Τρίτη 11 Μαΐου 2021

67. MUSIC-BOX MB 698 ΜΑΝΟΥΡΑΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ 1966

Μανουράς Μανώλης (Κουρκουτάκης)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος) MUSIC-BOX MB 698 Μαλεβιώτικος χορός (Μαλεβιζιώτικος) - Πως είσαι αγάπη μου μακρυά (Συρτός) 1966- 45rpm- 7''  
 
Ο Μανώλης Μανουράς γεννήθηκε στ' Ανώγεια Ρεθύμνου το 1929, γιος του παλιού και καλού λυράρη Γιώργη Μανουρά ή Κουρκουτάκη απ' όπου πήρε και τα πρώτα του ερεθίσματα για τη μύηση του στη λύρα. Από το 1965 ασχολείται επαγγελματικά με την κρητική μουσική , αρχίζοντας την προσωπική του καλλιτεχνική πορεία από το γνωστό τότε κρητικό κέντρο της πόλης του Ηρακλείου "Ερωτόκριτος". 
Από το 1972 και για δέκα χρόνια, ζει και εμφανίζεται στην Αθήνα σε διάφορα κρητικά στέκια, περιοδεύει στο εξωτερικό κοντά στους απόδημους κι επιστρέφει το 1982 στο Ηράκλειο, όπου ζει πλέον ασχολούμενος αποκλειστικά και μόνο με την κρητική μουσική.
Η δισκογραφική παρουσία του Μανώλη Μανουρά μπορεί να μην είναι μεγάλη, αυτό όμως, που έχει καταγραφεί για λογαριασμό του, είναι η δεξιοτεχνία του στη λύρα, αναγνωρισμένη από κοινό και καλλιτέχνες.
Η ιδιαίτερη επίδοση του στην εκτέλεση παλαιών συρτών και ο μοναδικός τρόπος παιξίματος μιας σειράς παλιών Ανωγειανών κοντυλιών, όπου έμαθε από τον πατέρα του τον κάνουν να ξεχωρίζει. Ευαισθησία και απλότητα, ακρίβεια στην εκτέλεση, τονισμός στη λεπτομέρεια, σταθερότητα στην ισορροπία των μελωδιών που αποδίδει, είναι τα χαρακτηριστικά του Μανώλη Μανουρά.
 
Για τους Ξυλούρηδες Γιάννη και Νίκο έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενες αναρτήσεις (βλέπε ανάρτηση 15,36,41,64).  
Στο σημερινό δισκάκι, φοβερός Μανουράς στη λύρα και όχι ο Ψαρονίκος. Ο Ψαρονίκος, σύμφωνα πάντα με τις ετικέτες του δίσκου συμμετέχει τραγουδώντας στο ¨Πως είσαι αγάπη μου μακρυά¨. Στο λαούτο ο Ψαρογιάννης. Τα λόγια νομίζω είναι περιττά. Λάθος και στο τίτλο ¨Μαλεβιώτικος¨ (Μαλεβιζιώτικος), κάτι για το οποίο δεν μας συνηθίζει η music-box. 
Αισθητική παρέμβαση και στην ¨cover photo¨ του Μανουρά, γιατί η πρωτότυπη θυμίζει αυτές που βάζουν στα ¨μάρμαρα¨. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 

 

 

 
 

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

66. ORTHOPHONIC S-437 ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ 1938

 Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης)- Φουσταλιεράκης Στέλιος (Φουσταλιέρης- Το Στελάκι από την Κρήτη)  ORTHOPHONIC S-437 Χανιώτικος Σταφιδιανός (Κρητικό τραγούδι)- Το μερακλήδικο πουλί (Κρητικό τραγούδι της ταβέρνας) 1938- 78rpm- 10''

Ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή «Μπαξεβάνης» ή απλά «Μπαξές» γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο και καταγόταν από το Άνω Μαλάκι του νομού Ρεθύμνου. Η μητέρα του Στέλλα Βογιατζάκη, συγχωριανές με την Χρυσούλα Μαμαγκάκη, μητέρα του θρυλικού Ροδινού, από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια. Λέγεται ότι ο πατέρας του ήταν κηπουρός στο τσιφλίκι κάποιου Τούρκου και γι' αυτό αποκαλούνταν και «Μπαξεβάνης» (μπαξές=κήπος). Στα 12 του χρόνια άρχισε να παίζει μαντολίνο και μπουλγαρί, αλλά τον κέρδισε τελικά το λαούτο.
Η καταπληκτική φωνή του ήταν εκείνη που έκανε όλη την Κρήτη να τον αποκαλεί "το αηδόνι της Κρήτης" και εξαιτίας αυτής έχει μείνει στην ιστορία σαν ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές που έχει βγάλει η Κρήτη. Εμφανίζεται στη δισκογραφία το 1928 με την ηχογράφηση ενός δίσκου με το λυράρη Αλέκο Καραβίτη, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με το Στέλιο Φουσταλιέρη ,το Μανώλη Λαγό, το Ανδρέα Ροδινό ,τον Καρεκλά και το Θανάση Σκορδαλό.

Ο Μπαξεβάνης την εποχή εκείνη, με την ασύγκριτη φωνή του είχε ξεπεράσει τα στενά όρια της Κρήτης και είχε γίνει γνωστός και στην υπόλοιπη Ελλάδα καθώς τραγούδησε , εκτός από Κρητικά τραγούδια, νησιώτικα αλλά και μικρασιάτικα. Λένε ακόμη ότι οι λυράρηδες της εποχής φιλονικούσαν μεταξύ τους για το ποιός θα τον πάρει στα πανηγύρια και στις ηχογραφήσεις των δίσκων.
Η αδερφή του Λαυρεντία, επίσης ταλαντούχα στο τραγούδι ήταν η πρώτη γυναίκα που καταγράφηκε δισκογραφικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής. Γύρω στο 1940 ηχογράφησαν παρέα με το Μανώλη Λαγό στη λύρα το κλασσικό πλέον: «Τη μάνα μου την αγαπώ».
Το 1947 παντρεύτηκε με την Ελευθερία Κατσιμπράκη και απέκτησε μια κόρη. Αυτή ήταν και η αρχή μιας νέας εποχής στη ζωή του που συνοδεύτηκε από την αλλαγή επαγγέλματος. Ο
Γιάννης Μπερνιδάκης άνοιξε φαρμακείο και παρά τις παρακλήσεις των φίλων του δεν επέστρεψε ξανά στην μουσική. Χαρακτηριστικό το υπέροχο ποίημα του φίλου του Γιώργου Καλομενόπουλου με τίτλο «Γράμμα στο Μπαξέ», που μελοποίησε το 1999 ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης σε ερμηνεία του Μανώλη Λιδάκη:
Γιάννη, τα «ξύλα» τα ‘κρυψες και γίνηκες σπετσέρης
και τους γλεντζέδες τους παλιούς κάνεις πως δεν τους ξέρεις.
Γιάννη, σκίσε τις συνταγές και κάψε το κινίνο
και πιάσε στα χρυσόχερα λαούτο, μαντολίνο.
Μ’ αυτά τον πιο καλό γιατρό εσύ τον παραβγαίνεις
γιατί ανθρώπινες πληγές μ’ αυτά τα δυό τις γιαίνεις.
Κι αν τύχει κι έρθω άρρωστος, μη μου συστήσεις χάπι
μα πιάσε το λαούτο σου και μίλα μου γι’ αγάπη.
Τότε θα δεις από ψηλά δυο αστέρια να κυλήσουν
δυο πεθαμένων οι ψυχές να σε γλυκοφιλήσουν.
Ψυχές δυο φίλων που ‘φυγαν σ’ αγύριστο ταξίδι
η μία θα ‘ναι του Ροδινού κι η άλλη τα’ Αριστείδη.
Μια μαντινάδα μοναχή, Γιάννη, να πω μαζί σου
και να θαρρώ πως τα κλειδιά κρατώ του παραδείσου.
Να ίντα θα πω: «Ανάθεμα απού μπορεί κι αφήσει
τούτο το ψεύτικο ντουνιά μην τόνε γλεντήσει».
Όσον αφορά τη δισκογραφία, ο Γιάννης Μπερνιδάκης τραγούδησε κρητικά, νησιώτικα αλλά και σμυρναίικα τραγούδια. Συντροφιά με τον Παναγιώτη Τούντα ηχογράφησαν στην Αθήνα το τραγούδι "Άσπρο Περιστέρι Μου" και το "Αμάν Μαριώ" το 1938 (δίσκος 78" - Columbia DG6395), το "Θε να σε κάμω μενεξέ" και το "Ωχ Μικρό Μελαχρινό" το Φλεβάρη του 1940 (δίσκος 78" Columbia DG6520). Για τη δισκογραφία του με το Στέλιο Φουσταλιέρη. Το 1949 ηχογράφησε συνολικά 6 τραγούδια με το Θανάση Σκορδαλό, εκ των οποίων είναι και το "Βαρύς Πισκοπιανός", "Το Ξεροστερνιανό Νερό", κ.α.
Ο αγαπητός σε όλους «Μπαξεβάνης», πέθανε στο Ρέθυμνο τον Ιούλιο του 1972.
 
 
Ο Φουσταλιέρης γεννήθηκε το 1911 στο Ρέθυμνο. Από τα 11 του χρόνια, το 1922, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ρολογά, κάτι που ήταν το δεύτερο μεγάλο πάθος του μετά το «μπουλγαρί». Σε ηλικία δεκατριών χρόνων το 1924, αγοράζει με τον πρώτο του μισθό το πρώτο του μπουλγαρί, ένα μικρό σε όγκο, μεταχειρισμένο, ξεχασμένο από κάποιον πελάτη σε μια ταβέρνα.
Το όργανο αυτό ασκούσε στο μικρό Φουσταλιέρη μια ιδιαίτερη επιρροή. Ο αδερφός της μητέρας του έπαιζε αυτό το όργανο, αλλά όπως είχε πει και ο ίδιος, εκείνη την εποχή το μπουλγαρί είχε «γεμίσει» το Ρέθυμνο. Τότε βοηθοί της λύρας (όργανα συνοδείας) ήταν κυρίως το μπουλγαρί και το μαντολίνο. Το λαούτο, ο Φουσταλιέρης το θυμάται στο Ρέθυμνο μετά το 1930.
Να τι λέει ο ίδιος: «Όσο μεγάλωνα, τόσο έμπαινα στον νταλγκά του οργάνου!» Έχοντας μάθει αρκετά κοντά στο θείο του, τον Καρεκλά για το μπουλγαρί, άρχισε να πηγαίνει μαζί του σε γάμους και άλλα γλέντια και να τον συνοδεύει σαν «πασαδόρος». «Στα χωριά ζητούσαν τότε χωραΐτικα όργανα από το Ρέθυμνο δηλαδή. Όμως οι γάμοι ήτανε σκληροί, ζόρικοι. Με τα δάχτυλα μετρούσα το πότε είχα κοιμηθεί στο σπίτι μου. Το γαμήλιο γλέντι κρατούσε 5-6 νύχτες. Στα Σφακιά έφτανε και τις 15! Έπαιζα και μ’ έπαιρνε ο ύπνος επάνω στο όργανο».
Έτσι, με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά) ο οποίος ήταν και θείος του, ο Φουσταλιέρης αρχίζει να παίζει όλους τους Κρητικούς ρυθμούς, ακόμα και ρεμπέτικα! Παρόλο που ο Φουσταλιέρης δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός (και κρατούσε την τέχνη του ρολογά) ήταν δεξιοτέχνης και δεν άργησε να δημιουργήσει τη δική του σχολή. Ταυτόχρονα, ανέδειξε το μπουλγαρί, από συνοδευτικό όργανο της λύρας και σε σολιστικό, πετυχαίνοντας την καθιέρωσή του στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με πολλούς μεγάλους μουσικούς της εποχής. Παράλληλα, στις Ρεθυμνιώτικες συντροφιές έπαιζε συχνά με μικρασιάτες μουσικούς, οι οποίοι είχαν βρεθεί στην Κρήτη μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής προσωπικότητας του Φουσταλιέρη έπαιξε η παραμονή του στον Πειραιά (1933-1937).
Από το 1937 έως και το 1992 που πέθανε, ο Στέλιος Φουσταλιεράκης – Φουσταλιέρης ζούσε στο Ρέθυμνο, ασχολούμενος με τις δύο μεγάλες αγάπες του. Την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί! «Γιατί και οι δυο αυτές τέχνες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους, είναι λεπτή δουλειά, όπως παλιά κάναμε τα εξαρτήματα των ρολογιών στο χέρι και τα δουλεύαμε με το φακό, έτσι και στη μουσική χρειάζεται σημασία στη λεπτομέρεια, στην πενιά. Χρειάζεται αξιοπρέπεια τόσο πίσω από τον πάγκο, όσο και όταν παίζω το όργανο.»
Ο Φουσταλιέρης με την ίδια αξιοπρέπεια και το ίδιο αμείωτο μεράκι παρέμεινε ως το θάνατό του, όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παράδοσης του ελληνικού ταμπουρά. Γιατί δυστυχώς, στις μέρες μας, η μακραίωνη αυτή παράδοση κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Το λαγούτο και το μπουζούκι, εκτόπισαν του μπουλγαρί. Η μουσική του Φουσταλιέρη αποτελεί ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.
Τα λόγια του περιγράφουν κρυστάλλινα τη σχέση του με την κρητική μουσική: «Το μπουλγαρί το αγάπησα και το αγαπώ. Παίζω πάνω του όποιον σκοπό θέλω: βάλε ζεϊμπέκικο, τσιφτετέλια, νησιωτικά κρητικά, ό,τι θέλεις παίζω. Αλλά ή αγαπημένη μου μουσική είναι η κρητική. Την στέριωσα, την τίμησα, την πλούτισα και τη διατηρώ ακόμη. Πολλά συρτά που παίζονται σήμερα είναι δικά μου».

Δίσκος γραμμοφώνου ο σημερινός. Ηχογραφημένος στην Αθήνα και κομμένος στην Αμερική από την Orthophonic. Τώρα αν ταξίδεψαν οι μαγνητοταινίες (mastertapes) ή ο γραμμοφωνικός δίσκος  που είχε ήδη κοπεί Ελλάδα από την HIS MASTER VOICE (AO-2488) μαζί με το φύλλο φωνοληψίας, είναι άγνωστο. Αυτό γιατί στις ετικέτες του δίσκου εμφανίζεται μόνο ο Μπερνιδάκης και θα ήταν άδικο να ασχοληθώ μόνο με αυτόν, όταν στο μπουλγαρί είναι ο Φουσταλιέρης και ντύνει πανέμορφα την φωνή του Μπαξέ. Στο φάκελο θα βρείτε τις ετικέτες του δίσκου και σε διαφορετική μορφή. Παρακάτω το διαφημιστικό έντυπο της Orthophonic, με τον S-437 και το όνομα του Φουσταλιέρη να λείπει και από εδώ.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 

 

 

 
 

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

65. ODEON DSOG 2784 ΠΑΝΟΥΤΣΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΛΙΑΠΗ ΕΛΕΝΗ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1961

 Πανούτσος Χρήστος- Χαλκιάς Αναστάσιος- Λιάπη (Αναδιώτου) Ελένη- Ανεστόπουλος Γιώργος ODEON DSOG 2784 Άσπρη βαμβακιά - Για μια Λιδορικιώτισσα 1961- 45rpm- 7''

Ο Χρήστος Πανούτσος γεννήθηκε στα Λακκώματα Αχαΐας, απ' όπου και κατάγεται, ένα δηλαδή ορεινό χωριό στον Ερύμανθο και στην ιστορική περιοχή των Νεζερών, 41 χιλιόμετρα από το κέντρο της Πάτρας και 40 χιλιόμετρα από τα Καλάβρυτα. Ωστόσο, μεγάλωσε στο χωριό Βασιλικό (Μπρακουμάδι), όπου και μετέβη η οικογένεια και το οποίο βρίσκεται σε μια πεδινή τοποθεσία σε απόσταση περί τα 16 χιλιόμετρα από την πόλη της Πάτρας.
Σπούδασε βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Υπήρξε μαθητής και μετέπειτα συνεργάτης του μεγάλου μουσικοδιδάσκαλου Σίμωνα Καρά. Έγινε ευρύτερα γνωστός από την συνεχή συμμετοχή του επί εικοσαετία σε ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, ως επί το πλείστον της Ε.Ρ.Τ. και της Υ.ΕΝ.Ε.Δ., στις οποίες μετείχε αφιλοκερδώς και ερμήνευε δημοτικά τραγούδια από όλες τις περιοχές του Ελληνισμού και κατά κύριο λόγο παραδοσιακά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας της Αχαΐας αλλά και γενικότερα όλου του Μοριά.
Μετείχε ως τραγουδιστής στους δίσκους δημοτικής μουσικής της Ανθολογίας «Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια» της Ακαδημίας Αθηνών που εκδόθηκε το 1971 ανήμερα του εορτασμού της κήρυξης της Επανάστασης του 1821 και της επετείου των 150 χρόνων από αυτή.
Έχει αξιοσημείωτη προσφορά στον χώρο του δημοτικού τραγουδιού, που πέραν του μεγάλου δισκογραφικού και ηχογραφημένου έργου του, διέθεσε μουσικό εξοπλισμό για την λαογραφική καταγραφή και αναπαραγωγή πολλών τραγουδιών και υπήρξε συλλέκτης βιβλίων, καθώς και δίσκων και μαγνητοταινιών παλαιότερων ερμηνευτών.
 
Στο κλαρίνο ο Τάσος Χαλκιάς, για τον οποίο έχουμε αναφερθεί στην ανάρτηση 51.
 
 
Η Ελένη Λιάπη Αναδιώτη γεννήθηκε το 1924 στον Κονιάκο Φωκίδας.
Στο σχολείο ήταν άριστη μαθήτρια. Σχολείο -σχολείο βοηθούσε όμως και την κυρά Ζωή σ' όλες τις δουλειές του σπιτιού, βλέπεις υπήρχαν εφτά άντρες στο σπίτι, τι να πρωτοκάνει η μάνα, αλλά πάνω απ' όλα τραγουδούσε, κάθε ώρα κάθε στιγμή, ό,τι κι' αν έκανε, από πολύ μικρή, τραγουδούσε, στις γιορτές, στα παρασπόρια, είχε βλέπεις το χάρισμα, είχε μια υπέροχη φωνή. Το 1932, ένας χωριανός, ο Παπαδημητρίου, έφερε στον Κονιάκο ένα γραμμόφωνο, το μοναδικό στο χωριό, κι' η Ελένη, που έμενε απέναντι, άκουγε με τις ώρες τα τραγούδια του γραμμοφώνου, τα κατέγραφε στο παιδικό της μυαλό και τα τραγουδούσε, και τα τραγουδούσε υπέροχα, όλοι είχαν να το πουν .
Όταν τέλειωσε το δημοτικό με άριστα φυσικά, ο Δάσκαλος κάλεσε τον πατέρα της και του είπε πως το κορίτσι έχει πολλές δυνατότητες και καλό θα ‘ταν να σπουδάσει, κι' ο κυρ Βαγγέλης καμαρώνοντας για την κόρη είπε στο Δάσκαλο πως κάτι θα κάνει για το κορίτσι και πως θα το ‘στελνε στην Αθήνα, όπου είχαν πάει τα μεγαλύτερα αγόρια του και δούλευαν, ενώ είχε και συγγενείς που θα νοιάζονταν για την Ελένη, η μάνα όμως ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε, να στείλει τη μοναχοκόρη στην...ξενιτειά, κοριτσάκι πράμα, κι' ύστερα την είχε συντροφιά και..βοηθό.
Τα δύσκολα χρόνια της κατοχής βρήκαν την Ελένη στην Αθήνα, εκεί στην Άνω Ν.Σμύρνη, όπου ο πατέρας της είχε πάρει οικόπεδο, και τ' αδέρφια της είχαν τις δουλειές τους, ενώ το χάρισμα της Ελένης είχε γίνει πια πολύ γνωστό, κι' όλοι την καλούσαν στις γιορτές να τραγουδήσει, κι' η Ελένη κοριτσάκι 16χρονο τότε, άκουγε τα τραγούδια και με το πρώτο τα τραγουδούσε, χωρίς βέβαια να γνωρίζει μουσική, είχε το χάρισμα, το μουσικό..αυτί, το ένστικτο.
Η φήμη της βέβαια άρχισε ν' απλώνεται και πέρα απ' τον..οικογενειακό και φιλικό περίγυρο, κι' όλοι έλεγαν πως πρέπει να την ακούσουν κάποιοι ειδικοί, και να βρει το δρόμο της, έτσι κι' έγινε. Εκεί στα 1942, ένας γνωστός μουσικός, ο Ανδρέας Χαρμαλιάς , απ' τα καλύτερα κλαρίνα της εποχής, ζήτησε να την ακούσει κι' αμέσως της πρότεινε να την πάει στο Ραδιοφωνικό σταθμό να την ακούσουν, έτσι κι' έγινε, πήγαν την άκουσαν κι' ενθουσιάστηκαν, έτσι άρχισε η συνεργασία της με το Ελληνικό Ραδιόφωνο, όπου γνώρισε και τον παλαιστή τον Θανάση Καμπαφλή, που τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια και άρχισε να εμφανίζεται στις εκπομπές παραδοσιακής μουσικής του Σίμωνα Καρά, που είχε τακτικές εκπομπές Δημοτικού τραγουδιού στο ραδιόφωνο, ενώ το όνομά της είχε γίνει πια πολύ γνωστό στους κύκλους του Δημοτικού τραγουδιού, η φωνή της άρεσε πολύ κι' άρχισαν να την  πλησιάζουν και να της γίνονται προτάσεις για να μπει στη δισκογραφία, ενώ παρότι είχε πάμπολλες προτάσεις δεν τραγούδησε επαγγελματικά σε μαγαζιά, ήταν επιλογή της .
Είχε μπει πια η Ελένη, για καλά, στο χώρο του Δημοτικού τραγουδιού, χώρο..δύσκολο και..περίεργο, όπως όλοι οι..καλλιτεχνικοί χώροι, με τις..προκλήσεις, τις..σειρήνες και τον κίνδυνο του..καλαμοκαβαλικέματος, άντεξε όμως σ' όλα αυτά, τα ξεπέρασε, γιατί είχε..απέραντο πάθος για το τραγούδι, και πάνω απ' όλα είχε στέρεες..βάσεις και αρχές, και φυσικά είχε και τον αμύθητο θησαυρό της, την..υπέροχη φωνή της.
Οι εμφανίσεις της στο ραδιόφωνο, πύκνωναν, ήταν απ' τις πιο περιζήτητες τραγουδίστριες στο είδος της και η δισκογραφία δεν άργησε να ‘ρθει. Το 1947 ηχογραφεί την περίφημη ¨Λιδορικιώτισσα¨, που έκανε κυριολεκτικά πάταγο και την έκανε γνωστή κι' έξω απ' την Ελλάδα, κυρίως σε χώρες που υπήρχαν Έλληνες μετανάστες. Μέσα δε στην περίοδο 1947-1950, ηχογράφησε 20 περίπου τραγούδια που έγιναν αμέσως επιτυχίες, γραμμένα σε δίσκους 78 στροφών (γραμμοφώνου),  ενώ την συνόδευαν οι καλύτεροι μουσικοί του είδους  την εποχή εκείνη, με πρώτο τον Ανεστόπουλο, που ήταν κορυφή στο κλαρίνο τον καιρό εκείνο.
Η Ελένη, όπως είπαμε και πριν, δεν τραγούδησε ποτέ σε μαγαζί, δεν κυνήγησε την..οικονομική..επιτυχία, όχι πως ήταν πλούσια και δεν είχε ανάγκη, αλλά αυτή την ..ένοιαζε μόνο το τραγούδι, το γνήσιο παραδοσιακό τραγούδι και σ' αυτό απαρέγκλιτα..αφοσιώθηκε. Βέβαια στη..διαδρομή της έζησε και τις..εσωκαλλιτεχνικές..τρικλοποδιές, τις..συναδελφικές..αγάπες, αλλά πάντα τις ξεπέρναγε με τη γνήσια ..παλικαρίσια ..Λιδορικιώτικο..κονιακίτικη..λεβεντιά και αξιοπρέπεια, γι' αυτό κι' έμεινε πάντα αστραφτερή, πεντακάθαρη...και τράβηξε το δρόμο της με το κεφάλι ψηλά κι' ανέβηκε σκαλί-σκαλί τη σκάλα της επιτυχίας .
Τα τραγούδια που δισκογράφησε στο διάστημα αυτό, 1947-50, για την εποχή εκείνη ήταν πάρα πολλά, σημάδι της ανταπόκρισης που είχε στον κόσμο και μην ξεγελαστεί κανείς να συγκρίνει την τότε με την σημερινή εποχή στο δισκογραφικό τομέα. Τα τραγούδια της δεν ήταν μιας...χρήσης, όπως τα σημερινά. Έκαναν επιτυχία και..επέζησαν. Είναι διαχρονικές επιτυχίες, αφού και σήμερα, μετά από 70 χρόνια, ακούγονται και συμπεριλαμβάνονται σε συλλογές που επανεκδίδονται.
Μετά ..απορροφήθηκε απ' την οικογένειά της και αποσύρθηκε απ' την δισκογραφία. Δεν απομακρύνθηκε όμως απ' την μεγάλη της αγάπη, το τραγούδι. Συνέχισε να συνεργάζεται με το ραδιόφωνο και να κάνει ηχογραφήσεις γνήσιων παραδοσιακών τραγουδιών , με διαλεχτούς συνεργάτες - μουσικούς, στα στούντιο της ΕΡΤ , συμμετέχοντας σε εκπομπές με δημοτική μουσική και τραγούδια, με τον Σίμωνα Καρρά, αλλά και με όλους τους τότε παραγωγούς παρόμοιων εκπομπών .
Το 1980 ηχογραφεί με τον Σίμωνα Καρρά και το 1985 στα στούντιο της ΕΡΤ με τους μουσικούς : Γιάννη Κούπα, κλαρίνο, Κώστα Πίτσιο, λαούτο, Νίκο Καρατάσο, σαντούρι και Μιχ.Κλαπάκη, ταραμπούκα, ηχογραφεί για την Ελληνική Ραδιοφωνία. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε, πως ο Κώστας Πίτσιος, που έπαιξε λαούτο, είναι Λιδορικιώτης, κι'αυτός, απ' το Κάλλιο, το Βελούχι και γιός ενός απ' τους γνωστότερους μουσικούς του Λιδορικίου και της Δωρίδας γενικότερα, του Θανάση Πίτσιου η Φαλιαμπάρα, όπως τον ξέραμε περισσότερο.
Την ίδια χρονιά, το 1985 , η Ελένη ηχογραφεί , πάλι για λογαριασμό της ΕΡΤ με τους : Κυριάκο Κωστούλα, κλαρίνο, Νίκο Καρατάσο, σαντούρι, Βασ.Κατράκη, λαούτο και Μιχ.Κλαπάκη, ταραμπούκα. 
 
Στο κλαρίνο ο Γιώργος Ανεστόπουλος, για τον οποίο έχουμε αναφερθεί στην ανάρτηση 50.
Κλασικά και τα δύο σημερινά τραγούδια. Είμαστε στο 1961 και το βινύλιο σε 7’(45άρι) μορφή κυριαρχεί. Οπότε επανεκδίδονται στις 45 στροφές τραγούδια που είχαν επιτυχία στις πωλήσεις. Σε επόμενες αναρτήσεις θα ασχοληθούμε αρκετά με την Ελένη Λιάπη, αγαπημένη και κοντοχωριανή. Το Λιδορίκι για τους ορεινούς της Φωκίδας είναι η ¨πρωτεύουσα¨ και μετά έρχεται η Άμφισσα. Έτσι και η Λιάπη τραγούδησε την Λιδορικιώτισσα αλλά είναι από τον Κονιάκο.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 

 

 

 
 

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

64. FIDELITY 2105039 ΣΩΠΑΣΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1971

Σωπασής Νίκος (Χάμπρος)- Ξυλούρης Ιωάννης (Ψαρογιάννης) FIDELITY 2105039 Έχω καρδιά που πάντοτε - Επότιζα μια ροδαριά 1971- 45rpm- 7''

Ο Νίκος Σωπασής γεννήθηκε στα Χελιανά Ρεθύμνου, μια περιοχή που συνδυάζει την γαλήνη του καταπράσινου τοπίου, με την τραχύτητα και την υπερηφάνεια του Κουλούκωνα. Ένας χώρος αυθεντικό μουσικό εργαστήρι της φύσης.
Εκεί έμαθε, από τα παιδικά του χρόνια τη λύρα, με δάσκαλο τον πατέρα του, τον αείμνηστο Χοτζολάμπη, πασίγνωστο λυράρη στο Μέσα Μυλοπόταμο, μια ξεχωριστή μορφή, ομορφάνθρωπος, μερακλής, με ερωτισμό και κέφι. Γενικά οι Χελιανώτες Χότζηδες, είναι προικισμένοι με έμφυτη τάση προς τη λαϊκή ποίηση, τη μουσική, τα μεγάλα ιδανικά, είναι εύστροφοι και πνευματώδεις.
Ο Νίκος Σωπασής από τα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του παρουσίας, ξεχώρισε από όλους τους λυράρηδες της περιοχής και γρήγορα η φήμη του άρχισε να απλώνεται.
Μ' ένα ανεξάντλητο κέφι και μια εκπληκτική επικοινωνία με το κοινό του, έγινε περιζήτητος στα κρητικά γλέντια και αργότερα στο τέλος της δεκαετίας του '60 έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην άνθιση των κρητικών κέντρων στο Ηράκλειο και την Αθήνα.
Σε ηλικία 25 χρόνων έγραψε τον πρώτο μεγάλο του δίσκο, με την περίφημη "Ροδαριά", ένα τραγούδι που τον καθιέρωσε σαν ένα από τα πρώτα ονόματα των δημιουργών της μουσικής του νησιού μας. Ταξίδεψε Αμερική, τον Καναδά, τη Γερμανία, δούλεψε πολλά χρόνια στην Αθήνα, όπου κι αν εμφανίστηκε λειτούργησε ως "πυροδότης" για γλέντι και ξεφάντωμα.
Προικισμένος με σπάνιες φωνητικές αρετές και μια εντελώς προσωπική εκφραστική χροιά, είναι ταυτόχρονα ένας έξοχος δεξιοτέχνης που ξέρει, με ευέλικτη φαντασία, να ανακαλύπτει νέους δημιουργικούς δρόμους.
Ο Νίκος Σωπασής προσωποποιεί τις μουσικές αποχρώσεις του Μέσα Μυλοποτάμου και με τη ρωμαλέα φωνή του και τους μαγευτικούς ήχους της λύρας του, στέλνει τα χαιρετίσματα των Ταλαίων Ορέων σ' όλους τους Κρητικούς.
Με έντονο δισκογραφικό έργο αλλά και πάρα πολλές εμφανίσεις τόσο εντός όσο και
εκτός Ελλάδος αποτελεί έναν από τον πλέον πετυχημένο καλλιτέχνη όλων των εποχών.
Έχει συνεργαστεί με μεγάλες φυσιογνωμίες του Κρητικού πενταγράμμου όπως ο Νίκος Μανιάς, ο Μανώλης Κακλής, ο Ιωάννης Μαρκογιαννάκης (Μαρκογιάννης), ο Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης), ο Γιώργης Ξυλούρης (Ψαρογιώργης), ο Νίκος Καδιανάκης (Καδιανός), ο Στρατής Μαμαλάκης, ο Νίκος Πατενταλάκης, ο Γιώργης Μιχελάκης, ο Νίκος Πατενταλάκης, ο Νίκος Σαμπαζιώτης, ο Μιχάλης Πετσάκης, ο Μανώλης Λαρεντζάκης, ο Αλέκος Κοκαράκης, ο Νεκτάριος Κοντογιάννης, ο Γιώργης Καραγιώργης, ο Μανώλης Κουμιώτης, η Τασούλα, ο Γιώργος Φλουρής, ο Δημήτρης Συγλέτος κ.α.
Συνεχίζει να ασχολείται με την Κρητική μουσική και τον συναντάμε αρκετά συχνά σε διάφορα γλέντια να τραγουδάει μερικές από τις επιτυχίες του:
"Επότιζα μια ροδαριά", "Αποτυπώματα", "Περνάει ο καιρός", "Γλέντια και Ξεφαντώματα", "Ο Κισσός" κ.α.
Μια σεβαστή πορεία γεμάτη επιτυχίες για τον Νίκο Σωπασή που έχει αγαπηθεί όσο λίγοι καλλιτέχνες !
 
Για τον Ψαρογιάννη έχουμε αναφερθεί στις αναρτήσεις 15 και 38. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)