Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

457. HIS MASTER'S VOICE AO 5221 ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ (ΝΑΥΤΗΣ)- ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΣΚΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) 1954

Παπαδάκης Κώστας (Ναύτης)- Σημαντηράκης Δημήτρης- Καραπατάκης Γιάννης (Σκουλόγιαννης) HIS MASTER'S VOICE AO 5221 Συρτός του Ναύτη - Συρτός Βατολακιανός 1954- 78rpm- 10''
 
«Ο Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης- βλέπε και αναρτήσεις 37 και 105) γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου το 1920. Ήταν γιός του παλιού μεγάλου βιολάτορα Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Σε ηλικία 5 ετών φεύγει από την Κίσσαμο και εγκαθίσταται μόνιμα στην πόλη των Χανίων. Σε ηλικία 7 ετών πρωτοπιάνει ένα βιολί γκουρνέριους του 1710 όπου το είχε φέρει ένας πρόγονος του από την Ιταλία. Αυτό λοιπόν έμελλε να είναι και το όργανο της ζωής του.
¨Έλα έλα αν έχει αξία πιο, έχει αξία πιο πολύ, έχει αξία πιο πολύ το τελευταίο δάκρυ,
 όφου μάνα μου το τελευταίο δάκρυ, έλα έλα που σταματά και κρυσταλλιά, που σταματά και κρυσταλιά στων αμαθειών την άκρη, όφου μάνα μου στων αμαθειών την άκρη¨
Πρώτος του δάσκαλος ο πατέρας του αλλά και όλοι οι μεγάλοι μουσικοί της εποχής του όπως ο Χάρχαλης, ο Κουφιανός, ο Μαριάνος, όπου τα ακούσματα τους σημάδεψαν την ψυχή του μικρού Κώστα. Σε ηλικία μόλις 9 ετών κάνει το πρώτο του γλέντι στους Λάκκους Κυδωνίας. Το 1933 ο Κώστας Παπαδάκης συναντά τον μεγάλο Στρατή Καλογερίδη στο Ηράκλειο, όπου αυτή η συνάντηση σημαδεύει την μετέπειτα πορεία του. Κατά τη θητεία του στο ναυτικό, ο Κωστής Παπαδάκης έπαιζε πάντα με την ναυτική στολή. Από εκεί λοιπόν του έμεινε και το παρατσούκλι "Ναύτης".
Το 1938 καθώς βρισκόταν στην Αθήνα, εγκρίνεται από τον τότε ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών η παραχώρηση εβδομαδιαίας εκπομπής. Κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου ο Κώστας Παπαδάκης επιστρέφει στην Κρήτη.
Συνάμα με το βιολί, έπαιζε με την ίδια τέχνη μπουζούκι και λαγούτο. Μάλιστα δε, σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου. Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρος το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σίμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις. Από το 1959 έως και το 1976 ζει στο εξωτερικό όπου διαπρέπει και μεταφέρει στους απόδημους Κρήτες τις νοσταλγικές μελωδίες της Κρήτης και συγχρόνως προωθεί και προβάλει την κρητική μουσική στις εκατοντάδες εμφανίσεις του. Από το 1976 κατοικεί μόνιμα στα Χανιά και είναι ακούραστο μέλος του συλλόγου μουσικής νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης".
Είχε διακριθεί με διάφορα βραβεία από τον Δήμο Χανίων, τον Δήμο Ηρακλείου και από διάφορα πολιτιστικά σωματεία.
Η πρώτη του ηχογράφηση γίνεται το 1938. Έκτοτε έχει κυκλοφορήσει πολλούς δίσκους με δικές του συνθέσεις αλλά και με διασκευές. Μερικές από τις πολλές συνθέσεις του είναι ο "Νέος Σεληνιώτικος συρτός", "Κουστογερακιώτικος συρτός", "Συρτός του Ναύτη", "Ροδοπιανός", "Συρτός της Αυγής", "Χαιρεθιανός συρτός", "Νέος Γραμπουσιανός συρτός" κ.α. Και όπως λένε οι ειδικοί, δεν "βγαίνει γλέντι" σήμερα χωρίς να ακουστούν έστω και 10 σκοποί του Ναύτη.
Εκτός όμως από μοναδικός δεξιοτέχνης και συνθέτης, ο Κώστας Παπαδάκης ήταν και άριστος γνώστης της παράδοσης. Πολλοί οι αγώνες του για την μετάδοση και διάσωση της γνήσιας κρητικής μουσικής, οι εμφανίσεις του στο εξωτερικό πολλές (Φλωρεντία, Μιλάνο, Αυστραλία, Αμερική, Γαλλία κλπ) και βέβαια η επισφράγιση μιας πολύχρονης έρευνας με το βιβλίο "Κρητική Λύρα, ένας μύθος" του 1989.
Ο Κώστας Παπαδάκης είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην εκμάθηση του βιολιού, καθώς είναι πολλοί οι μαθητές του που συνεχίζουν την μακραίωνη παράδοση του τόπου μας. Μέχρι και το θάνατο του, ο Κώστας Παπαδάκης συνέχιζε να παλεύει για την διάσωση των γνήσιων μορφών της μουσικής μας. Με το παίξιμο του που σπανίζει στις μέρες μας , αλλά και με την πολύχρονη προσφορά του στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης, σίγουρα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της γνήσιας παραδοσιακής μουσικής.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και σίγουρα, μια βαριά κληρονομιά στους νεωτέρους του. Ίσως η παρουσία του σήμερα να φαντάζει πολυτέλεια, όμως σίγουρα η θέση του στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών είναι υψηλή.»
«Ο Δημήτρης Σημαντηράκης ήταν ένας από τους πιο αξιόλογους και τεχνίτες λαγουτιέρηδες της μεταπολεμικής περιόδου. Γεννήθηκε το 1918 στα Γριμπιλιανά Κισάμου και σε μικρή ηλικία ξεκίνησε να παίζει με ένα μαντολίνο. Ο συγχωριανός του βιολιστής, ο σπουδαίος Σιδερομανώλης, τον άκουσε και τον παρότρυνε να ασχοληθεί με το λαγούτο. Στα πρώτα του βήματα ο Σημαντηράκης έπαιξε και γαλουχήθηκε από τον Σιδερομανώλη. Υποδηματοποιός στο επάγγελμα, μετακόμισε στα Χανιά όπου και άνοιξε το κατάστημα του, ένα από τα καλύτερα της πόλης, χωρίς όμως να αφήσει το λαγούτο. Εκεί, τον άκουσε ο Ναύτης και για πάρα πολλά χρόνια αποτέλεσαν μια ταιριαστή ζυγιά. Για δεκαπέντε σχεδόν χρόνια, ο Σημαντηράκης, δίπλα στον Ναύτη, ξεδίπλωσε το ταλέντο του και έδωσε μια νέα πνοή στο παίξιμο του λαγούτου, με πρίμο, με ακόρντα, τα οποία ταίριαζαν απόλυτα με την μουσική έκφραση και δεξιοτεχνία του Ναύτη. Μαζί στα γλέντια, από την Κίσσαμο έως τα Σφακιά, αλλά και εκτός Χανίων.
Πολλά τα καλέσματα, πλήθος κόσμου να συρρέει για να ακούσει τους δύο περίφημους μουσικούς. Στα Σφακιά έπαιζαν επί έναν συνεχόμενο μήνα και στον δρόμο για τον γυρισμό, έμειναν άλλες 2 εβδομάδες σε χωριά του Αποκορώνου για να γλεντήσουν τον κόσμο που τους ζητούσε. Συγγένεψαν κιόλας(μπατζανάκηδες) και μαζί έφυγαν για την Αμερική όπου και έπαιξαν στα δεκάδες γλέντια της ομογένειας. Σημαντική όμως και η παρουσία του Δημ.Σημαντηράκη στους δίσκους του Ναύτη, μιας κι έπαιξε λαγούτο σε κλασσικά πλέον συρτά όπως ο Συρτός της Αυγής, ο Κουστογερακιώτικος, ο Βατολακιανός κλπ. Δυστυχώς, η βαριά ασθένεια του Σημαντηράκη ήταν ο λόγος που αυτή η περιζήτητη ζυγιά σταμάτησε την πορεία της. Ο ίδιος ο Σημαντηράκης, επέστρεψε στην γενέτειρα του, τα Γριμπιλιανά Κολυμβαρίου Κισάμου, όπου και απεβίωσε το 1966.»
«Ο Γιάννης Καραπατάκης, πιο γνωστός ως Σκουλόγιαννης, γεννήθηκε στο Γαβαλομούρι Κισάμου του νομού Χανίων και ήταν μια από τις αυθεντικότερες φωνές της περιοχής την μεταπολεμική περίοδο. Ερασιτέχνης τραγουδιστής αλλά με πολύ σωστά "μέτρα", συνόδευσε με το τραγούδι του πολλούς καλλιτέχνες της περιοχής. Σημαντική η συνεργασία του με τον Ναύτη, μιας και ο Σκουλόγιαννης πρωτοτραγούδησε σε δίσκο τις συνθέσεις του Ναύτη "Βατολακιανός Συρτός" και "Νέος Σελινιώτικος-Συρτός της Αυγής". Για πολλά χρόνια έζησε στην Αμερική.»
Η σημερινή ανάρτηση και η 37 με τέσσερα τραγούδια ηχογραφημένα το 1954. Και στους δυο δίσκους συμμετέχουν ο Σημαντηράκης και ο Σκουλόγιαννης. Για τις συνθέσεις και το παίξιμο του Ναύτη πραγματικά δεν έχω λόγια.
Ο ¨Συρτός του Ναύτη¨ με στίχους ερωταπόκρισης (θέτει ερώτημα και απαντάει) και ταυτόχρονα τραγουδάει και διδάσκει λαούτο. Καπάκι ο ¨Βατολακιανός συρτός¨ με τη φωνή του Σκουλόγιαννη το λαούτο του Σημαντηράκη και τεράστιο βιολί από τον Ναύτη. Ο σημερινός δίσκος με πολλά χιλιόμετρα, στην κυριολεξία ξεθάφτηκε. Είναι από αυτούς που σου μένει πως έπεσαν στα χέρια σου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με δυο διαφορετικές ετικέτες στις 78 στροφές (μπορντό και άσπρη) και στις 45 στροφές.
Φαντάζομαι τα βιώματα του Ναύτη σε πανηγύρι στο Βατόλακκο ΄τεσσάρων χρόνων να ακούει λεβεντιές όπως αυτές στην παραπάνω φωτογραφία. Το Σταυρό σας λοιπόν (για τις παρακαταθήκες των καλλιτεχνών) και καλά Χριστούγεννα.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ).
 

 

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

456. FIDELITY 7419 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1967

Τσαγκαράκης Μιχαήλ (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7419 Αυτό που θέλανε (Καλαματιανός) - Είμαι φτωχός και πρόσεξε (Σμαριανός συρτός) 1967- 45rpm- 7''
 
«Ένας από τους κορυφαίους και καταξιωμένους νεότερους συνθέτες και στιχουργούς της Κρητικής μουσικής είναι ο Μιχάλης Τζαγκαράκης. Κατάγεται από οικογένεια μουσικών αφού και τα 3 αδέλφια του (Δημήτρης, Στέλιος, Γιώργος- βλέπε και αναρτήσεις 34, 46, 117, 224, 225, 355 και 416) είναι λαμπροί καλλιτέχνες. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Ηρακλή Τζαγκαράκη που ήταν ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του, έμαθε λύρα.
Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τις Καμάρες. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης γεννήθηκε στο Αποίνι το 1945 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα χωριά του Ηράκλειου που τότε σε όλα τα καφενεία του χωριού γίνονταν και ένα γλέντι και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός. Έπαιζαν μόνο οι πιο αναγνωρισμένοι λυράρηδες και δεν μπορούσε εύκολα να διακριθεί. Η διάκριση του ήρθε όταν σε ένα γλέντι, στην Τουρλωτή, αυθόρμητα, αυτοσχεδίασε την πρώτη του σύνθεση το τραγούδι "Κουτσομπόλες". Ο ενθουσιασμός, τα χειροκροτήματα και το κέφι του κόσμου, όχι μόνο τον συγκίνησαν αλλά άλλαξαν εντελώς την καλλιτεχνική πορεία της ζωής του. Άρχισε να συνθέτει τραγούδια που έδιναν χαρά, γέλιο και κέφι στον κόσμο.
Με συνεργάτες τα αδέρφια του Δημήτρη και Γιώργο Τζαγκαράκη και με άλλους καλούς λαουτιέρηδες, Κ. Κατσουλίερη και Γ. Ξυλούρη, ξεσήκωνε τον κόσμο και χάρη στο ταλέντο της σύνθεσης και της ποίησης που είχε, ο κόσμος τον αγάπησε, τον ξεχώρισε και πολύ γρήγορα έγινε γνωστός σε όλη τη Κρήτη, χωρίς να έχει γράψει τα τραγούδια του σε δίσκο. Η Κρητική μουσική, την εποχή εκείνη ακούγονταν μόνο στα χωριά. Το μοναδικό κέντρο στο Ηράκλειο που είχε Κρητικό πρόγραμμα ήταν το Λιμενικό περίπτερο, και ήταν πολύ τιμητικό για το Μιχάλη Τζαγκαράκη που επέλεξαν εκείνον, να παίζει λύρα κάθε βράδυ, με λαουτιέρη το Δ. Φουκάκη. Το 1964 έγραψε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών " Α' πλευρά- Ξενιτεμένο μου πουλί, Β πλευρά-Χωριανοί χωριανοί", ενώ δεν είχε πάει ακόμα φαντάρος. Στο στρατό υπηρέτησε στο Πυροβολικό το 1965-1967. Εκείνη την εποχή, απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ψυχαγωγεί με τη λύρα και τα τραγούδια του, αξιωματικούς και φαντάρους, γράφει το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι", παίζει στη λέσχη αξιωματικών, σε γιορτές που διοργανώνουν οι αξιωματικοί στο Αίγιρο και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής, προβάλλοντας τη μουσική παράδοση της Κρήτης. 
Το 1967 απολύθηκε από το στρατό. Εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο, υπήρχαν μόνο δυο κέντρα. Ο Ερωτόκριτος και η Καλλιθέα και κάθε σαββατοκύριακο έπαιζε και διαφορετικό συγκρότημα. Κάθε φορά που έπαιζε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης τα κέντρα ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Αυτό ήταν η αιτία που οι ιδιοκτήτες του κέντρου Καλλιθέα, του ζήτησαν μόνιμη συνεργασία. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, στο κέντρο αυτό, με συνεργάτες του τα αδέλφια του Δημήτρη και Γιώργο και το Ζαχαρία Σμπώκο, βοηθώντας έτσι την πορεία και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. 
Την ίδια εποχή ξεκίνησε και μια νέα καλλιτεχνική καριέρα για τον Μιχάλη Τζαγκαράκη, γράφοντας τα τραγούδια του σε δίσκους 45 στροφών. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Κρήτης. Προτάσεις γίνονται και από το εξωτερικό από Κρητικό σύλλογο της Καλιφόρνιας για μόνιμη εγκατάσταση. 
Το 1970 σταμάτησε από το κέντρο Καλλιθέα για ένα χρόνο. Τη περίοδο αυτή συνεργάστηκε και με το Νίκο Ξυλούρη στο κέντρο Ραφίνα και Ερωτόκριτο.
Το 1971 συνεργάστηκε πάλι με το κέντρο Καλλιθέα, με συνεργάτες τα αδέλφια του Στέλιο και Γιώργο.
Το 1972 ανοίγει το δικό του κέντρο την Ξαστεριά, χωρητικότητας 1000 ατόμων, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια της δικτατορίας για το όνομα του κέντρου και τις αντιστασιακές μαντινάδες που έλεγε.  Ανανεώνει το κρητικό πρόγραμμα της "Ξαστεριάς" και συνεργάζεται με αξιόλογους καλλιτέχνες όπως το μεγάλο Κώστα Μουντάκη, τον Βασίλη Νιράκη(Μπακαλιάρος), τον Γιώργο Ταμιωλάκη, τον Λαρετζάκη, τον Αντώνη Βαφάκη, τον Κώστα Γαρυφαλάκη, τον Γιάννη Δερμιτζάκη και τον Ζαχαρία Μελεσανάκη.
Πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ντέμης Ρούσος, η 'Αννα Καλουτά, η Έρικα Μπρόγιερ, ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και η ηθοποιός Δώρα Σιτζανη με το μεγάλο συνθέτη Μάνο Λοΐζο (ήταν φίλοι και κουμπάροι του), επισκέπτονταν την Ξαστεριά και η κοσμοσυρροή ήταν πρωτοφανής.
Γι αυτό το λόγο ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ανοίγει και δεύτερο κέντρο τον Ερωτόκριτο με συνεργάτη το Βασίλη Νιράκη. Η φιλία που έδενε το Μιχάλη Τζαγκαράκη με το Μάνο Λοΐζο ήταν μεγάλη. Ετοιμάζονταν να συνεργαστούν και να γράψουν ένα δίσκο με έντεχνα Κρητικά τραγούδια. Στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου και της Δώρας Σιτζανη, παρουσία του διευθυντή της ΜΙΝΟΣ ΜΑΤΣΑΣ, κου Αχιλλέα Θεόφιλου, συζήτησαν για την επικείμενη συνεργασία. Ο Μάνος Λοΐζος ζητά από το Μιχάλη Τζαγκαράκη να εγκατασταθεί στην Αθήνα για ένα χρόνο, για πρόβες και ηχογραφήσεις, πράγμα δύσκολο για το Μιχάλη, γιατί έπρεπε να κλείσει τα δυο κέντρα που διατηρούσε στο Ηράκλειο.»
Αδελφοί Τσαγκαράκη σε ένα δισκάκι που έκοψε αρκετά και κυκλοφόρησε το 1967. Η Fidelity δεν συνήθιζε σε λάθη, ψάχνοντας τις ετικέτες στο δισκάκι που διάλεξα να ψηφιοποιήσω η Β πλευρά έχει άδεια το 1968. Στο ζευγαράκι ετικετών είναι η σωστή χρονολογία φυσικά. Στα τραγούδια, ένα κρητικοκαλαματιανό που έκοψε και σε split με τον Παπασιδέρη δισκάκι και ήταν από τα σουξέ της εποχής. Στη δεύτερη πλευρά ένας όμορφος Σμαριανός συρτός.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 



Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

455. PANIVAR PA-175 ΚΟΥΚΛΙΝΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ- ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΝΩΣ 1970

Κουκλινός (Κουκληνός) Κανάκης- Κοτζαμπασάκης (Κοτσαμπασάκης) Μίνως (Μήνως) PANIVAR PA-175 Πυξίδα θέλω στη ζωή (Συρτός) - Μια Κρητικιά αγάπησα (Σούστα) 1970- 45rpm- 7''
«Ο Κανάκης Κουκλινός (βλέπε και ανάρτηση 76, 146 και 220) γεννήθηκε στη Γρηγοριά Πυργιωτίσης Ηρακλείου. Γιός του μεγάλου λυράρη Κανάκη Κουκλινού (που έπαιζε παρέα με το Γαλιανό) και που δυστυχώς τον σκότωσαν οι Γερμανοί στα Σκούρβουλα. Άφησε εφτά μηνών έγκυο την Ασπασία τη γυναίκα του και γεννήθηκε ο Κανάκης που πήρε και το όνομα του πατέρα του.
Με τη λύρα του πατέρα του έμαθε να παίζει ο Κανάκης από μικρό παιδί. Ήταν μια βιολόλυρα την οποία έχει ακόμα και σήμερα και παίζει με αυτήν. Από την εποχή του Νίκου Ξυλούρη παίζανε στα λιγοστά κέντρα του Ηρακλείου εκείνη την εποχή.
Ο πρώτος του δίσκος σαράνταπέντε στροφών ήταν ένα υπέροχο συρτό με τίτλο στη ψεύτική σου ομορφιά, αργότερα ακολούθησαν κ’ άλλοι μικροί δίσκοι (έξι προσωπικοί) με διάφορες συνθέσεις του. Σε πολλά γλέντια έπαιξε με το Μανούσο Παπατσαρά που ήταν στα πρώτα του βήματα και με τον πρώτο ξάδερφό του Αντώνη Κουκλινό και με τον άλλο ξάδερφο από τις Καμάρες Μανώλη Χατζάκη με το παρατσούκλι ‘’Χιώτης’’ και τον ‘’Μπουρνέλη’’ Γιώργη Θεοδωράκη. Επίσης με τη λύρα του συνόδεψε το μεγάλο Γιώργο Κουμιώτη στη δισκογραφία του.
Για αρκετά χρόνια ήταν στο εξωτερικό Βέλγιο, Γερμανία, διασκεδάζοντας τους Κρητικούς και όχι μόνο. Το 1979 κυκλοφόρησε τον πρώτο μεγάλο του δίσκο με τον Μίνω Κοτζαμπασάκη και τον Νίκο Πατενταλάκη με τον τίτλο ‘’’Τα κανόνια του Κανάκη’’ που περιέχει μέσα ένα πεντοζάλη με το μοναδικό ασκομαντουρίστικο παίξιμο του Κανάκη.»
«Ο Μίνως Κοτζαμπασάκης γεννήθηκε το 1939 στο χωριό Καλογέρου του Αμαρίου Ρεθύμνου και έζησε εκεί τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής. Έχει έναν αδερφό ο οποίος είναι γιατρός, ο ίδιος όμως δεν προχώρησε στα γράμματα και πήγε σε ηλικία έντεκα ετών στην πόλη του Ρεθύμνου όπου τελείωσε τρεις τάξεις του γυμνασίου και στη συνέχεια έμαθε την τέχνη του επιπλοποιού. Άνοιξε μάλιστα σε λίγα χρόνια ένα επιπλοποιείο στο Καμαράκι στο κέντρο της πόλης.
Με το λαγούτο ασχολήθηκε τυχαία όταν ένας χωριανός του που είχε λαγούτο του έδειξε λίγο τα πατήματα. Παρατήρησε λοιπόν ότι ο Μίνως είχε μουσικό αυτί και πολύ εύκολα μπόρεσε να βγάλει σχετικά καλά ένα τραγούδι και του είπε να συνεχίσει.
Ο Μίνως άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να μάθει λαγούτο και πήγαινε στου λαγουτιέρη Μάρκου Φουρναράκη ο οποίος διατηρούσε ραφείο και το βράδυ του έδειξε μερικά πράγματα με πρώτο τραγούδι το «Ζωή σαν δε μου χάρισες» που μετά έγινε μεγάλη επιτυχία.
Έτσι σε λίγο καιρό μπορούσε να παίζει κάποια τραγούδια χωρίς ωστόσο να είναι έτοιμος για να βγει σε πάλκο. Όμως σε έξι μήνες ο λυράρης Γιώργος Σκουλουφιανάκης από τους Αποστόλους ήταν καλεσμένος να παίξει στον γάμο του Κοτσίφη από τους Βολιώνες και έψαχνε λαγουτιερη οπότε ρώτησε τον Φουρναράκη αλλά εκείνος δεν ήταν διαθέσιμος και του πρότεινε τον Μίνω ο οποίος αν και είχε αντιρρήσεις θεωρώντας ότι δεν ήταν έτοιμος τελικά δέχτηκε.
Έτσι το πρώτο του γλέντι ήταν σε αυτό τον γάμο και θυμάται ότι το χέρι του πρήστηκε διότι δεν ήταν συνηθισμένος.
Τα καλά σχόλια που άκουσε από τον κόσμο τον έκαναν να συνεχίσει και να μαθαίνει πολλά τραγούδια της εποχής χωρίς να έχει κάποιον δάσκαλο.
Στη συνέχεια τον κάλεσαν στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων όπου έπαιζε με διάφορους λυράρηδες όπως ο Γεράσιμος Σταματογιαννάκης, ο Καλαϊτζάκης (Πήλινος), ο Νίκος Σωπασής και άλλοι ενώ εκεί γνώρισε τον Μιχάλη Παπαδάκη ή Πλακιανό, την ανιψιά του Ασπασία Παπαδάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (Ψαρονικο) και άλλους. Παράλληλα στο Ρέθυμνο σε διάφορες εκδηλώσεις ή παρέες έπαιξε με πρωτομάστορες όπως ο Λαγός, ο Καρεκλάς και ο Καραβίτης ο Πλακιανός και ο Μουντάκης.
Το 1959 παρουσιάστηκε στο ΚΕΒΟΠ Χαϊδαρίου να υπηρετήσει την πατρίδα όπου γνώρισε τον Νίκο Βενιανάκη και παίζανε στον ελεύθερο χρόνο τους διασκεδάζοντας τους αξιωματικούς και οπλίτες. Όταν απολύθηκε επέστρεψε στο χωριό του και γνωρίστηκε με τον Σπύρο Σηφογιωργάκη ο οποίος τότε έπαιζε με τον Μάρκο Φουρναράκη και παίξανε μαζί σε γλέντι στο χωριό Όρος Ρεθύμνου με μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη του επαφή με δισκογραφία ήταν με τον Ηρακλειώτη λυράρη Αρχοντή Λιαπάκη και όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τον άκουσε ο Γαγάνης στο δισκοπωλείο του και φώναξε τον Θανάση Σκορδαλό να ακούσει την εισαγωγή με το λαγούτο ο οποίος ζήτησε να γνωρίσει τον Κοτζαμπασάκη και έτσι άρχισε η συνεργασία τους πράγμα που ανέβασε πολύ τον Αμαριωτη λαγουτιερη και το όνομα του ακούστηκε παντού. Το πρώτο τους γλέντι έγινε στην ταβέρνα του Γαβαλά, στα Μισίρια, και τότε ο Μίνως συνόδευε τον Σκορδαλό σόλο και πάσο. Ήταν δηλαδή η ζυγιά. Με τον Σκορδαλό συνεργάστηκε μερικά χρόνια που του έχουν μείνει αξέχαστα μέχρι που εκείνος πήγε στην Αθήνα και τότε συνεργάστηκε για τρία χρόνια με τον Γεράσιμο Σταματογιαννάκη ενώ στη συνέχεια γνωρίστηκε με τον Νίκο Σωπασή με τον οποίον έπαιξαν σε όλο τον Μυλοπόταμο.
Το 1970 με τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη και τον Μανώλη Κακλή έγραψαν στην PANIVAR του Βαρδουλάκη την πρώτη μεγάλη τους επιτυχία με τίτλο «Θα τηνε κάψω την καρδιά» και ακολούθησαν άλλες επιτυχίες σε έξι δίσκους του Ροδάμανθου – Κακλή. Παράλληλα έγραψε επιτυχίες του Κλάδου με τον Κακλή με κορυφαία το τραγούδι «Κάνε τον πόνο μου χαρά».
Εκείνη την εποχή ανέβηκε στην Αθήνα με τον Ροδάμανθο και τον Κακλή για μια βδομάδα και έμεινε τελικά 33 χρόνια διότι συνεργάστηκε με πολλούς λυράρηδες και έπαιζε κάθε βράδυ εκτός μίας μέρας που είχαν ρεπό.
Στην περιοχή του Ιλίου, επί της Λεωφόρου Θηβών, άνοιξε το δικό του κρητικό κέντρο που τι ονόμασε «Μίνωας» και το διατήρησε για δώδεκα χρόνια στο οποίο έπαιζε ο ίδιος με τον Παντελή Δερμιτζάκη, τον Βασίλη Καρεφυλλάκη και άλλους λυράρηδες.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, ο Μανώλης Κακλής, ο Λεωνίδας Κλάδος, ο Νίκος Μανιάς, ο Νίκος Σωπασής, ο Μανώλης Μανουράς, ο Κώστας Βερδινάκης, ο Νίκος Σταυρακάκης, ο Μανώλης Καρπουζάκης,ο Κανάκης Κουκλινός, ο Αρχοντής Λιαπάκης, ο Βασίλης Κατσαμάς, ο Κώστας Παπουτσάκης και άλλοι ενώ στο πάλκο έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς που δεν τους θυμάται όλους.
Έχει διδάξει λαγούτο για μια πενταετία στον Φουρφουρά και νιώθει περήφανος όταν βλέπει σήμερα μαθητές του να παίζουν σε γλέντια και να προοδεύουν.»
Το σημερινό δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες. Οι πολύχρωμες (ζευγάρι) παρακάτω από την συλλογή του φίλου Ιδομενέα από Ρέθυμνο. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

454. COLUMBIA SCDG 3168 ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΓΩΓΟΣ- ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ 1962

Πετρίδης Γώγος (Γιώργος- Ο Πατριάρχης της Ποντιακής λύρας)- Θεοδωρίδης Χρύσανθος (Αηδόνι του Πόντου) COLUMBIA SCDG 3168 Μοιρολόγι (Οϊ. οϊ, οϊ) -Εμέν και σεν που θα χωρίζ (Ομάλ) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Γώγος Πετρίδης (1917 ή 1918-1984) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Πόντιους λυράρηδες. Αποκαλείται «ο Πατριάρχης της Ποντιακής λύρας». Γεννήθηκε το 1917 (ή το 1918) στο Φαντάκ’, ένα χωριό κοντά στην Όλασσα, της Τραπεζούντας. Ήρθε στην Ελλάδα το 1922 και εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Καλαμαριά. Ο πατέρας του, Σταύρης Πετρίδης, ήταν γνωστός λυράρης από τον Πόντο και άνθρωπος γλεντζές, που ξόδευε τα χρήματά του σε γλέντια με αποτέλεσμα ο γιος και η γυναίκα του να ζουν πολύ δύσκολα. Για το λόγο αυτό η μητέρα του Γώγου Πετρίδη ήταν πολύ αρνητική στη προοπτική και ο γιός της να ασχοληθεί με τη λύρα.
Ο Γώγος Πετρίδης πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και στη συνέχεια, το 1941, πήγε στη Νέα Σάντα, στο Κιλκίς, όπου ζούσαν μακρινοί συγγενείς του πατέρα του και εργάστηκε ως κουρέας για να ζήσει. Στη διάρκεια της Κατοχής ασχολήθηκε και με το τρίχορδο μπουζούκι και φέρεται να είχε γνωριστεί με τον Τσιτσάνη, ο οποίος λέγεται ότι τον παρότρυνε να αφήσει το μπουζούκι, καθώς δε θα μπορούσε να κερδίσει αρκετά χρήματα, και να ασχοληθεί με τη λύρα. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του σαράντα άρχισε η συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, που διήρκεσε περίπου τριάντα πέντε χρόνια. Ο Πετρίδης λάμβανε ένα ποσό για να συνοδεύει το χορευτικό συγκρότημα της Λέσχης και να συμμετέχει στη ραδιοφωνική της εκπομπή καθώς και ένα ποσό για να συνοδεύει παραστάσεις του θεατρικού τμήματος της Λέσχης.
Παράλληλα έπαιζε σε γάμους και γιορτές στη Καλαμαριά και σε διάφορα ποντιακά χωριά ενώ είχε πάρει και άδεια μικροπωλητή στην Αγορά Μοδιάνο. Ο Γώγος Πετρίδης εμφανίστηκε στη δισκογραφία με δύο δίσκους γραμμοφώνου των 78 στροφών σε συνεργασία με το Νίκο Σπανίδη, το 1950. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε η συνεργασία του με το Χρύσανθο Θεοδωρίδη, με τον οποίο εμφανιζόταν σε ποντιακά κέντρα της Θεσσαλονίκης, και μαζί του φωνογράφησε δύο δίσκους γραμμοφώνου των 78 στροφών.
Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα ηχογράφησε για λογαριασμό της εταιρίας VERAN τρεις δίσκους των 45 στροφών και το 1982 για λογαριασμό της εταιρίας VASIPAP ένα δίσκο με το Κώστα Καραπαναγιωτίδη. Παράλληλα υπάρχουν πολλές ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης και τις εμφανίσεις του Πετρίδη σε κέντρα διασκέδασης. Ο Γώγος Πετρίδης ήταν νυμφευμένος και είχε τρεις γιούς».
«Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης (Οινόη Κοζάνης, 22 Δεκεμβρίου 1934 – Πολίχνη Θεσσαλονίκης, 30 Μαρτίου 2005), γνωστός απλά και ως Χρύσανθος, ήταν Έλληνας τραγουδιστής. Ήταν ένας από τους γνωστότερους τραγουδιστές ποντιακής μουσικής και ένας από τους κατά γενική ομολογία καλύτερους ερμηνευτές της. Η πολύ ψιλή φωνή του και το ιδιαίτερο ηχόχρωμα της, έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν της καλλιτεχνικής του πορείας.
Σύμφωνα με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο υπήρξε μία από τις επτά φωνές του πλανήτη. Γεννήθηκε το 1934 στην Οινόη Κοζάνης από γονείς Έλληνες του Πόντου που κατάγονταν από το Πεζιρκιάν Κιατσίτ (σήμερα Εσκί Γκετσίτ στην Τουρκία) του δήμου Σελήμ, επαρχίας Καρς του Καυκάσου. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του και εγγράφηκε στο Βαλταδώριο γυμνάσιο της Κοζάνης. Η δολοφονία του πατέρα του Κωνσταντίνου από συμμορία παρακρατικών το 1947, αναγκάζει την οικογένειά του να καταφύγει στη Δραπετσώνα του Πειραιά. Εκεί ο νεαρός Χρύσανθος θα αναγκαστεί, μαζί με τα αδέλφια του, να αγωνιστεί για να βιοποριστεί. Ταυτόχρονα θα μεταγραφεί στο Α’ Πρότυπο Γυμνάσιο Πειραιώς (σημερινή Ιωνίδειος Πρότυπος Σχολή).
Στα μαθητικά του χρόνια και πιο συγκεκριμένα στο Γυμνάσιο άρχισε να ασχολείται με το ποντιακό τραγούδι. Την περίοδο από το 1951 μέχρι το 1958 είχε τραγουδήσει σε προγράμματα ραδιοφωνικών σταθμών με τα συγκροτήματα των Ποντίων λυράρηδων (κεμεντζετζήδων στα ποντιακά) Παπαβραμίδη και Σπανίδη. Το 1959, μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα μέχρι το 1975. Τότε συνεργάστηκε με το λυράρη Γώγο Πετρίδη και μαζί εισήγαγαν την ποντιακή μουσική στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, αρχίζοντας από την Καλαμαριά και την Πολίχνη Θεσσαλονίκης εμφανιζόμενοι στις μπουάτ.
Ο Χρύσανθος ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο το 1954, ο οποίος ήταν 78 στροφών. Έπειτα ηχογράφησε τριάντα περίπου ποντιακούς δίσκους 45 στροφών, γράφοντας και τους στίχους στα περισσότερα, με καθαρά ποντιακή παραδοσιακή μουσική επένδυση όπως και στους δίσκους 33ων στροφών του. Εκτός από το ποντιακό τραγούδι, από το 1973 άρχισε συνεργασία με τον μουσικοσυνθέτη Χριστόδουλο Χάλαρη στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι, συμμετέχοντας στους δίσκους «Ακολουθία» με τον Νίκο Ξυλούρη και τη Δήμητρα Γαλάνη, «Πάθη Απόκρυφα», «Δροσουλίτες» (μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη) και ηχογραφεί τον «Μεγαλέξανδρο» για την ομώνυμη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Στη δισκογραφία του συμπεριλαμβάνεται και ένας δίσκος συνεργασίας με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Το 1967 νυμφεύθηκε την Αναστασία Παχατουρίδου, η οποία τον συντρόφεψε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης καθιερώθηκε ως βάρδος του ποντιακού ελληνισμού, τραγουδώντας για 50 χρόνια, εκφράζοντας τα συναισθήματά των Ποντίων, οι οποίοι του έχουν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «αηδόνι του Πόντου». Πέθανε στις 30 Μαρτίου 2005, σε ηλικία 71 ετών, από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η σορός του ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα, όπου απέτισαν φόρο τιμής χιλιάδες Πόντιοι.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε στις πληροφορίες. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

453. DECCA 31183 ΠΕΡΔΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1950 (Ηχογραφήσεις 1937-1940)

Περδικόπουλος Δημήτρης- Περιστέρης Σπύρος- Καλλέργης Μιχάλης- Ανεστόπουλος Γιώργος DECCA 31183  Όμορφο χωριό (Καλαματιανός) - Βασιλικός μυρίζει εδώ (Τσάμικο) 1950 (Ηχογραφήσεις 1937-1940) - 78rpm- 10''
«Ο Μιχάλης Καλλέργης γεννήθηκε το 1900 (μπορεί και 1902)  στον Κότρωνα Λακωνίας. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου υπηρέτησε ως στρατιώτης, εγκαταστάθηκε στα Μανιάτικα του Πειραιά και εργαζόταν ως τραγουδιστής στα δημοτικά κέντρα της Αθήνας Έλατο, Πλάτανο, στου Μαυρομάτη στο Βοτανικό κ.α. Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με τον Νίκο Καρακώστα, και τον Γιώργο Ανεστόπουλο αρκετά τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου. Η φωνή του ήταν χαρακτηριστική, καθαρή και διαπεραστική. Στην διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πήγε και έμεινε τρία χρόνια στην Αρκίτσα Αταλάντης, όπου τον φιλοξενούσε ο κλαρινίστας Γιώργος Ανεστόπουλος. Ενώ ήταν στην Αρκίτσα, το 1943 κάποιοι αντάρτες έκαναν σαμποτάζ σε βάρος των Γερμανών και αυτοί για αντίποινα μπήκαν στο χωριό και συνέλαβαν μεταξύ των άλλων και τον Μιχάλη Καλλέργη. Τον ρωτούσαν ποιος είναι κι αυτός τους απαντούσε οργανοπαίχτης.
Οι Γερμανοί νόμισαν ότι είναι όργανο-μέλος κάποιας οργάνωσης αντιστασιακών και τον χτύπησαν άγρια στο κεφάλι. Στη συνέχεια τον φυλάκισαν για κάποιες μέρες, ώσπου μεσολάβησε ο πρόεδρος της Αταλάντης Ηλίας Κανδώρας και ο γιατρός Βελόπουλος και τον άφησαν. Από τον ανηλεή όμως ξυλοδαρμό ο Μιχάλης Καλλέργης υπέστη νευρικό κλονισμό. Το 1946 σταμάτησε οριστικά το τραγούδι. Ο ψυχικός του κόσμος κλονίστηκε ανεπανόρθωτα και το 1947 κλείνεται στο δημόσιο ψυχιατρείο Αθηνών στο Δαφνί, όπου και έμεινε δέκα χρόνια. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1957.
Έχει τραγουδήσει 79 τραγούδια δημοτικά από τα οποία τα 35 είναι δικές του συνθέσεις. Το πρώτο τραγούδι που τραγούδησε είναι το « Τρικαλινιά μου πέρδικα» τον Νοέμβριο 1934 και τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Νίκος Καρακώστας. Ο γιος του Τάκης Καλλέργης διετέλεσε επί χρόνια βασικό στέλεχος στο λαϊκό συγκρότημα του Βασίλη Τσιτσάνη.»
«O Δημήτρης Περδικόπουλος γεννήθηκε το 1914 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και έκανε διάφορες εργασίες για να βοηθήσει την οικογένειά του. Δούλευε, μάλιστα, για να στέλνει χρήματα και στην αδερφή του Μαργαρίτα, που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σε ηλικία 19 χρονών, όμως, ενώ μετέφερε σταφίδα με το κάρο ενός πλούσιου Φιλιατρινού για τον οποίον δούλευε, το κάρο έπεσε στη θάλασσα και το άλογο πνίγηκε. Φοβούμενος για τις συνέπειες του λάθους του, ο Περδικόπουλος έφυγε αμέσως στην Αθήνα. Αυτή η πράξη απελπισίας έμελλε να του αλλάξει την ζωή.
Στην Αθήνα, με την προτροπή και τη βοήθεια φίλων του μουσικών ηχογράφησε το 1929 τον πρώτο του δίσκο με δύο αμανέδες. Μάλιστα όπως η  τραγουδίστρια Pόζα Eσκενάζυ θυμάται, «Το 1929 στο ξενοδοχείο Tourist στην Αθήνα είχαμε φωνοληψία και θυμάμαι ότι ήταν η τελευταία ημέρα, γιατί την επόμενη θα έφευγε το μηχάνημα που ερχότανε απ’ έξω. O Tούντας ήταν εκεί και τραγούδησε πρώτα ο Περδικόπουλος, μετά ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Αγγελική Παπάζογλου και εγώ». Άρα, ο Περδικόπουλος ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που τραγούδησε σε δίσκο!
 H γλυκιά και ζεστή φωνή του Δημήτρη Περδικόπουλου έκανε αμέσως εντύπωση και ο νεαρός τότε ερμηνευτής δεν άργησε να καθιερωθεί  ανάμεσα στους κορυφαίους  της εποχής. Άρχισε να τραγουδάει στα μεγάλα αθηναϊκά κέντρα, ενώ παράλληλα έγραψε μερικά από τα αθάνατα τραγούδια του: «Αιγιώτισσα», «Γερακίνα», «Σιγά σιγά την άμαξα», «Τι έχεις Φρόσω μ’ κι όλο κλαις» κ.ά.
Μέχρι το 1935 τραγουδούσε και ηχογραφούσε κυρίως αμανέδες, αλλά και σμυρναίικα τραγούδια. Από εκείνη την χρονιά και μέχρι τον θάνατό του αφοσιώθηκε στα δημοτικά τραγούδια.
Το 1936, ο Βασίλης Τσιτσάνης, άγνωστος μέχρι τότε, ήρθε από τα Τρίκαλα στην Αθήνα.  Εκεί συνάντησε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος επρόκειτο να γίνει φίλος του και δάσκαλός του.
Επίσης, ο Δημήτρης Περδικόπουλος συνεργάστηκε με αρκετούς καλλιτέχνες σε κέντρα και πανηγύρια στην επαρχία. Μερικοί από αυτούς ήταν η Γεωργία Mηττάκη, ο Γιώργος Παπασιδέρης, ο Kώστας Pούκουνας και η Pίτα Aμπατζή. 
Μετά τον πόλεμο κυριάρχησε το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι, με αποτέλεσμα το δημοτικό να χάσει τις παλιές του δόξες. Ακόμα και δημοτικοί ερμηνευτές στράφηκαν στα ρεμπέτικα, ωστόσο ο Περδικόπουλος επέμενε να τραγουδάει δημοτικά, παρόλο που είχε ξεκινήσει με σμυρναίικα και αμανέδες. Κατά καιρούς έγραφε κάποια τραγούδια που πουλούσε σε γνωστούς συνθέτες της εποχής κι εκείνοι τα μετέτρεπαν σε ρεμπέτικα, έτσι ώστε να βγάζει τα απαραίτητα για να συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του. Πολλά από αυτά τα τραγούδια αποτέλεσαν μέρος της αθάνατης μουσικής μας παράδοσης, αλλά έγιναν γνωστά από άλλους καλλιτέχνες με αποτέλεσμα το όνομα του Περδικόπουλου να μένει στο «παρασκήνιο».
H υγεία του άρχισε να κλονίζεται άσχημα και στις αρχές Ιουνίου του 1952  μεταφέρθηκε καταβεβλημένος στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Το βράδυ της 15ης Ιουνίου, o Δημήτρης Περδικόπουλος, σαν να το είχε διαισθανθεί,  είπε το τελευταίο του τραγούδι στο κρεβάτι του νοσοκομείου ¨Φέρτε μια κούπα με κρασί…¨. Την επόμενη μέρα  άφησε την τελευταία του πνοή.»
Ο σημερινός δίσκος γραμμοφώνου κόπηκε το 1950 στην Αμερική. Ουσιαστικά πρόκειται για split (διαφορετικοί τραγουδιστές) δίσκο. Η πρώτη πλευρά ¨Όμορφο χωριό¨ με τον Περδικόπουλο κυκλοφόρησε σε δίσκο Odeon το 1940. Στη δεύτερη πλευρά ο Μιχάλης Καλλέργης με το ¨Βασιλικός μυρίζει εδώ¨ που κυκλοφόρησε πάλι σε δίσκο Odeon το 1937 με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο.
Διάλεξα χρονολογικά να αναφερθώ πρώτα στον Μιχάλη Καλλέργη. Εξαιρετικός στο Πελοποννησιακό τσάμικο με την σφραγίδα του Ανεστόπουλου στο κλαρίνο.
Στην πρώτη πλευρά ο Δημήτρης Περδικόπουλος (περισσότερα βιογραφικά στην ανάρτηση 212)  σε ένα Καλαματιανό εκτελεσμένο με περίτεχνο τρόπο. Δύσκολο να καταλάβεις αν παίζει κιθάρα ή μαντολίνο. Σε συνέχεια των δυο προηγούμενων αναρτήσεων με Σαρρημανώλη και Ψαρογιάννη που τα παιξίματα σε δυσκολεύουν να καταλάβεις αν πρόκειται για μπουζούκι ή μπουλγαρί ή λαούτο.
Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Μιχάλη Καλλέργη αλιεύθηκαν από το rebetikosealab.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

452. RCA VICTOR 48g 2529 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1964

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ξυλούρης Ιωάννης (Ψαρογιάννης) RCA VICTOR 48g 2529 Ν' άθελα κλαίω τακτικά (Συρτός) - Μαλεβυζιώτικος πηδηχτός (Ηρακλειώτικος) 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιάννης Ξυλούρης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου το 1943. Ανήκει κι αυτός στη μεγάλη οικογένεια των Ξυλούρηδων, που εδώ και τέσσερις γενιές τροφοδοτεί με θεσπέσιους ήχους την Κρητική – και όχι μόνο – μουσική. Εγγονός του Kαραμουζαντώνη που έγραψε ιστορία με τη λύρα του, αδερφός του Νίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει κι αυτός τον ίδιο δρόμο των άξιων λυράρηδων και τραγουδιστών.
Στα πέντε του χρόνια το 1948, ήρθε σε επαφή με το πρώτο του όργανο το μαντολίνο και στη συνέχεια με το λαούτο και τη λύρα. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, ο Γιάννης μιλεί με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μονάχα όσοι έχουν ένα ιερό πάθος να τους καίει τα σωθικά, μπορούν να μιλήσουν. Δώδεκα χρονών συνοδεύει, με το λαούτο στο χέρι, τον αδερφό του Νίκο. Δεκατεσσάρων χρονών το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με το Νίκο Ξυλούρη. Δεκαεπτά χρονών το 1960, θεωρείται ήδη ένα από τα καλύτερα λαούτα της Κρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του.
Το λαούτο του έχει συνοδέψει τους πιο γνωστούς λυράρηδες του νησιού. O Γιάννης Ξυλούρης όμως δεν περιορίστηκε στο λαούτο και στο μαντολίνο, τα δύο όργανα που λάτρεψε από παιδί. Ανοίχτηκε σε άλλους ορίζοντες, στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών. Προικισμένος με μια σπάνια φαντασία και με μια άψογη τεχνική, ο Γιάννης Ξυλούρης άρχισε να συνθέτει σύγχρονα Κρητικά τραγούδια που θα τα ζήλευαν πολλοί καταξιωμένοι – και σπουδασμένοι – συνθέτες μας.
Γνωρίζοντας καλά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο, αξιοποιεί το μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο και ξεδιπλώνει τη σύνθεση με την ίδια ευκολία που τραγουδά μαντινάδες ή δονείται στο ρυθμό ενός χορού.  Ο Γιάννης πατά σταθερά στην παράδοση, αλλά προσπαθεί να αξιοποιήσει και τις αρετές της έντεχνης μουσικής προκειμένου να συγκροτήσει και να τοποθετήσει σε στέρεες βάσεις την πρότασή του. Έντονη είναι η καλλιτεχνική του παρουσία με πολλές συναυλίες και εμφανίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Στη πολύχρονη μουσική του σταδιοδρομία συνεργάστηκε εκτός από τους αδερφούς του Νίκο και Αντώνη και με τον Κώστα Mουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του ’60, καθώς και με το Βασίλη  Σκουλά, ξεκινώντας ένα μοναδικό και μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λαγουτιέρη στην Κρητική μουσική την εποχή εκείνη.
Δημιουργική υπήρξε επίσης και η συνεργασία του με διάφορα μουσικά σχήματα από την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τη Mικρά Ασία και με γνωστούς Έλληνες μουσικοσυνθέτες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.
O Γιάννης Ξυλούρης είναι ο καλλιτέχνης που κυριάρχησε στο λαούτο, και έχει να παρουσιάσει μια μοναδική τεχνική, αποτέλεσμα της οποίας, υπήρξε μια πληθώρα έξοχων εκτελέσεων, σε δεκάδες δίσκους, που έχουν τη σφραγίδα της τελειότητας.»
Ξυλούρηδες στο σημερινό δισκάκι με τον Ψαρογιάννη να δίνει ρεσιτάλ λαούτου. Από τα ωραιότερα παιξίματα που θυμίζει και μπουζούκι σε διάφορα σημεία. Λανθασμένα αναφέρει ότι παίζει λύρα ο Ψαρονίκος στην πρώτη πλευρά αφού ακούγεται καθαρά μόνο λαούτο. Στο Μαλεβυζιώτικο πηδηχτό βέβαια ο Ψαρονίκος με τη λύρα κεντάει. Τα βιογραφικά παραπάνω για τον Ψαρογιάννη καθότι έχουμε πολλές αναφορές στον Ψαρονίκο σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).