Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

363. COLUMBIA 8393 ΝΤΑΛΓΚΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ 1929

Διαμαντίδης (Χατζηδιαμαντίδης-Νταλγκάς) Αντώνης COLUMBIA 8393 Μου παρήγγειλε το αηδόνι - Ας παν να δουν τα μάτια μου (Καλαματιανός) 1929- 78rpm- 10''
«Ο Αντώνης Διαμαντίδης ή Χατζηδιαμαντίδης, γνωστότερος με το ψευδώνυμό του «Νταλγκάς» από την κυματιστή φωνή του, ανήκει στη μεγάλη γενιά των σπουδαίων μουσικών, που εγκαταστάθηκαν στην απελευθερωμένη Ελλάδα, μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922. Κατά κύριο λόγο υπήρξε τραγουδιστής, αλλά η δισκογραφία του, αποδεικνύει πόσο σπουδαίος συνθέτης και στιχουργός ήταν. Ακόμη, σύμφωνα με τις μαρτυρίες συναδέλφων του στάθηκε στο πάλκο παίζοντας στην αρχή ούτι και στη συνέχεια 9χορδη κιθάρα, που από πολλά χρόνια έχει εγκαταλειφτεί. Μελετώντας στα τελευταία χρόνια τη δισκογραφία του, μπορούμε να κατατάξουμε τον Αντώνη Νταλγκά, στους μεγαλύτερους Έλληνες τραγουδιστές όλων των εποχών –ίσως τον μεγαλύτερο– αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι τραγούδησε με ιδιαίτερη άνεση και ευχέρεια όλους σχεδόν τους τύπους του αμανέ.
Γεννήθηκε το 1892 στο προάστιο Αρναούκιοί της Πόλης και ήταν το τρίτο παιδί ευκατάστατης Ελληνικής οικογένειας , μετά από δύο αδελφές την Αικατερίνη και την Ελένη. Στα νεανικά του χρόνια, παράλληλα με τα μαθήματά του στο σχολείο, δούλευε, βοηθώντας τον πατέρα του που ήταν εμποροράπτης. Έτσι έμαθε την «τέχνη του γελεκά» που όμως έμελλε να μη χρησιμοποιήσει ποτέ για επιβίωση. Κι αυτό γιατί από παιδί γύριζε στα εξοχικά κέντρα της Πόλης ακούγοντας και θαυμάζοντας τους μεγάλους Έλληνες και Τούρκους τραγουδιστές  και μουσικούς των αρχών του αιώνα. Να πως περιγράφει το ξεκίνημά του, ο φίλος, συνεργάτης του και κατοπινός γαμπρός του, επίσης μουσικός και τραγουδιστής Φίλανδρος Μάρκου:
«…με την μανία που είχε, κάθε βράδυ μικρός όπως ήτανε , πήγαινε και άκουγε προ-παντός,  στα εξοχικά κέντρα της Κωνσταντινουπόλεως τις μαντολινάτες. Και ένα βράδυ του λέει ένας μουσικός από την ορχήστρα, αν του αρέσει η μουσική. Ήταν αυτό που περίμενε να του πούνε για να έλθει σε επαφή με τους μουσικούς και να τους πει το μυστικό του, πως ήθελε να γίνει κι’ αυτός μουσικός και γι’ αυτό κάθε βράδυ ήτανε παρών δίπλα  στην ορχήστρα, με τα μαντολίνα και τις κιθάρες. Κι΄αμέσως του λέει κάποιος μουσικός, ξέρεις κανένα τραγουδάκι να μας πεις; Προθυμότατος τους λέει ναι και αμέσως ανεβαίνει στο πάλκο και παίρνει το πρώτο βάπτισμα. Αυτό ήτανε!»
Πράγματι ο Αντώνης Νταλγκάς ανέβηκε στο πάλκο εκείνο το βράδυ, γύρω στο 1910 και δεν ξανακατέβηκε (μέχρι που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, το 1941). Η φωνή του εντυπωσίασε τόσο, που αμέσως εντάχτηκε στο σχήμα και άρχισε την επαγγελματική του καριέρα, από την μικρή ηλικία των 18 περίπου ετών. Γρήγορα έμαθε ούτι και κιθάρα και η φήμη του, σαν τραγουδιστής, εξαπλώθηκε στους τότε γνωστούς χώρους όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των Τούρκων μερακλήδων που αναζητούσαν τον εξαίρετο αυτόν νεαρό τραγουδιστή.
Είναι βέβαιο ότι όλα αυτά τα χρόνια μέχρι το 1922, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, περιόδευσε και τραγούδησε στη Σμύρνη -το μεγάλο κέντρο του Ελληνικού πολιτισμού- στις πόλεις των παραλίων της Μικράς Ασίας και πιθανόν να ήρθε και στην Ελλάδα , αφού από το 1919 έως το 1922, τον βρίσκουμε να τραγουδά με την ορχήστρα του, για τους Έλληνες μετανάστες , προς την Αμερική, στο υπερωκεάνιο  «Μέγας Αλέξανδρος».
Από τους επώνυμους συνεργάτες του, αυτής της περιόδου σημειώνουμε τον Σμυρνιό Γιώργο Σαβαρή, κατοπινό ιδρυτή της ομώνυμης «Πανελλήνιας Εστουδιαντίνας» στην Αθήνα του 1924, τον επίσης Σμυρνιό τραγουδιστή Γιώργο Βιδάλη, τον Κωνσταντινουπολίτη τραγουδιστή Στέφανο Μακρή, καθώς και πολλά μέλη της Σμυρνέικης Εστουδιαντίνας του Γιώργου Σιδερή.  Το 1919 παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την Αργυρώ Νικολάου και απέκτησαν μια κόρη την Άννα. Η παρουσία του σε πλοίο της γραμμής Ελλάδα-Αμερική τα χρόνια εκείνα, ίσως να ήταν και η πρώτη, με Έλληνες μουσικούς και τραγουδιστές, κάτι που έγινε συνήθεια τα επόμενα χρόνια, με διάφορες ορχήστρες. Τα γεγονότα του 1922 -οπισθοχώρηση του Ελληνικού στρατού στη Μ.Ασία και καταστροφή της Σμύρνης- βρίσκουν τον Αντώνη Νταλγκά να τραγουδά στο υπερωκεάνιο «Μέγας Αλέξανδρος». Γράφει στην οικογένειά του στην  Πόλη να φύγουν και συναντώνται το 1922 στην Ελλάδα.
Με την εγκατάστασή του, πρώτα στον Πειραιά, και τελικά στην Αθήνα -στα Πετράλωνα- έρχεται σε επαφή με τους μουσικούς στο γνωστό στέκι της οδού Αθηνάς «Το καφενείον η Μικρά  Ασία» και με διάφορα σχήματα αρχίζει να τραγουδά στα γνωστά κέντρα της εποχής. Σύμφωνα με μαρτυρία του γνωστού συνθέτη και σαντουριέρη Κώστα Τζόβενου , ήταν ο πρώτος που γνώρισε ο Αντ. Νταλγκάς και συνεργάστηκε μαζί του για δέκα περίπου χρόνια συνέχεια. Τα πιο ενδιαφέροντα κέντρα της εποχής που τραγούδησε , ήταν του Μουρούζη, στην οδό Αθηνάς, του Ορφανού, στην Λ.Αλεξάνδρας, του Σερελέα, στην οδό Δώρου, το «Ακταίον» στο Ν. Φάληρο, η «μπύρα του Πίκινου» στο Θησείο κ.ά. Τα χρόνια αυτά συνεργάζεται στο πάλκο με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως τον Δημήτρη Σέμση (βιολί), τον Κώστα Τζόβενο (σαντούρι), τον Σπύρο Περιστέρη (μαντόλα), τον Κώστα Καρίπη (κιθάρα και τραγούδι), τον Μήτσο Αραπάκη (σαντούρι και τραγούδι), τον Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη (βιολί), τον Γρηγόρη Ασίκη (ούτι και τραγούδι), τον Παναγιώτη Τούντα (μαντολίνο) -για μια χρονιά- και άλλους πολλούς.
Η δισκογραφική του παρουσία αρχίζει αμέσως με την εγκατάσταση του παραρτήματος της Αγγλικής His Master’s Voice στην Ελλάδα το 1925, με την οποία μάλιστα υπογράφει και το πρώτο συμβόλαιό του. Με το σήμα της εταιρείας αυτής θα τραγουδήσει ανάμεσα στο 1925 και 1932, τα περισσότερα τραγούδια από κάθε Έλληνα τραγουδιστή μέχρι σήμερα, σε μια εταιρεία και για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί στη Η.Μ V. 236 τραγούδια, μερικά εκ των οποίων είναι δικές του συνθέσεις και τα τραγουδούν άλλοι τραγουδιστές. Υπάρχουν επίσης 54 αμανέδες. Στη συνέχεια (1927-28-29-30) συνεργάστηκε με όλες τις εταιρείες ηχογραφώντας άγνωστο αριθμό τραγουδιών με τη Γαλλική Pathe και τη Γερμανική  Polydor (δεν έχουν βρεθεί κατάλογοι των εταιρειών αυτών -μέχρι στιγμής- ώστε να εντοπιστεί ο πραγματικός αριθμός των ηχογραφήσεων). Πάντως στην Pathe πρέπει να πλησιάζουν τα 50 και στην Polydor τα 40. Μεγάλη δισκογραφία δημιούργησε και με την Αγγλική Columbia (μεταξύ 1926–30), αφού μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί γύρω στα 50 τραγούδια.
Η δισκογραφία του Αντώνη Νταλγκά συμπληρώνεται ανάμεσα στο 1930-33 με τις εκδόσεις των Ελληνικών –πλέον- εταιρειών Columbia, Odeon, και Parlopfone με 20, 20 και 10 αντίστοιχα τραγούδια. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν μερικές ηχογραφήσεις ανάμεσα στο 1930 και 32 για την αμερικανική αγορά δίσκων με την R.C.A. Victor και δέκα ακόμη τραγούδια που ηχογράφησε το 1939-40. Συνολικά η δισκογραφική δουλειά του Αντώνη Νταλγκά ξεπερνά τα 450 τραγούδια εκ των οποίων 60 περίπου  είναι δικές του δημιουργίες. Περιλαμβάνονται ακόμη 35 δημοτικά σε εξαίρετες εκτελέσεις.
Από τη συνεργασία του με τους συνθέτες της εποχής έχει τραγουδήσει 30 τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα, 15 του Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη, 10 του Κώστα Σκαρβέλη και 70 τραγούια συναδέλφων τουν συνθετών, όπως του Δημήτρη Σέμση, του Μενέλαου Μιχαηλίδη, του Παναγιώτη Βαινδιρλή, του Γεωργίου Καρρά, του Βασίλη Κουκουδάκη, του Θάνου Ζάχου, του Στάθη Μάστορα, του Σώσου Ιωαννίδη, του Άγγελου Ραφτόπουλου, του Τάκη Μαρίνου, του Ε. Δεληγιάννη, του Δημήτρη Λορέντζου, του Λάμπρου Λεονταρίτη, του Γ. Παλαμά, του Ιερόθεου Σχίζα, του Ιάκωβου Μοντανάρη, του Μιχάλη Σκουλούδη, και του Σαλάβαρη.
Εκτός απ’ τον ίδιο, τα δικά του τραγούδια ερμήνευσαν οι γνωστοί συνεργάτες του τραγουδιστές του μεσοπολέμου, Γρηγόρης Ασίκης, Γιώργος Βιδάλης, Ρόζα Εσκενάζυ, Ζαχαρίας Κασιμάτης και το 1939-40 οι Νίκος Γούναρης, Χρυσούλα Στίνη, Ρίτα Αμπατζή, Στελλάκης Περπινιάδης.
Ο Αντώνης Νταλγκάς εκτός των τριών περιπτώσεων που καταγράφουμε παρακάτω τραγούδησε μόνος του στους δίσκους:
1. Δυο Σερέτες, του ΕΜΜ.  Χρυσαφάκη: Αντ. Νταλγκάς- Ζαχ. Κασιμάτης.
2. Η Στάσα (Iερ. Σχίζα), επιθεωρησιακό: Αντ.Νταλγκάς- Σ.Βερώνη- Γ.Καμβούσης.
3.Καλά μου τόπανε Μαριώ: Ταμβάκη-Διαμαντίδη: Αντ.Νταλγκάς- Απ.Χατχηχρήστος.
Ο Αντώνης Νταλγκάς αν και έγινε διάσημος ανάμεσα στο 1925 και 1933 τραγουδώντας στη δισκογραφία και το πάλκο Σμυρνέικα και Μικρασιάτικα, μανέδες ρεμπέτικα και δημοτικά, από το 1933 και μετά κάνει μια περίεργη στροφή, απομακρύνεται απ΄τη δισκογραφία και επιστρέφει από κει που ξεκίνησε μικρός, δηλ. τα ελαφρά τραγούδια της Εστουδιαντίνας, όπως προσαρμόστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’30 (καντάδες, ρομάντζες, επιθεωρησιακά κλπ). Ο κύριος χώρος έκφρασής του εκείνα τα χρόνια, γίνεται η αριστοκρατική  «ταβέρνα του Γιούλη» στο Κουκάκι. Ίσως οι πολύ μεγάλες αμοιβές να ήτανε η αιτία που παρέμεινε εκεί αρκετά χρόνια, παίζοντας και τραγουδώντας με τον Φίλανδρο Μάρκου, που αν κι εκείνος ξεκίνησε από τη Σάμο παίζοντας σαντούρι και τραγουδώντας δημοτικά και Μικρασιάτικα, πέρασε οριστικά στο ελαφρό τραγούδι του μεσοπολέμου.
Μια περιγραφή της ταβέρνας του Γιούλη από το «Έθνος» της 12ης Απριλίου του 1935, ίσως διαφωτίσει την αλλαγή προσανατολισμού του μεγάλου αυτού τραγουδιστή: «ας πάμε λοιπόν πρώτα στην περίφημη ταβέρνα του Γιούλη, στο τέρμα Βείκου. Για να βρεις το μαγαζί στην -άκρη του κόσμου- χρειάζεσαι πιλότο. Μ’ όλα αυτά, μόλις φτάσαμε κοντά, η οδός Ντούσα Μπότσαρη, όπου και η ταβέρνα Γιούλη, το παλιό «Κοτέτσι της Μόνικας», είναι αδιάβατος από τα πολλά αυτοκίνητα πολυτελείας, από τις λιμουζίνες και τα ταξί που σταθμεύουν απ’ έξω. Ταβέρνας γλέντι είναι αυτό ή δεξίωσης πρεσβείας; Μπαίνουμε! Η είσοδος είναι έκθεσης ψαριών! ‘Ο τι ψάρι υπάρχει σε Ελληνική θάλασσα, είναι εκτεθειμένα, όλα όμως είναι άτιμα κατά την καλαμπουρικήν ομολογία του ίδιου του Γιούλη, διότι η τιμή εκάστου ψαριού, ανακοινούται στον πελάτη αφού πρώτα φάει. Ο Γιούλης «πετάει» από το ένα τραπέζι στο άλλο. Μεταξύ των πελατών διακρίνονται κάμποσοι υπουργοί με τις κυρίες τους, μια ολόκληρη πρεσβεία, σμόκιν αριστερά, τουαλέτες γκράν δεξιά, από την άλλη μεριά φασαμέν, ημίψηλα και κακό, λαμέ, σπάνε μύτες δε τα αρώματα που φορούν οι διάφορες κυρίες…»
Και συνεχίζει την περιγραφή του για όλο το πρόγραμμα της περίφημης αυτής ταβέρνας που όπως μας είπε ο Φίλανδρος Μάρκου, φιλοξένησε αρκετά βράδια ακόμη και το βασιλικό ζεύγος (μετά το 35 φυσικά).  Σε φωτογραφία πάλι από το «Έθνος» της 9 Φεβρουαρίου του 1933 διακρίνονται να παίζουν και να τραγουδούν οι Αντώνης Νταλγκάς, Φίλανδρος Μάρκου, (κιθάρες) κι ο βιολιστής Διαμαντόπουλος με τον «ντιζέρ» Αριστείδη Τριανταφυλλίδη. Πέρα από την ταβέρνα του Γιούλη που οπωσδήποτε «αναπροσανατόλισε» την οικονομική ζωή του Αντώνη Νταλγκά, συνέχισε να τραγουδά σε γιορτές και πανηγύρια, δημιουργώντας μια σημαντική περιουσία (είχε αγοράσει τέσσερα σπίτια μονοκατοικίες σε διάφορες περιοχές των Αθηνών) που όμως έχασε στα χρόνια της κατοχής για να ζήσει αυτός οι φίλοι του και η οικογένειά του. Ο Αντώνης Νταλγκάς, μετά την κατάληψη της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα, τον Απρίλιο του 1941, θα αποχωρήσει από τη δουλειά -όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Μικρασιάτες μουσικοί- θα πέσει σε μελαγχολία και δεν θα ξανακουστεί ποτέ πια η μεγάλη αυτή φωνή.
Πικραμένος και απογοητευμένος από τη νέα σκλαβιά πέθανε αρχές του 1945, χωρίς ποτέ να ξαναβρεί τη χαρά που τόσο απλόχερα σκόρπισε σε χιλιάδες ανθρώπους από το 1910 που ανέβηκε στο πάλκο.
Το 1946 ο παλιός του φίλος και συνεργάτης Φίλανδρος Μάρκου (γεννήθηκε το 1905 στη Σάμο), παντρεύτηκε την κόρη του Άννα. Συνέχισε την καλλιτεχνική του καριέρα με τον Σπύρο Κορώνη, για να δημιουργήσουν το περίφημο ντουέτο  «Κορώνης- Φίλανδρος» που έγινε διάσημο τα μεταπολεμικά χρόνια.
Ο Αντώνης Νταλγκάς υπήρξε –ίσως- η μεγαλύτερη ανδρική φωνή στον ευρύτερο  Ελλαδικό χώρο. Μαζί με τους συναδέλφους του από την Πόλη, την Σμύρνη και τη Μικρά Ασία γενικότερα, χάραξαν καθοριστικά το ύφος και το ήθος του νεώτερου τραγουδιού των πόλεων, μεταφέροντας και καταγράφοντας στη  δισκογραφία μια παράδοση αιώνων. Χωρίς αυτούς και την ευτυχή συγκυρία της ενάρξεως της δισκογραφίας στην Ελλάδα, ελάχιστα πράγματα θα είχαν διασωθεί!
Οι ιδιοφυείς χειρισμοί της φωνής του, τον έκαναν, μαζί με τον Κώστα Νούρο και τον Ευάγγελο Σωφρονίου, τους σημαντικότερους ερμηνευτές του πολύπλοκου φωνητικού αυτοσχεδιασμού -του μανέ- που η παρέμβαση της καταστροφικής μανίας των λογοκριτών της μεταξικής λογοκρισίας, οδήγησε στον αφανισμό του, αφού μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατόν να επανέλθει στη μεταπολεμική μουσική ζωή. Η επαναφορά στη σύγχρονη εθνική μνήμη του έργου του μεγάλου αυτού μουσικού, αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στη γενιά που δημιούργησε τέτοιους καλλιτέχνες.»
Μεγάλος Νταλγκάς στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου σε δυο από τα πιο γνωστά δημοτικά τραγούδια. Δυο από τα 35 δημοτικά που τραγούδησε ο Νταλγκάς κομμένο στην Αγγλική Columbia το 1929. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μαζί με τον Hafiz Burhan Bey (βλέπε ανάρτηση264) θεωρούνται οι σημαντικότερες φωνές στους αμανέδες. Ο δίσκος αρκετά ταλαιπωρημένος, αλλά η φωνή του Νταλγκά ξεχωρίζει. Δώστε ένταση και ξεχάστε τον θόρυβο από τις αυλακώσεις.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

362. PANIVAR PA-248 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1970

Κουμιώτης (Κουμιωτάκης-Καμαράτος) Γεώργιος PANIVAR PA-248 Ο φίλαθλος του ΟΦΗ - Θαρρείς τα κάνεις δεν γροικώ 1970- 45rpm- 7''
 
Γιώργος Κουμιώτης...(του Αντώνη Κουκλινού).
«Δεκαετία του 80, στις αρχές. 1981 θελά τονε, που ήμουνε στα Δωδεκάνησα.
Έπαιζα αρκετό καιρό εκεί, σε διάφορα μαγαζιά.
Στο Ψαλίδι της Κω, στου Τουλαντά το μαγαζί, στο Κερμεντέ, στσι Δυό φίλους, στην Αντιμάχεια, στον κόμβο, και στα αξέχαστα Βοτσαλάκια, στο Μαρμάρι, του Γιάννη του Κουζούκα.
Ένα περιστατικό θυμούμαι στα ‘’Βοτσαλάκια’’, που έχει μείνει αξέχαστο…
Στο μπουζουξίδικο πxιο κάτω από μάς, είχε έρθει ένας μεγάλος τραγουδιστής τότε, ο Στράτος Κύπριος, να τραγουδήσει.
Το απόγευμα έλεγε ο Γιάννης ο Κουζούκας, το αφεντικό μας….
-Απόψε λέω να μην ετοιμάσω πολλά πράματα, γιατί αν και Σαββατόβραδο, ο κόσμος θα πάει στα μπουζούκια.
-Είναι λογικό να θέλει κάτι το διαφορετικό να ακούσει, εμάς μας έχει και αύριο.
Εσυμφωνήσαμε όμως, ότι η δουλειά μας είναι να ανοίξουμε κανονικά, και ας αποσπερίσουμε μεταξύ μας.
Για να μη σας τα πολύ λογώ, εκειά απου δε περιμέναμε κόσμο, 11 η ώρα δεν έπεφτε καρφίτσα και μια στιγμή ήρθενε μια παρέα από τη Καρδάμενα, και εκάτσανε στα καφάσα τση μπύρας.
-Ο φίλος μου ο Νεσκες ο Μιχάλης θα το θυμάται…
Έξάνοιγα το αφεντικό να αγλακά πάνω κάτω, έδρωνε κι εξέδρωνε…και μονολογούσε..
-Βρε…τιν’τούτοι… τα Κρητικάτσα εκάμανε τον κόσμο και δε ξεκολλά από το μαγαζί μου..!!!!
Εκείνη την εποχή ήτανε και ο Βασίλης ο Κατσαμάς εκεί, μεγάλος καλλιτέχνης και πολύ αγαπητός, σε ολόκληρο το Νησί, έπαιζε με το Κεφαλιανό το Μανώλη το βιολάτορα από το Πυλί.
Εγώ είχα πάει με το Γιώργη το Στρατηδάκη από τα Σκούρβουλα…και το Νικόλα το Ραπτάκη..δυό λύρες και στο λαούτο εγω…
Εκειά ήτονε και ο αξέχαστος ‘’ ΣΤΡΑΤΑΡΙΔΑΣ ‘’ εχόρευγε ‘’SOLO’’ με μεγάλη ταχύτητα, εσβούριζε οσα ντη σβούρα πραγματικά και όπως μας έλεγε και στο μικρόφωνο
(πριν ξεκινήσει να χορέψει)
-Παρακαλώ όλα τα παιδάκια να κάμουνε στην άκρη, γιατί είμαι πολύ ταχύς να μη χτυπήσω κιανένα..!
Να σημειώσω πως επήγα για 15 μέρες στη Κω και εκαμα τελικά πάνω από τρία χρόνια, με διαφορετικούς λυράρηδες, για κάθε σεζόν.
Είχα την οικογένεια μαζί μου, είχα νοικιάσει ένα σπίτι στην πόλη , μαζί με τον Θανάση τον Παχάκη που είχε κι αυτός την οικογένεια μαζί ντου.
Έπαιξα ένα διάστημα και με εκείνο μαζί. Τότε είχε έρθει στην Κω στου Τσιμισήρη το μαγαζί, ο ΜΕΓΑΛΟΣ Γιώργης Κουμιώτης, μαζί με ένα λυράρη, που τον θεωρώ αδικημένο (εξ αιτίας του ίσως) τον Στέλιο Καβαλαράκη…
Φυσικά…μεγάλη λύρα ο Στελιανός…..να σου παίξει Μουντάκη, Σηφογιώργη, Ξυλούρη, Σκορδαλό, πολύ καλός.
Μια μέρα τους κάλεσα στο σπίτι να τους κάνουμε το τραπέζι…
Ήρθανε λοιπόν και εντακάραμε να λυροπαίζομε…ο Κουμιώτης έπαιζε και λαούτο, και λύρα…οι νοικοκεράδες ετοιμάζανε το φα’ι’ ..και εμείς το χαβά μας.
Μνια στιγμή εσηκώθηκενε ο Κουμιώτης και λέει…μρέ σεις… έχω καιρούς να πορπατήξω στα χωράφχια και θα πάω σάμε πέρα, πέρα να ξεκορνιάσουνε τα πόδια μου και θα γιαγύρω….
Εμείς ελυροπαίζαμε και εκεί πραγματικά εκατάλαβα, ήντα λύρα ήτονε ο Καβαλαράκης… δεν το νε χόρταινα πραγματικά…
Σε λίγη ώρα, ετοιμάστηκε το φα’ι’, μα ο Κουμιώτης δεν ήρθενε ακόμη…
-Ίντα εγίνηκε μπρέ και το φα’ι’ θα κρυγιώσει νάρθει να φάμε…
Μετά από λίγη ώρα και αφου εκαθυστερούσενε, εντακάραμε να τρώμε…δεν είχαμενε ποφαωμένα, και τονε θωρούμε να βστά ένα τζουβάλι, στο ν’ώμο, να ρχεται…
-Ίντα κάθεστε έπαε τόσονα καιρό σα ντα μουσκάργια, ήθελα και να κάτεχα, (μασε λέει)…
Ανοίγει το σακί, και το αδειάζει χάμε.
Ετροζαθήκαμε, τελείως….
Ένα τζουβάλι σταμναγκάθι έβρηκε σε μισή ώρα ο άνθρωπος…
Και λέει στσι γυναίκες….        
-Αγλακάτε σαλάτα ντελόγω, με μπόλικο ξύδι και αλάτσι χοντροκωμένο και αύριο βραστό με μπόλικο λεμόνι και θα φέρω απου την αγορά δυό ψαρούκλες, ν’ άψωμε κάρβουνα στη ν’αυλή , να ξεμυγίσωμε τη γειτονιά…
Δε θα ξεχάσω κάθε ξημερώματα, μετά τη δουλειά, εσμίγαμε στο Πλάτανο και μας έκανε να κυλιούμαστε απου τα γέλια.
Είχαμε πάει και νύχτα στα κουνέλια, δυό τρείς φορές, απου εκειά στη Κω, ήτονε γεμμάτα κουνέλια στα χωράφχια.
Εγώ τον είχα παρομοιάσει με το Ζορμπά..αστείρευτο μερακλίκι, και όξω καρδιά.
Με δισκογραφία πολύ μεγάλη και με μια μοναδικότητα.
Για όσους δε γνωρίζουν, ο δίσκος με τίτλο η γρά Παγώνα, είχε κάνει ρεκόρ πωλήσεων που δεν γνωρίζω αν έχει καταριφθεί στη Κρητική δισκογραφία…!
Μετέπειτα στην Κρήτη συναντηθήκαμε αρκετές φορές, και στο μαγαζί μου στο Ασήμι, είχαμε σμίξει όταν ερχότανε στο χωργιό του το Τεφέλι.
Και με το Δημήτρη το Καμάρη, επαίζαμε στα Χανιά σε ένα χωργιό, σε ένα γάμο και μινιά στιγμή τα ξημερώματα να το Κουμνιώτη.
-Ίντα κάνεις Γιώργη επαέ που ήσουνε..? (του κάνει ο Καμάρης)
-Ίντα δα ρωτάς, που πάω κι ίντα κάνω, αφού κατέχεις Μήτσο, πως όπου βραδιαστώ ξωμένω…!
-Και πως εξετρύπωξες έπαε..?
-Πολιώρα σασε γροικώ, εκειέ κάτω, κάτω έχω τη κλούβα…!
-Και για δε ν’ ήρθες πχιό νωρίς…!
Γυρίζει και με ξανοίγει και του κάνει…
-Δε ν’ εσίμωσα για θελα γελά ο φίλος μου ο Κουκλινός και θελα του πέσει το λαγούτο..χαχαχααχα
Πάντα μου έλεγε…
-Αντωνιώ ετούτονα δεν έπρεπε να το κάμεις, επαρέτησες το λαγούτο και ήρθες να κλειστείς σε τέσσερεις τοίχους.
Χαριτολογώντας εσυμπλήρωνε…θα σούδινα δυό πούλους μα..σε ντρέπομε, γιατί σαι γέρος άθρωπος χαχαχαχαχα….».
Από τα δύσκολα δισκάκια του Κουμιώτη το σημερινό. Η ηχογράφηση είναι άσχημη, αλλά το παίξιμο του Κουμιώτη βοηθάει τα μέγιστα. Στην πρώτη πλευρά ¨Ο φίλαθλος του ΟΦΗ¨ που πιθανόν να είναι μπουζούκι αυτό που παίζει ο Καμαράτος, μου θύμισε την φωτογραφία του Ψαρονίκου με το χάρτινο καπέλο (σκιερό) που αναγράφει ΟΦΗ. Στην άλλη πλευρά το ¨Θαρρείς τα κάνεις δε γροικώ¨. Ίσως το δισκάκι να μη έκοψε πολλές κόπιες λόγω του ότι δεν ακούγεται ικανοποιητικά.
Το παραπάνω κείμενο είναι του Αντώνη Κουκλινού που με τη σειρά του έβγαλε και καινούργιο βιβλίο. Το γράψιμο του είναι αρκετό για να σε ταξιδέψει.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

361. RCA 47g 2058 ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΠΕΛΕΚΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ 1960

Κοκολάκης Ιωάννης (Κοκολογιάννης)- Πελεκάκης Σπύρος RCA 47g 2058 Μεραμπελιώτικος σιγανός χορός - Παγκρήτιος πεντοζάλης 1960- 45rpm- 7''
 
Ο Ιωάννης Κοκολάκης (Κοκολογιάννης- βλέπε και ανάρτηση 14) με καταγωγή από το Σκινιά Μεραμπέλλου Λασιθίου, έχει περάσει από αρκετές δισκογραφικές. Panivar, Music-box, Intersound, Parlophone και RCA. Έχει συνεργαστεί εκτός από τον Πελεκάκη Σπύρο, με τους Ζαχαρία Μελεσσανάκη, Ν.Παντελάκη, Όλγα Σπυριδάκη, Ελένη Τσεβά, Δημήτρη Τσαγκαράκη, Γιώργο Ταμιωλάκη και άλλους εκτός δισκογραφίας.
Στο σημερινό δισκάκι, από τα πρώτα της RCA, δυο πολύ όμορφοι σκοποί με εξαιρετικό τον Κοκολογιάννη στη λύρα.
Το δισκάκι κυκλοφόρησε με μαύρες και μπλε ετικέτες το 1960.
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία δεν έχω καταφέρει να βρω.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

360. ODEON EXTENDED PLAY GEOG 2550 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1964

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Περιστέρης Σπύρος- Μουντάκη Αγγελική- Βαρούχα Χρυσάνθη ODEON EXTENDED PLAY GEOG 2550 Βενιζέλε Εθνοπατέρα μας - Ο Ύμνος της Κρήτης - Αετόπουλα απ' τον Ομαλό - Λεβεντογέννα Κρήτη μας 1964- 45rpm- 7''
«Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στην Αλφά, χωριό της Επαρχίας Μυλοποτάμου, με τις περίφημες πέτρες ("αλφόπετρες"), τις ελιές, τις χαρουπιές και τους ονομαστούς γλεντζέδες. Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του Νίκου και της Καλλιόπης Μουντάκη. Η καταγωγή της οικογενείας του είναι από τον Καλλικράτη Σφακίων και ο προπάππος του, ο Μανούσος, πρωτοπαλίκαρο του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελλο στην Επανάσταση του 1827. Ο πατέρας του, που ήταν ικανός χορευτής αλλά και συνάμα καλός τραγουδιστής (είχε το παρατσούκλι "κελαϊδής"), πέθανε τρεις μόλις μήνες μετά την γέννηση του Κώστα. Τον βάφτισαν στην ιστορική Μονή του Αρκαδίου.
Τελείωσε το δημοτικό το 1938 και πέτυχε στο ημιγυμνάσιο Πανόρμου, όμως δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η οικογένεια του. Εξάλλου ήδη είχε αρχίσει να τον τραβάει η λύρα, που είναι το κυρίαρχο μουσικό όργανο όχι μόνο στο χωριό του αλλά και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Λύρα έπαιζαν ο μεγάλος του αδερφός, ο Νικήστρατος και ο νονός του ο Στουμπούρης, ενώ ο δάσκαλος του υπήρξε ο Μήτσος ο Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης του χωριού. Μία αυτοσχέδια λύρα από τάβλι, χορδές από ίνες "αθάνατου" και δοξάρι με τρίχες από ουρά γαϊδάρου ήταν το πρώτο του όργανο όπου "βοσκάκι ακόμα, κίνησε τα δαχτύλια του πάνω στις κοντυλιές της κρητικής μουσικής".
Παίζοντας για ώρες μόνος του, άρχισε να μαθαίνει τους σκοπούς και τα ξόμπλια τους, τα "μυστικά" της τεχνικής της λύρας και τελειοποίησε την τεχνική του έτσι ώστε, στην κατοχή - 15χρονος πια - έπαιζε στο καφενείο του χωριού για να ξεκουράσει το δάσκαλό του, το Καφάτο. Όταν λίγο αργότερα, μπόρεσε να "κρατήσει" μόνος του έναν ολόκληρο γάμο χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης! Απέκτησε μάλιστα και την πρώτη του "καλή" λύρα, το 1943, δίνοντας ένα ολόκληρο αρνί και 5 οκάδες τυρί. Ήταν βέβαια εποχή πείνας αλλά "έτσι είναι, η τέχνη θέλει θυσίες".
Την περίοδο αυτή το Ρέθυμνο είναι ο χώρος όπου η κρητική μουσική γνωρίζει μιαν εξαιρετική ακμή με μεγάλους δεξιοτέχνες όπως ο Αντρέας Ροδινός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης), ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που σηματοδοτούν το πέρασμά της σ' ένα ύφος πιο επεξεργασμένο μέσα σ' ένα περιβάλλον με ολοένα αυξανόμενες αστικές επιδράσεις.
Στα εργαστήρια των οργανοποιών η κρητική λύρα αποκτά τη σημερινή της μορφή, η τεχνική παιξίματος γίνεται όλο και πιο δεξιοτεχνική, το ρεπερτόριο εμπλουτίζεται και επεκτείνεται πέρα από τα τοπικά όρια, αποκτώντας πλέον παγκρήτια διάδοση. Σ' αυτήν την εξελικτική διαδικασία ο Κώστας Μουντάκης θα συμβάλλει αποφασιστικά, ενδυναμώνοντας με την τέχνη του την παρουσία δεξιοτεχνών μουσικών που λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορείς της λαϊκής παράδοσης αλλά και ως συνθέτες, με αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος και έργο……».
Στο σημερινό δισκάκι, Μουντόκωστας στο τραγούδι και τη λύρα, Δημήτρης Τσαγκαράκης στο λαούτο, Σπύρος Περιστέρης στην καμπάνα και το πιάνο και τέλος στη χορωδία η Αγγελική Μουντάκη με την Χρυσάνθη Βαρούχα. Ανατριχιαστική η φωνή του Μουντάκη στα ¨Βενιζέλε Εθνοπατέρα μας¨, ¨Αετόπουλα απ’ τον Ομαλό¨ και ¨Λεβεντογέννα Κρήτη μας¨, ενώ το κρητικό εμβατήριο ¨Ο Ύμνος της Κρήτης¨ από τα καλύτερα εμβατήρια που έχουν βγει.
Το δισκάκι κυκλοφόρησε με και χωρίς καβαλάρη στο κέντρο (βλέπε φωτογραφίες) και με εξώφυλλο με τίτλο ¨Η Κρήτη και τα ένδοξα παιδιά της¨ και το αντίστοιχο εξώφυλλο της Odeon.
Τα εξώφυλλα του δίσκου μας τα πρόσφερε ο Βασίλης Χατζηαντωνίου (greekdiscography) και τον ευχαριστώ πολύ. Το έργο και η προσφορά του στην καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας έχει ήδη αφήσει το στίγμα της.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




 
 

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

359. DECCA 45-PL 8022 ΣΕΒΑΣΤΙΔΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ- ΚΑΓΚΕΛΙΔΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ 1961

Σεβαστίδης Παντελής (Παντελίκας)- Καγκελίδου Αντιγόνη DECCA 45-PL 8022  Ποντιακά δίστιχα (Καρσλιδικόν Ομαλ) - Εγώ αγαπώ σε κι' έρχουμαι (Τικ) 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Παντελής Σεβαστίδης (Παντελίκας), ανήκει στη γενιά των λυράρηδων που ανδρώθηκαν μουσικά στην Ελλάδα. Καταγωγή από τον Πόντο, ενορία Πιστοφαντών της Σάντας. Ο πατέρας του Χρήστος Σεβαστίδης, πέθανε στην Τραπεζούντα χωρίς να προλάβει να δει τον γιο του. Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Παντελίκας γεννήθηκε το 1922 πάνω στο πλοίο που έφερνε την πρόσφυγα μητέρα του Κυριακή Δραπανίδου στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, γεννήθηκε στο Λαχανά Θεσσαλονίκης όπου είχε εγκατασταθεί αρχικά η μητέρα του. Αργότερα μετακόμισαν στη Νέα Σάντα όπου μεγάλωσε ο Παντελίκας μέσα σε ένα αμιγώς Ποντιακό μουσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Από πολύ νωρίς άρχισε να γίνεται φανερή η αγάπη του για τη λύρα. Τα καθημερινά ¨μαχαπέτα¨ στο καφενείο του χωριού γινόντουσαν πόλος έλξης για τον μικρό Παντελή.
Όταν η μάνα του διαπίστωσε την έφεση του στην Ποντιακή μουσική αντί να τον μαλώσει πήγε και βρήκε η ίδια τον Τσορτάν (Γιάννης Τσορτανίδης) και τον παρακάλεσε να διδάξει τον μοναχογιό της. Ο Τσορτάνς δέχθηκε να μυήσει τον Παντελή στα μυστικά της Ποντιακής και ιδιαίτερα Σαντέικης μουσικής.
Ο Παντελής μεγαλώνοντας ανέπτυξε μουσική ταυτότητα αρκετά διαφορετική από αυτή του δασκάλου του. Σε αυτό συνέβαλαν από τη μια η ιδιαίτερη αγάπη του για τους επιτραπέζιους σκοπούς  και τις σύνθετες μελωδίες και από την άλλη η επιρροή που δέχθηκε από τον στενό του φίλο, τον Πατριάρχη της ποντιακής λύρας τον Γώγο Πετρίδη.
Παντρεύτηκε την Ελένη Χαραβοπούλου από το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, την Ιφιγένεια, τον Χρήστο και την Κυριακή.
Μεταπολεμικά ο Παντελής άνοιξε ταβέρνα στην πόλη του Κιλκίς, όπου σύντομα μετατράπηκε στο στέκι όλων των Ποντίων γλεντοκόπων της περιοχής. Συχνά τον επισκέπτονταν ο Σταύρης με τον οποίο όπως και με τον γιο του Γώγο, τους συνέδεε στενή φιλία και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο ένας έπαιζε και ο άλλος τραγουδούσε ή χόρευε Σέρα.
Το 1959 στην Αθήνα μαζί με τους συγχωριανούς του Χαράλαμπο Εφραιμίδη και Αντιγόνη Καγκελίδου (σημερινό δισκάκι) ηχογράφησε ένα άλμπουμ με τίτλο ¨Ρίζα και παράδοση- Πόντος¨. Έτσι γίνεται ένας από τους λίγους λυράρηδες της εποχής του που θα συνεργαστεί με δισκογραφική εταιρία.
Ο Παντελής Σεβαστίδης άφησε εποχή ως ακούραστος λυράρης και λάτρης της καλής παρέας. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με την υπερβολική αγάπη του για τη λύρα τον έκαναν έναν από τους καλύτερους δεξιοτέχνες της εποχής του, φτάνοντας να ξεπεράσει το δάσκαλο του. Παρόλα αυτά ο σεβασμός, η εκτίμηση και η ευγνωμοσύνη που έτρεφε ο Παντελίκας στον Τσορτάν αναδείκνυαν την αξία της προσωπικότητας τόσο του μαθητή όσο και του δασκάλου.
Ο Παντελής Σεβαστίδης απεβίωσε το 1989.»
Βιογραφικά στοιχεία για την Αντιγόνη Καγκελίδου δεν κατάφερα να βρω. Τα παραπάνω βιογραφικά στοιχεία, από τον γιο του Παντελίκα, Χρήστο Σεβαστίδη και την εξαιρετική δουλειά της Ένωσης Ποντιακής Νεολαίας Αττικής.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

358. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2932 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1961 (Ηχογράφηση 1946)

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Ανεστόπουλος Γιώργος HIS MASTER'S VOICE 7PG 2932 Πουλιά μου διαβατάρικα (Τσάμικο) - Ενύχτωσε και βράδυασε (Τραπεζίου) 1961 (Ηχογράφηση 1946)- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιώργος Παπασιδέρης ήταν τραγουδιστής της δημοτικής μας μουσικής. Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902 στην Κούλουρη της Σαλαμίνας και γι’αυτό έφερε και το παρωνύμιο Κουλουριώτης.
Τραγούδησε ρεμπέτικα, αμανέδες αλλά κυρίως δημοτικά. Ήταν ακούραστος, με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες και τραγουδούσε σε δύσκολους, υψηλούς τόνους. Όπως διηγούνται οι παλαιότεροι πολλές φορές, μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, ζητούσε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει, γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.
Ο πρώτος του δίσκος ηχογραφήθηκε το 1928 από την Κολούμπια και στη συνέχεια, μέχρι το 1972 ηχογράφησε περίπου 1850 τραγούδια που αποτελούν έναν θησαυρό της δημοτικής μας παράδοσης.
Από τα πιο γνωστά δημοτικά τραγούδια του είναι τα: «Σε Ωραίο περιβόλι», «Σαράντα παλικάρια», «Πουλάκι ξένο», « Ένας Αητός», «Ο Αμάραντος», «Νάσαν τα νιάτα δυό φορές», «Πουλιά μου διαβατάρικα», «Παπάκι», «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά», «Πέθαν’ ο Βλάχος», «Ενύχτωσε και βράδιασε», «ο Γερο Νοταράς» καθώς επίσης και αρκετά δημοτικά στα αρβανίτικα.
Την περίοδο του Ελληνοιταλικού πολέμου, τραγουδούσε στο κέντρο “Έλατος” στην Ομόνοια και συνέβαλε και αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, τραγουδώντας και ηχογραφώντας τα τραγούδια “ Στης Κλεισούρας τα Βουνά”, “Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι”, “Με δόξα να γυρίσετε”, “Νάμουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία”, “Και σεις βουνά της Κορυτσάς”, κτλ.
Στην κατοχή έγραψε και τραγούδησε αντιστασιακά και τραγούδια που σατίριζαν τον Μουσολίνι( «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Το κόλπο σου δεν έπιασε», κτλ)και για το λόγο αυτό, οι Ιταλοί, ένα βράδυ μετά το πρόγραμμά του στο κέντρο τον ξυλοκόπησαν άγρια.
Πέθανε στη Σαλαμίνα στις 8 Οκτωβρίου του 1977. Λίγο πριν πεθάνει έγραψε το τραγούδι «Σαν αποθάνω θάψτε με, στης εκκλησιάς την πόρτα, να με πατούν οι έμορφες αυτές οι μαυρομάτες, να με πατεί και μια ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα, να 'ρχεται στο μνήμα μου». Στη συνέχεια παρακάλεσε τον νεκροθάφτη να τον θάψει μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, όπου βρίσκεται ο τάφος του.
Ο Γιώργος Ανεστόπουλος γεννήθηκε στην Αρκίτσα Φθιώτιδας το 1904. Ήταν ο πρώτος κλαριντζής της περιοχής. Πριν παίξει κλαρίνο έπαιζε φλογέρα. Αυτοδίδακτος στο κλαρίνο. Λίγα πράγματα έμαθε από άλλους. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε αρχίσει να μαθαίνει την τέχνη του. Άρχισε από τους γάμους και τα πανηγύρια και γρήγορα έγινε γνωστός και σε άλλα διαμερίσματα της χώρας. Συνόδευσε εκατοντάδες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες δημοτικών τραγουδιών. Όλοι τους τον προτιμούσαν γιατί προσαρμοζόταν εύκολα στη φωνή του ερμηνευτή. Ήταν συνεπής στη δουλειά του. Αναμφίβολα μαζί με τον Νίκο Καρακώστα ήταν στην πρώτη γραμμή της παλιάς γενιάς. Είχε εντελώς δικό του τρόπο παιξίματος. Διασκέδασε για πολλές δεκαετίες τους φίλους του δημοτικού τραγουδιού με το γλυκό παίξιμό του. Πέθανε το 1979.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τους Παπασιδέρη και Ανεστόπουλο, σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Από τα πλέον κλασικά τραγούδια του Παπασιδέρη, τα δυο σημερινά. Ηχογραφήθηκαν το 1946 και κυκλοφόρησαν σε γραμμοφωνικούς δίσκους με καφέ και άσπρες ετικέτες. Αργότερα επανακυκλοφόρησαν το 1961 σε 45άρια (σημερινή ανάρτηση). Φυσικά μπήκαν και σε συλλογές σε LP.
Άντε και καλή χρονιά να έχουμε με υγεία και πολύ μουσική.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).