Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

167. ODEON DSOG 3348 ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ/ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ- ΚΟΥΚΟΥΛΑΡΗΣ ΣΤΑΘΗΣ 1967

Κονιτόπουλος Κώστας- Κονιτοπούλου/Πρωτονοταρίου Κυριακή (Κούλα)- Κουκουλάρης Στάθης ODEON DSOG 3348 Ψαράδες γεια σας (Συρτομπάλλος) - Η προσφυγοπούλα (Καλαματιανός) 1967- 45rpm- 7''
Βλέποντας τις ετικέτες του σημερινού δίσκου, υπέθεσα ότι η υπόθεση ανεύρεσης βιογραφικών στοιχείων ήταν οικογενειακή και αφορούσε τους Κονιτόπουλους.

Ο Κώστας Κονιτόπουλος στο τραγούδι, αδερφός του Γιώργου, του Βαγγέλη, της Ειρήνης, της Αγγελικής και ξάδερφος της Κυριακής (Κούλας) Πρωτονοταρίου/Κονιτοπούλου. Γεννήθηκε στη Νάξο το 1941. Ήταν το τρίτο, από τα πέντε παιδιά της οικογένειας Κονιτοπούλου, γιος του γνωστού Ναξιώτη βιολιτζή Μιχάλη Κονιτόπουλου και της Μαρίας Φυρογένη. Έρχεται στην Αθήνα το 1956 .

Το 1967, γυρίζει τα πρώτα δισκάκια 45 στροφών στην Minos, με τον αδελφό του, Γιώργο, ενώ συνεργάστηκε και με άλλες εταιρίες της εποχής. Το 1977, κυκλοφορεί, ο δίσκος "Αξέχαστες νησιώτικες επιτυχίες" και πολύ αργότερα η κασέτα με τίτλο "Σήμερα είναι η γιορτή σου" . Τραγούδησε σε γνωστά μαγαζιά, όπως στην "Άνεση" στο Γαλάτσι, στα "Παλιά Δειλινά" της οδού Κέας, στο "Καστέλο" στην Καυταντζόγλου, στο οικογενειακό κέντρο "Μουράγιο" στα κάτω Πατήσια, στο "Χρυσό Βαρέλι, στο παλιό "Καν-Καν". 
Μαζί του στο τραγούδι, η ξαδέρφη του Κούλα, γεννημένη το 1932. Όλοι οι εμπλεκόμενοι με καταγωγή την Κινίδαρο Νάξου.

Σύνθεση και στίχους στη μια πλευρά ο Γιώργος Κονιτόπουλος, ενώ στίχους στη δεύτερη πλευρά ο Βοντογιώργης Γιώργος. Τα ψιλά γράμματα λένε συνοδεία νησιώτικου συγκροτήματος. Στο βιολί δεν είναι ο Γιώργος Κονιτόπουλος γιατί ηχογραφούσε για άλλη δισκογραφική εταιρεία, αλλά ο επίσης δεξιοτέχνης του βιολιού ο Στάθης Κουκουλάρης, πληροφορία που μου έδωσε ο Κλεάνθης Ατσαλάκης (λάτρης του Γιώργου Κονιτόπουλου). Να τον ευχαριστήσω, επίσης για τα βιογραφικά στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό του Κώστα Κονιτόπουλου.    
Ο Κουκουλάρης Στάθης γεννήθηκε το 1945 στον Κινίδαρο Νάξου. Παίζει βιολί και τραγουδά δημοτικά και νησιώτικα. Είναι πατέρας του Βαγγέλη Κουκουλάρη και της τραγουδίστριας νησιώτικων Νίκης Κουκουλάρη.
Ξεκίνησε βιολί στα δεκατρία και. αργότερα φοίτησε στο Ωδείο Αθηνών. Στο διάστημα 1968-1976 ήταν εγκατεστημένος στην Αυστραλία.
Συνεργάστηκε κυρίως με νησιώτες τραγουδιστές και το 1995 ηχογράφησε τρεις προσωπικούς δίσκους: Ιστορία της Ελληνικής Μουσικής: βιολί, Από τη Μικρασία στο Αιγαίο και Το νησί μου θα θυμάμαι.
Έχει συμμετάσχει στις ηχογραφήσεις περίπου τεσσάρων χιλιάδων τραγουδιών.
«Η ζωή μου δεν θα έλεγα ότι ήταν κάτι το σπουδαίο. Απλά έπαιξα κοντά σε σπουδαίους» μας λέει ο βιολιστής, που άρχισε την πορεία του από τον Κινίδαρο της Νάξου για να καταλήξει σήμερα να θεωρείται κορυφαίος στο είδος του. «Την εποχή που ξεκίνησα μεγάλη και τρανή ήταν η οικογένεια των Κονιτοπουλέων. Από πολύ μικρός άκουγα βιολί και τρελαινόμουν. Πρότυπό μου είχα τον Μιχάλη Κονιτόπουλο (πατέρας των παραπάνω), τον σπουδαιότερο βιολιτζή που έχει βγάλει η ελληνική παράδοση» συνεχίζει συγκινημένος, φέρνοντας πάλι στον νου του τα πρώτα του βήματα.
«Τον πρώτο μου δίσκο τον έβγαλα όταν ήμουν 13 ετών. Το 1960 πρωτομπήκα στη δισκογραφική εταιρία Columbia. Με πήγε ο Γιώργος Κονιτόπουλος, αδερφός της Ειρήνης, του Βαγγέλη και της Αγγελικής (τον Κώστα δεν τον αναφέρει). Μετά πάτησα στα πόδια μου κι έγινα το όνομα που έγινα με πολύ μεγάλο κόπο» αναφέρει ο καλλιτέχνης, που έχει δουλέψει με τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Σοφία Κολλητήρη, την Τασία Βέρρα, τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τη Γιώτα Λύδια, την Πόλυ Πάνου, την Άννα Σαρρή Καραμπεσίνη και τόσους άλλους.
Στο ωδείο όπου πήγαινε όταν ήταν έφηβος υπήρχε ένας όρος: να παίζουν οι μαθητές μόνο κλασικό βιολί. Ωστόσο, οι δικές του ρίζες ήταν βαθιά χωμένες στην παράδοση. «Εγώ έπαιρνα το βιολί και έπαιζα παραδοσιακά τραγούδια όπου έβρισκα. Νομίζω ότι το είχα στο αίμα μου» μας λέει χαμογελώντας, ενώ στο βλέμμα του δεν φαίνεται η ολική τύφλωση.
Τον ρωτάμε με δυσκολία πώς έχασε το φως του, αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται να δυσκολεύεται να μιλήσει γι’ αυτό. «Από μικρός είχα πρόβλημα με την όρασή μου. Αν και προσπάθησαν οι γονείς μου να βρουν λύση, αυτό δεν γινόταν, γιατί υπήρχε ατροφία οπτικού νεύρου. Έτσι, όσο μεγάλωνα τόσο χανόταν η όρασή μου, μέχρι που έμεινα τελείως τυφλός».
Πόσο δύσκολο είναι, όμως, να παίζει ένα τόσο ιδιαίτερο μουσικό όργανο χωρίς να βλέπει; «Δεν είναι δύσκολο. Ωστόσο, πρέπει να το έχεις μέσα σου για να παίξεις βιολί. Σκεφτείτε πως όταν διδάσκω μαθήματα βιολιού, αν κάποιο παιδί διαπιστώνω ότι δεν είναι κατάλληλο για να παίξει, του το λέω ευθέως. Δεν μου αρέσει να κοροϊδεύω κανέναν, μια και γνωρίζω αρκετά καλά ποιος μπορεί να παίξει και ποιος όχι» σημειώνει.
Ο Στάθης Κουκουλάρης δεν έπαιξε ποτέ βιολί στο πλευρό κάποιου έντεχνου τραγουδιστή. «Δεν υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ των λαϊκών-παραδοσιακών τραγουδιστών με τους έντεχνους. Οι λαϊκοί-παραδοσιακοί είναι σκάλες ανώτεροι. Και σε ψυχή και σε φωνή» τονίζει ο καλλιτέχνης, που έχει συμβιβαστεί με το γεγονός ότι είναι τυφλός.
 
 Κονιτόπουλος Γ.- Βοντογιώργης Γ.
«Ακούω τα χειροκροτήματα του κόσμου και είναι σαν να βλέπω το πλήθος. Δεν με ενοχλεί καθόλου που δεν βλέπω. Η ζωή ευτύχησε να μου δώσει μια εκπληκτική σύζυγο, με την οποία είμαστε παντρεμένοι πολλά χρόνια, ενώ απέκτησα δύο υπέροχα παιδιά, που ακολούθησαν το επάγγελμα στο τραγούδι και το βιολί. Δεν με πειράζει που δεν βλέπω. Η ζωή με δικαίωσε στο πέρασμα του χρόνου» λέει.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

166. VICTOR V-68679 ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ- ΒΡΟΥΒΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΡΑΣΣΙΑΣ ΛΟΥΗΣ 1924

Στασινόπουλος Σωτήριος (Αηδόνι του Μοριά- Σκέντζος- Χαρδαβέλας) - Βρούβας Αθανάσιος- Ρασσιάς Λούης VICTOR V-68679 Παιδιά γιατί ΄στε ανάλλαγα (Τσάμικος) - Τι έχεις καϋμένε πλάτανε (Τσάμικος) 1924- 78rpm- 12''
«Ο Σωτήριος Στασινόπουλος (βλέπε και ανάρτηση 59) ήταν ένας από τους πιο προικισμένους τραγουδιστές που έχουν ηχογραφήσει στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και ένας από τους πιο ζωντανούς Έλληνες τραγουδιστές που έχουν ηχογραφήσει ποτέ. Γεννημένος στο μικρό ορεινό χωριό Δάφνη στην επαρχία της Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο, όπου η μεγαλύτερη κοντινή πόλη ήταν τα Καλάβρυτα την 1η Μαρτίου 1878, ακολούθησε τον αδελφό του Βασίλειο (Γουίλιαμ) στις ΗΠΑ, για πρώτη φορά σε ηλικία 27 ετών στις 10 Μαΐου 1902 στο Ellis Island με 12 $ (350 $ σε σημερινά χρήματα) στην τσέπη του. Περίπου οι μισοί από τους 500.000 Έλληνες άνδρες που έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1890 και 1920 ήρθαν για να κερδίσουν χρήματα και μετά επέστρεψαν στην πατρίδα τους. 
Ο Στασινόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα δύο φορές, αλλά μετά επέστρεψε στις ΗΠΑ πρώτα τον Απρίλιο του 1905, όταν είπε ότι ήταν τσαγκάρης και σκόπευε να ζήσει με τον κουνιάδο του Κωνσταντίνο Καμακιώτη στο Orange του Νιου Τζέρσεϊ, όπου στη συνέχεια εργάστηκε ως τσαγκάρης. κουρέας και μετά ξανά το 1912, όταν έφτασε για τελευταία φορά. Το έγγραφο μετανάστευσης του 1912, που εκδόθηκε όταν ήταν 34 ετών, αναφέρει μια ουλή στο πρόσωπό του. Δεν γνωρίζουμε αν συμμετείχε, αλλά τα μεταγενέστερα τραγούδια του δείχνουν έντονη πολιτική κλίση που θα μπορούσε να τον είχε συνδέσει με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13. Έξι χρόνια αργότερα, το 1918, ζούσε στο νότιο άκρο του Μανχάταν στην οδό Γκρίνουιτς 20, ένα τμήμα που τότε κατακλύζονταν από ιρλανδικές συμμορίες δρόμων, συμπεριλαμβανομένων των Hudson Dusters και μόνο ένα τετράγωνο μακριά από την περιοχή της Οδού Ουάσιγκτον, γνωστή ως Μικρή Συρία. γεμάτη από αραβόφωνους. Αναγνώριζε τον εαυτό του ως επαγγελματία μουσικό, αλλά εργαζόταν για έναν Γιώργο Καλογερά, έναν εισαγωγέα περίπου πέντε χρόνια μεγαλύτερό του, ο οποίος είχε περάσει τέσσερις μήνες στη φυλακή για φοροδιαφυγή στην εισαγωγή σύκων.
Ο Στασινόπουλος ηχογράφησε έναν δοκιμαστικό δίσκο για τη Victor Records με τη συνοδεία ενός πιανίστα του σπιτιού στις 19 Απριλίου 1921 σε ηλικία 42 ετών. Αφού πέρασε την ακρόαση, ηχογράφησε τέσσερα τραγούδια (σε μια session) τον Σεπτέμβριο του 1921. Ένα από τα τέσσερα, η «Δρούσουλα», τον ταλαιπώρησε μετά από τρεις λήψεις, και επέστρεψε στις 13 Μαρτίου 1922, όταν, μετά από άλλες πέντε λήψεις, τελικά έκοψε έναν κύριο (master). Μέσα σε λίγους μήνες, είχε δύο δίσκους στην αγορά και τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ηχογράφησε άλλα οκτώ τραγούδια για τον Victor.
Ηχογράφησε για την Columbia για πρώτη φορά το 1923, κόβοντας τέσσερις πλευρές, όλες εκδομένες και θέτοντας ένα μοτίβο για την υπόλοιπη δεκαετία. Κάθε λίγο, από τον Σεπτέμβριο του 1924 έως τον Ιανουάριο του 1929, πήγαινε στο στούντιο και έκοβε μεταξύ τεσσάρων και οκτώ πλευρών για τη Victor, την Columbia ή την Okeh Records. Πρακτικά ό,τι κατέγραψε από εκείνο το σημείο και μετά έγινε σε μία ή δύο λήψεις και εκδόθηκε. Είχε πάρει ένα μάθημα από τις συνεδρίες του 1922, έφτασε στο στούντιο προετοιμασμένος και έκανε τη δουλειά.
Συνολικά, ηχογράφησε 94 παραστάσεις, όλες εκτός από τις τέσσερις πρώτες σε σχετικά ακριβούς δίσκους 12”. Όλο αυτό το υλικό ηχογραφήθηκε ακουστικά, δηλαδή πριν από την εμφάνιση των μικροφώνων. Αν και περίπου οι μισές παραστάσεις κυκλοφορούν στο διαδίκτυο εδώ και μερικά χρόνια, μισή ντουζίνα από αυτές είναι διαθέσιμες αλλού πολύ γρήγορα. (Οι δίσκοι Victor πριν από το 1922 τρέχουν σημαντικά πιο αργά από τις 78 στροφές. Η αναπαραγωγή στις 78 στροφές είναι σχεδόν δύο ολόκληρους τόνους υψηλότερη από το pitch στο οποίο ηχογραφήθηκαν).
Οι συνοδοί του ήταν σε μεγάλο βαθμό καθιερωμένοι ημι-επαγγελματίες παίκτες περίπου μια δεκαετία νεότεροι από τον ίδιο τον Στασινόπουλο, κυρίως από την Πελοποννησιακή χερσόνησο και όλοι από μικρότερους δήμους όπως η Σπάρτη, η Καλαμάτα και η Κόρινθος. Αρκετοί από αυτούς έκοψαν δίσκους με τα δικά τους ονόματα. Πολλοί από τους συνοδούς του Στασινόπουλου ηχογράφησαν επίσης με άλλους σημαντικούς Έλληνες τραγουδιστές της δεκαετίας του 1910-1920, όπως η Μαντάμ Κούλα και η Μαρίκα Παπαγκίκα. Ο πιο συνεπής συνοδός μεταξύ των παραστάσεων του Στασινόπουλου το 1922-25 ήταν ο σαντουρίστας Λούης Π. Ρασσιάς, ο οποίος γεννήθηκε στη Σπάρτη στις 2 Μαΐου 1884. Όπως πολλοί ερμηνευτές, η αναδιοργάνωση των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών μετά το 1929 τερμάτισε τη δισκογραφική καριέρα τους, όπως και του Στασινόπουλου.
Είναι ξεκάθαρο ότι συνέχισε να παίζει, αν και η μόνη τεκμηρίωση που έχουμε για οποιαδήποτε από τις ζωντανές του εμφανίσεις είναι μια συναυλία στο Windsor Hotel στο Μόντρεαλ υπό την αιγίδα της Laconic Brotherhood, μιας Ελληνικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1936 και εξακολουθεί να λειτουργεί σήμερα. Στις αρχές ή στα μέσα της δεκαετίας του '40, κυκλοφόρησε μόνος του στη δική του ετικέτα με μια φωτογραφία του με πλήρες ελληνική φορεσιά (φουστανέλα), ένα χέρι στο γοφό του και ένα υπέροχο μουστάκι. Ήταν σε εκείνο το σημείο στα 60 του. Το υλικό που κατέγραψε τότε απέδειξε έναν βαθύ ελληνικό εθνικισμό που δεν εκπλήσσει ως πρώην πατριώτης μάρτυρας στους Βαλκανικούς Πολέμους και δύο Παγκόσμιους Πολέμους στη χώρα του. Η τελευταία του διεύθυνση ήταν στο 1977 E 16th St στη Νέα Υόρκη, λιγότερο από 20 τετράγωνα από το Γαλλικό Νοσοκομείο όπου πέθανε στις 22 Ιουλίου 1948.
Υπάρχει κάτι βαθιά μοναχικό και υπέροχο στη φωνή του Στασινόπουλου. Το θέμα του είναι αδυσώπητα συνδεδεμένο με την καταγωγή του στα αγροτικά βουνά σε μια χώρα που είχε κερδίσει την ανεξαρτησία λιγότερο από 50 χρόνια πριν γεννηθεί σε έναν αγώνα που ξεκίνησε από την περιοχή καταγωγής του. Μιλάει για τους ορεσίβιους που πολέμησαν και πέθαναν για την Ελλάδα. Είναι περήφανος και άκαμπτος και ένας σπουδαίος στυλίστας με αντρική παρουσία και φωνή που εκπέμπει ρευστές σεκάνς μέσα από αυτά τα ποιήματα της αγροτικής ζωής. Φαίνεται να ενσαρκώνει κάτι που είναι βαθιά παλιό - ένα πνεύμα ελληνικότητας που θα μπορούσε κάλλιστα να υπήρχε πριν από μια χιλιετία. Κάπου μέσα στην ομίχλη του χρόνου, σε κάποιο τραπέζι πάνω από άδεια μπουκάλια φανταστικού, σκληρού ξιδιού, ήταν ένας Σωτήριος Στασινόπουλος κάποιου είδους που ραψωδούσε και τραγουδούσε κάποιο παλιό ποίημα για ένα βουνό ή έναν ήρωα ή ένα δέντρο ή μια μητέρα ή και τα τέσσερα ταυτόχρονα.».
Στο σημερινό δίσκο (με δυο τσάμικα παρακαλώ), ο Βρούβας Θανάσης στο κλαρίνο. 
Ο Θανάσης Βρούβας γεννήθηκε το 1892, στους Μουσταφάδες Θήβας και ήταν γνωστό κλαρίνο της περιοχής του. Το 1910 μετανάστευσε και σπούδασε στην Αμερική, όπου έμεινε και δούλεψε εκεί μέχρι το 1928. Στη Θήβα είχε σχολή που δίδαξε πολλούς την τέχνη του κλαρίνου. Στην Αμερική κέρδισε πολλά χρήματα και σαν χαρακτήρας ήταν πολύ καλός και φιλάνθρωπος. Τα χρήματά του τα μοίραζε στους φτωχούς και άφησε καλό όνομα. Πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1983.
Στο σαντούρι πιθανότατα είναι ο Λούης Ρασσιάς (σίγουρα στην Β πλευρά).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).