Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

389. CONCERT RECORD GRAMOPHONE G.C.11-12167_8 ΜΕΝΕΜΕΝΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ- ΤΣΑΝΑΚΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1911

Μενεμενλής (Μπεσλεμεδάκης- Κος Λευτέρης) Ελευθέριος- Τσανάκας (Κος Τσανάκας) Ιωάννης (Γιώργος για άλλους)- Κύριος Μήτσος CONCERT RECORD GRAMOPHONE G.C.11-12167_8 Αετός Τσάμικο - Σαμπάχ (Σαμωάχ) 1911- 78rpm- 11''
 
«Ο Λευτέρης Μενεμενλής ή Μπεσλεμεδάκης (ή Κος Λευτέρης ) (βλέπε και ανάρτηση 252), όπως ήταν το πραγματικό του επώνυμο γεννήθηκε το 1874 στη Μενεμένη της Μ. Ασίας εξου πήρε και το παράνομά του. Ήταν τραγουδιστής, από τους πρώτους αμανετζήδες και το όργανο που έπαιζε ήταν η κιθάρα. Ήταν από τα βασικά μέλη της «Ελληνικής Εστουντιαντίνας» μαζί με τον Γιάννη Τσανάκα και τον Χρήστο το ¨Αραπάκι¨.
Φωνογράφησε στις εταιρίες Favorit, The Gramophon Company, Columbia Αγγλίας, Columbia Αμερικής, Odeon Γερμανίας, και Polydor Γερμανίας. Τραγούδησε σε όλα τα είδη τραγουδιού, δημοτικά, ελαφρά, σμυρναίικα, ρεμπέτικα και τούρκικα. Στη δισκογραφία φέρεται να έχει κάνει 122 εκτελέσεις τραγουδιών μεταξύ των οποίων και 28 αμανέδες, αρχής γενομένης από το 1909 με το μανέ «Ψεύτικος δουνιάς». Τελευταία του φωνογράφηση είναι το τραγούδι «Ο Γεροδήμος». Έχει διατελέσει πρώτος πρόεδρος του Σωματείου Μουσικών.
Ο Ελευθέριος Μενεμενλής είναι από τους τραγουδιστές της Σμύρνης που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.
Η λεγόμενη «Ελληνική Εστουντιαντίνα» ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις της το 1909 με την εταιρεία παραγωγής Gramophone. Οι βασικοί μουσικοί της είναι οι προαναφερθέντες (Μενεμενλής, Τσανάκας, Αραπάκι).
Στις πρώτες τους ηχογραφήσεις περιέλαβαν αρκετά τραγούδια ποικίλου ρεπερτορίου, από αστικά-λαϊκά τραγούδια της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, έως τούρκικα, λυρικά και ελληνικά παραδοσιακά και δημοτικά. Πιθανότατα, για την ευκολότερη προσαρμογή του σχήματος στο ποικίλο ρεπερτόριο, θα υπήρξαν εναλλαγές μουσικών και αλλαγή της σύνθεσης του συνόλου, πράγμα για το οποίο όμως δεν έχουμε στοιχεία (αλλά εύκολα συμπεραίνουμε παρακάτω με την ανάλυση των τραγουδιών της σημερινής ανάρτησης) .
Το 1910 και 1911 συνεχίζονται οι ηχογραφήσεις της συγκεκριμένης εστουντιαντίνας με την ίδια εταιρεία και με τους ίδιους μουσικούς, με προσθήκη πάλι του τραγουδιστή Ovannes Effendi και του βιολιστή «κυρίου Μήτσου» όπως ήταν γνωστός (άκου σημερινή ανάρτηση). Το μουσικό ύφος αρχίζει να γίνεται περισσότερο λαϊκό και προσαρμοσμένο στη φύση του συνόλου. Κατά τη χρονιά του 1911, ο Λευτέρης Μενεμενλής ηχογραφεί μόνος του 20 τραγούδια, συνοδευόμενος από μια άγνωστη σε μας ορχήστρα, για λογαριασμό της εταιρείας ηχογραφήσεων Favorite (πιθανότατα σε αυτές τις ηχογραφήσεις εμπεριέχονται και οι σημερινές).
Με το πέρασμα των χρόνων η σύνθεση αλλά και το ύφος των εστουντιαντίνων αλλάζει. Ήδη από το 1911 σε ηχογράφηση της εταιρείας Orfeon στην Κωνσταντινούπολη, εμφανίζεται μια «Σμυρνέϊκη Εστουντιαντίνα» με μουσικούς όμως της «Ελληνικής Εστουντιαντίνας», τον Γιάννη Τσανάκα και το Χρήστο το «Αραπάκι». Το όνομα «Σμυρνέϊκη Εστουντιαντίνα» προφανώς δόθηκε για να αναδειχθεί η καταγωγή του συνόλου, μια και η ηχογράφηση ήταν εκτός πόλεως.
Τα τελευταία χρόνια 1919-1922, συναντάμε την «Ελληνική Εστουντιαντίνα» με διαφορετικούς μουσικούς απ’ότι η πρώτη, και την «Εστουντιαντίνα Πανελλήνιον» οι οποίες έχουν κυρίως ελαφρύ ρεπερτόριο. Η τελευταία μάλιστα συνέχισε τις ηχογραφήσεις στην Αθήνα μετά την καταστροφή της Σμύρνης.
Από τις πληροφορίες που μέχρι τώρα έχουν συγκεντρωθεί φαίνεται ότι λίγες ήτανε οι κομπανίες που μείνανε με τους ίδιους μουσικούς για πολλά χρόνια. Συνήθως, αλλάζανε σύνθεση και πρόσωπα ανάλογα με τις επιθυμίες αυτού που είχε το «κέντρο ψυχαγωγίας», ανάλογα με τις ανάγκες των ηχογραφήσεων, και τέλος ανάλογα με τις επιθυμίες αυτού που
«έκλεινε» τους μουσικούς για πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια κ.λ.π.. Εντυπωσιακός
πάντως είναι ο μεγάλος αριθμός των λαϊκών οργανοπαικτών και τραγουδιστών που
εμφανίζονται τόσο στη δισκογραφία, όσο και στα διάφορα κείμενα, καθώς και στις
ζωντανές αφηγήσεις που έχουμε μέχρι στιγμής.
Αυτό φανερώνει την ύπαρξη μιας σημαντικής μουσικής ζωής στην περιοχή της
Σμύρνης, αλλά και στα γύρω χωριά που το καθένα τους διέθετε δικές του κομπανίες για
τις εσωτερικές του λειτουργίες.»
Βιογραφικά στοιχεία για τον Κύριο Τσανάκα και τον Κύριο Μήτσο όπως και φωτογραφικό υλικό, δυστυχώς δεν υπάρχουν. Στην πρώτη φωτογραφία εικονίζεται η Ελληνική Εστουντιαντίνα και πιθανότατα εικονίζονται και ο Μενεμενλής με τον Τσανάκα. 
Ο ¨Αετός¨ ηχογραφήθηκε στη Σμύρνη στις 10 Φεβρουαρίου 1911. Δίσκος Favorit Record / 1-55027 / 4497t και ανατύπωση στον Columbia Αμερ. E 6075 / 4497t. Επίσης σε δίσκο ODEON Γερμανίας,GA-1129 / GO-254 το 1926. Τα όργανα είναι παραπάνω από δυο και το ένα είναι σαντούρι ή κανονάκι.
Στη σημερινή γραμμοφωνική πλάκα έχει ηχογραφηθεί με την συνοδεία βιολιού, του βιολιστή «κυρίου Μήτσου» (ακούγεται να τον εκθειάζει ο Μενεμενλής) στη Σμύρνη τον Δεκέμβρη του 1911 και τυπώθηκε σε δίσκο Concert Record Gramophone, στην Γερμανία όπως αναγράφεται στις ετικέτες με μήτρα 11-12167 Α. Σημαντική παρατήρηση στους στίχους των εν λόγω εκτελέσεων, στην τελευταία στροφή, πριν τα επιφωνήματα για τον Λευτεράκη και τον κύριο Μήτσο, ακούγεται:
¨Την πέρδικα που πιάσατε,
να μην την εχαλάσετε¨
Στην άλλη πλευρά του δίσκου, ο ¨Σαμπάχ¨ (Σαμωάχ αναγράφεται στα ελληνικά στην ετικέτα) μανές που ηχογραφήθηκε σε δίσκο The Gramophone Co / 11-12931 / 2333y και HMV Αγγλ. 098 το 1909 (από τον Τσανάκα πάντα) με στίχους :''Εγώ σκληρά σε μίσησα, δε θέλω πια φιλία, να μη μου παραπονεθείς, γιατί είσαι εσύ η αιτία".
Στη σημερινή γραμμοφωνική πλάκα η ηχογράφηση έγινε στη Σμύρνη το Δεκέμβρη του 1911 και τυπώθηκε σε δίσκο Concert Record Gramophone, στην Γερμανία όπως αναγράφεται στις ετικέτες με μήτρα 11-12168 και οι στίχοι είναι οι παρακάτω:
«Βάστα καρδιά μου στους καημούς γιατί είσαι εσύ η αιτία
που έχεις το κορμάκι μου σε τέτοια ανησυχία (δυστυχία-τυραννία)».
Στο φάκελο που θα κατεβάσετε, θα βρείτε, πτυχιακές εργασίες που αποτέλεσαν πηγές πληροφόρησης. Υπάρχει και μια αξιόλογη πτυχιακή πάνω στον Μανέ και τον Αμανέ, που νομίζω ότι πρέπει να διαβαστεί από τους λάτρεις κάθε είδους ελληνικής μουσικής.
Το μουσικό αρχείο δίνεται και σε μορφή wav, για όποιον θέλει να κάνει αποθορυβοποίηση.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Κυριακή 7 Απριλίου 2024

388. OLYMPIC OE 80106 ΜΕΞΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ- ΚΟΛΛΑΣ Ν.- ΜΠΕΖΗΡΗΣ- ΔΟΥΚΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ- ΛΑΥΡΑΝΟΥ ΑΡΕΤΗ 1970

Μέξας Χρήστος- Κόλλας Ν.- Μπεζήρης (Μπεζέρης)- Δουκάκη Κωνσταντίνα (Ντίνα)- Λαυράνου Αρετή OLYMPIC OE 80106 Άη Γιώργης (Κερκυραϊκός χορός) - Σινιώτικος Κερκυραϊκός συρτός 1970- 45rpm- 7''
 
«Στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζεται στην περιοχή Λευκίμμης ο χορός Άη Γιώργης. Χορεύεται μόνο από γυναίκες, αλλά παρ’ όλα ταύτα έχουμε καταγραφή προφορική ότι χόρευαν και άνδρες στη Λευκίμμη το 1960, σε δίσημο και τετράσιμο ρυθμό δέκα κινήσεων. Μέχρι το 1950 χορευόταν χωρίς μουσική, τραγουδιστά, ιδίως τις Απόκριες, από την κορυφαία και μετά επαναλαμβανόταν από τους χορευτές.
Χορεύεται σε κύκλο με λαβή από το μικρό δάκτυλο και τα χέρια τεντωμένα προς τα εμπρός και ελαφρά κάτω, ενώ με τα υπόλοιπα δάκτυλα κρατάνε μαντήλια μεγάλα, όμοια με εκείνα της κεφαλής και του λαιμού.
Όπως είναι σε κύκλο με μέτωπο προς το κέντρο, κρατούν με τα δυο τους χέρια το μαντήλι διαγωνίως, ενώ συγχρόνως πιάνουν την κάτω γωνία της προηγούμενης με το αριστερό χέρι και της επόμενης με το δεξί με αποτέλεσμα να σχηματίζεται μια σειρά από συνεχόμενα μαντήλια από όλες τις γυναίκες στο ύψος που φτάνουν τα χέρια όταν τα αφήνουν να κρεμαστούν προς τα κάτω. Όταν χορεύουν κάνουν κινήσεις με τα χέρια μπρος – πίσω και έτσι τα μαντήλια σηκώνονται και κατεβαίνουν.
Η αρχική θέση είναι η προσοχή· το μουσικό μέτρο του χορού είναι δίσημο (2/4) και τα βασικά του βήματα είναι δέκα (10), τα οποία ολοκληρώνονται σε 5 μουσικά μέτρα.
Το τραγούδι «Κάτω στον Άη Γιώργη» έλκει την καταγωγή του από τα Ακριτικά τραγούδια και είναι από τα παλαιότερα τραγούδια της κερκυραϊκής παράδοσης. Οι στίχοι του, κατά μία εκδοχή, αναφέρονται στον Γιαννάκη -γιο του φημισμένου ακρίτα Ανδρόνικου- και στον άδικο θάνατό του από τους Τούρκους, στα τέλη του 10ου αιώνα. Μια άλλη εκδοχή θέλει τον Γιαννάκη να είναι γιος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Ο θρήνος για τον θάνατό του γίνεται θρύλος και, με τη μορφή δημοτικού τραγουδιού φτάνει στα πέρατα της αυτοκρατορίας, από τον Πόντο και την Καππαδοκία, μέχρι την Κύπρο, την Κρήτη  και την Κέρκυρα.
Υπάρχει, βέβαια, και μια άλλη εκδοχή. Το τραγούδι γράφεται για έναν λαϊκό ήρωα που έχασε τη ζωή του πολεμώντας γενναία σε μια από τις πολιορκίες του νησιού μας από τους Τούρκους την περίοδο της ενετοκρατίας.
Αρχικά ήταν διαδεδομένο και χορευόταν στα χωριά της Νότιας Κέρκυρας, γιατί συνδέεται με μια πραγματική Ιστορία. Με την αρπαγή του Γιαννάκη το 1725 περίπου από πειρατές στον Άι – Γιώργη, στην παραλία, κοντά στο «Κρύο το Νερό».
Κάτω στον Άη Γιώργη στο κρύο το νερό
σκοτώσαν’ το Γιαννάκη τον ακριβό υιό,
Τούρκοι τον (ε)σκοτώσαν’ Ρωμιοί τον κλαίγανε
τα δυο του τ’ αδερφάκια τον (ε)γυρεύανε,
Πάνε και τον εβρίσκουν μέσα σε μια λακιά
εκεί τον εσκοτώσαν οι Τούρκοι τα σκυλιά,
Σήκω μωρέ Γιαννάκη να πάμε σπίτι μας
που κλαίει η αδερφή  μας κλαίει κι η νύφη μας,
Κι όπως τον κατεβάζαν από τη σκάλα του
Μικροί – μεγάλοι κλαίγαν την ομορφάδα του
«Ο Σινιώτικος χορός είναι συρτός Κερκυραϊκός χορός των 2/4 που, όπως και υποδηλώνει το όνομά του προέρχεται από τις Σινιές. Χορεύονταν κυρίως από γυναίκες στρωτά, με τήρο (υπερηφάνεια) και στηθάτα (στημένο μπούστο) στον κύκλο, χωρίς αναπηδήσεις και λικνίσματα, ενώ στη μέση του κύκλου χόρευαν οι άνδρες ελεύθεροι. Είθισται να είναι ο εναρκτήριος χορός του πανηγυριού της περιοχής.»
Όμορφα Κερκυραϊκά ακούσματα και παιξίματα από τον Χρήστο Μέξα (κυρίως στο βιολί) και τις Δουκάκη Ντίνα- Λαυράνου Αρετή στο τραγούδι. Φυσικά συνοδεύουν και άλλα βιολιά και κιθάρες. Βιογραφικά στοιχεία για τους καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω. Στην πρώτη φωτογραφία εικονίζεται ο Χρήστος Μέξας σε εκδήλωση το 1995.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

387. PARLOPHONE B.74470 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1959

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος PARLOPHONE B.74470 Λεονταριού καρδιά βαστούν (Νέος Αλφιανός Πεντοζάλης) - Εγώ δεν πρέπει να πονώ (Βαρύς Αποκορωνιώτικος Συρτός) 1959- 78rpm- 10''
 
«Ο Κώστας Μουντάκης έχει ρίζες από το χωριό Καλλικράτης Σφακίων, γεννήθηκε και μεγάλωσε όμως στο χωριό Αλφά Ρεθύμνου τότε που η μουσική διαφέντευε σε μικρές παρέες, κι ήταν η εμβέλεια της φωνής του καλλιτέχνη μικρή και χωρίς μέσα επικοινωνίας. Ο πατέρας του, Νικόλας Μουντάκης είχε το ψευδώνυμο ‘’Κελαηδής’’. Τραγουδούσε και χόρευε υπέροχα ενώ έπαιζε και λίγο λύρα. Δυστυχώς ο Κώστας Μουντάκης δεν τον γνώρισε, μεγάλωσε με την μητέρα του την Καλλιόπη.
Γαλουχήθηκε με μερακλήδες του τόπου του. Τότε χόρευαν ξυπόλητοι και τραγουδούσαν ολόγυρα στην τάβλα. Ο μεγαλύτερος από τα έξι του αδέρφια, ο Νικήστρατος, ήταν καλός λυράρης και καταπληκτικός ερμηνευτής στα δίστιχα. Για τον Κώστα Μουντάκη ο Νικήστρατος  ήταν πρότυπο. Από το πρώτο γραμμόφωνο που πήγε στο χωριό του, ο Κώστας Μουντάκης γνώρισε τον Ροδινό, Καρεκλά, Αντωνογιωργάκη, Καραβίτη, Καλογερίδη, Φουσταλιέρη, Μπαξεβάνη….
Στα 12 του χρόνια ανακάλυψε ένα λυράκι στο σπίτι της ξαδέρφης του και  ξεκίνησε να περιηγείται στο παίξιμο. Δάσκαλος του ήταν ο Δημήτρης Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης στο χωριό του. Στα 15 του χρόνια, συνόδευε τον δάσκαλο του Δημήτρη Καφάτο όταν έπαιζε στο καφενείο του χωριού. Κάπως έτσι άρχισαν οι πρώτες μικρές του εμφανίσεις.
Το 1943, στα 17 του δηλαδή χρόνια, θέλησε να αγοράσει την πρώτη του καλή λύρα και γι αυτή έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Ήταν η περίοδος που είχε δόξα το βιολί στην Κρήτη και όχι το λυράκι. Ο ίδιος αγόρασε την κρητική λύρα με τη σημερινή μορφή και ήταν μάλιστα από τους βασικούς καλλιτέχνες της εποχής που συνέβαλαν στο να κερδίσει η λύρα τον σημερινό της τίτλο.
Την περίοδο αυτή ήταν που εργάστηκε στο πλευρό ενός πλανόδιου πωλητή και αυτό το στιγμιότυπο της ζωής του τον οδήγησε να δημιουργήσει το τραγούδι «Ο Πραματευτής». Ο Κώστας Μουντάκης έδινε μεγάλη σημασία στο στίχο. Εμπνεόταν από τη φύση, τις κοινωνικές καταστάσεις και την ιστορία, τις ανθρώπινες στιγμές και τα συναισθήματα. Όπως έχει πει άλλωστε και ο γιος του Μάνος Μουντάκης, τα περισσότερα τραγούδια του πατέρα του είναι βιωματικά.
Στα 22 του χρόνια έφυγε από το χωριό του για την 5χρονη στρατιωτική θητεία. Κατατάχθηκε στη χωροφυλακή και πήγε στα Χανιά. Εκεί δεν σταμάτησε την ενασχόληση με την λύρα, αντιθέτως ασχολήθηκε περισσότερο και άρχισε μάλιστα να παίρνει τον δικό του δρόμο. Κατόρθωσε δίπλα σε φτασμένους βιολιτζήδες να ανοίξει τα φτερά του και να γίνει αξεπέραστος στο ψιλό κούρδισμα με τις πολλές δαχτυλιές και παραλλαγές αυτοσχεδιασμού. Στα Χανιά γνωρίστηκε και με τον Γιώργο και Στέλιο Κουτσουρέλη με τους οποίους συνεργάστηκε στην πορεία.
Το 1949 μετατέθηκε στην Αθήνα και από το 1950 έως το 1952 είχε αποσπαστεί στο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Όταν έπεσε η κυβέρνηση, ακολούθησε η παραίτηση του και η νέα του απασχόληση σε εργοστάσιο λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Εκεί βρισκόταν όλη την ημέρα ως εργάτης και το βράδυ μεταμορφωνόταν, φορούσε το κοστούμι και τα λουστραρισμένα του παπούτσια και πήγαινε πάλι για δουλειά παρέα αυτή την φορά με την λύρα του, ως επαγγελματίας λυράρης. Την περίοδο αυτή ο Κώστας Μουντάκης ήταν και πρωτοχορευτής στο θέατρο της Δόρας Στράτου.
Στη μεταπολεμική Ελλάδα της φτώχειας και του φόβου ο Κώστας Μουντάκης κατόρθωσε να οικοδομήσει με τις επιτυχίες του ένα μυθικό αποτύπωμα στην κρητική παραδοσιακή μουσική.  Έγραψε τραγούδια που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται. Η εκφραστική δύναμη της φωνής του παρέσυρε τους κρητικούς και τους οδήγησε να εκφράσουν τον πόνο, την πίκρα και τον καημό τους.
Πριν ανοίξει η πόρτα της Γερμανίας για τους Έλληνες που ήθελαν να εργαστούν εκεί, γεννήθηκε η εσωτερική μετανάστευση. Αρκετοί είχαν στοιβαχτεί στις πόλεις και μετά από ένα πόλεμο, αυτή η πρώτη τάση αστυφιλίας εκφράστηκε τόσο στο λαϊκό τραγούδι όσο και στο κρητικό. Ο Κώστας Μουντάκης που έβρισκε πάντα διέξοδο στο στίχο έγραψε το τραγούδι «Η παντέρμη ξενιτιά».
Μετά από τις εμφανίσεις στο καφενείο του χωριού του, η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ήταν σ ένα αρραβώνα το 1946. Από εκεί κι έπειτα σταδιακά, έφτιαξε ένα νέο μουσικό πρόσωπο χωρίς να αποχωριστεί στοιχεία από το παρελθόν.
Ο Γιώργος Κουτσουρέλης που παρουσίαζε μια ραδιοφωνική εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων είχε προσκαλέσει τον Κώστα Μουντάκη και αυτή ήταν η πρώτη του επαφή με το ραδιόφωνο ενώ οι πρώτες του ηχογραφήσεις ήταν με την επιμέλεια του Σίμωνα Καρά για το κρατικό ραδιόφωνο.
Το 1950, ο 25χρονος Κώστας Μουντάκης έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Αθήνα. Το 1953-1954 σηματοδοτήθηκε και το ξεκίνημα της δισκογραφικής του διαδρομής με τα συρτά.
Από εκεί κι έπειτα η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Η πυκνή του δισκογραφία τον έκανε να αποκτήσει πανελλήνια φήμη ενώ δεν άργησαν τα ταξίδια σε Αμερική, Αφρική, Αυστραλία, Γερμανία…..»
Εξαιρετικός Μουντόκωστας στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Με το γλυκό παίξιμο σε συνδυασμό με τις μαντινάδες και την φωνή, ξεχνάς ατέλειες του δίσκου.
Σε όλα τα παραπάνω βρίσκει κάποιος λάθος; Η πρώτη φωτογραφία παίζει στο e-bay. Για δυνατούς λύτες που έγραφαν και τα σταυρόλεξα.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

386. PAN-VOX PAN 6237 ΤΖΙΝΕΒΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 1970

Τζινεβράκης (Τζινευράκης) Εμμανουήλ- Θεοδωράκης Εμμανουήλ (Θοδωρομανώλης) PAN-VOX PAN 6237 Όταν βαθειά πονεί η καρδιά (Συρτός) - Με το διαστημόπλοιο (Νέος συρτός) 1970- 45rpm- 7''
 
«Σπουδαίος μουσικός ο Μανώλης Τζινευράκης (βλέπε και ανάρτηση 298). Τεχνίτης στο βιολί, αλλά και στο θιαμπόλι. Γεννήθηκε το 1924 στα Νοχιά Κισσάμου και καταγόταν από την μουσική οικογένεια των Τζινευράκηδων. Πολυτάλαντος μουσικός, γνώστης της τοπικής μουσικής κουλτούρας, δίδασκε, επιδιόρθωνε όργανα και παρόλη την αναπηρία του - είχε τραυματιστεί στο πόδι στα χρόνια του εμφυλίου - έδινε το παρόν σε κάθε εκδήλωση που τον καλούσαν.
Από μικρό παιδί έμαθε θιαμπόλι και ήταν ο μοναδικός που έπαιζε συρτό με θιαμπόλι.
Βιολί του έμαθε ο Βολάνης από την Καληδονία, προπολεμικά.
Έμεινε στην Νέα Χώρα στα Χανιά το 1954 όταν ήταν ήδη φτασμένος μουσικός.
Συνεργάστηκε με τον Μανώλη Θεοδωράκη, τον Μανώλη Νταουντάκη, τον Γιώργη Γομπάκη, τον Ναύτη, τον Π. Καστάνη, Π. Καρμπαδάκη και άλλους πολλούς. Το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο από συρτά, πεντοζάλι, ρουμαθιανή σούστα, κοντυλιές, καλαματιανά, νησιώτικα κ.α.
Δυστυχώς, αυτός ο σημαντικός μουσικός έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή το 1985, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σήμερα, οι παλιές ηχογραφήσεις του, μας θυμίζουν την όμορφη δεξιοτεχνία του, αλλά και την σπουδαία του προσφορά στα μουσικά δρώμενα των Χανίων.»
«Ο Μανώλης Θεοδωράκης (βλέπε και ανάρτηση 193) του Ευσταθίου (ή Τράικο αδελφός της συγγραφέα και ποιήτριας Βικτωρίας Θεοδώρου),  γεννήθηκε το 1923 στη γειτονιά Νησί των Τοπολίων Κισσάμου.
Ξεκίνησε να δουλεύει σε ένα κουρείο στα Χανιά, όπου ήρθε σε επαφή με διάφορους μουσικούς κι εκεί πρωτόπιασε το λαγούτο. Κουρέας στο κύριο επάγγελμα του, σταδιοδρόμησε για αρκετά χρόνια στην κρητική μουσική. Πολύ καλός στις δημόσιες σχέσεις για εκείνη την εποχή, συνεργάστηκε με τους κορυφαίους βιολιστές και λυράρηδες όπως ο Μιχ.Κουνέλης, ο Δημήτρης Χριστοφοράκης, ο Νικ.Σαριδάκης ή Μαύρος, ο Νικ.Χάρχαλης, ο Στρατής Γαλαθιανός, ο Μιχ.Παπαδάκης ή Πλακιανός Σπύρο Σηφογιωργάκη κ.α.
Βέβαια, δεν έπαιξε μαζί τους λόγω των καλών δημοσίων σχέσεων μόνο, αλλά και λόγω της πολύ καλής του τεχνικής πάνω στο λαγούτο. Μπορούσε να κλειστεί σε ένα δωμάτιο και να αυτοσχεδιάζει στο όργανο του με τις ώρες. Επίσης, έπαιξε με τους δύο κορυφαίους λυράρηδες του Ρεθύμνου, τον Θ.Σκορδαλό και τον Κ.Μουντάκη. Μάλιστα, με τον Μουντάκη εμφανίστηκαν από κοινού στην κινηματογραφική ταινία "Το νησί των γενναίων". Έπαιξε πολλές φορές στο ραδιόφωνο και έλαβε μέρος σε αρκετές ηχογραφήσεις με τον Δημ.Χριστοφοράκη και τον Γαλαθιανό. Απεβίωσε το 1997.»
Κισσαμίτικα παιξίματα στο σημερινό δισκάκι, από δύο δεξιοτέχνες του είδους. Οι μαντινάδες στο κλίμα της ¨τότε¨ εποχής (σε εμπορικό στυλ θα έλεγα).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

385. PANIVAR PA-235 ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ- ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ 1970

Σπυριδάκης Στέφανος (Στεφανής)- Σταυρουλάκης Φραγκίσκος PANIVAR PA-235 Μαλεβιζιώτης - Εσβείσανε οι όρκοι σου (Συρτός) 1970- 45rpm- 7''
«Μαλεβιζιώτης ή Καστρινός Χορός ή Πηδηχτός, λέγεται γιατί πρωτοχορεύτηκε στην επαρχεία Μαλεβιζίου στο Ηράκλειο και Καστρινός γιατί το Ηράκλειο λέγεται Κάστρο και  κάνει την εμφάνιση του σε όλη την Κρήτη κατά την διάρκεια του '20.
Χορός ζωηρός, γοργός, ηρωικός και εντυπωσιακός, αλματώδης, ενθουσιώδης, δυναμικός που αφήνει τον χορευτή ή τη χορεύτρια που σέρνει το χορό να αυτοσχεδιάσει και αποτελείται από οχτώ βήματα μπροστά και οχτώ πίσω . Χορεύεται από άντρες και γυναίκες μαζί, πιασμένοι σε σχήμα κύκλου με τα χέρια πιασμένα από τις παλάμες στο ύψος των ώμων αλλά με τους αγκώνες λυγισμένους, σε ρυθμό με μέτρο 2/4, με τη συνοδεία της λύρας ή του βιολιού, με λαγούτο, μαντολίνο ή ασκομαντούρα.
Οι βηματισμοί από απλοί, γίνονται πιο σύνθετοι, πιο γρήγοροι με απότομες κινήσεις (στροφές), που σημαίνει ότι χρειάζεται αντοχή και να έχεις την ευχέρεια να κάνεις γρήγορες και τεχνικές φιγούρες.
Διακρίνεται για την ατομικότητα, τη δημιουργία και την δεξιοτεχνία του. Ο πρωτοχορευτής θεωρείται ο τεχνίτης και ο οδηγός των υπολοίπων χορευτών, ενώ έχει την δυνατότητα να δείξει τη δεξιοτεχνία του κάνοντας παραλλαγές στα απλά βήματα, με καθίσματα, με ρυθμικά χτυπήματα των χεριών στα πόδια (ταλίμια), με απότομες στροφές στον αέρα, να αποσπάται του κύκλου με ρυθμικά χτυπήματα των ποδιών του στο έδαφος, πάντα μετρημένος και χωρίς υπερβολές.
Η γυναίκα πιάνει συχνά στο χορό πρώτη, με χάρη και θηλυκότητα, κάνοντας πολλές στροφές στο χέρι του άντρα και μερικές φορές, αποσπώμενη του κύκλου, χωρίς να απομακρύνεται από τον άντρα.
Η προέλευση του χορού έχει τις ρίζες του στη Μινωική εποχή, αφού στα ελληνικά γραπτά συναντούμε  ένοπλους επαναστατικούς χορούς, όπως τον Ορσίτη (αρχαίος Κρητικός χορός), όπου ο Αθηναίος μας λέει ότι έχει τις ρίζες του στην αρχαία Πυρρίχη.
Ο Γεώργιος Χατζηδάκις γύρω στο 1909 μας περιγράφει μια χαρακτηριστική φιγούρα του αυτοσχεδιασμού του μπροστινού: “άλλοτε ο οδηγός του χορού αποσπάται του κύκλου και χορεύει μόνος κρούοντας χείρας, άλλοτε πάλιν υψών τους πόδας κτυπά αυτούς με τα χείρας του εν ρυθμό. Οι πλέον ευκίνητοι στηριζόμενοι δια της μία χειρός επί του δευτέρου χορευτού και υψούντες το σώμα επί των ποδών, κάμπτουν τούτο προς τα όπισθεν, μέχρις ότου η κεφαλή αυτών εγγίζει το έδαφος. Ανορθούμενοι δ’ έπειτα αποτόμως εξακολουθούν χορεύοντας χωρίς να χάσουν τον ρυθμόν”.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Σπυριδάκης Στέφανος (βλέπε και ανάρτηση 159) στη λύρα, με το Φραγκίσκο Σταυρουλάκη στο λαούτο. Όμορφα παιξίματα τόσο στο Μαλεβιζιώτη όσο και στο Συρτό.
Βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να βρω. Δισκογραφικά ο Στεφανής έχει δυο 45άρια, ένα αυτό της ανάρτησης 159 και το δεύτερο το σημερινό. Ο Φραγκίσκος Σταυρουλάκης έχει μόνο το σημερινό.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

384. PARLOPHONE GDSP 2652 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑ- ΜΠΑΤΖΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1961

Αλεξανδροπούλου Αθανασία- Μπατζής Βασίλης PARLOPHONE GDSP 2652 Απόψ' η πούλια μάλωνε (Τσάμικος) - Το κλίμα πούχεις στην αυλή (Συρτός τα τρία) 1961- 45rpm- 7''
«Η Αλεξανδροπούλου Αθανασία (βλέπε και ανάρτηση 182), γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Πεύκο Καλαβρύτων Αχαΐας το 1932. Από μικρή λάτρευε την μουσική, τραγουδούσε και χόρευε. Έμεινε ορφανή από πατέρα σε ηλικία 12 χρονών, αφού τον πατέρα της Θεόδωρο Αλεξανδρόπουλο (Κάκο), που βρέθηκε στα Καλάβρυτα το Δεκέμβριο του 1943, τον σκότωσαν οι Ναζιστές Γερμανοί μαζί με όλους τους Καλαβρυτινούς Έτσι η φτώχεια την ανάγκασε να φύγει από το χωριό και να αναζητήσει την τύχη της στην Αθήνα.
Ο Θεός την προίκισε με μια εξαιρετική φωνή και στα 18 της, σε ένα λεωφορείο την άκουσε  η γνωστή κριτικός ραδιοφώνου της εποχής Ηλέκτρα. Έπειτα την έστειλε να την ακούσουν στον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό, όπου διευθυντής ήταν ο Σίμων Καράς. Τραγούδησε με την ορχήστρα της Γεωργίας Μηττάκη και οι παρόντες, καλλιτέχνες δημοτικής μουσικής, παραδέχτηκαν το πηγαίο ταλέντο της στην καλλιφωνία και την προώθησαν.
Διέπρεψε τραγουδώντας πολλές επιτυχίες της εποχής, όπως «Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό να πιάσω φίλο τον αητό», «Λουλούδι τι εμαράθηκες» και άλλα.
Δισκογράφησε για την Columbia, Parlophone, Odeon και Minos. Συνεργάστηκε με τους: Βασίλη Μπατζή, Βασίλη Σκαλιώτη, Γιάννη Κουπά, Γιώργο Φλώρο, τον Κλαπαδώρα, τον Γούμενο, τον Χαλιγιάννη, τον Αραπάκη, Παναγιώτη Τζόγκα, Ηλία Παπαγεωργίου, Χρήστο Φαναρίτη και πολλούς άλλους εξαίρετους μουσικούς.
Δούλεψε για 13 χρόνια, στο περίφημο κέντρο δημοτικής μουσικής «ΕΛΑΤΟΣ» στην Ομόνοια της Αθήνας. Πόσοι και πόσοι συμπατριώτες μας, οι πρώτοι που έφυγαν από τα χωριά μας και άνοιξαν το δρόμο για μας τους νεότερους να εγκαταλείψουμε το χωριό, δεν διασκέδασαν ακούγοντας τη γλυκιά φωνή της περίφημης, εκείνα τα χρόνια, Αθανασίας, μετά από την κούραση της ημέρας, που τους θύμιζε τις ραχούλες στο χωριό τους;
Η Αθανασία Αλεξανδροπούλου, τραγούδησε επίσης σε χορούς και πανηγύρια σε όλη την Ελλάδα. Στις 05 Μαρτίου 2011 έφυγε από τη ζωή.»
«Ο Βασίλης Μπατζής (βλέπε και αναρτήσεις 120, 144 και 268) γεννήθηκε στο Εκκλησοχώρι Ιωαννίνων το 1923 και πέθανε 14 Μαρτίου του 1993. Ήταν γιος του Περικλή (Κλη) Μπατζή.
Συνεργάστηκε πολλά χρόνια στο κέντρο "Έλατος" με τον Νίκο Καρακώστα και πήρε πολλά απ αυτόν, ώστε το παίξιμό του να μοιάζει πολύ με του Καρακώστα. Ακέραιος και παραδοσιακός μουσικός, ήταν ίσως ο τελειότερος μετά την "παλιά φρουρά".
Έπαιζε εξίσου καλά το Ηπειρώτικο, το Μωραΐτικο, ακόμα και τα καμπίσια με ξεχωριστό δικό του τρόπο, δημιουργώντας τη δική του "σχολή" το Μπατζίδικο παίξιμο.
Χαρακτηριστικό είναι το παίξιμό του στο τραγούδι "Περιστεράκια όμορφα".
Με τον Αλέκο Κιτσάκη ηχογράφησε πάνω από 100 τραγούδια.
Σύμφωνα με τη Δέσποινα Μαζαράκη («Το λαϊκό κλαρίνο», Εκδόσεις «Κέδρος», σελ. 25-26), η «σκλήθρα» (σόι) των Μπατζαίων είναι η πιο αντιπροσωπευτική οικογένεια μουσικών της ηπειρώτικης περιοχής του Πωγωνίου, με παράδοση που χάνεται στον χρόνο. Γι’ αυτό και τα χορευτικά πωγωνίσια κομμάτια λέγονται και «μπατζήτικα».
Ο γενάρχης τους Θανάσης Μπατζής έπαιζε φλογέρα «πριν βγουν τα κλαρίνα».
Ο μοναχογιός του Λάμπρος Μπατζής (που γεννήθηκε το 1830) έπαιζε βιολί.
Οι 3 γιοι του Λάμπρου ήταν κι αυτοί μουσικοί: ο Χρηστος (Κίτσος) Μπατζής (1857-1942) έπαιζε λαούτο, ο Νικόλας Μπατζής (1863-1940) έπαιζε κλαρίνο (ήταν ο πρώτος που έπαιξε κλαρίνο σε όλα τα χωριά της περιοχής` είχε κλαρίνο «σι μπεμόλ», αλλά έπαιζε και τζουρά) και ο Βασίλης Μπατζής (1864-1932) έπαιζε βιολί.
Ο μοναχογιός του Χρήστου, Λάμπρος Μπατζής (γ. το 1913) έγινε βιολάτορας, κάνοντας βιολάτορα και τον γιο του Χρήστο Μπατζή (γ. το 1932).
Από τους 4 γιούς του Νικόλα, ο Περικλής (Κλης) Μπατζής (1887-1947), ο Κων/νος (Ντίνος) Μπατζής (1889-μετά το 1960) και ο Λάμπρος Μπατζής (γ. το 1901) έγιναν γνωστοί κλαριντζήδες, ενώ ο Γιώργος Μπατζής (γ. το 1899) έπαιζε ντέφι.
Από τους 2 γιους του Βασίλη, ο Χριστόφορος (Φόρος) Μπατζής έγινε βιολάτορας, ενώ ο Μιχάλης Μπατζής ήταν δεξιοτέχνης στο ντέφι.
Στη συνέχεια, οι 2 γιοι του Περικλή (Κλή), Νίκος Μπατζής (1910-1938) και Βασίλης Μπατζής (γ. το 1923) έγιναν φημισμένοι κλαριντζήδες, όπως άλλωστε και οι 2 γιοι του Ντίνου (που σκοτώθηκαν στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο) ο Μήτσος Μπατζής (1911-1940) και ο Αλέκος (Λέκος) Μπατζής (1926-1940).»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).