Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

229. PANIVAR PA-271 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1970

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς) PANIVAR PA-271 Πόσο αργούνε οι στιγμές (Συρτός) - Δίπλα θα πάρω τα βουνά (Ριζίτικο) 1970- 45rpm- 7''

 

«Γεννήθηκα στα Ανώγεια. Πρώτη φορά έπιασα λύρα στα χέρια µου όταν ήμουν εφτά χρονών, το ’53 δηλαδή. Μου την πήρε ο πατέρας µου επειδή είδε ότι είχα έφεση.

Ήταν δύσκολα χρόνια τότε. Όχι µόνο παιχνίδια δεν υπήρχαν, τίποτε δεν υπήρχε. Και τη λύρα την έβλεπα σαν παιδικό παιχνίδι. Έπειτα από δυο χρόνια πήρα τη δεύτερη λύρα.

Έπαιζα σε παρέες, στο καφενείο του πατέρα µου, στις γυμναστικές επιδείξεις του δημοτικού σχολείου που πήγαινα. Το καφενείο του πατέρα µου το είχε παλιότερα ο παππούς µου και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται στα χέρια της οικογένειάς µας.

Εκεί μέσα γαλουχήθηκα και από πολύ μικρό παιδί είχα τα ακούσματα αυτών των ανθρώπων, των μερακλήδων. Οι φωνές τους και ο ήχος της λύρας της εποχής εκείνης ήταν μεγάλο σχολειό για µένα. Δώδεκα χρόνων έπαιξα για πρώτη φορά σε γάμο και από τότε μέχρι σήμερα έχω συνεχή επαγγελματική παρουσία.

Η γενιά µας και οι παλιότερες γενιές ωρίμαζαν νωρίς, γιατί νωρίς έμπαιναν στην εργασία. Ο πατέρας µου και όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν στον χώρο που γαλουχήθηκα είχαν µια συνέπεια, µια ευγένεια. Αυτό µε σημάδεψε και µου έδωσε καλές βάσεις. Από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι έπρεπε να δώσω το παρών χωρίς ασυνέπεια.

Τι συμβαίνει µε τα Ανώγεια τώρα και έχουν τόσους καλλιτέχνες; Εμείς έτυχε να έχουμε µια κληρονομιά από γενιά σε γενιά σε σχέση µε τη λύρα. Έπαιζε ο προπάππους µου, ο παππούς µου, ο αδερφός του παππού µου που ήταν και παππούς του Ξυλούρη από την πλευρά της μάνας του.

Τα Ανώγεια είναι και περιοχή που έχει πάρα πολλούς μερακλήδες, βγάζει πολλούς καλλιτέχνες και πολιτικούς. Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν να δώσουν κάτι σε κοινωνικό, καλλιτεχνικό και επιστημονικό επίπεδο.

Από τα Ανώγεια έφυγα πολύ μικρός αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Τα τελευταία χρόνια έχω επιστρέψει και πάλι εκεί, στις ρίζες. Φεύγοντας πήγα στο Ηράκλειο. Για λίγο έμεινα σε συγγενείς, έπειτα αυτονομήθηκα.

Συνεργάστηκα µε πολύ αξιόλογους μουσικούς που έπαιζαν λαούτο, μεγαλύτερους και πιο έμπειρους από µένα. Στο Ηράκλειο κάναμε παρέα µε τον Νίκο Ξυλούρη αλλά δεν παίζαμε μαζί. Ποτέ δυο λυράρηδες δεν έπαιζαν μαζί. Ούτε ως παιδιά όμως συμπέσαμε, γιατί ο Νίκος ήταν μεγαλύτερος από µένα δεκατρία χρόνια. Ωραίος καλλιτέχνης ήταν και πολύ αγαπητός άνθρωπος.

Η οικογένειά µου, όπως όλες τότε, έζησε σε αντίξοες συνθήκες, Κατοχή, καταστροφή του χωριού, ολοκαύτωμα. Οι άνθρωποι είδαν τα σπίτια τους να καίγονται, να έχουν μείνει µόνο οι εκκλησίες.

Έπρεπε λοιπόν να ανοικοδομήσουν τα σπίτια τους και παράλληλα να βρουν τα προς το ζην. Ο πατέρας µου στο χωριό δεν είχε µόνο το καφενείο. Για να αναθρέψει την πολυμελή οικογένειά του (εννέα παιδιά ήμασταν) έκανε ότι μπορούσε.

Έκανε τον κτηνοτρόφο, τον χασάπη, τον κουρέα μέσα στο καφενείο, για να μπορεί να αντεπεξέλθει. Έτσι ήταν το χωριό όσο έζησα εκεί. Γι’ αυτό έφυγα μικρός.

Μέχρι τα 17-18 µου χρόνια έπαιξα σε όλα τα χωριά της Κρήτης και καθιερώθηκα. Αμέσως μετά το στρατιωτικό µου και για έναν χρόνο έπαιξα στο μαγαζί ενός συγχωριανού µου.

Τη δεύτερη χρονιά άνοιξα δικό µου. Όταν απολύθηκα από τον στρατό ο πατέρας µου είχε πάρει σύνταξη του ΤΕΒΕ, η μάνα µου ήταν άρρωστη, τους έφερνα στο Ηράκλειο τη χειμερινή περίοδο. Τον πατέρα µου όμως δεν τον ενέπνεε το περιβάλλον της πόλης.

Ήταν άνθρωπος του χωριού, της φύσης. Ένιωθε ότι ήταν κλεισμένος σε κλουβί. Για να περνάει η ώρα του έπιανε το μολύβι και ζωγράφιζε.

Έτσι σε μεγάλη ηλικία του βγήκε αυτό το ταλέντο. Τα καλοκαίρια που γυρνούσαν στο χωριό έπιανε και ξυλογλυπτούσε. Έτσι πορεύτηκε μέχρι τα 95 του που πέθανε.

Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε νεότερο Θεόφιλο. Τον είχε παρουσιάσει και ο Φρέντυ Γερμανός. Πολλοί επισκέπτονταν τότε το εργαστήρι του, άνθρωποι των τεχνών. Πάρα πολλά έργα του τα είχαν πάρει Κινέζοι και Ιάπωνες.

Στην Κρήτη είχα μαγαζιά μέχρι το 1995. Εργαζόμουν εφτά μήνες τον χρόνο χωρίς ρεπό, 27 χρόνια ασταμάτητα. Το τελευταίο μαγαζί που είχα είχε χωρητικότητα εξακοσίων θέσεων.

Το σκέφτομαι σήμερα και αισθάνομαι ότι ήταν άθλος. Η εκτίμηση και η αγάπη του κόσμου µου έδωσαν τη δύναμη να προχωρώ και να αντέχω.

Νιώθω υπερήφανος που σε αυτά τα χρόνια δεν δημιουργήθηκε κατάσταση που να µε στενοχωρήσει. Υπήρξαν άνθρωποι που έπιναν και ξέφευγαν λιγάκι, αλλά αυτό είναι ανθρώπινο στο πλαίσιο που γινόταν.

Το 1982 στην αυλή του σπιτιού µου κάναμε το γλέντι του γάμου της ανιψιάς µου. Εγώ είχα μεθύσει από ενθουσιασμό – ποτό δεν πίνω, δεν έπινα ποτέ.

Ο πατέρας της ανιψιάς µου, ο οποίος έχει πεθάνει, µε γαλούχησε από μικρό παιδί. Έπιασα τη λύρα και ένας από κάτω έβγαλε το πιστόλι στο ένα μέτρο για να παίξει.

Πηγαίνοντας να το απασφαλίσει, αυτό πήρε φωτιά και µε χτύπησε. Μετά το συμβάν επέβαλα να µη ρίχνουν πυροβολισμούς όταν έπαιζα. Σε µια περίπτωση έφυγα κιόλας. Αυτό έχει μεγάλο κόστος, όμως δεν µε ενδιαφέρει. Θα αγωνιστώ και θα επιμείνω μέχρι εκεί που μπορώ.

 Όλα αυτά τα χρόνια αρνήθηκα να πάω σε εκδηλώσεις που θα έβγαζα πάρα πολλά λεφτά τη βραδιά. Έλεγα «καλέστε άλλον». Δεν έχει καμία σχέση µε την παράδοση όλο αυτό µε τα όπλα. Φταίει ο νεοπλουτισμός, το κατοχικό σύνδρομο, ο εγωισμός και το αντριλίκι.

Η κρητική μουσική δεν είναι των καλλιτεχνών, είναι του λαού. Εμείς είμαστε διασκεδαστές και εκφραστές του. Ο κόσμος επιλέγει τον διασκεδαστή του, τον τροβαδούρο του.

Υπάρχουν βραδιές που κάθε χωριό έχει µια διασκέδαση, ένα πανηγύρι. Δεν μπορούν πέντε, δέκα, είκοσι να καλύψουν όλο το φάσμα. Το χωριό τότε θα βάλει έναν µη επαγγελματία. Τη στιγμή όμως που αυτός θα διευθετήσει την ανάγκη του κόσμου είναι ισάξιος µε τους άλλους.»

Ριζίτικο από Μουντάκη στην προηγούμενη ανάρτηση, ριζίτικο και από τον Βασίλη Σκουλά στη σημερινή. Η διαφορά είναι στις ετικέτες των εταιριών. Στην Odeon η δουλειά είναι επαγγελματική (ασχέτως το λάθος με τον Μανουδάκη), εμφανίζονται όσοι συμμετέχουν. Αντίστοιχα στην Πανιβαρ μόνο ο Σκουλάς. Ξέχασαν τον λαουτιέρη. Μανιάς, Ψαρόγιαννος ή Φουκάκης; Μουσικά ¨αυτιά¨ ακούνε τον τρίτο, με κάθε επιφύλαξη αφού δεν έχουμε αναγραφή ονόματος.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

228. ODEON DSOG 2661 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΚΥΡΙΑΚΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1961

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μανουδάκης Βασίλης- Σαπουντζάκης Μιχάλης- Κυριακάκης Βασίλης- Μουντάκης Νίκος ODEON DSOG 2661 Ένα πουλί θαλασσινό (Ριζίτικο Κρητικό τραγούδι επιτραπέζιο) - Έφθασε ο πόνος στην καρδιά (Περαματιανός συρτός) 1961- 45rpm- 7''

«Στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στο χωριό Αλφά Μυλοποτάμου Ρεθύμνης, γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας άνθρωπος στον οποίο η Κρήτη και οι Κρητικοί οφείλουν πάρα πολλά.
 Ο λόγος για τον Κώστα Μουντάκη. Βαφτίστηκε στην ιερά Μονή Αρκαδίου στο Ρέθυμνο.
Τρεις μόλις μήνες μετά την γέννησή του τον Απρίλιο του 1926, έφυγε από την ζωή ο πατέρας του, Νικόλαος Μουντάκης γνωστός και ως «Κελαϊδής».
Ο πατέρας του υπήρξε δεινός χορευτής και τραγουδιστής και σίγουρα μετέφερε τα γονίδια αυτά στον Κώστα που δυστυχώς όμως, δεν τον γνώρισε ποτέ. Η μητέρα του λεγόταν Καλλιόπη και ήταν από το γένος των Καλλιγιάννηδων. Αξίζει να πούμε ότι η οικογένεια Μουντάκη έχει τις ρίζες της στο χωριό Καλλικράτης Σφακίων.
Στον Καλλικράτη ζούσε ο προπάππους του Κώστα Μουντάκη, Μανούσος που υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Χατζημιχάλη Νταλιάνη και σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελλο στην Επανάσταση του 1827.

Αφού τελείωσε το Δημοτικό το 1938 και πέτυχε στο ημιγυμνάσιο Πανόρμου, δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η οικογένεια του. Η μητέρα του αψηφώντας τα προβλήματα που υπήρχαν, μεγάλωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα επτά της παιδιά.

Το 1941 σε ηλικία 15 ετών ο Κώστας Μουντάκης, έπαιζε λύρα και τραγουδούσε στο καφενείο του χωριού του. Λίγο αργότερα όταν μπόρεσε μόνος του να κρατήσει ένα ολόκληρο γάμο χρίστηκε και επίσημα λυράρης.
Την πρώτη του λύρα την απέκτησε σε ηλικία 17 ετών το 1943, αφού έδωσε για αντάλλαγμα ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Για να βγάλει τα προς το ζην δούλεψε μαζί με έναν πλανόδιο μικροπωλητή. Από την εμπειρία του αυτή, μετά από κάποια χρόνια έγραψε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του, με τίτλο «Ο Πραματευτής».

Στο χωριό του την Αλφά, την εποχή που ξεκινούσε να μαθαίνει τα μυστικά της λύρας, υπήρχαν πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων: ο Στουμπούρης (νονός του Κώστα Μουντάκη), ο Νικήστρατος Μουντάκης (αδερφός του Κώστα Μουντάκη), ο Δημήτρης Καφφάτος (Δάσκαλος του Κώστα Μουντάκη), ο Νίκος Καλλιγιάννης κ.α.

Ο Κώστας Μουντάκης κατετάγη στη χωροφυλακή σε ηλικία 22 ετών το 1948. Υπηρέτησε στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα.
 Την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1952, είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αργότερα παραιτήθηκε και αναγκάστηκε να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια.
Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την Κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρρά.

Αφού πέρασε από την αυστηρή κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) μαζί με τον Γιώργη Βυζιργιαννάκη (Βυζιργιάννη) στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρρά, προβάλλοντας την Κρητική Μουσική στο Πανελλήνιο.
Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα ο Μουντόκωστας να καθιερωθεί ως ένας από τους περισσότερο ηχογραφημένους λυράρηδες της Κρητικής μουσικής.»

Ακόμα ένα δισκάκι από τον Μουντόκωστα (βλέπε αναρτήσεις 53,72,86,115,152,175 και 204). Στο λαούτο μαζί του ο Χανιώτης Βασίλης Μανουδάκης (βλέπε αναρτήσεις 183,195 και 214) από Μάλεμε. Στις ετικέτες, πράγμα πρωτόγνωρο για την Odeon έχουν κάνει λάθος και αναφέρουν ¨Μανουσάκης¨.

Αρχές της δεκαετίας 60 (1961) και ο Μουντάκης έχει τις διασυνδέσεις και τις παρέες του στο νομό Χανίων από την συνεργασία του με τους Κουτσουρέληδες και από την υπηρεσία του στη χωροφυλακή Χανίων. Με καταγωγή από Σφακιά ο ίδιος και με το όνομα Μουντάκης να υπάρχει σε αρκετές περιοχές του νομού Χανίων.

Στο ριζίτικο ¨Ένα πουλί θαλασσινό¨, συμμετέχουν (συνοδεύουν) όπως διαβάζουμε και από τις ετικέτες, ο Μιχάλης Σαπουντζάκης, ο Βασίλης Κυριακάκης και ο Νίκος Μουντάκης.

Βιογραφικά στοιχεία για τους δυο πρώτους δεν κατάφερα να βρω.

Ο Νίκος Μουντάκης με καταγωγή από Κίσσαμο (Καστέλι) Χανίων συμμετέχει στο ριζίτικο (σύμφωνα με πληροφορίες του Γιώργου Βαβουλέ- πολλά ευχαριστώ για τον χρόνο του) σε νεαρή ηλικία. Δούλευε στην υπηρεσία αρχαιολογίας. Στην παρακάτω φωτογραφία είναι ο μικρός κάτω δεξιά.


Στο στούντιο ηχογράφησης του Σταματάκη Γιάννη (βλέπε φωτογραφία παρακάτω), που ηχογράφησαν αρκετά κρητικά σχήματα, τον συναντάμε ως συνθέτη (στην κασέτα ¨Το νησί των Μεγάλων¨ με τον Κουνελομιχάλη) και λαϊκό τραγουδιστή (με το ¨Ναυάγιο της Φαλκονέρας¨). Είχε γράψει αρκετά τραγούδια αλλά δυστυχώς δεν κατάφεραν να τα διασώσουν. Πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Περισσότερες πληροφορίες και διορθώσεις σε βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα.

Στους μαθητές μου, στο μάθημα της ερευνητικής διαδικασίας τους εξηγώ ότι η έρευνα (ακόμα και σε επαγγελματικό επίπεδο), ουσιαστικά δεν τελειώνει ποτέ. Ήρθε λοιπόν ο Ιωάννης Παπαδάκης (διαχειριστής του blog sαdentrepese) να με επιβεβαιώσει και να μας προσφέρει τις παραπάνω πληροφορίες και φωτογραφίες που αφορούν τον Νίκο Μουντάκη. Τον ευχαριστώ πολύ όπως και τον Γιώργο Βαβουλέ που μας έφερε σε επικοινωνία.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 



Επειδή απέκλεισαν το βίντεο από το youtube, ακούστε το από το blog παραπάνω.

 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

227. DORE K-85 ΠΑΤΣΗΣ ΛΑΚΗΣ- ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΤΖΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1965

Πάτσης Λάκης- Χαρισιάδης Ιωάννης- Ματζιόπουλος (Μαντζόπουλος) Ιωάννης DORE K-85 Στο Μπισδούνι βράζουν ρύζι (Ηπειρώτικος συρτός στα δύο) - Άϊντε να πάμε πέρα μωρ' Ελένη 1965- 45rpm- 7''

Ο Γιάννης Χαρισιάδης, γιος του γνωστού κλαριντζή Κίτσου Χαρισιάδη γεννήθηκε στη Κληματιά. Συνόδεψε τον πατέρα του Κίτσο σε πλήθος εκδηλώσεων, που απαιτούσαν δυο κλαρίνα. Ηχογράφησε αρκετά 45άρια και συμμετείχε σε αρκετές συλλογές με Ηπειρώτικα τραγούδια. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να βρω. Από το βιογραφικό του πατέρα του παρακάτω συμπεραίνουμε ότι είχε έναν εξαιρετικό δάσκαλο και πότε δραστηριοποιήθηκε μουσικά.

Ο Κίτσος Χαρισιάδης γεννιέται στις 15 Οκτωβρίου του 1889 στη Βήσσανη του Πωγωνίου και βαφτίζεται Χριστόδουλος. Σε ηλικία 10 ετών μετακομίζει στην κωμόπολη της Ζίτσας για να μάθει τα παραδοσιακά τσιγγάνικα επαγγέλματα του χαλκωματά και του μουσικού. Εκεί μαθητεύει στο πλευρό του Θανάση Γιαννόπουλου (γεννημένου το 1857), σπουδαίου μουσικού που έπαιζε λαούτο, κλαρίνο και φλογέρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα, την εποχή που ο Κίτσος μαθαίνει κλαρίνο, το όργανο υπολογίζεται ότι δεν έχει πάνω από 70 χρόνια παρουσίας στη Ήπειρο.

Στις 25 Αυγούστου του 1910 ο Χαρισιάδης παντρεύεται την Λεμονιά Ευθυμίου στην Βελτσίτσα (Κληματιά) όπου μετακομίζει και ζει πλέον την υπόλοιπη ζωή του. Μαζί με την γυναίκα του απέκτησαν 6 παιδιά από τα οποία ενηλικιώθηκαν τα 4, η Σοφία, ο Γιάννης, η Ουρανία και η Λαμπρινή. Τα δύο άλλα, ο Βαγγέλης και η Διόχνω, πέθαναν μωρά. Για 55 περίπου χρόνια ο Κίτσος ζει την Κληματιά και παίζει σε αμέτρητα πανηγύρια, γάμους και γλέντια. Μεταξύ 1929 και 1931 ταξιδεύει στη Αθήνα όπου ηχογραφεί 24 κομμάτια για 3 διαφορετικές δισκογραφικές εταιρείες. Πεθαίνει στη Κληματιά, στα Ζιτσοχώρια στις 8 Ιανουαρίου 1968.

Στο τραγούδι ο Λάκης Πάτσης από Πρέβεζα. Εξαιρετική, χαρακτηριστική Ηπειρώτικη φωνή. Δισκογραφικά έχει εφτά 45άρια. Στο βιολί ο Μαντζόπουλος (ή Ματζιόπουλος) Γιάννης που δισκογραφικά έχει παίξει και με τον Κίτσο Χαρισιάδη. Βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τους παραπάνω δεν κατάφερα να βρω.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).