Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

498. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2950 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΚΟΚΟΝΤΙΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1953

Παπασιδέρης Γεώργιος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Κοκοντίνης Παναγιώτης-  Κόρος Γεώργιος HIS MASTER'S VOICE 7PG 2950 Σήκω Διαμάντω (Τσάμικο) - Όλες οι μελαχρινές (Συρτό) 1961 (Ηχογράφηση 1953)- 45rpm- 7''
«Το όνομα του Γιώργου Παπασιδέρη, του Aρβανίτη από την Kούλουρη (Σαλαμίνα), είναι μύθος στο δημοτικό τραγούδι. Ηχογράφησε 1.850 τραγούδια από το 1928 ως το 1977, τραγούδησε σε πανηγύρια και κέντρα με τους καλύτερους μουσικούς της περιόδου και σφράγισε με τη βελούδινη φωνή του δεκάδες τραγούδια-σταθμούς, που οι επερχόμενες γενιές των Ελλήνων θα ανακαλύπτουν και θα χαίρονται.
H περίπτωσή του περιγράφει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού, καταρρίπτοντας τα ψεύδη, για πρόσωπα και καταστάσεις, για διαχωρισμούς στη μουσική μας, για την ποιότητα και τη διασκέδαση και πάνω απ' όλα για την εμπορική συμπεριφορά των εταιρειών δίσκων χθες και σήμερα.
Γεννήθηκε «μέσα» στο κέντρο «Πιπεριές» που διατηρούσε ο πατέρας του στην Kούλουρη και απ' όπου πέρασαν ο Mήτσος Aραπάκης, ο Δημήτρης Aτραΐδης, ο Pούκουνας. Ήταν η τέλεια μαγιά για το πλάσιμο του συνθέτη-τραγουδιστή Γιώργου Παπασιδέρη (Παπαϊσιδώρου) γιου του Xρήστου και της Aικατερίνης, τρίτου από τα εννέα παιδιά τους.
Βαφτίστηκε τραγουδιστής το 1928 στην «Kολούμπια»! από το γείτονά του, γνωστό λαουτιέρη Σιδέρη Aνδριανό, αφού δούλεψε «στα 14 χρόνια του μούτσος στο καΐκι του Γιώργη Mάθεση, για ένα χρόνο. Μετά, καραγωγεύς.
H πρώτη προσέγγιση στη διαδρομή και το έργο του Παπασιδέρη ανατρέπει τη «μοναδικότητα» στο είδος. Έως το 1935 τραγουδούσε αμανέδες, δημοτικά και ύστερα ρεμπέτικα, καθώς και μερικά σμυρναίικα, μας πληροφορεί ο καλός μελετητής του. «Έλεγε τα πάντα». Πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι ο αμανές «έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα -πότε θα 'ρθεί αυτή η στιγμή να σ' τα πω ένα-ένα».
Ένα κείμενο σε τοπική εφημερίδα και τέσσερις συνεντεύξεις που υπάρχουν ζωγραφίζουν ρεαλιστικά το Γ. Παπασιδέρη.
Γράφει ο λαογράφος Nίκος I. Σαλτάρης στην εφημερίδα «Σαλαμίνα» (Οκτ. 1977): «...ήταν υποκινητής στο να στραφούν προς το αγνό, το αληθινό αυτό δικό μας τραγούδι, και γενικά την ελληνική που κληρονομήσαμε μουσική, πολλοί σύγχρονοί του και κατόπιν νεότεροι συνάδελφοί του, ακολουθώντας τον στο σωστό δρόμο, από μίμηση προς αυτόν. Γιατί εκείνος, διαθέτοντας πλούσιο και προνομιούχο, από κάθε άποψη, φωνητικό όργανο, φωνή μελωδική με διαύγεια, ευρύτητα, ακρίβεια φθόγγων, έκταση ζηλευτή, αντοχή θαυμαστή, καταγοήτευε όλους τους επίδοξους τραγουδιστές, τους υποκινούσε, τους έσερνε αγκιστρωμένους και μιμητές του προς το δημοτικό αγνό τραγούδι και τους έκανε πιστούς του...».
H γυναίκα του, Aφροδίτη, είπε (Σαλαμίνα 1996): «Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδελφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1.000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Xρήστος, γεννήθηκε το 1932.
Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Ερχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: "Bήτα, δώσ' μου πουκάμισο, φανέλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω''. Τόσο πολύ. Αν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Τον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού... Στον πόλεμο τραγουδούσε στον "Έλατο'', στην Ομόνοια. Του πήγαινα ρούχα γιατί απαγορευόταν τότε να έρθει στην Kούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Μετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Kολούμπια. Τραγούδησε μέχρι το 1972. Τραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: "Aνθίση ντρίζα ε μάλιτ'', "Pακαμπάνα παπαντήσε'', "Σκόβα γκα Mαρίετε'', "Aτό τσε βένε ντε πηλό'', "Λίτσε μόι Λίτσε''. Καμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Έπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι».
Ο «κολλητός» του Παπασιδέρη, Bαγγέλης Λαθούρης (είχε την ταβέρνα «Το πυροφάνι» στον Άγιο Νικόλαο, στη Σαλαμίνα), θυμάται: «Είχε γραμμοφωνήσει το πρώτο τραγούδι, αμανές ήταν σε σαμπάχ. Tο τούμπα, δεν θυμάμαι τι είχε. Την ώρα που ερχότανε από την Αθήνα με την πλάκα στο χέρι, τον θυμάμαι.
Ήρθε στον πατέρα μου απάνω που 'χαμε ένα γραμμόφωνο "Star'' -μόνο εμείς είχαμε γραμμόφωνο στην Kούλουρη. Έφερε, το βάλαμε εκεί, τ' ακούσαμε. Ω! Ο Παπασιδέρης. Μετά έβγαλε τα: "Σουζινάκ'' και "Xιτζασκιάρ''. Από τότε κάναμε παρέα, τραγούδαγε δε και στην ταβέρνα μου συνέχεια, με το Mανώλη Φυστιξή, ο Γιαννάκης με το σαντούρι, ο Pούκουνας, η Bασιλική Tακουΐ, που 'χει παντρευτεί στη Xασιά, ο Aραπάκης ο τραγουδιστής. Ο Παπασιδέρης τραγουδούσε κάθε φεγγάρι, κάθε πανσέληνο. Όταν είχε φεγγάρι, οι ψαράδες δεν πιάνανε ψάρια και κάνανε αναγκαστικά ρεπό 4-5 μέρες, αράζανε κι ακούγανε το Γιώργο. Πήγε να παίξει στην Ήπειρο. Φύγανε όλοι από το κέντρο που ήτανε οι Xαλκιάδες και πήγανε να ακούσουνε τον Παπασιδέρη».
Ο τενόρος Kωνσταντίνος Πάλλας τον αξιολογεί: «...Είχε θαυμάσια φωνή. Αν ο δρόμος του τον έριχνε σ' ένα ωδείο, θα ήταν ένας θαυμάσιος δραματικός τενόρος. H φωνή του ήταν από τη φύση της "τοποθετημένη''. H αναπνοή του ήταν τεράστια. Ήταν προικισμένος από τη φύση. H άρθρωσή του ήταν τέλεια, δεν έχανες λέξη...».
Ο τραγουδιστής και σαντουριέρης Αλέκος Γκαραβέλης θυμάται: «...Δούλεψα μαζί του από το 1935 ως το 1960. Mαζί ήταν κι ο Γιαούζος. H τελευταία φορά ήταν στην οδό Ψαρών 24, στου Mπερέκου. Έλεγε χίλια τραγούδια και δεν κουραζότανε. Σοβαρός, πάντα στην ώρα του. Του 'μαθα πολλά καμπίσια τραγούδια της Λιβαδειάς. Δεν τα 'ξερε ο Παπασιδέρης. Όπως το "Σωτήρχαινα'' κ.ά. Θαύμαζε όλους τους Mικρασιάτες που τραγουδούσανε αμανέδες. Τον Aραπάκη, το Nούρο, τον Aτραΐδη, τον Kαρίπη. Aπ' αυτούς έμαθε να τραγουδάει αμανέδες. Τον βοηθούσε βέβαια και το λαρύγγι του, που το γύριζε όπως ήθελε, αλλά από αυτούς έμαθε».
Συνοδεύουν τον Παπασιδέρη στο σημερινό δισκάκι του 1961 (ηχογράφηση 1953), οι εξαιρετικοί Παναγιώτης Κοκοντίνης στο κλαρίνο και ο Γιώργος Κόρος στο βιολί. Είναι στιγμές που σολάρουν και παραδίδουν μαθήματα με τα γυρίσματα τους.
Κλασικά τα δυο σημερινά τραγούδια. Ειδικά το ¨Σήκω Διαμάντω¨ είναι πολυτραγουδισμένο προπολεμικά. Αρχικά κυκλοφόρησαν το 1953 σε δίσκο γραμμοφώνου His Master's Voice AO 5107 και μετέπειτα σε RCA VICTOR 26-8322. Αργότερα σε 45άρια και σε LP δίσκους.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

497. PARLOPHONE DP.223 ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ (ΚΑΡΕΚΛΑΣ)- ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ 1937

Παπαδάκης Αντώνης (Καρεκλάς)- Φουσταλιεράκης Στέλιος (Φουσταλιέρης- Το Στελάκι από την Κρήτη) PARLOPHONE DP.223 Σούστα Ρεθυμνιώτικη - Συρτός Λεβέντης  1937- 78rpm- 10''
 
«Ο Αντώνης Παπαδάκης (επονομαζόμενος «Καρεκλάς» λόγω επαγγέλματος) γεννήθηκε στα Περιβόλια του Ρεθύμνου το 1893 και άρχισε να ασχολείται με τη λύρα από μικρό παιδί.
Ανήκει στους πρωτομάστορες, και για τους ειδικούς θεωρείται από τους σημαντικότερους λυράρηδες του περασμένου αιώνα.
Πρωτόπαιξε λύρα σε εποχή που το λαούτο δεν είχε καθιερωθεί ακόμη ως συνοδευτικό όργανο της λύρας στην Κρήτη. Έτσι, στις εμφανίσεις του χρησιμοποιούσε ως συνοδεία το μπουλγαρί, δημοφιλέστατο την εποχή εκείνη στην περιοχή του Ρεθύμνου. Συνεργάτες του ήταν κυρίως οι «μπουζουξήδες» (όπως έλεγαν τότε τους μουσικούς που έπαιζαν μπουλγαρί) Γιώργης Αγιούτης και Βλαδίμηρος Πλουμιστάκης και λίγο αργότερα, μαθητής ακόμη στο μπουλγαρί, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που ήταν και ανιψιός του. Με συνοδεία λαούτου πρωτόπαιξε γύρω στα 1928, με τον περίφημο λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη (Ψύλλο).
Με το Στέλιο Φουσταλιεράκη εμφανίζονται και στη δισκογραφία γύρω το 1937 ηχογραφώντας τα περίφημα Ρεθεμνιώτικα πεντοζάλια. Στην πορεία της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του ηχογράφησε τρεις δίσκους (και 2 επανεκδόσεις σε Decca και Parlophone η σημερινή- πέντε το σύνολο) 78 στροφών, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες την εποχή εκείνη. Ξακουστή έγινε η σούστα του Καρεκλά με τα πολλά γυρίσματα (μουσικές φράσεις), που έχει μείνει κλασική για τους σημερινούς λυράρηδες. Θρυλείται ότι τη μελωδία της σούστας την είχε μάθει από το Μακεδάκη, ένα λυράρη που πέθανε πολύ νέος και καταγόταν από το γειτονικό Ρουσσοσπίτι.
Το 1968 ο Γερμανός σκηνοθέτης Χέρτζογκ, βρέθηκε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της πρώτης του ταινίας «Signs of life». Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, ο Χέρτζογκ γύρισε το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ (ασπρόμαυρο διάρκειας σχεδόν 13 λεπτών) με τίτλο Letzte Worte (Τελευταίες λέξεις), με θέμα τον καλύτερο λυράρη της Κρήτης που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο νησί των λεπρών, τη Σπιναλόγκα, και όταν το κολαστήριο καταργήθηκε και έφυγαν από εκεί όλοι οι λεπροί, εκείνος έμεινε μόνος στο νησί αρνούμενος να γυρίσει πίσω στον πολιτισμό. Τρεφόταν με αγριόχορτα, αγκάθια και σαύρες και έπαιζε τη λύρα του.
Όταν οι αρχές τον έφεραν πίσω δια της βίας, κλείστηκε στο σπίτι του αρνούμενος να μιλήσει και εκφραζόταν μόνο με τη μουσική του.
Η ταινία τελειώνει με κοντινό πλάνο στο πρόσωπο και στα χέρια του οργανοπαίκτη που μιλάει στο φακό:
«Όχι, δεν λέω τίποτα… τελείωσα… έτσι γουστάρω… τελευταία μου λέξη…».
Στο ντοκιμαντέρ αυτό ο Καρεκλάς παίζει συρτό και Ρεθυμνιώτικα πεντοζάλια, με τη συνοδεία μπουζουκιού ενώ μπουζούκι στο συγκεκριμένο βίντεο παίζει ο Λευτέρης Δασκαλιός. Ας μην ξεχνάμε ότι το μπουζούκι, παλαιότερα, ήταν το κατ’ εξοχήν όργανο συνοδείας της λύρας.
Κι είναι από τα μοναδικά ντοκουμέντα που έμειναν στο διαδίκτυο ευτυχώς να θυμίζουν τον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη που είχε δυστυχώς τη μοίρα όλων των σπουδαίων που ζουν για το σήμερα με αρχοντιά και γενναιοδωρία αδιαφορώντας για το αύριο που «ποιος ζει ποιος πεθαίνει» Στο μεσουράνημά του είχε καταφέρει να αποκτήσει αρκετά χρήματα. Επειδή όμως δεν είχαν κι όσοι ευεργετήθηκαν από την απλοχεριά του τα ίδια με αυτόν αισθήματα ο μεγάλος Καρεκλάς βρέθηκε στα γεράματά του στο Άσυλο Ανιάτων στα Χανιά.
Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή το 1980 σε ηλικία 87 χρόνων.»
Ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος σαν να μην είχε σκορπίσει τόση χαρά στους ανθρώπους με το μαγικό του παίξιμο, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Κι έρχεται ένα πύρινο άρθρο του μεγάλου Νίκου Αγγελή, στην εφημερίδα «Ακρόπολη» να εγκαλέσει συνειδήσεις με κείνη τη γραφή που είχε γίνει «σχολή» στη δημοσιογραφία της εποχής
«Διαβάζω την 5η Ιανουαρίου στην «αρχαιότερη κρητική εφημερίδα» στην «Κρητική Επιθεώρηση» Ρεθύμνου:
«Με καθυστέρηση πληροφορούμεθα τον θάνατο του Ρεθεμνιώτη λυράρη Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά που επισυνέβη τα Χριστούγεννα στο άσυλο των Χανίων, όπου οι αντίξοες συνθήκες της ζωής και το βαθύ γήρας τον είχαν οδηγήσει.
Με το θάνατο του Καρεκλά χάνεται μια δόξα της Κρητικής Μουσικής, ένας σπάνιος καλλιτέχνης που είχε αφήσει εποχή και πραγματικά με το δοξάρι του έγραψε ιστορία στην μουσική παράδοση του τόπου. Ο Καρεκλάς για χρόνια πολλά ήταν ο ξακουστός λυράρης της Κρήτης, ο δεξιοτέχνης του δοξαριού, που μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν μοναδικός στην απόδοση της «σούστας», με την οποία και συνεδέθη το όνομά του. Τύπος μπoέμ, εκακοτύχησε στην ζωή του και είχε βασανισμένα γεράματα».
Ένα «δίστηλο καλό» όπως λέμε στη δημοσιογραφία, αφιέρωσε η εφημερίδα στο θάνατο του Καρεκλά που κατάφερε να μάθει δέκα μέρες μετά… «Γιατί μωρέ;» ρωτούσε από χρόνια πολλά ο μακαρίτης ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης, που μάθαινε την κατάντια του Καρεκλά. «Γιατί μωρέ; Δεν ανατραφήκαμε εμείς με τη λύρα του; Δεν νοιώσαμε τα πρώτα σκιρτήματα με το δοξάρι του; Γιατί μωρέ τον αφήσατε να καταντήσει έτσι ο Καρεκλάς εσείς μια ολόκληρη πολιτεία;».
Ρωτούσε ο «δάσκαλός» μας στη δημοσιογραφία τότε. Ρωτώ κι εγώ με τη σειρά μου τον δήμαρχο και το Δεσπότη του Ρεθέμνου, που τυχαίνει να διαβάζουν καθημερινά την εφημερίδα αυτή με το «δίστηλο»:
– Γιατί; Ούτε το γεροκομείο του Pεθέμνου δεν χωρούσε το απομεινάρι του Καρεκλά; Δε βρέθηκε μια γωνιά να τον κρατήσει, έτσι για ν’ αφήσει την ύστερη πνοή του, όπως άφησε την τελευταία δοξαριά, στο Ρέθεμνος; Ήταν ο θάνατός του λιγότερο σημαντικός και από τον ψόφο ενός σκύλου για να τον μάθει η πολιτεία του δέκα μέρες μετά;
Το καλοκαίρι που θα κατέβω στο Ρέθεμνος θα δω τη λύρα του Καρεκλά αποτεθειμένη στη βιτρίνα της λαογραφικής συλλογής. Έτσι συμβαίνει πάντα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Η φροντίδα μας εξαντλείται στα άψυχα…
Μα ας αφήσομε τη μουρμούρα. Ο Καρεκλάς δεν πέθανε τώρα. Ήταν από χρόνια πολλά πεθαμένος. Από τότε που άλλοι σύγχρονοι λυράρηδες, πιο γρήγοροι και πιο προσαρμοσμένοι στους συρμούς, απόσπασαν από τον «ένδοξο» λυράρη τον κόσμο. Εκείνος ο θάνατος ήταν πιο οδυνηρός γιατί τον… έζησε ο Καρεκλάς. Τον κατάπιε γουλιά  γουλιά, μήνα με τον μήνα. Στα πανηγύρια δεν τραβούσε τον κόσμο πια και στους μεγάλους γάμους δεν τον καλούσαν. Ένοιωθε να ξεπέφτει και ν’ απομονώνεται. Έβλεπε τους καινούργιους να μπασταρδεύουν τους ρυθμούς που εκείνος με το Ροδινό σκάλισαν στο πετσί του Ρεθέμνου, αναπλάθοντας παμπάλαιους τόνους και πικραινόταν. Δεν έλεγε τίποτα. Κατέβαινε μόνο…
Ύστερα οι «αντίξοες συνθήκες της ζωής» που γράφει και ο συνάδελφος του Ρεθέμνου σύντριψαν κυριολεκτικά τον Καρεκλά. Χαμήλωσε η ψυχή του, λιγόστεψε θαρρείς και η λογική του ακόμη. Μα κάπου εκεί, μια σπίθα έμενε αναμμένη μέχρι θανάτου και όταν την «λαντουρούσε» με κρασί στραφτάλιζε κι έδιδε ρυθμό στα μαραμένα χέρια. Και τότε μέσα στην πηχτή Pεθεμνιώτικη νύχτα ακουόταν κάπου σαν μακρινό παράπονο ή λύρα του να ανακαλεί τις σκιές και τις χαμένες μέρες της λεβεντιάς:
– Ο Καρεκλάς θυμάται, έλεγε τότε, κάποιος νυχτοπαρωρίτης διαβάτης.
Ειδικότητα του Καρεκλά ήταν η σούστα. Η σούστα του Καρεκλά. Έμεινε στην μουσική παράδοση του νησιού, δεν παραποιήθηκε από κανένα λυράρη. Είναι σεμνή, κλασική, σίγουρη και μαζί ναζιάρικη και ζωντανή. Ο Μουντάκης με τον Σκορδαλό που πέρασαν την παράδοση του Ρεθέμνου ολοζώντανη και αναλλοίωτη στις νεώτερες γενιές δεν άλλαξαν τη σούστα του Καρεκλά. Την σεβάσθηκαν απόλυτα. Διατήρησαν το όνομα της. Δηλαδή ούτε την οικειοποιήθηκαν οι ίδιοι, ούτε άφησαν κανένα άλλο να την οικειοποιηθεί. Και αυτό τους τιμά ιδιαίτερα.
Θυμούμαι δύο περιστατικά που καθρεπτίζουν έντονα τη δόξα και την κατάρρευση του Καρεκλά. Δύο εικόνες από την μεσουράνηση και την συντριβή του.
Ήμουν παιδάκι και βρεθήκαμε με το παππού στο χωριό Ρούστικα του Ρεθέμνου σ’ ένα πανηγύρι. Ήταν καλοκαίρι. Του Προφήτη Ηλία θα ήταν γιατί στο χωριό αυτό υπάρχει ένα ιστορικό μοναστήρι στο όνομα του προφήτη. Βράδιαζε και έπεφτε η ζεστή. Ως το σπίτι που μας φιλοξενούσαν έφταναν φωνές και τραγούδια λαού που παραληρούσε από κέφι. Έμοιαζαν με φωνές από ένα καρναβάλι νοτιοαμερικάνικο. Τις φωνές σφράγιζαν κάθε τόσο πυροβολισμοί, σφυρίγματα και κρότοι από βαρελότα.
Ανάμεσα στο βουητό αυτό ξεμύτιζε κάπου – κάπου η γλυκιά λαλιά μιας λύρας. Δυο τρεις κοντυλιές φτεράκιζαν μια στιγμή και ύστερα πνίγονταν πάλι στον ανθρώπινο κατακλυσμό.
Στο σπίτι που καθόμασταν σηκώθηκε από περιέργεια. Τι γίνεται; Κάτι ασυνήθιστο για το πανηγύρι του χωριού. Η νοικοκυρά έστελλε κάποιον να μάθει τι συμβαίνει. Σε λίγο ο αγγελιοφόρος ήρθε πίσω.
Τ’ αυτιά του έφεγγαν από ενθουσιασμό. Ήταν φανερό πως είδε ένα εξαιρετικό θέαμα. Είπε:
– Είναι ο Καρεκλάς στο μέγα κέφι και χορεύει ούλος ο λαός στο λιβάδι.
Λιβάδι έλεγαν την πλατεία του χωριού. Τα παιδιά δεν κρατηθήκαμε άλλο. Κατεβήκαμε και πήγαμε ως εκεί. Ήταν μια ανθρωπομάζα που ωρύετο κυριολεκτικά. Ανεβήκαμε σ’ ένα δέντρο για να βλέπουμε καλύτερα. Κάποιος έλεγε πως ο Καρεκλάς έφθασε πριν από λίγη ώρα από το Ρέθεμνος πιωμένος. Εμείς βλέπαμε έναν μικρόσωμο άνθρωπο ανεβασμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι. Θαρρώ πως απάνω στο τραπέζι ήταν μια καρέκλα ή ένα βαρέλι μικρό στερεωμένο με τάκους. Δεν θυμούμαι καλά. Οπωσδήποτε ο Καρεκλάς ήταν απάνω στο βαρέλι αυτό ή στην καρέκλα, είχε τη λύρα πίσω στο κεφάλι του και έπαιζε. Ναι έπαιζε έτσι ανάποδα τη θρυλική σούστα του και τριγύρω πιωμένοι πανηγυριώτες χόρευαν ομαδικά. Και φώναζαν και τραγουδούσαν. Άλλοι σφύριζαν, άλλοι χτυπούσαν με τις παλάμες το τραπέζι, άλλοι κρατούσαν μπουκάλες γεμάτες κρασί και τις περνούσαν από στόμα σε στόμα.
Ένας νεαρός ήταν ανεβασμένος στο τραπέζι, πλάι στον παραλοϊσμένο λυράρη, του ‘βαζε στο στόμα μεζέδες, τον πότιζε κρασί. Μάζευε τα λεφτά που σκορπούσαν οι χορευτάδες γύρω και τα αποθήκευε στην τσέπη του λυράρη. Και πάνω απ’ όλα αποκρινόταν με τη δική του φωνή στα πυκνά «καλέσματα» που έστελνε ο λαός από γύρω:
– Γεια σου Καρεκλά αθάνατε!…
Αυτό το θέαμα του λυράρη που δόξαζε ο λαός δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Και αν ήταν να φύγει δεν το άφησε ένα άλλο θέαμα που αντίκρουσα περίπου είκοσι χρόνια αργότερα.
Καθόμαστε μιαν εσπέρα, αργά, στο λιμανάκι του Ρεθέμνου και πίναμε μαύρο κρασί με, τηγανητά, ξιδάτα, καβούρια και ψιλές ντόπιες γαριδοπούλες. Περνούσαν οι ώρες, έπεφτε άχνα αναδερή στα ρούχα μας και στα μαλλιά μας. Καταστάλαζαν οι μικρές φωνές και οι καημοί της πολιτείας. Φούσκωνε τις ψυχές μας το κρασάκι Μια στιγμή βγήκε από ένα στενό ένας άνθρωπος γερασμένος, μ’ ένα μακρύ σακάκι ριγμένο στους ώμους. Ακουμπούσε σ’ ένα μπαστούνι και μας πλησίασε. Είμαστε η μοναδική μεγάλη παρέα στο γιαλό. Έβγαλε μια ταλαιπωρημένη λύρα από το σακάκι του και έγνεψε να μας παίξει λίγο. Ένας ντόπιος, όμως, νεαρός της συντροφιάς τον σταμάτησε απότομα:
– Αντώνη πιες μια και πήγαινε…
Ήταν ο Καρεκλάς! Ναι ο μεγάλος λυράρης! Όταν το ‘μαθα είχε απομακρυνθεί. Ένοιωσα οργή και θλίψη. Άφησα την παρέα και έτρεξα στα στενά να τον βρω, αλλά είχε χαθεί εκείνη τη νύχτα… Είχε εξασφαλίσει το κρασάκι του για κείνη την ώρα και είχε τρυπώσει στο σπιτάκι του. Ήταν φανερό πως από τότε είχε πεθάνει.
Τα φετινά Χριστούγεννα ήμουν με δυο συναδέλφους στο Ρέθεμνος. Παραμονή, προπαραμονή, περνούσαμε από την μεγάλη παραλία που ήταν έρημη και τη βασάνιζε ένας φοβερός βοριάς. Κρύο, παντερμιά, χιονόνερο.
Σταματήσαμε το αυτοκίνητο και βλέπαμε τα φοβερά κύματα που ξεπερνούσαν τα μουράγια και φοβέριζαν τα μικρά πλεούμενα. Ακούγαμε για λίγο τους γόους των νερών και τους θρήνους των κλειστών σπιτιών. Οι αντένες των μικρών καραβιών σφύριζαν. Ήταν μια παράξενη, σχεδόν εφιαλτική ώρα. Υπολογίζω, ήταν η ώρα που πέθαινε ο Καρεκλάς, ξεχασμένος, νεκρός κιόλας από πολλά χρόνια, σ’ ένα κρεβάτι γεροκομείου, μακριά από την πολιτεία που τον γέννησε, τον γλέντησε, τον δόξασε, τον περιφρόνησε και τον έδιωξε, σα γέρικο και άχρηστο σκυλί να πεθάνει έξω από τα όριά της…».
Εξαιρετικό το παραπάνω κείμενο. Εξαιρετική και η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, με την ¨Σούστα Ρεθυμνιώτικη¨ και τον ¨Συρτό Λεβέντη¨. Πρωτοκόπηκε σε πλάκα της Odeon με κωδικό GA 7027. Λίγοι γνώριζαν την ύπαρξη της σημερινής επανέκδοσης σε δίσκο Parlophone Αγγλίας, για την μακρινή Αυστραλία. Το παίξιμο του Καρεκλά είναι αυτό που φέρνει σε δεύτερη μοίρα το παίξιμο το Φουσταλιέρη που τον συνοδεύει με το μπουλγαρί (μπουζούκι όπως αναγράφεται στις ετικέτες).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

496. MUSIC BOX EMB 405 - ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΡΗΤΗ)- ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΚΑΒΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝΗ- ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1962

Πολυχρονάκης Μιχάλης- Μπριλλάκη (Καβακοπούλου) Ειρήνη- Καλογρίδης Γιώργος- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Καβακόπουλος Παντελής MUSIC BOX EMB 405 Λευκά όρη - Τρώτε και πίνετε Άρχοντες - Πηδηχτός πεντοζάλης - Με χωρίς πόνο και καημό 1962- 45rpm- 7''
¨Κάτω από τον ουρανό της Ελλάδος¨ μια σειρά από extended (με τέσσερα κομμάτια) 45άρια της Music-Box με τραγούδια (που είχαν κυκλοφορήσει σε ¨απλά¨ 45άρια) από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Το σημερινό extended 45άρι με τραγούδια από την Κρήτη. Τα τρία από τα τραγούδια κυκλοφόρησαν σε απλά 45άρια το 1962 (τα δυο πρώτα θα τα βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις). Ο ¨Πηδηχτός πεντοζάλης¨ κυκλοφόρησε μόνο σε αυτή την έκδοση. Οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν είναι ο Μιχάλης Πολυχρονάκης, η Ειρήνη Μπριλλάκη-Καβακοπούλου, ο Παντελής Καβακόπουλος, ο Γιώργος Καλογρίδης (που λανθασμένα μεταφράζει στο οπισθόφυλλο το Γ με J δηλαδή John) και τέλος ο Μαρκοβαγγέλης.
«Ο Μιχάλης Πολυχρονάκης γεννήθηκε το 1930 στα Τοπόλια Κισάμου του νομού Χανίων. Κληρονόμησε το καλλιτεχνικό ταλέντο του από τους προγόνους του που ήταν ψάλτες και μουσικοί, όπως ο πατέρας του. Καλλίφωνος, δεξιοτέχνης πριμαδόρος, έχει αφήσει κι αυτός το δικό του χνάρι στο κρητικό μουσικό μονοπάτι. Έπαιξε με πλήθος βιολιστών, με τους πιο ονομαστούς όπως ο Αντώνης Αναγνωστάκης, ο Μαύρος κ.α. Στα χρόνια που έζησε στην πρωτεύουσα, έπαιξε σε πολυάριθμες εκδηλώσεις της Παγκρητίου Ενώσεως, της Κρητικής Μούσας κλπ.
Έχει βραβευτεί κατά καιρούς από διαφόρους πολιτιστικούς φορείς, ενώ λαμπρό είναι και το δισκογραφικό του έργο με τον αδελφό του Μανώλη και άλλους βιολιστές. Στην τηλεοπτική σειρά "Η Κυρία Ντο-Ρε-Μι" που προβλήθηκε την δεκαετία του'80 έπαιξε λαγούτο, ντύνοντας μουσικά το σήριαλ. Επίσης, αξιόλογη και η παρουσία του στις δισκογραφικές δουλειές του Καλλιτεχνικού ομίλου νομού Χανίων "Οι Μαδάρες" όπου συνόδευσε με τις πενιές του, τους περήφανους ριζίτες μας. Έχει διδάξει λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της Κισσάμου μέχρι σήμερα».
«Η Ειρήνη Μπριλλάκη γεννήθηκε στο Σπήλι το 1924 κι αυτό τον τόπο τον λάτρεψε όπως κι όλοι οι επιφανείς άλλωστε που κατάγονται από το πανέμορφο αυτό κεφαλοχώρι. Κόρη του Σήφη Μπριλλάκη και της Ευαγγελίας Βλατάκη μεγάλωνε σε μια πολυμελή οικογένεια. Ήταν το τελευταίο παιδί ανάμεσα σε τέσσερα ακόμα κορίτσια κι ένα αγόρι.
Η Ειρήνη ξεχώριζε από τα άλλα κορίτσια κι όχι μόνο για την ομορφιά της.
Παρά τα τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει καταφέρνει να συνεχίσει σπουδές στο γυμνάσιο Ρεθύμνου. Η φτώχεια της δεν επέτρεπε να έχει δικά της βιβλία. Μα δεν την ένοιαζε. Περίμενε υπομονετικά να διαβάσουν πρώτα οι συμμαθήτριές της και μετά δανειζόταν τα βιβλία για να διαβάσει κι αυτή.
Ξεχώριζε πάντα κι οι καθηγητές της την έβαζαν να τραγουδά στις εκδρομές για ν’ απολαύσουν την υπέροχη φωνή της.
Ο πόλεμος τη βρίσκει εθελόντρια να προσφέρει με τις αδελφές της πολύτιμες υπηρεσίες στο πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο Σπηλίου. Η Μάχη της Κρήτης την επηρεάζει τόσο, που αργότερα θα συνθέσει τις ωραιότερες δημιουργίες της.
Το 1943, στην καρδιά της κατοχής, αφήνει το χωριό της για να εκπληρώσει το μεγάλο της όνειρο. Να έρθει στην Αθήνα για σπουδές. Μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι με ένα παλιό καΐκι, καταφέρνει να φτάσει στην πρωτεύουσα. Εκεί πετυχαίνει την εισαγωγή της στη Νομική και στη Γαλλική Ακαδημία. 
Ο Παντελής Καβακόπουλος, ένας ταλαντούχος μορφωμένος μουσικός, ερευνητής-μουσικολαογράφος, στην Κρατική Ορχήστρα, από την Ήπειρο. Η Ειρήνη γοητεύτηκε από τον νέο, ήταν λεβέντης πραγματικά, αλλά περισσότερο την έδεσε μ’ αυτόν η κοινή αγάπη για την έρευνα και τη μελέτη της παράδοσης. Ο γάμος τους ήταν ένας από τους ευτυχισμένους σταθμούς στη ζωή της Ειρήνης και η μεγάλη δωρεά από τη φύση δυο χαριτωμένα παιδιά ο Σπύρος και ο Δημήτρης.
Οι συγκυρίες έκαναν την Ειρήνη πιο πρακτική. Έτσι χωρίς να πάψει να μελετά, εξασφάλισε μια σίγουρη θέση στα γραφεία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, όπου εργάστηκε επί σειρά ετών και από εκεί συνταξιοδοτήθηκε. Είχε όμως τόσα ενδιαφέροντα, που δεν την απογοήτευσαν ποτέ οι αλλαγές στα σχέδιά της. Τα όνειρά της τώρα την οδηγούσαν σε πιο ενδιαφέρουσες ασχολίες, όπως η καταγραφή της λαϊκής μας κληρονομιάς. Γι’ αυτό και της έγινε συνήθεια να υπάρχει πάντα μαζί της ένα μαγνητόφωνο.
Η Ειρήνη Μπριλλάκη ήταν η πρώτη Ρεθεμνιώτισσα λαογράφος και αρθρογράφος σε τακτική βάση στον τύπο από το 1967 και μετά. Η μόνη της αμοιβή ήταν πάντα ο καλός λόγος και οι απορίες που θα δημιουργούσαν γόνιμο διάλογο.
Η ποίησή της μοναδική είχε έντονο το παραδοσιακό στοιχείο. Κι εκείνα τα σχεδόν βιογραφικά της αληθινά διαμάντια.
Συνεργάστηκε επίσης με πολλούς παραδοσιακούς οργανοπαίχτες της Κρήτης και φυσικά με όλους τους μουσικούς του Σπηλίου (Κοντύλη, Μαρκογιώργη Μαρκογιανάκηδες, Μπριλογιάννη, Σκορδαλό, Γ. Χατζηδάκη, Καλογρίδη κ.ά.) Από το 1949-1955 μετάδωσε στο ραδιόφωνο πλήθος λαογραφικών συνεργασιών της, με τους τίτλους «Τραγούδια από όλη την Ελλάδα», «Τραγούδια για να θυμάστε την πατρίδα», «Θρακικά τραγούδια» κ.ά.»
« Ο Γιώργος Καλογρίδης γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1923. Στα δεκατέσσερα του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες Στεφανή Βασιλάκη ή Κονδύλη και Γιώργη Μαρκογιαννάκη ή Μαρκογιώργη.
Η κατοχή τον βρίσκει στο Σπήλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα , όπου θα εγκατασταθεί για λίγο διάστημα. Την περίοδο αυτή (1946) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο «Πολλές φορές στον ύπνο μου», που θεωρείται κλασσικό. Συνολικά ηχογράφησε είκοσι τραγούδια την περίοδο 1946-1956, ορισμένα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεση τους, την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαιρετική φωνή του ίδιου Γ. Καλογρίδη, φωνή που σήμερα είναι σπάνια.
Αξίζει να σημειωθεί ακόμη η ιδιαίτερη προσοχή που επιδεικνύεται από τον Γ. Καλογρίδη στην επιλογή των μαντινάδων, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στην επίτευξη μιας υψηλής ποιότητας που χαρακτηρίζει όλο του το έργο. Οι ηχογραφήσεις του όλες έγιναν με την συνεργασία δύο γνωστών και καταξιωμένων λαουτιέρηδων, των αδερφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.
Ο προικισμένος λυράρης ξενιτεύεται το 1966 στη Ν. Υόρκη. Το 1977 ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το χρυσό χέρι του καλλιτέχνη παραλύει, στερώντας και από τον ίδιο αλλά και από την μουσική μας γενικά την ευκαιρία για νέες μουσικές συνθέσεις. Ο Γιώργος Καλογρίδης πέθανε στην Αμερική το 1999.»
Να ευχαριστήσω τον Βασίλη Χατζηαντωνίου (greekdiscography) για τα εξώφυλλα του σημερινού δίσκου 45 στροφών.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 




Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

495. COLUMBIA SCDG 3917 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΑΣΤΡΙΝΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΦΑΣΟΥΛΑΣ ΖΑΧΑΡΗΣ- ΓΚΙΚΑ ΒΟΥΛΑ 1970

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ζαχαριουδάκης Αστρινός- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Φασουλάς Ζαχάρης- Γκίκα Βούλα COLUMBIA SCDG 3917 Καμάρι σ' έχει το χωριό - Νάμουν αητός 1970- 45rpm- 7''
 
«Ένας ιερός τόπος της μουσικής μας ιστορίας, το εμβληματικό «Δισκοπωλείο Νίκος Ξυλούρης» είναι πλέον παρελθόν καθώς δεν άντεξε άλλο τους νέους, δύσκολους για τη δισκογραφία, καιρούς παρά τις άοκνες και συγκινητικές προσπάθειες του φύλακα Άγγελου της μνήμης του Νίκου Ξυλούρη, Ουρανίας Ξυλούρη.
Το αηδόνι της Κρήτης νοίκιασε αυτόν τον χώρο το 1978 και λειτούργησε επίσημα το 1979.
Όπως αφηγείται η κα Ουρανία Ξυλούρη, η αγαπημένη του γυναίκα και θεματοφύλακας της μνήμης του:
«Το 1979 ο Νίκος ήταν πλέον άρρωστος στην Αμερική και τα παιδιά το εγκαινίασαν μόνα τους. Το όραμά του ήταν να υπάρχει η γωνίτσα του. Ήθελε να υπάρχει μια γωνιά για τους φίλους του.»
Και αυτή η γωνιά που ονειρεύτηκε, σε πείσμα των δίσεκτων καιρών, άντεξε σχεδόν μισό αιώνα, χάρη στην αστείρευτη δύναμη και την αγάπη της κας Ουρανίας που έστεκε εκεί, υπερήφανο ριζιμιό χαράκι και τίμησε και τιμά τη μνήμη του αγαπημένου της, αλλά και εκείνη του λατρευτού γιου της Γιώργη που ως τον θάνατό του της παραστεκόταν στον αγώνα της να διατηρήσει αλώβητο τον χώρο.
Ίσως αλλού, σε μια ιδανική πολιτεία το δισκοπωλείο «Νίκος Ξυλούρης» να είχε ήδη κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο του νεοελληνικού πολιτισμού, σαν ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν καλλιτέχνη, που η φωνή του έγινε σύμβολο των αγώνων για την ελευθερία και τη δημοκρατία, έναν από τους ελάχιστους που γνώρισε την καθολική αγάπη και τον σεβασμό ενός ολόκληρου λαού. Ενός λαού που σύσσωμος θρήνησε τον πρόωρο χαμό του και τον διατήρησε ζωντανό στη συλλογική του μνήμη.
Το δισκοπωλείο άντεξε τόσο πολύ χρόνο  χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια, παρά μόνο χάρη στην αγάπη του κόσμου και την μεγάλη ποικιλία σπάνιων τίτλων της δισκογραφίας που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού!
Επίσης ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του χώρου υπήρξε πάντα η υψηλού επιπέδου εξυπηρέτηση που παρείχαν οι εξαιρετικοί γνώστες της μουσικής που σας υποδέχονταν εκεί. 
Αν βρεθείτε κοντά στη στοά Πεσμαζόγλου περάστε από τον χώρο που στέγαζε επί 46 ολόκληρα χρόνια το δισκοπωλείο «Νίκος Ξυλούρης» και εκεί, θα το νιώσετε κι εσείς, πάντα θα κατοικεί η άφθαρτη μνήμη του «Αρχάγγελου της Κρήτης», το αδάμαστο πνεύμα της λεβεντογένας.
Μια εποχή μπορεί να τελείωσε με το κλείσιμο του δισκοπωλείου αλλά η αγάπη του κόσμου, της Κυρίας Ουρανίας και τα εμβληματικά τραγούδια του σπουδαίου μας ερμηνευτή με την στεντόρεια, καθάρια του και εκφραστική φωνή  θα τον καθιστούν πάντα έναν δικό μας αγαπημένο, έναν Άγιο του νέου ελληνικού πολιτισμού στον οποίο θα καταφεύγουμε με ειλικρινή συγκίνηση στις χαρές μας και στις λύπες.
Υ.Γ. Κάθε μου επίσκεψη στο δισκοπωλείο των Ξυλούρηδων ήταν ένα ευλαβικό προσκύνημα σε μια Ελλάδα ευγενική και γενναιόδωρη, που τα τελευταία της ίχνη χάνονται βίαια κάτω από τον οδοστρωτήρα του ατομισμού και της αυταρέσκειας.»
Εξαιρετικό το παραπάνω κείμενο του Χρήστου Ασημακόπουλου για το Ogdoo.gr.  
«Γνωστός και καταξιωμένος λυράρης ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης γεννήθηκε στη Μεσαρά, αλλά εδώ και 50 χρόνια ζει στην Αττική, όπου είναι αμέτρητες οι εμφανίσεις του σε κρητικές εκδηλώσεις και σε κρητικά κέντρα της Αθήνας.
Πέρα, ωστόσο, από λυράρης ο Αστρινός είναι και ένας εξαιρετικός δάσκαλος, όσον αφορά την εκμάθηση της λύρας σε μικρούς μαθητές. Ίσως να μην είναι υπερβολή, ότι έχει μάθει λύρα σε περισσότερα από 500 παιδιά. Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά έχουν εξελιχθεί σε φτασμένους, επαγγελματίες λυράρηδες.»
«Η Βούλα Γκίκα γεννήθηκε στο Άργος στις 8 Ιανουαρίου του 1933 και είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια του λαϊκού τραγουδιού.
Λίγο πριν από τον πόλεμο του '40, η οικογένειά της μετακόμισε στον Πειραιά. 
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της καριέρα σε ηλικία 18 ετών παρά τα δύσκολα ήθη της εποχής. Πολύ σύντομα αναδείχθηκε σε σπουδαία ρεμπέτισσα τραγουδώντας δίπλα σε μεγάλους λαϊκούς τραγουδιστές της εποχής όπως οι Στέλιος Καζαντζίδης, Στράτος Διονυσίου, Μιχάλης Μενιδιάτης, Πάνος Γαβαλάς, κ.ά.
Η Βούλα Γκίκα, ποτέ δεν έγινε μεγάλη φίρμα, «πρώτο όνομα» που λένε, παρόλο που θεωρείτο ίσως το σημαντικότερο γυναικείο σεγόντο την περίοδο 1955 – 1965, τη χρυσή δεκαετία του λαϊκού τραγουδιού.
Το 1970, η Βούλα Γκίκα κάνει σεγόντο στον νεαρό Μανώλη Μητσιά στα «Δεν είναι αυλή να δροσιστείς» και «Έλα αύριο βράδυ στις εννιά», τα δύο πρώτα τραγούδια της συνθέτριας Ελένης Καραΐνδρου.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης δεν συνεργαζόταν με καμία άλλη για τα σεγόντα του. Οι φωνές τους ηχογραφήθηκαν μαζί σε τραγούδια σαν το «Νά ’τανε το ’21» (1969) των Σταύρου Κουγιουμτζή – Σώτιας Τσώτου (η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού πριν του Γιώργου Νταλάρα), το «Μίλησε μου» και το «Φιλντισένιο καραβάκι» των Μάνου Χατζιδάκι – Νίκου Γκάτσου από την «Επιστροφή» (1970) σε ενορχήστρωση Δήμου Μούτση.
Παρέμεινε στα λαϊκό στερέωμα περισσότερο από τρεις δεκαετίες συμμετέχοντας σε πολλές και μεγάλες επιτυχίες. Σύζυγός της ήταν ο λαϊκός συνθέτης Νίκος Καρανικόλας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2003.
Η Βούλα Γκίκα έφυγε απ’ την ζωή τον Ιούλιο του 2024. Έμεινε στην ιστορία του τραγουδιού ως η «βασίλισσα του σεγόντου»
Όπως και στην ανάρτηση 138 με το  COLUMBIA SCDG 3892, έτσι και σήμερα έχουμε τους ίδιους καλλιτέχνες δυο λύρες Ψαρονίκος και Αστρινός, δυο λαούτα Ψαρογιάννης και Φασουλάς και για σεγόντο την Βούλα Γκίκα αντί για την Ουρανία. Όμορφα παιξίματα, ειδικά στον συνδυασμό με τις δύο λύρες στο ¨Καμάρι σ’ έχει το χωριό¨. Να σημειωθεί ότι τα τραγούδια τα συμπεριέλαβαν σε μετά θάνατο συλλογές του Ψαρονίκου.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τρίτη 6 Μαΐου 2025

494. VICTOR 63513 ΛΑΪΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 1909

Άγνωστη λαϊκή ορχήστρα Κωνσταντινούπολης- ((Πιθανά ορχήστρα Γιάννη Καλαϊτζόγλου- αδελφοί Ψωμαθιανοί (Ψαμαθιανοί): Καλαϊτζόγλου Γιάννης (Γιάγκος- Γιαγκούλης- Παντελόνας)- Καλαϊτζόγλου Βασίλης (Βάσος) VICTOR 63513 Χασάπικο - Σούστα 1909- 78rpm- 10''

Οι πρώτες ηχογραφήσεις αρμόνικας προέρχονται όλες από την Κωνσταντινούπολη. Κρίνοντας από τον μεγάλο αριθμό ηχογραφήσεων αρμόνικας που έγιναν μεταξύ 1903 και 1910 από τις μεγάλες εμπορικές δισκογραφικές εταιρείες, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μουσική αρμόνικας αποτελούσε σημαντικό μέρος της ελληνικής μουσικής σκηνής στην Κωνσταντινούπολη πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πιο δημοφιλείς μουσικοί ήταν ο Ιωάννης Αγιαζματζής, ο Γιάνγκος (= Υ(ο)άννης ή ο Βασίλης;) Ψαμαθιανός (γνωστός και ως Ψωμαθιανός, Ψαματυάλη ή Παντελώνας) και τα σύνολα του Πέτρου Ζουναράκη (ή Ζουναράς) και του Μήτσου (=Δημήτρης· άγνωστο επώνυμο). Το 1909 ένα ελληνικό κουαρτέτο οργάνων έκανε ηχογραφήσεις στο Κάιρο της Αιγύπτου. Τα ονόματα των τεσσάρων μουσικών είναι άγνωστα. Ούτε είναι γνωστό αν επρόκειτο για τοπικό ελληνοαιγυπτιακό σύνολο, ή για ομάδα από την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα που επισκέφτηκε την Αίγυπτο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Αθήνα καθιερώθηκε ως νέο μουσικό κέντρο και γνώρισε την άνοδο καλλιτεχνών όπως ο Andóni(o)s Amirális (ή «Papatzís», όπως τον αποκαλούσαν συνήθως- βλέπε ανάρτηση 295) και τον Stéfo (άγνωστο επίθετο). Εκτός από τις σόλο ηχογραφήσεις, ο τελευταίος συνόδευε και την τραγουδίστρια Kiría Pipína (Πιπίνα). Και δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τον Μιχάλη Τρίμη, το περίφημο σύνολο του Γιάννη Καλαϊτζόγλου με τον Βασίλη Ψαμαθιανό και τον όχι και τόσο γνωστό  Ιωάννη Φώκιο (ή Χιώτη).
Ο Γιάγκος και ο Βάσος τα δύο αδέρφια, το κανονικό τους επώνυμο Καλαϊτζόγλου με καταγωγή από την Ψωμάθεια. Ο Γιάγκος παίζει πάντα αρμόνικα και τραγουδάει ενίοτε σε μερικές ηχογραφήσεις που γράφουν Γιαγκούλης. Όπου δεν υπάρχει το Γιαγκούλης εμφανίζεται ο Βασίλης ως τραγουδιστής με την χαρακτηριστική ψιλή του φωνή αλλά στην αρμόνικα είναι ο αδερφός του. Ο Γιάγκος χαμηλών τόνων καλλιτέχνης συνόδευσε τις περισσότερες ηχογραφήσεις της Πολίτικης δισκογραφίας που υπάρχουν αρμόνικες και σε άλλους καλλιτέχνες όπως Ζουναράκη, Κώτσο Βλάχο κ.α
Να σημειωθεί ότι περισσότερες από τις μισές ηχογραφήσεις των δυο αδελφών δεν έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής από τους συλλέκτες καθώς οι δίσκοι ειδικά της περιόδου 1907-1908 είναι εξαιρετικά σπάνιοι.
Οι δυο καλλιτέχνες κράτησαν ζωντανή και διέσωσαν την ταβερνιάρικη λαϊκή παράδοση της Πόλης, είναι ότι πιο σημαντικό έχουμε για την δισκογραφία της Πόλης για εκείνη την εποχή. Μετά από έρευνα βρέθηκε ότι ο  Γιάγκος, είχε μαγαζί στην Πόλη μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 30 που πούλαγε μουσικά όργανα (αρμόνικες κ.α.), δίσκους κλπ.
Όπως αναφέραμε παραπάνω, συνήθως αρμόνικα έπαιζε ο Γιάγκος Ψαμαθιανός και κιθάρα με τραγούδι ο Βάσος. Έτσι αναφέρει η παραπάνω (πρώτη) φωτογραφία που βρέθηκε (στην αρμόνικα είναι ο Γιάννης Καλαϊτζόγλου και δίπλα με την κιθάρα ο Βασίλης).
Κοιτάζοντας τον κατάλογο (που θα βρείτε στο φάκελο) με τις ηχογραφήσεις που περιέχουν αρμόνικα, παρατηρώ ότι 20-03-1909 ηχογραφήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη δέκα τραγούδια με αρμόνικα. Τα έξι είναι με την ορχήστρα του Ζουναράκη. Οπότε μένουν τα άλλα τέσσερα αγνώστου καλλιτέχνη (το ¨Χασάπικο¨ και η ¨Σούστα¨ μέσα σε αυτά). Διαβάζοντας παραπάνω, αναφέρετε ότι την ορχήστρα Ζουναράκη συνόδευε με αρμόνικα ο Ψαμαθιανός (λογικά ο Γιάγκος). Οπότε με κάθε επιφύλαξη πιθανότατα είναι οι Ψαμαθιανοί στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, που επί τη ευκαιρία ηχογράφησαν και τέσσερα δικά τους κομμάτια, χωρίς όμως να αναγράφονται στις ετικέτες.  
Όπως και να έχει, έχουμε δυο εξαιρετικά εκτελεσμένα κομμάτια. Το ¨Χασάπικο¨  σε κάνει να θες να σηκωθείς να το χορέψεις (πράγμα σπάνιο για παλιές ηχογραφήσεις) και η ¨Σούστα¨ να αναρωτιέσαι πόσο δίκιο είχε ο Μουντάκης. Να σημειωθεί ότι με την αρμόνικα αντικαθιστούσαν από το βιολί μέχρι το κλαρίνο. Μεγάλες οι δυνατότητες του οργάνου σε συνδυασμό με τις ικανότητες του οργανοπαίκτη φυσικά.
Στο φάκελο θα βρείτε μία εξαιρετική έρευνα πάνω σε όλες τις ηχογραφήσεις αρμόνικας από τις αρχές του 1900.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).