Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

274. PARLOPHON B-21796 ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΤΣΑΜΑΣ ΜΙΝΩΣ 1934

Περιστέρης Σπύρος (Σ .Γεωργιάδης)- Τσάμας (Μάτσας- Σαλαχώρας- Μ.Μ.- Μ. Μαργαρίτης- Π. Οικονόμου) Μίνως (Μίνωας) PARLOPHON B-21796 Μπάλλος Σμυρνέϊκος - Νησιώτικος συρτός 1934- 78rpm- 10''

Ο Σπύρος Περιστέρης, είναι γόνος μιας από τις παλαιότερες και ιστορικές οικογένειες των Αθηνών, που τα ίχνη της χάνονται μεταξύ μύθου και ιστορίας, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η προφορική παράδοση της οικογένειας, μεταφέρει από γενιά σε γενιά, γεγονότα που σχετίζονται με την αντιπαράθεση της οικογένειας προς τους Τούρκους κατακτητές, αρκετές φορές στην ιστορία. Μάλιστα πρόγονος (με το ίδιο όνομα Σπύρος) κυνηγήθηκε από τις τουρκικές αρχές, πολύ πριν την επανάσταση του 1821, επειδή έγραψε ύμνο-θούριο, υπέρ της εξεγέρσεως του τούρκου κατακτητή. Τα γεγονότα είναι περισσότερο γνωστά από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, όταν ο πατέρας του Σπύρου, Αριστείδης Περιστέρης, γνωστός και σπουδαίος μουσικός, αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι συνθήκες εργασίας, σαν μουσικός, ήταν πολύ καλύτερες την περίοδο εκείνη. Η εγκατάστασή του αυτή πρέπει να έγινε μεταξύ 1880 και '85. Στην Πόλη γνωρίζεται με τους Έλληνες μουσικούς και στις αρχές της δεκαετίας του 1890, συνεργάζεται με τον Φαναριώτη Βασίλειο Σιδέρη, στην ίδρυση του πρώτου γνωστού συγκροτήματος, που πήρε το όνομα "Τα πολιτάκια" ή Εστουδιαντίνα του Β.Σιδέρη ή Εστουδιαντίνα του Αριστείδη. Στην πρώτη αυτή ορχήστρα ήταν ακόμη ο Γ.Πασχάλης ή Λ.Τσαγκάρης, ο Γιώργος Σαβαρής, ο Παναγιώτης Βαινδιρλής (γνωστοί απ' τη δισκογραφία στην Ελλάδα μετά το 1922), ο Γ. Ελισαίος, ο Α.Βόιλας, ο Χ. Μεριγκλής και ο Ι. Χαλάκος. Η Εστουδιαντίνα "Τα πολιτάκια" εγκαταστάθηκε οριστικά στη Σμύρνη το 1898 και "επέζησε" μέχρι τη χρονιά της Μικρασιατικής καταστροφής, δηλ το 1922, δημιουργώντας ένα μύθο γύρω από το όνομά της, αφού έγινε διεθνώς γνωστή με περιοδείες στην Αγγλία, Γαλλία και αλλού, σαν "Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα".

Το 1908 έλαβε μέρος και στις γιορτές για τη στέψη του βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας. Ο Αριστείδης Περιστέρης, γνωρίζει στην Πόλη και νυμφεύεται την Δέσποινα (ή Πέπα ή Πιπίνα) Μπέκου, ιταλικής υπηκοότητας Ελληνίδα, από τα ελληνόφωνα χωριά της Κορσικής, που είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της (και αυτή) στην Κωνσταντινούπολη. Από το γάμο αυτό γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά: Πρώτη η Μαρία Περιστέρη (1888-;) η οποία γύρω στο 1910 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Κώστα Χανιώτη, αναχώρησαν στις ΗΠΑ, εγκαταστάθηκαν στην Οκλαχόμα και οι επαφές με τα υπόλοιπα παιδιά σιγά-σιγά μειώθηκαν, μέχρι που διακόπηκαν, με το πέρασμα του χρόνου. Δεύτερο παιδί ο Στέλιος (1891-1973), ο οποίος σπούδασε μουσική, εξελίχτηκε σ' ένα σπουδαίο βιολιστή κλασικού ρεπερτορίου, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1919 και εργάστηκε σαν καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο, είτε στην Αθήνα, είτε σε επαρχιακά παραρτήματα, βγάζοντας πολλούς μαθητές, από τους κατοπινά γνωστούς σολίστες της κρατικής ορχήστρας Αθηνών, αφήνοντας δε σημαντικά συγγράμματα μουσικής. Τρίτο παιδί ήταν ο Αλέξανδρος (1895-1907) που πνίγηκε σε ατύχημα στο Βόσπορο σε ηλικία μόλις 12 ετών και τέλος το 1900, έχοντας μετακομίσει στη Σμύρνη, ο Αριστείδης και η Πιπίνα έκαναν τον Σπύρο Περιστέρη.

Ο Σπύρος, μαθαίνει από την παιδική του ηλικία μαντολίνο και η πρόοδός του είναι τέτοια, ώστε αφήνει άφωνους τους καθηγητές του, ιδιαίτερα τον Ιταλό δάσκαλό του στη Σμύρνη, όταν σε ηλικία μόλις 13 ετών εκτελεί μ' ένα "ιδιότροπο" όργανο (το μαντο-τσέλο) ένα κομμάτι για μαντολίνο, αγγίζοντας για πρώτη φορά το όργανο αυτό. Λίγο πριν το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια επανέρχεται στην Κωνσταντινούπολη (τέλος 1913 ή αρχές του 1914), όπου λόγω των Βαλκανικών πολέμων και του πρώτου μεγάλου πολέμου που ακολούθησε, ο πατέρας του Σπύρου (μέσα στη γενικότερη κρίση) και φοβούμενος για το μέλλον του, τον εξαναγκάζει να στραφεί σε μία τέχνη και τον στέλνει να γίνει σιδεράς. Ευτυχώς αυτό κράτησε μόνο λίγους μήνες.

Έτσι ο Σπύρος Περιστέρης συνέχισε τις σπουδές του στο ιταλικό σχολείο (πότε στη Σμύρνη, πότε στην Κωνσταντινούπολη), με την ιδιαίτερη φροντίδα της μητέρας του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μάθει τέλεια Ιταλικά, σε βάρος των Ελληνικών, που μιλούσε βέβαια θαυμάσια, αλλά έγραφε με πολλά ορθογραφικά λάθη(!). Ο θάνατος του Βασίλη Σιδερή (μάλλον το 1918), τον επαναφέρει στη Σμύρνη, για να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση της Σμυρνέικης Εστουδιαντίνας "Τα πολιτάκια", δηλαδή σε ηλικία μόλις 18 χρόνων. Εκεί γνωρίζεται με όλα τα σημαντικά πρόσωπα της μουσικής ζώνης της Σμύρνης, που θα ξαναβρεθούν στην Ελλάδα μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922 (Ογδοντάκηδες, Ελευθέριος Μενεμενλής, Γιώργος Βιδάλης, Γιώργος Σαβαρής, Lucien και Τζων Μηλιάρης, Δημήτρης Σέμσης, Παναγιώτης Τούντας, Βαγγέλης Παπάζογλου κ.λπ.). Ακολούθησαν τα τρία "ευτυχισμένα χρόνια της ελευθερίας" για τους Έλληνες της Σμύρνης και μετά το "σκοτάδι της προσφυγιάς". Ο συνθέτης Κώστας Τζόβενος (Νάξος 1889-Αθήνα 28/10/1985), μίλησε για τη γνωριμία του, το 1923, στο καφενείο των μουσικών "η Μικρά Ασία" στην οδό Αθηνάς (το κτίριο υπάρχει ακόμα), με τον νεαρό "μαντολίστα" (τότε πρωτοπαρουσιάστηκε με μαντόλα) και την έκπληξη που προκαλούσε σε όλους η ικανότητα στα όργανα και οι γνώσεις του στη μουσική. Για πολλά χρόνια μεταξύ 1923-1933 έπαιξαν σε διάφορα σχήματα με τον Σπύρο Περιστέρη και οι: Αντώνης Διαμαντίδης ή Νταλγκάς (τραγούδι- κιθάρα- ούτι), Γιάννης Δραγάτσης (ή Ογδοντάκης) βιολί, Δημήτρης (Μήτσος) Αραπάκης (τραγούδι-σαντούρι), Κώστας Σκαρβέλης (κιθάρα-τραγούδι), Κώστας Καρίπης (κιθάρα-τραγούδι) και άλλοι. Το 1929-32, επανασυστήνει την Εστουδιαντίνα "Τα πολιτάκια" με μια ομάδα φημισμένων μουσικών, μεταξύ των οποίων είναι οι γνώριμοι από τη Σμύρνη και Πόλη: Στέφανος Μακρής, Γιώργος Σαβαρής, Τζων Μηλιάρης και εργάζονται, περιοδικά, στο υπερωκεάνιο "Βασιλεύς Αλέξανδρος" που έκανε το ταξίδι Ελλάδα-Αμερική.
Σε κάποιες καθόδους στη Νέα Υόρκη ηχογράφησε ορισμένα μουσικά κομμάτια και τραγούδια, χρησιμοποιώντας, για άγνωστους λόγους, το ψευδώνυμο Σ .Γεωργιάδης. Βέβαια η συμμετοχή του στη δισκογραφία, άρχισε αμέσως μετά το 1924, όταν εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, οι πράκτορες των Ευρωπαϊκών εταιρειών δίσκων και άρχισαν τις ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών. Το ξεκίνημα του εργοστασίου της Columbia και γενικά της μονάδος παραγωγής δίσκων στον Περισσό, από την αγγλική Grammophone, βρίσκει τον Σπύρο Περιστέρη στους επί κεφαλής μουσικούς, σαν μαέστρο-οργανοπαίχτη και επιλογέα ρεπερτορίου. Το 1932 θα γνωρίσει και θα συνεργαστεί με τον Μάρκο Βαμβακάρη στην ηχογράφηση των πρώτων του τραγουδιών, με τα σήματα της Columbia και His Master's Voice. Την ίδια χρονιά συνδέεται οικογενειακά και επαγγελματικά με τον επίσης νεαρό στιχουργό Μίνωα Μάτσα ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση και δύο άλλων δισκογραφικών εταιρειών Odeon και Parlophone. Από τότε ο Σπύρος Περιστέρης θα παραμείνει (μέχρι τον θάνατό του) ο μουσικός "καθοδηγητής" των μουσικών τεκταινομένων και μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση (ή Ογδοντάκη), Κώστα Σκαρβέλη και Δημήτρη Σέμση, θα "ορίσουν" τη μοίρα του νεώτερου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, αφού από τα χέρια τους θα περάσουν για έγκριση, βελτίωση και ενορχήστρωση, όλα τα τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του ρεμπέτικου. Φαίνεται όμως και από τις αφηγήσεις των επιζώντων, αλλά και από τη δισκογραφία, ότι η θετική παρέμβαση του Σπύρου Περιστέρη, στο θέμα του "Πειραιώτικου ρεμπέτικου" ήταν ιδιαίτερα καθοριστική. Διότι παρά το γεγονός ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης μεταξύ 1932-33 ηχογράφησε 24 από τα πρώτα του τραγούδια, ελάχιστα κυκλοφόρησαν. Και μόνο όταν παρενέβησαν οι Μίνως Μάτσας και Σπύρος Περιστέρης, (τέλος του 1933 αρχές του 1934), έγινε η δισκογραφική "έκρηξη" του Πειραιώτικου ρεμπέτικου με τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες.
Ο ρόλος του Σπύρου Περιστέρη στα χρόνια του μεσοπολέμου είναι ακόμα πιο αποφασιστικός και στη δισκογραφία και στο πάλκο. Μαθαίνει αμέσως μπουζούκι και γίνεται ο καλύτερος εκτελεστής των τραγουδιών του Μάρκου Βαμβακάρη, του Κώστα Σκαρβέλη, (ιδιαίτερα αυτών που τραγουδά ο Γιώργος Κάβουρας), του Βασίλη Τσιτσάνη (στη πρώτη περίοδο με την Odeon και Parlophone), του Γιάννη Παπαιωάννου, του Απόστολου Χατζηχρήστου και όλων των άλλων συνθετών του ρεμπέτικου που συνεργάστηκαν με τις δύο εταιρείες. Ανάλογα με τις ανάγκες της ορχήστρας παίζει όποιο όργανο χρειάζεται. Είναι βέβαιο ότι έπαιζε όλα τα έγχορδα όργανα με τάστα και ακόμη, ακορντεόν, πιάνο, τσέλο και κόντρα μπάσο. Δεν γνωρίζουμε αν έπαιζε βιολί. Η εμφάνισή του στη δισκογραφία (σαν συνθέτη) αρχίζει τέλος 1933,αρχές του 1934 με μια σειρά εκπληκτικά ρεμπέτικα, όπως "Ο ιππότης", με τον Κώστα Ρούκουνα, "Η μποέμισσα" και το "Εντάξει", με τη Ρόζα Εσκενάζυ, το "Οφ αμάν", "Τα μπελεντέρια", ο "Τεκετζής" και ο "Μάγκας του Βοτανικού" με τον Σμυρνιό τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη Ζαχαρία Κασιμάτη. Παρά τις ασχολίες του στη διεύθυνση των εταιρειών και τη μόνιμη απασχόλησή του στο πάλκο, στα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1941, που κλείνει (με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα) το εργοστάσιο της Columbia, εκατό τραγούδια του εκδίδονται στις 78 στροφές.
Ο Σπύρος Περιστέρης νυμφεύτηκε το 1921 στην Κωνσταντινούπολη την Ευαγγελία Μωραίτη (1904-1974) και μετά την εγκατάστασή τους στην Αθήνα (1923), κάνουνε δύο παιδιά τον Αργύρη (1925) και τον Δημήτρη (1937), οι οποίοι ακολουθώντας την πολύχρονη παράδοση της οικογένειας ασχολήθηκαν ολόψυχα με τη μουσική, παίζοντας πιάνο ο Αργύρης και κόντρα μπάσο και πιάνο ο Δημήτρης. Στο όνομα της συζύγου του Ε. Μωραίτη είναι περασμένα μερικά τραγούδια του, γεγονός που εντοπίσαμε στις ετικέτες των δίσκων των 78 στροφών, αλλά και στα αρχεία της Α.Ε.Π.Ι. Τα πρώτα χρόνια μετά τη καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αγ.Παρασκευή, σε ένα από τα μικρά σπιτάκια, σ' ένα μεγάλο οικόπεδο, που νοίκιαζε ο ιδιοκτήτης τους, που διατηρούσε μέσα και εξοχικό κέντρο όπου έπαιζε με άλλους γνωστούς μουσικούς τα πρώτα καλοκαίρια (Δημήτρης Σέμσης, Αγάπιος Τομπούλης κ.λ.π.). Γύρω στο 1934 μετακόμισε στην οδό Λασκάρεως 24 και το '38, στο δικό τους σπίτι, στη πλατεία Γκύζη, όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτιο του 1966. Σ' αυτό το σπίτι (κέντρο διδασκαλίας θα λέγαμε σήμερα) έγραψε τα περισσότερα τραγούδια του, εκεί έγιναν οι πρόβες και από εκεί πέρασαν όλοι σχεδόν οι συνεργάτες του, μουσικοί, στιχουργοί, συνθέτες, τραγουδιστές για να τους μεταδώσει τις ατελείωτες γνώσεις του.
Ο Σπύρος Περιστέρης, μας έδωσε επίσης και πλήθος ενορχηστρωτικών διατάξεων και "διεξόδων", με τη ποικιλία των οργάνων που χρησιμοποίησε και στα δικά του, αλλά και στα τραγούδια των συναδέλφων του, για τα οποία είχε την ευθύνη. Πιστεύουμε ότι μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο οδηγό για τους σημερινούς ενορχηστρωτές.
Μετά τον πόλεμο, ήταν ο μόνος από τους μεγάλους προπολεμικούς μαέστρους, που παρέμεινε στο πόστο του για είκοσι ακόμη χρόνια, αφού ο Παναγιώτης Τούντας και ο Κώστας Σκαρβέλης έφυγαν από τη ζωή το 1942, ο Γιάννης Δραγάτσης αποσύρθηκε και πέθανε το 1958, ενώ ο τελευταίος, ο Δημήτρης Σέμσης, έμεινε στην His Master's Voice μέχρι το θάνατό του το 1950.
Από τη θέση του αυτή ο Σπύρος Περιστέρης, συνέβαλε στην ανάδειξη νέων συνθετών, στιχουργών και τραγουδιστών, αν και το μεταπολεμικό (μετεμφυλιακό κλίμα έβαλε σοβαρούς φραγμούς στη πνευματική) μουσική δημιουργία με τη παράταση και συνέχιση της λογοκρισίας της μεταξικής δικτατορίας και αυτή της περιόδου της γερμανικής κατοχής.
Παρ' όλα αυτά και παρά την υποχώρηση του ρεμπέτικου στη 10ετία του 1950, ο Σπύρος Περιστέρης πέρασε στη δισκογραφία των 78 στροφών άλλα 100 τραγούδια του, προσαρμοσμένα βέβαια στις επιταγές και το κλίμα της εποχής. Απ' αυτά τα περισσότερα είναι ρεμπέτικα, ενώ υπάρχουν μερικά δημοτικά και ελαφρά.
Ο Σπύρος Περιστέρης παρέμεινε (παρά τις διοικητικές αλλαγές στις εταιρείες Odeon-Parlophone) μέχρι το θάνατό του, πλάι στο φίλο της νεότητάς του Μίνωα Μάτσα, με τον οποίο γράψανε μία μεγάλη σειρά τραγουδιών, μερικά των οποίων χιουμοριστικού περιεχομένου. Πίσω από τα ψευδώνυμα Τσάμας, Σαλαχώρας, Μαργαρίτης και Π.Οικονόμου, κρυβόταν (από σεμνότητα) ο σπουδαίος αυτός στιχουργός του Ελληνικού τραγουδιού, ο Μίνως Μάτσας, που πολύ πριν ασχοληθεί με τα διοικητικά της δισκογραφίας, είχε διαπρέψει γράφοντας στίχους ελαφρών και επιθεωρησιακών τραγουδιών. Ήταν τέτοιο το δέσιμο αυτό των δύο φίλων-συνεργατών που όσοι παραβρέθηκαν στην κηδεία του Σπύρου Περιστέρη, θυμούνται την απέραντη θλίψη του Μίνωα Μάτσα για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου.
Ο Σπύρος Περιστέρης, σεμνός, ηθικός, συμπαραστάτης όλων των νέων μουσικών (αφού δεχόταν να παίξει ακόμα και στις ηχογραφήσεις των "μουσικών εγγονών του", όπως ο Χρήστος Λεοντής) έφυγε από τη ζωή τον Μάρτιο του 1966, σε ηλικία 66 χρόνων, αφήνοντας ένα πραγματικά δυσαναπλήρωτο κενό ή μάλλον ένα κενό που δεν θα μπορέσει, μάλλον, ποτέ να αναπληρωθεί
Ο Μίνως γεννήθηκε το 1903 στην Πρέβεζα, η οποία τότε βρίσκονταν υπό Οθωμανική κατοχή. Γόνος μεσοαστικής οικογένειας, πέρασε τα πρώτα εννιά χρόνια της ζωής του εκεί, πριν μετακομίσει στα Γιάννενα. «Ο Αινιγματικός κος Μίνως» όπως τιτλοφορείται το εμπεριστατωμένο βιβλίο του ερευνητή του Ρεμπέτικου τραγουδιού Παναγιώτη Κουνάδη υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς της εποχής του με επιτυχίες όπως το περίφημο «Μινόρε της αυγής», «Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο Σερέτης» και πάρα πολλά άλλα τραγούδια. Πέραν όμως αυτού είχε το χάρισμα να διακρίνει και την ικανότητα να αναδεικνύει καλλιτέχνες που απεδείχθησαν οι σημαντικότερες προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού όπως ο πρωτοπόρος Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, αργότερα ο Τάκης Μπίνης, ο Απόστολος Καλδάρας και τόσοι άλλοι. Αναφορές για την προσωπικότητα του Μίνου Μάτσα κάνουν στις βιογραφίες του πολλοί από τους μεγάλους του Ρεμπέτικου και γενικότερα του Ελληνικού Τραγουδιού. Όπως ο Γιάννης Παπαϊωάννου, η Μαίρη Λίντα, ο Φώτης Πολυμέρης κ.α ενώ ο Τάκης Μπίνης στην βιογραφία του γράφει: «Αν δεν υπήρχε ο Μίνως Μάτσας δεν θα υπήρχε λαϊκό τραγούδι». Το πώς ακριβώς ξεκίνησε να ασχολείται με την μουσική παραμένει άγνωστο. 

Πάντως έμαθε να παίζει από πολύ μικρός κλαρίνο, ενώ ήταν μέλος της Φιλαρμονικής της Πρέβεζας. Ο Μίνως ενώ έγραψε εκατοντάδες τραγούδια με το πραγματικό του όνομα υπέγραφε ένα πολύ μικρό αριθμό τραγουδιών χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα. Κι αυτό το έκανε γιατί δεν ήθελε να εμφανίζεται ως ανταγωνιστής των υπολοίπων στιχουργών της εποχής.
Ο ερευνητής του ελληνικού τραγουδιού Παναγιώτης Κουνάδης, που ασχολήθηκε με την βιογραφία του Μίνου Μάτσα προσπαθούσε επί χρόνια να βρει ποιος κρύβεται πίσω από το όνομα "Τσάμας" το οποίο συναντούσε σε δεκάδες δίσκους 78 στροφών.
Τελικά ανακάλυψε πως πρόκειται για αναγραμματισμό του ονόματος Μάτσας. Άλλα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ήταν τα αρχικά του "Μ.Μ", το "Σαλαχώρας" (από το λιμάνι της ιδιαίτερης πατρίδας του) αλλά και το "Μ. Μαργαρίτης" από το όνομα της γυναίκας του Μαργαρίτας. Μετά την κατοχή χρησιμοποίησε και το ψευδώνυμο Π. Οικονόμου από το όνομα της πιστής του γραμματέως Πιπίτσας Παπαοικονόμου.

Όπως αποδείχθηκε μάλιστα λίγο πριν από τον θάνατο της από την διαθήκη της, ο Μίνως Μάτσας της είχε χαρίσει ένα μεγάλο μέρος των πνευματικών του δικαιωμάτων για να την ενισχύσει οικονομικά. Της ανεγνώριζε ευγνωμοσύνη γιατί τα χρόνια της κατοχής υπήρξε
ο άνθρωπος που είχε σώσει όχι μόνο την δική του ζωή αλλά και την ζωή όλης του της οικογένειας. Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει ιδιαίτερα ήταν ο ακέραιος χαρακτήρας του, ο οποίος μπορεί να σκιαγραφηθεί καλύτερα μέσα κι από τα επόμενα περιστατικά: Ο Μίνως Μάτσας ήτανε ο πρώτος άνθρωπος που οδήγησε μέσα στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον Μάρκο Βαμβακάρη. Σε μια στιγμή που η δεύτερη και μοναδική εταιρία η Κολούμπια τον είχε απορρίψει φοβούμενη τις έντονες αντιδράσεις του μουσικού
κατεστημένου της εποχής. Την πρώτη του αυτή ηχογράφηση με τον Μίνω Μάτσα ο Μάρκος έτυχε να διασταυρωθεί με τον μέγιστο τότε συνθέτη της εποχής Νίκο Χατζηαποστόλου. Όταν ο μαέστρος άκουσε το πρώτο κιόλας τραγούδι του Μάρκου εξοργισμένος βγήκε έξω από την αίθουσα για να συναντήσει τον Μίνω Μάτσα και να του πει: «Αν δεν βγάλεις αυτά τα άθλια κατασκευάσματα από το στούντιο εγώ δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου εδώ. Θα φύγω από την εταιρία». Ο Mίνως Μάτσας βέβαια του απάντησε με την ιστορική φράση: «Μαέστρο μου, όπως εγώ δεν ανακατεύομαι στις παρτιτούρες σου, θα σε παρακαλέσω κι εσύ να μην ανακατεύεσαι στην δουλειά μου».
Αυτή βέβαια η μοιραία φράση ήταν η αιτία που ο Μίνως Μάτσας έχασε για πάντα την συνεργασία του Νίκου Χατζηαποστόλου αλλά κέρδισε το σημαντικότερο ραντεβού του με την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Το περιστατικό της πρώτης αυτής ηχογράφησης
του Μάρκου στην Odeon αναφέρεται από τον ίδιο στον πρόλογό του δίσκο του «Σαράντα χρόνια Βαμβακάρης» ενώ όλα τα υπόλοιπα περιστατικά γύρω από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και τις αντιδράσεις του κατεστημένου επιβεβαιώνονται στην αυτοβιογραφία
του Γιάννη Παπαϊωάννου και άλλων συνθετών.
Το δεύτερο περιστατικό ήταν: όταν οι εργοδότες του στην Οdeon του πρότειναν να γίνει συνέταιρος με 15% προκειμένου να απορρίψει τις δελεαστικές προτάσεις για συνεταιρισμό του με την ανταγωνίστρια HIS MASTER’S VOICE, εκείνος όχι μόνο δέχτηκε τις υποδεέστερες προτάσεις των παλαιών συνεργατών του, αλλά όπως αποδεικνύεται και από τα επίσημα καταστατικά της εταιρίας, περίμενε καρτερικά 15 ολόκληρα χρόνια για να πάρει επισήμως τον τίτλο του συνεταίρου. Όλο αυτό το διάστημα παρέμενε άτυπος συνεταίρος βασιζόμενος σ’ ένα λόγο που του είχαν δώσει.
Ο Μίνως δεν ασχολήθηκε μόνο με το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και με το χώρο του ελαφρού τραγουδιού. Μία από τις πιο προσοδοφόρες και δημιουργικές συνεργασίες του ήταν με τον Φώτη Πολυμέρη, ο οποίος σύμφωνα με τον Κουνάδη συνεργάστηκε μαζί του μετά την γερμανική κατοχή για όλα τα χρόνια της ζωής του. «Είχα συνδεθεί πάρα πολύ με τον Μίνωα Μάτσα και τον έβλεπα σαν δεύτερο πατέρα μου», λέει ο Φώτης Πολυμέρης. «Με στήριξε οικονομικά σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ήμουν τόσο συγκινημένος, που σε κάποια κάρτα που του έστειλα του έγραψα: Αγαπημένε μου «πατέρα», αν κάποια
φάλτσα σφαίρα του εχθρού δεν με ρίξει για πάντα στο χώμα, σου υπόσχομαι όταν τελειώσει ο πόλεμος θα σου τραγουδήσω όσα τραγούδια χρειαστεί για να σου ανταποδώσω την μεγάλη υποχρέωση που νοιώθω για σένα». Και έτσι κι έκανε. Στη δεκαετία του ‘60 δε συμμετείχε όπως παλιά στη δισκογραφία αλλά έδωσε την «ευλογία» του στη νέα γενιά των καλλιτεχνών που έφερε ο γιος του Μάκης στην εταιρεία. Στον Χρήστο Λεοντή, στον Μάνο Λοΐζο, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στον Γιάννη Πάριο και τόσους άλλους και είδε λίγο πριν τον θάνατό του να μεγαλουργούν μαζί με την προσπάθεια που ξεκίνησε ο γιος του στις αρχές της δεκαετίας».

Αρκετά τα βιογραφικά στοιχεία για τους δυο μεγάλους συνθέτες του Ελληνικού τραγουδιού και δυο εξαιρετικοί νησιώτικοι σκοποί. 

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

273. RCA VICTOR 48g 2485 ΜΑΣΤΟΡΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ- ΝΑΤΣΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΓΚΟΓΚΟΣ ΧΡ.- ΚΑΡΟΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΚΑΡΟΚΗ ΣΟΦΙΑ 1964

Μάστορας Μιλτιάδης- Νάτσιας Νίκος- Γκόγκος Χρ.- Καρόκης Ιωάννης- Καρόκη Σοφία RCA VICTOR 48g 2485 Της Ελένης το κρεβάτι (Βορειοηπειρώτικο) - Όλες οι χώρες και χωριά (Πωγωνίσιος) 1964- 45rpm- 7''

 

«Ο Μιλτιάδης Μάστορας, Πανωδροπολίτης ταλαντούχος μουσικός της οικογενείας των Μαστοραίων από το Λόγγο της Άνω Δρόπολης (εικάζετε ότι οι Μαστοραίοι είναι η κοιτίδα των Χαλκιάδων και των Λουκαίων). Ο Μιλτιάδης βρέθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο σαν πολιτικός πρόσφυγας και συμμετείχε σε πολλά συγκροτήματα, ηχογραφήσεις δίσκων (πολυφωνικά ,πωγωνίσια και βλάχικα-Μετζητιέ της εταιρείας RCA). Ανέδειξε με την τέχνη και την εμπειρία του το πολυφωνικό Βορειοηπειρώτικο τραγούδι παγκόσμια. Συνεργάστηκε με τον Σίμωνα Καρρά, την Δόμνα Σαμίου κ.ά. , συμμετείχε σε διεθνή και ντόπια φεστιβάλ και συμμετείχε ή πρωτοστατούσε σε πολλές δισκογραφικές παραγωγές Βορειοηπειρώτικων τραγουδιών.

Η σημερινή επαρχία Πωγωνίου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Ιωαννίνων, αποτελείται από 30 περίπου χωριά και χωρίζεται στο άνω και κάτω Πωγώνι. Η επαρχία αυτή αποτελεί μία ξεχωριστή ενότητα στον Ελλαδικό χώρο ως προς το γλωσσικό ιδίωμα, την αρχιτεκτονική, τη φορεσιά, το χορό και κυρίως το τραγούδι (πολυφωνικό). Η μουσικοχορευτική παράδοση του Πωγωνίου είναι πλούσια και έχει τη δική της ιδιομορφία,  που οφείλεται σε ιστορικούς, κλιματολογικούς, ανθρωπολογικούς, κοινωνιολογικούς και άλλους παράγοντες.

Το πολυφωνικό τραγούδισμα “a capella” είναι παράδοση με αρχαίες ρίζες. Η προέλευση του πολυφωνικού τραγουδιού  δεν είναι με σαφήνεια γνωστή. Σταθμός της εξέλιξης της πολυφωνίας είναι ο 9ος αι. μ.Χ. στην Δυτική Ευρώπη όπου περνά τα στενά όρια της Εκκλησιαστικής μουσικής. Το Πολυφωνικό τραγούδι ακολουθεί την Δωρική πεντατονική ανημίτονη κλίμακα (σειρά πέντε φθόγγων χωρίς την παρουσία ημιτονίων) ενώ η διατήρηση του «ίσου» έχει Βυζαντινές ρίζες. Αντικατοπτρίζει τα κύρια βιώματα του Πωγωνίου: την ξενιτιά, τον αποχωρισμό, την διαίρεση της Ηπείρου, την αγάπη για την φύση.  Έχει ομαδικό και φωνητικό χαρακτήρα και στηρίζεται στις ανημίτονες και πεντατονικές μουσικές κλίμακες.

Τα πολυφωνικά συγκροτήματα αποτελούνται από 4 έως 10 άτομα. 

Ο «Πάρτης» είναι ο πρώτος του συγκροτήματος που ξεκινά-παίρνει το τραγούδι που το γυρίζει ο «Γυριστής» για να κρατήσουν το ίσο οι «Ισοκράτες» που στην ουσία διατηρούν την τονική μελωδία και είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της ομάδας. Ο «Κλώστης» της μελωδικής αυτής ομάδας κλώθει σαν το νήμα το τραγούδι ανάμεσα στην τονική και την υποτονική μελωδία. Ο «Γυριστής» και ο «Κλώστης» κόβουν απότομα το τραγούδι  δημιουργώντας με τον τελευταίο φθόγγο του «Πάρτη» μία έντονη διαφωνία που είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του Πολυφωνικού Τραγουδιού. Το σύνολο της μελωδίας έχει παρ’ όλα αυτά μία αυστηρή αρμονία και μιμείται τα μουσικά όργανα που όμως απουσιάζουν. Το Πολυφωνικό Τραγούδι απαντάται στο Πωγώνι και βασίζεται στην ιστορία και τα βιώματα της πολύπαθης αυτής περιοχής της Ηπείρου. Συναντάμε αντίστοιχα τραγούδια όπως ¨Της ξενιτιάς  («Αλησμονώ και χαίρομαι»)¨,  ¨Μοιρολόγια («Λεμονανθούς σε στόλισα»)¨, ¨Λυρικά της Αγάπης («Τι κακό έκανα ο καημένος») και ¨Ιστορικά –Αποχωρισμού («Δεροπολίτισσα»).

Δείγμα της δημιουργικότητας και της ευαισθησίας των ανθρώπων αυτής της γης είναι εκτός από το Πωγωνίσιο παραδοσιακό τραγούδι, που είναι μοναδικό στην ελληνική μουσική παράδοση, και ο Πωγωνίσιος χορός. Ο «βαρύς» αυτός χορός έχει επικρατήσει με το όνομα Πωγωνίσιος σε ολόκληρη την Ήπειρο και τη Νότια Αλβανία. Συρτός στα δύο, ο Πρώτος αυτός χορός, ακολουθεί αμέσως μετά το εναρκτήριο μοιρολόι στα ηπειρώτικα γλέντια. 

Ο Πωγωνίσιος, είναι ο χορός που συμπυκνώνει για τους Ηπειρώτες την διαχρονική τραγουδιστική και μουσικοχορευτική έκφρασή τους, αφού συμπεριλαμβάνει και αγκαλιάζει την αρχαία Ελληνική παράδοση, με την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα, αλλά και τη σύγχρονη μουσική ταυτότητα της περιοχής του Πωγωνίου, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την «δωρικότητα», την λιτότητα και την ομαδικότητα. Ο Πωγωνίσιος σκοπός ήταν αρχικά μία «σύνθεση» από πολλές φωνές και με την εμφάνιση των οργάνων, στην πορεία των χρόνων, εξελίχθηκε σε μία «σύνθεση» από πολλά μουσικά όργανα.

Το ιδιόμορφο ύφος του πωγωνίσιου τραγουδιού προέκυψε από τη πολυφωνική αρμονική μελωδία, που συνδυάζεται με την εύθυμη, μελωδική επανάληψη. Είναι μάλιστα ο πιο διαδεδομένος χορός σε όλη την Ήπειρο, αφού οι περισσότεροι χοροί καταλήγουν σ' αυτόν. Είναι χορός με έντονη σούστα (ανεβοκατέβασμα του κορμού) σε όλα τα βήματα και χορεύεται και από γυναίκες και από άντρες, αποτυπώνοντας με απαράμιλλη ομορφιά την ισορροπία και τα όρια της έκφρασης ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα. Η πανέμορφη γυναικεία πωγωνίσια στολή μάλιστα είναι εκείνη που επιβεβαιώνει την σεμνή και λυγερή γυναικεία έκφραση, αλλά και την αισθητική ποιότητα της περιοχής.

Οι χορευτές και χορεύτριες έχουν το σώμα τους τοποθετημένο έτσι ώστε να βλέπει το κέντρο του κύκλου. Η πρώτη γυναίκα με τον τελευταίο άνδρα χρησιμοποιεί μαντήλι προκειμένου να κρατηθεί. Η λαβή των ανδρών είναι από τις παλάμες με τα χέρια ελεύθερα αφημένα κάτω και μόνον το αριστερό χέρι του πρώτου και το δεξί του δεύτερου είναι σηκωμένα επάνω. Η μουσική του Πωγωνίσιου διαφέρει από χωριό σε χωριό. Αλλού παίζουν βαριά και κοφτά, αλλού πιο γρήγορα χρησιμοποιώντας πολλές νότες για να στολίσουν το κομμάτι, κι αλλού παίζουν απλά, "μπατζίτικα" όπως λένε, προκειμένου να δώσουν γλύκα και παράπονο. Υπάρχουν χιλιάδες πωγωνίσια τραγούδια που δεν φτιάχτηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι παλιά. Οι χοροί εκφράζουν πολλές πλευρές της ψυχής των Πωγωνίσιων, με μεγαλοπρεπές βήμα και πρωτότυπο τραγούδισμα».

Στο σημερινό δισκάκι ο εξαιρετικός Μιλτιάδης Μάστορας στο λαούτο και στο ρόλο του ¨Πάρτη¨ και ¨Κλώστης¨, ¨Γυριστής¨ και ¨Ισοκράτες¨ οι Νάτσιας Νίκος- Γκόγκος Χρ.- Καρόκης Ιωάννης- Καρόκη Σοφία. Στο κλαρίνο είναι ένας από τους τρεις Περικλής Χαλκιάς ή Ν.Σαδεδίν ή Α.Τζιούμας. Δυστυχώς δεν έχω πληροφορίες για τον κλαριντζή. Βιογραφικά στοιχεία για τους παραπάνω δεν κατάφερα να βρω.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

272. ODEON DSOG 2519 ΚΛΑΔΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΧΑΧΑΡΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1958 (Ηχογράφηση 1957)

Κλάδος Λεωνίδας- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Χαχαριδάκης Ιωάννης ODEON DSOG 2519 Ζωή σαν δεν μου χάρισες (Ρεθυμνιώτικος συρτός) - Όταν κοιμάται ο δυστυχής (Συρτός Ηρακλειώτικος) 1958 (Ηχογράφηση 1957)- 45rpm- 7''

 

«Ο Λεωνίδας Κλάδος γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1925 στα Πλατάνια Αμαρίου. Ήταν γιος του Δημήτρη Κλάδου κτηνοτρόφου από τα Λειβάδια Μυλοποτάμου. Μητέρα του ήταν η Χρυσή Ανδρέου Λίτινα. Έμειναν και έζησαν στα Πλατάνια αποκτώντας 8 παιδιά εκ των οποίων το δεύτερο ήταν ο Λεωνίδας.

Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Πλατανίων, αλλά λόγω έλλειψης δασκάλου παρακολούθησε μαθήματα και σε άλλα δημοτικά της γύρω περιοχής μεταξύ αυτών και αυτό του Μοναστηρακίου. Ήταν εξαίρετος μαθητής, λόγω όμως οικονομικών δυσχερειών δεν προχώρησε στα γράμματα. Οι γονείς του τον προέτρεψαν και πήγε να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη στο Βυζάρι στου Κούνουπα του Στεφανή, όπου πηγαινοερχόταν για τρία χρόνια.

Σαν παιδί βοηθούσε στην εκκλησία και ήταν δίπλα στον παππού του, ο οποίος διέκρινε από πολύ νωρίς τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες του Λεωνίδα και τον προώθησε στο ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν η εκκλησία υπήρξε ένα από τα πρώτα του βιώματα, όσον αφορά το χώρο της μουσικής. Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος στη μουσική για το Λεωνίδα ήταν ο θρυλικός Κουρούπης από το γειτονικό Μέρωνα που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα.

Το 1941, όταν κατέκτησαν οι Γερμανοί την Κρήτη, τον βρίσκει με πολλές άλλες οικογένειες στις σπηλιές του Ψηλορείτη. Εκεί ο θείος του Μανώλης Λίτινας ασχολείται με διάφορα ξυλόγλυπτα και μεταξύ αυτών φτιάχνει και μία λύρα από ασφένταμο. Τα παιδιά την περιεργαζόταν και την άφηναν, όμως ο Λεωνίδας ανυπομονούσε να ακούσει τους πρώτους ήχους:

“σε 17 ημέρες έμαθα να κουρδίζω και σε 28 ακούστηκαν οι πρώτοι σκοποί στις κορυφές του Ψηλορείτη. Έπαιζα και τραγουδούσα συνέχεια”

Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής έβλεπε τα πρόβατα και έπαιζε και λύρα στα χωριά της περιοχής, ενώ στον Οψιγιά στο καφενείο Πικαντίλι, διασκέδαζαν τακτικά πολλοί μερακλήδες και χορευτές της επαρχίας που με την παρακίνηση τους έγινε σήμερα επώνυμος καλλιτέχνης.

Στα πρώτα του βήματα σημαντικό ρόλο έπαιζαν οι λυράρηδες της περιοχής ιδιαιτέρως ο Κουρούπης από το Μέρωνα και ο Καπαρός ο Λευτέρης από το Άνω Μέρος οι οποίοι κατά τον Κλάδο έπαιζαν σωστά και μελετημένα. Παράλληλα στο χώρο της Κρητικής μουσικής έκανε τα πρώτα του βήματα και ένας άλλος μεγάλος Αμαριώτης καλλιτέχνης ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης. Συχνά βρισκόντουσαν στον Οψυγιά οπού μαζί “τελειοποιούσαν” το παίξιμο τους γι’ αυτό και παρατηρεί κανείς κοινά στοιχεία.

Η φήμη του γρήγορα ξεπερνά τα όρια του νομού. Το Φεβρουάριο του 1951 βρίσκεται στη Μεσσαρά, όπου γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό και αγάπη στις διάφορες εκδηλώσεις της περιοχής. Συχνά έπαιζε στο καφενείο του Μιχάλη Τζωρτζάκη στη πλατεία των Μοιρών, όπου γνωρίστηκε με την κόρη του την Κλειώ. Παντρεύονται το 1953 και αποκτούν 2 γιούς και 2 κόρες. Σήμερα έχουν 8 εγγόνια. Από τη χρονική περίοδο αυτή γίνεται μόνιμος κάτοικος Μοιρών, όπου ο κόσμος τον αγκαλιάζει ως γνήσιο Μεσσαρίτη και ο ίδιος ανταποκρίνεται.

Παρά την αντίδραση των γονιών του να γίνει επαγγελματίας λυράρης εκείνος είχε ήδη πάρει το βάπτισμα, τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει από τη λύρα του. Όπου γλέντι, γάμος, βαπτίσεις νάσου και ο Λεωνίδας να μαγεύει τους πάντες με τις κοντυλιές του. Από το 1945 έως το 1947 παίζει στο Ρέθυμνο κάθε βράδυ στο ζαχαροπλαστείο του Κλαψινού, όπου προωθείται από το πασίγνωστο λαγουτιέρη Μπαξεβάνη και πλέον γίνεται γνωστός σε όλο το νομό.

Το 1947 κατατάσσεται στο στρατό, όπου υπηρετεί για 29 μήνες. Επιστρέφοντας συνεχίζει και συνεργάζεται πάντα με κορυφαίους λαγουτιέρηδες Μαρκογιαννάκη, Κοτσιφό, Παχουντάκη, αλλά και τον Στέλιο Φουσταλιέρη. Ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους κορυφαίους λυράρηδες Λαγό, Καρεκλά, Σκορδαλό, Καλογρίδη.

Το 1957 δημιούργησε το πρώτο του έργο στίχοι, μουσική, εκτέλεση δική του, το συρτό “Όταν κοιμάται ο δυστυχής”. Από το 1961 διακόπτει την καλλιτεχνική του ενασχόληση για λόγους υγείας. Ύστερα από επίμονη παρότρυνση φίλων ξαναρχίζει να παίζει και ταυτόχρονα επιστρέφει στις ζωντανές εμφανίσεις και δισκογραφία.

Μεγάλες στιγμές δισκογραφικά οι συνεργασίες του με τον Μανιά, Κακλή, Κρασαδάκη, Σκουλά, Σταματογιαννάκη, Αγγελάκη όλοι τους μεγάλες φωνές.

Στην καλλιτεχνική του πορεία είχε να παρουσιάσει πλούσια δραστηριότητα στην διάρκεια της οποίας προσπάθησε να εξελίξει και να αναπτύξει την τεχνική του με τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία της δικιάς του “σχολής” στο παίξιμο της κρητικής λύρας. Συνολικά είχε ηχογραφήσει πάνω από 30 δίσκους.

Η τεχνική του χαρακτηριζόταν από ποικίλες και γρήγορες εναλλαγές ενώ η ποιότητα του ήχου είχε μια έντονη γλυκύτητα που σε συναρπάζει. Πολλοί λένε σήμερα, ότι με τη λύρα του Κλάδου μερακλώνουν, ενθουσιάζονται, είναι η λύρα που τους αρέσει και τους ταξιδεύει σε κόσμους παραμυθένιους και παραδεισένιους.

Ο Κλάδος ταξίδεψε πολλές φορές στο εξωτερικό και ενθουσιάστηκε με τη διατήρηση της παράδοσης και των εθίμων τη Κρήτης στην ομογένεια. Είχε τιμηθεί πάμπολλες φορές για την προσφορά του από διάφορους δήμους- κοινότητες- συλλόγους. Στη λύρα του βρίσκουν την λεβεντιά, την περηφάνια και το μεγαλείο του Κρητικού λαού.

Επίσης είχε εκλεχτεί αντιδήμαρχος Μοιρών και δύο φορές Δημοτικός Σύμβουλος. Παράλληλα είχε δημιουργήσει βιοτεχνία παγωτών “Λύρα” και εργοστάσιο ζαχαροπλαστικής στις Μοίρες.

Παρά τα 86 του χρόνια το πάθος και το μεράκι για τη λύρα υπήρχε και τον βλέπαμε τακτικά σε δημόσιες εμφανίσεις. Ζούσε στις Μοίρες. Επιθυμία του ήταν να γυρνούσε στο χωριό του, για να ξαναπερπατούσε στον Ψηλορείτη και τη Σάμιτο.

Ο Λεωνίδας Κλάδος, έφυγε από τη ζωή στις 12 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών».

Το σημερινό δισκάκι είναι επανακυκλοφορία του πρώτου γραμμοφωνικού δίσκου του Λεωνίδα Κλάδου στην Parlophone το 1957, που θα αναρτήσουμε μελλοντικά. Επανακυκλοφόρησε στην Odeon με μαύρες ετικέτες και χρυσά γράμματα το 1958 και αργότερα με ασημί. Έχει κυκλοφορήσει και Αμερική- Αυστραλία με διαφορετικές ετικέτες. Στο τραγούδι ο Ιωάννης Χαχαριδάκης και στο λαούτο ο Μαρκογιάννης. Βιογραφικά στοιχεία για τον Χαχαριδάκη δεν κατάφερα να βρω.

Οι σκαναρισμένες ετικέτες που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ για την βοήθεια, στην προσπάθεια καταγραφής.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

271. COLUMBIA D.G.6675 ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗ ΛΑΥΡΕΝΤΙΑ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1947

Φουσταλιεράκης Στέλιος (Φουσταλιέρης- Το Στελάκι από την Κρήτη)- Μπερνιδάκη Λαυρεντία- Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης) COLUMBIA D.G.6675 Συρτός Νιοχωριανός - Συρτός Καλυβιανός (Λεονταριού Καρδιά Βαστάς) 1947- 78rpm- 10''

«Εγώ λεφτά δεν έκαμα από το μπουλγαρί μου,

έκαμα φίλους μπιστικούς και το 'χω σε τιμή μου.»

Ο Στέλιος Φουσταλιέρης (βλέπε και αναρτήσεις 66 και 154) γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911 στο Ρέθυμνο. Πήρε το όνομα του πατέρα του, που σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Πηγαίνει μέχρι την τρίτη Δημοτικού σε νυχτερινό σχολείο, μαθαίνει όμως και την τέχνη του ρολογά. 13 χρονών με την πρώτη του πληρωμή και τη μεσολάβηση του πατριού του αγοράζει το πρώτο μπουλγαρί του.

«Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και στο λόγο της αντρικής μου τιμής έκλαιγα!…».

Δυο χρόνια αργότερα, μόλις 15 χρονών, συμμετείχε στο πρώτο του γλέντι ως οργανοπαίχτης με το συγκρότημα του θείου του Αντώνη Καρεκλά, ονομαστού λυράρη της εποχής του. Έτσι με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει με το μπουλγαρί του απ’ όλα: συρτό, πεντοζάλια, πηδηχτά καστρινά, ταξίμια καθιστικά «αχόρευτα, της ταβέρνας, της παρέας», ακόμη και ρεμπέτικα.

«Ο Καρεκλάς ... συχνά «αλάφρωνε» το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά - σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!...».

Συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη, το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα. Το 1930, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του που δεν το αποχωρίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του:

«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια...»

 (Ρέθυμνο 1910 - Ρέθυμνο 1972) , αποκαλούμενος και Το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης φεύγει από την Κρήτη. Στον Πειραιά έπιασε αρχικά δουλειά σα βοηθός σε ρολογάδικο. Στο καφενείο του Μπάτη στην πλατεία Καραϊσκάκη, γνωρίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη κ.ά.

Την ίδια εποχή μπαίνει και στη δισκογραφία και συνεργάζεται με τον Αντώνη Καρεκλά, τον επίσης Ρεθυμνιώτη Γιάννη Μπερνιδάκη (ή Μπαξεβάνη όπως έμεινε γνωστός), τον Κώστα Καρίπη, το Στέλιο Χρυσίνη το Βαγγέλη Φραγκιαδάκη, το Στελλάκη Περπινιάδη κ.ά.

Μεταπολεμικά αν και συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Μπερνιδάκη, και για πολλά χρόνια παραμένουν αχώριστοι και στο πάλκο και στα πανηγύρια, ηχογράφησε μόνο τρεις δίσκους, με το Θεοχάρη Ζωγράφο και το Γιώργο Τζιμάκη στο τραγούδι. Από το 1937 που επέστρεψε στο Ρέθυμνο και μέχρι το 1992 που πέθανε ο Στέλιος Φουσταλιεράκης ζούσε συνδυάζοντας πάντοτε τις δύο μεγάλες του αγάπες: την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί.

Η Λαυρεντία Μπερνιδάκη (βλέπε ανάρτηση 203),  γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1915 και ήταν αδελφή τού επίσης τραγουδιστή Γιάννη Μπερνιδάκη. Ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που ανέβηκε σε κρητικό πάλκο και έπαιξε λύρα και η πρώτη γυναίκα που ηχογραφήθηκε σε δίσκο κρητικής παραδοσιακής μουσικής Εκτός από τη φωνή της, έγινε γνωστή και για το ήθος της Τον δρόμο της άνοιξε ο αδελφός της, γνωστός ως «Μπαξεβάνης» τον οποίο η Λαυρεντία θαύμαζε Ζούσε στο Ρέθυμνο Παντρεύτηκε τον Μανώλη Βασιλονικολιδάκη και έκανε μία κόρη, την Σταυρούλα

Ο Γιάννης Μπερνιδάκης Μπαξεβάνης (βλέπε και αναρτήσεις 66, 178 και 203), υπήρξε διακεκριμένος τραγουδιστής και δημιουργός της Κρητικής μουσικής. Το προσωνύμιο «Μπαξεβάνης» φέρεται ό,τι προήλθε από το επάγγελμα του πατέρα του, ο οποίος δουλευε στα κτήματα ενός Τούρκου φεουδάρχη. Ο Μπερνιδάκης διακρίθηκε κυρίως ως τραγουδιστής αλλά έπαιζε επίσης μαντολίνο, μπουλγαρί και λαούτο.

Δισκογράφησε μεταξύ των ετών 1928 και 1949. Συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τον Μικρασιάτη συνθέτη Παναγιώτη Τούντα και με τους Κρητικούς μουσικούς Στέλιο Φουσταλιέρη, Θανάση Σκορδαλό και Ανδρέα Ροδινό. Με τον τελευταίο τον συνέδεε και στενή φιλία. Μάλιστα, εις ένδειξη πένθους, ο Μπαξεβάνης απείχε από την μουσική για ένα διάστημα μετά τον θάνατο, σε πολύ νεαρή ηλικία, του Ροδινού, το 1934.

Παντρεύτηκε το 1947, και αυτό συνέβαλε στο να τερματίσει οριστικά, μετά από λίγα χρόνια, την επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική και να ανοίξει φαρμακείο. Με την γυναίκα του, απέκτησαν μία κόρη. Ο Μπαξεβάνης πέθανε στο Ρέθυμνο το 1972.

«Πληγή π' ανοίγει μυστικά με δυσκολία κλείνει

και πόνος που δε λέγεται αγιάτρευτος θα μείνει.

Επτά πληγές μού άνοιξες οι έξ' εγιατρευτήκαν,

 στην τελευταία την πληγή, τα γιατρικά σωθήκαν.»

Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο ο ¨Νιοχωριανός Συρτός¨ δεν υπάρχει στην κασετίνα με τους πρωτομάστορες γιατί ο δίσκος που είχε η Λαυρεντία ήταν πολυπαιγμένος και είχε πολύ θόρυβο. Η ίδια η Λαυρεντία αναφέρει σε συνέντευξή της στην Κατερίνα Λιουδάκη πως ο σύζυγός της Μανώλης Βασιλονικολιδάκης όταν ήταν να αρραβωνιαστούν, πρώτα πήγε το συγκεκριμένο δίσκο να τον ακούσουν οι γονείς του στο χωριό κι ύστερα πήγε τη νύφη να την γνωρίσουν.

Στη δεύτερη πλευρά  ο ¨Καλυβιανός Συρτός¨ ή όπως είναι γνωστός ¨Λεονταριού καρδιά βαστάς¨. Με κόκκινες (μπορντό) ετικέτες παρόλο που είναι Columbia. Έχει κυκλοφορήσει και με μπλε (με χρυσά γράμματα) ετικέτες σύμφωνα πάντα με το greekdiscography. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Φουσταλιέρη, τον Μπαξέ και την Λαυρεντία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).