Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

200. NINA N-24507 ΝΤΑΛΙΑ ΡΕΝΑ- ΠΟΓΓΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ 1961 (ηχογράφηση 1959)

Ντάλλια (Ντάλια) Ρένα (Παπακώστα Ελευθερία)- Πόγγης Ανδρέας- Παπαϊωάννου Ιωάννης (Ψηλός- Πατσάς)  NINA N-24507 Τα μαύρα ρούχα (Συρτός Κρητικός) - Σούστα Κρητική (Κρητικός χορός) 1961 (ηχογράφηση1959) - 45rpm- 7''

Η ρεμπέτισσα ερμηνεύτρια Ρένα Ντάλλια (το πραγματικό της όνομα είναι Ελευθερία Παπακώστα) γεννήθηκε το 1934 (ή 1935) στην Πάτρα και απεβίωσε στον Πειραιά τον Αύγουστο του 2000. Ήταν το τελευταίο από τα 18 παιδιά των Ηπειρωτών γονέων της, από τα οποία επέζησαν μόνο τα δύο τελευταία, ένα αγόρι και η ίδια .
Τα φωνητικά της προσόντα τα έδειξε σε μικρή ακόμα ηλικία, ως μαθήτρια, συμμετέχοντας στη σχολική χορωδία του Γυμνασίου της στη Πάτρα. Γνήσια ρεμπέτικη και κοντράλτα φωνή, από τις καλύτερες του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού.
Στην Αθήνα ήρθε το 1950-51, σε ηλικία 18 ετών, για σπουδές, αλλά επειδή ο πατέρας και ο αδελφός της ήταν εξόριστοι στην Ικαρία λόγω αριστερών φρονημάτων, η μητέρα της και η ίδια, μόνες και απροστάτευτες, είχαν μεγάλες οικονομικές ανάγκες. Έτσι η Ελευθερία για να σταθεί στα πόδια της αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά ως δακτυλογράφος στη Δημαρχία Αθηνών.
Το 1951 μένανε με τη μητέρα της στο Παγκράτι και κάτω από το σπίτι τους ήταν μια οικογενειακή ταβέρνα ενός Κεφαλλονίτη, του Αντωνάτου, που την αγαπούσε σαν παιδί του. Στην ταβέρνα αυτή, που κατέβαινε συχνά, γνώρισε το Τρίο Ατενέ, καθώς και τον Κώστα Ζαφείρη που ήταν ραδιοφωνικός παραγωγός των εκπομπών της τότε Βασιλικής Αεροπορίας.
Ένα βράδυ ο Κ.Ζ. την ακούει να τραγουδάει ερασιτεχνικά με το Τρίο Ατενέ, του αρέσει η φωνή της και την προτείνει να πάρει μέρος σ’ ένα διαγωνισμό ταλέντων στο ραδιόφωνο. Της δίνει τότε και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Ρένα Ντάλλια» και έρχεται πρώτη μεταξύ 25 συνυποψήφιων κοριτσιών. Σε λίγες μέρες ο Ζαφείρης της κάνει νέα πρόταση να εμφανιστεί ως τραγουδίστρια στη κοσμική ταβέρνα του Ορφανού, στη γωνία Λεωφόρου Αλεξάνδρας και Ιπποκράτους. Δέχεται και ξεκινάει την καριέρα της στο τραγούδι με 25 δρχ μεροκάματο.Στη ταβέρνα αυτή ένα βράδυ την ακούει ο Ηλίας Ποτοσίδης (γνωστός μεταξύ των ρεμπετών ως Πάνω Βλέπας ή Χαμψίας), στενός συνεργάτης και δεύτερο μπουζούκι στο συγκρότημα του Γιάννη Παπαϊωάννου, τον ξετρελαίνει η φωνή της Ρένας και ενημερώνει σχετικά τον Παπαϊωάννου.
Αυτός σπεύδει να τη γνωρίσει και να την ακούσει, εντυπωσιάζεται από τη φωνή και την ομορφιά της και την προτείνει να εργαστεί μαζί του στην «Τριάνα» του Βασίλη Χειλά που τότε εμφανιζότανε. Η Ρένα δέχεται και έτσι άρχισε η μεγάλη της καριέρα δίπλα στον Παπαϊωάννου. Έμελλε να γίνει η μούσα του Γιάννη Παπαϊωάννου και ο μεγάλος έρωτας της ζωής του. Ένας έρωτας που την ταλαιπώρησε πολύ, που την προβλημάτισε ακόμα περισσότερο και χωρίς ευτυχή κατάληξη (ο Παπαϊωάννου ήταν ήδη παντρεμένος με παιδιά, με διπλάσια χρόνια στη πλάτη του, αφόρητα ζηλιάρης και ιδιαίτερα πιεστικός).
Σε λίγο καιρό η Ντάλλια γνωρίζεται και με τον Βασίλη Τσιτσάνη, μέσω του Ανέστου Αθανασίου ή Γύφτου. Ο Τσιτσάνης της δίνει την «Γκιούλ Μπαχάρ» και η Ρένα περνάει στη δισκογραφία για πρώτη φορά ερμηνεύοντας ανεπανάληπτα το 1ο της τραγούδι το 1950. Σύντομα ανοίγει ο δρόμος για να ακολουθήσουν κι άλλες πολύ μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Είμαστε φίλοι» και το «Χαλάλι σου χαλάλι» του Παπαϊωάννου, το «Φτωχοκάλυβο» του Χιώτη, η «Αρχοντορεμπέτισσα» και το «Έφυγες από τα χέρια μου» του Μητσάκη, κ.α.
Το 1952, αποδεχόμενοι μια σπουδαία επαγγελματική πρόταση, Παπαϊωάννου, Ντάλλια, Ποτοσίδης, Λαζάρου και Νίκος Καλλέργης ταξιδεύουν για την Κωνσταντινούπολη, για να εμφανιστούν στο κέντρο «Καζαμπλάνκα» και όπου παραμένουν δύο μήνες γνωρίζοντας δόξα και πολύ χρήμα.
Το 1953 η Ντάλλια γνωρίζεται με το Μανώλη Χιώτη και μεσολαβεί στον Παπαϊωάννου για να γίνει το συγκρότημα Παπαϊωάννου- Χιώτης- Ντάλλια, που οδήγησε σε μια πολύ καλή και πετυχημένη συνεργασία. Γίνεται από τα μεγαλύτερα ονόματα της λαϊκής νύχτας, τραγουδάει πολλές ώρες ατέλειωτα τραγούδια. Η επιτυχία έρχεται γρήγορα μαζί με την αναγνώριση του ταλέντου της από τον κόσμο που την ακούει και τη θαυμάζει.
Παράλληλα, γνωρίζεται και με διάφορους άλλους καλλιτέχνες της εποχής, καθώς και με τους τότε μεγαλύτερους στιχουργούς (Τσάντα, Μάνεση, Γκούτη, Κολοκοτρώνη, κλπ). Μεταξύ αυτών και την κατάκοιτη στο κρεβάτι Στέλλα Χασκίλ, που ήταν στο τέλος της ζωής της, χτυπημένη από τον επάρατο καρκίνο.
Θαύμαζε πολύ τη Σοφία Βέμπο, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τη Σωτηρία Μέλλου και τη Καίτη Γκρέϋ, μα απ’ όλες περισσότερο τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, η οποία υπήρξε το είδωλο και πρότυπό της.
Την επόμενη χρονιά, το 1954, η Ντάλλια ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Αμερική με τον Παπαϊωάννου, όπου εμφανίζονται στο ελληνικό κέντρο «Βυζάντιο» στη Νέα Υόρκη, με τρίμηνο συμβόλαιο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Τελικά έμειναν δέκα μήνες. Γραμμοφώνησαν και διάφορα τραγούδια στην δισκογραφική εταιρία “LIBERTY” και οι δίσκοι τους είχαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Έξι περίπου μήνες από τότε που έφτασαν ο Παπαϊωάννου και η Ντάλλια στην Αμερική, μια μέρα τους επισκέφτηκε απροσδόκητα η Μαρίκα Νίνου, που είχε κι αυτή ταξιδέψει για πρώτη φορά στο Νέο Κόσμο, για να εμφανιστεί στον απόδημο ελληνισμό μαζί με τον Κώστα Καπλάνη. Η Νίνου ήταν ήδη άρρωστη, είχε καρκίνο στη μήτρα, αλλά το έκρυβε και αυτός ήταν ο κύριος λόγος του ταξιδιού της στην Αμερική (να εξεταστεί από καλούς και εξειδικευμένους γιατρούς). Η Ντάλλια δεν γνώριζε ακόμα την αρρώστια της Μαρίκας. Το μυστικό της σοβαρής ασθένειας της Νίνου, της το αποκάλυψε ο Παπαϊωάννου, που το γνώριζε, την παραμονή της επιστροφής τους για την Ελλάδα.
Στην Αμερική η Ντάλλια γνώρισε και καλλιτέχνες ελληνοαμερικανούς, όπως ο Τζιμ Αποστόλου, με τον οποίο συνεργάστηκε στη δισκογραφία και γραμμοφώνησαν σαν ντουέτο πολύ ωραία τραγούδια.
Στο τέλος του ιδίου έτους, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το καλλιτεχνικό ζευγάρι Παπαϊωάννου - Ντάλλια επέστρεψε στην Αθήνα και εμφανίστηκε και πάλι στην «Τριάνα» του Χειλά, ενώ αμέσως η Ρένα συνέχισε τις φωνοληψίες της στην Κολούμπια με τραγούδια του Παπαϊωάννου και άλλων συνθετών. Ένα μήνα αργότερα, με την επιστροφή στην Αθήνα και της Μαρίκας, συναντώνται οι δύο γυναίκες και η Νίνου της φανερώνει η ίδια το δράμα της ζωής της και της εξομολογείται ότι μπορεί να ξαναπάει στην Αμερική για εγχείρηση.
Αρχές του 1955 και η ζωή της Ντάλλιας γίνεται κόλαση εξ’ αιτίας της αφόρητης πίεσης και ζήλειας που δέχεται από τον ερωτοχτυπημένο Παπαϊωάννου. Επέρχεται αναπόφευκτη ρήξη στις σχέσεις τους, τον αφήνει και πάει να εργαστεί στο απέναντι μαγαζί, στη «Λουζιτάνια», μαζί με το δίδυμο Τζουανάκου- Τατασόπουλου. Δουλεύει εκεί για μια εβδομάδα μόνο, ενώ δέχεται καθημερινά αφόρητες πιέσεις να ξαναγυρίσει στην «Τριάνα», πάλι στο πλευρό του Παπαϊωάννου.
Κάνει το λάθος να επιστρέψει, γίνεται και πάλι αποδέκτης της προηγούμενης ή και χειρότερης κατάστασης και τέλος, το 1956, εντελώς απελπισμένη και βρισκόμενη σε πλήρη αδιέξοδο, αναγκάζεται να φύγει κρυφά πάλι για την Αμερική, μετά από προσυνεννόηση με τον Γιάννη Τατασόπουλο, με τον οποίο είχε και στενούς οικογενειακούς δεσμούς. Μαζί θα κάνουν και πολλούς δίσκους στην ελληνοαμερικανική δισκογραφική εταιρία ΝΙΝΑ.
Στη Νέα Υόρκη, η Ρένα συναντά και πάλι τη Μαρίκα Νίνου, που και αυτή είχε πάει στην Αμερική για δεύτερη φορά και ήταν πλέον πολύ άρρωστη. Η Ντάλλια έζησε τότε θλιβερές και δραματικές καταστάσεις κοντά στην μόνη, απροστάτευτη και βαριά άρρωστη Νίνου, η οποία πάλεψε με μεγάλο θάρρος το προσωπικό της δράμα. Η Ρένα της στάθηκε σαν αδελφή στο Γολγοθά της, την βοήθησε και την συμπαραστάθηκε όσο μπορούσε. Το ίδιο και η τραγουδίστρια Εύα Στυλ με τον άντρα της. Οι δυο τους κάθε μέρα, επί δυόμισι μήνες, έκαναν έρανο στα μαγαζιά που δούλευαν για να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα του νοσοκομείου για την εγχείρηση και νοσηλεία της Νίνου.
Μόλις η Μαρίκα καλυτέρεψε κάπως, με την προτροπή των γιατρών της και τη βοήθεια συναδέλφων και φίλων που πρόσφεραν χρήματα για το αεροπορικό της εισιτήριο, επέστρεψε στην Ελλάδα και έφυγε οριστικά από τη ζωή στις 23 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους 1957, σε ηλικία μόλις 38 ετών.
Το 1958 η Ρένα Ντάλλια επιστρέφει στην Ελλάδα και δουλεύει το καλοκαίρι με τον Β. Τσιτσάνη στο «Φαληρικόν». Την ίδια χρονιά δούλεψε και με τον Χρηστάκη Σύρπο στου «Τζίμη του Χοντρού».
Το ίδιο έτος, η Ρένα Ντάλλια, εγκαταλείπει την δισκογραφία και της εμφανίσεις της στην Ελλάδα και αρχίζει επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό. Επισκέπτεται την Αυστραλία, την Αμερική, όλη σχεδόν τη δυτική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Το επόμενο έτος 1959 βρίσκεται για τρίτη φορά στην Αμερική και εκεί ξαναβλέπει τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Άγνωστο το τι έγινε μεταξύ τους στη συνάντηση αυτή. Είναι πάντως βέβαιο πως, παρά τα τόσα αισθηματικά προβλήματα και τις περιπέτειες που είχε με τον Παπαϊωάννου, τον εκτιμούσε ιδιαίτερα πολύ και ως δημιουργό και ως άνθρωπο. Εξ’ άλλου του χρωστούσε πάρα πολλά, σχεδόν τα πάντα και η Ρένα το αναγνώριζε από το βάθος της καρδιάς της.
Στην Αμερική παντρεύεται ένα καλό παιδί, Πειραιώτη και το ζευγάρι επιστρέφει για μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα, στον Πειραιά, τη δεκαετία του ’70. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής της καριέρας η Ρένα Ντάλλια γνώρισε πολλές επιτυχίες, δόξα και αρκετά χρήματα. Έφυγε σχετικά νέα από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 65 ετών...
Ο Ανδρέας Πόγγης (Andrew Poggis) ήταν ένας επιτυχημένος συνθέτης και ερμηνευτής που γεννήθηκε το 1906 στη Σάμο και προέρχεται από μουσική οικογένεια.
Να επισημάνω εδώ πως βρέθηκε και έγγραφο άφιξης (1920),κάποιου Andrew Poggis, μουσικού από Σάμο.(ίσως είναι ο Πόγγης που παίζει βιολί σε μερικά δημοτικά).
Η καριέρα του στη μουσική, ξεκίνησε στην Ελλάδα, όπου συνέθεσε και έγραψε πολλά μουσικά έργα, συμπεριλαμβανομένης της μουσικής για την ταινία "Η Κρήτη στις φλόγες" ‪1946-47 το οποίο ήταν από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών.
Έγραψε για Φώτη Πολυμέρη, Κάκια Μένδρη και άλλους καθώς και παρτιτούρες, σε στίχους Σαββίδη, Κοφινιώτη, Μάνεση, Πολυμέρη, Σπυρόπουλου, Σοφού
Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1947 και είχε καταγράψει μεγάλο αριθμό δίσκων (ως μουσικός, η διευθυντής ορχήστρας) 78 στρ.
στις ετικέτες : Alpha Records, Apostolou Records, Athenian Records, Kalos Diskos, Liberty Records, NINA Records, Panhellenic Records, Parnassus Records, Virginia
Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με πολλούς μουσικούς, όπως με τους: Τζιμ Αποστόλου, Ανέστη Αθανασίου, Ιωάννη Μπότσαρη, Ρένα Ντάλια, Δημήτρη Φραντζεσκάκη, Νίκο Φρίμα, Κώστα Γκαντίνη, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Μαρίνα Γκρέτα, Θεόδωρο Καβουράκη, Βιργινία Μαγκίδου, Ιωάννη Μακρή “Μήτρος”, Πέτρο Νικολάου, Μητσάκη Ορφανίδη, Άντζελα Παλαγούδη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Νίκο Πουρπουράκη, Κώστα Σεβαστάκη, Μίλτο Στάμο, Απόστολο Σταμέλο, Γιάννη Τατασόπουλο, Γιώργο Βιτάλη, Μιχάλη Χριστοφίδη.
Ο Αντρέας Πόγγης φημολογείται πως επέστρεψε στην Ελλάδα περίπου το 1984. Δυστυχώς δεν υπάρχει φωτογραφικό υλικό για τον Πόγγη.
Άγνωστη η ημερομηνία θανάτου του, αν και υπάρχει πιστοποιητικό θανάτου στην Αθήνα κάποιου Andrew Dennis Poggi 1964 κάτι που είναι προς διερεύνηση.
Στο σημερινό δισκάκι τις εντυπώσεις κλέβει το παίξιμο του βιολιού του Πόγγη. Η συμμετοχή του Παπαϊωάννου (βλέπε και ανάρτηση 184) είναι μόνο στην μια πλευρά. Η χρονολογία ηχογράφησης πρέπει να είναι το 1959, σύμφωνα με διασταυρώσεις των καταλόγων και του παραπάνω κειμένου. Το δισκάκι κυκλοφόρησε με κίτρινες, άσπρες και μαύρες ετικέτες, όπως θα βρείτε και στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Πρώτα κυκλοφόρησε στις 78 στροφές.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 



Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

199. FIDELITY 7322 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ 1964

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης) FIDELITY 7322 Ο Διγενής ψυχομαχά (Ριζίτικο- Δημοτικό Κρήτης) - Σε ψηλό βουνό (Ο Αητός- Ριζίτικο- Δημοτικό Κρήτης) 1964- 45rpm- 7''
 
«Η συσχέτιση του Νίκου Ξυλούρη με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο ξεκίνησε το 1964, όταν συνεργάστηκαν για την ηχογράφηση και κυκλοφορία 4 ριζίτικων τραγουδιών σε 2 δίσκους 45 στροφών (3 ριζίτικα και 1 του γάμου- σε δύο δίσκους 45 στροφών Fidelity 7322 και Fidelity 7323). Ο συνθέτης, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1962–1963) είχε πρόσβαση στο αρχείο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, στο οποίο βρήκε ηχογραφήσεις ριζίτικων τραγουδιών που τον παρακίνησαν. Ήταν ούτως ή άλλως άκουσμα που τον συντρόφευε από την παιδική του ηλικία, έχοντας γεννηθεί στο Ηράκλειο και έχοντας ζήσει μέχρι τα 17 του χρόνια στην Ιεράπετρα.
Ο διευθυντής της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος ήταν το πρόσωπο που έκανε γνωστό τον Νίκο Ξυλούρη σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε αυτόν οφείλεται η έλευση του Νίκου στην Αθήνα και το διάπλατο άνοιγμα των πορτών στην ελληνική δισκογραφία. Τον γνώριζε από το 1965 από δίσκους 45 στροφών και είχε αντιληφθεί ότι κάτι ξεχωριστό έχει αυτός ο τραγουδιστής. Η φιλία τους ξεκίνησε το 1969, ενώ μετά την επιτυχία που γνώρισε η «Ανυφαντού», εδραιώθηκε για τα καλά.
Τον Σεπτέμβριο του 1969, οι εμφανίσεις του Νίκου Ξυλούρη στο κρητικό κέντρο Κονάκι στην Αθήνα, συνεχίζονται, μετά το καλοκαιρινό διάλειμμα για εμφανίσεις και γλέντια στην Κρήτη. Ο Νίκος μετακομίζει στην Αθήνα, με τον αδερφό του, Γιάννη και με τον Ζαχαρία Φασουλά. Στο Κονάκι, λίγο μετά, γνωρίζεται με τον συμπατριώτη του, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ποιητή, Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος γοητεύεται από τη φωνή και την παρουσία του Ανωγειανού λυράρη και τραγουδιστή.
Ο Θαλασσινός είχε σκηνοθετήσει κινηματογραφικές ταινίες, την περίοδο 1964–1965, στις οποίες ο Γιάννης Μαρκόπουλος είχε γράψει τη μουσική («Η Κύπρος στις φλόγες», «Στοργή», «Τα δίκτυα της ντροπής», «Το φυλαχτό της μάνας»). Σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα να τον φέρει σε επαφή με τον Νίκο Ξυλούρη, ίσως όμως δεν γνώριζε ότι οι δυο τους είχαν γνωριστεί 5 χρόνια νωρίτερα.
Το καλοκαίρι του 1970, ο Τάκης Λαμπρόπουλος βρέθηκε στα Ανώγεια σε έναν γάμο στον οποίο έγινε κουμπάρος με τον Νίκο Ξυλούρη. Το γαμήλιο γλέντι που ο Ψαρονίκος κράτησε για πολλές ώρες με τη φωνή και τη λύρα του, συνεπήρε τον Λαμπρόπουλο, ο οποίος μάλιστα, φεύγοντας από τα Ανώγεια του είπε: «Βάλ’ το καλά στο μυαλό σου! Τέρμα τα κρητικά. Εσύ θα πεις άλλα τραγούδια». Φήμες θέλουν τον Λαμπρόπουλο να έχει ηχογραφήσει σε μία κασέτα τμήμα από το γλέντι, την οποία κασέτα απέστειλε στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου εκείνος να ακούσει τη φωνή του.
Ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος παρακολουθεί την «ανακάλυψη του Ανωγειανού τραγουδιστή από τον Λαμπρόπουλο» μέσω των εφημερίδων και χωρίς να χάσει χρόνο, από τη Σκιάθο όπου βρισκόταν, τηλεφωνεί στον Ξυλούρη, επιμένοντας ότι θέλει να συναντηθούν άμεσα. Έτσι κάπως ξεκινάει η οχταετής συνεργασία των δύο.
Στις 22 Ιουνίου 1973 ανέβηκε η παράσταση ¨Το Μεγάλο Μας Τσίρκο¨ (Ιάκωβου Καμπανέλλη) από τον θίασο της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου, στο Θέατρο Αθήναιον. Στην παράσταση συμμετέχει ο Νίκος Ξυλούρης ως τραγουδιστής και τελάλης. Τη μουσική της παράστασης συνέθεσε και διηύθυνε ο Σταύρος Ξαρχάκος.
Το Φθινόπωρο του 1973 κυκλοφόρησε με καθυστέρηση, εξαιτίας λογοκρισίας στους στίχους, ο δίσκος του Νίκου Ξυλούρη με τον Χριστόδουλο Χάλαρη – Τροπικός της Παρθένου. Στο μεταξύ, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, παρακολουθώντας την ανάμειξη του – «δικού του», όπως νόμιζε – Ξυλούρη με τον Χάλαρη, αναστατώνεται. Είχε ήδη ενοχληθεί με την συνεργασία του Ξυλούρη με τον Σταύρο Ξαρχάκο το 1972 – για τον δίσκο ¨Διόνυσε καλοκαίρι μας¨ – και τώρα που ο Ανωγειανός τραγουδιστής και λυράρης συνεργάζεται ξανά με τον Ξαρχάκο στο θέατρο και έβγαλε δίσκο και με άλλο συνθέτη το 1973, «το ποτήρι ξεχείλισε» για τον Μαρκόπουλο, ο οποίος μάλιστα θα του μιλήσει με πολύ άσχημο τρόπο.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα ΑΝΩΓΗ, ο Ζαχαρίας Φασουλάς, ο στενός συνεργάτης του Ξυλούρη και μόνιμος λαουτιέρης του στην Αθηναϊκή πορεία "μαρτύρησε" ότι ο Γιάννης Μαρκόπουλος είπε στον Νίκο: «Ό,τι ήτανε να δώσεις το ‘δωσες. Να πας τώρα να παίζεις λύρα στα πανηγύρια».
Είναι γεγονός ότι από το 1973, ο δισκογραφικός καταιγισμός της συνύπαρξης Ξυλούρη–Μαρκόπουλου είχε κοπάσει. Αναντίρρητα, η συνεργασία των δύο απέφερε καρπούς που όμοιούς τους έχουμε συναντήσει μόνο στις συνεργασίες του Μίκη Θεοδωράκη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και του Μάνου Χατζιδάκι με τη Φλέρυ Νταντωνάκη».
Επιμέλεια κειμένου, από τον φίλο Θεμιστοκλή Παντελόπουλο. Ολόκληρο το κείμενο θα το βρείτε στις πληροφορίες και εδώ. Πολλές από τις φωτογραφίες, είναι από την επίσημη ιστοσελίδα του Ψαρονίκου (εμφανιζόταν και στις φωτογραφίες αλλά την έκοψε το περδικο-τυπογραφείο και έμεινε η υπογραφή του).
Μετά τα παραπάνω μη περιμένετε βιογραφικά για τον Μαρκόπουλο (δικά μας τα γένια δικά μας και τα χτένια).
Με αρκετά ¨περιστροφικά¨ χιλιόμετρα το σημερινό δισκάκι. Το μαρτυράνε και οι καταστάσεις των ετικετών. Και όμως η φωνή του ¨Ξηλούρη¨ (με ήτα παρακαλώ όπως αναγράφετε στις ετικέτες), καθηλωτική, σε αρμονία με τα ρομαντικά χριτς των αυλακιών του βινυλίου.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

198. MUSIC BOX MB 532 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1964

Μαρκογιαννάκης Γεώργιος (Μαρκογιώργης)- Καλογρίδης Γεώργιος- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) MUSIC BOX MB 532 Η μοίρα μου με δίκασε (Συρτό) - Κρητικά πεντοζάλια 1964- 45rpm- 7''
 
Ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε το 1906 στο Σπήλι Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Ήταν ιδιοκτήτης καφενείου, στις ηρωικές και αθάνατες εποχές που το Σπήλι, ήταν το χωριό που ανάθρεψε και ανάδειξε μεγάλους λυράρηδες, λαουτιέρηδες και χορευτές, που η μουσική τους διαδρομή άφησε την σφραγίδα τους.
Ο αξέχαστος «πατριάρχης» της πολυμελούς μουσικής οικογένειας των Μαρκογιάννηδων, ο αξέχαστος λαϊκός αυτοδίδακτος λυράρης, του γλεντιού και της παρέας  Γιώργης Μαρκογιαννάκης ή γνωστότερος ως Μαρκογιώργης.
Σε όλες τις παρέες και τις γιορτές του χωριού δήλωνε πάντα παρών, ποτέ δεν κουράζονταν, αντίθετα ξεκουράζονταν με την διάθεση των μικρών και μεγάλων χωριανών του. Ήταν ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που στα δύσκολα χρόνια καλούνταν σε πανηγύρια χωριών με συνοδούς στο λαούτο τους γιούς τους, σήμερα καταξιωμένους εκτελεστές αλλά στην ανάγκη και ντόπιους που γνώριζαν όπως-όπως «να του κρατούν πάσο». Όταν, μάλιστα, υπήρχε αδυναμία, επιστρατεύονταν ακόμη και νέοι του χωριού, μαθητές του γυμνασίου τότε, που κάποιες μέρες τα απογεύματα ή τα βράδια της βδομάδας, δοκίμαζαν πλάι του το ταλέντο τους (αν είχαν) συνοδεύοντάς τον με το λαούτο.
Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, αργότερα, έπαιξαν μαζί του σε πανηγύρια, σε γάμους ή σε βαφτίσια σε κοντινά χωριά.
 Ωστόσο, είναι πολλές εκείνες οι φορές, που σε αυτές τις γιορτές, κάποιοι που «δέρνονταν» ανηλεώς από την ανέχεια, «του έδιναν παραγγελιά χορού και στο τέλος του πλήρωναν το χάρισμα για τον σκοπό που έπαιξε για εκείνους, με μια μπάλα άχυρα για το γαϊδουράκι που τον μετέφερε με το μουσικό όργανο στο χωριό». Έμεινε, λοιπόν, ακόμα και σήμερα οι πολλοί να θυμούνται και να κουβεντιάζουν την παραγγελιά: «Μαρκογιώργη παίξε μου για μπάλα άχερα!»
 Ήταν ο άνθρωπος, ομολογείται σήμερα, που «γλέντησε όλο το Σπήλι μέχρι το τέλος της ζωής του, γυρνούσε από το Σάββατο το βράδυ μέχρι να φωτίσει η Κυριακή και έφευγε γιατί όπως έλεγε έπρεπε να πάει στην εκκλησία και να μεταλάβει». Κάθε κάτοικος που γλέντησε για χρόνια μαζί του, μπορεί να απαριθμήσει δεκάδες περιστατικά, πολλά ξεκαρδιστικά και ασύλληπτα, από τις παρέες και τα πανηγύρια που τον διασκέδασε με τη λύρα του.
Από το Σπήλι, ξεκίνησε την εβδομηντάχρονη καριέρα του στην Κρητική λύρα, ο αείμνηστος Μαρκογιώργης, που φεύγοντας από τη ζωή, άφησε πέντε γιους, που όλοι τους γνωρίζουν να παίζουν Κρητικά όργανα (Μαρκογιάννης-λαούτο, Μαρκοβαγγέλης-λαούτο, Χαράλαμπος-λύρα, Στέλιος-λαούτο και Κώστας-λαούτο) και τρείς κόρες (εκ των οποίων η Αθηνά, στο επάγγελμα δασκάλα έπαιζε μαντολίνο).
Στο καφενείο του Μαρκογιώργη γινόντουσαν όλα τα μεγάλα γλέντια εκείνης της εποχής. Εκεί ο Γιώργης έπαιζε την λύρα του για τους θαμώνες. Ο Μαρκογιάννης σε ηλικία πέντε ετών βρισκόταν στο καφενείο και τον άκουγε. Ένα βράδυ γύρω στο 1934, όπου ο Μαρκογιάννης ήταν μόλις 8 ετών ο πατέρας του (Μαρκογιώργης), του έδωσε το λαούτο και του έδειξε κάποιες κινήσεις που έπρεπε να κάνει για να τον συνοδέψει. Αυτό ήταν το βάπτισμα του πυρός, για το πρώτο από τα παιδιά του Μαρκογιώργη και η συνέχεια λίγο πολύ γνωστή με την πορεία τους. Ο Θανάσης Σκορδαλός, επίσης, ήταν πρώτος ξάδελφος με τον Μαρκογιώργη και αρκετοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι επηρεάστηκε στα πρώτα του βήματα.
Στο σημερινό δισκάκι, ο Μαρκογιώργης είναι στη λύρα, στο λαούτο ο γιός του Μαρκοβαγγέλης και στο τραγούδι ο Καλογρίδης Γιώργος (βλέπε και ανάρτηση 32). Το τραγούδι ¨Κρητικά πεντοζάλια¨, το συναντάμε και στη (stereo) συλλογή της Music-Box ¨Η Κρήτη και τα τραγούδια της¨, που πολλοί κάνουν το λάθος να θεωρούν δίσκο του Νίκου Ξυλούρη, επειδή τα περισσότερα τραγούδια ανήκουν σε αυτόν. Εξαιρετικά, το παίξιμο του Μαρκογιώργη και η φωνή του Καλογρίδη. Για τον Μαρκοβαγγέλη ούτε λόγος νομίζω. 
Να ευχαριστήσω (άλλη μια φορά), τον Κλεάνθη Ατσαλάκη για πληροφορίες που μας παρείχε.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).