Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

504. ODEON GA 7841 ΦΥΡΟΓΕΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝΗ- ΜΑΝΙΑΤΗ ΑΝΝΑ- ΦΥΡΟΓΕΝΗ ΣΤΕΛΛΑ- ΠΩΓΙΑ ΚΟΚΟΝΑ- ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗ ΑΝΝΑ 1955

Φυρογένης Δημήτρης (Μετοχάρης)- Κονιτόπουλος Μιχάλης (Το μωρό)- Κονιτοπούλου Ειρήνη- Μανιάτη Άννα- Φυρογένη Στέλλα- Πώγια Κοκόνα- Καραμπεσίνη Άννα ODEON GA 7841 Πατινάδα (Από την πόρτα σου περνώ) (Συρτός) - Σκληρή καρδιά και πάψε πια (Μπάλος) 1955- 78rpm- 10''
 
«Ο Μιχάλης Κονιτόπουλος ή ¨Μωρό¨ γεννήθηκε στον Κυνίδαρο της Νάξου το 1908, μήνα Μάιο. Γονείς του ήταν ο Γιώργης Κονιτόπουλος ή ¨Βιολιτζής¨ και η Ειρήνη Μπουλαξή.
Όταν ήταν δέκα ετών, ο πατέρας του τον έστειλε σ’ ένα γάμο στις Εγγαρές, να παίξει βιολί, δίνοντας του για ¨τακίμι¨ τον έμπειρο λαουτιέρη από την Κόρωνο, Πέπο. Βιολί είχε μάθει από τον πατέρα του, πρώτη φορά όμως θα έπαιζε μπροστά σε κόσμο ως επαγγελματίας.
Μόλις τον είδε ένας Κωμιακίτης από μια παρέα του λέει, ώ!!! μα αυτό το μωρό θα παίξει βιολί, έτσι του βγήκε το όνομα Μωρό. Αυτό το μωρό έπαιξε τόσο γλυκό βιολί, που γέμισε ακόμα και τους δρόμους ανθρώπους και το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί που βγήκε ο ήλιος.
Το Μωρό, στα δεκαεννιά του χρόνια, ερωτευμένος, έκλεψε τη Μαρία Φυρογένη (αδελφή του Δημήτρη) σε πείσμα του πατέρα της και την παντρεύτηκε. Έκαναν έντεκα παιδιά, αλλά έχασαν τα έξι. Αυτά που έζησαν είναι η Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη, ο Γιώργος Κονιτόπουλος, ο Κώστας, η Αγγελική και ο Βαγγέλης.
Ήταν ο πρώτος απ΄ όλους τους Ναξιώτες οργανοπαίκτες, ο οποίος σπούδασε σε ωδείο. Δάσκαλος του ήταν ο πασίγνωστος εκείνη την εποχή Βύρων Κολάσης. Προπολεμικά, από το 1929 έως το 1939 εργαζόταν ως οικοδόμος στην Αθήνα. Μελετούσε τη νύχτα βάζοντας μια τσατσάρα στις χορδές του βιολιού για να μην ενοχλεί τα παιδιά και τους περίοικους στον ύπνο τους. Τις Κυριακές έπαιζαν και τραγουδούσαν με τα αδέλφια του Νικολή και Φλώριο, ως επί το πλείστον στου ¨Ψυρρή¨. Το 1939, αντιλαμβανόμενοι τον πόλεμο που ήταν προ των πυλών, μετακόμισαν μαζί με τον Δημήτρη Φυρογένη (κουνιάδος του) στη Νάξο.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Δημήτρης γύρισε στην Αθήνα αλλά το ¨Μωρό¨ παρέμεινε στη Νάξο. Έτσι όταν ξεκίνησαν οι εκπομπές του Σίμωνα Καρρά στο Ε.Ι.Ρ., ο ¨Μετοχάρης¨ (Δημήτρης Φυρογένης) ήταν ο πρώτος που προσελήφθη να εκπροσωπήσει το νησιώτικο τραγούδι ως μουσικός. Πήρε λοιπόν την Ειρήνη για τραγούδι (το 1951) και ερχόταν και το ¨Μωρό¨ από την Νάξο για να παίξει βιολί.
Δισκογραφία δεν ήθελε να κάνει (εκτός από τέσσερα τραγούδια που έκοψε) κι έλεγε όταν τον παρότρυναν: «Όποιος θέλει να μ’ ακούσει, να έρθει εκεί που παίζω».
Ο Μιχάλης Κονιτόπουλος ή ¨Μωρό¨ ευτύχησε να καμαρώσει όλα του τα παιδιά να διαπρέπουν στη μουσική, παρόλο που ποτέ δεν ονειρεύτηκε κάτι τέτοιο.
Πέθανε το 1972 στις 26  Νοεμβρίου στο αγαπημένο του χωριό, τον Κυνίδαρο, 64 ετών, πολύ νέος δυστυχώς. Τεράστια η παρακαταθήκη που άφησε για τις επόμενες γενιές.»
«Ο Δημήτρης Φυρογένης ή Μετοχάρης γεννήθηκε στην Κεραμωτή της Νάξου, το 1914. Γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος Φυρογένης και η Αγγελική Καπίρη.
Ο Μετοχάρης θεωρείται ο μουσικός που καθιέρωσε τον τρόπο συνοδείας στο λαούτο , με την χρήση τρίφωνων ευρωπαϊκών συγχορδιών (ματζόρε- μινόρε – ντιμινοίτες ) , αλλά και αυτός που συνέβαλε δραστικά , στην ανανέωση του τοπικού ρεπερτορίου με πολλά λαϊκοδημοτικά κομμάτια. Από το 1929 εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του πατέρα του στην Αθήνα και άρχισε να εργάζεται σε οικοδομικές εργασίες . Λίγο αργότερα καθώς πήγαινε το λαούτο του πατέρα του για επισκευή σ’ ένα οργανοποιό στην Αθήνα, γνωρίζει το δημοφιλή εκείνη την εποχή λαουτιέρη, Μίμη Ανδριανό ή Κουλουριώτη, ο οποίος έπαιζε μαζί με ηπειρώτικα συγκροτήματα στο κέντρο ΕΛΑΤΟΣ στην πλατεία Βάθης.
Σχεδόν κάθε βράδυ πήγαινε στο κέντρο και παρακολουθούσε το δεξιοτέχνη αυτό μουσικό . Όταν επέστρεφε σπίτι μελετούσε μόνος του και έτσι γρήγορα μαθαίνει το χειρισμό του οργάνου, τις μουσικές κλίμακες και τις θέσεις των ακόρντων στην ταστιέρα. Η έφεση του στο λαούτο, η καλή του φωνή και το παρουσιαστικό του, του δίνουν γρήγορα την δυνατότητα να ξεκινήσει να παίζει και να πρωταγωνιστεί σε ναξιώτικα στέκια στην Κυψέλη, μαζί με το βιολιτζή Μάριο Λεγάκη ή Γιαλινάκη από την Κόρωνο. Στην ίδια περιοχή έπαιζε και η κομπανία του Πουλονικολή (με τ’ αδέρφια του Μιχάλη και Φλώριο) . Έτσι αναπτύχθηκε μια ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στα δύο συγκροτήματα. Ο ίδιος σε συνέντευξή του λέει:
‘’-Από τη μια αυτοί οι τεχνίτες οι Κονιτοπουλέοι και από την άλλη εμείς οι νέοι στην πιάτσα . Και είχαμε μεγάλη επιτυχία . Παίρναμε όλη τη δουλειά . Βλέπεις είχα καλό παρουσιαστικό, ήμουν ¨ηθοποιός¨ και εντυπωσίαζα με την εμφάνιση και το τραγούδι μου . Όλες οι κοπέλες που κυκλοφορούσαν στην περιοχή μαζεύονταν σε μας …’’
Το 1939 κατεβαίνει για λίγο στο νησί νιόπαντρος και ξεκινάει περιοδεία στα πεδινά χωριά μαζί με τον Πουλονικολή. Τότε αρχίζει να γίνεται γνωστός όχι μόνο ως μουσικός που σόλαρε  στο λαούτο , αλλά και ως τραγουδιστής που μπορούσε να τραγουδήσει τα σουξέ (λαϊκοδημοτικά) της εποχής . Με την έναρξη του πολέμου φεύγει για το μέτωπο και μετά την οπισθοχώρηση επιστρέφει στο νησί, όπου ¨τακιμιάζει¨ με τον Σταματομανώλη  και ξεκινούν να παίζουν στα εύφορα (ακόμα και την περίοδο της κατοχής) Λειβαδοχώρια. Η επιτυχία του τακιμιού τους ήταν μεγάλη και γρήγορα έγινα περιζήτητοι στην περιοχή αυτή.
Μετά τον πόλεμο επιστρέφει στην Αθήνα και μαζί με τον Σταματογιάννη  δίνουν ακρόαση στον Σίμωνα Καρά για να παίξουν στις εκπομπές στο ραδιόφωνο. Ο Καράς τους εγκρίνει και έτσι ξεκινάει ν’ ακούγεται στο ραδιόφωνο το πρώτο ναξιώτικο τακίμι την περίοδο 1951-1952 . Δύο χρόνια μετά -με προτροπή του Καρά- στο σχήμα ενσωματώνεται η ανιψιά του, Ειρήνη Κονιτοπούλου και λίγο αργότερα ο πατέρας της ο ¨Μωρός¨ Μιχάλης Κονιτόπουλος  αντικαταστεί τον Σταματογιάννη στο βιολί. Η κομπανία μέσω του ραδιοφώνου γίνεται δημοφιλής πανελλαδικά και έτσι ανοίγει ο δρόμος για τη δισκογραφία με την ηχογράφηση τεσσάρων τραγουδιών στην Odeon, μαζί με την Άννα Καραμπεσίνη από τα Δωδεκάνησα (τα δυο είναι στο σημερινό δίσκο).
Ο Μετοχάρης συνεχίζει για πολλά ακόμα χρόνια τη σταδιοδρομία του στα νυχτερινά μουσικά στέκια της πρωτεύουσας άλλοτε μαζί με ¨το Μωρό¨, άλλοτε με τον Σταματομανώλη  και αργότερα με τον ανιψιό του, Γιώργο Κονιτόπουλο. Τα καλοκαίρια επέστρεφε πάντα στο νησί για να παίξει με τακίμια στα πανηγύρια του νησιού . Η επαφή του με τη μουσική σκηνή της Αθήνας τον προέτρεψε να συνθέσει ένα λαϊκό χορευτικό (συρτορούμπα) τραγούδι, στα πρότυπα της δισκογραφικής λογικής της μεταπολεμικής περιόδου, το ¨Μαράθηκα για σένανε¨, που έμελλε να αγαπηθεί ιδιαίτερα από τον κόσμο της Νάξου και να ενσωματωθεί γρήγορα στο τοπικό ρεπερτόριο των βιολιών , ως μερακλίδικο συρτό.»
Ο σημερινός δίσκος, ο πρώτος για την Ειρήνη Κονιτοπούλου, τον πατέρα της Μιχάλη και τον θείο της Δημήτρη. Συνοδεία η Άννα Μανιάτη, η Στέλλα Φυρογένη, η Κοκόνα Πώγια και η Άννα Καραμπεσίνη.
Τρομερή η φωνή της Ειρήνης Κονιτοπούλου, ειδικά στον Μπάλο. Βιογραφικά στοιχεία για την Ειρήνη θα βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις. Σήμερα διάλεξα να αφιερωθώ στο ¨Μωρό¨ και τον ¨Μετοχάρη¨.
Να ευχαριστήσω τον Κλεάνθη Ατσαλάκη (στο κανάλι του θα βρείτε αρκετές από τις ηχογραφήσεις του Μωρού στην Ε.Ι.Ρ.) για την βοήθεια του στη συλλογή των βιογραφικών στοιχείων. Επίσης πολλά βιογραφικά στοιχεία είναι από το βιβλίο του Βαγγέλη Κονιτόπουλου ¨Η τέχνη της μουσικής στη Νάξο¨.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025

503. COLUMBIA SCDG 3068 ΤΡΟΜΑΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ 1960 (Ηχογράφηση 1953)

Τρομάρας Βασίλειος COLUMBIA SCDG 3068 Αρβανιτοβλάχικο (Συρτό στα τρία) - Ο ήλιος (Τσάμικο) 1960 (Ηχογράφηση 1953) - 45rpm- 7''
Ο Βασίλης Τρομάρας γεννήθηκε το 1910 (για άλλους το 1905) στο Τσοτύλι Κοζάνης. Αργότερα κατέβηκε στη Λάρισα  κι από κει στο Βελεστίνο της Μαγνησίας, όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Εργάστηκε ως κλαρινίστας κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλίας.
Αγαπούσε πολύ τη μουσική, κυρίως το κλαρίνο του. Ήταν αυτοδίδακτος. Έπαιζε σε πανηγύρια, σε γάμους, όπου τον καλούσαν. Έπαιζε με την  ψυχή του, ζούσε την κάθε νότα του.
Ηχογράφησε περίπου δέκα κομμάτια (κόπηκαν τόσο στις 78 όσο και στις 45 στροφές) με συμμετοχή σε αρκετές συλλογές. Συγκαταλέγεται σε έναν από τους σημαντικότερους κλαρινίστες  με την εκτέλεση του ¨Ήλιου¨ σε μία από τις καλύτερες.
Έχει δύο παιδιά, τον Γιώργο και τον Νίκο, οι οποίοι επίσης παίζουν κλαρίνο και κιθάρα. 
«Κάποια μέρα πήγε με την παρέα του να παίξουν και να τραγουδήσουν στο  Στεφαvοβίκειο. Τη μέρα εκείνη  (9 Μαΐου ) ήταν  η εορτή των Ταξιαρχών. Καθώς περνούσε έξω από την Εκκλησία είπε στην παρέα του: «Παιδιά θα μπω να ανάψω ένα κεράκι, δεν  θα αργήσω».  Μάταια τον περίμεναν οι σύντροφοί του.
Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν έβγαινε από την Εκκλησία. Ανησύχησαν και μπήκαν μέσα. Τον είδαν να στέκεται ακίνητος κρατώντας το κερί στο χέρι του και να ακούει τον παπά και τους ψάλτες που έψελναν με καθαρά βυζαντινό ύφος. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, φιλώντας με σεβασμό το χέρι του παπά, είπε με παράπονο: “Δεν μπορούσε αυτή η ουράνια μελωδία να κρατήσει μέχρι το βράδυ;” Δεν θα πήγαινα καθόλου για το μεροκάματο…”»
Ο Βασίλης Τρομάρας απεβίωσε το 1996.
Το σημερινό 45άρι κυκλοφόρησε το 1960, ενώ τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν και πρωτοκυκλοφόρησαν σε γραμμοφωνικούς δίσκους το 1953. Εδώ η Columbia πήρε από δυο διαφορετικούς δίσκους με κωδικούς DG 7026 και DG 7027 τα σημερινά τραγούδια. Προφανώς διάλεξε τα δυο καλύτερα από τα τέσσερα και τα έκοψε σε 45άρι. Δεν πρέπει να παραλείψουμε την συνεργασία του Τρομάρα με τον Παντελή Καβακόπουλο στα συγκεκριμένα τραγούδια.
Οι εκτελέσεις των τραγουδιών από τον Τρομάρα είναι για σεμινάριο.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

502. POLYDOR V 45092-3 ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ 1927

Λαγουδάκης Μιχάλης POLYDOR V 45092-3 Ο Πεντοζάλης - Σούστα Ρεθεμνιώτικη 1927- 78rpm- 10''
 
«Ο Μιχάλης Λαγουδάκης γεννήθηκε στη Σκοπή Σητείας την 27-4-1904. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν δεξιοτέχνης της λύρας μα και του βιολιού στη συνέχεια. Φυσικό ήτο να εμφυσήσει το πνεύμα της θείας μουσικής στο γιο του Μιχάλη, που από ηλικία πέντε χρόνων έπαιζε ένα μικρό λυράκι και κάπου κάπου πήγαινε και μέχρι το απέναντι χωριό, το Παρασπόρι, και διασκέδαζε με το λυράκι του τις χανούμισσες (αναφέρομαι στους χρόνους της Τουρκοκρατίας). Εκείνες ευχαριστημένες του έριχναν μέσα στο λυράκι μικρά νομίσματα της εποχής, τα μετζίτια.
Στη συνέχεια έπιασε το βιολί και σ' αυτό πρακτικά διοχέτευσε το μουσικό του ταλέντο. Μετά το δημοτικό σχολείο πήγε στη Νεάπολη Λασιθίου, όπου φοίτησε στο εκεί γυμνάσιο, διότι στη Σητεία δεν λειτουργούσε τότε πλήρες γυμνάσιο. Σε ηλικία 16 ετών αποφοίτησε από το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε πέντε χρόνια και αποφοίτησε πτυχιούχος Ιατρικής σε ηλικία 21 ετών.
Στα χρονικά περιθώρια των πανεπιστημιακών σπουδών παρακολουθούσε στο Ωδείο μαθήματα ευρωπαϊκής μουσικής με όργανο το βιολί, αλλά παράλληλα και μαθήματα βυζαντινής μουσικής.
Στη συνέχεια στρατεύεται και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ως ανθυπίατρος στα Χανιά, όπου εξ αιτίας του βιολιού του δημιουργεί πολλούς φίλους.
Πτυχιούχος Ιατρικής επιστρέφει και εγκαθίσταται στη Σητεία, όπου, εκτός της Ιατρικής, με τις ωραίες και γλυκύτατες κοντυλιές του θα κυριαρχήσει στην τοπική κοινωνία και θα γίνει πασίγνωστος στις καλές παρέες, που αποζητούσαν τα μελωδικά του ακούσματα, μα και την καλή του συντροφιά. Παράλληλα, θα ασχοληθεί και με τη σύνθεση σε διασκευή δικής του κρητικής μουσικής, που κατέγραψε σε παρτιτούρες και εκτυπώθηκαν από Μουσικό οίκο της Αθήνας από τον οποίο και εκδόθηκαν.
Η μουσική αυτή αποτελεί μια συλλογή με τον τίτλο «Κρητικοί Χοροί» και περιλαμβάνει Κοντυλιές, Μελωδία του Ερωτόκριτου, Μελωδία του Γάμου, Σούστα Ρεθεμνιώτικη, Συρτό Χανιώτικο, Αγκαλιαστό, Στειακό Πηδηχτό. Την ίδια περίοδο (1927-1930) ηχογραφεί στην Αθήνα και εκδίδει δίσκο με παραδοσιακή μουσική απ' όλη την Κρήτη, που η κυκλοφορία του συμπίπτει με την αρχή της τεχνικής της ηχογράφησης σε δίσκους στην Ελλάδα.
Η αγάπη του για τη μουσική μας παράδοση τον υποχρέωσε να απευθύνει επιστολή στο περιοδικό «Μύσων» το έτος 1933, όπου εκφράζει την αγανάκτησή του για την εισβολή των μοντέρνων τραγουδιών με συνέπεια τον παραγκωνισμό των παραδοσιακών. Γράφει σε κάποιο σημείο: «...Και τώρα ακόμη παρατηρεί κανείς ότι μουσικά τινά θέματα εξετοπίσθησαν από ορισμένα χωριά, αντικατασταθέντα από μοντερνισμούς συμφώνως προς το πνεύμα της εποχής» (Μύσων, 1933, Τόμος Β, τεύχ. 3, σελ. 236)
Το 1931 παίρνει μέρος στις εξετάσεις της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών, όπου επρώτευσε. Μετά την εκπαίδευσή του διορίζεται Νομίατρος στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου και γνωρίζεται με την ερίτιμον σύζυγο του Ηλέκτρα Φορτσάκη, την οποίαν και θα μνηστευθεί αργότερα. Μετά το κίνημα του Ελευθ. Βενιζέλου το 1935 θα τεθεί σε διαθεσιμότητα και στη συνέχεια θα μετατεθεί στην Πρέβεζα. Το 1936, υπηρετώντας στην Πρέβεζα, μνηστεύεται την Ηλέκτρα και στη συνέχεια το 1937 πραγματοποιεί και τον γάμο του, οπότε και μετατίθεται στις Σέρρες, όπου και εγκαθίσταται οικογενειακώς.
Τον Μάιο του 1940, η σύζυγός του λόγω εγκυμοσύνης επέστρεψε με τον πρωτότοκο γιο τους Γιάννη στην Κρήτη και ο Μιχάλης παραμένει στις Σέρρες μέχρι της εισβολής των Γερμανών, οπότε και αναχωρεί για την Αθήνα. Λόγω αδυναμίας να προωθηθεί στην Κρήτη, θα παραμείνει στην Αθήνα μέχρι το τέλος του 1941. Το 1942 κενούται η θέση του Νομιάτρου στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης και τοποθετείται σ' αυτήν. Στον Αγιο Νικόλαο εγκαθίσταται πλέον με την οικογένειά του και θα παραμείνει μέχρι το έτος 1950.
Ο Μιχάλης με την Ηλέκτρα δημιούργησαν μια πολύ αξιόλογη οικογένεια. Είχαν την ευτυχία να δώσουν στην κοινωνία τρία αξιόλογα παιδιά, τον Γιάννη, πολιτικό μηχανικό, τον Μηνά, γιατρό, και τον Γιώργο, αρχιτέκτονα μηχανικό, όλοι διακεκριμένοι και λαμπροί επιστήμονες.
Τώρα επί προσωπικού: τον αείμνηστο Μιχάλη εγνώρισα το έτος 1942 στον Άγιο Νικόλαο, σαν μαθητής του προγυμνασίου. Εκεί, κάποια μέρα, περνώντας από το Νομιατρείο, αυθόρμητα μπήκα μέσα και είχα την πρώτη προσωπική επαφή μαζί του. όμως η ιστορία λέει πως από το 1928-29 ο Μιχάλης είχε καλές γνωριμίες με τη οικογένεια του πατέρα μου στη Σητεία. Μετά την επαφή μας στον Άγιο Νικόλαο κατά διαστήματα τον συνάντησα πολλές φορές μέχρι τελευταία στην Αθήνα, στη γειτονιά του.
Ο Μιχάλης Λαγουδάκης, πέραν από την επιστημονική του ιδιότητα, είχε και δυο χαρισματικές προσφορές της φύσης:
1. Την μουσική που έρεε μέσα στις φλέβες του. Βιολιστής ονειροπόλος. Όταν έπαιζε, έδινε την εντύπωση πως προσπαθούσε να διοχετεύσει την ψυχή του στις χορδές του βιολιού του και έβγαζε ήχους γλυκύτατους, τον εσωτερικό του κόσμο. Στις εκκλησίες έδιδε διέξοδο στο άλλο μεγάλο του μεράκι, την βυζαντινή μουσική, που είχε καλά μελετήσει και αγαπήσει, θεωρώντας την μουσικό απόηχο του Ελληνισμού.
2. Το άλλο μεγάλο προικοδότημα της φύσης ήτο το μεγαλείο της ψυχής του. Αυτό έβγαινε από μόνο του στο πρόσωπό του, στην έκφρασή του, στην συμπεριφορά του, στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του. Καταδεκτικός, σεμνός, γαλήνιος, απέπνεε εκτίμηση και αγάπη σε γνωστούς και αγνώστους.
Αιχμαλώτιζε κυριολεκτικά με την αυθόρμητη και πηγαία συμπεριφορά του. Τελειώνοντας, τι να ευχηθώ για το φίλο αείμνηστο Μιχάλη; Εκείνος έχει τις ευχές των αγίων που τους διακόνησε στην ενάρετη ζωή του και πάντα τους είχε κοντά του και τους έψαλλε με την ωραία φωνή του. Είναι αλήθεια πως η σεμνότητά του δεν θα μου επέτρεπε να γράψω όσα έγραψα. Ενήργησα αυθαίρετα μα κατ' επιταγήν δικής μου προσωπικής ανάγκης. Εκείνης που κρατά ζωντανή τη μνήμη του, ώστε να τον θυμάμαι, να τον θυμόμαστε πάντα. (Του Ηλία Γ. Οικονομάκη (από την εφημερίδα «Κρητική Γνώμη», Ιούνιος 2002), επιμέλεια : Θοδωρής Ρηγινιώτης ).
Ο Μιχάλης Λαγουδάκης απεβίωσε το 1991.»
Εξαιρετικός ο Μιχάλης Λαγουδάκης στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο από τη Γερμανική Polydor το 1927. Στις ετικέτες αναγράφετε ότι παίζει με λύρα. Επίσης δεν γίνεται αναφορά στον πασαδόρο. Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι από το ¨Μίλιε μου Κρήτη απ’τα παλιά¨ . Στο φάκελο που θα κατεβάσετε θα βρείτε και τις παρτιτούρες για τις οποίες γίνεται αναφορά παραπάνω. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο σημερινός δίσκος ψηφιοποιήθηκε με βελόνα κατάλληλη για γραμμοφωνικούς δίσκους.   
Πληροφορίες, φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

501. FIDELITY 7440 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1968

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7440 Όλος ο κόσμος που γροικά (Ασιτιανός συρτός) - Εσύ δεν ξέρεις τι ζητάς (Καλαματιανός) 1968- 45rpm- 7''
«Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης είναι ένας από τους σημαντικότερους και καταξιωμένους λυράρηδες της σύγχρονης κρητικής μουσικής σκηνής. Γεννήθηκε το 1945 στο Αποίνι του Ηρακλείου Κρήτης και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών, με τον πατέρα του, Ηρακλή Τσαγκαράκη, να είναι ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του. Τα αδέλφια του, Δημήτρης, Στέλιος και Γιώργος, είναι επίσης καταξιωμένοι μουσικοί.
Αυτοδίδακτος στη λύρα και το τραγούδι, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα καφενεία των χωριών του Ηρακλείου, όπου η μουσική ήταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Το 1964, σε ηλικία μόλις 19 ετών, κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών με τίτλο "Ξενιτεμένο μου πουλί" και "Χωριανοί, χωριανοί" (θα το βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις όπως και περισσότερα βιογραφικά στοιχεία).
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1965-1967), απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ψυχαγωγούσε αξιωματικούς και φαντάρους με τη λύρα του, γράφοντας το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι" και παίζοντας στη λέσχη αξιωματικών και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής.
Μετά την αποστρατεία του, εργάστηκε σε κέντρα διασκέδασης όπως το "Καν Καν" και η "Καλλιθέα", όπου έπαιζε με τα αδέλφια του και τον Ζαχαρία Σμπώκο, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της κρητικής μουσικής. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια στο κέντρο "Καλλιθέα".
Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης έχει κυκλοφορήσει αρκετούς δίσκους, με γνωστά τραγούδια όπως "Αυτό που θέλανε το κατορθώσανε", "Θεατρίνα", "Λεφτά να δεις Μιχάλη", "Φύγε φύγε", "Το ρόδο", "Το ξυλίκι", "Αλεξάνδρα" και άλλα. Αυτά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν αργότερα σε δίσκο 33 στροφών με τίτλο "Μιχάλης Τζαγκαράκης 1960".
Σήμερα, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης συνεχίζει να δημιουργεί και να ερμηνεύει κρητική μουσική, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση και προσφέροντας νέα έργα στους φίλους της κρητικής μουσικής. Η δισκογραφική του δουλειά περιλαμβάνει το άλμπουμ "Η αρχοντιά είναι σαν το φως", το οποίο κυκλοφόρησε το 2025.»
«Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Έπαιξε και ηχογράφησε με τους: Καλομοίρη,  Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Δημήτρη Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη Ζαχαρία, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και τον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη (Τσαγκαρομιχάλη).
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε αρκετές κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία του Γαργανουράκη.»
Υπόθεση των αδερφών Τσαγκαράκη το σημερινό δισκάκι. Προτίμησα να βάλω πρώτα τον ¨Ασιτιανό συρτό¨, στον οποίο παίζει εξαιρετικά ο Τσαγκαροδημήτρης το λαούτο του, παρόλο που προηγείται ο κρητικοκαλαματιανός (στις μήτρες), στην χρονολογία ηχογράφησης (1967) και σε προτιμήσεις εκείνη την εποχή.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 



Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

500. OLYMPIC OE 80132 ΚΑΤΣΑΜΑΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΚΑΤΣΑΜΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1970

Κατσαμάς Μανώλης- Κατσαμάς Βασίλης OLYMPIC OE 80132 Είπα της σκύλας για φιλί - Ο ζητιάνος 1970- 45rpm- 7''
 «Ο Μανώλης Κατσαμάς (βλέπε και αναρτήσεις 4 και 334) γεννήθηκε στους Έρφους Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης το 1924. Προικισμένος λυράρης με δεκαετίες θητείας στο κρητικό γλέντι, έπαιξε σε πολλές περιοχές της Κρήτης, κέρδισε το θαυμασμό και παρέμεινε στη μνήμη όλων όσοι τόνε γνώρισαν, ως χαροκόποι (γλεντιστάδες), ή συνεργάστηκαν μαζί του, ως πασαδόροι λαγουθιέρηδες. Η παρουσία του στην κρητική μουσική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα είναι σεβαστή και υπολογίσιμη.
Εκτός από τη δεξιοτεχνία του, ήταν από τους μουσικούς που «ήξεραν να στήνουν γλέντι», πράγμα που τον ανέδειξε και τον καθιέρωσε ανάμεσα στους μερακλήδες του καιρού του, εκείνους που «ανάγκαζαν» το λυράρη να προσέχει και την τελευταία λεπτομέρεια στο παίξιμό του, γιατί απαιτούσαν την «καλή λύρα» για να διασκεδάσουν, και είτε τον αντάμειβαν (ηθικά και υλικά, με το τακτικό παρόν τους στα γλέντια του) είτε τον περιφρονούσαν.
Διέθετε ξεχωριστό, ονομαστό «χρώμα» στο παίξιμό του και «χρωμάτιζε» μ' αυτό όλα τα τραγούδια που έπαιζε, συνθέσεις διαφόρων καλλιτεχνών, προσαρμόζοντάς τα στο ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ύφος του. Παρά το ότι, δυστυχώς, το δισκογραφικό του έργο ήταν περιορισμένο, ο συρτός του «Ζητιάνος» κατατάσσεται στα κλασικά κομμάτια της «χρυσής εποχής» της ρεθεμνιώτικης μουσικής (δεν πρέπει να συγχέεται με το ομότιτλο, αλλά εντελώς διαφορετικό, συρτό του Κ. Μουντάκη). Άλλες δισκογραφικές επιτυχίες του Μαν. Κατσαμά που μπορέσαμε να καταγράψουμε είναι τα : "Σημάδι μου χεις στην καρδιά", "Στην αγάπη μας δε θέλω καταδότες", "Μια ψηλομελαχροινή", "Κάθε καρδιά που αγαπά", "Φεύγω αγάπη μου στα ξένα", "Γιατρός είσαι στην πληγή", με συνοδεία το Γιάννη Μαρκογιαννάκη και τους γιους του Γιώργη και Βασίλη.
Καλλίφωνος και με μεγάλες φωνητικές αντοχές, ακόμη και την τρίτη συνεχόμενη μέρα του γλεντιού, την ώρα που ξυπνούσε - μετά τον ελάχιστο ύπνο που «έκλεβαν», αν ήταν τυχεροί, σε καμιά γωνιά οι οργανοπαίχτες - «άκουες τη φωνή του σαν τ' αηδονιού» να λέει μαντινάδες στο σιγανό πεντοζάλη, με δυο κύκλους χορευτές τον ένα μέσα στον άλλο, και φυσικά ακουγόταν απ' όλους χωρίς μικρόφωνο.
Το 1965 σε ένα γλέντι που έπαιζε, δεν κατάφερε να φτάσει ο λαουτιέρης Μίνωας Κοτζαμπασάκης από το χωριό Καλογέρου Αμαρίου και αναγκαστικά τον συνόδευσε με το μπουζούκι του, ο δωδεκάχρονος γιός του Γιώργος.
Το 1967 εμφανίζονταν στην ταβέρνα «Κισσός” στον Πειραιά κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή βράδυ.
Το 1970 ο Μανώλης Κατσαμάς άνοιξε δικό του μαγαζί στο Αιγάλεω με το όνομα «Νεράιδα”, στο οποίο εμφανίζονταν οι γιοί του Γιώργος Κατσαμάς και Βασίλης Κατσαμάς, όσο και άλλοι καλλιτέχνες όπως ο Νίκος Βενιανάκης (Βενιανός), ο Μανούσος Μαυράκης, ο Νίκος Σκευάκης κ.α. Το 1973 η «Νεράιδα” έκλεισε.
Ο Μανώλης Κατσαμάς παντρεύτηκε την Αμαλία Κατσαμά και απέκτησαν επτά παιδιά τον Γιώργο Κατσαμά λυράρη, τον Βασίλη Κατσαμά λαουτιέρη και τραγουδιστή, τον Σήφη Κατσαμά επίσης καλού τραγουδιστή, τον Νικηφόρο Κατσαμά με το παρατσούκλι «Νίκος Κρητικός” γνωστού κιθαρίστα στο λαϊκό πεντάγραμμο, την Πόπης Κατσαμά η οποία είχε επίσης τραγουδήσει λαϊκά τραγούδια με μεγάλη επιτυχία την δεκαετία του ’70 και επίσης τον Ηρακλή και την μεγαλύτερη σε ηλικία από όλους, την Γιαννούλα. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος στο παρελθόν, ήθελε να τον «διαδεχθεί” ή ο γιός του Γιώργος ή ο Βασίλης, ώστε να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση των λυράρηδων.
Πέθανε σε ηλικία 72 ετών το 1996, αφού ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από την επάρατη νόσο. Συνέχισε να παίζει με αξιοθαύμαστο κουράγιο ακόμη και λίγους μήνες πριν το θάνατό του. Τα παιδιά του (οι Κατσαμάδες) συνέχισαν, το καθένα με τον τρόπο του, τη μουσική παράδοση της οικογένειας.»
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Μανώλη Κατσαμά, ο γιος του Βασίλης σε δυο από τα πιο γνωστά τραγούδια του Μανώλη.
«Ο Βασίλης Κατσαμάς υπήρξε σημαντικός λαουτιέρης και τραγουδιστής από την Κρήτη, μέλος μιας από τις πιο μουσικά καταξιωμένες οικογένειες του νησιού. Γεννήθηκε το 1948 στους Ερφούς Ρεθύμνου και ήταν γιος του Μανώλη Κατσαμά, δεξιοτέχνη λυράρη, και αδερφός του επίσης λυράρη Γιώργου Κατσαμά. Η οικογένεια Κατσαμά έχει βαθιές μουσικές ρίζες, με τον παππού του Βασίλη και τον θείο του Σήφη Φραγκιαδάκη να είναι επίσης καταξιωμένοι μουσικοί.
Από νεαρή ηλικία, ο Βασίλης ασχολήθηκε με τη μουσική, παίζοντας λαούτο και τραγουδώντας. Η δισκογραφική του πορεία περιλαμβάνει συνεργασίες με σημαντικούς καλλιτέχνες και συμμετοχές σε δίσκους που άφησαν το στίγμα τους στην κρητική μουσική σκηνή.»
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

499. ODEON GA 1341 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΥΡΙΑΚΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1928

Αραπάκης (Καλλίνικος-Τσούσης) Δημήτρης (Μήτσος)- Κυριακάτης Γιάννης ODEON GA 1341 Πες στη δασκάλισσα σου (Καλαματιανός) - Μωρή κακιά γειτόνισσα (Τσάμικο) 1928- 78rpm- 10''

¨Πες μου την δασκάλισσα σου, που σε μάθαινε χορό, διαβολοθηλυκό,
που σε μάθαινε χορό δεν βγαίνεις να σε ιδώ.
και σταυρώνεις τα ποδάρια σαν της βάρκας το γιαλό βρε διαβολοθηλυκό,
σαν τη βάρκα στο γιαλό δεν βγαίνεις να σε ιδώ¨   
«Ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης ή Αραπάκης (βλέπε αναρτήσεις 44, 197 και 353) , γεννήθηκε την Πρέβεζα (ανάμεσα στα χρόνια 1890-1895), μια πόλη που στις αρχές του αιώνα συνδυάζει μουσικά το παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής, το αστικό ηπειρώτικο τραγούδι (όπως και τα Γιάννενα εξάλλου), αλλά παράλληλα ακούγεται και το αστικό τραγούδι της Πόλης και της Σμύρνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η χαρισματική φωνή του Aραπάκη ωριμάζει και βρίσκει δημιουργική διέξοδο στη δισκογραφία του παραδοσιακού, αλλά και του σμυρναίικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Ιδιαίτερες οι επιδόσεις του στα αργά και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του αιώνα μας στο είδος του.
Έζησε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τη Μαρία ή Μαρίκα «την καλύτερη μοδίστρα των Αθηνών». Η γυναίκα του πέθανε γύρω στο 1960. Ως τότε έμεναν στα Σεπόλια. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Αραπάκης, έμεινε στα Εξάρχεια. Τα ίχνη του χάνονται το 1966. Κάποιοι άκουσαν ότι, τον βάλανε στο γηροκομείο, όπου πέθανε (ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970), χωρίς να το μάθει κανείς.
«Ο Μήτσος Αραπάκης, ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των λεφτάδων και των γλεντζέδων της εποχής. Ο ιχθυέμποροι, οι χασάπηδες με τις καδένες και οι έμποροι από τις αγορές Αθήνας και Πειραιά, τον λάτρευαν. Ουρές τα αυτοκίνητα, έξω από το μαγαζί, που τραγουδούσε προπολεμικά ο Αραπάκης, στην Κηφισιά, μαζί με άλλους δυο Μήτσους: τον Μήτσο Σαλονικιό και τον Μήτσο Κυριακίδη. Όταν δε, τραγουδούσε, απόλυτη ησυχία. Δε μιλούσε κανείς».»
«Ο Γιάννης Κυριακάτης (βλέπε αναρτήσεις 312. 353 και 479)  γεννήθηκε το 1884 στην Παπαρούγια (Λεύκα) Βοιωτίας. Ως νέος έπαιζε καραμούζα. Ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες του κλαρίνου και ίσως ο πρώτος που απέκτησε μουσική παιδεία.
Το 1906 μετανάστευσε στην Αμερική, όπου η γνωριμία του με τον σμυρνιό βιολονίστα Γ. Θεολόγο και μέσω αυτού με τον Νικολό Ζάμπο, Ούγγρο κλαρινετίστα του Ωδείου της Νέας Υόρκης, άλλαξαν τη ζωή του. Σπούδασε μαζί τους μουσική για επτά χρόνια διαμορφώνοντας ένα πλούσιο ρεπερτόριο με «χόρες» και «ντόϊνες» και ένα μοναδικό ύφος παιξίματος που τον έκανε περιζήτητο στην ελληνική ομογένεια και όχι μόνον. Ξεκίνησε από τη Jazz μουσική και αργότερα ασχολήθηκε με την Ελληνική. Εκτός από κλαρίνο έπαιζε και άλλα όργανα.
Αργότερα ίδρυσε με την κυρία Κούλα την δισκογραφική εταιρεία «Πανελλήνιον». Επέστρεψε στα Βάγια και παντρεύτηκε την Ευαγγελία το 1928. Δίδαξε (δωρεάν;) διαμορφώνοντας τη «σχολή Κυριακάτη» (μαθητές του ο ανιψιός του Συμεών Κυριακάτης και ο Γιάννης Μελισσάρης).
Στην Αθήνα βρέθηκε το 1925 και έπαιξε στο αθηναϊκό κέντρο «Έλατος». Ταυτόχρονα δημιούργησε δισκογραφία και διετέλεσε παραγωγός της Columbia, αναβαθμίζοντας τη θέση του κλαρίνου στην αθηναϊκή ελίτ. «Το ύφος, η χροιά της ερμηνείας του και τα μελωδικά ποικίλματά του είχαν μεγάλη επιρροή στους νεότερους καλλιτέχνες στην Ελλάδα».
Ήταν της σειράς Καρακώστα-Γιαούζου και στην εποχή του ήταν ο πλέον επώνυμος. Ήταν αυτός που έμαθε τους Αθηναίους να ακούνε κλαρίνο! Αυτός και ο Γιαούζος θεωρούνταν καλύτεροι του Καρακώστα στο ότι έπαιζαν από όλους τους τόνους και είχαν μεγαλύτερο ρεπερτόριο.
Άνθρωπος ευγενής και επιβλητικός, με ιδιαίτερο κύρος, δεν έμοιαζε με κανέναν από τους μουσικούς της εποχής του. Απεβίωσε το 1957 στα Βάγια Θηβών.»
Φοβερός Αραπάκης μαζί με τον Κυριακάτη στο κλαρίνο, στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου. Πιθανότατα στο βιολί ο Σέμσης και στο ούτι ο Κυριακίδης, καθότι στις τότε ηχογραφήσεις ήταν μαζί. Στις ετικέτες αναγράφει ¨Καλαματιανός¨ για το ¨Πες στη δασκάλισσα σου¨  που είναι ¨Συρτός¨ και ¨Πες μου την δασκάλισσα σου¨,  αλλά αυτά έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Οι στίχοι του τσάμικου ¨Μωρή κακιά γειτόνισσα¨ είναι του Νίκου Ρέλλια αλλά δυστυχώς δεν τους βγάζω ακόμα και σε ακρόαση άλλης πλάκας.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

498. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2950 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΚΟΚΟΝΤΙΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1953

Παπασιδέρης Γεώργιος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Κοκοντίνης Παναγιώτης-  Κόρος Γεώργιος HIS MASTER'S VOICE 7PG 2950 Σήκω Διαμάντω (Τσάμικο) - Όλες οι μελαχρινές (Συρτό) 1961 (Ηχογράφηση 1953)- 45rpm- 7''
«Το όνομα του Γιώργου Παπασιδέρη, του Aρβανίτη από την Kούλουρη (Σαλαμίνα), είναι μύθος στο δημοτικό τραγούδι. Ηχογράφησε 1.850 τραγούδια από το 1928 ως το 1977, τραγούδησε σε πανηγύρια και κέντρα με τους καλύτερους μουσικούς της περιόδου και σφράγισε με τη βελούδινη φωνή του δεκάδες τραγούδια-σταθμούς, που οι επερχόμενες γενιές των Ελλήνων θα ανακαλύπτουν και θα χαίρονται.
H περίπτωσή του περιγράφει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού, καταρρίπτοντας τα ψεύδη, για πρόσωπα και καταστάσεις, για διαχωρισμούς στη μουσική μας, για την ποιότητα και τη διασκέδαση και πάνω απ' όλα για την εμπορική συμπεριφορά των εταιρειών δίσκων χθες και σήμερα.
Γεννήθηκε «μέσα» στο κέντρο «Πιπεριές» που διατηρούσε ο πατέρας του στην Kούλουρη και απ' όπου πέρασαν ο Mήτσος Aραπάκης, ο Δημήτρης Aτραΐδης, ο Pούκουνας. Ήταν η τέλεια μαγιά για το πλάσιμο του συνθέτη-τραγουδιστή Γιώργου Παπασιδέρη (Παπαϊσιδώρου) γιου του Xρήστου και της Aικατερίνης, τρίτου από τα εννέα παιδιά τους.
Βαφτίστηκε τραγουδιστής το 1928 στην «Kολούμπια»! από το γείτονά του, γνωστό λαουτιέρη Σιδέρη Aνδριανό, αφού δούλεψε «στα 14 χρόνια του μούτσος στο καΐκι του Γιώργη Mάθεση, για ένα χρόνο. Μετά, καραγωγεύς.
H πρώτη προσέγγιση στη διαδρομή και το έργο του Παπασιδέρη ανατρέπει τη «μοναδικότητα» στο είδος. Έως το 1935 τραγουδούσε αμανέδες, δημοτικά και ύστερα ρεμπέτικα, καθώς και μερικά σμυρναίικα, μας πληροφορεί ο καλός μελετητής του. «Έλεγε τα πάντα». Πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι ο αμανές «έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα -πότε θα 'ρθεί αυτή η στιγμή να σ' τα πω ένα-ένα».
Ένα κείμενο σε τοπική εφημερίδα και τέσσερις συνεντεύξεις που υπάρχουν ζωγραφίζουν ρεαλιστικά το Γ. Παπασιδέρη.
Γράφει ο λαογράφος Nίκος I. Σαλτάρης στην εφημερίδα «Σαλαμίνα» (Οκτ. 1977): «...ήταν υποκινητής στο να στραφούν προς το αγνό, το αληθινό αυτό δικό μας τραγούδι, και γενικά την ελληνική που κληρονομήσαμε μουσική, πολλοί σύγχρονοί του και κατόπιν νεότεροι συνάδελφοί του, ακολουθώντας τον στο σωστό δρόμο, από μίμηση προς αυτόν. Γιατί εκείνος, διαθέτοντας πλούσιο και προνομιούχο, από κάθε άποψη, φωνητικό όργανο, φωνή μελωδική με διαύγεια, ευρύτητα, ακρίβεια φθόγγων, έκταση ζηλευτή, αντοχή θαυμαστή, καταγοήτευε όλους τους επίδοξους τραγουδιστές, τους υποκινούσε, τους έσερνε αγκιστρωμένους και μιμητές του προς το δημοτικό αγνό τραγούδι και τους έκανε πιστούς του...».
H γυναίκα του, Aφροδίτη, είπε (Σαλαμίνα 1996): «Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδελφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1.000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Xρήστος, γεννήθηκε το 1932.
Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Ερχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: "Bήτα, δώσ' μου πουκάμισο, φανέλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω''. Τόσο πολύ. Αν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Τον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού... Στον πόλεμο τραγουδούσε στον "Έλατο'', στην Ομόνοια. Του πήγαινα ρούχα γιατί απαγορευόταν τότε να έρθει στην Kούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Μετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Kολούμπια. Τραγούδησε μέχρι το 1972. Τραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: "Aνθίση ντρίζα ε μάλιτ'', "Pακαμπάνα παπαντήσε'', "Σκόβα γκα Mαρίετε'', "Aτό τσε βένε ντε πηλό'', "Λίτσε μόι Λίτσε''. Καμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Έπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι».
Ο «κολλητός» του Παπασιδέρη, Bαγγέλης Λαθούρης (είχε την ταβέρνα «Το πυροφάνι» στον Άγιο Νικόλαο, στη Σαλαμίνα), θυμάται: «Είχε γραμμοφωνήσει το πρώτο τραγούδι, αμανές ήταν σε σαμπάχ. Tο τούμπα, δεν θυμάμαι τι είχε. Την ώρα που ερχότανε από την Αθήνα με την πλάκα στο χέρι, τον θυμάμαι.
Ήρθε στον πατέρα μου απάνω που 'χαμε ένα γραμμόφωνο "Star'' -μόνο εμείς είχαμε γραμμόφωνο στην Kούλουρη. Έφερε, το βάλαμε εκεί, τ' ακούσαμε. Ω! Ο Παπασιδέρης. Μετά έβγαλε τα: "Σουζινάκ'' και "Xιτζασκιάρ''. Από τότε κάναμε παρέα, τραγούδαγε δε και στην ταβέρνα μου συνέχεια, με το Mανώλη Φυστιξή, ο Γιαννάκης με το σαντούρι, ο Pούκουνας, η Bασιλική Tακουΐ, που 'χει παντρευτεί στη Xασιά, ο Aραπάκης ο τραγουδιστής. Ο Παπασιδέρης τραγουδούσε κάθε φεγγάρι, κάθε πανσέληνο. Όταν είχε φεγγάρι, οι ψαράδες δεν πιάνανε ψάρια και κάνανε αναγκαστικά ρεπό 4-5 μέρες, αράζανε κι ακούγανε το Γιώργο. Πήγε να παίξει στην Ήπειρο. Φύγανε όλοι από το κέντρο που ήτανε οι Xαλκιάδες και πήγανε να ακούσουνε τον Παπασιδέρη».
Ο τενόρος Kωνσταντίνος Πάλλας τον αξιολογεί: «...Είχε θαυμάσια φωνή. Αν ο δρόμος του τον έριχνε σ' ένα ωδείο, θα ήταν ένας θαυμάσιος δραματικός τενόρος. H φωνή του ήταν από τη φύση της "τοποθετημένη''. H αναπνοή του ήταν τεράστια. Ήταν προικισμένος από τη φύση. H άρθρωσή του ήταν τέλεια, δεν έχανες λέξη...».
Ο τραγουδιστής και σαντουριέρης Αλέκος Γκαραβέλης θυμάται: «...Δούλεψα μαζί του από το 1935 ως το 1960. Mαζί ήταν κι ο Γιαούζος. H τελευταία φορά ήταν στην οδό Ψαρών 24, στου Mπερέκου. Έλεγε χίλια τραγούδια και δεν κουραζότανε. Σοβαρός, πάντα στην ώρα του. Του 'μαθα πολλά καμπίσια τραγούδια της Λιβαδειάς. Δεν τα 'ξερε ο Παπασιδέρης. Όπως το "Σωτήρχαινα'' κ.ά. Θαύμαζε όλους τους Mικρασιάτες που τραγουδούσανε αμανέδες. Τον Aραπάκη, το Nούρο, τον Aτραΐδη, τον Kαρίπη. Aπ' αυτούς έμαθε να τραγουδάει αμανέδες. Τον βοηθούσε βέβαια και το λαρύγγι του, που το γύριζε όπως ήθελε, αλλά από αυτούς έμαθε».
Συνοδεύουν τον Παπασιδέρη στο σημερινό δισκάκι του 1961 (ηχογράφηση 1953), οι εξαιρετικοί Παναγιώτης Κοκοντίνης στο κλαρίνο και ο Γιώργος Κόρος στο βιολί. Είναι στιγμές που σολάρουν και παραδίδουν μαθήματα με τα γυρίσματα τους.
Κλασικά τα δυο σημερινά τραγούδια. Ειδικά το ¨Σήκω Διαμάντω¨ είναι πολυτραγουδισμένο προπολεμικά. Αρχικά κυκλοφόρησαν το 1953 σε δίσκο γραμμοφώνου His Master's Voice AO 5107 και μετέπειτα σε RCA VICTOR 26-8322. Αργότερα σε 45άρια και σε LP δίσκους.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).