Πέμπτη 2 Μαΐου 2024

396. COLUMBIA D.G.6364 ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ 1938

Φουσταλιεράκης Στέλιος (Φουσταλιέρης- Το Στελάκι από την Κρήτη)- Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης)- Μπερνιδάκης Πολυχρόνης COLUMBIA D.G.6364 Όσο βαρούν τα σίδερα (Κρητικό) - Τα βάσανα μου χαίρομαι (Κρητικό) 1938- 78rpm- 10''
«Συμβαίνει κάποιες φορές να αμφισβητείται η κυριότητα ενός τραγουδιού και μάλιστα όταν ο χρόνος το έχει καταξιώσει ως ένα μεγάλο τραγούδι. Ένα από αυτά είναι και το «Όσο βαρούν τα σίδερα». Χρεώθηκε στα παραδοσιακά, ως ένα παρμένο μικρασιατικό. Το τραγούδι όμως ανήκει στον Στέλιο Φουσταλιεράκη (Φουσταλιέρη). Από ό,τι καταδεικνύεται ο Φουσταλιέρης πήρε δύο και μόνο στίχους, σημειωτέον μόνο στίχους, από ένα παραδοσιακό καθιστικό τραγούδι της Κωνσταντινούπολης του 1910, το οποίο ηχογράφησε στις ΗΠΑ το 1927 και η Μαρίκα Παπαγκίκα με τον τίτλο «Μπουρνοβαλιό». Παραθέτουμε αυτούς τους δύο στίχους του προαναφερθέντος τραγουδιού:
Βαρύτερ’ απ’ τα σίδερα, καλέ, είναι τα μαύρα ρούχα
Γιατί τα φόρεσα και γω για μιαν αγάπη που ’χα

Η μελωδία αυτού του τραγουδιού φυσικά δεν σχετίζεται καθόλου με το εξαιρετικό δημιούργημα του Φουσταλιέρη. Το τραγούδι λοιπόν είναι δικό του και το κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο με τη φωνή του Ιωάννη Μπερνιδάκη - Μπαξεβάνη.
Αναμφίβολα είναι πάντα το απαιτούμενο η σωστή καταγραφή της μουσικής ιστορίας. Και αυτή μας παραδίδει ότι και η Κρήτη ως σταυροδρόμι, λόγω γεωγραφικής θέσεως, έχει επηρεασθεί από τη μουσική των Μικρασιατών προσφύγων και έχει αφήσει τα σημάδια της στα κρητικορεμπέτικα ή αλλιώς ταμπαχανιώτικα. Ονομάστηκαν έτσι επειδή τα τραγουδούσαν στη Σμύρνη οι εργάτες που δούλευαν στα Ταμπακαριά, δηλαδή τα δερματάδικα. Άλλοι λένε ότι οι Ταμπάκηδες, που είχαν τα δερματάδικα, φώναζαν μουσικούς για να τους διασκεδάσουν και έπαιζαν Ταμπαχανιώτικα.
Χαρακτηριστικό δείγμα είναι το εν λόγω τραγούδι. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αρκετές διαστάσεις για την καταγωγή του. Ο Λάμπρος Λιάβας, ωστόσο, ασχολήθηκε με αυτόν τον Κρητικό μουσικό και, όντας ο πιο κατάλληλος και πιο ειδήμονας ,σίγουρα η μαρτυρία του παρουσιάζει ενδιαφέρον.
Ας διαβάσουμε τι γράφει:
Ο Φουσταλιέρης συνεργάστηκε δισκογραφικά με πολλούς μεγάλους μουσικούς της εποχής. Παράλληλα, στις ρεθυμνιώτικες συντροφιές έπαιζε συχνά με Μικρασιάτες μουσικούς, οι οποίοι είχαν βρεθεί στην Κρήτη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής προσωπικότητας του Φουσταλιέρη έπαιξε η παραμονή του στον Πειραιά (1933-1937).
Στον Πειραιά, η κρητική παραδοσιακή μουσική συναντά το ρεύμα του Παγιουμτζή, τον Κερομύτη, τον Μπαγιαντέρα και άλλους. Με τον Μπάτη, μάλιστα, ήταν και παλιοί γνώριμοι και σύχναζε και στην παράγκα του (χοροδιδακαλείον), στου Καραϊσκάκη. Εκεί, ήταν κρεμασμένα στη σειρά τα μπουζούκια, έχοντας το καθένα το όνομά του! Η «Μαριγούλα», η «Κούλα», ο «γέρο-Μάγκας» κτλ.! Ανάμεσα σ’ αυτά και το μπουλγαρί που παίζει το «Στελάκι» από την Κρήτη και ενθουσιάζει τους ρεμπέτες με τη «διπλοπενιά» και την «τριπλοπενιά» του.
Από το 1937 έως και το 1992 που πέθανε, ο Στέλιος Φουσταλιεράκης - Φουσταλιέρης ζούσε στο Ρέθυμνο, ασχολούμενος με τις δύο μεγάλες αγάπες του. Την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί! «Γιατί και οι δυο αυτές τέχνες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους, είναι λεπτή δουλειά, όπως παλιά κάναμε τα εξαρτήματα των ρολογιών στο χέρι και τα δουλεύαμε με το φακό, έτσι και στη μουσική χρειάζεται σημασία στη λεπτομέρεια, στην πενιά. Χρειάζεται αξιοπρέπεια τόσο πίσω από τον πάγκο, όσο και όταν παίζω το όργανο».
Ο Φουσταλιέρης με την ίδια αξιοπρέπεια και το ίδιο αμείωτο μεράκι παρέμεινε ως τον θάνατό του, όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παράδοσης του ελληνικού ταμπουρά. Γιατί δυστυχώς, στις μέρες μας, η μακραίωνη αυτή παράδοση κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Το λαγούτο και το μπουζούκι, εκτόπισαν το μπουλγαρί. Η μουσική του Φουσταλιέρη αποτελεί ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.
Η ξεχωριστή του πορεία, όμως, στην ιστορία της κρητικής μουσικής δεν σφραγίστηκε μόνο από αυτό ούτε από τις επιδράσεις που δέχτηκε από Μικρασιάτες μουσικούς που είχαν έρθει στο Ρέθυμνο με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Είναι, ίσως, ο μοναδικός παραδοσιακός μουσικός της Κρήτης που θα «μπλέξει» με τους ρεμπέτες. Αυτό θα γίνει την περίοδο ανάμεσα στο 1933 και στο 1937, όταν έζησε στον Πειραιά.
Το «Στελάκι από την Κρήτη», όπως τον βάφτισαν οι μάγκες εκεί, γνωρίστηκε και έπαιξε με τον Μάρκο, τον Δελλιά, τον Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα και τον Μπάτη, που ήταν ο συνδετικός κρίκος. Είχαν γνωριστεί όταν ο Μπάτης είχε κατεβεί στην Κρήτη ως βοηθός πλανόδιου οδοντίατρου, και σμίξανε ξανά στον Πειραιά. Τα τραγούδια, λοιπόν, του Φουσταλιέρη, χωρίς να είναι αποκομμένα από τον βασικό κορμό της κρητικής μουσικής, έχουν ολοφάνερες τις επιδράσεις από τα χρόνια που έζησε κοντά στους μεγάλους ρεμπέτες.
Πολύ αργότερα, όταν το «Στελάκι» έχει γυρίσει στην Κρήτη, ο Γιάννης Παπαϊωάννου θα πει, σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Άλφα» (Μάιος 1968): «…Έξω από τον Χαλκιά γνώρισα και έναν Κρητικό. Στέλιος Φουσταλιεράκης λεγόταν. Ήταν τσαγκάρης. Έφαγα τον κόσμο να τον βρω. Έπαιζε κάτι κρητικά στο μπουζούκι και τρελαινόμουν… Τον έχασα όμως…».
Εκείνη την περίοδο μπαίνει και στη δισκογραφία με τρεις δίσκους 78 στροφών. Στις ετικέτες τους αναγράφεται ότι παίζει μπουζούκι, καθώς το μπουλγαρί ήταν άγνωστο όργανο για τους υπεύθυνους των δισκογραφικών εταιρειών στην Αθήνα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως και στην Κρήτη συχνά το ονόμαζαν μπουζούκι ή και τουρκομπούζουκο. Εκεί, στα στούντιο της Columbia, είναι καλλιτεχνικός διευθυντής ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας. Κάποια τραγούδια από τις ηχογραφήσεις του Φουσταλιέρη περνούν στη δισκογραφία με το όνομα του Τούντα, χωρίς να έχουν καμία σχέση με την έτσι κι αλλιώς αξιόλογη καριέρα του λαϊκού συνθέτη.
Ούτε πριν ούτε μετά έφτιαξε τραγούδια που το ηχόχρωμά τους να θυμίζει αυτά που αργότερα διεκδίκησε ο Φουσταλιέρης – αλλά αυτή είναι μια συνηθισμένη ιστορία, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη. Το χειρότερο βέβαια είναι, πέρα από την ιστορία με τον Τούντα, ότι έγιναν κι αργότερα ηχογραφήσεις τραγουδιών του (και μάλιστα την εποχή που ζούσε ακόμη ο δημιουργός τους) από τραγουδιστές γνωστούς και άγνωστους, οι οποίοι πήραν τραγούδια του Φουσταλιέρη και τα βάφτισαν παραδοσιακά. Ειδικά το «Όσο βαρούν τα σίδερα» έχει ηχογραφηθεί πολλές φορές, μόνο που κάποιοι είτε από άγνοια είτε από «ευκολία» το αναφέρουν ως παραδοσιακό – και ξεμπερδεύουν».
Πηγή: Τα γραφόμενα του Λάμπρου Λιάβα –εθνομουσικολόγου, επίκουρου καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών– είναι από την ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ»
Στα δύο κομμάτια παίζει επίσης ο Πολ.Μπερνιδάκης κιθάρα. Μέχρι τώρα δεν είχε γνωστό ποιος ήταν ο Πολ.. Με τη βοήθεια του καθηγητή Σήφη Λεκάκη και μέσω του φίλου του Μανώλη Τζιράκη μάθαμε! Ρωτώντας την κόρη του Μπαξεβάνη στο Ρέθυμνο λοιπόν μάθαμε πως ο Πολ. ήταν ο αδερφός του Μπαξεβάνη, Πολυχρόνης. Για το πόσο καλή κιθάρα έπαιζε και τι άλλο έκανε δεν μάθαμε. Σε κάποιο άρθρο ο Χάρης Στρατιδάκης έχει γράψει μεταξύ άλλων ότι ο Πολυχρόνης Μπερνιδάκης είχε μαγαζί με σφραγίδες μεταπολεμικά.
Επίσης ένα άλλο ενδιαφέρον είναι κάτι σαν κρουστό με μεταλλικό ήχο που ακούγεται στο "Όσο βαρούν τα σίδερα" ειδικά μετά το 0'48''. Μία σκέψη είναι μήπως οι χορδές κάνουν αυτό το χαρακτηριστικό ήχο όπως χτυπάει πάνω τους το φτερό του καναβού με το οποίο έπαιζε ο Φουσταλιέρης. Τα παραπάνω σχόλια είναι του Γιώργη Βαβουλέ. Ο φίλος Ανδέας Ανδρεωσάτος πιστεύει ότι αυτά που ακούγονται είναι γυάλινα ποτηράκια και θα συμφωνήσω μαζί του.
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο ο Μπαξεβάνης (εικονίζεται παραπάνω αλλά σε καμία φωτογραφία με τον Φουσταλιέρη) πραγματικά απογειώνει και τα δυο τραγούδια. Συνήθως το ένα από τα δυο τραγούδια (τουλάχιστον έτσι λειτουργούν στο εξωτερικό γι’αυτό και τα λένε b-sides), είναι το ¨καλό¨ ή αλλιώς το σουξεδιάρικο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι και τα δύο τραγούδια ¨σταθμοί¨ της Κρητικής (για κάποιους αστικής) μουσικής. Την απήχηση που είχε ο Φουσταλιέρης και στο ρεμπέτικο κοινό, μας δηλώνουν και οι ετικέτες του δίσκου (σημειωτέον ότι για κάθε εξάντληση του δίσκου άλλαζαν γραμματοσειρά και για διαφορετική δεκαετία-σειρά χρώμα). Εφτά διαφορετικές ετικέτες (δίσκους) κατάφερα  να βρω. Τρεις από αυτές από την προσωπική μου συλλογή, άλλες δυο από του Χατζηαντωνίου (greekdiscography), μία από τον φίλο Ιδομενέα από το Ρέθυμνο (μαύρες με χρυσά γράμματα) και μια από discogs σε γραμμοφωνικό εξωτερικού και την Odeon που αντιπροσώπευε την Columbia. Εικονίζονται παρακάτω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 







Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

395. RCA VICTOR 48g 2327 ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΖΕΡΒΑΣ ΤΑΣΟΣ 1962

Δερμιτζάκης Ιωάννης (Δερμιτζογιάννης)- Ζέρβας Τάσος RCA VICTOR 48g 2327  Φεύγω και τρέμω (Κοντυλιές) - Ποιος πλάστης Θεέ μου σ΄έπλαξε (Κοντυλιές) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Δερμιτζογιάννης γεννήθηκε το 1907 στο Στειακό χωριό Μαρωνιά κι έφυγε από τη ζωή στις 17 Μαΐου 1984, σε ηλικία 77 ετών. Άφησε την τελευταία του πνοή στην αγαπημένη του Σητεία και στα 9 χιλιόμετρα, που απέχει η Σητεία από το χωριό του, τη Μαρωνιά, μια μεγάλη  μουσική πομπή σχηματίστηκε, την ημέρα της κηδείας του, με βιολιά, λύρες και λαούτα, μέχρι την τελευταία του κατοικία. Εκεί ήταν και τον συνόδεψαν μεγάλα ονόματα της κρητικής μουσικής, όπως ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Κώστας Μουντάκης, ο Γιώργος Κουτσουρέλης και αρκετοί άλλοι.
Ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός άνθρωπος και καλλιτέχνης, με πολλά ταξίδια στο εξωτερικό και σ’ όλη την Ελλάδα, μέχρι και στο μικρό νησάκι Σύρνα, δίπλα στην Αστυπάλαια, είχε κάνει μια κουμπαριά με τον μοναδικό τότε κάτοικο του νησιού Θοδωρή Μεταξωτό.
Από το 1950 μέχρι το 1980 εξέδωσε τέσσερα βιβλία με μαντινάδες και περίπου 150 δίσκους. Το πρώτο βιβλίο με τίτλο “Κρητικές Μαντινάδες” εκδόθηκε το 1953. Ακολούθησαν άλλα δύο, το 1963 και το 1968. Το τελευταίο με τίτλο  “Φιλοσοφία της ζωής” εκδόθηκε το 1979.
Ανάμεσα στα πολλά περιστατικά στη ζωή του Δερμιτζογιάννη και τούτο, που διηγήθηκε πριν από χρόνια στην εφημερίδα “Κρητικά Επίκαιρα” ο Μύρος Μαραγκάκης, πρόεδρος τότε της Ένωσης Κρητών Ελευσίνας:
“Πριν αρκετές δεκαετίες ο Δερμιτζογιάννης εμφανιζόταν σε κρητικό κέντρο της Αθήνας με το συγκρότημά του. Ήταν Σάββατο βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, και καθώς τέλειωσε το πρόγραμμα στο κρητικό κέντρο, ο Δερμιτζογιάννης και η παρέα του  αποφάσισαν να περάσουν από το σπίτι  του Μύρου Μαραγκάκη στην Ελευσίνα, καθώς θα πήγαιναν την άλλη μέρα Κυριακή στη Λειβαδιά, καλεσμένοι για μια εκδήλωση Κρητών.
Φίλοι από χρόνια πήγε ο Δερμιτζογιάννης κι η παρέα του στο σπίτι του Μαραγκάκη στην Ελευσίνα και το βρήκαν κλειστό. Όμως είχαν πάει κι άλλες φορές κι ήξεραν, ότι ο Μύρος, αφού δεν ήταν στο σπίτι θα ήταν στο εξοχικό του.
Έφτασαν στο εξοχικό, μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα, κάθισαν στην σκάλα του εξοχικού και γνωρίζοντας καλά τον Μύρο, άρχισαν να παίζουν κρητικούς σκοπούς με το βιολί και τα λαούτα. Ξαφνιάστηκε ο Μύρος, ξύπνησε, άνοιξε την πόρτα κι είδε τον Δερμιτζογιάννη.
Του είπε ο Δερμιτζογιάννης, ότι πηγαίνουν για τη Λειβαδιά κι ότι πέρασαν, για να τον δουν. Φυσικά έστρωσε τραπέζι ο Μύρος , έφερε τσικουδιά και κρασί κι ένα κομμάτι τυρί, που είχε απομείνει στο εξοχικό. Όμως μόνο με σκέτες ρακές και κρασί δεν γίνεται. Και στο εξοχικό δεν υπήρχε εκείνο το βράδυ άλλο φαγώσιμο, παρά μόνο ξερά κουκιά σ’ ένα κουρούπι. Ήταν και περασμένα μεσάνυχτα…
Τι να κάνουν, ενώ ρακή με ρακή είχαν βγει σε κέφι; Έκαναν τούτο το εκπληκτικό: Μούσκευαν τα κουκιά στο νερό και τ’ άπλωναν στο τηγάνι με το λάδι και μπόλικο αλάτι κι έτσι έφτιαχναν ένα πρωτότυπο μεζέ για την τσικουδιά και το κρασί.
Για αρκετές ώρες η παρέα του Δερμιτζογιάννη με τον Μύρο Μαραγκάκη διασκέδασαν στο εξοχικό. Προς τα ξημερώματα ο Δερμιτζογιάννης κι η παρέα του συνέχισαν με κατεύθυνση την Λειβαδιά. Ο Μύρος Μαραγκάκης, έτσι όπως ήταν πιωμένοι και νύχτα, ανησυχούσε αν θα μπορέσουν να φτάσουν σώοι στην Λειβαδιά. Ησύχασε την άλλη μέρα Κυριακή, όταν πήραν τηλέφωνο για να τον ευχαριστήσουν  και να του πουν, ότι είναι καλά.
Άλλες εποχές, αξέχαστες εποχές…”».
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

394. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2599 ΛΥΔΙΑ ΓΙΩΤΑ- ΚΟΚΟΝΤΙΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1959

Λύδια Γιώτα (Μανταράκη Παναγιώτα)- Κοκοντίνης Παναγιώτης- Κόρος Γιώργος HIS MASTER'S VOICE 7PG 2599 Ο Όλυμπος (Τσάμικο) - Η αγάπη έχει θύματα (Συρτό) 1959- 45rpm- 7''
«Η Γιώτα Λύδια (πραγματικό όνομα Παναγιώτα Μανταράκη), γεννήθηκε το 1934 στη Νέα Ιωνία έχοντας καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Παντρεύτηκε στα 14 της τον μετέπειτα συνθέτη των μεγάλων επιτυχιών της, Στράτο Ατταλίδη και στα 15 της γεννάει τον μοναχογιό της. Την πρωτάκουσε ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης να τραγουδάει στην αυλή του σπιτιού της σμυρναίικα με την προτροπή του αλλά και με την προτροπή του Γεράσιμου Κλουβάτου μπήκε σε στούντιο της Columbia και ηχογράφησε το πρώτο της τραγούδι "Κάποια φωνή ακούστηκε" που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Μπήκε στην δισκογραφία το 1954 με την προτροπή του συζύγου της και του συνθέτη Γεράσιμου Κλουβάτου του οποίου τραγούδησε και τα δύο πρώτα τραγούδια της, ο μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης τότε την βάφτισε Λύδια.
Αμέσως αναγνωρίστηκε η αξία και το σπάνιο μέταλλο της φωνή της και όλοι οι συνθέτες θέλησαν να συνεργαστούν μαζί της. Τραγουδάει Βασιλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωαννου, Μανώλη Χιώτη (Ηλιοβασιλέματα κ.α), Βασίλη Καραπατάκη, Γιωργου Λαύκα, Γιώργου Μητσάκη, Μπάμπη Μπακάλη, Θεόδωρου Δερβενιώτη και βέβαια Απόστολο Καλδάρα με τον οποίο δίνουν το σπουδαίο και διαχρονικό τραγούδι Συ μου χάραξες πορεία. Η ίδια χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τραγουδάει με ευκολία όλα τα είδη του τραγουδιού πάντα με μεγάλη επιτυχία, σμυρναίικα, τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικα, μικρασιάτικους αμανέδες, ελαφρό- μοντέρνο τραγούδι, νησιώτικα αλλά και δημοτικά τα οποία έχουν σημαντική θέση στο ρεπερτόριο της ερμηνεύτριας. Από το 1954-1958 η Λύδια γίνεται αναγνωρίσιμη και αγαπημένη του κοινού μόνο μέσα από τους δίσκους 78 στροφών.
Πρωτοβγαίνει στο πάλκο δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη αλλά και την Μαρινέλλα στο κέντρο '' Μαντουμπάλα''. Οι εμφανίσεις της σε νυχτερινά κέντρα όλα αυτά τα χρόνια θα είναι εξαιρετικά μετρημένες. Οι δυο σπουδαίοι ερμηνευτές ένωσαν τις φωνές τους και σε δίσκους (Συννεφιασμένη Κυριακή, Καβουράκια, κ.α.). Το 1960 βρίσκει τη Γιώτα Λύδια να τραγουδάει μια μεγάλη σειρά τραγουδιών του Στράτου Ατταλίδη και του Κώστα Βίρβου, Γύρνα πάλι γύρνα, Ο ταυρομάχος, Η τσιγγάνα η Μαρίτσα, Έλα γύφτο μ'έλα, Πες μου γιατί, Σαν ζητιάνα σε κοιτώ, Αχ ας μπορούσα (στίχοι Γ.Κοινούση) και βέβαια το Γιατί θες να φύγεις που θα πας, ένα τραγούδι σταθμός που σημείωσε ένα αξεπέραστο μέχρι και τις μέρες μας δισκογραφικό ρεκόρ, πούλησε παραπάνω από 845.000 δίσκους.
Παράλληλα εμφανίζεται στου Τζίμη του χοντρού με τη συμμετοχή του Χρηστάκη και αργότερα στην Μαντουμπάλα με τον Σπύρο Ζαγοραίο και το Μανώλη Αγγελόπουλο με τον οποίο τους συνδέει μια άριστη επαγγελματική σχέση καθώς πρώτη φορά τραγούδησε σε δίσκο ο Αγγελόπουλος δίπλα στη Λύδια την περίφημη Μαγκάλα αλλά και έπειτα είπαν επιτυχημένα ντουέτα (Σαν θεό σ' αγαπώ, Μανταλένα, Αχ μουσταφά κ.α.). Η Γιώτα Λύδια έχει κάνει και καταπληκτικά σεγοντα σε πολλούς τραγουδιστές όπως αυτά με τον Στέλιο Καζαντζιδη.
Η ίδια ήταν κοντά και στο ξεκίνημα του Στράτου Διονυσίου στο τραγούδι Φύγε-φύγε. Ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα της είναι η συνεργασία της με τον Μίκη Θεοδωράκη ερμήνευσε κομμάτια από το τραγούδι του νεκρού αδερφού όπως Κοιμήσου αγγελούδι μου, Μελαχρινή μου κοπελιά, Ο ουρανός είναι κλειστός, Προδομένη αγάπη και εμφανίζεται μαζί του στα θέατρα Κεντρικόν και Καλουτά μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το 1965 ξανασυνεργάζεται με τον Καζαντζίδη και την Μαρινέλλα στο Φαληρικόν, εκεί είναι που είπε ο Καζαντζίδης το οριστικό αντίο στις πίστες. Το 1967-1968 η Γιώτα Λύδια γνωρίζει και πάλι μέρες δόξας, συνεργάζεται με τον Άκη Πάνου αφήνοντας κληρονομιά ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια μέχρι σήμερα το ¨Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα¨, ενώ το τραγούδι της σε μουσική και στίχους του Νίκου Δαλέζιου ¨Να' χα εκατό καρδιές¨ σπάει ακόμα μία φορά ρεκόρ πωλήσεων. Την ίδια εποχή τραγουδάει στην Φαντασία με τους Β.Τσιτσάνη, Μ.Μενιδιάτη, Χ.Λαμπράκη,Τ.Σούκα, Α.Ρεπάνη, Α.Κατινάρη, Σπ.Λιόση κ.α, εκεί γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγό της. Ακόμη ηχογραφεί τραγούδια του Αντώνη Κατινάρη, Γιάννη Καραμπεσίνη, Γιώργου Κοινούση, Αντώνη Ρεπάνη, Νίκου Δαλέζιου, Νίκου Καρανικόλα, Τάκη Σουκα, Ηρακλή Παπασιδέρη και Κώστα Παπαδόπουλου ενώ ερμηνεύει ¨Το συμφέρον¨ του Μάρκου Βαμβακάρη σε ενορχήστρωση Σταύρου Ξαρχάκου.
Στα τέλη του 60 και αρχές του 70 τα πράγματα στο τραγούδι αλλάζουν προς το χειρότερο για τους παλιούς ερμηνευτές έτσι η Γιώτα Λύδια αποσύρεται από τα μαγαζιά και αραιώνει την δισκογραφική της παρουσία, τότε όμως θα γνωρίσει την αποθέωση τραγουδώντας επί σειρά ετών στους ομογενείς της Αμερικής και της Αυστραλίας, δισκογραφικά βγάζει τους δίσκους Δύο φωτιές, Χίλια μαχαίρια, Γιώτα Λύδια με τη συμμετοχή του Τάκη Σούκα και το 1974 το Μία παρασκευή. Η επιστροφή της στην δισκογραφική εταιρεία από όπου βγήκε οπού είχε μετονομαστεί σε minos έγινε το 1976 με το άλμπουμ Επιστροφή στις ρίζες ένας δίσκος με σμυρναίικα τραγούδια και αξεπέραστες ερμηνείες από την ανατολίτικη, λυγμική και γεμάτη γυρίσματα φωνή της, το 1977 κυκλοφορεί ακόμη έναν δίσκο στην εταιρεία των Βασίλη Βασιλειάδη και Τάκη Μουσαφίρη ενώ εμφανίζεται στο κέντρο του Κώστα Καρουσάκη.
Αρχές του 80 η Λύδια απείχε συνειδητά από τα πράγματα με εξαίρεση τη συμμετοχή της στον δίσκο του Γιάννη Μαρκόπουλου Βαριά λαϊκά ώσπου το 1984 επανέρχεται στο τραγούδι με την προτροπή του Γιώργου Νταλάρα όπου εκείνη την περίοδο μεσουρανούσε, ηχογραφώντας έναν δίσκο οπού τραγουδούσαν μαζί και χωριστά παλιά λαϊκά τραγούδια. Ο δίσκος είχε την ονομασία Καλημέρα κυρία Λύδια που διάλεξε ο Νταλάρας για να τιμήσει την μεγάλη τραγουδίστρια, ο δίσκος θεωρείται από τους καλύτερους της δεκαετίας του 80 και γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία με πωλήσεις άνω των 180.000 αντιτύπων, ακόμη εμφανίζεται στο παλαί ντε σπορ της Θεσσαλονίκης δίπλα στον Γιώργο Νταλάρα και την Χαρούλα Αλεξίου.
Το 1986 κυκλοφορεί ο τελευταίος δίσκος της στη minos με τίτλο Καθαρά και ξάστερα με δημιουργίες των δύο μεγάλων συνθετών της εποχής Τάκη Σούκα και Χρήστου Νικολόπουλου, εμφανίζεται με τον Σούκα και τον Κοντογιάννη στις Νταλίκες και αργότερα με τον Απόστολο Καλδάρα. Στα χρόνια του 90 πραγματοποιεί δύο ακόμη σημαντικές εμφανίσεις με τον Αντώνη Βαρδή και την Χριστίνα Μαραγκόζη στο Ζουμ και στον Διογένη με την Πόλυ Πάνου, ηχογραφεί ακόμη δύο δίσκους, το 1997 κάνει την τελευταία της δισκογραφική εμφάνιση και παρουσία της στα κέντρα δίπλα στον Βαγγέλη Κονιτόπουλο.
Τελευταίες της εμφανίσεις στην τηλεόραση έγιναν στην Σεμίνα Διγενή και τον Σπύρο Παπαδόπουλο, το 2006 κυκλοφόρησε η βιογραφία της από τον Κώστα Μπαλαχούτη. Ακόμη επηρέασε με την ερμηνεία της, πολλές μετέπειτα σημαντικές τραγουδίστριες (Γλυκερία, Βιτάλη κ.ά.).
Επίσης έχει τραγουδήσει εκατοντάδες δισκάκια 45 και 78 στροφών τα οποία ποτέ δεν κυκλοφόρησαν στις 33 στροφές ή σε ψηφιακή μορφή.»
Στο σημερινό δισκάκι, που έχει κυκλοφορήσει και στις 78 στροφές, στο κλαρίνο ο Παναγιώτης Κοκοντίνης και στο βιολί ο Γιώργος Κόρος. Βιογραφικά τους θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

393. DORE K-154 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΣΟΥΤΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1967

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Σούτας Γιώργος DORE K-154 Σου παραγγέλνω μαύρη γη (Τσάμικο) - Τι σου έχω κάνει και δεν μου μιλάς (Συρτός) 1967- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Παπασιδέρης (βλέπε και αναρτήσεις 11, 70, 103, 217, 283 και 358) γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902.  ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη.
Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι.
Το 1923 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό.
Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασίδερη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη. Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν. Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε.  Ο Γιώργος Παπασίδερης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο  του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928.  Αφού  έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος.  
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί ερμηνευτή με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες.  Επίσης τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη.
Την εποχή αυτή, αρχές του 1930 έπαιρνε απ’ την «Οdeon» 1.000 δρχ. για κάθε τραγούδι.  Επειδή οι φωνητικές του δυνατότητες το επέτρεπαν  ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή μεροκάματο, των τριάντα χιλιάδων δραχμών.
Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυγ. Ισιδώρου Τσεβά. Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου.
Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς».  Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί.  Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947.
Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο.  Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασίδερης έμεινε.  Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια.  Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «΄Ελατος» στην Ομόνοια.
Στη διάρκεια της καριέρας του, πήγε σε κάθε γωνιά της Κεντρικής Ελλάδας από  Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά.  Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα.
Στη δισκογραφία εκτός από την «Columbia» συνεργάστηκε και με άλλες εταιρείες όπως: «Οdeon», «Parlophon», «His Master’s Voice», «Dore» και άλλες.  Έχει  ηχογραφήσει  δεκάδες  τραγούδια.  Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές.
Ο Παπασίδερης διέσωσε δεκάδες  παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα ξαναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν».
Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα.  Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωσε.
Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π.  Σ’ αυτά του τα ταξίδια τον συνόδευε πάντα σχεδόν η σύζυγός του, η οποία ήταν απαραίτητη για τη διαμονή και την εμψύχωση του στα μεγάλα γλέντια που  διατηρούσε ζωντανά για μέρες ολόκληρες.  Χαρακτηριστικό της δύναμης του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.
Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασίδερης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί.  Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες  του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασίδερης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους.  Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γιάννη Βασιλόπουλου, στο βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη: «Λαϊκοί πρακτικοί οργανοπαίχτες» εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983, σελ. 225. «Δούλευα σε πανηγύρια, σε γάμους κ.λ.π.  Μετά με είχε ακούσει  σ’ ένα πανηγύρι στην Πάτρα και μ’ έφερε μετά στην Αθήνα και πρωτογραμμοφώνησα, ήταν ο πρώτος μου δίσκος με τον Παπασίδερη».
Στην Σαλαμίνα ο Γιώργος Παπασίδερης τραγουδούσε στα μεγάλα πανηγύρια της Παναγίας της Φανερωμένης στα μαγαζιά του Παναγιώτη Σκαλίθρα και Σωτήρη Παπασωτηρίου (Πούφη), της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο Αιάντειο (Μούλκι) στα μαγαζιά του Βασίλη Βασιλείου (Σπανού) και στου Χρήστου Γαβριήλ (Κολωνάκη).  Της Αγίας Μαρίνας στην Κακή – Βίγλα στο μαγαζί του Ντίνου Πούτου.  Στο πανηγύρι της Φανερωμένης τραγούδησε ανελλιπώς επί 25 χρόνια…..»
Στο σημερινό δισκάκι, συνοδεία με το κλαρίνο του ο Γιώργος Σούτας. Εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να βρω.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

392. COLUMBIA D.G.7025 ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΑΘΑΚΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ 1953

Καλογρίδης Γεώργιος- Μαραθάκης Γρηγόρης COLUMBIA D.G.7025 Νέος Κρητικός συρτός - Νέος Τυλισιανός συρτός 1953- 78rpm- 10''
 
«Ο Γιώργος Καλογρίδης (βλέπε και αναρτήσεις 32, 198 και 285) γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1923 (χωριό που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την κρητική μουσική παράδοση του 20ού αιώνα, αναθρέφοντας μερικούς από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της) και πέθανε στην Αμερική το 1999.
Στα δεκατέσσερά του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες Στεφανή Βασιλάκη (Κονδύλη) και Γιώργη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιώργη).
Η Κατοχή τον βρίσκει στο Σπήλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί για μικρό διάστημα. Την περίοδο αυτή (1946) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, «Πολλές φορές στον ύπνο μου», που θεωρείται τραγούδι τόσο κλασικό όσο η «Ιτιά» για τη Ρούμελη και ο «Αμάραντος» για το Μοριά. Συνολικά τη δεκαετία 1946-1956 ηχογράφησε είκοσι τραγούδια, ορισμένα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεσή τους, την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαίρετη φωνή του ίδιου του Γ. Καλογρίδη, φωνή που σπανίζει σήμερα.
Σε κάποιες από τις ηχογραφήσεις του συνεργάστηκε με την εξαίρετη τραγουδίστρια Ειρήνη Μπριλλάκη Καβακοπούλου, επίσης Σπηλιανή, με την οποία ηχογράφησε το ριζίτικο «Τρώτε και πίνετ' άρχοντες» και το παραδοσιακό συρτό «Στον ουρανό θε ν' ανεβώ (συρτός πρώτος)». Αξίζει να σημειωθεί εξάλλου η ιδιαίτερη προσοχή που επιδεικνύεται από το Γιώργη Καλογρίδη στην επιλογή των μαντινάδων, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στην επίτευξη της υψηλής ποιότητας που χαρακτηρίζει το έργο του. Όλες οι ηχογραφήσεις του έγιναν με τη συνεργασία των δύο γνωστών και καταξιωμένων Σπηλιανών λαουτιέρηδων αδελφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη (οι Μαρκογιάννηδες εξάλλου ήταν και οι μεγάλοι και βασικοί συνεργάτες του άλλου μεγάλου Σπηλιανού λυράρη, του Θανάση Σκορδαλού).
Ο προικισμένος λυράρης ξενιτεύεται το 1966 στη Νέα Υόρκη, ενώ το 1977, έπειτα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το χρυσό του χέρι παραλύει, στερώντας από τον ίδιο αλλά και από τη μουσική μας γενικότερα την ευκαιρία για νέες συνθέσεις του. Ωστόσο η μέχρι τότε μουσική του προσφορά παραμένει, για να σημαδέψει την πορεία της μουσικής μας παράδοσης, και στοιχειοθετεί την υποχρέωση μιας απέραντης ευγνωμοσύνης από μέρους της μουσικής Κρήτης.
Ο Γιώργης Καλογρίδης δεν είναι εύκολο να προσωπογραφηθεί. Ανήκει στη μεγάλη γενιά καλλιτεχνών που ερωτεύθηκαν τη μουσική μας και την ανέβασαν πολύ ψηλά σε κείνα τα δύσκολα χρόνια. Στους πρωτομάστορες και μεγαλουργούς της κρητικής μουσικής παράδοσης.
Οι σκοποί και τα τραγούδια του, πάντοτε τρυφερά σαν την ψυχή του, διακρίνονται για τη γλυκύτητα και τον ερωτισμό τους. Δείγματα επιδεξιότητας, απλότητας, ρυθμού και ισορροπίας και προπαντός σεβασμού. Όσοι γλέντησαν με τη λύρα του είναι σε θέση να πουν πολύ περισσότερα για τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Καλογρίδη, τον τραγουδιστή του έρωτα. Κρίμα που η μοίρα στέρησε πρόωρα από μας και τη μουσική μας μια τέτοια καλλιτεχνική φυσιογνωμία. Σίγουρα, αν κρατούσε ακόμη το δοξάρι, η Κρήτη και η δημοτική μας μουσική θα είχαν να επιδείξουν ακόμη μεγαλύτερο και σπουδαιότερο έργο.
Όπως και να 'χει το πράγμα όμως, θα αποτελεί σημείο αναφοράς της κρητικής μουσικής του χθες και του αύριο.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, συνοδεία στο λύρα του Καλογρίδη, ο Γρηγόρης Μαραθάκης με το λαούτο του. Δυστυχώς πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό δεν βρήκα. Δισκογραφικά τον συναντάμε μόνο στο σημερινό δίσκο. Οι μαντινάδες που επιλέγει ο Καλογρίδης επιβεβαιώνουν τα παραπάνω λεγόμενα:
¨Άχι πως αναστέναξα σ’ ένα ερημοκλήσι,
κι΄ είδα τη Μάνα του Χριστού για μένα να δακρύσει.
Προσεύχομαι στην Παναγιά, ζητώ να σ΄ αποκτήσω,
γιατί μου είναι αδύνατο, χωρίς εσέ να ζήσω.¨
¨Αμάν πες μου ποιος άλλος σαν κι΄εμέ, για σένα θα πονέσει,
και ποιος θα σκίσει την καρδιά, για χάρη σου στη μέση.
Ποτέ σου μη περιφρονείς μάθια που σε κοιτάζουν,
γιατί κι΄ αυτά ανάπαυση βρίσκουν και αναστενάζουν.¨
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

391. MUSIC BOX MB 836 ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1969

Πολυχρονάκης Μιχάλης- Πολυχρονάκης Μανώλης MUSIC BOX MB 836 Πάντα μ' αρέσει την αυγή (Συρτός Χανιώτικος) - Τσ' άντρες δεν τσι ζυγιάζουνε (Συρτός Κισσαμίτικος) 1969- 45rpm- 7''
 
«Ο βετεράνος λαουτιέρης της κρητικής μουσικής Μιχάλης Πολυχρονάκης (βλέπε και αναρτήσεις 12 και 174) γεννήθηκε το 1930 στα Τοπόλια Κισάμου του νομού Χανίων. Κληρονόμησε το καλλιτεχνικό ταλέντο του από τους προγόνους του που ήταν ψάλτες και μουσικοί, όπως ο πατέρας του. Καλλίφωνος, δεξιοτέχνης πριμαδόρος, έχει αφήσει κι αυτός το δικό του χνάρι στο κρητικό μουσικό μονοπάτι. Έπαιξε με πλήθος βιολιστών, με τους πιο ονομαστούς όπως ο Αντώνης Αναγνωστάκης, ο Μαύρος κ.α. Στα χρόνια που έζησε στην πρωτεύουσα, έπαιξε σε πολυάριθμες εκδηλώσεις της Παγκρητίου Ενώσεως, της Κρητικής Μούσας κλπ.
Έχει βραβευτεί κατά καιρούς από διαφόρους πολιτιστικούς φορείς, ενώ λαμπρό είναι και το δισκογραφικό του έργο με τον αδελφό του Μανώλη και άλλους βιολιστές. Στην τηλεοπτική σειρά "Η Κυρία Ντο-Ρε-Μι" που προβλήθηκε την δεκαετία του'80 έπαιξε λαγούτο, ντύνοντας μουσικά το σήριαλ. Επίσης, αξιόλογη και η παρουσία του στις δισκογραφικές δουλειές του Καλλιτεχνικού ομίλου νομού Χανίων "Οι Μαδάρες" όπου συνόδευσε με τις πενιές του, τους περήφανους ριζίτες μας. Έχει διδάξει λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της Κισσάμου μέχρι σήμερα».
Από τους τελευταίους της "παλιάς σχολής" ήταν κι ο Μανώλης Πολυχρονάκης, αδερφός του Μιχάλη. Γεννημένος στα Τοπόλια Κισσάμου το 1928, εξάσκησε την τέχνη του βιολιστή για πολλά χρόνια, κυρίως με τον αδελφό του, τον σημαντικό λαγουτιέρη Μιχάλη Πολυχρονάκη, αλλά και με άλλους λαγουτιέρηδες όπως ο Βενιζέλος Κορκιδάκης κ.α. Συμμετείχε στις δισκογραφικές δουλειές του αδελφού του Μιχάλη και φημιζόταν για το πραγματικά παλαιικό του παίξιμο. Ο Μανώλης έφυγε από την ζωή το 2010.
Μάθημα κισσαμίτικου λαούτου από τον Μιχάλη Πολυχρονάκη, στη σημερινή ανάρτηση. Φυσικά και ο αδερφός του Μανώλης στο βιολί εξαιρετικός. Ακούγονται οι μαντινάδες:
¨Πάντα μ’ αρέσει την αυγή, που τα πουλιά ξυπνούνε,
τα αηδόνια και οι πέρδικες γλυκά να κελαηδούνε¨
¨Τσ’ άντρες δεν τσι ζυγιάζουνε, φως μου με το καντάρι,
αμάν μα τσι ξεκαμπανίζουνε, στη γνώμη και στη χάρη¨
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).