είναι ένας τεράστιος αριθμός που συναγωνίζεται ακόμα και τη Ρόζα Εσκενάζυ. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι για είναι πολύ εμπορικότερος ένας δίσκος, οι εταιρείες έβαζαν απ’ τη μια μεριά τραγούδι με τη Ρόζα και από την άλλη με τη Ρίτα.
Η δισκογραφική της πορεία ανακόπτεται οριστικά με την έναρξη του πολέμου. Είναι ακόμη αδιευκρίνιστου οι λόγοι που τόσο η Ρίτα όσο και η αδελφή της Σοφία, δεν επανεμφανίζονται στην μεταπολεμική δισκογραφία, παρά μόνο σε μερικά 45ρια μετά το ’60. Κι αυτό διότι η Ρίτα Αμπατζή παρέμεινε στο πάλκο και πολύ περισσότερο στα εκτός Αθηνών μεγάλα πανηγύρια, αφού με την εκπληκτική και δυνατή φωνή της ερμήνευε καλλίτερα από κάθε άλλη –αν και Σμυρνιά– τα δημοτικά και βλάχικα τραγούδια. Μετά τον γρήγορο χωρισμό με τον πρώτο της άντρα– τον Γιάννη Τσίπαρη– που ουσιαστικά δεν ξανασυναντήθηκε ποτέ, έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της με τον καλλιτεχνικό της συνάδελφο –που έπαιζε σαντούρι– τον Στέλιο Κρητικό, με τον οποίο παντρεύτηκε αργότερα και κάνανε δύο παιδιά. Η Ρίτα Αμπατζή ανήκει στην κατηγορία των σοβαρών τραγουδιστριών και πάντα τραγουδούσε καθιστή στο πάλκο. Παρ’ όλα αυτά σκόρπιζε με τον δικό της τρόπο το κέφι και τη ζωηράδα στην παρέα και συχνά κατέβαινε για να χορέψει με τους καλούς χορευτές που συμμετείχαν στο γλέντι. Τον τελευταίο καιρό πριν πεθάνει βασανίστηκε από την «επάρατη νόσο «που αφαίρεσε τη ζωή από τις καλλίτερες Ελληνίδες τραγουδίστριες (Στέλλα Χάσκα, Μαρίκα Νίνου). Πέθανε στις 17 Ιουνίου του 1969.»
Δασκαλοπούλα λυγερή που το ‘βρες το μελάνι
και ‘βα βαι και ‘βαψες τα φρυδάκια σου
και ‘βαψες τα φρυδάκια σου και τα ‘κανες γαιτάνι,
και ‘βαψες τα φρυδάκια σου και τα ‘κανες γαιτάνι.
Για να περάσει ο Πασάς, να ‘δει ομορφιά και χάρη
και με βαι και μέσα στο σαράι του
και μέσα στο σαράι του γυναίκα να σε πάρει,
και μέσα στο σαράι του γυναίκα να σε πάρει.
Δεν τον εθέλω τον Πασά, ούτε και τον Βεζίρη,
μον’ θε βαι μον’ θέλω εκείνον π’αγαπώ,
μον’ θέλω εκείνον π’αγαπώ, να με φιλάει στα χείλη,
μον’ θέλω εκείνον π’αγαπώ, να με φιλάει στα χείλη.
Ρίτα Αμπατζή στη σημερινή ανάρτηση, σε δυο συνθέσεις του Παναγιώτη Τούντα. Αξιοπρόσεχτη η σφραγίδα του Τούντα στις ετικέτες του δίσκου. Για την εκτέλεση της Ρίτας τα λόγια είναι περιττά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).