Σάββατο 18 Μαΐου 2024

399. RCA VICTOR 51g3780 ΠΑΛΛΑ ΒΟΥΛΑ 1967

Πάλλα Βούλα (Πάλλη Βούλα- Πρωτόπαππα Παρασκευή) RCA VICTOR 51g3780 Μαύρα μάτια στο ποτήρι (Καγκέλι) - Ένας λεβέντης στο Μωρηά (Τσάμικο) 1967- 45rpm- 7''
 
«Η Βούλα (Παρασκευή) Πάλλα (Πρωτόπαππα) γεννήθηκε στον Κόρφο Κορινθίας στις 29 Μαρτίου 1929. Πατέρας της ήταν ο μαραθωνοδρόμος και κωπηλάτης Παναγιώτης Πάλλας και μητέρα της, η Ευαγγελία Παπαδοπούλου. Η Βούλα Πάλλα, είχε και μια αδελφή, τη Φωτεινή.
Το 1932 πέθανε ο πατέρας της σε ηλικία μόλις 29 ετών και η ορφάνια της στιγμάτισε τη ζωή. Τη φροντίδα της οικογένειάς της, ανέλαβε ο αδελφός της γιαγιάς της, από την πλευρά της μητέρας της, που ήταν δικηγόρος.
Μετά από λίγα χρόνια, όταν η Βούλα ήταν 9-10 ετών, «βρέθηκε» μια «καλή» οικογένεια από τις Σέρρες, που ζήτησε να μεγαλώσει τη Βούλα ή την αδελφή της, χωρίς όμως να γίνει υιοθεσία. Η μητέρα της, έδωσε τη μικρή Βούλα. Σύντομα όμως, η οικογένεια από τις Σέρρες, αποδείχτηκε ότι ήθελε απλά τη μικρή για να κάνει τις δουλείες του σπιτιού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, η Βούλα να επιστρέψει στην οικογένειά της.
Για τρία χρόνια έμεινε στη Στιμάγκα Νεμέας, όπου ο θείος της ήταν δασοφύλακας. Έπειτα, μπήκε οικότροφος στη Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά. Όμως η πρώτη βόμβα του πολέμου που έπεσε εκεί, τερμάτισε άδοξα τη φοίτησή της.
Επέστρεψε στον Κόρφο, όπου άρχισε ν’ ασχολείται με αγροτικές εργασίες. Παράλληλα, άρχισε να δείχνει τις ικανότητές της στο τραγούδι. Ο πατέρας της μητέρας της ήταν ιερέας και η Βούλα, πήγαινε στην εκκλησία και έψαλλε, «μπαίνοντας» ασυνείδητα στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής. Παράλληλα τραγουδούσε στο σπίτι της δημοτικά τραγούδια, ενώ το ίδιο έκανε και σε τοπικά πανηγύρια.
Το 1951, η Βούλα Πάλλα, παντρεύτηκε στην Αθήνα τον υδραϊκής καταγωγής Μιχάλη Πρωτόπαππα. Αυτός είναι ο λόγος που σε πολλά τραγούδια που έχει γράψει η ίδια τους στίχους ή και τη μουσική, αναφέρεται ως Παρασκευή Πρωτόπαππα.
Απέκτησε δύο γιους, τον Κώστα και τον Πάνο και ζούσαν μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της στον Βοτανικό. Ο σύζυγός της είχε ένα κατάστημα με ελαστικά αυτοκινήτων στην οδό Χαλκοκονδύλη. Σύντομα, άνοιξαν και δεύτερο κατάστημα τη λειτουργία του οποίου ανέλαβε η Βούλα. Η αδελφή της ανέλαβε το άλλο κατάστημα ελαστικών και ο σύζυγός της άνοιξε πρατήριο βενζίνης.
Το «σαράκι» του τραγουδιού όμως την έτρωγε. Έτσι όταν στο ραδιόφωνο στα τέλη της δεκαετίας του ’50 άκουσε ότι όποιος θέλει, μπορεί να πάει στο εργοστάσιο της Columbia και πληρώνοντας 30.000 δραχμές να γράψει ένα δίσκο με τη φωνή του, μετά από την προτροπή και της μητέρας της, έκανε το μεγάλο βήμα.
Όταν την άκουσαν να τραγουδά οι άνθρωποι της Columbia, έμειναν έκπληκτοι και της είπαν: «Γιατί να μας πληρώσεις αντί να σε πληρώνουμε;» και τη σύστησαν σε κάποιον παραγωγό. Αυτός όμως της ζήτησε «ανταλλάγματα» για τον δίσκο. Η Πάλλα αρνήθηκε και απογοητευμένη αποφάσισε να μην ασχοληθεί πάλι με τη δισκογραφία.
Η μοίρα όμως έπαιξε το δικό της παιχνίδι. Ένα βράδυ πήγε να διασκεδάσει με την παρέα της σε μια ταβέρνα στον Άγιο Μελέτη. Εκεί έπαιζε κιθάρα ο τυφλός μουσικός και «κυνηγός ταλέντων», Στέλιος Χρυσίνης. Όταν πήγε στο τραπέζι της, η Βούλα τραγούδησε. Ο Στελιος Χρυσίνης ενθουσιάστηκε, όμως εκείνη του μίλησε για τη βαθιά απογοήτευση που ένιωθε από την επαφή της με τη δισκογραφία. Τότε, ο Στελιος Χρυσίνης της είπε ότι σε λίγες μέρες θα άνοιγε στην Ελλάδα παράρτημα της εταιρείας δίσκων RCA-Victor και της πρότεινε να συναντήσει τον διευθυντή της τον Γιώργο Ορφανίδη, έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Έτσι κι έγινε. Η Βούλα Πάλλα ζήτησε «να μπαίνει στην εταιρεία και να νιώθει ότι μπαίνει σπίτι της», ενώ ο Χρυσίνης και ο Ορφανίδης της είπαν ότι είναι τραγουδίστρια δίσκων και δεν θα πρέπει να εμφανίζεται σε κέντρα διασκέδασης.
Έτσι, ηχογράφησε με το Τρίο Ατενέ, το πρώτο της τραγούδι, το σατιρικό «Το Καλαθάκι». Το είδος αυτό όμως δεν της ταίριαζε. Στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και ερμήνευσε το «Μαντίλι Καλαματιανό» (1960). Τα επόμενα χρόνια, συνέχισε ηχογραφώντας δημοτικά τραγούδια. Έβλεπε όμως ότι ούτε αυτά την κάλυπταν. Ζήτησε από τους παραγωγούς της RCA Γκι Ζιρό και Άκη Λιμούρη να ερμηνεύσει λαϊκά τραγούδια. Ο Ζιρό ήταν αντίθετος. Τότε η Βούλα Πάλλα έκανε αποχή από την εταιρεία για ένα χρόνο μέχρι να λήξει το συμβόλαιό της..
Ακολούθως, ηχογράφησε κάποια τραγούδια στην εταιρεία ΝΙΝΑ ανάμεσά τους και το πρώτο ινδοπρεπές, με τίτλο «Αγάπη τόσο όμορφη». Ο Γ. Ορφανίδης την αναζήτησε και της πρότεινε να επιστρέψει στην RCA. Εκείνη απάντησε ότι θα επέστρεφε μόνο αν ερμήνευε λαϊκά τραγούδια. Ο Ορφανίδης απόρησε και την ρώτησε αν πίστευε τόσο πολύ ότι θα είχε επιτυχία στο λαϊκό τραγούδι. «Ναι, το πιστεύω» του απάντησε. Και επειδή οι παραγωγοί της εταιρείας δεν της παραχωρούσαν τους δικούς τους μουσικούς, είπε στον Ορφανίδη ότι θα πλήρωνε η ίδια τα «όργανα» που θα τη συνόδευαν. Η συμφωνία έκλεισε με ένα συμβόλαιο που της παραχωρούσε πολύ υψηλά ποσοστά από τις πωλήσεις των δίσκων, μεγαλύτερα κι από καταξιωμένους συναδέλφους της εκείνη την εποχή.
Έχοντας για συνεργάτες της τον αξέχαστο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού (και συνθέτη), Στέλιο Ζαφειρίου, τον μεγάλο ακορντεονίστα Λάζαρο Κουλαξίζη κ.ά., ηχογράφησε τα δύο πρώτα της τραγούδια, που ήταν διασκευές ινδικών τραγουδιών: «Γύρισε πάλι κοντά μου» και «Αγάπη μου». Το «Αχ!», της Βούλας Πάλλα, που ακούγεται στην αρχή του τραγουδιού, ανέδειξε τη σπουδαία, ξεχωριστή φωνή και ενθουσίασε τον κόσμο αλλά και τον Γ. Ορφανίδη που είδε τον δίσκο της να σημειώνει σημαντικές πωλήσεις και της ζήτησε να συνεχίσει να ερμηνεύει παρόμοια τραγούδια.
Η Βούλα Πάλλα, συνέχιζε ερμηνεύοντας διασκευές ινδικών τραγουδιών του μεγάλου συνθέτη Ali Naushad, σε συνεργασία με τον Νάκη Πετρίδη. Τα τραγούδια που ερμήνευε, είχαν πάντα την προσωπική της σφραγίδα.
Το 1965, γνώρισε τεράστια επιτυχία με τραγούδια «Η Παντρεμένη» (“Σήμερα Πήρα Είδηση”), σε δικούς της στίχους και μουσική και «Συγχώρα με», επίσης σε δική της μουσική και στίχους (σε κάποιες πηγές αναφέρεται ως στιχουργός ο Κώστας Καρουσάκης). Οι επιτυχίες της Βούλας Πάλλα, διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα περισσότερα τραγούδια, είναι δικές της δημιουργίες.
Ερμήνευσε όμως και τραγούδια όπως το «Αθώο Φιλί»(Χ. Νικολόπουλος – Πυθαγόρας) και «Μ’ Άφησες ένα Δειλινό» (Θ. Δερβενιώτης – Γ.Σαμολαδάς). Ερμήνευσε ακόμα και δύο τραγούδια του μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος ζήτησε, απ’ όλες τις τραγουδίστριες της RCA, να τα ερμηνεύσει η Βούλα Πάλλα! Πρόκειται για τα: «Απάνω στο Τιμόνι» και «Γύρισε Ξανά». Οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στον σπουδαίο Κώστα Γεωργουσόπουλο! Τραγούδια της ακούγονται στις ταινίες «Βάνα», «Χωρισμός» και «Γιατί με πρόδωσες». Το 1967-68 γνωρίζει τεράστια επιτυχία, ερμηνεύοντας το παραδοσιακό τραγούδι «Μαύρα μάτια στο ποτήρι», που παλιότερα είχε τραγουδήσει Ο Τάκης Καρναβάς. Τότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην τηλεόραση. Συγκεκριμένα, τραγούδησε ζωντανά στην εκπομπή του Όμηρου Αθηναίου, στην, αλήστου μνήμης, ΥΕΝΕΔ
Αν και της ζητούσαν να εμφανιστεί και σε νυχτερινά κέντρα, δίσταζε. Το 1970 όμως ενέδωσε. Δεν τραγούδησε όμως στην Ελλάδα, αλλά στον Καναδά! Ξεκίνησε από το Τορόντο και το κέντρο «Λίντο Πλάκα» και συνέχισε στο Μόντρεαλ, τη Νέα Υόρκη και έπειτα στην Αυστραλία: Σίδνεϊ, Μελβούρνη κλπ. Οι ομογενείς, Έλληνες και Κύπριοι, την αποθέωναν σε κάθε της εμφάνιση. Αντίθετα στην Ελλάδα, η Βούλα Πάλλα εμφανίστηκε «ζωντανά», λιγότερες από 20 φορές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Παρόλο ότι γνώριζε αποθέωση σε κάθε της εμφάνιση, το κλίμα των νυχτερινών κέντρων δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της.
Η Βούλα Πάλλα, αν και δεν έκανε καταχρήσεις, είχε εύθραυστη υγεία. Είχε υποβληθεί σε 15 διαφορετικές χειρουργικές επεμβάσεις. Το 1979 εκδηλώθηκε στη Βούλα Πάλλα καρκίνος στο παχύ έντερο. Το καλοκαίρι του 1980 πήγε στην Αμερική όπου νοσηλεύτηκε για ένα διάστημα στο νοσοκομείο «Mount Sinai», αφού πρώτα εκπλήρωσε μια τελευταία της επιθυμία, να τραγουδήσει για τους ομογενείς στο κέντρο «Τσολιάς».
Η Βούλα Πάλλα έφυγε από κοντά μας την Πέμπτη 28 Αυγούστου 1980, στην κλινική «Καλός Σαμαρείτης» στην Αθήνα και κηδεύτηκε στην γενέτειρά της, στον Κόρφο Κορινθίας. Την επόμενη μέρα, σε λίγες αράδες, οι εφημερίδες έγραψαν: «Πέθανε χθες η ερμηνεύτρια ινδικών τραγουδιών Βούλα Πάλλα» («Βραδυνή», «Πρωινή Ελευθεροτυπία» κ.ά.). Και όμως, η Βούλα Πάλλα δεν ήταν μια απλή τραγουδίστρια ινδικών τραγουδιών, αλλά μία από τις μεγαλύτερες γυναικείες φωνές της Ελλάδας που, ίσως και για δικούς της λόγους, δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε και δεν ερμήνευσε τα «μεγάλα» τραγούδια που θα μπορούσε.
Όπως αναφέραμε, η Βούλα Πάλλα ερμήνευσε πολλά τραγούδια Ινδών συνθετών, κυρίως του Ali Naushad. Ποτέ δεν το αρνήθηκε και πάντοτε φρόντιζε να αναφέρονται στους δίσκους τα ονόματα των συνθετών. Όμως, τη δεκαετία του ’60, έγινε ένας πραγματικός χαμός με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή» τραγούδια. Επρόκειτο για τραγούδια Ινδών συνθετών που, είτε ακριβώς ίδια, είτε διασκευασμένα, «ντύνονταν» με ελληνικούς στίχους και παρουσιάζονταν εξ ολοκλήρου ως ελληνικά.
Όλα ξεκίνησαν το 1960, με την προβολή της ταινίας «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα», με πρωταγωνίστρια τη Ναργκίς. Η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ατέλειωτες ουρές έξω από τους κινηματογράφους. Ο εισαγωγέας της Γιώργος Χαραλαμπίδης, ανέφερε μάλιστα ότι έγινε ειδική προβολή για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον κινηματογράφο «Άστυ»! Τα επόμενα χρόνια, προβλήθηκαν στη χώρα μας 111 ινδικές ταινίες, στις οποίες ακούγονται και πολλά τραγούδια. Ορισμένοι συνθέτες πήγαιναν στις προβολές των ταινιών με ένα μαγνητόφωνο και ηχογραφούσαν τα τραγούδια. Στη συνέχεια, αφού βέβαια τα «έγραφαν» με Έλληνες μουσικούς και άλλαζαν τους ινδικούς στίχους με ελληνικούς, τα πήγαιναν στις εταιρείες για να κυκλοφορήσουν σε δίσκους.
Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του ο αξέχαστος Γιάννης Παπαϊωάννου, μία φορά, δύο συνθέτες πήραν την ίδια ινδική μουσική και αφού πρόσθεσαν στίχους, διαφορετικούς ο καθένας βέβαια, πήγαν σε στούντιο εταιρείας, για ηχογράφηση. Εκεί φυσικά, έγινε αντιληπτή η λαθροχειρία και οι συνθέτες εκτέθηκαν. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, αναφέρει ένα παρόμοιο περιστατικό, με τρεις όμως συνθέτες! Αυτά όμως, δεν «βγήκαν» ποτέ προς τα έξω. Ο μεγαλύτερος κατήγορος των «διασκευαστών», ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης. Σε μια σειρά συνεντεύξεων του στο «Ντομινό», το 1967, ήταν καταιγιστικός. «Τα 9/10 των Ελλήνων συνθέτων λαϊκής μουσικής αντιγράφουν σήμερα τις μελωδίες τους. Αντιγράφουν όλα τα μοτίβα που ακούνε: ινδικά, αιγυπτιακά, τούρκικα, κινέζικα. Αλήθεια, τώρα αντιγράφουν και τα κινέζικα».»
Στη σημερινή ανάρτηση δυο δημοτικά τραγούδια με την εκλεπτυσμένη φωνή της Βούλα Πάλλα. Στο καγκέλι είναι εξαιρετική, στο τσάμικο από την άλλη θέλει λίγο ¨τσαγανό¨. Τώρα όσον αφορά τα ινδικά και τις διασκευές θυμάμαι τα λόγια του Μουντόκωστα όταν γύρισε από την ανατολή, αφουγκράζομαι τον Ross Daly και την Μαρίνα (της eurovision ντε) και φυσικά τον τεράστιο Τσιτσάνη.
Να ευχαριστήσω τον Βασίλη Χατζηαντωνίου (greekdiscography) για τις φωτογραφίες της Πάλλα και ειδικά για αυτή που τραγουδάει ζωντανά. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

398. PAN-VOX PAN 6488 ΚΩΣΤΑΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1972

Κώστας Αλέκος- Σούκας Βασίλης PAN-VOX PAN 6488 Απ΄τα μέρη της Ηπείρου - Θα ρίξω μάγια στο νερό 1972- 45rpm- 7''
 
Ο δημοφιλής τραγουδιστής της Ηπείρου Αλέκος Κώστας που στη δεκαετία του ’70 γνώρισε μεγάλες επιτυχίες, είχε γεννηθεί στα Δεσποτικά Πρέβεζας (Βλάντα) και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το δημοτικό τραγούδι από το 1965. Είχε εργαστεί στα για πολλά χρόνια με το Βασίλη Σούκα στον ”Πετροκότσιφα” (Γλυκοχαράματα) στο “Ελληνικό Χωριό” κ’α.
Από τα πιο γνωστά του τραγούδια που διαφημίζονταν από την τότε δισκογραφική MUSIC BOX είναι: ”Ο κουμπάρος και η κουμπάρα”, ‘Σταμάτα Χάρε τ’ άλογο”, ”Έμαθα πως παντρεύεσαι”, ”Άλλαξες πολύ κυρά μου”,
Λενιώ μου μη με λησμονείς”, ”Γειτονοπούλα μου μικρή”, ”Μικρό παιδί ξεκίνησα”, ”Φίλε μου πες μου γιατί κλαις”. ”Λιώσανε τα χιόνια”, ”Πολλούς γιατρούς εγύρισα”, ”Παραθυράκι άνοιξε”, Τώρα που το θυμήθηκες.”. Ο Αλέκος Κώστας έφυγε από κοντά μας το 2021.
Ο Βασίλης Σούκας γεννήθηκε το 1931 στο Κομπότι Άρτας. Από μικρό παιδί ξεχώρισε για τις επιδόσεις του σε διάφορα μουσικά όργανα και τελικά καταστάλαξε στο κλαρίνο. Πηγαίος μουσικός, με δική του έντονη προσωπικότητα, ύφος και χαρακτήρα αναδείχτηκε γρήγορα ως πρωταγωνιστής στα πανηγύρια και την δισκογραφία όπου συμμετείχε ως εκτελεστής και συνθέτης. Από τα τέλη του ’50 που ρίζωσε στην Αθήνα δούλεψε σε όλα τα φημισμένα δημοτικά κέντρα που ανθούσαν στην ευρύτερη περιοχή και σύντομα απέκτησε δική του στέγη στην διασκέδαση, τα Γλυκοχαράματα (πρώην Πετροκότσυφας) όπου για χρόνια ήταν επικεφαλής ενός λαμπρού επιτελείου που απαρτιζόταν από τους Τάκη Καρναβά -μνημειώδης η σύμπραξή τους-, Γιούλα Κοτρώτσου, Αλέκο Κώστα, Σοφία Παπακώστα, Θανάση Βαρσαμά κ.ά.
Παράλληλα ο Βασίλης Σούκας από τα μισά του ’60 μέχρι και τα πρώτα χρόνια του ’80 διετέλεσε μαέστρος στην Pan-Vox του Μαρτέν Γκεσάρ όπου ηχογράφησε παραδοσιακά και καινούργια τραγούδια με κλασικούς εκπροσώπους του δημοτικού τραγουδιού αλλά και ανερχόμενους αστέρες του είδους που μοιραία αναπτύχθηκε, το λεγόμενο λαϊκοδημοτικό, το οποίο αναμφίβολα σε ορισμένες περιπτώσεις στιγματίστηκε από ακρότητες και φτήνιες αλλά σε πολλές άλλες στιγμές απέφερε αληθινά διαμάντια. Τα παιξίματα, οι ενορχηστρώσεις αλλά και οι νέες συνθέσεις του Σούκα έχουν πάντα την αύρα του χαρισματικού εκτελεστή, του ανθρώπου που γνωρίζει την παράδοση από πρώτο χέρι και το χώρο που κινείται και ξέρει να κατευθύνει υποδειγματικά τους υπόλοιπους συντελεστές.
Να σημειωθεί ότι ο Βασίλης Σούκας μέχρι και το πρόωρο φινάλε του στις 28 Ιουνίου 1993 παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, μπήκε στην διαδικασία σε μεγάλη ηλικία να διδαχθεί βυζαντινή μουσική (γραφή και ανάγνωση) υπό τον ιεροψάλτη μουσικοδιδάσκαλο Βασίλη Κατσιφή και ήταν ανοιχτός σε ετερόκλητες φαινομενικά συνεργασίες με τον Κυριάκο Σφέτσα, τον Νίκο Τουλιάτο, τον Ros Dally κ.ά. σε έργα εκτός της πεπατημένης, ορισμένα εκ των οποίων παρουσιάστηκαν στο Μέγαρο Μουσικής με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον σολίστα και δημιουργό.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

397. POLYGRAM 91063 ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ- ΑΜΑΡΓΙΑΝΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΠΕΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΠΕΡΣΕΛΗΣ ΗΛΙΑΣ- ΠΕΡΣΕΛΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΠΕΡΣΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΖΩΓΡΑΦΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ- ΦΑΡΑΓΚΟΥΛΙΤΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΦΑΛΝΤΑΙΝΑ- ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΓΕΥΓΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΛΙΑΒΑΣ ΛΑΜΠΡΟΣ 1987

Αμαργιανάκης Γιώργος- Περάκης Νίκος- Στεφανίδης Νίκος- Περσέλης Ηλίας- Περσέλης Νίκος- Περσέλης Γιώργος- Ζωγραφίδης Αντώνης- Φαραγκουλιτάκης Μανώλης (Μπαξές)- Αλεξάνδρου Φαλνταίνα- Καλαϊτζής Νίκος- Γευγελής Γιώργος- Λιάβας Λάμπρος POLYGRAM 91063 Ο Επιτάφιος του Σεικίλου- Ερωτόκριτος- Νησιώτικος συρτός- Σούστα Κάσου- Αποκριάτικος χορός- Χορός Μαλεβιζιώτης-  Νανούρισμα Σκύρου- Ρεμπέτικο Σμύρνης/Μυτιλήνης 1987- 45rpm- 7''

«Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης γεννήθηκε το 1923 κι έζησε στα Βορίζα, στις πρόποδες του Ψηλορείτη. Ήταν αυτοδίδαχτος δεξιοτέχνης. Στα όρη παρακολουθούσε τους παλαιότερους βοσκούς κι έτσι έμαθε μόνος να παίζει και να κατασκευάζει χαμπιόλια, ασκομαντούρες και άλλα πνευστά όργανα σε ηλικία δώδεκα χρονών. Στην βούργια είχε το βιβλίο με τον Ερωτόκριτο και τον διάβαζε, όση ώρα δεν τον απασχολούσε η βοσκική τέχνη ή δεν έπαιζε μουσική. Του Βικέντιου Κορνάρου, όπως έλεγε. Απάγγειλε, έπαιζε θιαμπόλι και τραγουδούσε στο χείλος του φαραγγιού, που απαντούσε από τα βάθη του.
Εκεί, στα βουνά έμαθε να ξομπλιάζει τις ασκομαντούρες με τον σουγιά και να κάνει ξόμπλια στα ξύλα. Σκάλιζε πετσετοθήκες , πιατέλες κι άλλα ξυλόγλυπτα. Αργότερα σε ηλικία εβδομήντα και πλέον χρονών, παράδωσε μαθήματα για ξόμπλια σε παιδιά, συμμετέχοντας στα προγράμματα της λαϊκής επιμόρφωσης.
Σαν βοσκός στα βουνά έψαχνε κορυφές για να παίζει. Του άρεσε να παίζει στη σιγαλιά της νύχτας, στο μελωδικό και «νόστιμο» χαμπιόλι με τα επτά πατήματα, πολλώ λογιώ σκοπούς και κοντυλιές, συρτά, ριζίτικα τραγούδια και μελωδίες του Ερωτόκριτου. Με την ασκομαντούρα έπαιζε κοντυλιές, πεντοζάλια και πηδηχτούς χορούς.
Χρησιμοποιούσε ακόμη χαμπιόλι με μονό και λιανό καλάμι και γλώσσα, που του έδινε την δυνατότητα να παίζει περισσότερες κοντυλιές από την ασκομαντούρα. Ο Μανώλης Φαραγκουλιτάκης θυµάται: «Τα παλιά είχανε πέντε τρύπες. Εγώ ήµαθα µε πέντε. Αλλά τη Κατοχή µέσα ήταν ένα παιδί απ’ τη Μιαµού, απ’ τ’ Αστερούσια, και έπαιζε. Το γνώρισα στ’ αεροδρόµιο απού φτιάχνανε οι Γερµανοί στο Ντυµπάκι. Ήταν εκειά χιλιάδες κόσµος κι εδούλευγε. Ήτανε στα σύρµατα. Κι εγλεντίζανε κάθ’ αργά οι αθρώποι, είντα ’θελα κάµουνε; και τον είδα εκειά και τον άκουσα µια φορά κι έπαιζε µε εφτά τρύπες, όπως είν’ αυτό ακριβώς. Εγώ εβάστουν ένα µε πέντε. Και µου λέει: “Κουµπάρε Μανώλη, να σάξεις ένα µε εφτά πού ’χει πιο πολλά πατήµατα και παίζεις άνετα οτιδήποτε κοντυλιά και να ’ναι”. Αυτός ήτανε πιο μεγάλος από µένα, λεγότανε Χαρίδηµος Γερµανάκης.»
Του Μπαξέ του άρεσαν οι καλές παρέες στα όρη και στα γλέντια στα χωριά, σε γάμους, βαπτίσεις και πανηγύρια. Αργότερα συνεργάστηκε στη δισκογραφία, σε γλέντια και σε μουσικές περιοδείες με τον Ψαραντώνη, τους Σταυρακάκηδες , τους αδελφούς Στιβακτάκη, με τον Ross Daly, τον Ψαρογιώργη, τον Σγουρό κ.α. Διασκεύασε πολλές μελωδίες για πνευστά όργανα και διέσωσε τεχνικές σε μια εποχή που αυτά τα όργανα απειλήθηκαν με εξαφάνιση. Ήταν γλυκύτατος και ευγενικός άνθρωπος, ευρηματικός και παρατηρητικός, με δικά του αυστηρά κριτήρια κι αυτά τον χαρακτήριζαν και στο παίξιμο του. Αγαπούσε τους καλούς ανθρώπους και απεχθανόταν τα « παράσιτα» που δεν κάνουν καλή παρέα, όπως έλεγε. Έφυγε από κοντά μας το 2004.
Σήμερα σώζεται μία ασκομαντούρα του Μπαξέ σε ιδιωτική συλλογή στο Ηράκλειο και είναι ένα κομψοτέχνημα αφού είναι χειροποίητη από τον ίδιο, με απίστευτης τέχνης σκαλίσματα στα ξύλινα της μέρη, όπως επίσης σώζεται ένα διπλό φιαμπόλι με την ίδια τεχνική στα σκαλίσματα.»
Ο Λάμπρος Λιάβας είναι αναπληρωτής καθηγητής εθνομουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, Eθνολογία Ν.Α Ευρώπης και Εθνομουσικολογία στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι, πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Ελληνικό Ωδείο και με τον Γιάννη Ιωαννίδη, βυζαντινή και δημοτική μουσική με τον Σίμωνα Καρά. Είναι πρόεδρος του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φ. Ανωγειανάκη - Κέντρου Εθνομουσικολογίας. Έχει πραγματοποιήσει επιτόπιες έρευνες και μουσικές καταγραφές σ’ όλη την Ελλάδα και στα Ελληνόφωνα χωριά της Κ. Ιταλίας.
Έχει επιμεληθεί βιβλιογραφικές και δισκογραφικές εκδόσεις, ταινίες ντοκιμαντέρ, εκθέσεις, συνέδρια, φεστιβάλ και συναυλίες παραδοσιακής μουσικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει ασχοληθεί με οργάνωση αρχείων, μουσικοκριτική και παραγωγή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών για την ελληνική μουσική. Στο θέατρο έχει ασχοληθεί με την έρευνα, συγγραφή κειμένων, μουσική και σκηνοθετική επιμέλεια σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, μουσικού θεάτρου και σύγχρονου χορού.
Στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η ελληνική δημοτική μουσική (με έμφαση στα επιμέρους τοπικά ιδιώματα και στα λαϊκά μουσικά όργανα), η αστική λαϊκή μουσική (ρεμπέτικο, θέατρο σκιών) και το νεότερο ελληνικό τραγούδι.
Από το 1992 διδάσκει στο Τ.Μ.Σ. τα μαθήματα: "Εισαγωγή στην ελληνική δημοτική μουσική", "Αστική λαϊκή μουσική" και "Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα" καθώς και τα σεμινάρια: "Μεθοδολογία της επιτόπιας εθνομουσικολογικής έρευνας", "Μουσική στο θέατρο σκιών" και "Ιστορική ανασκόπηση του νεότερου ελληνικού τραγουδιού". Επίσης, διδάσκει στο Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μουσική Κουλτούρα και Επικοινωνία. Ανθρωπολογικές και επικοινωνιακές προσεγγίσεις της μουσικής το μάθημα: "Μουσική και πολιτιστική διαχείριση".
Το σημερινό δισκάκι έρχεται σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης και τον σχολιασμό του Λάμπρου Λιάβα για το τραγούδι του Φουσταλιέρη ¨Όσο βαρούν τα σίδερα¨. ¨Μουσικές στο Αιγαίο¨ ένα βιβλίο με ένθετο δίσκο το σημερινό 45άρι βινύλιο (κάπου διάβασα ότι κυκλοφόρησε και cd), του 1987, σε επιμέλεια Λάμπρου Λιάβα και εκδότη το Υπουργείο Πολιτισμού-Υπουργείο Αιγαίου, με την Μελίνα Μερκούρη να το προλογίζει. Οι μουσικοί και τα περιεχόμενα (παρακάτω) τα χρωστάμε στον Βασίλη Χατζηαντωνίου:

Α' όψη 1. Ο Επιτάφιος του Σεικίλου τραγ. Γιώργος Αμαργιανάκης (1982) 2. Ερωτόκριτος τραγ.-νταουλάκι.Νίκος Περάκης. (1984) 3. Νησιώτικος συρτός. Κανονάκι Νίκος Στεφανίδης (1965) 4.Σούστα Κάσου Λύρα Ηλίας Περσελής Βιολί. Νίκος Περσελής Λαούτο.Γιώργης Περσελής (1984) 5. Αποκριάτικος χορός. Τσαμπούνα Αντώνης Ζωγραφίδης, Λύρα Μιχάλης Ζωγραφίδης (1984)

Β.όψη. 1. Χορός μαλεβιζιώτης Θιαμπόλι Γ.Φραγκουλιτάκης (1984) 2. Νανούρισμα Σκύρου. Φαλνταίνα Αλεξάνδρου (1986) 3. Ρεμπέτικο Σμύρνης-Μυτιλήνης Τραγούδι-Σαντούρι Νίκος Καλαιτζής, τουμπερλέκι Γιώργος Γευγελής (1985)

Βιογραφικά στοιχεία για τους καλλιτέχνες (και ειδικά για τον Γιώργο Αμαργιανάκη) θα συμπληρωθούν σιγά σιγά.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).