Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

119. ΚΥΚΛΑΔΕΣ KG 87 ΝΟΜΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ΜΑΝΩΛΙΤΣΟΣ)- ΠΡΕΚΑΣ ΠΟΘΗΤΟΣ 1974

Νομικός Δημήτρης (Μανωλίτσος)- Πρέκας Ποθητός ΚΥΚΛΑΔΕΣ KG 87 Σαντορίνη όμορφη - Ρεπατί 1974- 45rpm- 7''

Δημήτρης Νομικός, από τον Βόθωνα Σαντορίνης, περισσότερο γνωστός με το οικογενειακό του παρατσούκλι “Μανωλίτσος”. Ξεκίνησε να παίζει λαούτο συνοδεύοντας τον πατέρα του Μανώλη Νομικό (επίσης Μανωλίτσος) στο βιολί.
Αργότερα, ο Δημήτρης (μεγαλύτερος από τα αδέρφια) άρχισε να παίζει βιολί και ήταν περιζήτητος σε γλέντια, χορούς ακόμα και πρόσφατα, σε προχωρημένη ηλικία.
Ο Μανωλίτσος όμως ήταν επίσης διάσημος και για τα καταπληκτικά καλάθια από λυγαριά που κατασκεύαζε και που ήταν η κύρια επαγγελματική του απασχόληση, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειάς του.
Το ρεπατί (σαντορινιός χορός) είναι ένας παραδοσιακός χορός για ζευγάρια. Ήταν ο χορός που ο νεαρός θέλοντας να δείξει το ενδιαφέρον του στη κοπέλα, την έσερνε πρώτη κατά σειρά! Μέσα από το χορό και τις περιστροφές σε αυτόν, αντάλλαζαν βλέμματα.
Τα μάτια τους συνήθως έλεγαν πολλά χωρίς να μιλούν τα χείλη. Μαζί και τα χαμόγελα τους. Η παράδοση λέει, πως ο γρήγορος ρυθμός του ρεπατί έχει κάποια σχέση με το πάτημα των σταφυλιών.
Πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι η Σαντορίνη δεν είναι σαν την Νάξο, την κοιτίδα του Κυκλαδικού Λαϊκού Πολιτισμού. Εδώ δεν έχουμε κάθε χωριό και διαφορετικό σκοπό, ούτε κάθε χωριό και διαφορετικό άκουσμα του βιολάτορα. Στο νησί της Σαντορίνης, τα στοιχεία του λαϊκού - μουσικού πολιτισμού αναδεικνύονται και παρουσιάζονται μέσα από τη φυσιογνωμία της παλιάς κοινωνίας του νησιού. Ένα όμως από τα χαρακτηριστικά σημεία του μουσικού θησαυρού της Σαντορίνης είναι οι πλείστες όσες μαντινάδες για τις διάφορες γιορτές. Για τον πλούτο αυτό, σε όσα βιβλία και να καταγραφούν, σε όσες εκπομπές – εκδηλώσεις ακουστούν, είναι πάντα ανεξάντλητος.
Αξιοσημείωτες επίσης μπορούν να θεωρηθούν οι ρίμες (αρκετές παραλλαγές για τον Άγιο Γεώργιο), αλλά και η μία μέχρι στιγμής επίσημη καταγραφή νανουρίσματος του νησιού.
Τα τελευταία χρόνια, έχουν δημιουργηθεί πολλές πρόχειρες ή μη πρακτικές καταγραφές των τραγουδιών της Σαντορίνης. Οι πρακτικές αυτές καταγραφές εκτός από την οργανωμένη προσπάθεια ανάδειξης των Σαντορινιών τραγουδιών, έχουν γίνει με βασικό σκοπό το μεράκι.
Εκτός των άλλων διάφοροι πολιτιστικοί Σύλλογοι έχουν καταφέρει μέσα από τα δρώμενα τους να φέρουν στη μνήμη παλιά ξεχασμένα τραγούδια της Σαντορίνης (όπως ο Πολιτιστικός Σύλλογος το Μετόχι κ.ο.κ). Βασική όμως πηγή πληροφόρησης των παραδοσιακών τραγουδιών του νησιού είναι οι αντίστοιχες ενότητες σε λαογραφικά βιβλία. (Γεώργιου Βενετσάνου, Μάρκου Αβ.Ρούσσου, Εμμ. Ά. Λιγνού).
Παράλληλα δε, οι μουσικοί της Σαντορίνης μέσα στο πέρασμα των χρόνων έχουν αφήσει χαρακτηριστικό σημάδι στη προσπάθεια διατήρησης των ηθών και εθίμων: οι βιολάτορες όπως Αντώνης Πρέκας (Φαρισσαίος), Μανώλης και Δημήτρης Νομικός (Μανωλίτσος), οι τσαμπουνιέρηδες (Ευστάθιος Αρβανίτης, Μαρκουλης) κ.ο.κ. έχουν αναδείξει με τον τρόπο τους το μουσικό άκουσμα της Σαντορίνης μέσα από τα πανηγύρια, τις γιορτές ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση-δράση.
Από πλευράς χορευτικής οφείλουμε να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις. Ο Βασικός χορός της Σαντορίνης είναι συρτός –γύρισμά σε γρήγορο μπάλο- ρεπατί. Ο αλησμόνητος ερευνητής Ματθαίος Μηνδρινός στα Ανάλεκτά του αναφέρει τα εξής πάνω στους χορούς της Σαντορίνης:
« Γενικά το χρώμα του θηραϊκού μπάλου έχει παθητικόν μα κλαυθμηρόν χαρακτήρα, τον γλυκύ τόνο του οποίου αποδίδουν με λεπτότητα τα θηραϊκά όργανα ( λαούτο, κλαρίνο και βιολί). Επάνω εις τους λεπτότατους κυματισμούς του παιγνιδιάρικου τριμητονίου των χρωματικών κλιμάκων του χορού τούτου, χαράσσεται η ζωηρότατης και η χάρης εις τας οποίας η ευγενική νησιωτική ψυχή ξεδιπλώνει τα φτερά της και αγναντεύει την μεγάλη και ευρύχωρο θάλασσαν με τον απέραντο ορίζοντα.
 « Κύριο γνώρισμα του εν λόγω θηραϊκού χορού είναι το αρρενωπό πάθος και το αυστηρό και σοβαρό ήθος. Εν Θήρα, θεωρείται αριστούργημα από άποψη ευρυθμίας»
Παράλληλα δε θα πρέπει να τονιστεί ότι μέσα από την πρακτική έρευνα, οι Θηραίοι μουσικοί έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τα μουσικά τους όργανα, Σαν να τρέχουν πολύ περισσότερο από το κανονικό, οπότε συνδυάζεται και αναλόγως ο ρυθμός του συρτού – μπάλου- ρεπατί της Σαντορίνης. Ο Ματθαίος Μηνδρινός πάλι στα Ανάλεκτα του, το επεξηγεί με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο: « Συγκλονίζεται και δονείται έτι δε και υποβάλλεται ο γνήσιος Θηραΐος χορευτής κατά την εκτελεσίν του.
Αν πάρεις Κοντοχωριανή
δε θα κλειδώνεις μάτι
θα σου χορεύει ρεπατί
κι απάνω στο κρεβάτι
Βιογραφικά στοιχεία για τον Ποθητό Πρέκα δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

118. COLUMBIA 56006-F ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ ΜΑΡΙΚΑ 1923

Παπαγκίκα Μαρίκα- Μακεδόνας Αθανάσιος (βιολί)- Παπαγκίκας (Gus) Κώστας (τσίμπαλο)- Σιφνιός Μάρκος (τσέλο) COLUMBIA 56006-F  Η Μαυριδερούλα (Τσάμικος) - Ας πάω να δουν τα μάτια μου (Συρτός) 1923- 78rpm- 12''

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890, όταν ακόμα ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Επίσημα στοιχεία για την ημερομηνία γέννησης της δεν υπάρχουν, εκτός από το πιστοποιητικό θανάτου της στη Νέα Υόρκη, που αναφέρει ότι γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1890 και πέθανε στις 2 Αυγούστου 1943. Σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, το πατρικό της όνομα ήταν Μαρίκα Κωνσταντίνα Κατσόρη. Το όνομα του πατέρα της ήταν Αναστάσιος Κατσόρης και της μητέρας της Ανθούλα Μοντούκο, αν και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, γιατί δεν έχουν εντοπιστεί καταγεγραμμένα σε κανένα αρχείο της Κω.
Η οικογένεια Κατσόρη (που είχε σίγουρα και άλλη μία κόρη, την Σταματία) μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πριν το 1900, όπου ξεκίνησε και η καριέρα της Μαρίκας ως τραγουδίστρια, τραγουδώντας στα νυχτερινά κέντρα για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου.
Εκείνη την εποχή ο ελληνισμός της Αιγύπτου, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, -όπως και στην Σμύρνη- είχε αναδειχθεί σε σημαντική οικονομική δύναμη, με έντονη και πλούσια κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση. Σε μία από τις δύο αυτές πόλεις έζησε η Μαρίκα και σε ηλικία 25 ετών –ως Μαρίκα Παπαγκίκα, παντρεμένη πλέον- έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις.
Ο σύζυγός της Κώστας Παπαγκίκας –ή Gus, όπως τον αποκαλούσαν στην Αμερική- γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1882 στο Μαρτίνο Φθιώτιδας. Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Παπαγκίκα, κτηματία, και της Αικατερίνης Δημάκη. Ο παππούς του, Νικόλαος Παπαγκίκας, ήταν παπάς, -έτσι προέκυψε το όνομα «Παπαγκίκας». Δεν είναι γνωστό αν στην οικογένειά του υπήρξαν άλλοι μουσικοί, ξέρουμε όμως ότι υπήρχαν πολλοί ψάλτες. Επίσης, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για τη ζωή του πριν τη γνωριμία του και το γάμο του με τη Μαρίκα. Το βέβαιο είναι ότι, εκτός από τη ζωή του, και η μουσική του πορεία υπήρξε συνυφασμένη με τη Μαρίκα –συμμετείχε σε τουλάχιστον σε 127 ηχογραφήσεις της γυναίκας του, παίζοντας τσίμπαλο ή σαντούρι.
Τον Δεκέμβριο του 1913, ή τον Ιανουάριο του 1914, η Μαρίκα, με τον Κώστα στο τσίμπαλο, ηχογράφησε έξι τραγούδια για τη δισκογραφική εταιρεία Gramophone Company, υπό την εποπτεία του Hugh Murtagh: «Με ξέχασες», «Μαζί σου για να κλαίω», «Η φλογέρα», «Κωνσταντίνος ο λεβέντης», «Ο στατηλάτης», «Νεράιδα του γιαλού», των οποίων οι μήτρες έχουν καταστραφεί.
Ο David Soffa υποθέτει ότι η Μαρίκα Παπαγκίκα, όπως και πολλοί άλλοι μουσικοί της Ανατολικής Μεσογείου στο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έκανε περιοδείες στα μεγάλα λιμάνια και εμφανιζόταν, προσαρμόζοντας ανάλογα το ρεπερτόριό της, στα «καφέ αμάν» της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, της Αθήνας, του Πειραιά κ.α.
Το 1915, μαζί με τον σύζυγό της, αποφασίζουν να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στο Νέο Κόσμο και αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες την ίδια εποχή. Από το 1893 και μέχρι το 1924 υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες εγκατέλειψαν την Ελλάδα.
Μέσα στο πλήθος των μεταναστών ταξίδεψαν και πολλοί φορείς της μουσικής παράδοσης του τόπου: οργανοπαίχτες, ερμηνευτές, αλλά και δημιουργοί, δηλαδή συνθέτες, στιχουργοί και κειμενογράφοι, από όλες τις περιοχές του ελληνισμού. Ανάμεσά τους, η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της Κώστας. Από την Αλεξάνδρεια έρχονται στον Πειραιά, όπου στις 28 Μαρτίου 1915 επιβιβάζονται μαζί με 1.500 άλλους μετανάστες της τρίτης θέσης, στο υπερωκεάνιο «Θεμιστοκλής». Έπειτα από 24 μέρες, στις 21 Απριλίου 1915, φτάνουν στο Έλις Άιλαντ, τη νησίδα στις εκβολές του ποταμού Χάντσον στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, όπου υποβάλλονται σε υγειονομικό έλεγχο.
Έχουν πάνω τους μόλις σαράντα δολάρια και δηλώνουν προορισμό τους το Σικάγο. Η Μαρίκα δηλώνει «νοικοκυρά» και τόπο καταγωγής της την Αταλάντη Φθιώτιδας, τον ίδιο με τον σύζυγό της. Η πρόσκληση για να μπορέσουν να γίνουν δεκτοί στην Αμερική έχει γίνει από κάποιον Αθανάσιο Ιωαννίδη (ή Γιασσιμίδη;) που διαμένει στο Σικάγο.
Ο Γιώργος Κατσαρός εκπρόσωπος και αυτός της πρώτης γενιάς μουσικών που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, θυμάται ότι, κατά την περίοδο αυτή, από το 1915 κι έπειτα, συμμετείχε σε περιοδείες μαζί με τον Κώστα και τη Μαρίκα, ενώ ο Ευάγγελος Ανδριάς αναφέρει ότι το ζευγάρι μετά το 1915 βρισκόταν στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν σε νυχτερινά κέντρα.
Κατά την πρώτη αυτή περίοδο, οι Έλληνες μετανάστες έζησαν σε ένα περιβάλλον ξένο, εχθρικό και ανομοιογενές από άποψη γλωσσική, εθνική και πολιτισμική και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες –απασχολούμενοι στις πιο βαριές και δύσκολες δουλειές ως ανειδίκευτοι εργάτες- έτσι τα τραγούδια της πατρίδας τους έγιναν ένα καταφύγιο γι’ αυτούς, κυρίως τα δημοτικά και τα ρεμπέτικα.
Η ανάγκη τους αυτή, σε συνδυασμό με την αλματώδη εξέλιξη της νεοφανούς τεχνολογίας των δίσκων γραμμοφώνου, θα οδηγήσει στη μεγάλη άνθιση της δισκογραφίας της ελληνικής μουσικής στις ΗΠΑ, η οποία θα αρχίσει το 1896 με οκτώ ηχογραφήσεις του άγνωστου Μιχαήλ Αραχντίντζη, και θα αναπτυχθεί στις πόλεις όπου έχουν εγκατασταθεί πολλοί Έλληνες, όπως η Νέα Υόρκη και το Σικάγο.
Σε αυτό το πλαίσιο θα γίνει και το δισκογραφικό ξεκίνημα της Μαρίκας στην Αμερική. Από τα στοιχεία που είναι γνωστά, φαίνεται ότι πραγματοποίησε την πρώτη της, δοκιμαστική, ηχογράφηση στις 19 Ιουλίου 1918 στα στούντιο της Victor Records στη Νέα Υόρκη με το τραγούδι «Με ξέχασες» -ηχογράφηση, που μάλλον απέτυχε και επανελήφθη τρεις μήνες αργότερα (5.10.1918). Ακολουθούν, στις 4.12.1918, τέσσερις ακόμη ηχογραφήσεις, οι οποίες θα κριθούν επιτυχείς, θα πάρουν αριθμό καταλόγου και θα αποτελέσουν τους δύο πρώτους δίσκους της Παπαγκίκα στην Αμερική· πρόκειται για μια εκδοχή του «Σμυρναίικου μινόρε» και τρία δημοτικά.
Το 1919 ξαναμπαίνει στο στούντιο, αυτή τη φορά της Columbia, μαζί με μια παρέα εξαιρετικών μουσικών: τον Αθανάσιο Μακεδόνα στο βιολί, τον Μάρκο Σιφνιό στο τσέλο και τον σύζυγό της Κώστα Παπαγκίκα στο τσίμπαλο. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του '19 θα περάσει στη δισκογραφία 25 τραγούδια, ανάμεσά τους άλλη μία εκτέλεση του «Σμυρναίικου μινόρε», μία Σερενάτα του Σούμπερτ, το ζεϊμπέκικο «Τα ούλα σου» και το τραγούδι «Ne Itsoun Saidin», το πρώτο από τα πέντε που ηχογράφησε στην τουρκική γλώσσα. Η επιτυχία της θα είναι άμεση και μεγάλη, όπως προκύπτει από τις επανατυπώσεις των δίσκων και τις σχετικές διαφημιστικές καταχωρήσεις στον Τύπο της εποχής.
Η Μαρίκα Παπαγκίκα, στα 29 της χρόνια, θα γίνει η πιο αγαπημένη, ίσως, τραγουδίστρια των Ελλήνων της Αμερικής και θα μεσουρανήσει για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι το 1929. Τα δέκα αυτά χρόνια ηχογράφησε δεκάδες τραγούδια και μετακόμισε με τον σύζυγό της στη Νέα Υόρκη. Το 1923 σύμφωνα με ένα έγγραφο (Declaration of Intention) που κατέθεσε στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Κώστας Παπαγκίκας, η διεύθυνση κατοικίας τους είναι στην 8η Λεωφόρο, αρ. 532, στο Μανχάταν.
Το 1925 η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της με τις οικονομίες από τις πωλήσεις των δίσκων τους και τα έσοδα από τις περιοδείες, και αξιοποιώντας τη φήμη που είχε αποκτήσει η τραγουδίστρια, θα ανοίξουν στη Νέα Υόρκη πολυτελές κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία «Marika’s», ένα είδος «καφέ αμάν», το οποίο στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρισκόταν στο νούμερο 215W της 34ης Οδού, ανάμεσα στην 7η και την 8η Λεωφόρο, στο Μανχάταν. Τα μαγαζιά αυτού του τύπου, τα οποία αποκαλούνταν τότε στην Αμερική «καμπαρέ», ήταν κάτι ανάλογο με τους ψυχαγωγικούς χώρους που υπήρχαν σε πολλά αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από το τέλος του 19ου αιώνα καταγράφονται και στην Ελλάδα με ονομασίες όπως «καφέ-σαντούρ» ή «καφωδεία» ή «ωδικά καφενεία».
Το «Marika’s», στο οποίο η Μαρίκα κρατάει με τις εμφανίσεις της τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτέλεσε πόλο έλξης όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των μεταναστών διαφόρων εθνοτήτων, όπως Αλβανών, Αράβων, Βουλγάρων, Σύριων, Τούρκων και, ιδιαίτερα, Αρμενίων, αλλά και πολλών Αμερικανών. Τα επόμενα χρόνια θα ανοίξουν αρκετά ανάλογα μαγαζιά στην ελληνική και στην εβραϊκή περιοχή, στην γέφυρα του Μανχάταν, σε απόσταση τριών και τεσσάρων τετραγώνων από το μαγαζί της Μαρίκας. Το 1925, πάντως, στον πέμπτο ήδη χρόνο της ποτοαπαγόρευσης, χώροι ψυχαγωγίας όπως το «Marika’s», με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και ακροατήριο διαφορετικών εθνοτήτων και κοινωνικών τάξεων, λειτουργούσαν και ως παράνομα ποτοπωλεία.
Η Μαρίκα, παράλληλα με τη μεγάλη επιτυχία που γνωρίζει με τις εμφανίσεις της στο «Marika’s», συνεχίζει την πορεία της στη δισκογραφία. Το 1925 ηχογράφησε 23 τραγούδια (18 στην Columbia και 5 στην Victor), και το 1926 άλλα 8, μεταξύ των οποίων και μια εξαιρετική εκτέλεση του τραγουδιού «Μες στου Συγγρού τη φυλακή».
Τα επόμενα χρόνια κυκλοφορεί δίσκους μόνο με την Columbia, και συγκεκριμένα 10 τραγούδια το 1927, 24 το 1928, 12 το 1929 (ανάμεσά τους και αριστουργηματικά σμυρναίικου ύφους ρεμπέτικα όπως τα: «Τι σε μέλει εσένανε», «Γκελ γκελ», «Θα σπάσω κούπες», «Μήλο μου και μανταρίνι» κ.α.). Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, καταγράφεται και η συνεργασία της Μαρίκας Παπαγκίκα με το θίασο της «Οπερέτας Παντοπούλου», ηχογραφεί τα τραγούδια «Φωτιά και νιάτα» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, ρεμπέτικου ύφους, και «Το τρελοκόριτσο» (και τα δύο τον Οκτώβριο του 1928, στην Columbia). Στο «Τρελοκόριτσο» τραγουδάει μαζί με τον Μάκη Καρνέρη, ηθοποιό και τραγουδιστή του θιάσου.
Την ίδια χρονιά, και συγκεκριμένα στις 13 Νοεμβρίου 1928, ο Κώστας Παπαγκίκας καταθέτει αίτηση πολιτογράφησης για την απόκτηση της αμερικάνικης υπηκοότητας, όπου δηλώνει διεύθυνση κατοικίας ίδια με τη διεύθυνση του «Marika’s» (34η Οδός, νούμερο 215W, Νέα Υόρκη). Προφανώς μένουν πλέον σε διαμέρισμα που βρισκόταν πάνω από το μαγαζί τους.
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 έμελλε να έχει ως συνέπεια τη ριζική αλλαγή του σκηνικού στη ζωή της Μαρίκας, όπως εξάλλου και ολόκληρης της αμερικανικής κοινωνίας. Οι κόποι και οι οικονομίες δέκα ετών του ζευγαριού που είχε κυνηγήσει το όνειρο, «the American dream», αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Νέο Κόσμο, εξανεμίστηκαν. Ύστερα από περίπου πέντε χρόνια επιτυχημένης πορείας, το «Marika’s» έκλεισε. Η Μαρίκα έχασε όλη της την περιουσία· το σοκ που υπέστη ήταν μεγάλο και δεν συνήλθε ποτέ από αυτό.
Η απομάκρυνσή της από την δισκογραφία, με εξαίρεση μια μικρή παρουσία το 1937, είναι ενδεικτική της ψυχικής της κατάπτωσης –αν και θα πρέπει βέβαια να συνεκτιμηθεί με τις δραματικές επιπτώσεις που είχε η παγκόσμια κρίση και στη δισκογραφία. Την περίοδο αυτή οι αμερικάνικες δισκογραφικές εταιρείες περιορίζουν δραστικά την παραγωγή τους έως και 75%, ενώ από τα πρώτα ήδη χρόνια της δεκαετίας του 1930 καλύπτουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το ελληνικό ρεπερτόριο με ανατυπώσεις δίσκων που παράγονται στην Ελλάδα.
Το 1937, πιθανότατα από πρωτοβουλία του Τέτου Δημητριάδη, υπεύθυνου για το ελληνικό ρεπερτόριο της εταιρείας Orthophonic (θυγατρική της RCA Victor), η Μαρίκα –σε ηλικία 47 ετών και ύστερα από απουσία οχτώ χρόνων- μπαίνει για τελευταία φορά στο στούντιο προκειμένου να ηχογραφήσει τέσσερα τραγούδια πατριωτικού περιεχομένου, όπου σε όλα αναγράφεται ως «συνθέτης».
Η σπουδαία τραγουδίστρια έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 53 ετών, στις 2 Αυγούστου 1943, στο νοσοκομείο του Στέιτεν Άιλαντ, όπου νοσηλευόταν από τις 15 Ιουλίου. Ο Κώστας πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου 1947. Ηχογράφησε συνολικά 239 τραγούδια (τόσα έχουν εντοπιστεί), έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό για τα μέτρα της εποχής.
 «Η Μαρίκα ήταν μία απ’ τις περίφημες, μια από τις πιο ωραίες βυζαντινές τραγουδίστριες στα ρεμπέτικα, στα τζιβαέρια, στα σμυρναίικα και στα δημοτικά» είχε πει για αυτή ο Γιώργος Κατσαρός. Ο Κατσαρός έκανε και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σχετικά με την ποιότητα και το ηχόχρωμα της φωνής της Μαρίκας, η οποία στο πάλκο ελάχιστη σχέση είχε με αυτή που ακούμε στους δίσκους 78 στροφών.
 Ακούγοντας τους δίσκους με τη φωνή της Μαρίκας, αποκάλυψε με έκπληξη ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική της φωνή (που ήταν πολύ ανώτερη). Λόγω των τεχνικών ατελειών του συστήματος ηχογράφησης δεν ήταν δυνατό να αποτυπωθούν με ακρίβεια οι φωνές που κινούνταν σε υψηλές περιοχές συχνοτήτων, όπως των υψίφωνων και των τενόρων. Οι φωνές αυτές παραμόρφωναν το κερί ηχογράφησης, με αποτέλεσμα να αλλοιώνονται σε ουσιαστικό βαθμό.
Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε η διασημότερη και πλέον αγαπημένη τραγουδίστρια των Ελλήνων της Αμερικής.   
Από την δισκοθήκη του παππού μου, πρώτης γενιάς μεταναστών (βλέπε ανάρτηση 16), αυτός ο 12ιντσών 78 στροφών δίσκος του 1923. Φοβερή Παπαγκίκα, που μαζί με την Κα Κούλα ήταν τα αστέρια της εποχής στον καλλιτεχνικό κύκλο της Αμερικής. Στις ετικέτες δεν αναγράφονται τα ονόματα των καλλιτεχνών αλλά σύμφωνα με τα παραπάνω είναι Μακεδόνας Αθανάσιος στο βιολί, Παπαγκίκας (Gus) Κώστας στο τσίμπαλο και Σιφνιός Μάρκος στο τσέλο. Σε άλλους δίσκους της Παπαγκίκα που θα ανεβάσουμε εν καιρώ εμφανίζεται ο Κώστας Παπαγκίκας ως G.Papagikas και το έχουν λανθασμένα παρερμηνέψει σαν George. Το G προκύπτει από το Gus.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 
 
 

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

117. FIDELITY 2105008 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1969

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Τσαγκαράκης Γιώργος FIDELITY 2105008 Αλικιανός συρτός - Η προξενειά (Μαντινάδες)  1969- 45rpm- 7''
 
 ««--Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να παίζετε λύρα και πόσο δύσκολα ήταν τότε τα πράγματα;
Προσπαθώ να μανταλώσω το νου μου μες τη ψυχή μου, να μη γυρίζει και να μου φέρνει πίσω χίλιες δυο αναμνήσεις. Μα όσο κι αν πολεμώ να τόνε σταματήσω, ο νους μου δε κουμαντέρνεται, ξεπορτίζει, φεύγει και γυρίζει σ’όλα τα χωριά τση Κρήτης
Όταν άρχιζα εγώ τη σταδιοδρομία μου σαν λυράρης το 1960 περίπου, ο κόσμος διασκέδαζε μόνο με τη  κρητική μουσική στα πανηγύρια, στους γάμους, στις βαφτίσεις και σε χοροεσπερίδες.
Ο παλιός λυράρης αντιμετώπιζε τελείως διαφορετικά προβλήματα από το σημερινό. Έπαιζε σε μικρούς χώρους, χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις, πολλές φορές δεν είχε πασαδόρο και είχε πρόβλημα της επικοινωνίας με τον κόσμο.
 --Γράφατε πολλά σατυρικά τραγούδια τότε. Ποιος ήταν ο λόγος;
Το γέλιο που είναι δύσκολο να το δώσεις στο κόσμο, πρέπει να ψάξεις να βρεις μέσα στη ψυχή σου, να’ναι μέσα από τη ζωή βγαλμένο και προπαντός να’ναι αληθινό κι όχι ψεύτικο. Τότε ο κόσμος το ευχαριστιέται, το καταλαβαίνει και το ανταποδίδει, με ένα δικό του χαμόγελο και ένα ζεστό χειροκρότημα
Σ’ένα γλέντι στη Τουρλωτή έπαιζα τα καλύτερα μου. Σωστό τραγούδι, σωστή μουσική.
Ο κόσμος ήταν ευχαριστημένος αλλά δε μου έδειξε κάτι το ιδιαίτερο. Κάποια γυναίκα είπε στον άντρα τση «Καλή λύρα παίζει το κοπέλι αυτό». Και τση λέει ο άντρας τση «Καλά παίζει, καλά τραγουδεί, μα δεν έχει το ταλέντο να μας επεί πράμα μαντινάδα, πράμα τραγούδι, να γελάσομε, να μας εβγάλει στο κέφι». Εγώ τ’άκουσα. Όπως καθόμαστε στη μέση και παίζαμε χωρίς μηχανήματα και χόρευε ο κόσμος γύρω μας καλαματιανό, σηκώθηκα
Όρθιος, αυθόρμητα πάτησα στη καρέκλα, θυμήθηκα τους στοίχους που είχα γράψει για τις «κουτσομπόλες» και έβγαλα εκείνη, τη στιγμή επιτόπου, τη μουσική και άρχισα να τραγουδώ τη πρώτη μου σύνθεση «Γυναίκες αποφάσισα να πω τα σχολιανά σας, πως μόνο τα κουτσομπολιά είναι εσάς η δουλεία σας» Το σατιρικό τραγούδι ήταν το μεγάλο μου όπλο.
--Πως ήταν τα γλέντια εκείνη την εποχή;
Το μέσο συγκοινωνίας για το λυράρη ήταν το λεωφορείο και πολλές φορές πήγαινε με τα πόδια από το ένα μέρος στο άλλο. Τα γλέντια γινότανε πάντα δύο βράδια και ο καφετζής έπρεπε να κοιμίσει τους οργανοπαίχτες, αλλά πολλές φορές είχε κι άλλους επισκέπτες και όταν τελείωνε το γλέντι ξημερώματα δεν είχε κρεβάτι και έστρωνε στο καφενείο δυο τρείς πατανίες πάνω σε καρέκλες και κοιμόταν ο λυράρης και ο πασαδόρος μερικές ώρες  μέχρι να τελειώσει η λειτουργία και να ξαναρχίσει πάλι το γλέντι. Η λύρα δεν ήτανε επάγγελμα, ήτανε πάθος, αγάπη, μεράκι δεν είχαμε ούτε μικροφωνικές ούτε μικρόφωνα.
--Πιστεύετε ότι το κοινό είναι ακόμα το ίδιο αυστηρό με τον καλλιτέχνη, όπως ήταν κάποτε;
Την εποχή εκείνη υπήρχε ένα κοινό που έκρινε με αξιοκρατικά κριτήρια τους οργανοπαίχτες και τους βαθμολογούσε ανάλογα με τη προσφορά και το έργο τους. Ποιός παίζει τη καλύτερη παραδοσιακή λύρα; Τα καλύτερα συρτά; Το καλύτερο μαλεβιζιώτη; Ποιος παίζει καλύτερη σούστα; Πεντοζάλη; κοντυλιές; Και ποιος τραγουδεί καλύτερα ριζίτικα και άλλα τραγούδια; Επίσης κρίνανε και σχολιάζανε τη συνθετική και στιχουργική ικανότητα του κάθε καλλιτέχνη.
Έτσι του έδιναν και τη θέση που του άξιζε. Ένα τέτοιο πελάτη μερακλή είχα τον Μπαλτζάκη το γιατρό. Ο γιατρός είχε αδυναμία να ακούει και να βλέπει να χορεύουν μαλεβιζιώτη. Μια βραδιά στον Ερωτόκριτο μου έστειλε χάρισμα με ένα σερβιτόρο και παράγγειλε να του παίξω ένα μαλεβιζιώτη. Όση ώρα έπαιζα ο Μπαλτζάκης έτρωγε και μετρούσε τα δάχτυλα του. Συνέχιζα να παίζω και συνέχιζε και κείνος να μετρά τα δάχτυλα του. Επειδή δε χορεύανε μετά από λίγη ώρα σταμάτησα. Ο Μπαλτζάκης ο γιατρός σηκώθηκε όρθιος μπροστά στο κόσμο και μου φώναξε δυνατά «Μιχάλη, όση ώρα έπαιζες μετρούσα τα γυρίσματα και έπαιξες δεκαεφτά. Έχω ακούσει ότι ο μαλεβιζιώτης έχει σαρανταπέντε γυρίσματα. Πού είναι τα υπόλοιπα;»
Εγώ δικαιολογήθηκα ότι δεν τα παίξα όλα γιατί δεν εχορεύανε.
«Αν δεν τα ξέρεις όλα τα γυρίσματα να φροντίσεις να τα μάθεις από τσι παλιούς»
Υπάρχει και σήμερα αλλά ο κόσμος δεν εκφράζεται όπως παλιά.
--Πόσο δύσκολο ήταν για σας να συνδυάσετε καριέρα και οικογένεια;
 Γυρίζοντας από κάθε γλέντι, η γυναίκα μου με περίμενε έχοντας έτοιμο πάντα ένα ποτήρι γάλα και πολλές φορές έμενε ξάγρυπνη για να υποδεχτεί εμένα και τους συνεργάτες μου, μετά από το τέλος κάποιου γλεντιού, για να μας ετοιμάσει να φάμε και να μας περιποιηθεί. Έχοντας  λοιπόν την πλήρη υποστήριξη της μπορώ να πω ότι ήταν πολύ εύκολο για μένα γιατί ήξερα ότι η γυναίκα μου στήριζε το σπίτι όταν έλειπα και δεν είχα κανένα λόγο να ανησυχώ. Μπορούσα να αφοσιωθώ στην καριέρα μου..
--Το «Πάλκο» σας άλλαξε σαν άνθρωπο; Αλλοίωσε τον χαρακτήρα σας;
 Δεν αλλοίωσε τον χαρακτήρα μου, δεν με άλλαξε σαν άνθρωπο, όμως έμαθα να κρύβω τα συναισθήματα μου για το χατίρι του κόσμου. Μια φορά θυμάμαι πως έκλαιγα πάνω στο πάλκο και ο Βασίλης μου είπε "σταμάτα θα γίνουμε ρεζίλι". Γύρισα το κεφάλι μου προς τα μηχανήματα και έκανα πως τα διορθώνω. Σκούπισα τα μάτια μου και συνέχισα κανονικά το πρόγραμμα μου χαμογελώντας.
--Μιλήστε μου λίγο για τα δυο Κρητικά κέντρα που είχατε την «Ξαστεριά» και τον «Ερωτόκριτο».
Στη Λ.Κνωσσού 92 υπήρχε μια ψησταριά, που είχε την επιχείρηση ο Νίκος Μοσχόβης. Δίπλα ήταν ένα μεγάλο οικόπεδο και συνεταιριστήκαμε και φτιάξαμε το κέντρο «Ξαστεριά». Το να φτιάξεις όμως ένα τέτοιο κέντρο από τα θεμέλια, το κόστος ήτανε πολύ μεγάλο. Τα λεφτά που είχα δεν εφτάξανε, δάνεια οι τράπεζες δεν εδίνανε και έτσι υποχρεώθηκα σε φίλους και γνωστούς, υπόγραφα γραμμάτια, για να μπορέσω να ανοίξω τη καλοκαιρινή «Ξαστεριά»., τέλος Μαΐου 1972, ημέρα Σάββατο.
Το κέντρο αυτό αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο, γινόταν πανικός κάθε βράδυ, πολύ κόσμος. Έκανα και δεύτερο μαγαζί. τον «Ερωτόκριτο» και τραγουδούσα και στα δυο. Ωραίες εποχές.
--Υπάρχει κάτι στην καριέρα σας για το οποίο να έχετε μετανιώσει; Τι θα αλλάζατε αν μπορούσατε;
 Θα ξεκινούσα με τον ίδιο τρόπο όπως και τότε. Θα προσπαθούσα όμως να μην έκανα λάθη ,καλλιτεχνικά λάθη, που έκανα όταν ήμουν νέος. Είχα εμπιστοσύνη στους φίλους και με πλήγωσαν, έδειξα εμπιστοσύνη σε ορισμένους ανθρώπους που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν αυτό που πίστευα. Τέτοια λάθη θα προσπαθούσα να αποφύγω. Δισκογραφικά δεν έχω μετανιώσει για κανένα μου τραγούδι, για καμία δισκογραφική μου δουλειά. Τις έχω αγαπήσει όλες.»»
Ολόκληρη την συνέντευξη του Τσαγκαρομιχάλη θα την βρείτε στις πληροφορίες στο φάκελο που θα κατεβάσετε.
Βιογραφικά στοιχεία για τον Μιχάλη Τσαγκαράκη θα βρείτε στην ανάρτηση 46. Για τα αδέρφια του Δημήτρη και Γιώργο σε επόμενες αναρτήσεις.
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)