Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

284. SONATA SON-087 ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1968

Τσακαλίδης Κώστας (Κωστίκας) SONATA SON-087 Κότσιαρι - Ομάλ (Τραπεζούντος) 1968- 45rpm- 7'' 

«Ο Κωστίκας Τσακαλίδης γεννήθηκε στα Δενδράκια Δράμας το 1932. Ήταν το τρίτο παιδί από τα επτά αδέλφια του Ιωάννη και της Όλγας, προσφυγικής καταγωγής απ' την Τραπεζούντα του Πόντου. Από μικρό παιδί άκουγε τον πατέρα του και τους θείους του να παίζουν και να τραγουδούν στο σπίτι τους. Σε ηλικία 15 ετών έπαιζε ολοκληρωμένα κομμάτια της πατρίδας του, εμφανίζονταν σε θεατρικές ποντιακές παραστάσεις, σε γάμους και πανηγύρια της Δράμας.

Οι Δραμηνοί τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν όχι μόνον διότι ήταν ένας μικρός σε ηλικία καλός λυράρης, αλλά και για τον χαρακτήρα του, που ήταν πρόσχαρος σεμνός, πρόθυμος να τους ευχαριστήσει στα γλέντια που κάνανε. Υπηρετεί την θητεία του στην Βέροια, όπου γνωρίζει την μέλλουσα γυναίκα του. Παντρεύεται και αποκτά τρία παιδιά.

Το 1965 διοργανώνεται Πανποντιακή εκδήλωση στους Φιλίππους Καβάλας που κρατάει τρεις ημέρες όπου και του απονέμεται το πρώτο βραβείο Λύρας. Ακολουθεί ο πρώτος του μικρός δίσκος. Πιο ώριμος τώρα θέλει να αφήσει την δική του σφραγίδα στην ποντιακή μουσική. Ο κόσμος μιλάει για ερμηνεία παραδοσιακών «επιτραπέζιων» κομματιών τόσο ολοκληρωμένα όσο κανένας άλλος Πόντιος καλλιτέχνης δεν τα έχει τραγουδήσει. Βλέποντας ότι η ποντιακή νεολαία απέχει από τα ποντιακά παραδοσιακά ακούσματα προσθέτει μουσικά όργανα, δικούς του στίχους και μουσική και τους κερδίζει. Το 1968 κάνει το πρώτο μικρό δίσκο του στην εταιρεία Πάνου Γαβαλά, με τίτλο «Σα μαλίας δέσομεν» και «Τα ολύμαυρα το μάτας»

Ανοίγει το πρώτο ποντιακό οικογενειακό κέντρο στην οδό Πλάτωνος στην Καλλιθέα, Αθήνας. Όλο και περισσότεροι τον επισκέπτονται και τον γνωρίζουν από κοντά, απλός κόσμος μουσικοσυνθέτες, ηθοποιοί και από το εξωτερικό όπως ο Lee Cline ο Καναδός μουσικολόγος, όπου κάθεται κοντά του ένα χρόνο, για να ακούσει και να καταλάβει τον τρόπο που έπαιζε τα ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια. Στην συνέχεια ο Lee Cline, γυρίζει στην πατρίδα του όπου με το μουσικό ύφος του Τσακαλίδη, δημιουργεί ένα δίσκο με ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια.

Ο Τσακαλίδης γνωρίζει τον μουσικοσυνθέτη Μαρκόπουλο και παίζει με την ορχήστρα του σε μια ταινία όπου πρωταγωνιστεί η διάσημη ηθοποιός Ράκελ Γουέλς. Ακολουθεί η καλλιτεχνική σεζόν 1975-76 όπου συνεργάζεται με τον Ξυλούρη και την Κωχ σε μια μπουάτ στην οδό Σίνα, της Αθήνας. Εμφανίζεται στην ταινία «Οι Κυνηγοί» του Θόδωρου Αγγελόπουλου όπου έχει μια δίλεπτη μουσική παρουσία. Παίρνει μέρος σε δισκογραφική δουλειά του Χριστόδουλου Χάλαρη με τίτλο «Οι Δροσουλίτες».

Παράλληλα δημιουργεί και τους προσωπικούς του μεγάλους δίσκους. Γνωρίζεται και με τον μουσικοσυνθέτη Νάκη Πετρίδη και έχει συμμετοχή σε ένα τραγούδι όπου ερμηνεύει η Χαρούλα Λαμπράκη. Επίσης συμμετέχει σε μία δισκογραφική δουλειά του Τζον Τίκη (Να μπορούσα μια στιγμή να γινόμουνα παιδί). Είναι πολύ εύκολο να παίζει με την λύρα του ότι του ζητούσαν οι μουσικοσυνθέτες χωρίς να έχει σπουδές πάνω στην μουσική, ένας ουσιαστικά αυτοδίδακτος μουσικός από την ηλικία των 10 ετών.

Θέλει τη λύρα του τετράχορδη ξεπερνώντας την παραδοσιακή τρίχορδη για να ‘χει τα ακούσματα που αυτός επιθυμεί. Φτιάχνει μόνος του τις λύρες που χρησιμοποιεί. Άλλες τις αποκαλούσε βαριές και άλλες ψιλές. Οι ψιλές ήταν μικρόσωμες, λεπτές λύρες που βγάζουνε ψιλές νότες, (ζιλ και καπάν).

Πραγματοποιεί ένα όνειρο του με δικά του έξοδα. Συναυλίες σε όλη την Ελλάδα όχι μόνο με ποντιακά τραγούδια και χορούς, αλλά και με δημοτικά, νησιώτικα, κρητικά και έντεχνα τραγούδια. Παίζοντας ο ίδιος με την λύρα του κρητικά και δημοτικά τραγούδια κερδίζει τον θαυμασμό των μη Ποντίων. Αυτό έχει ως αφορμή και την μετέπειτα δημιουργία ενός δίσκου και με Δημοτική μουσική.

Μια στενή συνεργάτης του και φίλη, ήταν και η Λιζέτα Νικολάου, επίσης ο Βασιλόπουλος (κλαρίνο), ο Κώστούλας (κλαρίνο), Μπάρμπα Μαθιός (τουμπελέκι),ο Τσανάκαλης (λυράρης), Σοπίδης (ντραμς) και Χρυσανθακόπουλος (λυράρης). Μέσα σ' αυτούς τους συνεργάτες που αγάπησε και τον λάτρεψαν ήταν οι Λάζος Τερζάς και Χάρρυ Κλύν άνθρωποι που στάθηκαν κοντά του στις δύσκολες προσωπικές ώρες.

Το 1979 συμμετέχει στο Διεθνές συνέδριο Μουσικολογίας στο Ζάγκρεμπ της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας με την εθνομουσικολόγο και συνθέτρια Ελένη Καραΐνδρου και άλλους Έλληνες οργανοπαίκτες. Εμφανίστηκαν στο Μέγαρο ΠΙΖΙΣΚΝΙ στις 24 Αυγούστου. Οι μουσικοί Χαλκιάς (Δημοτικό), Μουντάκης (Κρητικά), Γιώτα Βέη (Ερμηνεύτρια), Κώστας Τσακαλίδης (Ποντιακά). Την επομένη ημέρα τα Μ.Μ.Ε. της Γιουγκοσλαβίας αναφέρονται με τα κολακευτικότερα λόγια στον Έλληνα καλλιτέχνη Κώστα Τσακαλίδη. Στο εξώφυλλο ενός δίσκου του γράφει ο Μίμης Πλέσσας πως ανακάλυψε την αυθεντική μουσική του Πόντου, την ομορφιά του Ομηρικού Μύθου απ’ τον σεμνό και απλό καλλιτέχνη.

Σε ορισμένα τραγούδια συμμετέχει η κόρη του (Γιούλη Τσακαλίδου) όπου σε κάθε εμφάνιση τους ο κόσμος δείχνει την συγκίνηση του και την αγάπη του. Διοργανώνει συναυλίες στο εξωτερικό και βοηθάει τα σωματεία των Ελλήνων μεταναστών. Το 1980 τον βρίσκει η επάρατος νόσος στην Γερμανία όπου ευρίσκονταν σε περιοδεία. Διακόπτεται η προγραμματισμένη περιοδεία και έρχεται εσπευσμένα στην Ελλάδα όπου αρχίζει ο προσωπικός του Γολγοθάς. Διαρκεί δύο χρόνια, εκεί ανακαλύπτει και την αγάπη του κόσμου που του δίνει κουράγιο και απαλύνει τον πόνο του στις δύσκολες αυτές ώρες. Κοντά του η οικογένεια του οι συγγενείς και οι φίλοι.

Τελευταία του επιθυμία, ήταν να ταφεί δίπλα στον πατέρα του, τελευταίες του λέξεις {Αφήνω γεια σας Άρχοντες), πεθαίνει στις 7/7/1982.

Το 1995 οι συντελεστές της Ποντιακής εκπομπής Ευξείνου Λέσχης Βέροιας (Διαδημοτικό Ραδιόφωνο Ημαθία) ζητούν να ονομαστεί μία πλατεία με το άνομα του και τοποθετούν την προσωπογραφία του. Η πρόταση έγινε δεκτή από το κοινοτικό συμβούλιο της Πατρίδας και επιλέχτηκε η πλατεία που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το οικογενειακό κέντρο «Λεύκες», σήμερα. «Ακρίτες», όπου ο ίδιος δημιούργησε στην Πατρίδα Ημαθίας. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 23/7/1995 τελικά από τους συντελεστές της εκπομπής «Πόντος και Μαύρη Θάλασσα» της Τ.V. Ημαθίας με σε συνεργασία το κοινοτικό συμβούλιο της Πατρίδας Ημαθίας. Ο παρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Λάζος Τερζάς και παραβρέθηκαν η οικογένεια του, φίλοι του από παντού, συγγενείς από τη Δράμα και πάρα πολλοί καλλιτέχνες.

Τελειώνοντας να υπενθυμίσουμε ότι ο Κώστας Τσακαλίδης άφησε πίσω του επτά δίσκους 33 στροφών (LP) με δικές του στιχουργικές και μουσικές δημιουργίες.»

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Σάββατο 15 Απριλίου 2023

283. COLUMBIA 56390-F ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1938

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου- Κουλουριώτης) COLUMBIA 56390-F Σαράντα παλικάρια (Συρτό) - Κάτω στου Βάλτου τα χωριά (Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της- Τσάμικο) 1938- 78rpm- 12''

 

«Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902. Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη.

Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι. Το 1923 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό.

Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασίδερη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη.  Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν.

Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε.  Ο Γιώργος Παπασίδερης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο  του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928.  Αφού  έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος.   Το τραγούδι αυτό ήταν αμανές και οι στίχοι του ήταν:

« Έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα

πότε θα ρθεί αυτή η στιγμή να στα πω ένα ένα.»

Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί ερμηνευτή με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες.  Επίσης τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη.

Την εποχή αυτή, αρχές του 1930 έπαιρνε απ’ την «Οdeon» 1.000 δρχ. για κάθε τραγούδι.  Επειδή οι φωνητικές του δυνατότητες το επέτρεπαν  ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή μεροκάματο, των τριάντα χιλιάδων δραχμών.

Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυγ. Ισιδώρου Τσεβά.  Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου.

Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς».  Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί.  Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947.

Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο.  Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασίδερης έμεινε.  Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια.  Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.

Στη διάρκεια της καριέρας του, πήγε σε κάθε γωνιά της Κεντρικής Ελλάδας από  Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά.  Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα.

Στη δισκογραφία εκτός από την «Columbia» συνεργάστηκε και με άλλες εταιρείες όπως: «Οdeon», «Parlophon», «His Master’s Voice», «Dore» και άλλες.  Έχει  ηχογραφήσει  δεκάδες  τραγούδια.  Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές. Ο Παπασίδερης διέσωσε δεκάδες  παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα αναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν».

Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα.  Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε.

Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π.  Σ’ αυτά του τα ταξίδια τον συνόδευε πάντα σχεδόν η σύζυγός του, η οποία ήταν απαραίτητη για τη διαμονή και την εμψύχωση του στα μεγάλα γλέντια που  διατηρούσε ζωντανά για μέρες ολόκληρες.  Χαρακτηριστικό της δύναμης του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.

Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασίδερης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί.  Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες  του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασίδερης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους.  Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γιάννη Βασιλόπουλου, στο βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη: «Λαϊκοί πρακτικοί οργανοπαίχτες» εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983, σελ. 225. «Δούλευα σε πανηγύρια, σε γάμους κ.λ.π.  Μετά με είχε ακούσει  σ’ ένα πανηγύρι στην Πάτρα και μ’ έφερε μετά στην Αθήνα και πρωτογραμμοφώνησα, ήταν ο πρώτος μου δίσκος με τον Παπασίδερη».

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με άριστους σολίστες,

Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του.

Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14-9) στο πανηγύρι.  Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή.  Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε.»

Από τα κλασικά του Παπασιδέρη ο σημερινός δίσκος. Στο κλαρίνο ο Γιώργος Ανεστόπουλος και στο βιολί ο Δημήτρης Σέμσης. Κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο Columbia Ελλάδος DG 6419 (CG-1822) και ανατύπωση στους Columbia Αμερικής  56390-F (σημερινή ανάρτηση) και Columbia Αγγλίας DCG. 119 (CG-1822). Το ¨Κάτω στου βάλτου τα χωριά¨, παραδοσιακό που το συναντάμε και ως ¨Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της¨.

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Τρίτη 11 Απριλίου 2023

282. OLYMPIC OE 80020 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ 1968

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Γιάννης (Μαρκογιάννης)- Σηφογιωργάκη Χρυσούλα OLYMPIC OE 80020 Αθές Κερά γειτόνισσα (Μαντινάδες) - Πάντα φοβάται απ' αγαπά 1968- 45rpm- 7'' 

«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης (βλέπε αναρτήσεις 17,54,78,104,132,153,179,210 και 250) γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών το 1947 ως αμοιβή από εργασία του στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα το 1948 στα 18 του χρόνια, αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος της επιχείρησής του αλλά και μαθητής του.

Η επαφή τους κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέφει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη από το χωριό Κοξαρέ Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι από καλλιτέχνες όπως ο Γιώργης Καλογρίδης, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης (πατέρας του Μαρκογιάννη και του Μαρκοβαγγέλη), ο Γιώργης Σταυριανάκης κ.ά.

Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική του λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο του Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σε επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, από τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, τον Σκορδαλό, κ.α. Η πρώτη του γνωριμία με την τεχνολογική υποδομή της μουσικής είναι η εκπομπή του Σίμωνα Καρρά, στο Ρ/Σ Αθηνών και στον Ρ/Σ Ενόπλων Δυνάμεων κατά το 17μηνο της στρατιωτικής του θητείας, στο κέντρο διαβιβάσεων Χαϊδαρίου.

Τελειώνοντας τη θητεία του το 1955 σε ηλικία 25 ετών, έχει ήδη δημιουργήσει τη φήμη του καλού λυράρη, που αρχίζει να απλώνεται σε ολόκληρη την Κρήτη αρχικά και εκτός Κρήτης αργότερα. Πρώτος του σταθμός εκτός Ελλάδος, παρέα με τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη, το “1ο φεστιβάλ νέων στο Ελσίνκι” της Φιλανδίας, συνοδεύοντας χορευτικό Κρητικό συγκρότημα, που απέσπασε το 1ο βραβείο. Ακολουθεί περιοδεία στην Ανατολική Ευρώπη και ταξίδι στην Αμερική, όπου ηχογραφείται ο πρώτος δίσκος, “Ο Φάρος”, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται και να τραγουδιέται. Επίσης εκεί γνωρίζεται με τον πρόεδρο Τρούμαν απ’ τον οποίο παραλαμβάνει τιμητικό βραβείο.

Ακολουθούν και άλλες δισκογραφικές επιτυχίες όπως: “Δεν έχω άλλα Δάκρυα”, “Το γράμμα”, “Ο άτυχος”, “Η κολασμένη σου ψυχή”, “Το τραγούδι της μάνας”, “Στη Γερμανία μακρυά”, “Έχεις δικαίωμα να κλαις” κ.α.

Μέχρι και το θάνατο του o Σπύρος Σηφογιωργάκης παρότι είχε ξεπεράσει τα 60 χρόνια συνεχόμενης προσφοράς και δημιουργίας στην Κρητική μουσική, εξακολουθούσε να εμφανίζεται σε επιλεγμένες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις του νησιού με έδρα πάντα το χωριό Βώρροι Ηρακλείου όπου ζούσε τα με τα παιδιά του και τη αγαπημένη σύντροφο Χρυσούλα.

Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά της συζύγου του Χρυσούλας που σε πολλές ηχογραφήσεις δίσκων είχε συνοδεύσει το Σπύρο με την εκλεκτή και μοναδική φωνή της. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης είχε τιμηθεί αναρίθμητες φορές από σπουδαίους Πολιτιστικούς φορείς αλλά και από απλό κόσμο! Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Κρητικούς καλλιτέχνες και μια φυσιογνωμία που θα μείνει για πάντα στην Ιστορία της Κρητικής μουσικής γιατί εκτός από σπουδαίος καλλιτέχνης είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης έφυγε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 83 ετών.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

281. ODEON G.A.7605 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1951

Καραβίτης Αλέκος ODEON G.A.7605 Ηρακλειώτικες μελωδίες (Κονδυλιές) - Συρτός του Ψηλορείτη (Συρτός) 1951- 78rpm- 10''

¨Σκορπίστε μαύρα σύννεφα να φέξουνε τ’ αστέρια,

όπλες, γιατί η ζωή μου βρίσκεται σε σκοτεινά λημέρια¨

«Ο Αλέκος Καραβίτης γεννήθηκε στ’ Ακτούντα το 1904. Μικρό, ορεινό το χωριό αλλά μια μικρογραφία παραδείσου στην παλάμη της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου.

Ο Αλέκος ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οκτώ παιδιά είχε να μεγαλώσει ο Στρατής Καραβίτης μα δεν βαρυγκωμούσε. Κι όταν τον έπαιρνε το παράπονο από τη σκληρή βιοπάλη, στη λύρα του απίθωνε τον καημό του. Οι δοξαριές αυτές κι άλλες που έβγαιναν από χαράς ξεφάντωμα, πήραν να φτερώνουν τη φαντασία του μικρού Αλέκου, που έβαλε σκοπό να μάθει το μαγικό αυτό όργανο.

Από μικρός έδειχνε να έχει μια έφεση στη μουσική. Πρώτος το διαπίστωσε και ο δάσκαλός του ο περίφημος Εμμανουήλ Γενεράλης. Ήταν μια μέρα που «έπιασε» το μαθητή του να παίζει χαμπιόλι και να κτυπά ρυθμικά το θρανίο. Εντυπωσιάστηκε. Κι είπε στο μικρό πως αξίζει να ασχοληθεί περισσότερο με τη μουσική, αφού είχε το ρυθμό μέσα του. Αυτοδίδακτος ο Αλέκος άρχισε να πειραματίζεται με αυτοσχέδιο υποτυπώδες λυράκι που ο ίδιος κατασκεύασε. Κανονική λύρα απόκτησε σε ηλικία 15 χρόνων το 1919.

Το πρώτο πράγμα που έβαζε στο βουργιάλι του όταν πήγαινε να φροντίσει τα αιγοπρόβατα στο βουνό, ήταν η λύρα. Μπορεί να ξεχνούσε να πάρει μαζί του φαγητό. Τη λύρα του όμως ποτέ δεν την ξεχνούσε. Πολλά ήταν τα ακούσματα που κυριαρχούσαν στο παίξιμό του. Κυρίως αντέγραφε σκοπούς του Αναλαμπή και του Πελεκανογιώργη από το Βάτο. Ζούσε το δικό του ονειρεμένο κόσμο.

Η ζωή όμως απαιτούσε να βρει ο μικρός το δρόμο του. Δεν γινόταν να μείνει βοσκός. Έδειχνε σημάδια έντονης προσωπικότητας που δεν θα έμενε για πολύ όμηρος της μιζέριας.

Έρχεται στην Αθήνα το 1921 και υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στην Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Από τον επόμενο χρόνο αποφασίζει να μείνει στην πρωτεύουσα. Σκοπός του να δημιουργήσει κάτι πρωτοποριακό που δεν θα τον απομάκρυνε από τη λύρα του. Ιδανική λύση του έδωσε το καφενείο-ταβέρνα που άνοιξε στη θέση «Φόρος» στη γέφυρα Κουκακίου, που υπήρχαν διόδια. Σύντομα έγινε εκεί το στέκι κάθε Κρητικού. Ο Καραβίτης του εξασφάλιζε τις αυθεντικές γεύσεις της Κρήτης και θεράπευε τη νοσταλγία του με τις απαράμιλλες κοντυλιές του. Σε κείνα τα πρώτα βήματα φαινόταν ο επηρεασμός που είχε δεχθεί ακούγοντας και τον περίφημο Πολυζώη Τρουλλινό από τις Μέλαμπες.

Με το πέρασμα του χρόνου απόκτησε το δικό του ύφος. Και λέγεται ότι κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του ιδιαίτερα στη Ρεθεμνιώτικη σούστα.

Πάντα είχε να παρουσιάσει δικές του μαντινάδες κι είναι αρκετές που έμειναν να τον θυμίζουν:

Εγώ ‘μαι τ’ αοριού παιδί και του βουνού μια θρέμμα

και να με πάρει δεν μπορεί του ποταμού το ρεύμα.

Στη μαντινάδα αυτή αυτοπροσδιοριζόταν, αφού ποτέ δεν κατάφερε ούτε το περιβάλλον του, ούτε η κοινωνική του άνοδος να τον απομακρύνει από τις ηθικές του αξίες και τα πιστεύω του.

Ήταν ο πρώτος Ρεθεμνιώτης που ηχογράφησε δίσκους με τεράστια επιτυχία. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Καραβίτης, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη τη γκάμα της κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Μπαξεβάνη, το Γιώργη Κουτσουρέλη, το Νίκο Τζουγάνο (Μαστρόκαλο) και το Σταύρο Μαυροδημητράκη.

Το 1939 πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο μαζί με τον Μανόλη Λαγό, τον Μπαξεβάνη και το χορευτικό συγκρότημα του Σταμάτη Παπαδάκη.

Είχε όμως και το χάρισμα της χρηστής διαχείρισης. Με σκληρή δουλειά είχε καταφέρει να ζει άνετα πριν ακόμα πατήσει τα σαράντα του χρόνια. Επέμενε όμως να περνά νοικοκυρεμένα, χωρίς σπατάλες υπερβολικές, πρόθυμος πάντα να βοηθήσει κάθε Κρητικόπουλο που ερχόταν στην πόρτα του να ζητήσει την υποστήριξή του μέχρι να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της πρωτεύουσας. Ήταν μεγάλη καρδιά ο Καραβίτης και όλοι του το αναγνώριζαν.

Κάποια στιγμή βρίσκεται στο δρόμο του ο Φιξ, που θα του αλλάξει τη ζωή. Εκτιμώντας τον ακέραιο χαρακτήρα του τον ορίζει αποκλειστικό αντιπρόσωπο της παγοποιίας του, πόστο που ανεβάζει την οικονομική του επιφάνεια. Τα χρήματα δεν αλλοιώνουν τον λαμπρό χαρακτήρα του. Γίνεται ο διακριτικός αρωγός κάθε Κρητικού που αντιμετωπίζει πρόβλημα. Αμέτρητες οι φιλανθρωπίες του. Σε πολλά έργα του χωριού υπάρχει και η δική του συμβολή. Αργότερα θα συμβάλει και στην οικονομική ενίσχυση του Πανεπιστημίου Κρήτης όταν είχε ανάγκη και το μονόλεπτο για την εξασφάλιση των υποδομών που θα επέτρεπαν τη λειτουργία του. Είναι ο άρχοντας που ποτέ όμως δεν επεδίωξε την προβολή.

Η Δώρα Στράτου γοητεύεται από την προσωπικότητά του και σύντομα τον κάνει καλλιτεχνικό διευθυντή του συγκροτήματός της. Ο Αλέκος Καραβίτης ταξιδεύει σ’ όλο τον κόσμο και τιμά την Κρήτη.

Όσο μακριά κι αν ταξιδεύει όμως, όπως διαβάζουμε στην νεκρολογία που δημοσίευσε ο λόγιος εκπαιδευτικός και συγγραφέας κ. Μανόλης Δημητρακάκης, δεν ξέχνα την γενέτειρα. Και τραγουδά:

Άχι Κουτρουλαινό νερό κι Ακτουδιανέ μου αέρα

Να μπόρουνα να σ’ έπινα το μήνα μιαν ημέρα

Να μπόρουνε να πέταγα στ’ Ακτούντα στο Κέφάλι

ν’ άψω κερί στην Παναγιά και να ‘ρθω πίσω πάλι

Ακτουδιανό μου αγίασμα στω Σκαφιδιών τη βρύση

κι όποιος ποθαίνει και σε πιει πάλι θα ξαναζήσει

Η μεγάλη του νοσταλγία για τη γενέτειρα θεραπευόταν με το ετήσιο προσκύνημα που έκανε συν γυναιξί και τέκνοις. Είχε κτίσει ένα ωραιότατο σύγχρονο σπίτι στο χωριό και κάθε καλοκαίρι κατέβαινε με την οικογένεια αλλά και με προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού που προσκαλούσε για να δώσει στ’ Ακτούντα ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον.

Οι καλεσμένοι του απολάμβαναν αβραμιαία φιλοξενία αλλά η κορυφαία στιγμή κάθε μέρα ήταν το γλέντι που ξεκινούσε με τη λύρα του Καραβίτη. Λέγεται ότι όλοι οι καλεσμένοι έφευγαν μαγεμένοι από το χωριό και τους ανθρώπους μαθαίνοντας και όλους τους κρητικούς χορούς. Είχαν άλλωστε τόσο μεγάλη ευκαιρία να εξασκηθούν με τα γλέντια που έστηνε ο Καραβίτης. Γλέντια που άφησαν εποχή.

Απόλαυσε στο έπακρον κάθε τιμή που ονειρεύεται ο καλλιτέχνης κι έμεινε θρύλος με τους σκοπούς που κληροδότησε.

Πέθανε νωρίς, το 1975, εντελώς ξαφνικά, βυθίζοντας στο πένθος την Κρήτη και τους αναρίθμητους φίλους και θαυμαστές του.»

Τα λόγια είναι περιττά για τον Αλέκο Καραβίτη, έναν από τους ¨πρωτομάστορες¨ της Κρητικής μουσικής. Ο σημερινός γραμοφωνικός δίσκος με εξαιρετικές μαντινάδες που μαρτυρούν το ήθος του Καραβίτη. Στις κονδυλιές ¨Ηρακλειώτικες μελωδίες¨, αξιοπρόσεκτο το τελείωμα. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με μαύρες και λευκές ετικέτες.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 

 




Τρίτη 4 Απριλίου 2023

280. PANIVAR PA-406 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1972

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός) PANIVAR PA-406 Μαλεβιζιώτης - 1000 Μαχαίρια και σπαθιά (Συρτός) 1972- 45rpm- 7''
 

Επιστροφή στα Κρητικά δισκάκια, σήμερα, με ένα split ¨Ανωγειανό¨ 45άρι της Πανιβαρ. Στην πρώτη πλευρά ο Βασίλης Σκουλάς με ένα ¨Μαλεβιζιώτη¨ και στη δεύτερη πλευρά ο Γιωργαντός (Γιώργης Καλομοίρης) στο μοναδικό 45άρι του στην Panivar. ¨1000 μαχαίρια και σπαθιά¨  τραγουδάει ο Γιωργαντός, που ξεκινάει με απόσπασμα από ¨Ερωτόκριτο¨ και συνεχίζει με το ομώνυμο συρτό. Για τους δυο καλλιτέχνες έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερες αναρτήσεις οπότε ακολουθούν σύντομα βιογραφικά για τον καθένα.

«Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στ' Ανώγεια Ρεθύμνου το 1946, σ' ένα χώρο και μια μεγάλη οικογένεια με παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Εγγονός του Μιχάλη Σκουλά, σπουδαίου λυράρη της εποχής του και γιος του γνωστού λαϊκού ζωγράφου Αλκιβιάδη Σκουλά ή Γρυλιού. Αρχίζει να μαθαίνει λύρα στα επτά του χρόνια και σε ηλικία μόλις 16 ετών κατορθώνει να καθιερωθεί ως ένας από τους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές του νησιού, χαράζοντας ήδη μια δική του πορεία στην κρητική μουσική παράδοση.

Στο κατώφλι 50 χρόνων (και άνω) συνεχούς και λαμπρής πορείας στο χώρο τόσο του παραδοσιακού όσο και του σύγχρονου κρητικού τραγουδιού, ο Βασίλης Σκουλάς έχει να επιδείξει μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων καλλιτεχνικών εμφανίσεων, κοινωνικών και πολιτιστικών, από Αμερική ως την Αυστραλία, τον Καναδά και την Γερμανία, καθώς επίσης και στα στέκια που κατά καιρούς δημιούργησε για τη φιλοξενία της κρητικής μουσικής.
Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι πέρα από τη γενικότερη προσφορά του στην κρητική μουσική, ο Βασίλης Σκουλάς καθιέρωσε ειδικότερα τις Ανωγειανές κοντυλιές με το μοναδικό εκφραστικό του τρόπο και ταυτόχρονα έγινε ο φορέας επικοινωνίας με τον υπέροχο μαντιναδολογικό πλούτο του τόπου μας.
Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1965 με συμμετοχή σε δίσκο 45" που περιείχε κοντυλιές με τον Θαν. Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολουθεί ο πρώτος δίσκος 33" το 1969, όμως η σημαντικότερη δισκογραφική παρουσία και η αρχή της συνεργασίας του με έντεχνους Έλληνες συνθέτες αρχίζει για το Βασίλη Σκουλά το 1980.

Ο Βασίλης Σκουλάς συνεχίζει ακόμα και σήμερα, με το ίδιο πάθος και μεράκι της νιότης, να δημιουργεί.»

«Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιώργαντος) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του; έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.
Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει στη "θεά Λύρα", αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.

Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής.

Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες. Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Έγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968 γύρω στους 50.

 Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

279. PHILIPS 427 009 NE SONG AND SOUND THE WORLD AROUND GREECE 1961

Παπαθανασίου Λάμπρος PHILIPS 427 009 NE SONG AND SOUND THE WORLD AROUND GREECE Τι να τα κάνω - Πρωτομαγιά - Πίπιζα- Σκάρος - Θέλετε δενδρά ανθίσετε - Εσύ είσαι το σταφύλι 1961- 45rpm- 7'' 

Το σημερινό δισκάκι, κομμένο στην Ολλανδία, μια συλλογή από δημοτικά τραγούδια. Συμμετέχει το συγκρότημα της Δόρας Στράτου σύμφωνα με το greekdiscography. Το σίγουρο είναι η συμμετοχή του Λάμπρου Παπαθανασίου σε τουλάχιστον τρία τραγούδια. Το ¨Θέλετε δενδρά ανθίσετε¨ υπάρχει και στο Γαλλικό δισκάκι της Ducretet Thomson στην ανάρτηση 90. Εξαιρετική η φωνή του Λάμπρου Παπαθανασίου. Για τους υπόλοιπους που συμμετέχουν δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες.

«Ο Λάμπρος Παπαθανασίου (βλέπε ανάρτηση 90 και 256) γεννήθηκε 1η Μαΐου του 1934, σε αγροτικό περιβάλλον, στο Δίστομο της Βοιωτίας. Αυτό σημαίνει ότι έχοντας μόλις συμπληρώσει τα 10 του χρόνια, έζησε την σφαγή που προκάλεσαν στον τόπο του οι Ναζί κατακτητές.

Δέκα χρόνια μετά, το 1954, έχοντας προκαλέσει το ενδιαφέρον του κορυφαίου τραγουδιστή για το στεριανό δημοτικό τραγούδι, του Γιώργου Παπασιδέρη, γραμμοφωνεί στην «Οντεόν» τα πρώτα τραγούδια με τη φωνή του.

Τη δεκαετία του ‘60 ηχογράφησε δίσκους 45 στροφών με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου και αργότερα συμμετείχε στις ραδιοφωνικές της  εκπομπές «Από παντού της ελληνικής γης» την περίοδο 1982/83 στο Β΄ πρόγραμμα της ΕΡΑ.

Το τσάμικο «Πέρα στις βλαχοκαλύβες» και το συρτό «Τη δική σου αρραβώνα», με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο και στο όνομα του Ηπειρώτη λαουτιέρη Λάζαρου Ρούβα. Θα ακολουθήσει ένας ακόμα δίσκος 78 στροφών την επόμενη χρονιά, με το τσάμικο «Ήλιε για λάμψε στα βουνά» και το συρτό «Στείλε με μάννα στο πηγάδι» και τα δύο στο όνομα του κλαριντζή Κώστα Κοντογιώργου. Αλλά το κύριο μέρος των ηχογραφήσεων του Λάμπρου Παπαθανασίου, θα πραγματοποιηθεί σε δίσκους 45 στροφών, από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60. Εκείνα τα χρόνια θα αποτελέσει τη βασική αντρική φωνή του στεριανού δημοτικού τραγουδιού, στις ηχογραφήσεις της εταιρίας «Fidelity», με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, με τον Παναγιώτη Κοκοντίνη ή τον Βασίλη Σκαλιώτη στο κλαρίνο κι αλλού με συνοδεία από πίπιζα και νταούλι – κατά τον πιο «παλιό» τρόπο ηχογράφησης αυτού του υλικού: «Βουνά μην καμαρώνετε», «Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα», «Παναγιούλα», «»Καλότυχα πουν’ τα βουνά», «Φέξε μου φεγγαράκι μου», «Βιολέτα μ’ ανθισμένη», «Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη», «Στοπα και στο παρήγγειλα» και πολλά άλλα. Την ίδια εποχή θα πραγματοποιήσει βέβαια και λίγες πιο απρόσμενες ηχογραφήσεις.

Το 1960, τον βρίσκουμε, ερμηνευτή σε δυο «ανάλογα» τραγούδια που υπογράφει ο Μπαγιαντέρας, ο Δημήτρης Γκόγκος: «Αργοπεθαίνω στο μαντρί μου» και «Μάνα έχω τη θάλασσα». Τα επόμενα χρόνια, με βάση αυτές τις ηχογραφήσεις, ο Λάμπρος Παπαθανασίου θα πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα συμμετάσχει σε τηλεοπτικές εκπομπές αλλά ακόμα και σε κάποιες από τις τελευταίες «βουκολικές» ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ( μια απ’ αυτές, η «Αρχόντισσα του κάμπου» του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την Αιμιλία Υψηλάντη, στα 1971 ). Θα συνεργαστεί με αρκετούς από τους μουσικούς αυτού του χώρου, αυτή την εποχή, σιγά σιγά όμως, θα προτιμήσει μια πιο «ερασιτεχνική» σχέση με το τραγούδι. Με την οικογένειά του, θα περάσει ήσυχα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ανάμεσα στην Παλατιανή – όπου είχε ταβέρνα – τα Μέγαρα και τη Σαλαμίνα. Ως τις 19 Φεβρουαρίου του 2014, που θα φύγει από τη ζωή, στα 80 του χρόνια.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).