Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

355. FIDELITY 2105010 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1970

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Τσαγκαράκης Γιώργος FIDELITY 2105010 Η φλυτζανού (Μαντινάδες) - Βαρύς καϋμός ο χωρισμός (Συρτός Καμαριανός) 1970- 45rpm- 7''
Ένας από τους κορυφαίους και καταξιωμένους νεότερους συνθέτες και στιχουργούς της Κρητικής μουσικής είναι ο Μιχάλης Τζαγκαράκης. Κατάγεται από οικογένεια μουσικών αφού και τα 3 αδέλφια του (Δημήτρης, Στέλιος, Γιώργος- βλέπε και αναρτήσεις 34, 46, 117, 224 και 225) είναι λαμπροί καλλιτέχνες. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Ηρακλή Τζαγκαράκη που ήταν ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του, έμαθε λύρα.
Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τις Καμάρες. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης γεννήθηκε στο Αποίνι το 1945 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα χωριά του Ηράκλειου που τότε σε όλα τα καφενεία του χωριού γίνονταν και ένα γλέντι και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός. Έπαιζαν μόνο οι πιο αναγνωρισμένοι λυράρηδες και δεν μπορούσε εύκολα να διακριθεί. Η διάκριση του ήρθε όταν σε ένα γλέντι, στην Τουρλωτή, αυθόρμητα, αυτοσχεδίασε την πρώτη του σύνθεση το τραγούδι "Κουτσομπόλες". Ο ενθουσιασμός, τα χειροκροτήματα και το κέφι του κόσμου, όχι μόνο τον συγκίνησαν αλλά άλλαξαν εντελώς την καλλιτεχνική πορεία της ζωής του. Άρχισε να συνθέτει τραγούδια που έδιναν χαρά, γέλιο και κέφι στον κόσμο.
Με συνεργάτες τα αδέρφια του Δημήτρη και Γιώργο Τζαγκαράκη και με άλλους καλούς λαουτιέρηδες, Κ. Κατσουλίερη και Γ. Ξυλούρη, ξεσήκωνε τον κόσμο και χάρη στο ταλέντο της σύνθεσης και της ποίησης που είχε, ο κόσμος τον αγάπησε, τον ξεχώρισε και πολύ γρήγορα έγινε γνωστός σε όλη τη Κρήτη, χωρίς να έχει γράψει τα τραγούδια του σε δίσκο. Η Κρητική μουσική, την εποχή εκείνη ακούγονταν μόνο στα χωριά. Το μοναδικό κέντρο στο Ηράκλειο που είχε Κρητικό πρόγραμμα ήταν το Λιμενικό περίπτερο, και ήταν πολύ τιμητικό για το Μιχάλη Τζαγκαράκη που επέλεξαν εκείνον, να παίζει λύρα κάθε βράδυ, με λαουτιέρη το Δ. Φουκάκη. Το 1964 έγραψε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών " Α' πλευρά- Ξενιτεμένο μου πουλί, Β πλευρά-Χωριανοί χωριανοί", ενώ δεν είχε πάει ακόμα φαντάρος. Στο στρατό υπηρέτησε στο Πυροβολικό το 1965-1967. Εκείνη την εποχή, απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ψυχαγωγεί με τη λύρα και τα τραγούδια του, αξιωματικούς και φαντάρους, γράφει το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι", παίζει στη λέσχη αξιωματικών, σε γιορτές που διοργανώνουν οι αξιωματικοί στο Αίγιρο και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής, προβάλλοντας τη μουσική παράδοση της Κρήτης. 
Το 1967 απολύθηκε από το στρατό. Εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο, υπήρχαν μόνο δυο κέντρα. Ο Ερωτόκριτος και η Καλλιθέα και κάθε σαββατοκύριακο έπαιζε και διαφορετικό συγκρότημα. Κάθε φορά που έπαιζε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης τα κέντρα ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Αυτό ήταν η αιτία που οι ιδιοκτήτες του κέντρου Καλλιθέα, του ζήτησαν μόνιμη συνεργασία. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, στο κέντρο αυτό, με συνεργάτες του τα αδέλφια του Δημήτρη και Γιώργο και το Ζαχαρία Σμπώκο, βοηθώντας έτσι την πορεία και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. 
Την ίδια εποχή ξεκίνησε και μια νέα καλλιτεχνική καριέρα για τον Μιχάλη Τζαγκαράκη, γράφοντας τα τραγούδια του σε δίσκους 45 στροφών. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Κρήτης. Προτάσεις γίνονται και από το εξωτερικό από Κρητικό σύλλογο της Καλιφόρνιας για μόνιμη εγκατάσταση. 
Το 1970 σταμάτησε από το κέντρο Καλλιθέα για ένα χρόνο. Τη περίοδο αυτή συνεργάστηκε και με το Νίκο Ξυλούρη στο κέντρο Ραφίνα και Ερωτόκριτο.
Το 1971 συνεργάστηκε πάλι με το κέντρο Καλλιθέα, με συνεργάτες τα αδέλφια του Στέλιο και Γιώργο.
Το 1972 ανοίγει το δικό του κέντρο την Ξαστεριά, χωρητικότητας 1000 ατόμων, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια της δικτατορίας για το όνομα του κέντρου και τις αντιστασιακές μαντινάδες που έλεγε.  Ανανεώνει το κρητικό πρόγραμμα της "Ξαστεριάς" και συνεργάζεται με αξιόλογους καλλιτέχνες όπως το μεγάλο Κώστα Μουντάκη, τον Βασίλη Νιράκη(Μπακαλιάρος), τον Γιώργο Ταμιωλάκη, τον Λαρετζάκη, τον Αντώνη Βαφάκη, τον Κώστα Γαρυφαλάκη, τον Γιάννη Δερμιτζάκη και τον Ζαχαρία Μελεσανάκη.
Πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ντέμης Ρούσος, η 'Αννα Καλουτά, η Έρικα Μπρόγιερ, ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και η ηθοποιός Δώρα Σιτζανη με το μεγάλο συνθέτη Μάνο Λοΐζο (ήταν φίλοι και κουμπάροι του), επισκέπτονταν την Ξαστεριά και η κοσμοσυρροή ήταν πρωτοφανής.
Γι αυτό το λόγο ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ανοίγει και δεύτερο κέντρο τον Ερωτόκριτο με συνεργάτη το Βασίλη Νιράκη. Η φιλία που έδενε το Μιχάλη Τζαγκαράκη με το Μάνο Λοΐζο ήταν μεγάλη. Ετοιμάζονταν να συνεργαστούν και να γράψουν ένα δίσκο με έντεχνα Κρητικά τραγούδια. Στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου και της Δώρας Σιτζανη, παρουσία του διευθυντή της ΜΙΝΟΣ ΜΑΤΣΑΣ, κου Αχιλλέα Θεόφιλου, συζήτησαν για την επικείμενη συνεργασία. Ο Μάνος Λοΐζος ζητά από το Μιχάλη Τζαγκαράκη να εγκατασταθεί στην Αθήνα για ένα χρόνο, για πρόβες και ηχογραφήσεις, πράγμα δύσκολο για το Μιχάλη, γιατί έπρεπε να κλείσει τα δυο κέντρα που διατηρούσε στο Ηράκλειο.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

354. PAN-VOX PAN 6383 ΚΟΥΡΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΔΗΜΟΥ ΘΩΜΑΣ 1971

Κούρτης Γεώργιος- Σούκας Βασίλης- Δήμου Θωμάς PAN-VOX PAN 6383 Η πέρδικα (Μοιρολόϊ Ηπειρώτικο) - Είμαι γνήσιος Ηπειρώτης (Συρτός Πωγωνίσιος) 1971- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Κούρτης από το Πόποβο Θεσπωτίας (βλέπε και ανάρτηση 85), με πάνω από 50 χρόνια προσφοράς στην παράδοση της Ηπείρου. Βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα βρω. Δισκογραφικά έχει αρκετά 45-άρια και πολλά LP στο ενεργητικό του. Το σημερινό 45-άρι, είναι από τα πρώτα του βήματα στην δισκογραφία και την Ηπειρώτικη μουσική.
Ο Βασίλης Σούκας γεννήθηκε το 1931 στο Κομπότι Άρτας. Από μικρό παιδί ξεχώρισε για τις επιδόσεις του σε διάφορα μουσικά όργανα και τελικά καταστάλαξε στο κλαρίνο. Πηγαίος μουσικός, με δική του έντονη προσωπικότητα, ύφος και χαρακτήρα αναδείχτηκε γρήγορα ως πρωταγωνιστής στα πανηγύρια και την δισκογραφία όπου συμμετείχε ως εκτελεστής και συνθέτης. Από τα τέλη του ’50 που ρίζωσε στην Αθήνα δούλεψε σε όλα τα φημισμένα δημοτικά κέντρα που ανθούσαν στην ευρύτερη περιοχή και σύντομα απέκτησε δική του στέγη στην διασκέδαση, τα Γλυκοχαράματα (πρώην Πετροκότσυφας) όπου για χρόνια ήταν επικεφαλής ενός λαμπρού επιτελείου που απαρτιζόταν από τους Τάκη Καρναβά -μνημειώδης η σύμπραξή τους-, Γιούλα Κοτρώτσου, Αλέκο Κώστα, Σοφία Παπακώστα, Θανάση Βαρσαμά κ.ά.
Παράλληλα ο Βασίλης Σούκας από τα μισά του ’60 μέχρι και τα πρώτα χρόνια του ’80 διετέλεσε μαέστρος στην Pan Vox του Μαρτέν Γκεσάρ όπου ηχογράφησε παραδοσιακά και καινούργια τραγούδια με κλασικούς εκπροσώπους του δημοτικού τραγουδιού αλλά και ανερχόμενους αστέρες του είδους που μοιραία αναπτύχθηκε, το λεγόμενο λαϊκοδημοτικό, το οποίο αναμφίβολα σε ορισμένες περιπτώσεις στιγματίστηκε από ακρότητες και φτήνιες αλλά σε πολλές άλλες στιγμές απέφερε αληθινά διαμάντια. Τα παιξίματα, οι ενορχηστρώσεις αλλά και οι νέες συνθέσεις του Σούκα έχουν πάντα την αύρα του χαρισματικού εκτελεστή, του ανθρώπου που γνωρίζει την παράδοση από πρώτο χέρι και το χώρο που κινείται και ξέρει να κατευθύνει υποδειγματικά τους υπόλοιπους συντελεστές.
Η συνεργασία του με τον πολύ καλό ουτίστα και ερμηνευτή Νίκο Σαραγούδα απέφερε μεγάλα σουξέ όπως η περίφημη Σκανδαλιάρα το 1967 σε στίχους Γιώργου Πολύζου, Καθρέπτη θα σπάσω κ.ά. Το ίδιο συνέβη και με τον Γιώργο Κούρτη απ’ το Πόποβο Θεσπρωτίας με τον Ντελή παπά λεβέντη το 1973, Σε περιμένω να φανείς κ.ά. Με τον Θανάση Βαρσαμά από το Σταυρό Φθιώτιδος ο Σούκας συνεργάστηκε στενά στα Γλυκοχαράματα την περίοδο 1973 – 1976, όπου τότε ήταν ένας από τους ανερχόμενος δυναμικά ερμηνευτές του είδους, με αποτέλεσμα και αρκετά δισκογραφικά σουξέ. Αναλόγως κινήθηκε ο Σούκας και με γνωστούς επαγγελματίες όπως ο Χρήστος Φωτίου από το Αθαμάνειο Άρτας, ο Παναγιώτης Αθανασίου από το Άνω Κοτσανόπουλο Πρεβέζης που με τη σύζυγό του Παγώνα Χαλκιά αποτέλεσαν ντουέτο, τον Λειβαδιώτη Κώστα Πισίνα, την Βάσω Χαρακίδα από την Ναύπακτο και τον Κώστα Μεντζελόπουλο.
Να σημειωθεί ότι ο Βασίλης Σούκας μέχρι και το πρόωρο φινάλε του στις 28 Ιουνίου 1993 παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, μπήκε στην διαδικασία σε μεγάλη ηλικία να διδαχθεί βυζαντινή μουσική (γραφή και ανάγνωση) υπό τον ιεροψάλτη – μουσικοδιδάσκαλο Βασίλη Κατσιφή και ήταν ανοιχτός σε ετερόκλητες φαινομενικά συνεργασίες με τον Κυριάκο Σφέτσα, τον Νίκο Τουλιάτο, τον Ros Dally κ.ά. σε έργα εκτός της πεπατημένης, ορισμένα εκ των οποίων παρουσιάστηκαν στο Μέγαρο Μουσικής με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον σολίστα και δημιουργό.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

353. ODEON GA 1326 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΜΗΤΣΟΣ- ΚΥΡΙΑΚΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1928

Καλλίνικος Δημήτρης (Τσαούσης-Αραπάκης Μήτσος)- Κυριακάτης Γιάννης- Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός) ODEON GA 1326 Εύγα ήλιε εύγα (Καλαματιανός) - Σήκω Διαμάντω (Τσάμικος) 1928- 78rpm- 10''
 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, τρεις ογκόλιθοι της Ελληνικής δισκογραφίας, Αραπάκης, Κυριακάτης και Σαλονικιός σε δυο κλασσικά δημοτικά τραγούδια (τραγουδισμένα και από την ΚαΚούλα στην ανάρτηση 16).  
«Ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης ή Αραπάκης (βλέπε και αναρτήσεις 44, 197) , γεννήθηκε την Πρέβεζα (ανάμεσα στα χρόνια 1890-1895), μια πόλη που στις αρχές του αιώνα συνδυάζει μουσικά το παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής, το αστικό ηπειρώτικο τραγούδι (όπως και τα Γιάννενα εξάλλου), αλλά παράλληλα ακούγεται και το αστικό τραγούδι της Πόλης και της Σμύρνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η χαρισματική φωνή του Aραπάκη ωριμάζει και βρίσκει δημιουργική διέξοδο στη δισκογραφία του παραδοσιακού, αλλά και του σμυρναίικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Ιδιαίτερες οι επιδόσεις του στα αργά και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του αιώνα μας στο είδος του.
Έζησε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τη Μαρία ή Μαρίκα «την καλύτερη μοδίστρα των Αθηνών». Η γυναίκα του πέθανε γύρω στο 1960. Ως τότε έμεναν στα Σεπόλια. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Αραπάκης, έμεινε στα Εξάρχεια. Τα ίχνη του χάνονται το 1966. Κάποιοι άκουσαν ότι, τον βάλανε στο γηροκομείο, όπου πέθανε (ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970), χωρίς να το μάθει κανείς.
«Ο Μήτσος Αραπάκης, ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των λεφτάδων και των γλεντζέδων της εποχής. Ο ιχθυέμποροι, οι χασάπηδες με τις καδένες και οι έμποροι από τις αγορές Αθήνας και Πειραιά, τον λάτρευαν. Ουρές τα αυτοκίνητα, έξω από το μαγαζί, που τραγουδούσε προπολεμικά ο Αραπάκης, στην Κηφισιά, μαζί με άλλους δυο Μήτσους: τον Μήτσο Σαλονικιό και τον Μήτσο Κυριακίδη (κιθάρα και ούτι- στο σημερινό δίσκο κλαρίνο Κυριακάτης). Όταν δε, τραγουδούσε, απόλυτη ησυχία. Δε μιλούσε κανείς».»
 «Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός (1883 - 1950)(βλέπε και αναρτήσεις 44, 201), βιρτουόζος παραδοσιακός βιολιστής. Ο πατέρας του και ο παππούς ήταν Ομπρελάδες και επίσης βιολιστές. Γεννήθηκε Κουκουδέας Δημήτριος το 1883 στη Στρώμνιτσα. Στο τέλος του 1919 η οικογένεια του Δημήτριου Σέμση μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1923 παντρεύτηκε τη Δήμητρα Κανούλα και απέκτησε 4 παιδιά. Στις αρχές του 1927 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα.
Αυτή την εποχή έλαβε το προσωνύμιο Σαλονικιός, μάλλον επειδή κάποιοι παράγοντες των δισκογραφικών εταιρειών νόμιζαν ότι καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ο πρώτος οργανοπαίκτης που το όνομά του αναγράφεται στις ετικέτες δίσκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Δημήτρης Σέμσης ήταν Διευθυντής Ηχογράφησης στην ΗΜV και στην Columbia, θέσεις με μεγάλη επιρροή, τις οποίες και διατήρησε και στις δεκαετίες του 1930 και 1940.
 Συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις παραδοσιακών, σμυρναϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών στο διάστημα 1924 - 1931, παρουσίασε γύρω στο 1928 τα πρώτα του τραγούδια και το 1931 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της His Master's Voice, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Τη δεκαετία του 1930, ο Δημήτρης ηχογραφούσε με τη Ρόζα Εσκενάζι γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες. Συχνά, την συνόδευε στις ταβέρνες μαζί με τους Τομπούλη, Λάμπρο Σαββαΐδη και Λάμπρο Λεοναρίδη. Οι συνθέσεις του ηχογραφούνταν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, όπως η Ρίτα Αμπατζή, ο Στελλάκης Περπινιάδης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Έγραψε ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια, καθώς και σμυρνέικα και αμανέδες. Όπως φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, ο Δημήτρης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος βιολιστής που ηχογράφησε στο χώρο του ρεμπέτικου- σμυρνέικου. Ηχογράφησε πολλές εκατοντάδες δίσκους και πολλοί από αυτούς επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Το 1972, σε μια συνέντευξή της, η Ρόζα Εσκενάζι είπε ότι ο Δημήτρης έπαιζε "το καλύτερο βιολί του κόσμου".
Μετά από μια σύντομη νοσηλεία, ο Δημήτρης Σέμσης πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου του 1950.» 
«Ο Γιάννης Κυριακάτης (βλέπε και ανάρτηση 312)  γεννήθηκε το 1884 στην Παπαρούγια (Λεύκα) Βοιωτίας.Ως νέος έπαιζε καραμούζα. Ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες του κλαρίνου και ίσως ο πρώτος που απέκτησε μουσική παιδεία.
Το 1906 μετανάστευσε στην Αμερική, όπου η γνωριμία του με τον σμυρνιό βιολονίστα Γ. Θεολόγο και μέσω αυτού με τον Νικολό Ζάμπο, Ούγγρο κλαρινετίστα του Ωδείου της Νέας Υόρκης, άλλαξαν τη ζωή του. Σπούδασε μαζί τους μουσική για επτά χρόνια διαμορφώνοντας ένα πλούσιο ρεπερτόριο με «χόρες» και «ντόϊνες» και ένα μοναδικό ύφος παιξίματος που τον έκανε περιζήτητο στην ελληνική ομογένεια και όχι μόνον. Ξεκίνησε από τη Jazz μουσική και αργότερα ασχολήθηκε με την Ελληνική. Εκτός από κλαρίνο έπαιζε και άλλα όργανα.
Αργότερα ίδρυσε με την κυρία Κούλα την δισκογραφική εταιρεία «Πανελλήνιον». Επέστρεψε στα Βάγια και παντρεύτηκε την Ευαγγελία το 1928. Δίδαξε (δωρεάν;) διαμορφώνοντας τη «σχολή Κυριακάτη» (μαθητές του ο ανιψιός του Συμεών Κυριακάτης και ο Γιάννης Μελισσάρης).
Στην Αθήνα βρέθηκε το 1925 και έπαιξε στο αθηναϊκό κέντρο «Έλατος». Ταυτόχρονα δημιούργησε δισκογραφία και διετέλεσε παραγωγός της Columbia, αναβαθμίζοντας τη θέση του κλαρίνου στην αθηναϊκή ελίτ. «Το ύφος, η χροιά της ερμηνείας του και τα μελωδικά ποικίλματά του είχαν μεγάλη επιρροή στους νεότερους καλλιτέχνες στην Ελλάδα».
Ήταν της σειράς Καρακώστα-Γιαούζου και στην εποχή του ήταν ο πλέον επώνυμος. Ήταν αυτός που έμαθε τους Αθηναίους να ακούνε κλαρίνο! Αυτός και ο Γιαούζος θεωρούνταν καλύτεροι του Καρακώστα στο ότι έπαιζαν από όλους τους τόνους και είχαν μεγαλύτερο ρεπερτόριο.
Άνθρωπος ευγενής και επιβλητικός, με ιδιαίτερο κύρος, δεν έμοιαζε με κανέναν από τους μουσικούς της εποχής του. Απεβίωσε το 1957 στα Βάγια Θηβών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

352. ΝΤΟ-ΡΕ Κ-17 ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1961

Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος- Αρχόντισσα- Μαυροδημητράκης Σταύρος ΝΤΟ-ΡΕ Κ-17 Αμαργιώτικα πεντοζάλια - Ρεθυμνιώτικος συρτός πρώτος 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης- βλέπε ανάρτηση 3, 72 και 209) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρεις αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του.
Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Σταύρος Μαυροδημητράκης (βλέπε και αναρτήσεις 30, 43, 106, 254, 260, 330). Στο τραγούδι η Αρχόντισσα. Πληροφορίες για την Αρχόντισσα δεν κατάφερα να βρω. Συμμετείχε σε πέντε τραγούδια, όλα με τον Τζιμάκη και όλα στην εταιρία Ντό-Ρέ (σε τέσσερα 45άρια Κ-16,17,18,19). Υποθετικά, αρχόντισσα στην Κρήτη προσφωνούν την πρώτη κυρία του σπιτιού, οπότε με κάθε επιφύλαξη ίσως να συνοδεύει τον Τζιμάκη η γυναίκα του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

351. ASIMI KN2 7501 ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ- ΚΑΣΤΑΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΖΟΥΡΙΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1975

Κολιακουδάκης (Κολιακούδης) Νίκος- Καστάνης (Καστανάκης) Παναγιώτης- Ζουριδάκης Γιώργος ASIMI KN2 7501 Αυτόματος τσιφτές (Atomatos tsiptes) - Γίγας (Gigas) 1975- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Κολιακουδάκης (Κολιακούδης- βλέπε και ανάρτηση 142 και 253) γεννήθηκε το 1931 στην Λικοτιναρά Αποκορώνου Χανίων. Ξεκίνησε στη δεκαετία του 1950 και μάλιστα ηχογράφησε το 1958 στη HMV τρία τραγούδια, τον Λικοτιναριανό Συρτο, τον Κεφαλιανό και τον Καϊνιανό Συρτό, αφιερωμένα στα τρία μεγάλα και ένδοξα χωριά του Αποκόρωνα, Κεφαλά, Κάϊνα και Λικοτιναρά, τόπο καταγωγής του.
Για μια μεγάλη περίοδο ο Κολιακούδης απετέλεσε τον καλύτερο λυράρη της περιοχής του Αποκόρωνα και των Χανίων ακόμα και άφησε εποχή με το γλυκό παίξιμο του στη λύρα, το τραγούδι και τις συνθέσεις του, παραδεκτός από όλους τους καλλιτέχνες μάλιστα συνεργάστηκε με πολλούς καλούς λαγουτιέρηδες! Στον Αποκόρωνα τότε έπαιζαν ο Γιάννης ο Σεργάκης, ο Μιχάλης Μπακατσάκης (πατέρας) ενώ ο Πλακιανός, η Ασπασία και ο Τζιμάκης έπαιζαν ακόμα και αργότερα ο Γιώργης ο Γαλάνης και ο Μανώλης ο Κρασσαδάκης αδερφός του γνωστού λαουτιέρη Παντελή.
Ο μουσικολόγος James Notopoulos το 1953, ερχόμενος στην Κρήτη στα πλαίσια έρευνας του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με θέμα την Κρητική μουσική, αποθανατίζει τον Νίκο Κολιακουδάκη και τον ηχογραφεί (οι ηχογραφήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στο site του πανεπιστημίου).
Αργότερα έκανε επιτυχία με τα καλαμπουρτζίδικα τραγούδια του, που αυτός και μερικοί άλλοι καλλιτέχνες καθιέρωσαν, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '60 αρχές του '70 (Τζαγκαράκης, Μεγαλούδης, Κουμιώτης κ.α.) δίνοντας τη συνέχεια σε κάποια σκωπτικά του Μουντάκη της περιόδου 1958-'65.  Γύρω στο 1975 ο Νίκος Κολιακούδης άνοιξε μαγαζί στην οδό Αποκορώνου στα Χανιά, με δίσκους, κασέτες, μουσικά όργανα, χορδές κλπ και το διατήρησε γύρω στα 15 χρόνια.
Ο Νίκος Κολιακουδάκης  πέθανε τον Δεκέμβρη του 2009 σε ηλικία 78 χρόνων.»
«Ο Παναγιώτης Καστάνης (βλέπε και ανάρτηση 169), με το λαγούτο και το τραγούδι του έγραψε την δική του ιστορία, έβαλε την προσωπική του πινελιά στο ευρύ φάσμα της κρητικής μουσικής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κάντανο Σελίνου και από έφηβος έμαθε να παίζει λαγούτο και να συμμετέχει ενεργά στα παραδοσιακά γλέντια.
Θαυμαστής του Δημήτρη Γαλάνη, του Μανώλη Καρτσώνη και των Κουτσουρέληδων, δεν άργησε να αξιοποιήσει το ταλέντο του και να εξελιχθεί σε έναν από τους καλύτερους μουσικούς, όχι μόνο των Χανίων, αλλά της Κρήτης γενικότερα. Μοναδική χροιά, άψογη πενιά, συνεργάστηκε με τα κορυφαία βιολιά των Χανίων, όπως ο Μιχ. Κουνέλης, ο Κ. Παπαδάκης(Ναύτης), ο Παύλος Πολυράκης, ο Φώτης Κατράκης, ο Μανιός κλπ. Δισκογραφικά έχει αφήσει αξιόλογο έργο, επίσης παρέστει σε εκδηλώσεις των Κρητών της ομογένειας στο εξωτερικό.
Για μερικά χρόνια παρουσίαζε την ραδιοφωνική εκπομπή του συλλόγου "Ο Χάρχαλης" στην τοπική ραδιοφωνία Χανίων. Δυστυχώς, σοβαρά προβλήματα υγείας τον κράτησαν μακριά από την μουσική τα τελευταία χρόνια.»
Κολιακούδης με Καστάνη στο σημερινό (πιθανότατα στη Γαλλία κομμένο) δισκάκι. Αξιοπρόσεχτο το παίξιμο της λύρας του Κολιακούδη. Συστάσεις για το παίξιμο του Καστάνη δεν χρειάζονται.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

350. MUSIC BOX MB 218 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΣΜΠΩΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1961

Μαρκογιαννάκης Χαράλαμπος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Σμπώκος Γεώργιος MUSIC BOX MB 218 Κονδυλιές Μονοφατσιώτικες - Σαν την καμπάνα τσ' εκκλησιάς (Συρτό) 1961- 45rpm- 7''
 
Στο σημερινό δισκάκι (υπόθεση Μαρκογιαννάκηδων) στη λύρα ο Χαράλαμπος Μαρκογιαννάκης ο μικρότερος αδερφός του Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Πληροφορίες για τον Χαράλαμπο Μαρκογιαννάκη δεν υπάρχουν πολλές. Ζούσε χρόνια στην Αμερική στην πόλη του Σικάγο όπου εξασκούσε και εκεί το επάγγελμα του μουσικού ως λυράρης και μπουζουξής. Επίσης είχε σπουδάσει και βιολί. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μουσικός. Δισκογραφικά έχει ένα LP και αρκετά 45άρια πάντα σε συνεργασία με τα αδέρφια του.
Στο τραγούδι ο Γιώργος Σμπώκος. Ο Γιώργος Σμπώκος (σύμφωνα με τον γιο του Κώστα Σμπώκο) γεννήθηκε το 1919 ή 1920 στα Αργάθια Μονοφατσίου. Παντρεύτηκε με την Ευαγγελία Σμπώκου το 1945. Το 1947 μετακόμισαν από το Ηράκλειο στον Πειραιά, λόγω του διορισμού του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έφυγε από την ζωή 23 Ιουλίου του 1987. Ο Γιώργος Σμπώκος εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία στο πλευρό του Σκορδαλού και στο χορό ο γιος του Κώστας σε νεαρή ηλικία. Δισκογραφικά έχει ένα δίσκο γραμμοφώνου με τον Σκορδαλό και τρία 45άρια (με τους Μαρκογιαννάκηδες και τον Σταματογιάννη).
Παρακάτω μέρος συνέντευξης του Μαρκογιάννη που αναφέρει και οικογενειακή κατάσταση: «Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.
Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.
Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.
Στην οικογένεια μου είμαστε εννιά αδέλφια. Πέντε αγόρια & τέσσερα (παραπάνω αναφερει τρια) κορίτσια. Όλα τα αγόρια παίζουν όργανο. Ο αδελφός μου ο Κώστας, σπούδασε & αυτός, έβγαλε την Πάντειο, μετά πήγε στη σχολή Ευελπίδων κι έγινε αξιωματικός. Ο Βαγγέλης έπαιζε και αυτός. Όπως λέει όλος ο κόσμος, ένα μεγάλο πρόσωπο πάνω στη μουσική μας. Ο Στέλιος επίσης έπαιζε λαγούτο, & ο μικρότερος μας, ο Χαράλαμπος, που έπαιζε από τις ωραιότερες λύρες. Ίσως ο μοναδικός που αντικατέστησε το Σκορδαλό, όπως φαίνεται από τους δίσκους του.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).