Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024

428. DORE K-76 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΣΤΑΘΗΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ- ΚΑΡΚΑΝΑΚΗΣ Χ. 1964

Κάβουρας Στάθης- Βασιλόπουλος Θανάσης- Καρκανάκης Χ. DORE K-76 Στυλιανή (Τσάμικο) - Όμορφο μελαχρινό μου (Συρτός) 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα) Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα Γιαννιτσά το 1912 στον Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε ορφανός από δύο ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον 13χρονο αδελφό του Στάθη, τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο του  αδελφάκι. Το χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο από τους Tαγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος Kάβουρας, με την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή και να οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για να συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968. Έτσι, ο μικρός Στάθης ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη δύσκολη εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία (επειδή είχε πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως σχολείο.
Ένα διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να εκτοπισθεί το χωριό μ’ αποτέλεσμα οι λιγοστοί και καταταλαιπωρημένοι κάτοικοί του να μείνουν άστεγοι, χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ. Πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα γιατί… πολέμησαν τον κατακτητή. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μεγάλωσε ο τραγουδιστής Στάθης Kάβουρας.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια.
Το πρώτο του ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το 1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι), ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί  μ’ άλλους μουσικούς της περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο.
Το 1957 όμως, που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης -παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την επαγγελματική ταυτότητα του μουσικού. Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε και μια οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις “δικτυώθηκε” με τους μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια “T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”.
Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό. Ας σημειωθεί ότι οι Xαλκιάδες και ειδικά ο Tάσος -αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος- είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Kάβουρα, καθότι ήταν πολύ δημοκράτες και τον πονούσαν που είχε πατέρα πολιτικό κρατούμενο.
Λυτά είναι τα πρώτα βήματα του τραγουδιστή Στάθη Kάβουρα στην Αθήνα που περνούσε τη δεύτερή του “Οδύσσεια” μέχρι που μ’ ένα μικρό δισκάκι της εταιρείας “Dore” βρήκε το δρόμο του και “απογειώθηκε”. Το μικρό δισκάκι που καθιέρωσε τον Kάβουρα ως τραγουδιστή είχε τα τσάμικα “Στυλιανή” και “Στου Παρνασσού τα έλατα”, που “άγγιξαν” το πανελλήνιο. Λίγο αργότερα με την “Columbia” είπε τα τραγούδια: “Εγώ καλά ήμουν στο χωριό”, “Γυναίκα βγάλε μου το γκρα”, “Γιαννούλα μου ξημέρωσε”, “Kίτρο λεμονιά” κ.ά. και κατέστη πλέον ασυναγώνιστος στο είδος για δύο δεκαετίες, ώσπου το δημοτικό τραγούδι άρχισε να παρακμάζει για όλους.
Μετά από αυτά τα τραγούδια, με το τραγούδι του Nώντα Γκυζιώτη “Eίδα ένα γέρο πού ‘κλαιγε” συγκλόνισε όλο τον ελληνισμό του κόσμου.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον “Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”.
Εκεί είχε πάντα εκλεκτό επιτελείο, τον Kόρο, την Kολλητήρη, τον Mεϊντανά, τον Mπέκο, τον Σαλέα και παρουσίασε την καλύτερη έως τότε εικόνα των κέντρων του είδους.
Όσον αφορά τη δισκογραφία “έπαιρνε κεφάλια”. Γύρω στο 1972 με το δίσκο “Aγκάθια και τριαντάφυλλα” έχει φτάσει στο ζενίθ της επιτυχίας του, κανένας άλλος τραγουδιστής δεν γνώρισε τέτοια δόξα. Τηλεφωνούσαν για ένα τραπέζι από την Πάτρα, την Τρίπολη, τη Λαμία, τη Λάρισα, τα Γιάννενα και να καταφθάνουν όλη τη νύχτα να απολαύσουν τον Kάβουρα και τα σουξέ του, που κάθε μέρα πλήθαιναν… “Eτούτα είναι βάσανα”, “Aνοιξιάτικο λουλούδι”, “Δεν θέλω μαύρα να ντυθείς”, “Φεγγάρι γιατί χάθηκες”, “Pημάξανε τα διάσελα” κ.ά. Aπό τις καλύτερες επιτυχίες του όμως ήταν το “Mη σπαταλάς τις ώρες σου για μένα”, “H τριανταφυλλιά” και οι “Καινούριοι αναστεναγμοί” (1968), που συμβόλιζαν τη νέα εποχή της Ελλάδας με την επιβολή της Xούντας. Ας σημειωθεί ότι είναι ο μόνος δημοτικός τραγουδιστής, που ερμήνευσε πολιτικό τραγούδι. 
Αυτό που “απογείωσε” τον Kάβουρα ήταν ο νέος τρόπος που έλεγε τα δημοτικά τραγούδια. Τα στόλιζε, είχε ξεφύγει από την κλασική ερμηνεία του Παπασιδέρη και του Mεϊντανά και είχε φτιάξει δική του “σχολή”. Εκτός από τον Kάβουρα, τραγουδιστές που καθιέρωσαν ερμηνεία είναι ο Kαρναβάς, ο Γιάννης Kωνσταντίνου και η Πυργάκη στο καμπίσιο (η οποία ας σημειωθεί ότι το ακολούθησε μετά από τον Kάβουρα, αυτός πρωτοστάτησε σ’ αυτό το είδος). Κανένας άλλος δεν καθιέρωσε τρόπο ερμηνείας στο δημοτικό, παρότι πέρασαν δεκάδες υπέροχοι τραγουδιστές, αλλά δεν ήξεραν και δεν ξέρουν να “πειράξουν”.
Παράλληλα, ο Kάβουρας έγραψε και ωραία μουσικά κομμάτια που βοήθησαν πολύ στην άνοδό του. Για ένα διάστημα όμως είχε ξεφύγει τελείως από το δημοτικό, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά επανήλθε με πιο αυθεντικό είδος με τα “Kαμπίσια της Λιβαδειάς” (παίζει κλαρίνο ο αείμνηστος Γιώργος Γιαούζος, από το Mαρτίνο της Bοιωτίας). O δίσκος αυτός ξαναθύμισε τον Kάβουρα του 1972.
Άνεξάρτητα από την επαγγελματική του καριέρα, ο Στάθης Kάβουρας ήταν ενεργό συνδικαλιστικό μέλος του μουσικού κλάδου, αφού έχει εκλεγεί κατ’ επανάληψη μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Mουσικών Aθηνών-Πειραιώς “H Aλληλοβοήθεια” και έχει διατελέσει επί σειρά ετών και πρόεδρος. Έχει πραγματοποιήσει ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μουσικές εκπομπές με την EPT και έχει γράψει και δύο ωραία βιβλία. Το ένα τιτλοφορείται “Σκιαγραφώντας τα περασμένα” και αναφέρεται στο ξεκίνημα της καριέρας του, στους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης και περιλαμβάνει γνώμες και απόψεις γύρω από τη μουσική μας παράδοση και το ελληνικό τραγούδι. Οι αναφορές του διακρίνονται για τη γλαφυρότητα και την ειλικρίνειά τους και είναι γραμμένες με σπάνιο λογοτεχνικό τρόπο, που δημιουργεί στον αναγνώστη ποικίλα ερωτηματικά και προβληματισμούς.
Τα ίδια συναισθήματα σε πλημμυρίζουν διαβάζοντας και το άλλο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο “O Γυφτοδήμος”, αλλά είναι γραμμένο με ευχάριστο έως χιουμοριστικό ύφος, πάλι όμως με ακρίβεια και ειλικρίνεια. Πρόκειται για ένα ωραιότατο ηθογραφικό μυθιστόρημα με βασικό ήρωα ένα λαϊκό οργανοπαίχτη (κλαρινίστα) με το όνομα Γυφτοδήμος. Όσο και να δίνει ο τίτλος του την εντύπωση ότι το περιεχόμενο του βιβλίου είναι περιορισμένο και εξειδικευμένο, θα εκπλαγεί διαβάζοντάς το κάποιος, διότι εκπέμπει πάμπολλα κοινωνικά μηνύματα, που  ειρωνεύονται με διακριτική προσοχή και ακρίβεια όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα επιμέρους γεγονότα.»
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Στάθη Κάβουρα είναι ο Θανάσης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο και Χ. Καρκανάκης στο βιολί. Για την ¨Στυλιανή¨ βλέπε παραπάνω πληροφόρίες. Το συρτό στην κατηγορία των νεοδημοτικών. Πληροφορίες για τους παραπάνω καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2024

427. OLYMPIC OE 80014 ΜΑΝΙΑΔΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ- ΚΑΣΩΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1968

Μανιαδής Στέργιος- Κασωτάκης (Κασιωτάκης) Γεώργιος OLYMPIC OE 80014 Πολλές αγάπες (Συρτός Καστελιανός) - Θα πάρω βάρκα με πανιά (Καλαματιανός) 1968- 45rpm- 7''
«Το Καστέλι Κισσάμου, που από το 1966 μετονομάστηκε σε Κίσσαμο, είναι μια μικρή γραφική κωμόπολη η οποία απλώνεται στον μυχό του Κόλπου Μυρτίλος ή Κισσάμου, ανάμεσα στις χερσονήσους της Γραμβούσας και της Σπάθας.
Το όνομά της το οφείλει στο ενετικό φρούριο που ήταν κτισμένο εκεί.
Το φρούριο αρχικά κτίστηκε από τον Γενουάτη Ερρίκο Πεσκατόρε στη θέση της αρχαίας Κισάμου, στις αρχές του 13ου αιώνα κι ήταν ένα από τα 15 φρούρια που οχύρωσε αμέσως με την κατάληψη της Κρήτης το 1204. Όταν οι Ενετοί εξεδίωξαν τους Γενουάτες, το φρούριο περιήλθε στην κατοχή τους. Έτσι, το επισκεύασαν και το έκαναν αμυντικό στρατιωτικό κέντρο της περιοχής.
Το σχήμα του ήταν ασύμμετρο πεντάγωνο και, όπως όλα τα ενετικά φρούρια, είχε χώρους στρατωνισμού, φυλακές, εκκλησάκι και πηγάδι.
Από τις πρώτες κιόλας εναντιώσεις των Κρητικών στην ενετική κατοχή, το φρούριο έγινε στόχος των εξεγερμένων. Όταν το 1262 οι Κρητικοί, με τη βοήθεια του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, επαναστάτησαν κατά των Ενετών, το φρούριο δέχτηκε σφοδρή επίθεση, αλλά δεν έπεσε. Την περίοδο των επαναστάσεων του 1333 και 1341, οι Ενετοί κατέστρεψαν τον οικισμό που είχε αναπτυχθεί γύρω από το φρούριο, ενώ αργότερα αποφάσισαν την ανοικοδόμησή του. Από τότε και μετά, ο συνοικισμός ονομάστηκε Καστέλι, όπως όλοι οι βούργοι του νησιού.
Το 1538, το φρούριο καταστράφηκε από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και το 1554 επιδιορθώθηκε ριζικά. Το 1583, το Castel Chissamo είχε 845 κατοίκους και το 1630 είχε 35 κανόνια. Το 1595 καταστράφηκε ολοσχερώς από σεισμό, αλλά κατασκευάστηκε ξανά το 1635 από τον Lorenzo Contarini.
Το 1646 οι Τούρκοι πολιόρκησαν το φρούριο, το οποίο έπεσε μετά την προδοσία του φρούραρχου Giovani Medici, ο οποίος είχε απελπιστεί καθώς το φρούριο είχε υποστεί πολλές ζημιές και οι στρατιώτες είχαν αποδεκατιστεί από την πανώλη.
Οι Τούρκοι το επισκεύασαν αμέσως. Το 1692, που σημειώθηκε η πρώτη Κρητική επανάσταση με υποκινητή τον Ενετό ναύαρχο Αλοΐσιο Μοτσενίγο, οι επαναστάτες κατέλαβαν το φρούριο, αλλά οι Τούρκοι το κατέλαβαν και πάλι.
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το φρούριο υπήρξε θέατρο πολλών επαναστατικών δράσεων. Το 1821, στο φρούριο φυλακίστηκε ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης. Από εκεί ο τουρκικός όχλος τον έσυρε, την ημέρα της Αναλήψεως, στον τόπο απαγχονισμού του. Όταν η επανάσταση γενικεύτηκε, οι 1800 Τούρκοι της Κισάμου βρήκαν καταφύγιο στο φρούριο, το οποίο πολιορκούσαν οι επαναστάτες και δύο υδραίικα πλοία.
Τον Φεβρουάριο του 1823, στα πλαίσια της προετοιμασίας για την αποβίβαση του νέου Γενικού Αρχηγού του αγώνα στην Κρήτη Εμμανουήλ Τομπάζη, οργανώθηκε η εκκαθάριση των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου, αναγκάζοντας τους Τούρκους να ταμπουρωθούν στο φρούριο. Έτσι, έφτασε στο λιμάνι του Δραπανιά η γαλέτα Τερψιχόρη, που μετέφερε τον Τομπάζη, ο οποίος αντικατέστησε τον Μιχαήλ Αφεντούλιεφ και 600 Έλληνες εθελοντές από την Ήπειρο. Οι Έλληνες πολιόρκησαν το φρούριο ως τις 25 Μαΐου, όταν οι Τούρκοι παρέδωσαν το φρούριο και τον οπλισμό τους. Η ελληνική σημαία υψώθηκε μετά από αιώνες στην Κρήτη, αλλά προσωρινά.
Οι Τούρκοι ανασυγκροτήθηκαν και επέστρεψαν στην Κίσσαμο. Μετά από σφοδρές μάχες, κατάφεραν να το ανακαταλάβουν. Το 1825 το φρούριο ξανάπεσε στα χέρια 900 Ελλήνων επαναστατών, που ήρθαν από τη Μονεμβάσια. Αρχικά κατευθύνονταν προς τη Γραμβούσα, αλλά ο κακός καιρός και η πληροφορία ότι στην Κίσσαμο υπήρχαν μόλις 20 φρουροί, τους οδήγησε στην πολιορκία του φρουρίου στο Καστέλι. Ωστόσο, μετά από 3-4 μέρες, 2.000 Τούρκοι κατέφτασαν στο Καστέλι και ανακατέλαβαν το φρούριο, αναγκάζοντας τους Έλληνες να υποχωρήσουν στη Γραμβούσα.
Στη μεγάλη επανάσταση του 1866, το φρούριο υπήρξε και πάλι στόχος των επαναστατών, αρχηγός των οποίων ήταν ο Σκαλίδης. Το φρούριο πολιορκήθηκε υπό τον συνταγματάρχη Βυζάντιο και τον ταγματάρχη Φρουδαράκη, αλλά η πολιορκία λύθηκε όταν ο τελευταίος σκοτώθηκε. Το 1897-8, η ιστορία επαναλήφθηκε, αλλά οι Τούρκοι, διασώθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Το φρούριο βομβαρδίσθηκε από τους Γερμανούς στη Μάχη της Κρήτης και τότε ήταν που το σπουδαίο αυτό κάστρο καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς.
Σήμερα σώζονται λίγα μόνο τμήματα του φρουρίου που είναι διάσπαρτα σε όλη την Κίσσαμο.»
Βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τον Μανιαδή (βλέπε ανάρτηση 131) δυστυχώς δεν βρήκα. Δισκογραφικά έχει συνεργαστεί με τον Παπατσαρά Μανούσο, Κασωτάκη Γιώργο, Κοκαράκη Αλέξη (Αλέκο) και Σαρρή Αστρινό. Έχει στο ενεργητικό του έξι 45άρια, στην Panivar, Lyra (δύο), Olympic και Baladeur (δύο). Στην Olympic και Lyra συνεργάστηκε με τον Κασωτάκη Γιώργο.
Όμορφος ο ¨Καστελιανός συρτός¨ και το αφιέρωμα στο Καστέλι παραπάνω. Τώρα αν αναφέρετε στο Καστέλι Πεδιάδος θα με διορθώσουν οι ειδήμονες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

426. PARLOPHONE GDSP 2646 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1961

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος PARLOPHONE GDSP 2646 Της ακρογιαλιάς νεράϊδα (Νησιώτικος Μπάλλος) - Ο πόνος ο δικός μου (Νησιώτικος Συρτός) 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Κώστας Μουντάκης ήταν Έλληνας μουσικός. Θεωρείται μαζί με τους Νίκο Ξυλούρη, Θανάση Σκορδαλό και Λεωνίδα Κλάδο ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς λυράρηδες της Κρήτης.
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου που υπάγεται σήμερα στο δήμο Γεροποτάμου. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις τρεις μήνες μετά τη γέννησή του. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο το 1938, συνέχισε στο ημιγυμνάσιο του Πανόρμου, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών της πολύτεκνης οικογένειας του αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του.
Η αγάπη του για τη λύρα φάνηκε από πολύ νωρίς. Την πρώτη του λύρα την απέκτησε το 1943, αφού έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Για να βγάλει τα προς το ζειν δούλεψε μαζί με έναν πλανόδιο μικροπωλητή, από αυτή την εμπειρία του ο Μουντάκης αργότερα έγραψε ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του τον Πραματευτή. Εκείνη την εποχή το Ρέθυμνο ήταν το επίκεντρο της κρητικής μουσικής, όπου μεσουρανούσαν ο Ανδρέας Ροδινός, ο Μπαξεβάνης, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Βασίλης Καλαϊτζάκης και πολλοί άλλοι λυράρηδες εκείνης της εποχής.
Ο Κώστας Μουντάκης κατετάγη στη χωροφυλακή το 1948. Υπηρέτησε στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα. Την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1952, είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα για 16 ολόκληρα χρόνια.
Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την 'αυστηρή' κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά[1], προβάλλοντάς την κρητική μουσική στο πανελλήνιο.
Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης- Κρητικά νακλιά», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της δουλειάς του. Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους ξενιτεμένους Κρητικούς και Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές.
Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με ελληνική ομογένεια.
Από το 1975 τη χρονιά που η υγεία του περνάει μια κρίση, αναγκάζεται να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας στα κρητικόπουλα με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου.
Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985. Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση».
Ο Κώστας Μουντάκης ήταν ένας αληθινός βάρδος, ένας γνήσιος εκφραστής της λεβεντιάς, της ομορφιάς, της λευτεριάς, και της δημοκρατικότητας του Κρητικού και της κρητικής ψυχής.»
Δεν έχω λόγια για την σημερινή ¨νησιώτικη¨ (με βάση τις ετικέτες) δημοσίευση. Αυτό που συνειδητοποιεί κανείς, είναι ότι κάποιοι Κρητικοί καλλιτέχνες θα ¨κουβαλούν¨ την Κρήτη για πάντα. Ένας από αυτούς είναι και ο Μουντής.  
Το σημερινό δισκάκι, όπως και όλα του Μουντή, έχει κόψει με και χωρίς καβαλάρη και σε δυο διαφορετικές ετικέτες. Στη δεύτερη δίπλα στον αριθμό της μήτρας έχει το νούμερο 45.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024

425. SELECT 54 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ- ΦΡΥΣΟΥΛΑΚΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ- ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ 1968

Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης)- Φρυσουλάκη Αφροδίτη- Καρμπαδάκης Πέτρος SELECT 54 Μη με τυραννάς (Σητειακά Πεντοζάλια) - Μοιάζει σαν τρένο η ζωή (Αμαριώτικος Συρτός) 1968- 45rpm- 7''
«Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης- βλέπε και ανάρτηση 31, 141, 208, 310 και 376) από τις Ατσιπάδες Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, λυράρης με δισκογραφικές επιτυχίες, αλλά και πρόεδρος του Συλλόγου Ατσιπαδιανών. Δισκογραφικά έχει δύο LP (long play) δίσκους και αρκετά 45-άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μετζάκη, τον Κώστα Τσακαλάκη, τον Ανδρέα Γαλερό, την Ερμίνα Νικολιδάκη, την Αφροδίτη Φρυσουλάκη και τον Πέτρο Καρμπαδάκη.
Από την παραπάνω φωτογραφία (από το περιοδικό Κρήτη του φίλου Ιδομενέα Παπαδογιάννη) αντλούμε ακόμα μια πληροφορία, ότι είχε κάνει ταξίδια στο εξωτερικό για να διασκεδάσει τους απανταχού Κρητικούς» 
«Ο Πέτρος Καρμπαδάκης (βλέπε και αναρτήσεις 2, 31, 109 και 157) γεννήθηκε το 1943 στην Κουκουναρά Κισάμου και από μικρός μπήκε στα βάσανα των γλεντιών. Με την μοναδική του ικανότητα να "αρπάει" οπτικά τις κινήσεις των παλιών λαγουτιέρηδων, δημιούργησε το δικό του προσωπικό στυλ, μοναδικής ακουστικής και τεχνικής. Έφηβος κιόλας θα έχει την ευκαιρία να παίξει με τον γίγαντα, τον θρυλικό Χάρχαλη. Στα 16 του περίπου ανέβηκε στην Αθήνα για να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Το λαγούτο όμως τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά.
Έπαιξε σε πολλά κρητικά κέντρα με τα μεγαλύτερα ονόματα του βιολιού, όπως ο Ναύτης, ο Μαύρος, Κουνέλης, ο Κατράκης κ.α. Επίσης, σημαντικές οι συνεργασίες του με λυράρηδες όπως ο αείμνηστος Κώστας Μουντάκης, ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης, ο Ζαχαρίας Μελεσανάκης, ο Πυθαρούλης κλπ. Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι πολλοί εκ των λυράρηδων, γαλουχήθηκαν από τον Πέτρο, γιατί πραγματικά προσέφερε απλόχερα τις πολλές του γνώσεις. Αλλά και αρκετοί νέοι βιολιστές στα πρώτα τους βήματα, βγήκαν από τα "χέρια" του Πέτρου. Δισκογραφικά, έχει παρουσιάσει αρκετές δουλειές σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες. Άνθρωπος του γλεντιού και της παρέας πάνω από όλα ο Πέτρος, έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα γεμάτα γλέντια και χαρές.
Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο χωριό του, την Κουκουναρά όπου έπαιξε σε αρκετά γλέντια με διάφορους συνεργάτες και δίδαξε την τέχνη του λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της περιοχής.»
Το σημερινό δισκάκι με δυο διαφορετικές ετικέτες και εξώφυλλα. Τα εξώφυλλα και τις μπλε ετικέτες τα χρωστάμε στον Βασίλη Χατζηαντωνίου. Επίσης στις καφέ ετικέτες (σημερινό δισκάκι) δεν αναγράφετε ο Πέτρος Καρμπαδάκης και ολόκληρο το όνομα της Φρυσουλάκη (Αφροδίτη). Πληροφορίες για την Αφροδίτη Φρυσουλάκη, που συνοδεύει στα ¨Σητειακά πεντοζάλια¨, δεν κατάφερα να βρω. Επίσης, πολύ όμορφος ο Αμαριώτικος συρτός.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 



Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

424. ODEON DSOG 3006 ΚΡΑΝΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ- ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΡΙΤΑ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΠΕΤΡΟΣ 1963

Κράνιας Ελευθέριος (Λευτέρης)- Οικονόμου Ρίτα- Χαλκιάς Πέτρος Λουκάς (Πετρολούκας) ODEON DSOG 3006 Πάρε Μαριώ τη ρόκα (Στα τρία) - Το Βασιλικό (Στα δύο) 1963- 45rpm- 7''
«Ο Κράνιας Λευτέρης γεννήθηκε το 1921 στο Δελβινάκι Ιωαννίνων και απεβίωσε το 1986.
Δισκογραφικά έχει εννέα 45άρια, αρκετές κασέτες και συμμετοχή σε συλλογές με Ηπειρώτικα. Έχει συνεργαστεί με τον Πετρολούκα Χαλκιά, τον Ναπολέων Σαδεδίν, τον Αχιλλέα Χαλκιά, την Ρίτα Οικονόμου, την Ασπασία Δεύτου και τον Παντελή Καβακόπουλο.»
«Ο Πέτρος (Πετρολούκας) Χαλκιάς γεννήθηκε το 1934 στο Δελβινάκι Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων, με πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των πολέμων. Ξεκίνησε από πολύ μικρός να παίζει κλαρίνο, παρά την αντίθετη γνώμη του πατέρα του, που ήθελε να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων στα Γιάννινα. Ο Πετρολούκας Χαλκιάς με το κλαρίνο του κατέκτησε μουσικά τον κόσμο, ειδικά την 20ετία 1960-80 που ήταν στην Αμερική.
Έπαιξε κλαρίνο με ξένα συγκροτήματα διαφόρων χωρών μέχρι τζαζ και ροκ. Δύο διάσημοι Αμερικανοί μουσικοί, ο Μπένι Γκούντμαν, κλαρινετίστας και διευθυντής ορχήστρας της τζαζ και ο Λιούις Άρμστρονγκ, μουσικός της τζαζ, έμειναν έκπληκτοι όταν τον άκουσαν να παίζει χωρίς αναλόγιο και παρτιτούρες από δημοτική μουσική μέχρι τζαζ και ροκ συμφωνώντας: «Αν αυτός ήξερε να διαβάζει και να γράφει μουσική θα άλλαζε μουσικά τον κόσμο». Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Αμερικής Ρόναλντ Ρήγκαν και άκουσε κολακευτικά λόγια από τον Μπιλ Κλίντον που έπαιζε σαξόφωνο.
Στην Ελλάδα, ποιος δεν ξέρει ή ποιος δεν έχει ακούσει τραγούδια του Πετρολούκα; Όπως λέει ο ίδιος χιλιάδες τα τραγούδια που έπαιξε σε πανηγύρια, γάμους, εκδηλώσεις, συναυλίες.»
Κλασσικό ηπειρώτικο δίδυμο στο σημερινό 45άρι. Λίγα τα βιογραφικά για τους δυο καλλιτέχνες γιατί είναι εβδομάδα δεκαπενταύγουστου και πολύ βασανίζομαι στην τσιμεντούπολη.
Εξαιρετική φωνή και κλαρίνο στα δύο και στα τρία. Φυσικά συμμετοχή έχει στα φωνητικά και η Ρίτα Οικονόμου αλλά δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό δεν υπάρχουν. Σύμφωνα και με την προηγούμενη ανάρτηση πόσο χρονών είναι ο Γκούντμαν (τροφή για σκέψη);  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

423. COLUMBIA 11728 ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ 1927

Στασινόπουλος Σωτήρης (Αηδόνι του Μοριά- Σκέντζος- Χαρδαβέλας)- Γκαντίνης Κώστας (Gus Gadinis- Μπένυ Γκούντμαν της Ελλάδος- Δάσκαλος- Τσάρλυ ο Μακεδόνας)- Ρασσιάς Λούης COLUMBIA 11728 Το κλήμα π' ώχεις στην αυλή (Συρτός) - Κολοκοτρώνης φώναξε (Τσάμικος) 1927- 78rpm- 12''
«Ο Κώστας Γκαντίνης γεννήθηκε στις 14/11/1890 στη Σιάτιστα της Μακεδονίας.
Στην δισκογραφία της Ελλάδος είναι άγνωστος. Το 1911 (1915 για άλλους) περίπου μετανάστευσε μαζί με άλλους Σιατιστινούς στην Αμερική. Στα πρώτα του χρόνια εκεί χάνουμε τα ίχνη του. Τον εντοπίζουμε στις 26 Οκτωβρίου του 1923 στην Νέα Υόρκη, όπου ηχογραφεί τον πρώτο του(?) δίσκο με τα τραγούδια ¨Λιούλιος το Μανουσάκι¨ και το ¨Βαστάτε Τούρκοι τ’άλογα¨ στα οποία τραγουδά ο μεγάλος τραγουδιστής της ομογένειας Σωτήρης Στασινόπυλος (όπως και στο σημερινό δίσκο, δεν αναγράφονται ο Γκαντίνης και ο Ρασσιάς, αλλά προσφωνούνται). Στη συνέχεια ηχογράφησε και άλλους δίσκους και δούλευε σε διάφορα κέντρα της Νέας Υόρκης.
Στο τέλος του 1926 τον επισκέφτηκε στο κέντρο Αστόρια της Νέας Υόρκης όπου δούλευε, ο παγκόσμια αναγνωρισμένος κλαρινετίστας Μπένυ Γκούντμαν, παρέα με τον επίσης κλαρινετίστα και καθηγητή Δ. Τάρρα. Οι δυο μουσικοί εντυπωσιάστηκαν από την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του Γκαντίνη και δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι, ένας πρακτικός κλαριντζής έπαιζε «έντεχνα» με τόση μεγάλη τέχνη. Αφού παρακολούθησαν το πρώτο μέρος του προγράμματος, στο πρώτο διάλειμμα του ζήτησαν να τους παίξει ένα μινόρε χασάπικο, ένα συρμπά χασάπικο, ένα ρουμάνικο, ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι, και ένα τραγούδι της πατρίδας του της Μακεδονίας.
Όταν τελείωσε τον αγκάλιασαν, τον φίλησαν και βάζοντάς τον στη μέση στρεφόμενοι προς τους θεατές ο Γκούντμαν είπε:
-«Αγαπητοί μας φίλοι και πατριώτες, σήμερα από το πάλκο της Αστόρια σας παρουσιάζω ένα πιο μεγάλο καθηγητή κλαρινετίστα, τον Μπένυ Γκούντμαν της Ελλάδος, της Μακεδονίας…».
Και στρεφόμενος προς τον Γκαντίνη του είπε:
-«Στην επικράτεια της γης, είσαι εσύ από σήμερα, ο παγκόσμιος Μπένυ Γκούντμαν. Δυστυχώς ο κύριος Τάρρας και εγώ, που καθίσαμε τόσα χρόνια μελετώντας και μαθαίνοντας βυζαντινές νότες και το πεντάγραμμο, δεν είχαμε ούτε καν φανταστεί, ότι πάνω απ΄ όλα χρειάζεται το μεράκι και το ταλέντο, που εσύ κύριε Γκαντίνη είχες κρύψει μέσ’ στα σωθικά σου!!!».
Και αγκαλιάζοντάς τον, πάλι τον φίλησαν, και ο Γκούντμαν του δώρισε μια μπουκαδούρα και ένα καλάμι με το μονόγραμμά του.
Την επομένη ο Στασινόπουλος κτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του και του έδωσε τον Εθνικό Κήρυκα, την Ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης, με ολόκληρη σελίδα με φωτογραφίες και την περιγραφή του γεγονότος. Αυτό το δημοσίευμα έδωσε μεγάλη καλλιτεχνική ώθηση στον Γκαντίνη. Άρχισε να ηχογραφεί σε πολλές αμερικανικές εταιρείες, δίσκους 78 στροφών, solo κλαρίνο. Έγινε δε κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ σε δίσκους με solo κλαρίνο. Ηχογράφησε περίπου 300 δίσκους.
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1955 το βράδυ, ο Γκαντίνης με τον Στασινόπουλο βρισκόντουσαν στην Αθήνα μαζί με τον Λάζαρο Ρούβα, τον Γιώργο Παπασιδέρη, τον κλαρινετίστα Κώστα Γιαούζο, τον Γιώργο Ανεστόπουλο και τον Βάιο Μαλλιάρα. Πήγαν δε στο σπίτι του σπουδαίου κλαρινετίστα Καρακώστα, που ήταν άρρωστος με 38 πυρετό και τον πήραν σηκωτό και πήγαν παρέα όλοι σε κάποιο σπίτι της Αθήνας και γλέντησαν μέχρι πρωίας. Το γλέντι αυτό το ηχογράφησαν ο Γκαντίνης με τον Στασινόπουλο. Το πρωί πήγαν τον Καρακώστα σπίτι του και το μεσημέρι ο Καρακώστας απεβίωσε, αφήνοντας το κύκνειο άσμα του, σε δίσκους εξ αλουμινίου με την σχετική εξωτερική απάλειψη της Εταιρείας: AUDIODISK RECORDING BLANK NEW YORK.
Ο Κώνσταντίνος Γκαντίνης απεβίωσε στις 6 Ιουνίου του 1987 (για άλλους το 1959 στην Κοζάνη) στην Αστόρια της Νέας Υόρκης και ήταν τσιγγάνος. Τον αποκαλούσαν Τσάρλυ ο Μακεδόνας, όπως ο ίδιος απαιτούσε να τον προσφωνούν στις ηχογραφήσεις ή Μπένυ Γκούντμαν της Ελλάδας όπως οι εταιρείες τον διαφήμιζαν ή ο Δάσκαλος όπως οι σύγχρονοί του μουσικοί αποκαλούσαν. Υπήρξε ένας ιδιοφυής κλαρινετίστας, που έπαιζε με 6 διαφορετικά κλαρίνα, δημοτικά, σμυρνέικα αλλά και αστικά τραγούδια της εποχής του με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, καλλιτεχνικότητα αλλά και χάρη.»
«Ο Λούης (Ηλίας) Ρασσιάς γεννήθηκε το 1884 στην Σπάρτη και έπαιζε σαντούρι. Στις Η.Π.Α. φτάνει το 1900».
Στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου, ο Σωτήρης Στασινόπουλος στα ¨παραδεισένια¨ φωνητικά, στο κλαρίνο ο εξαιρετικός Κώστας Γκαντίνης (αξίζει να ψάξετε στο διαδίκτυο και άλλες ηχογραφήσεις του) και στο σαντούρι ο Λούης Ρασσιάς. Στις ετικέτες δυστυχώς δεν αναγράφονται.  Ηχογραφήθηκε στις 10-12-1927. Δίσκος COLUMBIA Αμερικής 56111-F / W-205740 και Αγγλίας 11728 (σημερινός).
Στα τραγούδια: ¨Το κλίμα π’ ώχεις Μάρω στην αυλή¨ ο συρτός, που στα ελληνικά η Μάρω κόβεται από τις ετικέτες. Παραδοσιακό τσάμικο της Πελοποννήσου το ¨Κολοκοτρώνης φώναξε¨, γνωστό και ως ¨Στα Τρίκορφα μες στην κορφή¨.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

422. DECCA 45-PL 8195 ΒΛΑΖΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ- ΓΡΥΛΛΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΣΑΡΙΜΑΝΩΛΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΑΛΕΞΙΟΥ Ε. & Β. 1968

Βλαζάκης Μιχαήλ- Γρυλλάκης Γεώργιος- Σαριμανώλης (Σαρημανώλης) Νίκος- Αλεξίου Ε. & Β.  DECCA 45-PL 8195 Μάνα πολλά μαλλώνεις με (Ριζίτικα τραγούδια) - Απόψε κρύος έπιασε (Ριζίτικα τραγούδια) 1968- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Σαρημανώλης γεννήθηκε το 1919 στη Μικρά Ασία και ήρθε στα Χανιά σε ηλικία τριών χρονών. «Τα ταμπαχανιώτικα παίζονταν πάρα πολύ στην πόλη των Χανίων απ’ όλους σχεδόν τους παλιούς που έπαιζαν στα Χανιά και στα πέριξ, δηλ. Ταμπακαριά, Κάτω Σούδα, στα Νεροκούρου, στα Τσικαλαριά, στη Χαλέπα, στη Νέα Χώρα κλπ, ανεξαρτήτως οργάνου και περισσότερο με μπουλγαρί βέβαια. Παιζόντουσαν στα καφενεία, στις ταβέρνες και σε τεκέδες, που ειδικά στην κατοχή ήταν πάρα πολλοί γιατί οι Γερμανοί αφήνανε ελεύθερα να φουμέρνουνε και πήγαιναν μαυραγορίτες, μερακλήδες, λαθρέμποροι, αγαπητικοί. Εκεί παίζανε με διάφορα όργανα, αλλά κυρίως με μπουζούκια, μπαγλαμάδες και λιγότερο με μπουλγαριά». Θυμάται παλιούς όπως τον Βερναδάκη τον Κώστα, τον Πρωτογερή, τον Κοτζαμάνη, τον Βλάχο, τον Κουρκουμελή, που έπαιζαν μπουλγαρί, και άλλους επίσης τον Αντώνη Παπαμαρκάκη ή Τσεσμέ, τον Δαχτυλά τον Αλέκο, τον Χατζηγιώργη, που έπαιζαν σαντούρι, και με τους οποίους συνεργάστηκε σε μαγαζί της εποχής. Οι περισσότεροι που έπαιζαν σαντούρι, λέει, ήταν μαθητές του Λουκά του Μπέρτου.
Ταμπαχανιώτικα έπαιζαν και ο Κουφιανός και ο πατέρας του Ναύτη. Μας λέει επίσης ότι το 1936 ήρθε στα Χανιά η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά», (ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γεώργιος Μπάτης και ο Αρτέμης Δελιάς) και έπαιξαν στη Σπλάντζια. Από τότε επηρεάστηκε τόσο πολύ και αποφάσισε να πάρει δικό του μπουζούκι, ενώ πριν έπαιζε με όργανα άλλων, του Μαστοράκη, του Κασιώτη. Λέει ακόμα ότι πριν έρθει ο Μάρκος στα Χανιά γλεντούσαν και έπαιζαν ως επί το πλείστον ταμπαχανιώτικα. Μετά βγήκαν πολλοί που έπαιζαν μπουζούκι.
«Υπήρχε κάποιος που είχε καφενείο στα σκαλάκια της Αγοράς, ο Πρωτογερής, και έπαιζε μπουλγαρί και θυμάμαι που έρχονταν Ρεθυμνιώτες πλούσιοι, τους έπαιζε και γλεντούσαν μέρες ατέλειωτες. Υπήρχε του Μούνταβρη το καφενείο που ήταν και τεκές.
Υπήρχε ένας από το Βαμβακόπουλο που έπαιζε με ούτι τα ταμπαχανιώτικα, που τον έλεγαν Πρόδρομο. Υπήρχε μετέπειτα μια κομπανία Εβραίων, ο ένας έπαιζε κιθάρα, ο άλλος μαντολίνο και ο άλλος βιολί και έπαιζαν πολλά πράγματα αλλά έπαιζαν και ταμπαχανιώτικα. Την ίδια εποχή περίπου βγήκαμε και εμείς, δηλαδή εγώ, ο Ναύτης, οι Σαπουνήδες, ο Χαρίδημος ο Κουρκουμελής, ο Βασιλοδημήτρης, το φτωχάκι ο Γιώργης και άλλοι, αλλά επειδή εμείς παίζαμε και ρεμπέτικε και κρητικά και ταμπαχανιώτικα, παίζαμε με μπουζούκι τρίχορδο. Υπήρχαν δύο καφενεία-τεκέδες στη Σπλάντζια, του Μπάρμπα Μανώλη του Στρογγυλού και του Μούνταβρη, και του Τρικούπη στα Λενταριανά. Μαγαζιά ήτανε του Λαμπαθέ που παίζαμε με τον Ναύτη στου Μπόλαρη, της Μαρίνας στο λιμάνι, του Τρίφωνα στη Νέα Χώρα. Από μένα βγήκε ο Κατινάρης, ο Βασιλοδημήτρης και άλλοι πολλοί. Το φτωχάκι ο Γιώργης έπαιζε κρητικά στο μπουζούκι, το επίθετο του δεν το θυμάμαι.» Αναφέρει επίσης τον Κουτσουρέλη τον Γιώργη, τον Φουσταλιέρη, κάποιον Περικλή από τα Περβόλια Χανίων, τον Ροζάκη, τον Τζιμάκη και άλλους.
Ο Νίκος Σαρημανώλης απεβίωσε το 1995.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Βλαζάκης με τον Γρυλλάκη (βλέπε και αναρτήσεις 27 και 122) σε δυο ριζίτικα τραγούδια. Στην εισαγωγή τους, στο μπουζούκι ο Σαρημανώλης. Παραπάνω μια μικρή αναφορά στο Σαρημανώλη και στα ταμπαχανιώτικα από την ιστοσελίδα του Λαϊνάκη. Στην ομαδική φωτογραφία εικονίζονται Βλαζάκης, Γρυλλάκης και Σαριμανώλης κάτω δεξιά. Στο τραγούδι συμμετοχή έχουν και δυο ακόμα με το επώνυμο Αλεξίου, αλλά δεν κατάφερα να βρω πληροφορίες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).