Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025

529. ODEON 275086 ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ- ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 1939

Βαμβακάρης Μάρκος (Πατριάρχης του ρεμπέτικου- Συριανός- Φράγκος)- Χατζηχρήστος Απόστολος (Σμυρνιωτάκι) ODEON 275086 Τα δυο σου χέρια πήρανε (Βεργούλες) - Φοράς φουστάνι βυσσινί 1939- 78rpm- 10''
 
«Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, έφερε όμως το «μικρόβιο» της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.
Πριν καλά - καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να διακόψει, διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο. Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά.
Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.
Το 1925 κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Parlophon τον πρώτο του δίσκο με μπουζούκι, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).
Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο. Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ' ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.
Η περίοδος λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και η πιο παραγωγική. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος έγινε περιζήτητος. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.
Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα. Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών.
Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.
Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1960, όταν έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος είχε την ευκαιρία να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους.
Το 1966 έκανε την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.»
«Ο Απόστολος Χατζηχρήστος (Σμυρνιωτάκι) γεννήθηκε το 1901 (ή κατά άλλες πληροφορίες το 1903 ή 1904) στο προάστιο Κοκαριαλί (Μυρακτή) της Σμύρνης από γονείς ευκατάστατους και πέθανε στην Αθήνα, χτυπημένος από τον επάρατο καρκίνο στους πνεύμονες, στις 5 Ιουνίου 1959.
Κατάγεται από ιστορική οικογένεια της Μικράς Ασίας και είχε το προνόμιο από πολύ μικρός να μάθει πιάνο και ακορντεόν, παρακινούμενος από τους γονείς του, κυρίως από τον πατέρα του Δημήτριο Χατζηχρήστο, να ασχοληθεί με τη μουσική. Έτσι από τα παιδικά του χρόνια αποκτά τα πρώτα του βιώματα της ραφινάτης μικρασιατικής μουσικής.
Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στα μικρασιατικά παράλια, ο Αποστόλης με μεγάλο νεανικό ενθουσιασμό και εθνική έπαρση κατετάγη στις τάξεις του εθελοντής, συμμετέχοντας στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου 1919-1922. Σε κάποια μάχη πιάνεται αιχμάλωτος από τους Τούρκους και ενώ οδηγείται προς εκτέλεση, κατορθώνει άγνωστο πώς να δραπετεύσει και να γλιτώσει τη ζωή του (στοιχεία από τις κατά καιρούς αφηγήσεις των συγγενών του). Τα ίχνη του χάνονται για τρία χρόνια. Ο ίδιος καταφεύγει στην Ελλάδα και οι δικοί του, μετά την καταστροφή και το κάψιμο της Σμύρνης το 1922 έρχονται κι αυτοί στην Ελλάδα και εγκαθίστανται στη νήσο Τζια. Ο Απόστολος αναζητώντας την οικογένειά του τη βρίσκει τελικά στο νησί και αποφασίζουν να εγκατασταθούν όλοι μαζί οριστικά στον Πειραιά, στο Τουρκολίμανο.
Από το 1922 και για περισσότερο από μια δεκαετία ασχολείται με τη μουσική τελείως ερασιτεχνικά, εργαζόμενος στα Ελληνικά Σωληνουργεία ως ηλεκτροσυγκολλητής. Παράλληλα φροντίζει και μαθαίνει άριστα κιθάρα, μπουζούκι και μπαγλαμά, γενόμενος δεξιοτέχνης οργανοπαίκτης. Μουσικός άριστος.
Η επιτυχία της Τετράδος της Ξακουστής του Πειραιώς το 1933, η γέννηση ουσιαστικά της νέας Πειραιώτικης Σχολής του Ρεμπέτικου Τραγουδιού και η εσωτερική του μουσική ανησυχία, τον φέρνουν δειλά στο μουσικό προσκήνιο γύρω στο 1933-34, σαν ερασιτέχνη ακόμα. Στην αρχή εμφανίστηκε παίζοντας και τραγουδώντας σε μικρά ταβερνάκια της Δραπετσώνας και του Πειραιά. Πρωτοεμφανίστηκε εκεί συνεργαζόμενος με λιγότερο τότε γνωστά ονόματα, όπως ο Γιώργος Κωνσταντινίδης (κιθαρίστας και τραγουδιστής, γνωστός ως «Μακαρόνας»), ο Ηλίας Ποτοσίδης (μπουζουξής, γνωστός ως «Κάτω βλέπας»), ο αλανιάρης νεαρός μπουζουξής και τραγουδιστής Μιχάλης Γενίτσαρης, και άλλοι, ενώ αρχίζει να γράφει και τα πρώτα του τραγούδια.
Ουσιαστικά όμως, από τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα, γύρω στα 1935-36, γνωρίζει τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη ρεμπέτικη παρέα του (Μπάτη, Στράτο ή Τεμπέλη και Ανέστο Δελιά ή Αρτέμη) και συμμετέχει στα καλύτερα ρεμπέτικα συγκροτήματα. Δούλεψε σε όλα σχεδόν τα γνωστά κέντρα διασκέδασης της εποχής εκείνης. Στου Δερέμπεη, στου Πίκινου τη Μπύρα, στου διαβόητου Κατελάνου, στο «Δάσος» του άγριου Βλάχου, στου Μάριου στην οδό Ίωνος (στην Ομόνοια), κι αλλού.
Οι μικρασιατικές του καταβολές και τα προσωπικά του μουσικά βιώματα, η κλασσική του μουσική παιδεία, τα βάσανα του πολέμου και της αιχμαλωσίας, ο πόνος του ξεριζωμού και της αναγκαστικής του προσφυγιάς, και τέλος η βασανισμένη και μαρτυρική του ζωή βαρύνουν καταλυτικά πάνω στο ύφος του. Ο αυτοβιογραφικός του στίχος «Φίλε παραπονιάρη» περικλείει όλη του τη ζωή!
Με το Μάρκο, ως ντουέτο, πέρασαν συνολικά 44 τραγούδια στους δίσκους γραμμοφώνου. 15 από αυτά είναι τραγούδια του Μάρκου, 16 του Σπύρου Περιστέρη, 6 του ίδιου και τα υπόλοιπα 7 ανήκουν σε άλλους συνθέτες, όπως στον Β. Τσιτσάνη, στον Κώστα Σκαρβέλη, κ.α.
Ως στιχουργός, έγραψε ο ίδιος τους στίχους των περισσότερων τραγουδιών του, συνεργάστηκε όμως και με τους περισσότερο γνωστούς στιχουργούς του ρεμπέτικου, όπως ο Γιάννης Λελάκης (που του έδωσε τα καλύτερά του τραγούδια), ο Τσάντας (Μπάμπης Βασιλειάδης), ο Κώστας Μάνεσης, ο Γιώργος Φωτίδας, κ.α.»
Στην πρώτη πλευρά του σημερινού δίσκου έχουμε τις γνωστές ¨Βεργούλες¨, ένα ερωτικό τραγούδι του Μάρκου, με το πρώτο δίστιχο παρμένο από τη δημοτική παράδοση (για να κολλήσουμε με τις συνήθεις αναρτήσεις για τους ψυχαναγκαστικούς). Την ευθύνη της ηχογράφησης έχει ο Σπ. Περιστέρης, ο οποίος παίζει τζουρά και μαζί του ο Σκαρβέλης που παίζει κιθάρα. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε ή τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 1939. Δίσκος Parlophon (χωρίς e τα προπολεμικά) B-74018-1 αριθμός κυκλοφορίας και GO 3361 αριθμός μήτρας. Στην σημερινή Τούρκικη κόπια (πιθανότατα του 1941) σε δίσκο Odeon, οι μήτρες είναι ίδιες με τις Ελληνικές.
 Στη δεύτερη πλευρά το υπέροχο ¨Φοράς φουστάνι βυσσινί¨, που διαβάζοντας την βιογραφία του Μάρκου, εύκολα συμπεραίνουμε από που εμπνεύστηκε (όπως και την ¨Κλωστηρού¨).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

528. LYRA LS 1222 ΛΙΑΠΑΚΗΣ ΑΡΧΟΝΤΗΣ- ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΝΩΣ- ΠΕΤΣΕΤΑΚΗ ΕΛΕΝΗ & ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ 1967

Λιαπάκης Αρχοντής- Κοτζαμπασάκης Μίνως- Πετσετάκη Ελένη- Πετσετάκη Σταυρούλα LYRA LS 1222 Ζητιάνα της αγάπης μου (Δαφνιανός συρτός) - Αχ γιατί να σ' αγαπήσω (Καλαματιανός Κρήτης) 1967- 45rpm- 7''
Ο Αρχοντής Λιαπάκης (βλέπε και αναρτήσεις 98, 261 και 431) ξεκίνησε να δισκογραφεί αρχές της δεκαετίας του '50 και έχει συνεργαστεί με τους: Μίνωα Κοτζαμπασάκη, Ελένη και Σταυρούλα Πετσετάκη, Λευτέρη Φουκάκη, Μανώλη Χαριτάκη, Νίκο Πατενταλάκη, Ε. Κουτάλα, Αντώνη Παυλάκη, Κ. Τσακαλάκη, Αλέξη Κοκαράκη και Κώστα Καμάρη. Επίσης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο.
Ο Λιαπάκης, έχει δίσκους στις 78 στροφές, αρκετά 45-άρια και αρκετά LP στο ενεργητικό του. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να βρω.
Στο λαούτο μαζί με τον Αρχοντή Λιαπάκη, στο σημερινό δισκάκι, ο Μίνως Κοτζαμπασάκης.
Ο Μίνως Κοτζαμπασάκης γεννήθηκε το 1939 στο χωριό Καλογέρου του Αμαρίου Ρεθύμνου και έζησε εκεί τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής. Έχει έναν αδερφό ο οποίος είναι γιατρός, ο ίδιος όμως δεν προχώρησε στα γράμματα και πήγε σε ηλικία έντεκα ετών στην πόλη του Ρεθύμνου όπου τελείωσε τρεις τάξεις του γυμνασίου και στη συνέχεια έμαθε την τέχνη του επιπλοποιού. Άνοιξε μάλιστα σε λίγα χρόνια ένα επιπλοποιείο στο Καμαράκι στο κέντρο της πόλης.
Με το λαγούτο ασχολήθηκε τυχαία όταν ένας χωριανός του που είχε λαγούτο του έδειξε λίγο τα πατήματα. Παρατήρησε λοιπόν ότι ο Μίνως είχε μουσικό αυτί και πολύ εύκολα μπόρεσε να βγάλει σχετικά καλά ένα τραγούδι και του είπε να συνεχίσει.
Ο Μίνως άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να μάθει λαγούτο και πήγαινε στου λαγουτιέρη Μάρκου Φουρναράκη ο οποίος διατηρούσε ραφείο και το βράδυ του έδειξε μερικά πράγματα με πρώτο τραγούδι το «Ζωή σαν δε μου χάρισες» που μετά έγινε μεγάλη επιτυχία.
Έτσι σε λίγο καιρό μπορούσε να παίζει κάποια τραγούδια χωρίς ωστόσο να είναι έτοιμος για να βγει σε πάλκο. Όμως σε έξι μήνες ο λυράρης Γιώργος Σκουλουφιανάκης από τους Αποστόλους ήταν καλεσμένος να παίξει στον γάμο του Κοτσίφη από τους Βολιώνες και έψαχνε λαγουτιερη οπότε ρώτησε τον Φουρναράκη αλλά εκείνος δεν ήταν διαθέσιμος και του πρότεινε τον Μίνω ο οποίος αν και είχε αντιρρήσεις θεωρώντας ότι δεν ήταν έτοιμος τελικά δέχτηκε.
Έτσι το πρώτο του γλέντι ήταν σε αυτό τον γάμο και θυμάται ότι το χέρι του πρήστηκε διότι δεν ήταν συνηθισμένος.
Τα καλά σχόλια που άκουσε από τον κόσμο τον έκαναν να συνεχίσει και να μαθαίνει πολλά τραγούδια της εποχής χωρίς να έχει κάποιον δάσκαλο.
Στη συνέχεια τον κάλεσαν στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων όπου έπαιζε με διάφορους λυράρηδες όπως ο Γεράσιμος Σταματογιαννάκης, ο Καλαϊτζάκης (Πήλινος), ο Νίκος Σωπασής και άλλοι ενώ εκεί γνώρισε τον Μιχάλη Παπαδάκη ή Πλακιανό, την ανιψιά του Ασπασία Παπαδάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (Ψαρονικο) και άλλους. Παράλληλα στο Ρέθυμνο σε διάφορες εκδηλώσεις ή παρέες έπαιξε με πρωτομάστορες όπως ο Λαγός, ο Καρεκλάς και ο Καραβίτης ο Πλακιανός και ο Μουντάκης.
Το 1959 παρουσιάστηκε στο ΚΕΒΟΠ Χαϊδαρίου να υπηρετήσει την πατρίδα όπου γνώρισε τον Νίκο Βενιανάκη και παίζανε στον ελεύθερο χρόνο τους διασκεδάζοντας τους αξιωματικούς και οπλίτες. Όταν απολύθηκε επέστρεψε στο χωριό του και γνωρίστηκε με τον Σπύρο Σηφογιωργάκη ο οποίος τότε έπαιζε με τον Μάρκο Φουρναράκη και παίξανε μαζί σε γλέντι στο χωριό Όρος Ρεθύμνου με μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη του επαφή με δισκογραφία ήταν με τον Ηρακλειώτη λυράρη Αρχοντή Λιαπάκη και όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τον άκουσε ο Γαγάνης στο δισκοπωλείο του και φώναξε τον Θανάση Σκορδαλό να ακούσει την εισαγωγή με το λαγούτο ο οποίος ζήτησε να γνωρίσει τον Κοτζαμπασάκη και έτσι άρχισε η συνεργασία τους πράγμα που ανέβασε πολύ τον Αμαριωτη λαγουτιερη και το όνομα του ακούστηκε παντού. Το πρώτο τους γλέντι έγινε στην ταβέρνα του Γαβαλά, στα Μισίρια, και τότε ο Μίνως συνόδευε τον Σκορδαλό σόλο και πάσο. Ήταν δηλαδή η ζυγιά. Με τον Σκορδαλό συνεργάστηκε μερικά χρόνια που του έχουν μείνει αξέχαστα μέχρι που εκείνος πήγε στην Αθήνα και τότε συνεργάστηκε για τρία χρόνια με τον Γεράσιμο Σταματογιαννάκη ενώ στη συνέχεια γνωρίστηκε με τον Νίκο Σωπασή με τον οποίον έπαιξαν σε όλο τον Μυλοπόταμο.
Το 1970 με τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη και τον Μανώλη Κακλή έγραψαν στην PANIVAR του Βαρδουλάκη την πρώτη μεγάλη τους επιτυχία με τίτλο «Θα τηνε κάψω την καρδιά» και ακολούθησαν άλλες επιτυχίες σε έξι δίσκους του Ροδάμανθου – Κακλή. Παράλληλα έγραψε επιτυχίες του Κλάδου με τον Κακλή με κορυφαία το τραγούδι «Κάνε τον πόνο μου χαρά».
Εκείνη την εποχή ανέβηκε στην Αθήνα με τον Ροδάμανθο και τον Κακλή για μια βδομάδα και έμεινε τελικά 33 χρόνια διότι συνεργάστηκε με πολλούς λυράρηδες και έπαιζε κάθε βράδυ εκτός μίας μέρας που είχαν ρεπό.
Στην περιοχή του Ιλίου, επί της Λεωφόρου Θηβών, άνοιξε το δικό του κρητικό κέντρο που τι ονόμασε «Μίνωας» και το διατήρησε για δώδεκα χρόνια στο οποίο έπαιζε ο ίδιος με τον Παντελή Δερμιτζάκη, τον Βασίλη Καρεφυλλάκη και άλλους λυράρηδες.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, ο Μανώλης Κακλής, ο Λεωνίδας Κλάδος, ο Νίκος Μανιάς, ο Νίκος Σωπασής, ο Μανώλης Μανουράς, ο Κώστας Βερδινάκης, ο Νίκος Σταυρακάκης, ο Μανώλης Καρπουζάκης,ο Κανάκης Κουκλινός, ο Αρχοντής Λιαπάκης, ο Βασίλης Κατσαμάς, ο Κώστας Παπουτσάκης και άλλοι ενώ στο πάλκο έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς
Για την Ελένη και Σταυρούλα Πετσετάκη δεν βρήκα βιογραφικά στοιχεία. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

527. PANIVAR PA-537 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1972

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Σταυρακάκης Γιάννης PANIVAR PA-537 Σκληρός ο δρόμος της ζωής - Όταν ζυγιάζεις την χαρά 1972- 45rpm- 7''
Στο σημερινό δισκάκι ο Βασίλης Σκουλάς στη λύρα και στα λαούτα ο Ψαρογιάννης και ο Γιάννης Σταυρακάκης. Εκτός από την δισκογραφική συνεργασία είχαν συνεργαστεί και στο κέντρο διασκέδασης ¨Ντελίνα¨ του Βασίλη Σκουλά. Όπως και στην ανάρτηση 375 με το PA 536 δισκάκι της Panivar (με τους ίδιους καλλιτέχνες), ακούγονται εξαιρετικές μαντινάδες όπως το ¨Όταν ζυγιάζεις την χαρά¨.
«Ο Βασίλης Σκουλάς (βλέπε και αναρτήσεις 42, 108, 190, 229, 280, 375 και 471) γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης στις 3 Φεβρουαρίου του 1946. Η οικογένεια του έχει μεγάλη παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ο παππούς του, ο Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του και ο πατέρας του Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 7 ετών. Στα 8-9 του χρόνια, είχε μάθει πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως εί­δε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.  Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Στα 16 του χρόνια, κατάφερε να καθιερωθεί, ανάμεσα στους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Έχει παίξει και τραγουδήσει σε μια μεγάλη σειρά, από επιτυχημένες καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εμφανίσεις, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Γερμανία, όπου υπάρχουν Έλληνες και ιδίως Κρητικοί.
Τον πρώτο του δίσκο ηχογράφησε το 1965,ο οποίος περιείχε κοντυλιές με τον Θανάση Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος 33 στροφών το 1969 στην Πάνιβαρ όπου και συνέχισε για τουλάχιστον μια δεκαετία με αρκετές  κασέτες και δίσκους.
Παράλληλα έδινε συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς….»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Βασίλη Σκουλά, τον Γιάννη Ξυλούρη και τον Γιάννη Σταυρακάκη σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

526. POPULAR AP 6049 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1964

Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης)- Μετζάκης (Μετσάκης) Γιώργος POPULAR AP 6049 Αριστοκράτισσα (Συρτός Χανιώτικος) - Με μάτια δακρυσμένα (Καλαματιανός) 1964- 45rpm- 7''
 
Ο Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης- βλέπε και ανάρτηση 31, 141, 208, 310, 376, 425 και 481) από τις Ατσιπάδες Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, λυράρης με δισκογραφικές επιτυχίες, αλλά και πρόεδρος του Συλλόγου Ατσιπαδιανών. Δισκογραφικά έχει δύο LP (long play) δίσκους και αρκετά 45-άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μετζάκη, τον Κώστα Τσακαλάκη, τον Ανδρέα Γαλερό, την Ερμίνα Νικολιδάκη και τον Πέτρο Καρμπαδάκη.
Ο Γιώργος Μετζάκης (βλέπε και παλαιότερες αναρτήσεις) έχει συνεργαστεί με τους: Ιωσήφ Παναγιωτάκη, Κουκλινό Κανάκη, Μουντάκη Κώστα, Κολιακουδάκη Νίκο, Λατζουράκη Φίλιππο, Σκορδαλό Θανάση, Μελαμπιώτη Μανώλη, Σταγάκη Μανώλη, Καλαϊτζάκη Βασίλη και Παπαδάκη Μάρκο.
Τα σημερινά εξώφυλλα του δίσκου, όπως και την φωτογραφία του Παναγιωτάκη στο πάλκο τα χρωστάμε στον Βασίλη Χατζηαντωνίου και το greekdiscography. Επίσης στο φάκελο θα βρείτε και το δισκάκι με ¨καβαλάρη¨ από το αρχείο του φίλου Ιδομενέα από το Ρέθυμνο. 
Όμορφα παιξίματα από το δίδυμο Παναγιωτάκη- Μετζάκη, στο σημερινό δισκάκι.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 


 

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

525. COLUMBIA SCDG 3751 ΜΠΕΛΛΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΚΑΛΚΑΝΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ 1966

Μπέλλος Στυλιανός- Χαλκιάς (Χαλκιόπουλος) Αναστάσιος- Καλκανάκης (Καρλκανάκης) Χρήστος COLUMBIA SCDG 3751 Νύχτα ήταν που σε φίλησα - Αρχοντογιός παντρεύεται (Καλαματιανό) 1966- 45rpm- 7''
Ο Στέλιος Μπέλλος (για περισσότερα βιογραφικά βλέπε αναρτήσεις 102, 150, 318 και 414) γεννήθηκε στο χωριό Κρυσταλλοπηγή Θεσπρωτίας το 1930. Ήταν πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε στη Μέση εκπαίδευση με όλους τους τίτλους που συνεπάγεται η υπηρεσία. Υπηρέτησε επίσης ως καθηγητής και διευθυντής σχολείων του εξωτερικού.
Τόσο στην Αθήνα όσο και στο εξωτερικό, συνέβαλε έντονα στη διάδοση του δημοτικού τραγουδιού, ως τραγουδιστής, ως λαογράφος και η προσωπικότητά του έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής.
Τραγούδησε 10 δημοτικά τραγούδια στις 78 στροφές με πρώτο το « Η Ασημούλα» στις 4/2/1956 όπου τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Τάσος Χαλκιάς. Επίσης έχει τραγουδήσει και άλλα 51 τραγούδια στις 45 στροφές. Έχει επίσης αρκετούς προσωπικούς δίσκους και πολλές συμμετοχές σε συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια.
Μαζί με τον Στυλιανό Μπέλλο, στο σημερινό δισκάκι ο Τάσος Χαλκίας στο κλαρίνο και ο Καλκανάκης Χρήστος στο βιολί. Ο Χρήστος Καρκανάκης από το 1961 μέχρι το 1964 ήταν μαζί με τον μεγάλο κλαρινίστα Τάσο Χαλκιά και με το συγκρότημα των "Χαλκιάδων" οπού έπαιζαν και ηχογραφούσαν δημοτικά και λαϊκά τραγούδια!
Ο Τάσος Χαλκιάς την περίοδο αυτή πηγαινοερχόταν Αμερική και είχε πάρει τις ηχογραφήσεις όπου κυκλοφόρησαν σε μεγάλους δίσκους! Το συγκρότημα αυτό αποτελούσαν οι: Τάσος & Μάνθος Χαλκιάς (κλαρίνο), Χρόνης & Κυριάκος Χαλκιάς (βιολί), Λάμπρος Χαλκιάς (κιθάρα), Φώτης Χαλκιάς (τραγούδι), Χρήστος Καρκανάκης (μπουζούκι και βιολί), Χρήστος Χαλκιάς (ακορντεόν) και βασικός τραγουδιστής του συγκροτήματος ήταν ο Λάκης Χαλκιάς.
Το σημερινό δισκάκι κυκλοφόρησε το 1966. Το πρώτο τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1964 και το δεύτερο το 1966.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 




Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

524. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3772 ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ ΣΟΦΙΑ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΗΛΙΑΣ 1968

Κολλητήρη Σοφία- Βασιλόπουλος Γιάννης- Σούκας Ηλίας HIS MASTER'S VOICE 7PG 3772 Στον τόπο μας να μείνεις (Συρτό) - Στους κάμπους πέφτει η βροχή (Τσάμικο) 1968- 45rpm- 7''
«Η Σοφία Κολλητήρη (βλέπε και ανάρτηση 45 και 409) γεννήθηκε το 1944 στο Βελενίκο της Φωκίδας. Εκεί μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία. Από «πιτσιρίκι» άρχισε να συμμετέχει στα πανηγύρια και να κερδίζει τις εντυπώσεις .
«Πήγαινα έκτη δημοτικού, όταν ήρθε η δασκάλα μου στο σπίτι και είπε στον πατέρα μου ότι έχω μεγάλο ταλέντο και ότι, αν με στείλει να γίνω τραγουδίστρια, θα κάνω μεγάλη καριέρα. Εκείνος δεν το καταδέχτηκε. Δεν επιθυμούσε η κόρη του να ανέβει στο παλκοσένικο. “Μην της σηκώνεις τα μυαλά” της απάντησε. Κι εκείνη φεύγοντας του ανταπάντησε ότι μια ημέρα θα γινόμουν μεγάλη και σπουδαία».
Τον Ιούνιο του 1957 η Σοφία τελειώνοντας την έκτη τάξη ερμηνεύει το δημοτικό τραγούδι «Γεροδήμος» στην καλοκαιρινή σχολική γιορτή, αποσπώντας το παρατεταμένο χειροκρότημα των συμμαθητών της. Χαμογελούσε και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα τραγουδούσε μπροστά σε κοινό και η τύχη δεν άργησε να έρθει με το μέρος της.
Έξι μήνες μετά στη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα εμφανίστηκε σε πανηγύρι διπλανού χωριού με την ορχήστρα του θείου της Κώστα Κούτρα, που έπαιζε σαντούρι. Ο κόσμος την αποθέωσε! Εκείνο το βράδυ η 13χρονη Σοφία έβγαλε τα πρώτα της χρήματα: 370 δραχμές. «Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Κρατούσα τα χρήματα στη χούφτα μου και, όπως γύρισα πίσω το πρωί, τα έδωσα στον μπαμπά μου. Μεγάλες χαρές στο σπίτι μας. Αγοράσαμε παπούτσια για τα αδέλφια μου και φαγητά για το γιορταστικό τραπέζι. Ο θείος μου κατόπιν με πήρε υπό την προστασία του και ξεκίνησα να τραγουδάω και να πληρώνομαι» λέει η δημοτική αοιδός.
Είναι η εποχή που ο τρόπος αυτός της διασκέδασης ανθεί στην ελληνική επαρχία ενώ το δημοτικό τραγούδι παράλληλα γνωρίζει δόξες και στα περίφημα «στέκια» γύρω από την περιοχή της πλατείας Ομονοίας και όχι μόνο . Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η φήμη της μικρής Σοφίας εξαπλώνεται σε όλη τη Φωκίδα ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αγκαλιάζει και τους γειτονικούς νομούς. Δουλεύει πλέον συστηματικά στα πανηγύρια και σε διάφορα γλέντια, σε γάμους, σε βαφτίσια και γιορτές. Στις αρχές του 1958 τραγουδάει τον «Σελίμπεη» σε ταβέρνα της Ακράτας με το συγκρότημα του Νίκου Καλτσά χαλώντας κόσμο. Εκεί εμφανίζεται και ο Μέγας Γιώργος Παπασιδέρης με το συγκρότημά του και που ως γνωστόν πάντα αποτελούνταν από εξαίρετους οργανοπαίκτες.
Η Σοφία Κολλητήρη παρά την παιδική της ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει πάνω της όλα τα βλέμματα . Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτός ο μεγάλος κι έμπειρος Γιώργος Παπασιδέρης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο ταλέντο της και έδειξε προθυμία να την γνωρίσει καλύτερα. Την φωνή του άκουγε και μελετούσε μέσα από δίσκους γραμμοφώνου αλλά και το ραδιόφωνο και διαμόρφωνε κι εκείνη το ρεπερτόριο της. Έτσι όταν τον συνάντησε στο πανηγύρι της Ακράτας ντρεπόταν ακόμα και να του μιλήσει .Με ευχαρίστηση όμως δέχτηκε τα καλά του λόγια σχετικά με το ταλέντο και τις δυνατότητες που είχε. Δεν είναι μικρό πράγμα σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να σου προτείνει ο Παπασιδέρης να συνεργαστείς μαζί του στο πάλκο και στην δισκογραφία.
Η Κολλητήρη όμως αρνείται τις δελεαστικές του προτάσεις παρ ότι στην ουσία είναι αυτό που επιθυμεί η ίδια καθώς γνωρίζει την αντίδραση των γονιών της. Η αντίθεση της οικογένειάς της κάμπτεται μερικούς μήνες αργότερα όταν ο ίδιος ο Παπασιδέρης αλλά και ο διευθυντής της Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος την καλούν να ηχογραφήσει στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ριζούπολη. Η Σοφία μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο ηχογράφησης αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ηχογραφήσει σε μία μόλις μέρα δώδεκα τραγούδια τα οποία καλύπτουν τις όψεις έξι μικρών δίσκων σαράντα πέντε στροφών οι οποίοι και κυκλοφόρησαν σταδιακά στην αγορά. Λίγες μέρες αργότερα η φωνή της ακούγεται στο ραδιόφωνο και μαγεύει τους ακροατές.
Οι έξι αυτοί οι μικροί δίσκοι σαράντα πέντε στροφών έγιναν ανάρπαστοι κι έτσι η Σοφία με το ντεμπούτο της στη δισκογραφία και παρά τη μικρή της ηλικία καθιερώνεται ως λαοφιλής ερμηνεύτρια του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Η μεγάλη αυτή επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική πλέον παραμονή της στην Αθήνα. Δουλεύει στα καλύτερα δημοτικά κέντρα συνεργαζόμενη με όλους τους κορυφαίους ερμηνευτές και οργανοπαίκτες. Ιστορική θα μείνει η συνεργασία της με τον Γιώργο Κόρο τόσο στην νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην δισκογραφία αλλά και το Στάθη Κάβουρα. Μεγάλες δόξες θα γνωρίσει και στο πλευρό του Δημήτρη Ζάχου.
Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα βρέθηκε να δουλεύει μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα -που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν- στο κέντρο «Κουλουριώτης» στις Τζιτζιφιές. Η ίδια προτίμησε να ασχοληθεί στενότερα με το δημοτικό τραγούδι που την εκφράζει τόσο σαν ρεπερτόριο όσο και σαν τρόπος διασκέδασης αντί να περάσει στο λαϊκό. Βέβαια στην πολύχρονη καριέρα της η Κολλητήρη ερμήνευσε και λαϊκοδημοτικά και τσιφτετέλια που όμως όλα στη βάση τους είχαν στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική. Πάνω σε αυτό το ύφος η συνεργασία της με τον Κώστα Σούκα απέφερε μεγάλους δίσκους τριάντα τριών στροφών που περιείχαν μεγάλα σουξέ .Άλλες σημαντικές συνεργασίες που η ίδια ξεχωρίζει είναι αυτές με τον «πολύ» Στάθη Κάβουρα και τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο. Παράλληλα η Κολλητήρη ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπου υπάρχει Ελληνισμός, όπου και αποθεώθηκε από την ομογένεια και όχι μόνο.»
Στο σημερινό δισκάκι στο κλαρίνο ο Γιάννης Βασιλόπουλος και στο βιολί ο Ηλίας Σούκας. Βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).