Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

202. ODEON GA 1540 ΠΟΛΙΤΙΣΣΑ ΜΑΡΙΚΑ- ΤΟΥΝΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ 1930

Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα) Μαρίκα (Ουρανία)- Τούντας Παναγιώτης- Λεονταρίδης Λάμπρος- Τομπούλης Αγάπιος ODEON GA 1540 Στον Ποδονήφτη - Δολοφόνισσα 1930- 78rpm- 10''
 
Η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου, πιο γνωστή και ως Μαρίκα η Πολίτισσα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1898. Οι γονείς της Χρήστος και Αλεξάνδρα την βάφτισαν Ουρανία, αλλά όλοι την φώναζαν Μαρίκα, πιθανότατα επειδή ήταν το πιο κοινό όνομα ανάμεσα στους πρόσφυγες.
Θεωρείται μία από τις πιο αξιόλογες τραγουδίστριες του Σμυρναίικου τραγουδιού,
τραγουδούσε με άνεση σε τρεις γλώσσες - ελληνικά, τουρκικά και αραβικά - και
κατάφερε να κατακτήσει με τις περιοδείες της την Ανατολή. Τραγουδούσε με ευχέρεια,
χωρίς ερασιτεχνικά τσακίσματα, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να μεταδώσει –
μέσα από την ερμηνεία της – την ψυχή της Ανατολής. Η Μαρίκα ανήκε σε εκείνες τις
γυναίκες που είχαν αυτοπεποίθηση, τη σιγουριά του "κατακτητή", αλλά και την
ασφάλεια των υλικών αγαθών, έχοντας καταφέρει να ηχογραφήσει τραγούδια σχεδόν
σε όλες τις φωνογραφικές εταιρείες. Εκτός από εξαίρετη τραγουδίστρια ήταν συνθέτρια και στιχουργός.
Στην δισκογραφία μπήκε το 1928 με τον ¨Ραστ Μανέ¨ για την Polydor. Μαζί της στη λύρα ο Λάμπρος Λεονταρίδης που πιθανότατα είχαν σχέση, όχι μόνο καλλιτεχνική. Το 1928 ξεκίνησε και η Ρόζα.  
Μολονότι την περίοδο που μεσουρανούσε πολλοί επαρχιώτες κατέφθαναν στην
Αθήνα μόνο για να την ακούσουν, τόσο η συμβολή της στη διαμόρφωση της
ρεμπέτικης μουσικής όσο και η παρουσία της δεν έχουν αποτελέσει μέχρι και σήμερα
αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Θεωρούνταν πολύ καλύτερη στους αμανέδες από
οποιαδήποτε άλλη τραγουδίστρια του Σμυρναίικου, ωστόσο παρέμεινε στην αφάνεια
και πέθανε μόνη της τη δεκαετία του 60' (1968) στην περιοχή του Βύρωνα χωρίς να ασχοληθεί μαζί της ποτέ κάποιος από τους ερευνητές του ρεμπέτικου τραγουδιού.
Η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα) ανήκει στη φημισμένη τριάδα των
λαϊκών / ρεμπέτικων ερμηνευτριών της πολύ ενδιαφέρουσας δεκαετίας του '30, καθώς
μαζί με την Ρίτα Αμπατζή και την Ρόζα Εσκενάζυ, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του
ηχητικού κλίματος εκείνης της δεκαετίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, για κάποιους
άγνωστους λόγους αποτέλεσε την πιο απόμακρη γοητευτική γυναικεία ύπαρξη στο
χώρο της ρεμπέτικης μουσικής, καθώς κανείς δεν φαίνεται να αναζητά να βρει στοιχεία
γι’ αυτή. Ωστόσο, ο εκ Κωνσταντινούπολης ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος την αναφέρει
στο ποίημά του "Αμαζόνες", το οποίο ανήκει στη συλλογή "Μην ομιλείτε εις τον
οδηγό", και παρατίθεται στη συνέχεια:
"Η «ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα» ήτο η μόνη αναδεκτή του Πάπα Ιννοκεντίου του VIII.
Αυτός ήτο τότε μικρό παιδί, ίσως μάλιστα και να μην είχε γεννηθεί ακόμη. Εκείνη ήτο ήδη
πανδρεμένη, σύζυγος του εξ ηγεμονικού οίκου Αρτάβαζου Σφυρικτρόπουλου, ανεψιού —
επ’ αδελφή του Νώε. Όμως, το έγκλημα τούτο δεν ημπορούσε να μείνη χωρίς σκληράν τιμωρίαν, προς παραδειγματισμόν. Πράγματι, αμέσως από της επομένης, εδόθη διαταγή
εις ικανόν αριθμόν πλοίων να πλεύσουν εσπευσμένως προς τας Καναρίους Νήσους και
τας νήσους Φϊτζιι, με τον σκοπόν να περισυλλέξουν όσο τον δυνατόν περισσοτέρας
νεφέλας, χειμερινά ψεύδη, λησμονημένας αναμνήσεις, θανάσιμα αμαρτήματα και βελόνας
φωνογράφου, ίσως αγγλικής κατασκευής. Τα περί ου ο λόγος πλοία ήσαν εν όλω 7 τον
αριθμόν, δήλα δη: 4 σακολέβες, 12 πρεγαντίνια, 2 βασιλικοί ντονανμάδες και μία
πεθαμένη αρρεβωνιαστικιά. Ο στόλος επέρασεν λίαν πρωί κάτω από το παράθυρό μου.
Έψαλλε ύμνον ωραιότατον, αλλά κάπως θλιμμένον και μελαγχολικόν. Ενθυμούμαι ακόμη
και τώρα, αμυδρά βέβαια, τον σκοπόν: ήτο πολύ ανώτερος από χτύπημα κουδουνιού,
αλλά πάντως κατώτερος από σκούπα."
Η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου έχει ερμηνεύσει τραγούδια από διάφορους
συνθέτες / στιχουργούς των ρεμπέτικων, με τα ηχογραφημένα να είναι μεταξύ των ετών
1929 και 1935, τα οποία σύμφωνα με τον Δαμιανάκο ανήκουν στην
κλασική περίοδο (1922 – 1940), κατά την οποία εμφανίζονται οι πρώτες ηχογραφήσεις
και το επώνυμο τραγούδι με τη θεματολογία τους να αφορά τον έρωτα, τη γυναίκα, την
απελπισία, τη θλίψη, και τη διαμαρτυρία. Στην αρχή της πορείας της (1929 – 1931)
πολλά από τα τραγούδια της δισκογραφίας της ανήκαν στην κατηγορία των αμανέδων,
ενώ όσον αφορά τα ρεμπέτικα, ερμήνευσε κυρίως τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα.
Τα επόμενα χρόνια (1932 – 1395), πολλοί ήταν οι ρεμπέτες που έγραψαν
τραγούδια, τα οποία αναδείχθηκαν εξαιτίας της ερμηνείας της Μαρίκας
Φραντζεσκοπούλου, μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Δραγάτσης (Ογδοντάκης), ο
Ιάκωβος Μοντανάρης, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Μίνωας Μάτσας
(Τσάμας), ο Γρηγόρης Ασίκης, ο Παναγιώτης Τούντας κ.α. Τη συγκεκριμένη περίοδο η
φήμη της Μαρίκας Φραντζεσκοπούλου μαζί με τον συνθέτη Γιάννη Δραγάτση
(Ογδοντάκης) ήταν πανελλήνια καθώς οι στίχοι του, αλλά και οι φωνές τους είχαν
αποτυπωθεί σε πολλές φωνογραφικές πλάκες.
Ο Παναγιώτης Τούντας είναι ένας από τους διασημότερους συνθέτες της
Σμυρναϊκής Σχολής, που ανήκει στην ομάδα των Μικρασιατών μουσικών οι οποίοι
κατάφεραν, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, να διαμορφώσουν τα
ρεμπέτικα τραγούδια στην Ελλάδα. Αποτελεί, αναμφίβολα, τον συνθέτη που ξεχώρισε
τόσο με την ποιότητα όσο και με τον όγκο των τραγουδιών του από το σύνολο των
καλλιτεχνών της προσφυγιάς – περίπου 350, τα οποία έχουν ερμηνευτεί από σχεδόν
όλους τους προπολεμικούς τραγουδιστές της εποχής.
Ο Χαράλαμπος(Λάμπρος) Λεονταρίδης υπήρξε ο «ένας αλλά λέων» με πολίτικη λύρα στις ηχογραφήσεις των 78 στροφών που έγιναν στην Ελλάδα. Ο πατέρας του Αναστάσιος, ο αδελφός του Παράσχος, αλλά και ο πρώτος του εξάδελφος Αλέκος Μπατζανός έπαιζαν επίσης πολίτικη λύρα και ηχογραφήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λάμπρος από την Πόλη βρέθηκε κάποια στιγμή στην Ελλάδα και διέπρεψε ως λυράρης.
Ο Λάμπρος λοιπόν, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1898. Έμαθε λύρα κοντά στον πατέρα του και καθιερώθηκε επαγγελματικά εκεί από νεαρή ηλικία. Το 1922, στη διάρκεια της Μικρασιατικής καταστροφής, έτυχε να είναι σε μουσική περιοδεία στην Αίγυπτο και στη Βηρυτό. Αναγκαστικά λόγω των γεγονότων ήρθε στην Ελλάδα και έκτοτε για μεγάλο διάστημα θεωρείτο φυγάς από το τούρκικο κράτος (προφανώς γιατί απέφυγε την επιστράτευση), οπότε δεν μπορούσε να γυρίσει στην Πόλη. Συνέχισε τη μουσική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα, και το 1936-37 παντρεύτηκε την Παναγιώτα Δανιηλίδου που καταγόταν από την Πριγκιπόνησο. Είχε ένα προτέρημα που καμιά φορά στη ζωή θεωρείται ελάττωμα, ήταν κιμπάρης άνθρωπος, δεν έμπαινε σε ίντριγκες και ζηλοφθονίες με τους συναδέλφους του. Πέρασε και δύσκολες εποχές, όμως δεν έριξε ποτέ κανέναν για να του πάρει το ψωμί.
Γύρω στο 1936, που ήταν ακόμα στις δόξες του, έχτισε ένα αρχοντικό σπίτι στη Νέα Ελβετία που το ονόμασε «Βίλα Νότα¨, χάριν της μουσικής νότας αλλά και της συζύγου του Παναγιώτας (Νότας). Το χολ του σπιτιού του ήταν τεράστιο και στο δάπεδο υπήρχε ψηφιδωτό όπου απεικονιζόταν μια λύρα. Το σημείο είχε καλή ακουστική και εκεί έκαναν πρόβες με τους άλλους μουσικούς. Ο γιος του Λάμπρου, γεννημένος το 1938, είχε τα πρώτα του ακούσματα από αυτές τις πρόβες, που τις περισσότερες φορές εξελίσσονταν σε γλέντια ανατολίτικα. Οι ήχοι αυτοί έμειναν ονειρικοί και ανεξίτηλοι στη μνήμη του.
Όμως ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή και όσες οικονομίες υπήρχαν από τις καλές εποχές εξανεμίστηκαν. Ευτυχώς ο Λάμπρος Λεονταρίδης είχε φέρει αρκετά κοσμήματα στη γυναίκα του από τις περιοδείες του στη Μέση Ανατολή. Στη μεγάλη πείνα πήγαινε στα χωριά, έδινε τα κοσμήματα και έπαιρνε τρόφιμα. Μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, το 1949, η Ελλάδα ήταν γεμάτη πόνο και ερείπια και ο κόσμος έφευγε στο εξωτερικό αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Πολλοί μουσικοί πήραν τότε το δρόμο της ξενιτιάς.
Έτσι και ο Λάμπρος πήγε με την οικογένειά του το 1950 στην Πόλη, να ανταμώσει τους συγγενείς και τους παλιούς φίλους. Έμεινε εκεί περίπου τρεις μήνες και έπαιξε για λίγο στο ίδιο μαγαζί με τον μικρότερο αδελφό του Παράσχο, ωστόσο τελικά γύρισε πίσω στην Ελλάδα. Την ίδια χρονιά έλαβε μέρος στους Απάχηδες των Αθηνών, μια ταινία της «Ολύμπια Φιλμ» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ηλία Παρασκευά. Στις 02/09/1951, όπως φαίνεται στο διαβατήριό του, ξαναπήγε στην Πόλη, μαζί με τον ουτίστα Αγάπιο Τομπούλη και την τραγουδίστρια Ρόζα Εσκενάζυ, που ήταν παλιοί του φίλοι, συμπατριώτες και συνεργάτες. Εκεί σε συνεργασία με τον αδελφό του Παράσχο και κάποιους Τούρκους μουσικούς ηχογράφησαν για την Αμερικάνικη εταιρεία Balkan.
Τον Νοέμβριο του 1951 επιστρέφει στην Ελλάδα και εργάζεται στο κέντρο «Τριάννα» όπου για λίγο διάστημα ήρθε και έπαιξε μαζί του ο αδελφός του Παράσχος. Αυτή ήταν και η τελευταία του επαγγελματική αναλαμπή. Συνέχισε βέβαια να παίζει σε γιορτές και πανηγύρια, όμως το τοπίο είχε αλλάξει, ο κόσμος άκουγε άλλα πράγματα και οι παλιοί δεξιοτέχνες περνούσαν πλέον στην αφάνεια. Σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο, όταν ο μικρός τότε μοναχογιός του Τάσος πλησίαζε τις λύρες του πατέρα του, άκουγε τη μάνα του να τον αποπαίρνει με κάθε τρόπο. Έτσι το 1965 που ο Λάμπρος πέθανε από την ανίατη ασθένεια πήρε μαζί του τα μυστικά μιας μεγάλης μουσικής παράδοσης. Η Ρόζα Εσκενάζυ ήταν στη κηδεία του και έκλαιγε απαρηγόρητη τον Πολίτη Λυράρη που σίγησε για πάντα.
Ο Αγάπιος Τομπούλης (Κωνσταντινούπολη, περί το 1885 - Αθήνα περί το 1965) από την Πόλη υπήρξε δεξιοτέχνης του ουτιού και συνθέτης. Συνεργάστηκε με όλες τις σημαντικές φωνές του Σμυρναίικου τόσο στο πάλκο όσο και στη δισκογραφία και ήταν ο επιφανέστερος ουτίστας του είδους. Άφησε επίσης αξιόλογες ηχογραφήσεις ως σολίστας. Η οικογένεια του Τομπούλη φέρεται να είχε καταγωγή εν μέρει αρμενική. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στη μουσική απρόθυμα (όπως αργότερα διηγήθηκε ο ίδιος), ως οργανοπαίκτης στην αυλή του Οθωμανού Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β' (ο οποίος βασίλευσε μεταξύ 1876 και 1909).
Συγκεκριμένα, ο Σουλτάνος έτυχε να ακούσει τον νεαρό τότε ουτιέρη και να θαυμάσει την τέχνη του ενώ έκανε βαρκάδα στον Βόσπορο με την συνοδεία του. Του ζήτησε, χωρίς να αφήσει περιθώρια για τυχόν αντιρρήσεις, να παρουσιασθεί το επόμενο βράδυ και να παίξει για τους καλεσμένους του. Ο Τομπούλης φοβήθηκε και, θέλοντας και μη, παρουσιάστηκε. Έλαβε γενναίο φιλοδώρημα και αργότερα καθιερώθηκε ως έμμισθος μουσικός των ανακτόρων.
Παρέμεινε στα ανάκτορα ακόμα και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μεχμέτ τον Ε', νεότερο αδερφό του Αβδούλ Χαμίτ, ο οποίος απομάκρυνε πολλούς μουσικούς αλλά κράτησε τους Ρωμιούς.
Αργότερα όμως, κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, παρόλο που ο Τομπούλης αντιμετώπιζε τους Σουλτάνους με μεγάλο φόβο, εκδηλώθηκε ανοιχτά υπέρ της ελληνικής πλευράς. Έτσι αργότερα, όταν επήλθε η Μικρασιατική Καταστροφή, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ελλάδα για να γλιτώσει.
Στο σημερινό δίσκο συναντάμε την Μαρίκα την Πολίτισσα σε στίχους και σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα και συνοδεία, πολίτικης λύρας από τον Λάμπρο Λεονταρίδη και ούτι από τον Αγάπιο Τομπούλη. Στις ετικέτες δεν αναγράφονται τα ονόματα του Λάμπρου και του Αγάπιου αλλά ότι υπάρχει συνοδεία από λύρα και ούτι. Δεξιοτέχνες και οι δυο, συνοδεύουν άριστα την εξαιρετική Μαρίκα. Στο σημερινό φάκελο που θα κατεβάσετε υπάρχει, σαν δώρο (για τις 202 αναρτήσεις), μια εξαιρετική συλλογή με τραγούδια της Μαρίκας, από τις Αμερικάνικες  Mississippi Records και Olvido Records του 2020. Φυσικά οι επεξεργαστές του ήχου, έχουν αφαιρέσει το ενοχλητικό φύσημα (όχι για εμένα) των 78 στροφών.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

201. HIS MASTER'S VOICE AO 2236 ΕΣΚΕΝΑΖΙ ΡΟΖΑ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ- ΣΤΑΜΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ 1934

Εσκενάζι (Εσκενάζυ- Εσκινάζι- Σκινάζι- Τουρκατζού- Ζαρντινίδη) Ρόζα (Ροζίτα- Σάρα- Ροζαλία)- Σέμσης Δημήτριος (Σαλονικιός)- Σταμέλος Απόστολος- Τομπούλης Αγάπιος- Σαββαΐδης Χαράλαμπος (Λάμπρος) HIS MASTER'S VOICE AO 2236 Κόφτην Ελένη την ελιά (Τσάμικο) - Το καναρίνι (Τσιφτετέλι Αράπικο) 1934- 78rpm- 10''

Η Ρόζα Εσκενάζυ, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία), γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883 – 1905 (έκρυβε σε όλη τη ζωή της την πραγματική ηλικία της) και πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη Περιστερίου στις 2 Δεκεμβρίου του 1980.
Το ακριβές έτος γεννήσεώς της είναι ασαφές. Ο Π. Κουνάδης, χρονολογώντας βάσει διηγήσεων του γιού του Μήτσου Σέμση, το τοποθετεί μεταξύ 1883 και 1887. Από την άλλη, τα επίσημα έγραφα (που συνετάχθησαν μετά την άφιξή της στην Ελλάδα) αναφέρουν 1905. Υπάρχει δηλαδή τεράστιο χάσμα!
Εντός της πρώτης δεκαετίας της ζωής της Ρόζας Εσκενάζυ, η οικογένεια της μετακομίζει στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί θα βρεθεί στον Πειραιά όπου θα ξεκινήσει αρχικά ως χορεύτρια γύρω στο 1910. Ωστόσο, γρήγορα θα ασχοληθεί με το τραγούδι όπου αρχικά ερμηνεύει τόσο ελληνικά όσο και τούρκικα και αρμένικα τραγούδια.
Το 1913 ερωτεύτηκε και κλέφτηκε με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Γιάννη (Γιάγκο) Ζαρντινίδη, γόνο πλούσιας οικογένειας από την Καππαδοκία. Δεν είναι γνωστό εάν παντρεύτηκαν αφού η Ρόζα διατήρησε το οικογενειακό της θρήσκευμα. Απέκτησαν ένα γιο τον Παράσχο. Ο άντρας της πέθανε από καταχρήσεις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο γιος πήγε σε ορφανοτροφείο κι ανέλαβε να τον μεγαλώσει η οικογένεια του πατέρα του. Ως αξιωματικός της Αεροπορίας επανασυνδέθηκαν το 1935. Λέγεται ότι το 1930 απέκτησε και μια κόρη που κι αυτή κατέληξε σε ορφανοτροφείο. Έκανε στις ΗΠΑ κι ένα «λευκό» γάμο για να μπορέσει να πάρει άδεια παραμονής για να τραγουδά σε ελληνικά κέντρα.
Την δεύτερη φορά ερωτεύτηκε, ένα επίσης νεαρό άντρα, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, αξιωματικό της Χωροφυλακής και τριάντα χρόνια νεότερό της.  
Τα τέλη πλέον της δεκαετίας του 1920 έχουν φτάσει και η Ρόζα κάνει τις πρώτες της ηχογραφήσεις με τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα. Σύντομα η φωνή της γίνεται αναγνωρίσιμη και μέσα στη δεκαετία του 1930 φωνογραφεί πληθώρα σμυρναίικων, ρεμπέτικων και δημοτικών τραγουδιών (περίπου 500 στον αριθμό) αποτέλεσμα της συνεργασίας της με κορυφαίους συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης (Σκαρβέλης, Περιστέρης, Τούντας, Τζόβενος, Παπάζογλου και άλλοι) .Ειρωνεία της τύχης, το ρεμπέτικο του τεκέ, που τόσο πιστά υπηρέτησε, έμελλε να σβήσει αφορμή ενός δικού της τραγουδιού. Το «Πρέζα όταν πιείς» αποτέλεσε την τέλεια αφορμή για την επιβολή μιας ήδη προδιαγεγραμμένης λογοκρισίας και απαγόρευσης απ’ το Μεταξικό καθεστώς. Έτσι σφραγίστηκε η πρώτη περίοδος του ρεμπέτικου τραγουδιού, η λεγόμενη και προπολεμική.
Δεκαετία του ’40 και πριν τα κανόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου ηχήσουν, η Ρόζα πραγματοποιεί καλλιτεχνική περιοδεία στα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Μέση Ανατολή ενώ μετά τη λήξη του πολέμου περιόδευσε και στις Η.Π.Α, όπου το ελληνικό στοιχείο ανθούσε. Τη δεκαετία του 1970, με το μεταγενέστερο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για το ρεμπέτικο, η Ρόζα έρχεται και πάλι στην επιφάνεια παραμένοντας ενεργή ως το τέλος. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Η ερμηνεία, το ύφος και η τεχνική της αποτελούν ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς όλων των τραγουδιστριών που ασχολούνται με το ρεμπέτικο τραγούδι.
Η καριέρα της υπήρξε πάντα προτεραιότητα στη ζωή της και είναι αλήθεια ότι η μουσική την αποζημίωσε με το παραπάνω, αν συγκρίνει κανείς την πορεία της με άλλες ομότεχνες, όπως η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα). Η Ρόζα δεν είχε ίσως την αρτιότητα της Μαρίκας αλλά διέθετε μάλλον μεγαλύτερη φλόγα για την διασημότητα και τα χρήματα. Περιφρούρησε το μύθο της ακόμα κι αν χρειάστηκε να εγκαταλείψει κάποια στιγμή τον ανήλικο γιο της ή να σχετιστεί και με Γερμανό αξιωματικό στο διάστημα της Γερμανικής Κατοχής. Αν και Εβραία δεν κυνηγήθηκε από τους Γερμανούς. Το οφείλει σε μια πλαστή ταυτότητα που είχε προμηθευτεί και το βασικότερο τον δεσμό της με τον Γερμανό αξιωματικό. Ακόμα κι όταν συνελήφθη κατάφερε να αποφυλακιστεί και να μείνει κρυμμένη μέχρι την Απελευθέρωση. Δεν συνεργάστηκε με τους κατακτητές. Το αντίθετο, βοήθησε πολλούς πατριώτες να γλιτώσουν τη σύλληψη.
Είναι η πρώτη τραγουδίστρια η οποία υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρία και στα χρόνια πριν και αμέσως μετά τον πόλεμο έλυνε κι έδενε στη δισκογραφία.
Την επιρροή της αυτή την χρησιμοποίησε για καλό σκοπό προωθώντας καλλιτέχνες όπως η Μαρίκα Νίνου ή η Στέλλα Χασκήλ. Το πάθος και ο δυναμισμός της την κράτησαν ακμαία ακόμα και όταν η πρώτη νιότη είχε χαθεί. Όταν ξεκίνησε το ειδύλλιο με τον νεαρό Φιλιππακόπουλο εκείνη είχε πατήσει ήδη τα εξήντα. Με τις περιοδείες της στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στην Αμερική η Ρόζα αναζωογόνησε την καριέρα της.
Στα τέλη του ’60 αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον της νεολαίας για την πρώιμη δισκογραφία της, ενώ στα μέσα του ’70 η επάνοδος του ρεμπέτικου την τοποθέτησε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Το αστέρι της όμως είχε αρχίσει να δύει αμετάκλητα στον κόσμο της μαγείας και του θεάματος. Παρότι ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε μαζί με τον εικοστό αιώνα, στην πραγματικότητα είχε ξεπεράσει τα ογδόντα και λίγο πριν από το 1980 βρέθηκε αντιμέτωπη με το Αλτσχάιμερ.
Η Ρόζα έπρεπε πια να συμφιλιωθεί με το χρόνο και με τον θάνατο. Άφησε τη ζωή και την τέχνη της που τόσο αγάπησε το 1980. Άφησε όμως και τραγούδια που αγαπήσαμε και τραγουδάμε μέχρι σήμερα: «Χαρικλάκι» «Αερόπλανο θα πάρω», «Βάλε με στην αγκαλιά σου».
Η Ρόζα Εσκενάζυ πρέπει να κατέχει το ρεκόρ εμφανίσεων στο εξωτερικό. Έκανε περισσότερες από 500 περιοδείες εκτός Ελλάδας! Τραγούδησε παντού. Στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στις ΗΠΑ, στην Αλβανία, στη Γιουγκοσλαβία. Το ρεπερτόριό της απέραντο όπως και οι δυνατότητες της φωνής της. Μπορούσε να ερμηνεύσει με άνεση στα τούρκικα, αλλά και στα ελληνικά, ακόμα και στα εβραϊκά. Ειδικά στις ΗΠΑ δεν υπήρχε βαλκανική παροικία που δεν έτρεξε να τη θαυμάσει.
Στο σημερινό δίσκο, μαζί με την Ρόζα στο τσάμικο (κλασικό και αγαπημένο ¨Κόφτην Ελένη την ελιά), κλαρίνο παίζει ο Απόστολος Σταμέλος (βλέπε αναρτήσεις 70 και 148). Στο αράπικο τσιφτετέλι, το γνωστό ¨Καναρίνι¨ (το έχει πει πολύ όμορφα με το μπουλγαρί του και ο Φουσταλιέρης), βιολί παίζει ο Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός- βλέπε αναρτήσεις 44 και 197). Μαζί με τον Σαλονικιό η κλασική συνοδεία της Ρόζας, ο Αγάπιος Τομπούλης και ο Σαββαΐδης Χαράλαμπος (Λάμπρος). Αυτά σύμφωνα με τους καταλόγους γιατί στις ετικέτες ο Λάμπρος και ο Αγάπιος δεν αναγράφονται, ούτε στην έρευνα για τον Τομπούλη που θα βρείτε στο φάκελο και έχει όλη του την δισκογραφία (μπορεί φυσικά να κάνει λάθος και να έχει βασιστεί μόνο στις ετικέτες).
Επίσης το ¨Καναρίνι¨ είχε κυκλοφορήσει νωρίτερα από την His Master’s Voice στο Α02155, αλλά στη δεύτερη πλευρά έχει το ¨Μωρό¨ και μπορεί να μην πούλησε τόσο. Οπότε η γνωστή συνταγή, βάλε τσάμικο στην άλλη πλευρά.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

200. NINA N-24507 ΝΤΑΛΙΑ ΡΕΝΑ- ΠΟΓΓΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ 1961 (ηχογράφηση 1959)

Ντάλλια (Ντάλια) Ρένα (Παπακώστα Ελευθερία)- Πόγγης Ανδρέας- Παπαϊωάννου Ιωάννης (Ψηλός- Πατσάς)  NINA N-24507 Τα μαύρα ρούχα (Συρτός Κρητικός) - Σούστα Κρητική (Κρητικός χορός) 1961 (ηχογράφηση1959) - 45rpm- 7''

Η ρεμπέτισσα ερμηνεύτρια Ρένα Ντάλλια (το πραγματικό της όνομα είναι Ελευθερία Παπακώστα) γεννήθηκε το 1934 (ή 1935) στην Πάτρα και απεβίωσε στον Πειραιά τον Αύγουστο του 2000. Ήταν το τελευταίο από τα 18 παιδιά των Ηπειρωτών γονέων της, από τα οποία επέζησαν μόνο τα δύο τελευταία, ένα αγόρι και η ίδια .
Τα φωνητικά της προσόντα τα έδειξε σε μικρή ακόμα ηλικία, ως μαθήτρια, συμμετέχοντας στη σχολική χορωδία του Γυμνασίου της στη Πάτρα. Γνήσια ρεμπέτικη και κοντράλτα φωνή, από τις καλύτερες του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού.
Στην Αθήνα ήρθε το 1950-51, σε ηλικία 18 ετών, για σπουδές, αλλά επειδή ο πατέρας και ο αδελφός της ήταν εξόριστοι στην Ικαρία λόγω αριστερών φρονημάτων, η μητέρα της και η ίδια, μόνες και απροστάτευτες, είχαν μεγάλες οικονομικές ανάγκες. Έτσι η Ελευθερία για να σταθεί στα πόδια της αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά ως δακτυλογράφος στη Δημαρχία Αθηνών.
Το 1951 μένανε με τη μητέρα της στο Παγκράτι και κάτω από το σπίτι τους ήταν μια οικογενειακή ταβέρνα ενός Κεφαλλονίτη, του Αντωνάτου, που την αγαπούσε σαν παιδί του. Στην ταβέρνα αυτή, που κατέβαινε συχνά, γνώρισε το Τρίο Ατενέ, καθώς και τον Κώστα Ζαφείρη που ήταν ραδιοφωνικός παραγωγός των εκπομπών της τότε Βασιλικής Αεροπορίας.
Ένα βράδυ ο Κ.Ζ. την ακούει να τραγουδάει ερασιτεχνικά με το Τρίο Ατενέ, του αρέσει η φωνή της και την προτείνει να πάρει μέρος σ’ ένα διαγωνισμό ταλέντων στο ραδιόφωνο. Της δίνει τότε και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Ρένα Ντάλλια» και έρχεται πρώτη μεταξύ 25 συνυποψήφιων κοριτσιών. Σε λίγες μέρες ο Ζαφείρης της κάνει νέα πρόταση να εμφανιστεί ως τραγουδίστρια στη κοσμική ταβέρνα του Ορφανού, στη γωνία Λεωφόρου Αλεξάνδρας και Ιπποκράτους. Δέχεται και ξεκινάει την καριέρα της στο τραγούδι με 25 δρχ μεροκάματο.Στη ταβέρνα αυτή ένα βράδυ την ακούει ο Ηλίας Ποτοσίδης (γνωστός μεταξύ των ρεμπετών ως Πάνω Βλέπας ή Χαμψίας), στενός συνεργάτης και δεύτερο μπουζούκι στο συγκρότημα του Γιάννη Παπαϊωάννου, τον ξετρελαίνει η φωνή της Ρένας και ενημερώνει σχετικά τον Παπαϊωάννου.
Αυτός σπεύδει να τη γνωρίσει και να την ακούσει, εντυπωσιάζεται από τη φωνή και την ομορφιά της και την προτείνει να εργαστεί μαζί του στην «Τριάνα» του Βασίλη Χειλά που τότε εμφανιζότανε. Η Ρένα δέχεται και έτσι άρχισε η μεγάλη της καριέρα δίπλα στον Παπαϊωάννου. Έμελλε να γίνει η μούσα του Γιάννη Παπαϊωάννου και ο μεγάλος έρωτας της ζωής του. Ένας έρωτας που την ταλαιπώρησε πολύ, που την προβλημάτισε ακόμα περισσότερο και χωρίς ευτυχή κατάληξη (ο Παπαϊωάννου ήταν ήδη παντρεμένος με παιδιά, με διπλάσια χρόνια στη πλάτη του, αφόρητα ζηλιάρης και ιδιαίτερα πιεστικός).
Σε λίγο καιρό η Ντάλλια γνωρίζεται και με τον Βασίλη Τσιτσάνη, μέσω του Ανέστου Αθανασίου ή Γύφτου. Ο Τσιτσάνης της δίνει την «Γκιούλ Μπαχάρ» και η Ρένα περνάει στη δισκογραφία για πρώτη φορά ερμηνεύοντας ανεπανάληπτα το 1ο της τραγούδι το 1950. Σύντομα ανοίγει ο δρόμος για να ακολουθήσουν κι άλλες πολύ μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Είμαστε φίλοι» και το «Χαλάλι σου χαλάλι» του Παπαϊωάννου, το «Φτωχοκάλυβο» του Χιώτη, η «Αρχοντορεμπέτισσα» και το «Έφυγες από τα χέρια μου» του Μητσάκη, κ.α.
Το 1952, αποδεχόμενοι μια σπουδαία επαγγελματική πρόταση, Παπαϊωάννου, Ντάλλια, Ποτοσίδης, Λαζάρου και Νίκος Καλλέργης ταξιδεύουν για την Κωνσταντινούπολη, για να εμφανιστούν στο κέντρο «Καζαμπλάνκα» και όπου παραμένουν δύο μήνες γνωρίζοντας δόξα και πολύ χρήμα.
Το 1953 η Ντάλλια γνωρίζεται με το Μανώλη Χιώτη και μεσολαβεί στον Παπαϊωάννου για να γίνει το συγκρότημα Παπαϊωάννου- Χιώτης- Ντάλλια, που οδήγησε σε μια πολύ καλή και πετυχημένη συνεργασία. Γίνεται από τα μεγαλύτερα ονόματα της λαϊκής νύχτας, τραγουδάει πολλές ώρες ατέλειωτα τραγούδια. Η επιτυχία έρχεται γρήγορα μαζί με την αναγνώριση του ταλέντου της από τον κόσμο που την ακούει και τη θαυμάζει.
Παράλληλα, γνωρίζεται και με διάφορους άλλους καλλιτέχνες της εποχής, καθώς και με τους τότε μεγαλύτερους στιχουργούς (Τσάντα, Μάνεση, Γκούτη, Κολοκοτρώνη, κλπ). Μεταξύ αυτών και την κατάκοιτη στο κρεβάτι Στέλλα Χασκίλ, που ήταν στο τέλος της ζωής της, χτυπημένη από τον επάρατο καρκίνο.
Θαύμαζε πολύ τη Σοφία Βέμπο, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τη Σωτηρία Μέλλου και τη Καίτη Γκρέϋ, μα απ’ όλες περισσότερο τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, η οποία υπήρξε το είδωλο και πρότυπό της.
Την επόμενη χρονιά, το 1954, η Ντάλλια ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Αμερική με τον Παπαϊωάννου, όπου εμφανίζονται στο ελληνικό κέντρο «Βυζάντιο» στη Νέα Υόρκη, με τρίμηνο συμβόλαιο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Τελικά έμειναν δέκα μήνες. Γραμμοφώνησαν και διάφορα τραγούδια στην δισκογραφική εταιρία “LIBERTY” και οι δίσκοι τους είχαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Έξι περίπου μήνες από τότε που έφτασαν ο Παπαϊωάννου και η Ντάλλια στην Αμερική, μια μέρα τους επισκέφτηκε απροσδόκητα η Μαρίκα Νίνου, που είχε κι αυτή ταξιδέψει για πρώτη φορά στο Νέο Κόσμο, για να εμφανιστεί στον απόδημο ελληνισμό μαζί με τον Κώστα Καπλάνη. Η Νίνου ήταν ήδη άρρωστη, είχε καρκίνο στη μήτρα, αλλά το έκρυβε και αυτός ήταν ο κύριος λόγος του ταξιδιού της στην Αμερική (να εξεταστεί από καλούς και εξειδικευμένους γιατρούς). Η Ντάλλια δεν γνώριζε ακόμα την αρρώστια της Μαρίκας. Το μυστικό της σοβαρής ασθένειας της Νίνου, της το αποκάλυψε ο Παπαϊωάννου, που το γνώριζε, την παραμονή της επιστροφής τους για την Ελλάδα.
Στην Αμερική η Ντάλλια γνώρισε και καλλιτέχνες ελληνοαμερικανούς, όπως ο Τζιμ Αποστόλου, με τον οποίο συνεργάστηκε στη δισκογραφία και γραμμοφώνησαν σαν ντουέτο πολύ ωραία τραγούδια.
Στο τέλος του ιδίου έτους, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το καλλιτεχνικό ζευγάρι Παπαϊωάννου - Ντάλλια επέστρεψε στην Αθήνα και εμφανίστηκε και πάλι στην «Τριάνα» του Χειλά, ενώ αμέσως η Ρένα συνέχισε τις φωνοληψίες της στην Κολούμπια με τραγούδια του Παπαϊωάννου και άλλων συνθετών. Ένα μήνα αργότερα, με την επιστροφή στην Αθήνα και της Μαρίκας, συναντώνται οι δύο γυναίκες και η Νίνου της φανερώνει η ίδια το δράμα της ζωής της και της εξομολογείται ότι μπορεί να ξαναπάει στην Αμερική για εγχείρηση.
Αρχές του 1955 και η ζωή της Ντάλλιας γίνεται κόλαση εξ’ αιτίας της αφόρητης πίεσης και ζήλειας που δέχεται από τον ερωτοχτυπημένο Παπαϊωάννου. Επέρχεται αναπόφευκτη ρήξη στις σχέσεις τους, τον αφήνει και πάει να εργαστεί στο απέναντι μαγαζί, στη «Λουζιτάνια», μαζί με το δίδυμο Τζουανάκου- Τατασόπουλου. Δουλεύει εκεί για μια εβδομάδα μόνο, ενώ δέχεται καθημερινά αφόρητες πιέσεις να ξαναγυρίσει στην «Τριάνα», πάλι στο πλευρό του Παπαϊωάννου.
Κάνει το λάθος να επιστρέψει, γίνεται και πάλι αποδέκτης της προηγούμενης ή και χειρότερης κατάστασης και τέλος, το 1956, εντελώς απελπισμένη και βρισκόμενη σε πλήρη αδιέξοδο, αναγκάζεται να φύγει κρυφά πάλι για την Αμερική, μετά από προσυνεννόηση με τον Γιάννη Τατασόπουλο, με τον οποίο είχε και στενούς οικογενειακούς δεσμούς. Μαζί θα κάνουν και πολλούς δίσκους στην ελληνοαμερικανική δισκογραφική εταιρία ΝΙΝΑ.
Στη Νέα Υόρκη, η Ρένα συναντά και πάλι τη Μαρίκα Νίνου, που και αυτή είχε πάει στην Αμερική για δεύτερη φορά και ήταν πλέον πολύ άρρωστη. Η Ντάλλια έζησε τότε θλιβερές και δραματικές καταστάσεις κοντά στην μόνη, απροστάτευτη και βαριά άρρωστη Νίνου, η οποία πάλεψε με μεγάλο θάρρος το προσωπικό της δράμα. Η Ρένα της στάθηκε σαν αδελφή στο Γολγοθά της, την βοήθησε και την συμπαραστάθηκε όσο μπορούσε. Το ίδιο και η τραγουδίστρια Εύα Στυλ με τον άντρα της. Οι δυο τους κάθε μέρα, επί δυόμισι μήνες, έκαναν έρανο στα μαγαζιά που δούλευαν για να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα του νοσοκομείου για την εγχείρηση και νοσηλεία της Νίνου.
Μόλις η Μαρίκα καλυτέρεψε κάπως, με την προτροπή των γιατρών της και τη βοήθεια συναδέλφων και φίλων που πρόσφεραν χρήματα για το αεροπορικό της εισιτήριο, επέστρεψε στην Ελλάδα και έφυγε οριστικά από τη ζωή στις 23 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους 1957, σε ηλικία μόλις 38 ετών.
Το 1958 η Ρένα Ντάλλια επιστρέφει στην Ελλάδα και δουλεύει το καλοκαίρι με τον Β. Τσιτσάνη στο «Φαληρικόν». Την ίδια χρονιά δούλεψε και με τον Χρηστάκη Σύρπο στου «Τζίμη του Χοντρού».
Το ίδιο έτος, η Ρένα Ντάλλια, εγκαταλείπει την δισκογραφία και της εμφανίσεις της στην Ελλάδα και αρχίζει επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό. Επισκέπτεται την Αυστραλία, την Αμερική, όλη σχεδόν τη δυτική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Το επόμενο έτος 1959 βρίσκεται για τρίτη φορά στην Αμερική και εκεί ξαναβλέπει τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Άγνωστο το τι έγινε μεταξύ τους στη συνάντηση αυτή. Είναι πάντως βέβαιο πως, παρά τα τόσα αισθηματικά προβλήματα και τις περιπέτειες που είχε με τον Παπαϊωάννου, τον εκτιμούσε ιδιαίτερα πολύ και ως δημιουργό και ως άνθρωπο. Εξ’ άλλου του χρωστούσε πάρα πολλά, σχεδόν τα πάντα και η Ρένα το αναγνώριζε από το βάθος της καρδιάς της.
Στην Αμερική παντρεύεται ένα καλό παιδί, Πειραιώτη και το ζευγάρι επιστρέφει για μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα, στον Πειραιά, τη δεκαετία του ’70. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής της καριέρας η Ρένα Ντάλλια γνώρισε πολλές επιτυχίες, δόξα και αρκετά χρήματα. Έφυγε σχετικά νέα από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 65 ετών...
Ο Ανδρέας Πόγγης (Andrew Poggis) ήταν ένας επιτυχημένος συνθέτης και ερμηνευτής που γεννήθηκε το 1906 στη Σάμο και προέρχεται από μουσική οικογένεια.
Να επισημάνω εδώ πως βρέθηκε και έγγραφο άφιξης (1920),κάποιου Andrew Poggis, μουσικού από Σάμο.(ίσως είναι ο Πόγγης που παίζει βιολί σε μερικά δημοτικά).
Η καριέρα του στη μουσική, ξεκίνησε στην Ελλάδα, όπου συνέθεσε και έγραψε πολλά μουσικά έργα, συμπεριλαμβανομένης της μουσικής για την ταινία "Η Κρήτη στις φλόγες" ‪1946-47 το οποίο ήταν από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών.
Έγραψε για Φώτη Πολυμέρη, Κάκια Μένδρη και άλλους καθώς και παρτιτούρες, σε στίχους Σαββίδη, Κοφινιώτη, Μάνεση, Πολυμέρη, Σπυρόπουλου, Σοφού
Μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1947 και είχε καταγράψει μεγάλο αριθμό δίσκων (ως μουσικός, η διευθυντής ορχήστρας) 78 στρ.
στις ετικέτες : Alpha Records, Apostolou Records, Athenian Records, Kalos Diskos, Liberty Records, NINA Records, Panhellenic Records, Parnassus Records, Virginia
Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με πολλούς μουσικούς, όπως με τους: Τζιμ Αποστόλου, Ανέστη Αθανασίου, Ιωάννη Μπότσαρη, Ρένα Ντάλια, Δημήτρη Φραντζεσκάκη, Νίκο Φρίμα, Κώστα Γκαντίνη, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Μαρίνα Γκρέτα, Θεόδωρο Καβουράκη, Βιργινία Μαγκίδου, Ιωάννη Μακρή “Μήτρος”, Πέτρο Νικολάου, Μητσάκη Ορφανίδη, Άντζελα Παλαγούδη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Νίκο Πουρπουράκη, Κώστα Σεβαστάκη, Μίλτο Στάμο, Απόστολο Σταμέλο, Γιάννη Τατασόπουλο, Γιώργο Βιτάλη, Μιχάλη Χριστοφίδη.
Ο Αντρέας Πόγγης φημολογείται πως επέστρεψε στην Ελλάδα περίπου το 1984. Δυστυχώς δεν υπάρχει φωτογραφικό υλικό για τον Πόγγη.
Άγνωστη η ημερομηνία θανάτου του, αν και υπάρχει πιστοποιητικό θανάτου στην Αθήνα κάποιου Andrew Dennis Poggi 1964 κάτι που είναι προς διερεύνηση.
Στο σημερινό δισκάκι τις εντυπώσεις κλέβει το παίξιμο του βιολιού του Πόγγη. Η συμμετοχή του Παπαϊωάννου (βλέπε και ανάρτηση 184) είναι μόνο στην μια πλευρά. Η χρονολογία ηχογράφησης πρέπει να είναι το 1959, σύμφωνα με διασταυρώσεις των καταλόγων και του παραπάνω κειμένου. Το δισκάκι κυκλοφόρησε με κίτρινες, άσπρες και μαύρες ετικέτες, όπως θα βρείτε και στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Πρώτα κυκλοφόρησε στις 78 στροφές.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).