Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023

307. ORFEON RECORD 10384-5 ΜΕΛΙΤΣΙΑΝΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΣΤΟΥΔΙΑΝΤΙΝΑ 1911

Μελιτσιάνος Αντώνιος (Μονωδία)- Ελληνική Εστουδιαντίνα ORFEON RECORD 10384-5 Η μόδα (Μονωδία) - Μαριόλα (Χορωδία) 1911- 78rpm- 11''

 

Τα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκουν την Ελληνική πολιτεία της Σμύρνης σε ένα πολιτιστικό και οικονομικό οργασμό, πράγμα που ενισχύεται από την εμπορική κατάπτωση της Κωνσταντινούπολης και συνεπώς τη μεταφορά του εμπορικού κέντρου της Ανατολής στην ολοένα και αναδυόμενη Σμύρνη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο.

Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Ένα από αυτά τα συναρπαστικά δίκτυα αφορά γαλλικά τραγούδια, τα οποία οικειοποιήθηκαν μεταξύ άλλων και Έλληνες μουσικοί. Η οικειοποίηση είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Η γαλλική οικουμένη δανείζει τα chansons της, τα οποία κουβαλούν μια δυναμική παράδοση τραγουδοποιΐας και επιτέλεσης.

Το Παρίσι, η Μονμάρτη και τα cabaretsartistiques επηρεάζουν τις μουσικές του κόσμου. Η ατμόσφαιρα από το Chat Noir, το οποίο λειτούργησε από το 1881, φτάνει και στην ελληνική οικουμένη. Τέτοιου τύπου μουσικοί τόποι, τα περίφημα καφέ σαντάν, προκύπτουν στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Αυτά τα γαλλικά τραγούδια εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε δια της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει και καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του.
Το πρότυπο της γαλλικής estudiantine, ένα κουαρτέτο με δυο μαντολίνα, μια μάντολα και μια κιθάρα, αποκτά μιμητές στην Κωνσταντινούπολη.

Εκτός από τη Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή ή του Αριστείδη, πολλές μικρές ορχήστρες δημιουργήθηκαν στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μέσα στις οποίες ανδρώθηκαν μουσικά όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές που δημιούργησαν το μεσοπολεμικό θαύμα στο ελληνικό τραγούδι: Παναγιώτης Τούντας, Γιάννης και Γιώργος Δραγάτης (ή Ογδοντάκης), Γιώργος Βι- δάλης, Παναγιώτης Βαϊνδιρλής, Γιώργος Σαβαρής, Τζον και ΛουσιένΜηλιάρης, Βαγγέλης Παπάγοζλου, Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), Ευάγγελος Σωφρονίου, Κώστας Νούρος, Δημήτρης Ατραΐδης, Νίκος Στεφανίδης, ΓιοβάνΤσασός, Αγάπιος Τόμπουλης, Κώστας Καρίπης, Αντώνης Νταλγκάς κ.ά.

Σπουδαίες εστουδιαντίνες που πέρασαν και στη δισκογραφία, εκτός από «τα Πολιτάκια» ήταν: Η εστουδιαντίνα Χριστοδουλίδη (στην Πόλη), η εστουδιαντίνα του Πέτρου Ζουναράκη (στην Πόλη), η Ελληνική Εστουδιαντίνα της Σμύρνης, η εστουδιαντίνα του Γιοβανίκα (Σμύρνη), του Κώστα Βλάχου (Σμύρνη), η εστουδιαντίνα Μελιτσιάνου (Σμύρνη) κ.ά.

«Με αριθμό μήτρας (ή δίσκου)  10384, το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ στο σημερινό δίσκο και σύμφωνα με την παρτιτούρα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κ. Μυστακίδου-Θ. Ευσταθιάδου με τίτλο "Η μόδα (ή Σαντεκλαίρ)" το τραγούδι αποδίδεται στους Νικόλαο Κόκκινο (μουσική) και Ιωάννη Γεωργίου (στίχους). Σχετικά με τη λέξη σαντεκλαίρ αναφέρει ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του: "Τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος πως τα σαντεκλέρια (ή σιντεκλέρια) είναι η λέξη Σαντεκλέρ, που σημαίνει κόκορας! Συγκεκριμένα, Chantecler είναι ο κόκορας που πρωταγωνιστεί στο γαλλικό μεσαιωνικό Roman de Renart. Θα μου πείτε, πώς έφτασε μέχρι τα μέρη μας -διότι σίγουρα ελάχιστοι Έλληνες έχουν διαβάσει το γαλλικό μεσαιωνικό κείμενο! Σίγουρα, αλλά Chantecler είναι επίσης ο τίτλος ενός θεατρικού έργου του ΕντμόνΡοστάν (του συγγραφέα του Σιρανό) που έκανε πάταγο στην εποχή του (1910). Το έργο είναι αλληγορική σάτιρα, με πρωταγωνιστές φτερωτά κατοικίδια, δηλαδή οι ηθοποιοί φορούσαν στολές.

Να υπενθυμίσω ότι το 1910 η Γαλλία είχε το σχεδόν αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της κουλτούρας, και ό,τι παιζόταν στο Παρίσι έδινε τον τόνο στον πλανήτη. Πράγματι, ο Σαντεκλέρ παίχτηκε και στην Αθήνα σχεδόν ταυτόχρονα με το Παρίσι: στις 7 Φεβρουαρίου 1910 δόθηκε η παριζιάνικη πρεμιέρα, ενώ η αθηναϊκή πρέπει να έγινε γύρω στις 10 του μηνός, μόλις λίγες μέρες αργότερα! Οπότε βλέπουμε ότι το «σαντεκλέρ» έφτασε να σημαίνει γενικώς τον πετεινό, και μάλιστα αυτό έγινε διεθνώς, αφού υπάρχουν πολλά καταναλωτικά προϊόντα με την επωνυμία Chantecler και σήμα ένα κοκοράκι. Κι έτσι, το «σαντεκλέρ» αρχικά μετατράπηκε σε «σαντεκλέρι» και όταν ξεχάστηκε (μετά το 1930) το θεατρικό έργο, θα άρχισαν να χρησιμοποιούν τη φράση χωρίς να ξέρουν τι είναι αυτό, οπότε εύλογο είναι να έπαθε τόσες παραφθορές, σιντεκλέρι κτλ.  Όσο για τη σημασία «σαντεκλέρι = κοκαλάκι των μαλλιών», κυκλοφορούσαν στην αγορά με σήμα ένα κοκοράκι -οπότε, από εκεί θα ονομάστηκαν έτσι τα κοκαλάκια". Στη βάση δεδομένων του AlanKelly στο πεδίο εκτελεστές  αναγράφεται Estudiantina Grecque – Melitzianos Choeur.

Στην άλλη πλευρά του δίσκου με αριθμό 10385 ¨Η Μαριόλα¨. Η εν λόγω ηχογράφηση αποτελεί διασκευή με ελληνικούς στίχους του γαλλικού τραγουδιού "Lamariolle", σε μουσική του DésiréBerniaux (1869–1960) και στίχους του EdmondBouchaudditDefleuve (1870–1945).
Η γαλλική παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε στο Παρίσι περίπου το 1910 από τις εκδόσεις D. Berniaux (75 Passage, Brady, Paris). Σύμφωνα με τον Πάνο Μαυραγάνη, η ελληνική παρτιτούρα κυκλοφόρησε με τίτλο "Lamariolla" από τον εκδοτικό οίκο Χρηστίδη στην Κωνσταντινούπολη. Στην παραπάνω καταγραφή ως συνθέτες αναφέρονται οι Α. Κρικώνης και D. Berniaux και ως στιχουργός ο Τυμφρηστός (ψευδώνυμο του Δ. Παπαδόπουλου). Παρτιτούρα του τραγουδιού με στίχους στην ελληνική και γαλλική γλώσσα εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από τις εκδόσεις Ιnternationale.»

Με αφορμή τα ελαφρο-παραδοσιακά της ορχήστρας του Άκη Σμυρναίου (ανάρτηση 303), πήρε σειρά ο Κωστής με τα Άσπρα Πουλιά και τις χαβάγιες του, συνέχισε με τα απαγορευμένα ρεμπέτικα του για να πάρει σειρά η Ρένα Στάμου με δύο λαϊκά (ο Μαχαραγιάς  με ηχόχρωμα ανατολής) στην Τούρκικη  Columbia. Πάμε όμως λίγο πιο παλιά. Η πρώτη εμφάνιση της λέξης «ρεμπέτικο» έγινε κάπου μεταξύ 1910 και 1913 στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου. Ο ένας εκδόθηκε μάλλον το 1912 στην Κωνσταντινούπολη από τη δισκογραφική εταιρεία «ORFEON RECORD», που ιδρύθηκε το 1910-11 από τα αδέρφια Herman & Julius Blumenthal, αρχικά εκπροσώπους της ODEON σε Αίγυπτο και Τουρκία (αναφέρει ο Πάνος Σαββόπουλος).

Από αυτές τις πρώτες ηχογραφήσεις στην Τουρκία (Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη) έχουμε ¨παρθενογένεση¨ της ελληνικής δισκογραφίας (όχι ελληνικής μουσικής). Τα διάφορα μουσικά σχήματα προσπαθούν να αφήσουν το στίγμα τους τραγουδώντας (ερμηνεύοντας) όλα τα ¨είδη¨ της μέχρι τότε ελληνικής μουσικής με άρωμα ευρωπαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνονθύλευμα (μπαστάρδεμα) ήχων, οργάνων και στίχων. Παράδειγμα παίζουν παραδοσιακό τσάμικο με όργανα ορχήστρας, χορωδία ή μονωδία με φωνές τενόρων που το λες και ελαφρό τραγούδι. Τουλάχιστον μετά από μια δεκαετία και μιλάω για τέλη της δεκαετίας του 1910 με αρχές του 1920 αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα.

Ο σημερινός δίσκος στις 11 ίντσες λίγο μεγαλύτερος από τους κλασικούς 10ιντσους γραμμοφωνικούς. Η ¨Μαριόλα¨ κυκλοφόρησε και με αριθμό 10449 με λίγο διαφορετικούς στίχους. Το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ το βρίσκουμε εκτελεσμένο και από την γυναίκα του Αντώνη Μελιτσιάνου Αρετή, σε δίσκο  Concert Record Gramophone (και σε Αμερικάνικο Victor) με χρονολογία ηχογράφησης 19/09/1912 στην Κωνσταντινούπολη (σύμφωνα πάντα με το αρχείο Κουνάδη).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

306. COLUMBIA DT 477 ΣΤΑΜΟΥ ΡΕΝΑ- ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ- ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΤΖΟΥΑΝΑΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ 1952

Στάμου Ρένα (Δασκαλάκη Σεβδαλή Ειρήνη)- Τσαουσάκης Πρόδρομος- Καλλέργης Νίκος- Παπαϊωάννου Γιάννης-Τζουανάκος Σταύρος- Γιαννόπουλος Αθανάσιος- Βούλγαρης Νίκος COLUMBIA DT 477  Το βασανάκι - Ο Μαχαραγιάς 1952- 78rpm- 10''

«Η Ειρήνη Δασκαλάκη-Σεβδαλή, όπως ήταν το πατρικό της επώνυμο, γεννήθηκε στα Χανιά στις 4 Ιουλίου 1930 (1923 αναφέρει η κόρη της).

Δε γνώρισε πατέρα. Μέχρι δώδεκα χρόνων έζησε στο Ορφανοτροφείο Ηρακλείου. Κατόπιν πέρασε πιο δύσκολα, στο σπίτι της μητέρας της, στον Πειραιά. Έφυγε, και για καλή της τύχη έμεινε στην κατοχή με μια οικογένεια στα Πατήσια, αλλά στη συνέχεια πάλι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Περιπλανήθηκε στην Αθήνα και τελικά την πήρε στο σπίτι γνωστή τραγουδίστρια για να της κρατάει τα παιδιά.

Εκεί γνωρίζεται με την παρέα των λαϊκών μουσικών, πρώτα με τον Στέλιο Χρυσίνη και το 1948 ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο με τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη, Σεμιχά και Φτωχοκόριτσο, με το όνομα “Ρένα” στην ετικέτα. Ρένα Στάμου τη βαφτίζει ο Ν. Μηλιόπουλος.

Ερμηνεύοντας μερικά από τα ωραιότερα μεταπολεμικά τραγούδια (των Μάρκου Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Κώστα Καπλάνη, Στέλιου Χρυσίνη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Κυριαζή, Θόδωρο Δερβενιώτη, Αιμίλιου Σαββίδη, Χαράλαμπου Βασιλειάδη, Χρήστου Κολοκοτρώνη και άλλων) και στολίζοντας φωνητικά πολλά ακόμα στο πλευρό μεγάλων συνθετών, η Ρένα Στάμου χαρακτηρίζεται από πολλούς η καλύτερη και η πιο άρτια «δεύτερη φωνή» του λαϊκού και του ρεμπέτικου.

Η δεκαετία του ’50, είναι μία ιδιαίτερη και μεγαλειώδη περίοδο για το λαϊκό τραγούδι. Σε αυτήν «έπαιξαν» τόσο πρωτοπόροι του ρεμπέτικου αλλά και οι συνεχιστές τους ενώ αναδείχθηκαν όλο τα κορυφαία ονόματα του κλασικού λαϊκού ρεπερτορίου σε δημιουργικό και ερμηνευτικό επίπεδο. Παράλληλα το ελαφρό τραγούδι έδωσε ανεπανάληπτες δημιουργίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του ’50 οι πληγές του πολέμου και του εμφυλίου παρέμεναν ανοικτές ενώ πολλά δεινά (φτώχεια, αρρώστιες, ανεργία, προβληματική ανάπτυξη, αστυφιλία, μετανάστευση, εξορία, λογοκρισία, παρακράτος κ.ά.) μάστιζαν την ελληνική κοινωνία.

Η κυρία Ρένα Στάμου την πενταετία 1949-1954 προκάλεσε αίσθηση με τη λαμπερή φωνή της. Σαν πρώτη ερμηνεύτρια τραγούδησε το 1950 τη θρυλική δημιουργία των Στέλιου Χρυσίνη και Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα), Απόψε μ’ εγκατέλειψες. Άλλες επιτυχίες της είναι τα: Πήρα το δρόμο τον κακό (Της αμαρτίας το στρατί) των Καλδάρα- Βίρβου, Τι σού ‘φταιξα παλιόκοσμε των Χρυσίνη-Κολοκοτρώνη, Βογγά τη νύχτα ο άνεμος των Χρυσίνη - Τσάντα κ.ά. Στο ίδιο πλαίσιο η Στάμου άφησε εποχή σαν σεγοντίστρια, συνοδεύοντας μεταξύ άλλων τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και το Στέλιο Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επιτυχία τραγουδιών σαν τα: Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά, Ήθελα να’ μουνα πασάς, Ο λεβέντης που πονά, Ο ζωντανός ο χωρισμός, Οι πυρκαγιές, Όλα μαύρα κ.ά. σε μια περίοδο που το σεγόντο θεωρείτο αναγκαίο και απαραίτητο για την δισκογραφία. Μουσικοσυνθέτες σαν τους Τσιτσάνη, Μητσάκη, Καλδάρα, Χρυσίνη, Τζουανάκο κ.ά. αναζητούσαν με αγωνία φωνές και χροιές που θα παντρεύονταν αρμονικά με τον κύριο ερμηνευτή.

Και το σημαντικότερο η δεύτερη φωνή θα έπρεπε να διέθετε την άνεση να λειτουργήσει με πιστότητα, και γρηγοράδα στο στούντιο καθώς τα τεχνολογικά μέσα της εποχής ήταν λειψά και οι εγγραφές γίνονταν μία κι έξω, δηλαδή μουσικοί και ερμηνευτές έπαιζαν και τραγουδούσαν το κάθε τραγούδι ταυτόχρονα. Ίσως αυτή η ευκολία που είχε στις διφωνίες και η ανάγκη των συνθετών για φωνές-εργαλεία να περιόρισαν το ρόλο της σαν βασική ερμηνεύτρια. Παράλληλα η Στάμου είχε μια δυναμική παρουσία στα κέντρα (Καλαματιανός, Μαργωμένος, Τριάνα, Περιβόλας, Κεφάλας, Στελλάκης, Χαβάη κ.ά.) συνεργαζόμενη με τους περισσότερους δημιουργούς και ερμηνευτές που αναφέραμε νωρίτερα:

Από το 1954 και μετά εγκαταλείπει την Ελλάδα και πραγματοποιεί εμφανίσεις στο εξωτερικό. Έχει προηγηθεί το 1952 το ταξίδι της με τον Γιώργο Μητσάκη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μητσάκης ήταν αυτός που της έδωσε και τα πρώτα της τραγούδια στην δισκογραφία, το 1949, τη Σεμιχά και το Φτωχοκόριτσο. Αιτία της μετανάστευσης της Στάμου, είναι σύμφωνα με την ίδια οι αλλαγές που συμβαίνουν στη διασκέδαση όπου ήδη από τότε άρχιζε να επικρατεί η εικόνα και λιγότερο η ουσία καθώς οι γυναίκες στο πατάρι εκτός από φωνή έπρεπε να πουλούν και θέαμα… και ότι άλλο προκύψει: «Εγώ δεν έπινα, δεν κάπνιζα, πως θα έκανα τους πελάτες να ανοίξουν μπουκάλια για χάρη μου. Στο εξωτερικό με αναγνώρισαν και με σεβάστηκαν ως καλλιτέχνη…».

Η Στάμου ταξίδεψε και πάλι στην Πόλη, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στις Η.Π.Α, στον Καναδά, στην Αγγλία, στο Βέλγιο, στην Αίγυπτο (όπου δούλεψε με το Λουκά Νταράλα) κ.ά. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1974, θα συναντήσει την αδιαφορία των μεγάλων εταιρειών, θα ξαναφύγει και πάλι και θα γυρίσει εκ νέου στα πάτρια εδάφη το 1980. Θα δουλέψει στου Σαμπάνη με τους Δημήτρη Κοντογιάννη, Γιάννη Μωραίτη, Γιώργο Παπαδάκη σε μια εποχή που ανθούν τα λαϊκορεμπέτικα στέκια, στη συνέχεια σε μαγαζιά της Θεσσαλονίκης και πάλι στου Σαμπάνη, στην Πάτρα, και ξανά Θεσσαλονίκη, θα μεταναστεύσει, θα επιστρέψει κ.ο.κ.

Το 1992 θα συμμετάσχει στο δίσκο του Βαγγέλη Κορακάκη με τίτλο Μπουζουξήδες Με Πυξίδες όπου τραγουδά το Πρώτο φθινόπωρο. Έκτοτε θα κινηθεί σε ανάλογους δρόμους με εμφανίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, θα ηχογραφήσει σε μικρές εταιρείες παλαιότερα και νέα τραγούδια –σε κάποια από αυτά είναι και δημιουργός-, θα είναι ομιλήτρια και ερμηνεύτρια σε συνέδρια και συναυλίες για το ρεμπέτικο που διοργανώνουν πανεπιστημιακά ιδρύματα της αλλοδαπής.

Πρόσφατα εκδόθηκε από τον Σύγχρονη Εποχή και τους συγγραφείς – μελετητές του λαϊκού τραγουδιού Νέαρχο Γεωργιάδη και Τάνια Ραχματούλινα η βιογραφία της με τον αντιπροσωπευτικό τίτλο Μια Εγκυκλοπαίδεια Του Ρεμπέτικου.

Όχι και άσχημα για το κοριτσάκι των προσφύγων που γεννήθηκε στην Κρήτη, μεγάλωσε με τους παππούδες, πέρασε από το ορφανοτροφείο, δε γνώρισε πατέρα ενώ η μητρική παρουσία στη ζωή της κάθε άλλο παρά στοργική ήταν. Κι όμως παρ’ όλα αυτά η Ρένα Στάμου κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια της, να αναδειχθεί σε κυρία του ελληνικού πενταγράμμου, να δημιουργήσει μύθο γύρω απ’ το όνομά της και να εξακολουθεί να συγκινεί με την πάθος της για δημιουργία και τη γοητευτική ερμηνεία της.

Δε θα το περίμενε κανείς ότι με πάνω από εξηνταπέντε χρόνια τραγουδιστικής δράσης στην Ελλάδα, Τουρκία, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Αυστραλία, Αμερική, Νέα Ζηλανδία, Αίγυπτο κλπ η Ρένα θα έδινε ακόμα συναυλίες! Κι όμως, ασταμάτητη η Ρεμπέτισσα! Τραγουδάει, γελάει, αφηγείται ιστορίες...

Στα 92 χρόνια της έφυγε από τη ζωή η ξεχωριστή λαϊκή ερμηνεύτρια Ρένα Στάμου. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 2022 στο Λονδίνο.»

Από την Τουρκία η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, με κάποιους να ισχυρίζονται ότι ¨πείραζαν¨ τα τραγούδια. Ρένα Στάμου, ένα κεφάλαιο του Ελληνικού τραγουδιού, από μόνη της. Οι συμμετοχές στο σημερινό δίσκο περιέχουν ¨ιερά τέρατα¨ του ρεμπετο-λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Αρκέστηκα στο βιογραφικό της Στάμου γιατί αλλιώς θα θέλαμε αρκετές σελίδες για την ανάρτηση. Και όλα αυτά όχι γιατί το γύρισαν οι ¨Πέρδικες¨ στο ρεμπετολαϊκό (μιλάμε για χάος) αλλά είναι αυτός ο ¨Μαχαραγιάς¨ στην καλύτερη του εκτέλεση και αφού ρίξαμε ελαφροπαραδοσιακό, ρεμπέτικο, χαβάγια, φοξτροτ (και τι σου έχω για μετά), ήρθε και η ώρα να βασανιστούμε λίγο σε γνήσια λαϊκά μονοπάτια.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

305. ODEON GA 1642 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΕΣΚΕΝΑΖΗ ΡΟΖΙΤΑ- ΔΡΑΓΑΤΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1933

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι)- Εσκενάζη (Εσκενάζυ- Εσκινάζι- Σκινάζι- Τουρκατζού- Ζαρντινίδη) Ροζίτα (Ρόζα- Σάρα- Ροζαλία)- Δραγάτσης Γιάννης (Ογδοντάκης- Ογδόντας) ODEON GA 1642 Οι γαμπίτσες - Καμωματού 1933- 78rpm- 10''

 

Στο σημερινό δίσκο ο Κώστας Ρούκουνας με τις ¨Γαμπίτσες¨  στην μια πλευρά και στην άλλη πλευρά της πλάκας, η Ρόζα Εσκενάζυ με την ¨Καμωματού¨ ηχογραφημένα το 1933.  Στιχουργός και συνθέτης ο Γιάννης Δραγάτσης (Ογδοντάκης) που το 1933 τα ηχογραφεί και τα δύο και με την Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα). Εξαιρετικές και οι τέσσερις εκτελέσεις. Παρακάτω σύντομα βιογραφικά του Ρούκουνα και της Εσκενάζυ. Περισσότερα για Δραγάτση- Ρούκουνα- Εσκενάζυ σε παλαιότερες αναρτήσεις. 

Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός.

Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.

Η γαμπίτσα σου με σφάζει, την καρδιά μου την σπαράζει

και οι μπουκλίτσες στα μαλλιά σου μ’ έφεραν στη γειτονιά σου.

Μέσα στα στενά σοκάκια, κάνεις σκέρτσα και ναζάκια

κι όποιον δεις, τον εσκλαβώνεις, με τα μάτια τον σκοτώνεις.
Για τα δυο σου τα ματάκια, έχω πάρει τα σοκάκια,

που τρελαίνουν και μαγεύουν κι όλο τον ντουνιά μαραίνουν.

Ξεμυαλίστηκα, ο καημένος, γιατί είμαι μαγεμένος

και θα είμαι πια δικός σου, σκλάβος σου παντοτινός σου.

Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.

Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.

Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών. 

Η Ρόζα Εσκενάζυ, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία), γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883 – 1905 (έκρυβε σε όλη τη ζωή της την πραγματική ηλικία της) και πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη Περιστερίου στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.

Το ακριβές έτος γεννήσεώς της είναι ασαφές. Ο Π. Κουνάδης, χρονολογώντας βάσει διηγήσεων του γιού του Μήτσου Σέμση, το τοποθετεί μεταξύ 1883 και 1887. Από την άλλη, τα επίσημα έγραφα (που συνετάχθησαν μετά την άφιξή της στην Ελλάδα) αναφέρουν 1905. Υπάρχει δηλαδή τεράστιο χάσμα!

Εντός της πρώτης δεκαετίας της ζωής της Ρόζας Εσκενάζυ, η οικογένεια της μετακομίζει στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί θα βρεθεί στον Πειραιά όπου θα ξεκινήσει αρχικά ως χορεύτρια γύρω στο 1910. Ωστόσο, γρήγορα θα ασχοληθεί με το τραγούδι όπου αρχικά ερμηνεύει τόσο ελληνικά όσο και τούρκικα και αρμένικα τραγούδια.

Το 1913 ερωτεύτηκε και κλέφτηκε με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Γιάννη (Γιάγκο) Ζαρντινίδη, γόνο πλούσιας οικογένειας από την Καππαδοκία. Δεν είναι γνωστό εάν παντρεύτηκαν αφού η Ρόζα διατήρησε το οικογενειακό της θρήσκευμα. Απέκτησαν ένα γιο τον Παράσχο. Ο άντρας της πέθανε από καταχρήσεις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο γιος πήγε σε ορφανοτροφείο κι ανέλαβε να τον μεγαλώσει η οικογένεια του πατέρα του. Ως αξιωματικός της Αεροπορίας επανασυνδέθηκαν το 1935. Λέγεται ότι το 1930 απέκτησε και μια κόρη που κι αυτή κατέληξε σε ορφανοτροφείο. Έκανε στις ΗΠΑ κι ένα «λευκό» γάμο για να μπορέσει να πάρει άδεια παραμονής για να τραγουδά σε ελληνικά κέντρα.

Την δεύτερη φορά ερωτεύτηκε, ένα επίσης νεαρό άντρα, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, αξιωματικό της Χωροφυλακής και τριάντα χρόνια νεότερό της. 

Τα τέλη πλέον της δεκαετίας του 1920 έχουν φτάσει και η Ρόζα κάνει τις πρώτες της ηχογραφήσεις με τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα. Σύντομα η φωνή της γίνεται αναγνωρίσιμη και μέσα στη δεκαετία του 1930 φωνογραφεί πληθώρα σμυρναίικων, ρεμπέτικων και δημοτικών τραγουδιών (περίπου 500 στον αριθμό) αποτέλεσμα της συνεργασίας της με κορυφαίους συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης (Σκαρβέλης, Περιστέρης, Τούντας, Τζόβενος, Παπάζογλου και άλλοι). Ειρωνεία της τύχης, το ρεμπέτικο του τεκέ, που τόσο πιστά υπηρέτησε, έμελλε να σβήσει αφορμή ενός δικού της τραγουδιού. Το «Πρέζα όταν πιείς» αποτέλεσε την τέλεια αφορμή για την επιβολή μιας ήδη προδιαγεγραμμένης λογοκρισίας και απαγόρευσης απ’ το Μεταξικό καθεστώς. Έτσι σφραγίστηκε η πρώτη περίοδος του ρεμπέτικου τραγουδιού, η λεγόμενη και προπολεμική.

Δεκαετία του ’40 και πριν τα κανόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου ηχήσουν, η Ρόζα πραγματοποιεί καλλιτεχνική περιοδεία στα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Μέση Ανατολή ενώ μετά τη λήξη του πολέμου περιόδευσε και στις Η.Π.Α, όπου το ελληνικό στοιχείο ανθούσε. Τη δεκαετία του 1970, με το μεταγενέστερο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για το ρεμπέτικο, η Ρόζα έρχεται και πάλι στην επιφάνεια παραμένοντας ενεργή ως το τέλος. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Η ερμηνεία, το ύφος και η τεχνική της αποτελούν ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς όλων των τραγουδιστριών που ασχολούνται με το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η Ρόζα Εσκενάζυ πρέπει να κατέχει το ρεκόρ εμφανίσεων στο εξωτερικό. Έκανε περισσότερες από 500 περιοδείες εκτός Ελλάδας! Τραγούδησε παντού. Στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στις ΗΠΑ, στην Αλβανία, στη Γιουγκοσλαβία. Το ρεπερτόριό της απέραντο όπως και οι δυνατότητες της φωνής της. Μπορούσε να ερμηνεύσει με άνεση στα τούρκικα, αλλά και στα ελληνικά, ακόμα και στα εβραϊκά. Ειδικά στις ΗΠΑ δεν υπήρχε βαλκανική παροικία που δεν έτρεξε να τη θαυμάσει.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Τρίτη 27 Ιουνίου 2023

LP7. THE JAIL'S A FINE SCHOOL- A. KOSTIS - OLV-001/MRP-097 2020

Μπέζος Κώστας (Α.Κωστής- Κ.Κωστής) THE JAIL'S A FINE SCHOOL- A. KOSTIS - OLV-001/MRP-097  2020- 33rpm- 10''

 «Επιτέλους, ύστερα από 85 χρόνια, ...έπεσε η «μάσκα» Α. Κωστής, πίσω από την οποία κρυβόταν ο μεγαλειώδης -πολυτάλαντος και πολυπράγμων- Κώστας Μπέζος. Το τράβηγμα της «μάσκας» δεν το έκανε το Υπουργείο -λέμε τώρα...- Πολιτισμού ή κάποιος δημόσια επιχορηγούμενος φορέας, αλλά δύο ξένοι οι οποίοι «ερωτεύθηκαν» τον Κώστα Μπέζο ως συνολικό καλλιτέχνη. Μάλιστα δε με δικά τους έξοδα κυκλοφόρησαν σε δίσκο LP τα υπέροχα δώδεκα -ρεμπέτικου ύφους- τραγούδια του. Μαζί κι ένα εξαίρετο και πλήρες ένθετο. Οι δύο αυτοί «ξένοι» είναι ο Άγγλος ψυχίατρος, μουσικός και ερευνητής Tony Klein (εδώ και χρόνια ζει στη Σουηδία) και ο Αμερικανός Gordon Ashworth. Σημαντικός συμπαραστάτης στην έρευνά τους ο νεαρός Δημήτρης Κούρτης, του οποίου ο ρόλος -θεωρώ- ότι δεν προβλήθηκε όσο του άρμοζε, γιατί χωρίς αυτόν, ...αντίο έκδοση!» Από το blog του Πάνου Σαββόπουλου τα παραπάνω πολύ ωραία.

«--Και μετά από μερικά χρόνια αυτό σε οδήγησε στα κομμάτια του Κωστή; :

--Tony Klein: Είχα ακούσει αυτά τα κομμάτια και για κάποιο λόγο μου άρεσαν και άρχισα να τα παίζω. Τότε όμως κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν και υπήρχαν κάτι περίεργες θεωρίες. Υπήρχε μια νεαρή γυναίκα που την έλεγαν Σοφία Μιχαλίτση που έκανε μια σειρά από προγράμματα πάνω στα ρεμπέτικα στο ραδιόφωνο την δεκαετία του ’70 και είχε αυτή την θεωρία ότι ο Κωστής ήταν ένας γέρος άντρας που γεννήθηκε το 1870. Δεν ξέρω από που βρήκε αυτή την πληροφορία, δεν την ρώτησα ποτέ. Πέρασε αρκετός καιρός και ήρθα σε επαφή με έναν Βρετανό που ζει στην Αθήνα και ονομάζεται Charles Howard και που είχε φτιάξει μερικές από τις καλύτερες επανακυκλοφορίες ρεμπέτικων σε CD που υπάρχουν. 

Αυτός μου έδωσε ένα άρθρο που γράφτηκε από τον Κουνάδη το 1996 που έκανε έρευνα στον Κωστή και μου είπε πώς βρήκαν αυτούς τους περίεργους δίσκους από το ’70 και κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν και ο Κουνάδης ρώταγε ένα σωρό κόσμο που μπορεί να ήξερε κάτι και κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την φωνή. Κανείς δεν είχε ιδέα.

Μιλούσε ταυτόχρονα σε κόσμο στην Ελλάδα και στην Αμερική και νόμιζε ότι ήταν αμερικάνικες ηχογραφήσεις στην αρχή επειδή είχαν κυκλοφορήσει κυρίως στην Αμερική στην Victor Records και προφανώς είχαν γίνει για εξαγωγή αν και τελικά αποδείχτηκε ότι είχαν γίνει στην Αθήνα.

Ήταν ένας Ολλανδός επίσης, ο Hugo Strötbaum που έψαχνε για παλιά αρχεία της Victor Records και το όνομα ‘Μπεζος’ έβγαινε αρκετές φορές σχετικά με τις ηχογραφήσεις του Κωστή, να ηχογραφεί χαβανέζικη μουσική, έτσι άρχισαν να σκέφτονται ότι ίσως υπήρχε μια σύνδεση. Αναγνώρισα την φωνή του όταν κατάφερα να ακούσω αρκετές από τις Χαβανέζικες ηχογραφήσεις του που ήταν περίπου 120 σε σύνολο. Αν και είναι τελείως διαφορετικό είδος μουσικής, έτσι δεν μπορείς να μαντέψεις ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι όμως σπουδαία μουσική.» Το παραπάνω απόσπασμα από την συνέντευξη του Tony Klein στην Lifo.

Τα πρώτα ακούσματα με τον Κώστα Μπέζο (Κωστή), ήρθαν μέσα από συλλογές ρεμπέτικων τραγουδιών του Χατζηδουλή, Φαληρέα, CBS (κέντρο έρευνας και μελέτης των ρεμπέτικων τραγουδιών) κ.α. Ως λάτρης του βινυλίου και από την στιγμή που βγήκε η συλλογή της Olvido/ Mississippi έψαχνα τρόπο να την αποκτήσω με το ελάχιστο κόστος, αφού ερχόταν με μεταφορικά από Αμερική συν το τελωνείο. Εδώ βοήθησε ο παιδικός μου φίλος Αντρέας, μόνιμος κάτοικος Αμερικής. Μετά το Πάσχα έρχομαι για ένα μήνα μου λέει. Θέλω κάτι δίσκους, αν σου είναι εύκολο. Δώσε διευθύνσεις δισκάδικων και θα πάω. Θα στα φέρουν σπίτι, πρόσεχε στη μεταφορά. Όλοι οι δίσκοι κυκλοφορίες της Olvido/ Mississippi.

Συνάντηση στο καφενείο του Κωσταντή για ματς και μπύρες/τσίπουρα. Άνοιξε τα πακέτα μου λέει, να δω τι κουβαλούσα. Όταν τα άνοιξα κατάλαβα ότι πρόκειται για εξαιρετική δουλειά. Φωτογραφίες, βιογραφικό, γλωσσάρι, ανάλυση του κάθε τραγουδιού. Το μόνο που έμενε ήταν να ακούσω και το βινύλιο. Είμαι σίγουρος ότι αν θέλαμε να μιλήσουμε για επαγγελματισμό και αγάπη για αυτό που ¨κάνω¨, θα μιλάγαμε για αυτές τις δυο εταιρίες. Πρώτη επαφή με τις εταιρίες είχατε στο γραμμοφωνικό της Φραντζεσκοπούλου, που σας είχα το cd των εταιριών μέσα στο φάκελο.

Τα περισσότερα τραγούδια έχουν αντιγραφεί από τις μήτρες της Victor. Αυτό σημαίνει ‘ότι δεν υπάρχει ίχνος από θόρυβο! Για να καταλάβετε θα αναφερθώ ¨Στην υπόγα¨. Στους στίχους της συλλογής ¨Το Ρεμπέτικο Τραγούδι Νο4¨, γράφει ¨ρίχνει μούσμουλα (σφαίρες) στο ρούχο¨ (βλέπε εικόνα παρακάτω) που είναι λάθος γιατί ακούγεται με θόρυβο. Το σωστό είναι ¨ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο¨ . Τρεις διαφορετικές ερμηνείες.

Το προφανές το ρούχο που φοράει ο μάγκας (που είπαμε ότι είναι λάθος). Ρούφος αυτός που ρουφάει ναργιλέ η δεύτερη έννοια ή ρούφος το ¨μπολ¨ του ναργιλέ η τρίτη έννοια. Στο ρεμπέτικο φόρουμ υπάρχει άλλη μια που λέει ότι ρούφος είναι το ταβάνι από το roof το αγγλικό (υποθέτω). Αναφορά στο γλωσσάρι γίνεται και στο ¨Όπλες¨, μια φράση για να πάρει κουράγιο όπως μεταφράζεται η ερμηνεία. Τι ωραία που την είχε πει και ο Καραβίτης στην ανάρτηση 281.

Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω τη σπουδαία δουλειά που έχει κάνει και η εταιρεία «Η Ιστορία Της Ελληνικής Μουσικής» (στις 78 στροφές). Η παρούσα έκδοση, επιμέλειας των ερευνητών και συλλεκτών της δισκογραφίας γραμμοφώνου Σταύρου Κουρούση και Κωνσταντίνου Κοπανιτσάνου, συνιστά ένα μοναδικό εγχείρημα όσον αφορά τη συμβολή της κιθάρας στην ελληνική δισκογραφία γραμμοφώνου κατά τα έτη 1905-1949. Εδώ θα βρείτε και ακυκλοφόρητα τραγούδια του Κωστή. Όλα σε cd αλλά όπως και στο ¨Μίλιε μου Κρήτη απ΄τα παλιά¨ , δεν υπάρχει περίπτωση να τα βρεις σε γραμμοφώνου σε αυτή την κατάσταση. Η δισκογραφική Orpheum των παραπάνω, έχει συνεργαστεί και με τις Olvido/Mississippi.

Τέλος να ευχαριστήσω τον φίλο μου τον Αντρέα και τον Ιδομενέα τον ¨γραφίστα¨ από Ρέθυμνο για την βοήθεια τους. Επίσης στηρίξτε τις δισκογραφικές Olvido/ Mississippi και αγοράστε δίσκους του Κωστή, της Παπαγκίκα, της Φραντζεσκοπούλου, του Βαμβακάρη κ.α. από Έλληνες και φυσικά από ξένους άλλων χωρών (θα πάθετε με τους γκαραζιέρηδες Dead Moon που πρέπει να έχουν αδυναμία).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …εδώ.


 




Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

304. HIS MASTER'S VOICE AO.2137 ΜΠΕΖΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ- ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΔΑΝΑΗ- ΒΑΜΠΑΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΜΝΗΜΑΤΙΔΗΣ ΧΡ. 1934

Μπέζος Κώστας (Α. Κωστής- Κ. Κωστής)- Άσπρα Πουλιά- Στρατηγοπούλου Δανάη- Βάμπαρης Αναστάσιος- Μνηματίδης Χρ. HIS MASTER'S VOICE AO.2137 Λαίντυ Γιουκούλελε (Χαβανέζικη καντάδα) - Ινούρμι (Σλόου-φοξ) 1934- 78rpm- 10''

«Ο Κώστας Μπέζος  (1905-1943) ήταν μια πραγματικά ακατάτακτη περίπτωση καλλιτέχνη. Πολυτάλαντου, πολυσχιδή και πολυπράγμονα, που άφησε μικρό αλλά αριστουργηματικό έργο. Συνθέτης, στιχουργός, κιθαρίστας, μαέστρος και τραγουδιστής.

Γεννήθηκε το 1905 στο χωριό Μπολάτι Κορινθίας από μεσοαστική οικογένεια.

Τέλειωσε το γυμνάσιο στην Κόρινθο και  ήρθε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κιθάρας και έτσι τον απορρόφησε η μουσική.

Εργάστηκε στις εφημερίδες «Πρωΐα» και «Ακρόπολη» (πιθανόν και σε άλλες) ως κειμενογράφος, σκιτσογράφος και γελοιογράφος.

Βασικά ήταν εκπληκτικός μουσικός, συνθέτης και στιχουργός. Από νέος έπαιζε δεξιοτεχνικά κιθάρα και χαβάγια. Μέλος της «Μάντρας» του Αττίκ και συνεργάτης του διάσημου συνθέτη.

Πρωτοηχογράφησε τραγούδια του το 1930.Αρκετά από τα τραγούδια του, που ισορροπούσαν ανάμεσα στο ρεμπέτικο, στο επιθεωρησιακό και στο «ελαφρό», είναι γνωστά και σήμερα, αν και δεν είναι πάντοτε γνωστό πως είναι δικά του.

Ταλαντούχος και στη ζωγραφική, σπούδασε για λίγα χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά την παράτησε. Όμως δεν εγκατέλειψε την εικαστική έκφραση, αναδεικνυόμενος ως ο βασικός σκιτσογράφος της εφημερίδας “Πρωία” (στην οποία συχνά αρθρογραφούσε). Χαρακτηριστικές είναι οι γελοιογραφίες του με τον Μουσολίνι.

Μετά το 1935 και μέχρι την Κατοχή, επισκεπτόταν κάθε χρόνο τη Θεσ/νίκη με το Συγκρότημα του Αττίκ, ή με το 8μελές προσωπικό του συγκρότημα και εμφανιζόταν στο Κέντρο του Λευκού Πύργου, μετέχοντας σε θιάσους βαριετέ. 

Πραγματοποίησε και περιοδείες στην Αίγυπτο κ.α., φτάνοντας ως την Αμερική.

Εργάστηκε και σαν ηθοποιός και μάλιστα το 1941-42 έπαιξε στην κινηματογραφική ταινία “Μάγια η τσιγγάνα”, του Γιάννη Χριστοδούλου. Ήταν επίσης αναμεμειγμένος σε μερικές ταινίες στις αρχές του ’40.

Υπήρξε γοητευτικός άνδρας, αλλά δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε έκανε παιδιά.

Η ζωή του ήταν πολύ δημιουργική αλλά δυστυχώς σύντομη. Πέθανε το 1943, 38 μόλις ετών, στην Αθήνα από φυματίωση. Μέσα στην Πείνα, τις στερήσεις και τις κακουχίες της Γερμανικής Κατοχής. Τάφηκε στο Γ’ Νεκροταφείο.

Το 1943 έγινε μια έκθεση της σκιτσογραφικής δουλειάς του εις μνήμην του, επειδή άνηκε στην Ένωση Σκιτσογράφων.

Είχε δικό του 8μελές συγκρότημα με χαβάγιες, τα «Άσπρα πουλιά», που ήταν αρκετά γνωστό. Ονομάστηκαν έτσι επειδή έπαιζαν πάντα ντυμένοι στα άσπρα.

Έκαναν γραμμοφωνήσεις και εμφανίζονταν σε θέατρα, εκδηλώσεις κλπ.

Μέλος του συγκροτήματος ήταν και ο κιθαρίστας Τίτος Καλλίρης, γιός της αδελφής του Μπέζου.

Επίσης σ’αυτό άρχισε την καριέρα του σαν κιθαρίστας ο Μανώλης Χιώτης. Όπως λέει σε μια συνέντευξή του: «Το ξεκίνημά μου ήτανε από το συγκρότημα του Μπέζου, του συγχωρεμένου του Κώστα, που είχε το συγκρότημα «Τα άσπρα πουλιά». Ήταν ένα συγκρότημα που ήτανε «οι χαβάγιες», τότε που λέγανε. Και ήμουνα σαν 1ος κιθαρίστας του Μπέζου. Όταν πρωτοπήγα στο ωδείο, πήγα για να μάθω βιολί. Αλλά ξεμυαλίστηκα με την κιθάρα και με τις καντάδες. Και από εκεί ξεκίνησα, από του Μπέζου το συγκρότημα... Αυτό ήτανε προπολεμικά. Ήτανε συγκρότημα που έπαιζε σε δίσκους και κάνανε εμφανίσεις σε θέατρα, σε χορούς κλπ.» 

Το συγκρότημα  του Μπέζου υπήρξε φυτώριο και για άλλα πολύ μεγάλα ονόματα της μουσικής και του τραγουδιού, όπως η Δανάη και ο Νίκος Γούναρης.

Ήταν στενός συνεργάτης του Αττίκ και μέλος της περίφημης «Μάντρας» του.  

Φίλος της Δανάης (Στρατηγοπούλου),  που τότε εργαζόταν σαν νεαρή  δημοσιογράφος στην «Πρωία». Τη γνώρισε στον Αττίκ και έτσι άρχισε την καριέρα της. Στην αυτοβιογραφία της μιλάει πολύ θετικά γι’ αυτόν. Ότι δούλευαν μαζί, ότι ήταν πολύ σέξι άνδρας, ότι την ενθάρρυνε στην μουσική της, ότι την γνώρισε στον Αττίκ, κτλ.

Θεωρείται "ο πιο αινιγματικός ρεμπέτης".

Το 1930 και 1931 ηχογράφησε στην Αθήνα για την Αμερικάνικη αγορά με προτροπή του Τέτου Δημητριάδη 6 δίσκους με 12 ρεμπέτικα που είχαν θέμα τη μαγκιά. Σ’αυτά τραγούδησε και έπαιξε κιθάρα ο ίδιος ο Μπέζος, με συνοδεία και δεύτερης κιθάρας. Το ποιος ήταν ο δεύτερος κιθαρίστας παραμένει μυστήριο. Σ’ αυτά χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Α. Κωστής» (σε 2 απ’αυτά «Κ. Κωστής»).

Κομμάτια με μοναδικά κιθαριστικά ντουέτα και στίχους μαύρου χιούμορ για τεκέδες, κουλτούρα φυλακής κλπ. της παλιάς Αθήνας. Γοητευτικότατα, ελκυστικότατα, ηδονικότατα, ευφυέστατα και πρωτότυπα, μουσικά και στιχουργικά. Εξαιρετικά και από μουσική άποψη και παιγμένα με άψογη μαεστρία.

Η χρήση της κιθάρας σ’αυτά τα κλασσικά ρεμπέτικα δείχνει μια δεξιοτεχνία παιξίματος με τα δάχτυλα σε Μικρασιάτικους δρόμους και ασυνήθιστα κουρδίσματα στην αυγή των ρεμπέτικων, πριν την επικράτηση του μπουζουκιού, που για πρώτη φορά ηχογραφείται στην Ελλάδα το 1931.

Το όνομα του Κώστα Μπέζου δεν είχε συνδεθεί με αυτές τις ηχογραφήσεις. Χρειάστηκαν περίπου 50 χρόνια για να ανακαλυφθεί ότι ήταν αυτός, μετά από μια έρευνα του Παναγιώτη Κουνάδη, το 1970.

 Ο Μπέζος, μάλλον εσκεμμένα παρέμεινε σιωπηλός σχετικά με τους συγκεκριμένους δίσκους, επειδή δεν ήθελε να σχετιστεί με κάτι που θα κηλίδωνε τη μεσοαστική φήμη του.

 Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο της Αθηνάς Σπανούδη για το «Ήσουνα ξυπόλυτη» (ουσιαστικά την ¨Παξιμαδοκλέφτρα¨)στη "Μουσική Ζωή"(1.10.1931): "Υπόδειγμα ταπεινού, χυδαίου και γαιώδους κομματιού, που χαμοσέρνει την τέχνην των ήχων στα βρωμερώτερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας" (Ο Μπέζος είχε γράψει το ‘Ήσουνα Ξυπόλητη". Η λέξη ‘παξιμαδοκλέφτρα’ δεν αναφέρθηκε σε κομμάτι του Μπέζου παρά μόνο όταν ο Γιάννης Λεμπέσης έβαλε έξτρα στίχους στο κομμάτι και αναγκαστικά απέκτησε καινούργιο τίτλο και τότε ο κόσμος σκεφτόταν ότι ήταν αυτό το απαίσιο κομμάτι στο οποίο αναφερόταν αυτή η γυναίκα και ήταν σε μια ταινία- για να συμπληρώσω ότι στην παραγωγή του Γιώργου Καρρά που τραγουδάει ο Νταλγκάς ο τίτλος είναι ¨Η παξιμαδοκλέφτρα¨ σ.σ Ο Καρράς συνεργάστηκε με τον Μπέζο).

 Ο Μπέζος δεν ήταν βέβαια αυθεντικός ρεμπέτης. Θεωρούνταν αξιαγάπητος αριστοκράτης, πέραν της προσεγμένης ένδυσης του. Ένας από τους γνησιότερους “αριστοκράτες μάγκες”.

 Δεν είχε σχέση με τη μαγκιά και τον κόσμο του περιθωρίου. Όμως ακουγόταν σαν αληθινός μάγκας, σαν ένας ώριμος, σκληρός άντρας που ζει στον υπόκοσμο.

 Πώς μπόρεσε να κάνει την τέλεια εκδοχή αυτού του χαρακτήρα ένας 25χρονος μεσοαστός από την Κόρινθο, που δεν κάπνιζε χασίσι, δεν είχε πάει στη φυλακή και δεν είχε καμία σχέση με αυτό τον τρόπο ζωής, παραμένει μυστήριο. Ίσως να βοήθησε το ότι ήταν και ηθοποιός. Φαίνεται ότι ήξερε τον κόσμο της μαγκιάς που αντέγραφε. Συναλλάσσονταν με τους μάγκες, για να μην πούμε πως ήταν κι ο ίδιος μάγκας.»

Μεγάλο Αλάνι, ο Κώστας Μπέζος. Του λιμανιού και του σαλονιού, όπως πολύ ωραία σκιαγραφείται το προφίλ του σε πολλές από τις τόσες διαδικτυακές αναφορές. Καλό θα ήταν να αφιερώσετε λίγο από το χρόνο σας στις πηγές πληροφόρησης (στο σύνδεσμο παρακάτω).

Εξαιρετική η Χαβανέζικη καντάδα και φυσικά στο σλόου-φοξ η ¨Ινούρμι¨. Παρατηρήστε ότι στην Αμερικάνικη ετικέτα δεν εμφανίζονται όλες οι πληροφορίες. Και επειδή πιάσαμε τα ¨Ελαφρά¨ (βλέπε και προηγούμενη ανάρτηση), στις επόμενες αναρτήσεις θα γίνει σύνδεση όλων (τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε). Παραδοσιακά, ελαφρά, ρεμπέτικα, λαϊκά όλα κάτω από τον ίδιο μανδύα της (τεράστιας) Ελληνικής δισκογραφίας.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).