Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

353. ODEON GA 1326 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΜΗΤΣΟΣ- ΚΥΡΙΑΚΑΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1928

Καλλίνικος Δημήτρης (Τσαούσης-Αραπάκης Μήτσος)- Κυριακάτης Γιάννης- Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός) ODEON GA 1326 Εύγα ήλιε εύγα (Καλαματιανός) - Σήκω Διαμάντω (Τσάμικος) 1928- 78rpm- 10''
 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, τρεις ογκόλιθοι της Ελληνικής δισκογραφίας, Αραπάκης, Κυριακάτης και Σαλονικιός σε δυο κλασσικά δημοτικά τραγούδια (τραγουδισμένα και από την ΚαΚούλα στην ανάρτηση 16).  
«Ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης ή Αραπάκης (βλέπε και αναρτήσεις 44, 197) , γεννήθηκε την Πρέβεζα (ανάμεσα στα χρόνια 1890-1895), μια πόλη που στις αρχές του αιώνα συνδυάζει μουσικά το παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής, το αστικό ηπειρώτικο τραγούδι (όπως και τα Γιάννενα εξάλλου), αλλά παράλληλα ακούγεται και το αστικό τραγούδι της Πόλης και της Σμύρνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η χαρισματική φωνή του Aραπάκη ωριμάζει και βρίσκει δημιουργική διέξοδο στη δισκογραφία του παραδοσιακού, αλλά και του σμυρναίικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Ιδιαίτερες οι επιδόσεις του στα αργά και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του αιώνα μας στο είδος του.
Έζησε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τη Μαρία ή Μαρίκα «την καλύτερη μοδίστρα των Αθηνών». Η γυναίκα του πέθανε γύρω στο 1960. Ως τότε έμεναν στα Σεπόλια. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Αραπάκης, έμεινε στα Εξάρχεια. Τα ίχνη του χάνονται το 1966. Κάποιοι άκουσαν ότι, τον βάλανε στο γηροκομείο, όπου πέθανε (ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970), χωρίς να το μάθει κανείς.
«Ο Μήτσος Αραπάκης, ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των λεφτάδων και των γλεντζέδων της εποχής. Ο ιχθυέμποροι, οι χασάπηδες με τις καδένες και οι έμποροι από τις αγορές Αθήνας και Πειραιά, τον λάτρευαν. Ουρές τα αυτοκίνητα, έξω από το μαγαζί, που τραγουδούσε προπολεμικά ο Αραπάκης, στην Κηφισιά, μαζί με άλλους δυο Μήτσους: τον Μήτσο Σαλονικιό και τον Μήτσο Κυριακίδη (κιθάρα και ούτι- στο σημερινό δίσκο κλαρίνο Κυριακάτης). Όταν δε, τραγουδούσε, απόλυτη ησυχία. Δε μιλούσε κανείς».»
 «Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός (1883 - 1950)(βλέπε και αναρτήσεις 44, 201), βιρτουόζος παραδοσιακός βιολιστής. Ο πατέρας του και ο παππούς ήταν Ομπρελάδες και επίσης βιολιστές. Γεννήθηκε Κουκουδέας Δημήτριος το 1883 στη Στρώμνιτσα. Στο τέλος του 1919 η οικογένεια του Δημήτριου Σέμση μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1923 παντρεύτηκε τη Δήμητρα Κανούλα και απέκτησε 4 παιδιά. Στις αρχές του 1927 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα.
Αυτή την εποχή έλαβε το προσωνύμιο Σαλονικιός, μάλλον επειδή κάποιοι παράγοντες των δισκογραφικών εταιρειών νόμιζαν ότι καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ο πρώτος οργανοπαίκτης που το όνομά του αναγράφεται στις ετικέτες δίσκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Δημήτρης Σέμσης ήταν Διευθυντής Ηχογράφησης στην ΗΜV και στην Columbia, θέσεις με μεγάλη επιρροή, τις οποίες και διατήρησε και στις δεκαετίες του 1930 και 1940.
 Συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις παραδοσιακών, σμυρναϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών στο διάστημα 1924 - 1931, παρουσίασε γύρω στο 1928 τα πρώτα του τραγούδια και το 1931 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της His Master's Voice, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Τη δεκαετία του 1930, ο Δημήτρης ηχογραφούσε με τη Ρόζα Εσκενάζι γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες. Συχνά, την συνόδευε στις ταβέρνες μαζί με τους Τομπούλη, Λάμπρο Σαββαΐδη και Λάμπρο Λεοναρίδη. Οι συνθέσεις του ηχογραφούνταν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, όπως η Ρίτα Αμπατζή, ο Στελλάκης Περπινιάδης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Έγραψε ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια, καθώς και σμυρνέικα και αμανέδες. Όπως φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, ο Δημήτρης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος βιολιστής που ηχογράφησε στο χώρο του ρεμπέτικου- σμυρνέικου. Ηχογράφησε πολλές εκατοντάδες δίσκους και πολλοί από αυτούς επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Το 1972, σε μια συνέντευξή της, η Ρόζα Εσκενάζι είπε ότι ο Δημήτρης έπαιζε "το καλύτερο βιολί του κόσμου".
Μετά από μια σύντομη νοσηλεία, ο Δημήτρης Σέμσης πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου του 1950.» 
«Ο Γιάννης Κυριακάτης (βλέπε και ανάρτηση 312)  γεννήθηκε το 1884 στην Παπαρούγια (Λεύκα) Βοιωτίας.Ως νέος έπαιζε καραμούζα. Ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες του κλαρίνου και ίσως ο πρώτος που απέκτησε μουσική παιδεία.
Το 1906 μετανάστευσε στην Αμερική, όπου η γνωριμία του με τον σμυρνιό βιολονίστα Γ. Θεολόγο και μέσω αυτού με τον Νικολό Ζάμπο, Ούγγρο κλαρινετίστα του Ωδείου της Νέας Υόρκης, άλλαξαν τη ζωή του. Σπούδασε μαζί τους μουσική για επτά χρόνια διαμορφώνοντας ένα πλούσιο ρεπερτόριο με «χόρες» και «ντόϊνες» και ένα μοναδικό ύφος παιξίματος που τον έκανε περιζήτητο στην ελληνική ομογένεια και όχι μόνον. Ξεκίνησε από τη Jazz μουσική και αργότερα ασχολήθηκε με την Ελληνική. Εκτός από κλαρίνο έπαιζε και άλλα όργανα.
Αργότερα ίδρυσε με την κυρία Κούλα την δισκογραφική εταιρεία «Πανελλήνιον». Επέστρεψε στα Βάγια και παντρεύτηκε την Ευαγγελία το 1928. Δίδαξε (δωρεάν;) διαμορφώνοντας τη «σχολή Κυριακάτη» (μαθητές του ο ανιψιός του Συμεών Κυριακάτης και ο Γιάννης Μελισσάρης).
Στην Αθήνα βρέθηκε το 1925 και έπαιξε στο αθηναϊκό κέντρο «Έλατος». Ταυτόχρονα δημιούργησε δισκογραφία και διετέλεσε παραγωγός της Columbia, αναβαθμίζοντας τη θέση του κλαρίνου στην αθηναϊκή ελίτ. «Το ύφος, η χροιά της ερμηνείας του και τα μελωδικά ποικίλματά του είχαν μεγάλη επιρροή στους νεότερους καλλιτέχνες στην Ελλάδα».
Ήταν της σειράς Καρακώστα-Γιαούζου και στην εποχή του ήταν ο πλέον επώνυμος. Ήταν αυτός που έμαθε τους Αθηναίους να ακούνε κλαρίνο! Αυτός και ο Γιαούζος θεωρούνταν καλύτεροι του Καρακώστα στο ότι έπαιζαν από όλους τους τόνους και είχαν μεγαλύτερο ρεπερτόριο.
Άνθρωπος ευγενής και επιβλητικός, με ιδιαίτερο κύρος, δεν έμοιαζε με κανέναν από τους μουσικούς της εποχής του. Απεβίωσε το 1957 στα Βάγια Θηβών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

352. ΝΤΟ-ΡΕ Κ-17 ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1961

Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος- Αρχόντισσα- Μαυροδημητράκης Σταύρος ΝΤΟ-ΡΕ Κ-17 Αμαργιώτικα πεντοζάλια - Ρεθυμνιώτικος συρτός πρώτος 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης- βλέπε ανάρτηση 3, 72 και 209) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρεις αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του.
Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Σταύρος Μαυροδημητράκης (βλέπε και αναρτήσεις 30, 43, 106, 254, 260, 330). Στο τραγούδι η Αρχόντισσα. Πληροφορίες για την Αρχόντισσα δεν κατάφερα να βρω. Συμμετείχε σε πέντε τραγούδια, όλα με τον Τζιμάκη και όλα στην εταιρία Ντό-Ρέ (σε τέσσερα 45άρια Κ-16,17,18,19). Υποθετικά, αρχόντισσα στην Κρήτη προσφωνούν την πρώτη κυρία του σπιτιού, οπότε με κάθε επιφύλαξη ίσως να συνοδεύει τον Τζιμάκη η γυναίκα του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

351. ASIMI KN2 7501 ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΣ- ΚΑΣΤΑΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ- ΖΟΥΡΙΔΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1975

Κολιακουδάκης (Κολιακούδης) Νίκος- Καστάνης (Καστανάκης) Παναγιώτης- Ζουριδάκης Γιώργος ASIMI KN2 7501 Αυτόματος τσιφτές (Atomatos tsiptes) - Γίγας (Gigas) 1975- 45rpm- 7''
 
«Ο Νίκος Κολιακουδάκης (Κολιακούδης- βλέπε και ανάρτηση 142 και 253) γεννήθηκε το 1931 στην Λικοτιναρά Αποκορώνου Χανίων. Ξεκίνησε στη δεκαετία του 1950 και μάλιστα ηχογράφησε το 1958 στη HMV τρία τραγούδια, τον Λικοτιναριανό Συρτο, τον Κεφαλιανό και τον Καϊνιανό Συρτό, αφιερωμένα στα τρία μεγάλα και ένδοξα χωριά του Αποκόρωνα, Κεφαλά, Κάϊνα και Λικοτιναρά, τόπο καταγωγής του.
Για μια μεγάλη περίοδο ο Κολιακούδης απετέλεσε τον καλύτερο λυράρη της περιοχής του Αποκόρωνα και των Χανίων ακόμα και άφησε εποχή με το γλυκό παίξιμο του στη λύρα, το τραγούδι και τις συνθέσεις του, παραδεκτός από όλους τους καλλιτέχνες μάλιστα συνεργάστηκε με πολλούς καλούς λαγουτιέρηδες! Στον Αποκόρωνα τότε έπαιζαν ο Γιάννης ο Σεργάκης, ο Μιχάλης Μπακατσάκης (πατέρας) ενώ ο Πλακιανός, η Ασπασία και ο Τζιμάκης έπαιζαν ακόμα και αργότερα ο Γιώργης ο Γαλάνης και ο Μανώλης ο Κρασσαδάκης αδερφός του γνωστού λαουτιέρη Παντελή.
Ο μουσικολόγος James Notopoulos το 1953, ερχόμενος στην Κρήτη στα πλαίσια έρευνας του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με θέμα την Κρητική μουσική, αποθανατίζει τον Νίκο Κολιακουδάκη και τον ηχογραφεί (οι ηχογραφήσεις υπάρχουν δημοσιευμένες στο site του πανεπιστημίου).
Αργότερα έκανε επιτυχία με τα καλαμπουρτζίδικα τραγούδια του, που αυτός και μερικοί άλλοι καλλιτέχνες καθιέρωσαν, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '60 αρχές του '70 (Τζαγκαράκης, Μεγαλούδης, Κουμιώτης κ.α.) δίνοντας τη συνέχεια σε κάποια σκωπτικά του Μουντάκη της περιόδου 1958-'65.  Γύρω στο 1975 ο Νίκος Κολιακούδης άνοιξε μαγαζί στην οδό Αποκορώνου στα Χανιά, με δίσκους, κασέτες, μουσικά όργανα, χορδές κλπ και το διατήρησε γύρω στα 15 χρόνια.
Ο Νίκος Κολιακουδάκης  πέθανε τον Δεκέμβρη του 2009 σε ηλικία 78 χρόνων.»
«Ο Παναγιώτης Καστάνης (βλέπε και ανάρτηση 169), με το λαγούτο και το τραγούδι του έγραψε την δική του ιστορία, έβαλε την προσωπική του πινελιά στο ευρύ φάσμα της κρητικής μουσικής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κάντανο Σελίνου και από έφηβος έμαθε να παίζει λαγούτο και να συμμετέχει ενεργά στα παραδοσιακά γλέντια.
Θαυμαστής του Δημήτρη Γαλάνη, του Μανώλη Καρτσώνη και των Κουτσουρέληδων, δεν άργησε να αξιοποιήσει το ταλέντο του και να εξελιχθεί σε έναν από τους καλύτερους μουσικούς, όχι μόνο των Χανίων, αλλά της Κρήτης γενικότερα. Μοναδική χροιά, άψογη πενιά, συνεργάστηκε με τα κορυφαία βιολιά των Χανίων, όπως ο Μιχ. Κουνέλης, ο Κ. Παπαδάκης(Ναύτης), ο Παύλος Πολυράκης, ο Φώτης Κατράκης, ο Μανιός κλπ. Δισκογραφικά έχει αφήσει αξιόλογο έργο, επίσης παρέστει σε εκδηλώσεις των Κρητών της ομογένειας στο εξωτερικό.
Για μερικά χρόνια παρουσίαζε την ραδιοφωνική εκπομπή του συλλόγου "Ο Χάρχαλης" στην τοπική ραδιοφωνία Χανίων. Δυστυχώς, σοβαρά προβλήματα υγείας τον κράτησαν μακριά από την μουσική τα τελευταία χρόνια.»
Κολιακούδης με Καστάνη στο σημερινό (πιθανότατα στη Γαλλία κομμένο) δισκάκι. Αξιοπρόσεχτο το παίξιμο της λύρας του Κολιακούδη. Συστάσεις για το παίξιμο του Καστάνη δεν χρειάζονται.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

350. MUSIC BOX MB 218 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΣΜΠΩΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1961

Μαρκογιαννάκης Χαράλαμπος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Σμπώκος Γεώργιος MUSIC BOX MB 218 Κονδυλιές Μονοφατσιώτικες - Σαν την καμπάνα τσ' εκκλησιάς (Συρτό) 1961- 45rpm- 7''
 
Στο σημερινό δισκάκι (υπόθεση Μαρκογιαννάκηδων) στη λύρα ο Χαράλαμπος Μαρκογιαννάκης ο μικρότερος αδερφός του Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Πληροφορίες για τον Χαράλαμπο Μαρκογιαννάκη δεν υπάρχουν πολλές. Ζούσε χρόνια στην Αμερική στην πόλη του Σικάγο όπου εξασκούσε και εκεί το επάγγελμα του μουσικού ως λυράρης και μπουζουξής. Επίσης είχε σπουδάσει και βιολί. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μουσικός. Δισκογραφικά έχει ένα LP και αρκετά 45άρια πάντα σε συνεργασία με τα αδέρφια του.
Στο τραγούδι ο Γιώργος Σμπώκος. Ο Γιώργος Σμπώκος (σύμφωνα με τον γιο του Κώστα Σμπώκο) γεννήθηκε το 1919 ή 1920 στα Αργάθια Μονοφατσίου. Παντρεύτηκε με την Ευαγγελία Σμπώκου το 1945. Το 1947 μετακόμισαν από το Ηράκλειο στον Πειραιά, λόγω του διορισμού του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έφυγε από την ζωή 23 Ιουλίου του 1987. Ο Γιώργος Σμπώκος εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία στο πλευρό του Σκορδαλού και στο χορό ο γιος του Κώστας σε νεαρή ηλικία. Δισκογραφικά έχει ένα δίσκο γραμμοφώνου με τον Σκορδαλό και τρία 45άρια (με τους Μαρκογιαννάκηδες και τον Σταματογιάννη).
Παρακάτω μέρος συνέντευξης του Μαρκογιάννη που αναφέρει και οικογενειακή κατάσταση: «Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.
Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.
Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.
Στην οικογένεια μου είμαστε εννιά αδέλφια. Πέντε αγόρια & τέσσερα (παραπάνω αναφερει τρια) κορίτσια. Όλα τα αγόρια παίζουν όργανο. Ο αδελφός μου ο Κώστας, σπούδασε & αυτός, έβγαλε την Πάντειο, μετά πήγε στη σχολή Ευελπίδων κι έγινε αξιωματικός. Ο Βαγγέλης έπαιζε και αυτός. Όπως λέει όλος ο κόσμος, ένα μεγάλο πρόσωπο πάνω στη μουσική μας. Ο Στέλιος επίσης έπαιζε λαγούτο, & ο μικρότερος μας, ο Χαράλαμπος, που έπαιζε από τις ωραιότερες λύρες. Ίσως ο μοναδικός που αντικατέστησε το Σκορδαλό, όπως φαίνεται από τους δίσκους του.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

349. COLUMBIA SCDG 2943 ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ- ΝΤΟΥΤΣΙΑΣ Δ. 1961 (Ηχογράφηση 1951)

Μαλλιάρας Βάϊος- Ντούτσιας Δ. COLUMBIA SCDG 2943 Σβαρνιάρα (Συρτό) - Κατακαημένη Αράχωβα (Τσάμικο) 1961 (Ηχογράφηση 1951) - 45rpm- 7''
«Ο Βάϊος Μαλλιάρας (βλέπε και ανάρτηση 39, 124, 156, 196) γεννήθηκε στον Πυργετό το 1907 και καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, ο θείος του κλαρίνο, άλλοι συγγενείς έπαιζαν φλογέρα και γκάιντα, ενώ ο αδερφός του ασχολήθηκε με το λαούτο. Στα δώδεκα σκαρώνει μόνος του μια φλογέρα από καλάμι και ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών αρχίζει σιγά – σιγά να παίζει. Έπειτα στα δεκατέσσερα μαθαίνει πάλι μόνος του λαούτο αλλά το εγκαταλείπει γρήγορα. Ο πατέρας του, εν τω μεταξύ, τον στέλνει να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Μετά του χτίστη. Όμως αυτός ανεβαίνει στις στέγες και παίζει φλογέρα. Το σαράκι τον έτρωγε να μάθει κλαρίνο.
Τα πρώτα μαθήματα κλαρίνου τα παίρνει από δυο «Τουρκόγυφτους», τον Τζιαμαλή και Χαλιαμπά που είχαν ξεμείνει στον Πυργετό. Πήγαινε λοιπόν κοντά σ’ αυτούς και παρακολουθούσε τα «πατήματά» τους. Στην αρχή «παρτσακλά», όπως ο ίδιος έλεγε. Ο ένας απ’ αυτούς γρήγορα αντιλήφθηκε τις αρετές στο παίξιμό του και του έλεγε «εσύ θα γίνεις μεγάλος μουσικός». Στα δεκάξι του αρχίζει και παίζει σε γάμους, σε πανηγύρια και στους καφενέδες των χωριών.
Ο Μαλλιάρας αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται γνωστός. Η φήμη του απλώνεται πέρα από τον Πυργετό και τη γύρω περιοχή και φτάνει μέχρι τα χωριά των Φαρσάλων, της Καρδίτσας, των Τρικάλων κι ακόμη πιο πέρα. Σε ηλικία 26 χρόνων, το 1933, ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια «Τ’ Αρβανιτοβλάχικο» και την «Ιτιά», κάνοντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας που θα συνεχιστεί για 45 περίπου χρόνια. Συνεργάζεται με τις πιο μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και αποκτά φήμη και δόξα. Παρόλα αυτά δε θα γίνει ποτέ πλούσιος.
Ηχογράφησε σε δίσκους καραγκούνικα, βλάχικα, σαρακατσάνικα, νησιώτικα, μακεδονικά, ρουμελιώτικα τραγούδια εκτελεσμένα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Υπάρχουν τρεις χιλιάδες δίσκοι περίπου, αριθμός εκπληκτικός. Παράλληλα γράφει και δικά του τραγούδια για την Αννούλα, τη Μαρία, την Όλγα. Με τον Θεοχάρη Παντίδη γράφει το πολυτραγουδισμένο «Ωραία είναι η νύφη μας» και άλλα τραγούδια γάμου. Ο Ηλίας Ερίνης είναι αυτός που έγραψε τα περισσότερα τραγούδια για τον Μαλλιάρα.
Συμμετέχει στις γνωστές δισκογραφίες «Τραγούδια του Λόγγου» και «Ελληνική Λεβεντιά». Στα πρώτα του βήματα συνεργάζεται με οργανοπαίκτες της περιοχής. Στην μεταπολεμική περίοδο ο Μαλλιάρας είναι πλέον καταξιωμένος καλλιτέχνης. Συνεργάζεται με πολύ γνωστά ονόματα μουσικών απ’ όλη την Ελλάδα: το Γιώργο Κόρο, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Νίτσα Τσίτρα κ.α. Ακολουθούν ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στον Καναδά και την Αυστραλία όπου παίζει για τους έλληνες της ξενιτιάς. Το 1965 ο μπάρμπα Βάϊος φεύγει για την Αυστραλία, στα παιδιά του, που είναι μετανάστες. Κάθεται για 9 μήνες, δεν αντέχει, του λείπει η ελληνική γη και αποφασίζει να επιστρέψει. Το 1970 παθαίνει ημιπληγία, αλλά εξακολουθεί να παίζει. Το 1975 πέφτει αναίσθητος, ενώ παίζει σε ένα γάμο. Από τότε αφήνει το κλαρίνο εντελώς, αλλά τον μαραζώνει ο καημός ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα το έργο του.
Η πρωτοχρονιά του 1988 θα είναι διαφορετική για ολόκληρο το μουσικό κόσμο. Ο Βάϊος Μαλλιάρας σβήνει στον Πυργετό. Το έργο του θα μείνει παντοτινά για να θυμίζει το μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη. Όλος ο Πυργετός για δυο μέρες σείεται στους ρυθμούς του κλαρίνου, θρηνεί με τις μοναδικές μελωδίες που συνέθεσε ο μπάρμπα Βάϊος.»
Ο δεξιοτέχνης του κλαρίνου Βάϊος Μαλλιάρας στο σημερινό δισκάκι, που είναι επανακυκλοφορία γραμμοφωνικού δίσκου της Columbia (DG 6947) του 1951. Η ορχήστρα βιολί: ΝΤΟΥΤΣΙΑΣ Δ, κιθάρα: ΚΑΡΙΠΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, λούτο: ΡΟΥΒΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

348. PHILIPS 427 103 PE ΧΟΡΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΑΝΤΟΛΙΝΑΤΑ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΛΙΦΗ 1961

Τσιλίφης Νικόλαος- Χορωδία και Μαντολινάτα Νίκου Τσιλίφη PHILIPS 427 103 PE Παρασκευούλα - Βαγγελιώ - Σαμιώτισσα - Τσιριγώτικο - Μάνα μ' σγουρός βασιλικός - Λεμονάκι μυρωδάτο - Κάτω στο γιαλό 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Νικόλαος Τσιλίφης γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1910. Από μικρός μαθήτευσε στη Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου με αρχιμουσικό το Σπύρο Ζερβό (Κουτσουμπή). Κοντά σε αυτόν τον εξαίρετο δάσκαλο θα μάθει κορνέτα και θα εξελιχθεί πρώτος και σπουδαίος πάνω σε αυτό το όργανο. Συνέχισε την πορεία του στη Φιλαρμονική όταν ήταν αρχιμουσικός ο Κερκυραίος Λεωνίδας Δαπέργολας, τον οποίο και αντικατέστησε το 1937 ως το 1944 στη θέση του μαέστρου της Σχολής.
Παράλληλα με την παρουσία του στη Φιλαρμονική ως πρώτος κορνετίστας, το 1932 έκανε την πρώτη προσπάθεια του και δημιούργησε τον «Χορωδιακόν Μουσικό Όμιλον Ληξουρίου». Αυτό το χορωδιακό σχήμα θα το επανδρώσει με τους τροβαδούρους και αριετταδόρους του Ληξουριού και θα συμμετέχει στις εκδηλώσεις με τα τραγούδια του τόπου μας. Έτσι, κάποιοι χορωδοί του ήταν οι: Γεράσιμος Περάτη (βαρύτονος), Αλέκος Καμινάρης ο κουρέας (βαρύτονος), Σπύρος Αραβαντινός, ο Παπόρος όπως τον έλεγαν (μπάσσος), Ηλίας Δ. Μηνιάτης (βαρύτονος), Σπύρος Βεντούρας, Διονύσης Θεοδωράτος – Μαργέτης και άλλοι.
Με την ευκαιρία αυτής της χορωδίας, η οποία αποτελείτο από καλούς αριετταδόρους και κανταδόρους, δόθηκε στον τότε εκκολαπτόμενο μαέστρο το κίνητρο να καταγράψει μουσικά στο πεντάγραμμο αριέττες, που τις τραγουδούσαν οι χορωδοί του. Αυτή ήταν και η πρώτη μουσική καταγραφή που έγινε πάνω σε αυτό το λαϊκό μουσικό είδος του Ληξουρίου.
Έχοντας όμως, ο Νίκος Τσιλίφης, μουσική ανησυχία και επιθυμία να παιδευτεί περισσότερο στη μουσική και να ανακαλύψει τα μυστικά της θείας τέχνης, βρέθηκε στην Αθήνα το 1933 και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών για να συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές. Με καθηγητές τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και το Γεώργιο Σκλάβο, σπούδασε ανώτερα θεωρητικά, παίρνοντας πτυχίο αντίστιξης, φούγκας, σύνθεσης και ενορχήστρωσης έργων για μπάντα.
Ωστόσο, έπαιζε πιάνο, κιθάρα και κορνέτα, μα πάνω από όλα ήταν προικισμένος με μια θαυμάσια φωνή βαρυτόνου. Φωνή που την καλλιέργησε στο διάστημα που σπούδαζε στο ωδείο.
Το 1936 θα γυρίσει στο Ληξούρι και θα καταρτίσει δεύτερη χορωδία και μαντολινάτα με την επωνυμία «Ερασιτεχνικός Μουσικός Όμιλος Ληξουρίου – Η Φρέγια», όπου θα δώσει συναυλίες τόσο σε Ληξούρι και Αργοστόλι όσο και σε άλλα μέρη του νησιού.
Ο μαέστρος και συνθέτης Κ. Μπουχάγιερ μέσω του τύπου της εποχής να φέρεται κολακευτικά για τις εκδηλώσεις του Ομίλου: «Την παραπάνω Κυριακήν, στην αίθουσα του Κοινοτικού Μεγάρου Ληξουρίου, εδόθη η προαγγελθείσα συναυλία υπό του εκεί νεοϊδρυθέντος Ερασιτεχνικού Ομίλου «Χορωδίας και μαντολινάτας..»…. Το πρόγραμμα, εις το σύνολον του εξετελέσθη αρκετά καλά. Οπωσδήποτε είναι άξιοι συγχαρητηρίων όλοι οι αποτελούντες τον Όμιλον αυτόν και ιδιαιτέρως ο διευθύνων αυτόν κ. Νικόλαος Τσιλίφης τον οποίον η κοινωνία του Ληξουρίου οφείλει να υποστηρίξει…».
Αξιολογώντας τα προγράμματα των εκδηλώσεων αυτής της χορωδίας και μαντολινάτας, διαπιστώνει κανείς τη σοβαρή δουλειά και το μεράκι του μαέστρου για να παρουσιάσει εκδηλώσεις με μουσική ποιότητα. Το ρεπερτόριο του μουσικού ομίλου ήταν ποικίλο, από καντάδες, λαϊκές και έντεχνες, κλασικές μελωδίες, έργα για μαντολινάτα, μονωδίες και ντουέτα. Επίσης, η καλλιτεχνική παρουσία του τότε μαθητή του Εθνικού Ωδείου, βαρύτονου, Τάση Κοντογιαννάτου, λάμπρυνε την πορεία του Μουσικού Ομίλου. 
Για λίγα χρόνια ο Νίκος Τσιλίφης δίδαξε στο Γυμνάσιο Ληξουρίου ως μουσικός.     Το 1944, φτασμένος ως μαέστρος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Το 1945 συγκρότησε στην Αθήνα την πολυφωνική εκκλησιαστική χορωδία του Αγίου Νικολάου Πευκακίων (την οποία διεύθυνε έως τον θάνατό του) και το 1947 ίδρυσε την «Αθηναϊκή Καντάδα» και έτσι προσέφερε τα μέγιστα στο παραδοσιακό και έντεχνο χορωδιακό τραγούδι. Πέρα από ανδρικές χορωδίες, ίδρυσε και «Γυναικεία Χορωδία», η οποία εμφανιζόταν στις εκπομπές που έκανε στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια, οι δυο αυτές χορωδίες αποτέλεσαν τη «Μικτή Χορωδία του Νικολάου Τσιλίφη», που έπαιρνε μέρος στα προγράμματα της Συμφωνικής Ορχήστρας της τότε Ε.Ι Ρ. με κλασσικό συνήθως ρεπερτόριο.
Με αυτήν τη χορωδία ο Τσιλίφης θα δημιουργήσει μια μεγάλη πολιτισμική παράδοση, η οποία δύσκολα θα ξεχαστεί (ακόμη και μετά τη διάλυσή της), και θα ανοίξει δρόμους για νεότερους μουσικούς που θα ασχοληθούν με το είδος των τραγουδιών. Ιδιαίτερα μετά τους σεισμούς του 1953, το ραδιόφωνο μετέδιδε τραγούδια της «Χορωδίας και Μαντολινάτας –Τσιλίφη». Αυτό την έκανε πασίγνωστη και δημοφιλή, επιτρέποντάς της να συνεχίσει το δύσκολο δρόμο της σε ένα απαιτητικό μουσικό είδος, που μέρα με τη ημέρα χανόταν.
Καντάδες της παλιάς Αθήνας, της Κεφαλονιάς, τραγούδια συνθετών που ήταν ξεχασμένα, αναβίωσαν στη μπαγκέτα και διδασκαλία του Τσιλίφη και στα χείλη των χορωδών του. Τραγούδια της χορωδίας έγιναν γνωστά τόσο από τις εκδηλώσεις όσο και τις παρουσιάσεις τους από το ραδιόφωνο.
Από τη χορωδία Τσιλίφη πέρασαν καλλίφωνοι τραγουδιστές, αρκετοί από τους οποίους διέπρεψαν σε μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου, όπως οι: Νικόλας Ζαχαρίου, Κ. Εγκορφόπουλος, Αρ. Πανταζηνάκος, Δ. Τσακίρης, Κ. Τρωγαδής, Κασσιμάτης και άλλοι.
Επίσης, θα συμμετέχει το 1957 στην κινηματογραφική ταινία «Μπάρμπα Γιάννης Κανατάς», έχοντας τη μουσική επιμέλεια και τη μουσική σύνθεση σε αυτό το έργο. Τον βρίσκουμε δε ως σολίστ μαζί με άλλους στο θεατρικό έργο «Ο ηλίθιος» του Μανώλη Σκουλούδη, που παρουσιάστηκε στη Θεατρική Κεντρική Σκηνή το 1946.
Στα 1950 παντρεύεται τη μουσικό κ. Φωφώ Τσιλίφη, με την οποία απόκτησαν ένα παιδί, τον Γεράσιμο, διάσημο μουσικό που ζει και δραστηριοποιείται στο εξωτερικό.
Στα πεπραγμένα του Νίκου Τσιλίφη βρίσκεται και η ίδρυση της Γυναικείας Χορωδίας του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία». Διηύθυνε δε τη φιλαρμονική της Αστυνομίας Πόλεων και από το 1957 έως 1959 υπηρέτησε ως αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική του Δήμου Υμηττού. Επίσης, από το 1958 οργάνωσε τη Χορωδία της Εργατικής Εστίας. Από το 1967 έως το 1976 διεύθυνε μαντολινάτες και χορωδίες. Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης Ελλήνων Αρχιμουσικών (1962).
Ο Νικόλαος Τσιλίφης πέρα από σπουδαίος μαέστρος, που με το έργο του ανάδειξε το καλό τραγούδι, το κανταδόρικο, έντεχνο και λαϊκό, ήταν συνθέτης και ενορχηστρωτής μουσικών τεμαχίων. Βέβαια, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σύνθεση, όμως μας άφησε αξιόλογα τραγούδια για χορωδία, ιδιαίτερα θρησκευτικού χαραχτήρα. Επίσης, συνέθεσε εμβατήρια και άλλα έργα για μπάντα.»
Δημοτικά τραγούδια με χορωδία και συνοδεία μαντολινάτας από τον Νίκο Τσιλίφη το σημερινό δισκάκι. Διαφορετική μουσική προσέγγιση των δημοτικών τραγουδιών, κάτι που κάναμε σαν παιδιά στο σχολείο εν απουσία μουσικών οργάνων και πόσο όμορφα δένει το μαντολίνο με την χορωδία. Στις φωτογραφίες παραπάνω εικονίζονται διάφορες μαντολινάτες αλλά όχι του Νίκου Τσιλίφη.Στο εξώφυλλο του δίσκου φιγουράρει μαζί με άλλους και ο Αλέκος Καραβίτης (να και το Κρητικό στοιχείο).     
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).