Σκορδαλός Αθανάσιος- Νενεδάκης Μάρκος FIDELITY 2105034 Με μαχαιριές
πληρώνονται όσ' αγαπούν στ' αλήθεια - Πως έσφαλες θα μου το πεις 1970- 45rpm- 7''
«Ο Θανάσης Σκορδαλός γεννήθηκε στο Σπήλι Αγίου Βασιλείου στις 10
Δεκέμβρη του 1920. Από μικρός είχε εξοικειωθεί με τους ήχους της βυζαντινής
μουσικής, αφού η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου βρισκόταν απέναντι από το
πατρικό του σπίτι.
Σε ηλικία 9 ετών έπιασε πρώτη φορά λύρα στα χέρια του.
Γνώρισε τον Ανδρέα Ροδινό και τον Ιωάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη, από
τους οποίους επηρεάστηκε θετικά.
Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Χατζηαντωνίου.
Στα τέλη της δεκαετίας ’30 ξεκίνησε η συνεργασία του με τον Γιάννη
Μαρκογιαννάκη.
Ο πρώτος του δίσκος γραμμοφώνου «Μόνο εκείνος π’ αγαπά» ηχογραφήθηκε
τον Δεκέμβριο του 1946 και κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 1947 με τον Γιάννη
Μαρκογιαννάκη στο λαούτο.
Το συγκρότημα Σκορδαλού-Μαρκογιάννη ήταν το πρώτο που προσκλήθηκε
επίσημα από την Παγκρητική της Αμερικής το 1958.
Ταξίδεψε σε: Αμερική, Γερμανία, Βέλγιο, Αυστραλία, Γαλλία, Νότια
Αφρική κ.ά.
Ο Θανάσης Σκορδαλός έφυγε στις 22-4-1998 και κηδεύτηκε στο Σπήλι στις
23-4-1998
Δισκογραφικές εταιρίες με τις οποίες συνεργάστηκε: Odeon, Parlophone,
Columbia, His master’s voice, Nina, Fidelity, Panivar, Cretaphon, Κρητικό
μουσικό εργαστήρι, Σείστρον, Φαιστός»
Τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία του Θανάση Σκορδαλού θα τα βρείτε εδώ.. Το
αξιέπαινο εγχείρημα της σελίδας του Σκορδαλού από τον φίλο Κλεάνθη Ατσαλάκη.
Στο σημερινό δισκάκι ο Θανάσης Σκορδαλός μαζί με τον Μάρκο Νενεδάκη (βλέπε ανάρτηση 25 και 113).
Ο Μάρκος Νενεδάκης με καταγωγή από Επισκοπή Ρεθύμνου συνεργάστηκε για χρόνια με τον Σκορδαλό. Είχανε ταξιδέψει αρκετές φορές μαζί στη Γερμανία. Ήτανε κυρίως πασαδόρος με το λαούτο και δεν έπαιζε σόλο. Δυστυχώς δεν βρίσκεται εν ζωή. Τις λιγοστές πληροφορίες και την παραπάνω φωτογραφία, τις χρωστάμε στον Σήφη Λεκάκη (που έχει πάρει συνέντευξη από τον Νενεδάκη το 2004) και τον Γιώργο Βαβουλέ.
Το ¨Με μαχαιριές πληρώνονται όσ’ αγαπούν
στ’ αλήθεια¨ να το αφιερώσω στους μαθητές
μου, που προσφωνούν με αγάπη ¨θα φας μαχαιριές¨ μεταξύ τους και να τους ευχηθώ ¨Καλό καλοκαίρι¨.
Γκαλμάνη, Κόρος, Σαλέας στο σημερινό δισκάκι με την Μαρία Γκαλμάνη σε
ένα εξαιρετικό τσάμικο (το οποίο το έβαλα πρώτο). Για Κόρο και Σαλέα (τον
παλιό) δεν χρειάζονται συστάσεις. Ακολουθούν βιογραφικά στοιχεία για τους καλλιτέχνες
(για τους οποίους περισσότερα θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις).
«Άγνωστα τα βιογραφικά στοιχεία για την Μαρία Γκαλμάνη
(Παπαδοπούλου). Δισκογραφικά έχει αρκετά 45άρια (περίπου 20) και αρκετές
ηχογραφήσεις, που σύμφωνα με το Greekdiscography (Βασίλη Χατζηαντωνίου) δεν κόπηκαν ποτέ σε
δίσκους 45 στροφών.
Συνεργάστηκε με τους καλύτερους κλαριντζήδες της εποχής Βασίλη Σούκα,
Αθανάσιο Χαλιγιάννη, Κώστα Κοντογιώργο, Βασίλειο Σαλέα, Βασίλη Μπεσίρη, Δημήτρη
Μπροδήμα, Γιώργο Μπαλάτσο, Κυριάκο Κώστουλα και Αντώνη Λεονταρίτση. Επίσης με
τους Αλέκο Αραπάκη, Γιώργο Κόρο, Γιώργο Φλώρο, Δημήτρη Λαβίδα και άλλους.
Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους
Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της
βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και
στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους,
γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η
καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική.
Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του
δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης. Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της
Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που
το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική.
Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το
φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα
Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο
Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη
Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία
Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.
Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90
ετών. Είπε...¨Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές
μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.¨
¨Τα ταξίμια στο βιολί είναι
σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του,
την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε
παιδί μου, αυτά έπαθες;
Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος-Σαλέας, ήταν από τους καλύτερους λαϊκούς
κλαρινοπαίχτες της Ελληνικής παραδοσιακής μας μουσικής. Γεννήθηκε το 1929
σε κάποιο από τα καμποχώρια του κάτω Αχελώου, αλλά ήταν εγγεγραμμένος στα
μητρώα αρρένων του δήμου Μεσολογγίου.
Υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία στο χώρο της παραδοσιακής
μουσικής.
Γεννήθηκε μουσικός. Παιδί έπαιζε φλογέρα κ αναδείχτηκε στο μεγαλύτερο
δεξιοτέχνη του κλαρίνου. Τα πρώτα του βήματα τα πήρε απ' τον πατέρα του Κώστα
Σαλέα που έπαιζε ζουρνά. Αργότερα μαθαίνει τα μυστικά του κλαρίνου απ' τον
Χαράλαμπο Μαργέλη (1895-1954) απ' το Μεσολόγγι.
Τα παιδικά του χρόνια τα χαρακτηρίζει η φτώχεια κ η μιζέρια. Κι όμως αυτό
το μικρό "γυφτάκι" έμελλε αργότερα να γίνει γνωστός και εκτός Ελλάδος.
Είχε ταλέντο και δημιουργική μαγιά. Στα πανηγύρια, γιατί εκεί
γεννιέται, αναπτύσσεται και διατηρείται το δημοτικό μας τραγούδι, δοξάστηκε
περισσότερο απ' όλους ο Σαλέας.
Γνώστης όλων των μουσικών σκοπών του λαού μας, αγαπήθηκε όσο λίγοι
καλλιτέχνες.
Τον αποκαλούσαν "στρατάρχη του κλαρίνου". Έπαιζε με πάθος
και μεράκι σουφρώνοντας χαρακτηριστικά τα φρύδια του. Σώμα και ψυχή ήταν
απόλυτα συνδεδεμένα με το κλαρίνο.
Ανέδειξε το κλαρίνο όχι μόνο σαν δημοτικό όργανο, αλλά σαν όργανο που
μπορεί να σταθεί σε κάθε ορχήστρα και φωνοληψία. Στην εποχή του επισκίαζε τους
πάντες, που του είχαν σεβασμό αλλά και φόβο!
Στο μεταξύ ήταν και "υπερήφανος", μόλις έβλεπε στο χώρο που
έπαιζε ότι βρίσκονταν μεγάλοι μουσικοί, έδινε τον καλύτερο εαυτό του, για να
δικαιολογήσει το όνομα του και να εισπράξει τις καλύτερες κριτικές των
έγκριτων. Κάτι που έκαναν και οι Γιώργος Κόρος, Βαγγέλης Σούκας, Γιάννης
Βασιλόπουλος. Έτσι ήταν ο Σαλέας, όταν ήθελε δεν τον έφτανε κανένας!!!
Εκτιμήθηκε από όλους τους χώρους του ελληνικού τραγουδιού. Εμφανίστηκε σε πολλά
μεγάλα κέντρα των Αθηνών της χρυσής εκείνης εποχής, αλλά και στην επαρχία όπου
περνούσε χάλαγε κόσμο! "Ένας ήταν ο Σαλέας στην Ελλάδα βρε
παιδιά...." που λέει και το τραγούδι! Εκτός από δεξιοτέχνης, ήταν και
επιβλητικός ως άνθρωπος. Ιδιαίτερα καλοντυμένος, μερακλής με χαρακτηριστικά τα
χρυσά του δαχτυλίδια! Σαν άνθρωπος, ήταν πάντα περιποιημένος με αδυναμία στις
όμορφες γυναίκες για τις οποίες ξόδεψε όλα του σχεδόν τα χρήματα που κέρδισε
επί οκτώ χρόνια στην Αμερική!
Σαν μουσικός μπορεί να ήταν εγωιστής αλλά σαν άνθρωπος ήταν πονόψυχος
και καλόκαρδος, υποστηρίζοντας με όποιον τρόπο μπορούσε τη τσιγγάνικη γενιά
του. Ανέβαζε στο πάλκο τους θαμώνες ή κατέβαινε αυτός κοντά τους. Ξημέρωνε στο
πάλκο παίζοντας με το στόμιο σκοτεινές, παράξενες μουσικές που μόνο αυτός
ήξερε, που δεν ξανακούστηκαν ποτέ πια, ύστερα από εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα.
Η ζωή του Σαλέα υπήρξε περιπετειώδης και συνταρακτική, κλυδωνιζόμενη πάντα από
μεγάλα πάθη, ανταρσίες και γενναιοφροσύνες: τα λεφτά του τα έπινε, τα
γλεντούσε, τα μοίραζε: στη γυφτιά, στους αναξιοπαθείς συναδέλφους του. Ήταν ο
αναγνωρισμένος "βασιλιάς" της φάρας, δια της λαϊκής βουής-
επανειλημμένα του προτάθηκε ο επίσημος τίτλος. Δεν τον δέχτηκε, τι να τον
έκανε, διατηρούσε τον ίδιο στον κόσμο των κλαρινοπαικτών ως το θάνατό του.
Στην κατοχή είχε λάβει μέρος και στην Εθνική Αντίσταση.
Η δισκογραφία του μεγάλη αφού συνεργάστηκε με όλους τους Έλληνες
τραγουδιστές του δημοτικού αλλά και του λαϊκού τραγουδιού!
Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1972 και «από το σπίτι του στην εκκλησία τον
πήγανε παίζοντας πέντε κλαρίνα. Όλα φημισμένα. Όλα της φάρας του. Το ίδιο και
στο νεκροταφείο. Πέντε κλαρίνα έπαιζαν πάνω στον τάφο του!».
Καρίπης (Καριπόπουλος- Καρύπης)
Κώστας- Δραγάτσης Γιάννης (Ογδοντάκης- Ογδόντας) POLYDORV 45110 Η Λαφίνα (Δημώδες) -
Η Τρυγώνα (Δημώδες) 1927- 78rpm- 10''
«Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Καριπόπουλος και γεννήθηκε στην
Πόλη. Άγνωστο παραμένει αν το «Καρίπης» ήταν αλλαγή του ονόματός του από τον
ίδιο, ή ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο.
Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες που
ήρθαν από την Πόλη μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922. Μαζί με τον επίσης
Κωνσταντινοπουλίτη Κώστα Σκαρβέλη, θεωρούνται, εκτός των άλλων, και οι
σπουδαιότεροι κιθαρίστες του ρεμπέτικου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας
Καρυπόπουλος. Στους δίσκους αναγραφόταν πάντως Καρίπης ή Καρύπης.
Μετέφερε μαζί με τους, επίσης συντοπίτες του, Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά,
Κώστα Σκαρβέλη, Γρηγόρη Ασίκη, Αγάπιο Τομπούλη καθώς και με τις μεγάλες
τραγουδίστριες Ρόζα Εσκενάζυ και Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου ή Πολίτισσα, το
μουσικό πλούτο της μεγάλης πρωτεύουσας του Ελληνισμού, μέσα στο ρεμπέτικο
τραγούδι της Ελλάδος του Μεσοπολέμου.
Οι πληροφορίες για τους χρόνους γέννησης και θανάτου του Κώστα Καρίπη, δίνονται
με επιφύλαξη και στηρίζονται σε αφηγήσεις φίλων και συναδέλφων του, όπως ο
Κώστας Τζόβενος(για τη γέννησή του) και άλλοι -νεώτεροι- για τον θάνατό του.
Επίσης ελήφθησαν υπ’ όψιν και τα στοιχεία από τα αρχεία της Coloumbia, που τον
εμφανίζουν να παίζει κιθάρα σε ηχογραφήσεις μέχρι το 1950-51. το γεγονός ότι δε
νυμφεύθηκε και δεν άφησε απογόνους, είναι η βασική αιτία που δεν έχουν -μέχρι
στιγμής- εντοπιστεί πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του, τους τόπους κατοικίας
του κ.λ.π.
Ο Κώστας Τζόβενος μας πληροφόρησε ότι ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος του και
ότι γνωρίστηκαν το 1923 στο καφενείο των μουσικών «Η Μικρά Ασία» στην οδό
Αθηνάς 33. Είχε ήδη τη φήμη σπουδαίου τραγουδιστή και κιθαρίστα, πριν έλθει
στην απελευθερωμένη Ελλάδα.
Από το 1923 μέχρι το 1932-33 έπαιζε σε διάφορα πάλκα του ρεμπέτικου με τον
Κώστα Τζόβενο(σαντούρι), τον Μήτσο Αραπάκη(τραγούδι και σαντούρι), τον Σπύρο
Περιστέρη(μαντολίνο, μαντόλα, κιθάρα) και άλλους. Από τα καλύτερα μαγαζιά που
δούλεψε ήταν του Μουρούζη, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και στην οδό Αθηνάς, στην
αίθουσα του ξενοδοχείου «Ακταίον» στο Ν. Φάληρο, στην «Μπύρα» του Πίκινου, στο Θησείο
κ.α.
Στη δισκογραφία ξεκίνησε ως τραγουδιστής, ηχογραφώντας με την αγγλική Columbia,
τη γερμανική Polydor και την επίσης γερμανική Odeon, μεταξύ 1926-1931, μια
σειρά από ρεμπέτικα και μανέδες από την Μικρασιατική παράδοση καθώς επίσης και
μερικά τραγούδια γνωστών συνθετών της Σμύρνης, όπως του Παναγιώτη Τούντα και
του Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη. Στο ρεπερτόριο αυτής της περιόδου συμπεριέλαβε
και ορισμένα δημοτικά τραγούδια.
Για λόγους που ακόμα δεν έχουν ερμηνευθεί, χάνεται-φωνητικά- από την δισκογραφία
γύρω στο 1931-32, ενώ την ίδια περίπου χρονιά αρχίζει να ηχογραφεί δικά του
τραγούδια, δημιουργώντας σειρά μεγάλων επιτυχιών στη δεκαετία του 1930.
Ταυτόχρονα καταλαμβάνει μόνιμη θέση κιθαρίστα στις ηχογραφήσεις των
δισκογραφικών εταιρειών, παίζοντας κιθάρα σε εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες
τραγούδια, από το 1930 έως το 1951, χρονιά που χάνονται τα ίχνη του.
Όλοι οι γνωστοί και διάσημοι τραγουδιστές της εποχής ερμήνευσαν στη δισκογραφία
δικά του τραγούδια, εκτός από τον ίδιο, γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι
πιθανόν να είχε σοβαρό πρόβλημα με τη φωνή του, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι κανένας
από τους νεώτερους συναδέλφους του που τον γνώρισαν μεταπολεμικά στο πάλκο και
τη δισκογραφία δεν τον θυμάται να τραγουδά.
Ανάμεσα σε αυτούς που τραγούδησαν τραγούδια του αναφέρουμε την Ρόζα Εσκενάζυ,
την Ρίτα Αμπατζή, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Κώστα Τσανάκο, τον Δημήτρη
Ατραΐδη, τον Γιώργο Βιδάλη, τον Κώστα Ρούκουνα, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον
Γιώργο Κάβουρα, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και την Σωτηρία Μπέλλου.
Μετά την επικράτηση στο ρεμπέτικο της Πειραιώτικης κομπανίας με μπουζούκια και
μπαγλαμάδες, έπαιξε σε όλα τα γνωστά στέκια, με όλους σχεδόν τους συνθέτες,
όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον
Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Στράτο Παγιουμτζή κ.λ.π.
Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συνέχισε με την ίδια παρέα των δημιουργών του
Πειραιώτικου ρεμπέτικου, παίζοντας σε διάφορα στέκια για το καθημερινό φαγητό.
Σύμφωνα με τα αρχεία της ΑΕΠΙ η διεύθυνση του στα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν
στην οδό Αστυπάλαιας 14 στα Πατήσια.
Μετά τον πόλεμο και με την έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου της Columbia,
τον Μάιο-Ιούνιο του 1946, συνεχίζει να ηχογραφεί με όλους τους παλαιούς και
νεώτερους συνθέτες κρατώντας τη θέση του κιθαρίστα κυρίως στις ηχογραφήσεις της
Columbia και της His Master’s Voice. Συνεργάζεται στη δισκογραφία και το πάλκο
και με πολλούς νεώτερους, όπως ο Γιώργος Μητσάκης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Σταύρος
Τζουανάκος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μπάμπης Μπακάλης κ.α.
Η δισκογραφία του Κώστα Καρίπη μεταξύ 1925-1940 περιλαμβάνει –σύμφωνα με τη
μέχρι στιγμής έρευνα- γύρω στα 100 τραγούδια, ως τραγουδιστής και συνθέτης, εκ
των οποίων 40 περίπου είναι δικά του, ενώ στα υπόλοιπα τραγουδά ο ίδιος.
Μεταπολεμικά έχουν εντοπιστεί μόνο τρία τραγούδια του, τραγουδισμένα από την
Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη Περπινιάδη και την Σωτηρία Μπέλου.
Τα ίχνη του χάθηκαν γύρω στο 1952 χωρίς κανένας από τους συναδέλφους του που
συναντήσαμε-μέχρι τώρα- να μπορεί να μας πληροφορήσει για το πώς, που και πότε
πέθανε.
Ο ξαφνικός -όπως φαίνεται- χαμός του μεγάλου αυτού δημιουργού άφησε
δυσαναπλήρωτο κενό, αφού -δυστυχώς- δεν έγινε η μεταβίβαση της τεράστιας
κιθαριστικής του εμπειρίας σε νεώτερους συναδέλφους. Τόσο μεγάλη θεωρήθηκε η
απώλειά του, που ο Βασίλης Τσιτσάνης μας είχε δηλώσει, ότι «μετά τον θάνατο του
Κώστα Καρίπη αναγκάστηκα να αναζητήσω άλλους τρόπους παιξίματος του μπουζουκιού
για να αναπληρώσω το κενό συνοδείας, που δημιουργήθηκε από το χαμό του».
Δυστυχώς και για τον Κώστα Καρίπη, όπως και για άλλους από τους δημιουργούς και
ερμηνευτές το ελληνικού τραγουδιού, δεν έχει καταστεί δυνατόν ακόμη να βρεθούν
στοιχεία για τα τελευταία –κυρίως χρόνια- της ζωής τους, ιδιαίτερα γι’ αυτούς
που δεν άφησαν απογόνους.»
Εξαιρετικός ο Κώστας Καρίπης, στο σημερινό δίσκο, σε δυο κλέφτικα με
έντονα τα στοιχεία αμανέδων και από την Πόλη, ειδικά στο παίξιμο του Ογδοντάκη
με το βιολί προς το τέλος της ¨Τρυγώνας¨. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία και
φωτογραφικό υλικό θα βρείτε στην τελευταία κυκλοφορία της
εταιρείας «Η Ιστορία Της Ελληνικής Μουσικής» που παραδίδει την κατά το δυνατόν πληρέστερη
δισκογραφία των σημαντικότερων λαϊκών κιθαριστών του πρώτου μισού του 20ού
αιώνα με τίτλο ¨Η Ελληνική κιθάρα στις 78 στροφές¨. Η παρούσα έκδοση,
επιμέλειας των ερευνητών και συλλεκτών της δισκογραφίας γραμμοφώνου Σταύρου
Κουρούση και Κωνσταντίνου Κοπανιτσάνου, συνιστά ένα μοναδικό εγχείρημα όσον
αφορά τη συμβολή της κιθάρας στην ελληνική δισκογραφία γραμμοφώνου κατά τα έτη
1905-1949. Το έργο τους είναι γνωστό από το ¨Μίλιε μου Κρήτη απ’τα παλιά¨.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
«Σπουδαίος μουσικός ο Μανώλης Τζινευράκης. Τεχνίτης στο βιολί, αλλά και στο θιαμπόλι.
Γεννήθηκε το 1924 στα Νοχιά Κισσάμου και καταγόταν από την μουσική οικογένεια
των Τζινευράκηδων. Πολυτάλαντος μουσικός, γνώστης της τοπικής μουσικής
κουλτούρας, δίδασκε, επιδιόρθωνε όργανα και παρόλη την αναπηρία του - είχε
τραυματιστεί στο πόδι στα χρόνια του εμφυλίου - έδινε το παρόν σε κάθε εκδήλωση
που τον καλούσαν.
Από μικρό παιδί έμαθε θιαμπόλι και ήταν ο μοναδικός που έπαιζε συρτό
με θιαμπόλι.
Βιολί του έμαθε ο Βολάνης από την Καληδονία, προπολεμικά.
Έμεινε στην Νέα Χώρα στα Χανιά το 1954 όταν ήταν ήδη φτασμένος
μουσικός.
Συνεργάστηκε με τον Μανώλη Θεοδωράκη, τον Μανώλη Νταουντάκη, τον
Γιώργη Γομπάκη, τον Ναύτη, τον Π. Καστάνη, Π. Καρμπαδάκη και άλλους πολλούς. Το
ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο από συρτά, πεντοζάλι, ρουμαθιανή σούστα, κοντυλιές,
καλαματιανά, νησιώτικα κ.α.
Δυστυχώς, αυτός ο σημαντικός μουσικός έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή το 1985,
αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σήμερα, οι παλιές ηχογραφήσεις του, μας
θυμίζουν την όμορφη δεξιοτεχνία του, αλλά και την σπουδαία του προσφορά στα
μουσικά δρώμενα των Χανίων.
Ο Χαρίδημος Κουρκουμελάκης γεννήθηκε το 1924 στην Κάτω Σούδα και
έμαθε τα ταμπαχανιώτικα από το θείο του, Νικόλαο Κουρκουμελάκη ή
Κουρκουμελή (1903-1986), επίσης από την Κάτω Σούδα, διάσημο μπουλγαρίστα της
εποχής του, ο οποίος άφησε όνομα για την τέχνη και το πάθος που έπαιζε τα
τραγούδια αυτά, τα έλεγε δε και «γυρογιαλίτικα». Τα τραγουδούσαν, εκτός τις
παρέες, στα ταβερνάκια, στα καφενεία και στους «νταμπάδες», οντάδες όπου
έμεναν οι θαμώνες του «χανιού». Τότε τα θεωρούσαν, έλεγε, κατώτερα τραγούδια,
διότι ήταν λίγο μάγκικα, παραπονιάρικα, του λιμανιού.
Τα ταμπαχανιώτικα τα τραγουδούσε και τα έπαιζε ο Χαρίδημος με μπουζούκι και
λαγούτο, πολύ γλυκά, και η σύζυγος του Φωφώ (γεννήθηκε το 1932) τα τραγουδούσε
πολύ ωραία, στο στιλ της εποχής της.
Συμφώνα με την μαρτυρία του Χαρίδημου Κουρκουμελάκη, στην Κάτω Σούδα έπαιζαν
μπουλγαριά οι: Χατζήνας (ο πρώτος δάσκαλος κατά τον Χαρίδημο) ο Βλάχος ο Νικολής
ή Βλαχονικολής, ο Βόλακας και φυσικά ο θείος του, ο Κουρκουμελής.
Ο Χαρίδημος Κουρκουμελάκης απεβίωσε το 2002.»
Εξαιρετικά παιξίματα από τους Χανιώτες Τζινευράκη- Κουρκουμελάκη στο
σημερινό δισκάκι. Στις παραπάνω φωτογραφίες δεν εικονίζεται πουθενά ο Κουρκουμελάκης.
Θυμάμαι το μπάρμπα μου τον Νικόλα, όποτε τον έπνιγε η Αθήνα
(και η καθημερινότητα), «Γυναίκα φεύγω» και η θεία ήξερε, ταξί για Πειραιά με
το βραδινό και βόλτες στα περβολάκια του, την άλλη. Όταν γέμιζε μπαταρίες
επέστρεφε. Η μαντινάδα του Κισσαμίτικου συρτού ταιριάζει γάντι.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
«Ο Αντώνιος Ξυλούρης του Γεωργίου και της Ελευθερίας, γεννήθηκε το
1942 στα Ανώγεια ΜυλοποτάμουΡεθύμνουΚρήτης και είναι
αδελφός του Νίκου Ξυλούρη και του Γιάννη Ξυλούρη. Έχει δύο
γιους, τον Γιώργο και τον Λάμπη Ξυλούρη και τρεις κόρες, τη Νίκη την Ελευθερία
και την Μαρία Ξυλούρη.
Ο ίδιος είναι μια ξεχωριστή μορφή της κρητικής μουσικής, διαθέτει μία
φωνή με ιδιαίτερη χροιά και προσωπικό ύφος στο παίξιμο της λύρας και των άλλων
παραδοσιακών οργάνων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 9 ετών βόσκοντας τα πρόβατα
του ψηλά στον Ψηλορείτη και δίπλα στο μεγαλύτερο αδελφό του τον Νίκο. Στην
ηλικία των 13 έκανε το πρώτο του γλέντι σε γάμο στα γειτονικά Σίσαρχα. Μετά το
τέλος της στρατιωτικής του θητείας, ο Αντώνης καταφέρνει να καθιερωθεί και ως
επαγγελματίας, σαν ένας πολύ ταλαντούχος καλλιτέχνης με ιδιαίτερο χρώμα στο
τραγούδι του και στο παίξιμο της λύρας.
Το 1964 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών. Ακολουθεί μια
πλούσια δισκογραφική δουλειά που αποφέρει εκτός από σημαντικές δημιουργίες, την
καθιέρωση του Ψαραντώνη στη συνείδηση του Κρητικού λαού ως ένα ιδιόρρυθμο
καλλιτέχνη που δίνει με τους αυτοσχεδιασμούς του το δικό του στίγμα σε κάθε
τραγούδι ή μελωδία που ερμηνεύει.
Μέχρι σήμερα έχει εκπροσωπήσει πολλές φορές την Ελλάδα σε φεστιβάλ του
εξωτερικού. Πρώτη φορά πήρε μέρος σε φεστιβάλ το 1982 στην Κολωνία
της Δυτικής Γερμανίας σε διοργάνωση του τηλεοπτικού
καναλιού WDR. Το 1984 έπαιξε στο Βερολίνο, στις εκδηλώσεις για τα 750 χρόνια από την ίδρυση της
πόλης, το 1989 στο "Journée des cinq continents" στη Ζυρίχη και το Άμστερνταμ,
ενώ τον Ιούνιο του 1999 πάλι ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο φεστιβάλ Η
Συνάντηση των Πέντε Ηπείρων στο Μαρτινί στην Ελβετία
κερδίζοντας διθυραμβικές κριτικές.
Το 2005 παίζει για τα 20 χρόνια του World Music Institute στο Town
Hall της Νέας Υόρκης,
το 2007 στο φεστιβάλ ροκ μουσικής "All tomorrow's Parties" στο Μάινχεντ
της Αγγλίας,
η πρώτη ελληνική συμμετοχή σε αυτό το φεστιβάλ, και το 2009 για δεύτερη φορά
στο ίδιο φεστιβάλ στο Σίδνεϊ και στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, το οποίο επιμελήθηκε ο Νικ Κέιβ.
Η λύρα του Ψαραντώνη εκτίθεται σήμερα στο "The World's first
Global Musical Instrument Museum" στο Φοίνιξ
της Αριζόνα
των ΗΠΑ, όπου και
προβάλλεται video με τον Ψαραντώνη να παίζει λύρα.»
Πολλά περιστροφικά χιλιόμετρα έχει κάνει το σημερινό δισκάκι. Ταλαιπωρημένο
αρκετά αλλά η λύρα και η φωνή του Ψαραντώνη τα καλύπτει όλα. Πολύ καλός και ο
Μαρκοβαγγέλης (συνεχόμενη αναφορά- βλέπε και προηγούμενη ανάρτηση).
Με αφορμή την σημερινή ανάρτηση, απορώ πως δεν έχουν μαζέψει όλα τα
45άρια του Ψαραντώνη να βγάλουν ένα LP (ας είναι και CD δεν θα τα χαλάσουμε).
Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης (βλέπε και αναρτήσεις
133,146,175,177,190 και 198) γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από
οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και
Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε
ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση
σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να
αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ,
δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από
το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της
ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους
αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη
συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των
ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον
αδερφό του Γιάννη και άλλους. Επίσης έχει γράψει δίσκο σε συνεργασία με τον
Μπάμπη Γαργανουράκη με τίτλο "Παίζω με το λαούτο μου". Ακολούθησαν
πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο
Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη
Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων
δημιουργών της Κρητικής μουσικής.
Ο Μιχάλης Αποστολάκης με καταγωγή το χωρίο Κεραμές, Αγίου Βασιλείου
Ρεθύμνου. Δισκογραφικά τον συναντάμε σε τέσσερα 45άρια. Έχει συνεργαστεί με τον
Μαρκοβαγγέλη, τον Μαρκογιάννη, τον Νίκο Μανιά και την Δέσποινα
Σκαλίδη-Παπαδάκη.
Εξαιρετικός ο Μαρκοβαγγέλης στο λαούτο και αντίστοιχα στη λύρα και το
τραγούδι ο Μιχάλης Αποστολάκης. Τα ορθογραφικά λάθη (δαίμων του τυπογραφείου)
δεν τα αποφεύγει ούτε η Columbia. Δυστυχώς περισσότερα βιογραφικά για τον Μιχάλη
Αποστολάκη δεν έχω καταφέρει να βρω.
Επίκαιρη ¨Η φοιτήτρια¨ αφού σε τρεις μέρες ξεκινάνε οι πανελλαδικές
εξετάσεις και με τη σειρά μου να ευχηθώ καλή επιτυχία σε όσους εξετάζονται.