Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

635. ZODIAC ZS 8203 ΜΟΥΦΛΟΥΖΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1970

Μουφλουζέλης Γιώργος ZODIAC ZS 8203 Κάηκε μια συνοικία - Πούσουν μάγκα το χειμώνα 1970- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Μουφλουζέλης γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη, από μια πάμφτωχη οικογένεια. Τόσο φτωχή, που ο ίδιος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο μετά τη β’ δημοτικού, αφού ο αυστηρός κι απόμακρος πατέρας του αποφάσισε να τον πάρει μαζί του στην οικοδομή. «Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί. Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά. Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά. Ούτε στον εχτρό σου», είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του.
Μοναδικό αντίδοτο σε όλη αυτή τη μαυρίλα η μουσική και τα τραγούδια. Από όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού που κυκλοφορούσε τότε. Και ανάμεσα σε αυτά τα «κακά» ρεμπέτικα. «Από μικράκι αγάπησα το μπουζούκι και άρχισα να το γραντζουνάω. Ο πατέρας μου με απόπαιρνε: “Πάψε γιατί μας έχεις σπάσει το κεφάλι”», είχε εξομολογηθεί.
To πόσο τον επηρέασε η ζωή του, αποδεικνύεται από μια από τις πρώτες και ονομαστές του επιτυχίες. Το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο». Μόνο που αυτό κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’60. Μέχρι τότε ο νεαρός Γιώργος φροντίζει και μαθαίνει, μόνος του φυσικά, μπουζούκι. Και μάλιστα να κερδίζει τη ζωή του με αυτό, όπως έγινε το καλοκαίρι του 1934 που μαζί με ένα φίλο του γύριζαν τα νησιά, βγάζοντας τα προς τα ζειν τραγουδώντας.
Μετά τη στρατιωτική του θητεία και συγκεκριμένα το 1933, αποφάσισε να καταταγεί στη Χωροφυλακή, αφού ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής. Τον διορίζουν στην Σάμο, μόνο που δεν ήταν η δουλειά που του ταίριαζε, καθώς δεν ήθελε να μοιράζει μηνύσεις σε φτωχούς πολίτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πως όταν παρουσιάστηκαν αρκετοί από τους συναδέλφους του για να ζητήσουν απόλυση, ο Διοικητής κοίταξε να τους αλλάξει γνώμη και τους έπεισε να παραμείνουν στο Σώμα. Όταν έφτασε η σειρά του μετά από μια ματιά στο υπηρεσιακό του σημείωμα, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:
– «Πότε είπαμε απολύεσαι;»
– «Το Σάββατο».
Και ο διοικητής του είπε: «Έλα αύριο να σε απολύσω».
Επιστροφή στη Μυτιλήνη, όπου κάνει όποια δουλειά προκύπτει, συν ότι τραγουδούσε και έπαιζε με το μπουζούκι του σε ταβέρνες και καφενεία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε μπουζούκι στον τόπο του και σε γύρω νησιά και «καταχωρήθηκε» ως μουσικός. Η αιτία; Εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, γιατί θεωρείτο επαιτεία. Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικός ή μάλλον όπως έλεγε και ο ίδιος μουσικάντης. «Μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης», είχε γράψει και ο ίδιος.
Κάπου εκεί παντρεύεται την πρώτη του σύζυγο, την Παναγιώτα. Έζησαν μαζί 15 χρόνια. Με πολύ φτώχεια, αλλά και πολύ αγάπη. Δυστυχώς εκείνη έφυγε από καρκίνο, κάτι που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Μουφλουζέλη.
Όσες φορές μπορούσε, από τη δεκαετία του ’30 ανέβαινε στην Αθήνα. Κυρίως για να προσπαθήσει να κάνει πράγματα στο τραγούδι. Φυσικά για να επιβιώσει έκανε ότι δουλειά εύρισκε. «Έχω κουβαλήσει τόνους ολόκληρους, τσιμέντο κι ασβέστη με το πηλοφόρι. Δούλεψα στην αρχή, στην Πατησίων, απέναντι από το Μινιόν που ήταν ψιλικατζίδικο και πουλούσε κουμπιά και κουβαρίστρες» είχε εξομολογηθεί.
Το 1958 είναι πια στην Αθήνα. Συχνάζει κυρίως στα στέκια των μουσικών, ενώ έχει αρχικά ξεκόψει από την παρέα με τους ρεμπέτες, αν και η ψυχή του ήταν εκεί. Η αιτία ήταν ότι δεν μπορούσε όλο αυτό το κλίμα με τις ναρκωτικές ουσίες. Ο Μουφλουζέλης ήταν του αλκοόλ, ποτέ δεν είχε σχέση με ναρκωτικές ουσίες και γι’ αυτό ίσως δεν άφησε και κανένα χασικλίδικο τραγούδι.
Και φτάνουμε στο 1962. Όπως έχει πει ο ίδιος :«Καθόμουν ένα βράδυ σουρωμένος έξω από το σπίτι που έμενα στη Μυτιλήνη. Έβλεπα απέναντι μου τα σπιτάκια πάνω στις ανηφοριές. Έβλεπα κι ένα παλικάρι που ανεβοκατέβαινε και μια κοπέλα, ψηλή, μελαχρινή, με κοτσίδα.
Και τότε μου ήρθε η έμπνευση κι έκανα στο μυαλό μου τον στίχο:
«Ανεβαίνω σκαλοπάτια
ανεβαίνω ανηφοριές
για να δω τα δυο της μάτια
που μ’ ανάψανε φωτιές».
Και συνεχίζει την αφήγηση: «Λίγο αργότερα έρχεται στο νησί ο Νίκος Ξανθόπουλος. Το άκουσε το τραγούδι. Το ’παιξα γιατί με κέρασε ένα ουζάκι και μου ‘δώσε κι ένα δίφραγκο. Όταν ήρθα στην Αθήνα, μετά από μια περιοδεία μου στο νησί, πήγα στο γνωστό μπαράκι της οδού Ίωνος, στη Ομόνοια. Εκεί που σύχναζαν όλοι οι μουσικάντηδες κι όλοι οι τραγουδιστάδες. Ο Καλδάρας άκουσε το τραγούδι, του άρεσε, το μαγνητοφώνησε. Και το ‘βγαλε σε δίσκο, με τον Αντώνη Ρεπάνη. Μετά το τραγούδησε κι ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης. Όμως δεν μπήκε τ’ όνομά μου σε δίσκο».
Και μπορεί ο Καλδάρας να «διόρθωσε» αργότερα το λάθος δεν συνέβη όμως το ίδιο και σε κάποια άλλα τραγούδια του. Για παράδειγμα το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο», με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ως συνδημιουργός του κομματιού εμφανίζεται εκβιαστικά ο Μπάμπης Μπακάλης. Τα ίδια δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι τραγούδια του, έγιναν γνωστά με ονόματα άλλων κι εκείνος έπαιρνε ως αντάλλαγμα 100, 200 ή 300 δραχμές, αναλόγως πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.
Για αυτόν που έλεγε πάντα τα καλύτερα ήταν ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. «Ο Τσαουσάκης ήταν ένας πραγματικός… Πρόδρομος στη ζωή και στο τραγούδι. Είχε μεγάλη καρδιά. Ήταν τίμιος, φιλότιμος, δίκαιος, πονόψυχος. Και πάνω απ’ όλα ήταν ο πιο φίνος μάγκας στο τραγούδι», είχε πει.
Ήταν Αριστερός, κάτι που το ήξεραν το συνάφι. Και όχι μόνο. Ο ίδιος είχε διηγηθεί το παρακάτω περιστατικό που συνέβη μέσα στην χούντα το 1972: «Δούλευα τότε σε μια μπουάτ. Τραγουδούσα ένα ρεμπέτικο δικό μου τραγούδι, τον “Ωρωπό”.
Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι “ο Μουφλουζέλης τραγουδάει τον Ωρωπό”. Νόμιζαν ότι επρόκειτο για το γνωστό αντιδικτατορικό τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Ένα βράδυ η μπουάτ γέμισε από αστυνομικούς με στολή και πολιτικά. Περίμεναν ν’ ακούσουν τον… “Ωρωπό”. Ίσως ήθελαν να με πιάσουν ή να μου κάνουν παρατήρηση. Τους απογοήτευσα, όμως: “Στον Ωρωπό περνάμε φίνα
πιο καλά κι απ’ την Αθήνα…”», έλεγε το τραγούδι. Που φυσικά δεν είχε κανένα πολιτικό μήνυμα.
Λίγο νωρίτερα παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Απέκτησε ένα γιο, τον Σταύρο –που είναι και εκείνος μουσικός. Μόνο που η γυναίκα του, τους εγκατέλειψε. «Ζω με το παιδί μου, τον Σταύρο. Ξέρετε τι πέρασε αυτό το παιδί; Από τη στιγμή που γεννήθηκε το ‘χω κοντά μου. Εγώ το ντάντευα. Η μάνα του δεν ήταν σε θέση να το βοηθήσει. Κι όταν ήταν μωρό ο Σταύρος (αυτό το ξέρει ο κόσμος) κι εγώ τραγουδούσα, το ‘παιρνα στα καμαρίνια των μαγαζιών που δούλευα. Μεγάλωσε κοντά μου, γεμάτο στερήσεις το παιδί. Τώρα είναι σωστό παιδί. Και γι’ αυτό είμαι περήφανος.» είχε πει σε συνέντευξή του.
Στη Μεταπολίτευση γίνεται ξανά μόδα το ρεμπέτικο.
Ο Μουφλεζέλης βιώνει μια δεύτερη καριέρα, ενώ ανάμεσα στις εμφανίσεις του ήταν και σε κάποια επεισόδια της σειράς Το μινόρε της αυγής. Ο δημιουργός της σειράς Φώτης Μεσθεναίος, στηρίχτηκε σε πολλά στοιχεία της ζωής του, ενώ έγραψε και τη βιογραφία του. Το όνομά του Μουφλουζέλη άρχισε να γίνεται γνωστό σε μεγάλη ηλικία. Λίγο πριν γίνει αυτή η αναβίωση, ο ίδιος έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε σε διάφορα μαγαζιά και ο γιος του, μετά έβγαζε το κλασικό πιατάκι.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε σε ένα υπόγειο στο Γαλάτσι. Για να πάει κάποιος έπρεπε να κατέβει 8 σκαλιά. Ο ίδιος το έλεγε «Γεντί κουλέ». Όσο για τα εισοδήματα του; Σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη, όπου είχε δώσει μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ζούσε με 10.000 δραχμές το μήνα –απ’ τον ΟΓΑ. Έπαιρνε και κάποια ποσοστά απ’ τους δίσκους, αλλά «αυτά δεν πουλιούνται πια». Στη συνέχεια του ρεπορτάζ αναφέρεται ότι οι γείτονες του βάζουν στο χέρι χρήματα, τον επισκέφτονταν και ο φούρναρης του έδινε ψωμί.
Σε ερώτηση του δημοσιογράφου αν θα έπρεπε η πολιτεία να του δώσει μια σύνταξη, εκείνος απάντησε: «Πώς να ζητάω; Ο Μουφλουζέλης είμαι».
Το τελευταίο του όνειρο ήταν να μπορέσει να πάει σε ένα γηροκομείο στην Μυτιλήνη. «Θα’ θελα να πάω στο γηροκομείο της Μυτιλήνης, μήπως βρω και κανέναν γνωστό. Να’ χω κι εγώ ένα δωμάτιο πάνω από τη γη».
Όσο για το τι είναι ρεμπέτης, από την απάντηση του, αποκωδικοποιείται η όλη του στάση απέναντι στη ζωή. Όπως είχε πει: «Ο ρεμπέτης ήταν ένας άνθρωπος που άμα του ζητούσες ένα δίφραγκο για φασολάδα θα στο έδινε. ‘Ήταν αυτός που βοηθούσε και δεν ήθελε τα λεφτά να γίνει εκατομμυριούχος. ‘Ήθελε να πιεί τέσσερα ούζα, να ακούσει ή να παίξει ένα τραγουδάκι και να κοιμηθεί. ‘Ήταν ένα ξέγνοιαστος, ένας πιο ελεύθερος άνθρωπος».
Ο Γιώργος Μουφλουζέλης απεβίωσε το 1991.»
"Πούσουν μάγκα το χειμώνα, που την είχες την κρυψώνα.
Ήμουνα στη γη βελόνι, που πατάς και σ' αγκυλώνει..."    
Λίγα για τον Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του από τον Λεωνίδα Σπανό και το εργαστήρι του. 
Το ¨Κάηκε μια συνοικία¨ φυσικά εμπνευσμένο από το ¨Κάηκε ένα σχολείο¨ του Κωστή Μπέζου. 
Το μάγκικο¨Πούσουν μάγκα¨ αφιερωμένο στους κόρακες-κόλακες (μιλάς με γρίφους γέροντα). 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου