Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

48. PANIVAR PA-590 ΚΑΡΠΟΥΖΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΚΑΔΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΣ 1974

 Καρπουζάκης Μανώλης- Καδιανός Νίκος PANIVAR PA-590 Σείχα κερά και αρχόντισσα - Κλάψε μα έκλαψα και γω 1974- 45rpm- 7''

Γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Ζαρός Καινουργίου, του Νομού Ηρακλείου. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Καρπουτζάκης και μητέρα του η Πελαγία Καρπουτζάκη - Σαλούστρου.Είχε 5 αδέρφια, την Θεονύμφη, τον Μιχάλη, τον Γιάννη, την Κατίνα και τον Νίκο.Ο Μανόλης Καρπουζάκης ήταν το πέμπτο κατά σειρά από τα αδέρφια.Με τη λύρα άρχισε να ασχολείται το 1954 σε ηλικία επτά χρονών. Την πρώτη του λύρα του την έφτιαξε ο πατέρας του.  
Όταν ήταν δέκα χρονών το 1957, του αγόρασε τη λεγόμενη βροντόλυρα που είναι και η γνήσια Μεσσαρίτικη λύρα με 4 χορδές και από τότε συνεχίζει να παίζει και τρίχορδη και τετράχορδη λύρα.Τα πρώτα ακούσματα του ήταν από τους χωριανούς του λυράρηδες και λαουτιέρηδες και είναι αυτοδίδακτος. 
Το 1961 σε ηλικία 14 ετών πηγαίνει στο Ηράκλειο και από τότε έγινε μόνιμος κάτοικος Ηρακλείου. Στο πρώτο γλέντι που έπαιξε ήταν 13 ετών με τον λαουτιέρη Γιάννη Αποστολάκη. Το 1965 η δισκογραφική εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ ανακαλύπτει τον νεαρό και ταλαντούχο Μανώλη Καρπουζάκη.
Το 1973 κυκλοφορεί η πρώτη του δισκογραφική έκδοση, ένας δίσκος 45 στροφών με τίτλο "Στης δυστυχίας τις στιγμές" με δυο τραγούδια, ένα συρτό από την μια πλευρά και κοντυλιές από την άλλη, ακολουθούν άλλοι 5 δίσκοι 45 στροφών.Στη συνέχεια θα υπάρξει τόσος μεγάλος πλούτος ιδεών ώστε μέχρι σήμερα το έργο του φτάνει στις 102 προσωπικές δισκογραφικές δουλειές και 30 συμμετοχές σε άλλους καλλιτέχνες.Από το 1966 μέχρι και το 1982 συνεργάζεται με την εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ στην οποία έχει κυκλοφορήσει 55 έργα δίσκους και ζωντανές σε κασέτες. Από το 1982 μέχρι σήμερα συνεργάστηκε με την εταιρεία ΚΡΕΤΑΦΩΝ στην οποία κυκλοφόρησε τα υπόλοιπα έργα του.Επίσης έχει συνεργαστεί με τον μουσικό Κο Ρενιέρη και έχει παίξει λύρα σε δυο δουλειές του με τραγουδίστρια την Μαρίνα του ελαφρού λαϊκού τραγουδιού.Το 1972 ηχογραφεί δίσκο για τις μαθήτριες που πνίγηκαν στην Γεωργιούπολη και για τα άτομα που σκοτώθηκαν όταν έπεσε το λεωφορείο στην Καλαμαύκα της Ιεράπετρας.Το 1975 επίσης έχει κάνει δίσκο στην Γερμανία στο Ντισεντολφ. Το 1976 έκανε τρεις δίσκους στην Αμερική στο Πιτσ-πουρκ όταν έπαιξε στο Κομβέσιο Κρητών.
Το 1981 ηχογράφησε ένα δίσκο στην Αυστραλία στο Σύδνευ που είχε πάει για τους χορούς της Παγκρητικής. Επίσης έχει πάει στην Νέα Ζηλανδία και έχει παίξει στον σύλλογο Κρητών.Επίσης έχει παίξει πολλές φορές στην Ευρώπη, Κύπρο αλλά και σε όλη την Ελλάδα όπου υπάρχει σύλλογος Κρητών.Έχει ασχοληθεί και με την δημοτική μουσική της Ελλάδος.  
 Το 1962 έπαιξε σε μαγαζί στο Ηράκλειο στο μαγαζί με το όνομα ΚΑΝ - ΚΑΝ δυο χρόνια (είναι ο πρώτος που έπαιξε σαν επαγγελματίας εκείνα τα χρόνια), με συνεργάτη τον Αλέκο Κοκαράκη και τον Κώστα Ζαχαρόπουλο. Το 1973 - 1974 έπαιξε πρώτη φορά στο Κέντρο Αρετούσα στην Αθήνα και συνέχισε και άλλα κέντρα όπως το Κονάκι, το Ζορμπά.
Επίσης έχει παίξει σε μαγαζιά στο Ηράκλειο όπως το Παγκρήτιο, Κάστρο, Αρετούσα, Λύρα, Ριζίτικα κ.α. Συνεργάτες του στις Δισκογραφικές δουλειές είναι: Κοτζαμπασάκης Μ.- Κοκαράκης Α.- Σαλούστρος Π.- Κρουσανιωτάκης Γ. - Παπατσαράς Μ.- Πετσάκης Γ. - Αλεφαντινός Ν. - Ζαμπουλάκης Γ. - Λαρεντζάκης Μ.- Φουκάκης Δ.- Τσαφαντάκης Β.- Γιατρομανολάκης Ν.- Κακλής Μ.- Νενεδάκης Μ.-Σαλούστρος Α.-Σαλούστρος Β.-Σκουλάς Δ.- Πατενταλάκης Ν. - Γιαννακάκη Ε. -Γρηγοράκη Ε.-Χρονάκη Σ.- Γιαμπουλάκης κ.α.Ο Μανώλης Καρπουζάκης ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του Παγκρητίου Συλλόγου Καλλιτεχνών Κρητικής Μουσικής και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος τα έτη 1994 έως 1997. Έφυγε από την ζωή στις 6 Ιουλίου 2011 σε ηλικία 64 ετών χτυπημένος από την επάρατη νόσο.
 
 
Ο Νίκος Καδιανός γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1932 στο χωριό Βόροι Ηρακλείου Κρήτης. Γονείς του ο Λάμπρος και η Ευαγγελία Καδιανάκη. Γόνος πολυμελούς αγροτικής οικογένειας, έζησε τα παιδικά του χρόνια στο χωριό του, όπως όλα τα συνομήλικά του παιδιά. Από μικρή ηλικία όμως φάνηκε το ταλέντο που είχε για να ασχοληθεί με τη μουσική.
Από τα σχολικά του κιόλας χρόνια στο χωριό όπως έλεγε ο ίδιος αργότερα αντί να είχε το μυαλό του στα γράμματα και σε αυτά που του έλεγε ο δάσκαλος, ο ίδιος προσπαθούσε να μάθει να παίζει σκοπούς με το μαντολίνο, και να συμμετάσχει όσο μπορούσε περισσότερο κι όσο του επέτρεπε και η ηλικία του στα τοπικά γλέντια του χωριού του, ακούγοντας τα μουσικά ακούσματα του τόπου του παιγμένα από τους τοπικούς τότε μουσικούς πρωτομάστορες.
Μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να μάθει γράμματα ή να ασχοληθεί με τις αγροτικές εργασίες, βοηθώντας τον πατέρα του και την οικογένειά του. Όπως είπε πάλι ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στην αείμνηστη Ρούλα Μουζουράκη για την Κρατική τηλεόραση: "Προτίμησε να μάθει να παίζει το λαούτο παρά το σκαπέτι γιατί ήταν πιο ελαφρύ για τα δικά του χέρια".
Το πρώτο λαούτο, του το έδωσε σε ηλικία 14 ετών ο Γιάννης Μαρκογιάννης. Δεν άργησε όμως να φανεί και στο λαούτο ακόμα (παρότι ήταν αρκετά μεγάλο όργανο σχηματικά για την ηλικία του), το ταλέντο του. Έτσι σιγά – σιγά άρχισε να μαθαίνει τον ένα σκοπό μετά τον άλλο στο λαούτο, με το αυτί όπως έλεγε ο ίδιος. Δηλαδή ότι άκουγε στο γραμμόφωνο τότε με τα δισκάκια και στα γλέντια του χωριού του (στις παρέες και στις καντάδες του χωριού εκείνης της εποχής), προσπαθούσε να το παίξει με το λαούτο του.
Τα κατάφερνε αρκετά καλά να αφομοιώνει τα μουσικά ακούσματα και να εξελίσσετε γρήγορα σε έναν καλό λαουτιέρη. Πρότυπό του στο παίξιμο του λαούτο ήταν ο πατριάρχης όπως τον έλεγε εκείνος του λαούτο ο Γιάννης Μαρκογιάννης. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι και το πρώτο του γλέντι που έπαιξε ως μουσικός ήταν σε ηλικία 14 ετών στο χωριό του. Αυτό ήταν και το ¨βάπτισμα του πυρός¨ για μια λαμπρή πορεία και καριέρα που θα ακολουθούσε τις επόμενες δεκαετίες.
Από εκεί και μετά ακολούθησαν πολλές συνεργασίες με ξακουστούς λυράρηδες της Κρήτης είτε στα γλέντια είτε στην δισκογραφία. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Θανάση Σκορδαλό και τον Λεωνίδα Κλάδο. Η καλλιτεχνική του σταδιοδρομία σταμάτησε προσωρινά στα μέσα της Δεκαετίας του 60, όπου αναγκάστηκε να φύγει ως οικονομικός μετανάστης στην Γερμανία, για ένα καλύτερο αύριο και μια καλύτερη ζωή, όπως τόσοι και τόσοι Έλληνες του τόπου μας εκείνη την εποχή.
Και εκεί όμως το μεράκι του για τη μουσική και το μεράκι για τον τόπο του –τη μάνα Κρήτη όπως χαρακτηριστικά έλεγε- δεν έσβησαν ποτέ. Παράλληλα με τις άλλες δουλειές που έκανε, ξανάρχισε να ασχολείται και να μελετά επάνω στο λαούτο. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η φήμη του ως καλλιτέχνη εξαπλώθηκε γρήγορα και στην Γερμανία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι προς τα τέλη της δεκαετίας του 60 και τις αρχές της δεκαετίας του 70, είχε αναλάβει την ευθύνη και επιμελούταν ελληνικές μουσικές εκπομπές που αφορούσαν την μουσική της Κρήτης για την Κρατική Ραδιοφωνία της Γερμανίας (τη γνωστή σε όλους Deutsche Velle), την εποχή που Διευθυντής του Ελληνικού προγράμματος ήταν ο Παύλος Μπακογιάννης.
Η δραστηριότητά του στη Γερμανία δεν σταματάει μόνο στο ραδιόφωνο. Ανοίγει και ένα κέντρο διασκεδάσεως με το όνομα <<ΚΡΗΤΗ>> στο Μόναχο. Πολλοί καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής πήγαν στη Γερμανία από την Κρήτη και εμφανίστηκαν στο κέντρο μετά από πρόσκληση του ίδιου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις εμφανίσεις του Θανάση Σκορδαλού, του Μανώλη Καρπουζάκη, του Καλομοίρη και πολλών άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι να σημειωθεί ότι όλοι τους εμφανίζονταν στο συγκεκριμένο κέντρο παίζοντας μαζί του.
Η δίψα του για την Ελλάδα και την Κρήτη όμως, δεν ήταν δυνατό να τον κρατούσαν για πολύ χρονικό διάστημα μακριά. Έτσι πουλάει το κέντρο <<ΚΡΗΤΗ>>, και το 1973 επιστρέφει στην Ελλάδα όπου μένει μόνιμα πια, συνεχίζοντας την καλλιτεχνική του πορεία, που είχε διακοπεί νωρίτερα φεύγοντας για την Γερμανία στη δεκαετία του 60. Και στην Αθήνα, συνέχισε τις εμφανίσεις του σχεδόν σε όλα τα κέντρα διασκέδασης Αθηνών και Κρήτης, πραγματοποιώντας συνεργασίες με τους μεγαλύτερους και αξιολογότερους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης.
Μακροχρόνια επιτυχημένη συνεργασία πραγματοποίησε επίσης με τον Νίκο Σκευάκη, όπου για πολλά χρόνια συνεργάζονταν μαζί και δισκογραφικά αλλά και με εμφανίσεις στα Κρητικά Κέντρα δημιουργώντας πολλές αλλά και ανεπανάληπτες δισκογραφικά επιτυχίες. Δισκογραφικές επιτυχίες πραγματοποίησε επίσης με τους: Κώστα Μουντάκη, Λεωνίδα Κλάδο, Γιώργο Παπαδάκη, Χαράλαμπο Γαργανουράκη Γιώργο Φραγκιουδάκη, τον Μανώλη Μελαμπιώτη και τα τελευταία χρόνια με τον Ζαχαρία Μελεσανάκη, όπου ηχογράφησαν μεγάλους δίσκους κυρίως με τους Μανώλη Κακλή, Γιάννη Αγγελάκη και Γιώργο Μανωλιούδη.
Από το 1980 έως το 1985 συνεργάζεται με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη και τον Γιάννη Μαρκόπουλο όπου πραγματοποιούν μαζί πολλές εμφανίσεις και συναυλίες σε όλο σχεδόν τον κόσμο απανταχού της γης, όπου υπήρχε Κρητική Ομογένεια.
Το 1982 ηχογραφεί μαζί με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη και τον Νίκο Σαμπαζιώτη τον δίσκο <<Ω, να χαρώ χαρότο>> όπου μέσα στα κομμάτια του δίσκου περιλαμβάνεται και η πρώτη εκτέλεση του κομματιού του Λευτέρη Καμπουράκη, που είναι ακόμα και στις μέρες μας μεγάλη επιτυχία και έχει ερμηνευτεί σχεδόν από όλους τους Κρητικούς καλλιτέχνες σε νεότερες εκτελέσεις <<ΑΣΤΡΑ ΜΗ ΜΕ ΜΑΛΩΝΕΤΑΙ>> . Την ίδια χρονιά οι τρεις τους ανοίγουν το Κέντρο ¨Αγρίμια¨ όπου γίνεται Στέκι για όλους τους Κρητικούς της Αθήνας.
Συμμετείχε σε 60 περίπου μεγάλους και μικρούς δίσκους.
Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου του 1997 σε ηλικία 65 ετών.
Αξίζει να επισκεφτείτε το blog του Καρπουζάκη για πλούσιο φωτογραφικό υλικό (στις πληροφορίες ο σύνδεσμος). 
 (Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 

 

 

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

47. PANIVAR PA-179 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΚΑΔΙΑΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1969

Κουμιώτης Γιώργος (Καμαράτος)- Κουμιώτης Γιάννης- Καδιανάκης Γιάννης PANIVAR PA-179 Η Παγώνα (Η γριά Παγώνα) - Οι ξενιτεμένοι  1969- 45rpm- 7''

Ο Γιώργος Κουμιώτης γεννήθηκε στο Τεφέλι Ηρακλείου στις 10-8-1931. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Κουμιωτάκης και μητέρα του η Μαρία το γένος Νουράκη. Η καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε από πολύ μικρό να μάθει λαγούτο σε ηλικία 16 χρονών και να παίζει σε γλέντια στην περιοχή του Ηρακλείου με τον παλιό λυράρη Γαβρίλη Σταυρουλάκη από τα Πιτσίδια όπως και με άλλους συντοπίτες λυράρηδες. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας λαουτιέρης μπαίνει στα Ανώγεια, που μέχρι τότε την λύρα την συνόδευε το μαντολίνο. Τον είχε φέρει ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης. Ο Γιώργος Κουμιώτης ήταν το πρώτο λαγούτο που μπήκε στα Ανώγεια και σε αυτή την αλήθεια συναινεί ο μετέπειτα μεγάλος λαουτιέρης Γιάννης Ξυλούρης αδερφός του Νίκου. Η συνεργασία του με τον Νίκο Ξυλούρη είχε αρχίσει. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι πια εμφανίζονται σε γλέντια, γάμους και άλλες εκδηλώσεις σε όλη την Κρήτη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Επιστέγασμα της πολύχρονης συνεργασίας τους ήταν ο πρώτος δίσκος γραμμοφώνου του Νίκου Ξυλούρη «δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές» και το καλαματιανό «Νησιωτοπούλα μου» στο οποίο συντροφεύει στο τραγούδι τον Νίκο η γυναίκα του, Ουρανία. Ένας δίσκος μια συνεργασία στην οποία συνέβαλε με το λαγούτο του ο Γιώργος Κουμιώτης για την οποία έχει μιλήσει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν ο ίδιος με καμάρι και νοσταλγία. 
Στα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με όλη την τότε ανερχόμενη Ανωγειανή μουσική οικογένεια με Μανουρά, Καλομοίρη, Ψαραντώνη και Βασίλη Σκουλά. Αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει την σύντροφο της ζωής του Μαρία Αλεξανδράκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά την Βάνα και τον Μιχάλη. Για την αγαπημένη του Μαρίκα ο Γιώργος Κουμιώτης έγραψε το καλαματιανό «η Μαριώ η Κρητικιά» το οποίο ηχογραφεί το 1961. 
Στο επόμενο διάστημα ηχογραφεί να δίσκο με τον Γιώργο Καλομοίρη και ένα με τον Βασίλη Σκουλά ο οποίος και θα βαφτίσει την κόρη του την Βάνα. 
Λίγο μετά τον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου ένα τραγούδι σκορπά ρίγη συγκίνησης σε όλη την Κρήτη αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ήταν μια δική του σύνθεση «της Κρήτης τα παιδιά», ένα καλαματιανό που αναφερόταν στον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου και που στο τραγούδι αυτό τον συνόδευε στην λύρα ο αείμνηστος Παντελής Σταυρουλάκης. Με δικό του πια μουσικό σχήμα έχοντας συνεργάτη στην λύρα τον Γιάννη Καδιανάκη και τα αδέρφια του Γιάννη και Μανόλη εμφανίζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με μεγάλη επιτυχία ενώ παράλληλα ηχογραφεί δεκάδες τραγούδια που γίνονται γνωστά και αγαπημένα. 
Και να έρθουμε τώρα στην πολυσυζητημένη σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη. Όταν τον ρώτησαν...«Καμαράτο πώς προέκυψε η σάτιρα» αυτός απάντησε: Πηγαίναμε για εμφανίσεις στο Βέλγιο και στην διάρκεια του ταξιδιού με το τραίνο συνέθεσα το τραγούδι «Ξενιτεμένοι Κρητικοί» το οποίο όπου εμφανίστηκα και το τραγούδησα οι μετανάστες έκλαιγαν. Βρήκαν λοιπόν οι ίδιοι εταιρεία για να τα ηχογραφήσουμε και σκέφτηκα να βάλω στη άλλη πλευρά του δίσκου την «Παγώνα» την οποία και είχα συνθέσει παλαιότερα σε αντιστάθμιση του λυπητερού ύφους του πρώτου τραγουδιού, όμως η αποδοχή ήταν τέτοια που όταν επιστρέψαμε η εταιρεία που συνεργαζόμουν με παρότρυνε στην επανεκτέλεση του δίσκου και στην Ελλάδα. Η επιτυχία ήταν τεράστια, ο δίσκος αγοράστηκε και από μη Κρητικούς με αποτέλεσμα να φτάσει σε εμπορικότητα μεγάλων λαϊκών τραγουδιών. Από εκεί και μετά με αφορμή την επικαιρότητα έγραψα και άλλα αφού ο κόσμος με παρότρυνε και μου ζητούσε όλο και κάτι καινούργιο. Πρόσεχα όμως και μελετούσα πολύ τους στίχους ώστε να έχουν συγκεκαλυμμένα υπονοούμενα χωρίς ακρότητες και χυδαιότητα. Και πράγματι η σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη λόγω και του έμφυτου χιουμοριστικού του χαρακτήρα μόνο άδολη μπορεί να χαρακτηριστεί. Μόνο όσοι έζησαν μια βραδιά μαζί του είτε στο πάλκο είτε στην παρέα μπορούν να βεβαιώσουν το βάλσαμο που πρόσφερε το χιούμορ του σε κάθε πικραμένο χείλι. Με τα χρήματα που του έφερε η επιτυχία της Παγώνας προσπαθεί να σταθεί επιχειρηματικά ανοίγοντας πρώτα κέντρο διασκεδάσεως στην Αθήνα στην Σπύρου Πάτση και αργότερα το μεταφέρει στην συμβολή της Λεωφόρου Αθηνών και Στρατοπέδου Χαϊδαρίου στο οποίο έπαιζε ο ίδιος λύρα. Όπως όμως λέει ο ίδιος σε μια μαντινάδα του: 
                                    «Ο άνθρωπος ο άτυχος όσο κι ανε σπουδάξει
                                      τόνε γυρίζει η μοίρα του από την πρώτη τάξη» 
Τα γεγονότα του 74 της Κύπρου και της επιστράτευσης τον βρίσκουν στην Κρήτη. Το μαγαζί του επιτάσσεται, ανοίγετε ερήμην του και σιτίζονται μέσα οι επιστρατευμένοι με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή και λεηλασία του εξοπλισμού χωρίς ποτέ να αποζημιωθεί από την πολιτεία. Χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα πια και σε οικονομικό αδιέξοδο παίρνει πάλι τον δρόμο για την ξενιτιά αυτή την φορά με τον αείμνηστο Νίκο Βενιανάκη για την Αυστραλία.
 
Επιστρέφοντας συνεργάζεται και πάλι με τα αδέρφια του μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80. Οι εποχές όμως έχουν αρχίσει να αλλάζουν.. το αυθεντικό το πηγαίο η κατάθεση ψυχής δίνουν την θέση τους στο δήθεν, στο στείρο καθωσπρεπισμό και στο ψεύτικο με αποτέλεσμα την τελευταία εικοσαετία ο Γιώργος Κουμιώτης να βρίσκετε εκτός μαγαζιών και κατ επέκταση εκτός εισόδημα. Προσπάθησε όμως άλλοτε ο ίδιος παίζοντας λύρα και άλλοτε με συνεργασίες όπως με τον Ν.Σταυρακάκη και τον Βασίλη Σκουλά να κρατηθεί δισκογραφικά με αποτέλεσμα ανεπανάληπτες συνθέσεις οι οποίες όμως δεν του άνοιξαν τις πόρτες των μαγαζιών ξανά. 
Η πολύπλευρη καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε τα τελευταία χρόνια στην ζωγραφική. Περιδιαβαίνοντας την αγαπημένη του Κρήτη σαν άλλος Ζορμπάς πότε στον Κουρνά, πότε στα Ανώγεια και στην παχιά άμμο επισκεπτόμενος καλούς του φίλους αποτύπωσε στο χαρτί αγαπημένους τόπους, τοπία και παραστάσεις από την ζωή της Κρήτης όπως την θυμόταν. 
Ο Γιώργος Κουμιώτης φύση και θέση, ανυπότακτη ψυχή αν και έφτασε πολύ ψηλά δεν υποδουλώθηκε ποτέ από τα καθώς πρέπει και το σταριλίκι και κυρίως από το χρήμα. Ακούστε ο Γιώργος Κουμιώτης πώς αγωνιούσε για την ζωή και την εξέλιξη της υγείας του με μια από τις τελευταίες μαντινάδες που έβγαλε: 
                                              «Εγώ που ήμουνα θεριό είμαι ρημάδι τώρα 
                                           πώς θα περάσω σκέφτομαι ετουτηνέ την μπόρα» 
Έφυγε σε ηλικία 77 ετών το 2008 στο Νοσοκομείο Αττικόν του Χαϊδαρίου, από πνευμονικό οίδημα και μετά από πολύ μεγάλη μάχη με την επάρατη νόσο!

Τον Γιάννη Καδιανάκη, από τους αξιόλογους λυράρηδες της Κρήτης, τον συναντάμε σε πανηγύρια και σε εκδηλώσεις, εκεί που δοκιμάζονται πραγματικά οι λαϊκοί οργανοπαίχτες και λιγότερο στη δισκογραφία.
Σοβαρός, αξιοπρεπής και μετριόφρων, δεν αυτοδιαφημίστηκε ποτέ, δεν έριξε την αξιοπρέπεια του για να γίνει αρεστός, δεν επιζήτησε την δημοσιότητα πάση θυσία. Σχεδόν αμέλησε εντελώς την καλλιτεχνική υστεροφημία του. Άφησε ελεύθερο τον κόσμο να τον κρίνει.
Και ο κόσμος, ιδίως αυτοί που γνωρίζουν και μπορούν να εκτιμήσουν σωστά, τον κατατάσσουν ανάμεσα στους πιο σημαντικούς λυράρηδες της Κρήτης. 
Πληροφορίες και βιογραφικά τόσο για τον Καδιανάκη όσο και για τον αδερφό του Γιώργου Κουμιώτη τον Γιάννη δυστυχώς δεν υπάρχουν. 
Τα σημερινά δισκάκια, λόγο της μεγάλης εμπορικότητας τους τα συναντάμε σε τρία (4 αν βάλουμε και την διαφορετική γραμματοσειρά στα πορτοκαλί) διαφορετικά εξώφυλλα . Πορτοκαλί, πολύχρωμο με τις ίδιες μήτρες και πράσινο σε διαφορετικές μήτρες και τίτλο ¨Η γριά παγώνα¨ με την τελευταία μαντινάδα να λείπει. Παραθέτω τα δύο ηχητικά από τις διαφορετικές μήτρες. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
Πληροφορίες, φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία…(εδώ)







Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

46. FIDELITY 7353 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1964

 Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7353 Χωριανοί χωριανοί - Ξενιτεμένο μου πουλί 1964- 45rpm- 7''

Ένας από τους κορυφαίους και καταξιωμένους νεότερους συνθέτες και στιχουργούς της Κρητικής μουσικής είναι ο Μιχάλης Τζαγκαράκης. Κατάγεται από οικογένεια μουσικών αφού και τα 3 αδέλφια του (Δημήτρης, Στέλιος, Γιώργος) είναι λαμπροί καλλιτέχνες. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Ηρακλή Τζαγκαράκη που ήταν ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του, έμαθε λύρα.
Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τις Καμάρες. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης γεννήθηκε στο Αποίνι το 1945 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα χωριά του Ηράκλειου που τότε σε όλα τα καφενεία του χωριού γίνονταν και ένα γλέντι και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός. Έπαιζαν μόνο οι πιο αναγνωρισμένοι λυράρηδες και δεν μπορούσε εύκολα να διακριθεί. Η διάκριση του ήρθε όταν σε ένα γλέντι, στην Τουρλωτή, αυθόρμητα, αυτοσχεδίασε την πρώτη του σύνθεση το τραγούδι "Κουτσομπόλες". Ο ενθουσιασμός, τα χειροκροτήματα και το κέφι του κόσμου, όχι μόνο τον συγκίνησαν αλλά άλλαξαν εντελώς την καλλιτεχνική πορεία της ζωής του. Άρχισε να συνθέτει τραγούδια που έδιναν χαρά, γέλιο και κέφι στον κόσμο.
Με συνεργάτες τον αδερφό του Δημήτρη Τζαγκαράκη και με άλλους καλούς λαουτιέρηδες, Κ. Κατσουλίερη και Γ. Ξυλούρη, ξεσήκωνε τον κόσμο και χάρη στο ταλέντο της σύνθεσης και της ποίησης που είχε, ο κόσμος τον αγάπησε, τον ξεχώρισε και πολύ γρήγορα έγινε γνωστός σε όλη τη Κρήτη, χωρίς να έχει γράψει τα τραγούδια του σε δίσκο. Η Κρητική μουσική, την εποχή εκείνη ακούγονταν μόνο στα χωριά. Το μοναδικό κέντρο στο Ηράκλειο που είχε Κρητικό πρόγραμμα ήταν το Λιμενικό περίπτερο, και ήταν πολύ τιμητικό για το Μιχάλη Τζαγκαράκη που επέλεξαν εκείνον, να παίζει λύρα κάθε βράδυ, με λαουτιέρη το Δ. Φουκάκη. Το 1964 έγραψε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών " Α' πλευρά- Ξενιτεμένο μου πουλί, Β πλευρά-Χωριανοί χωριανοί", ενώ δεν είχε πάει ακόμα φαντάρος. Στο στρατό υπηρέτησε στο Πυροβολικό το 1965-1967. Εκείνη την εποχή, απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ψυχαγωγεί με τη λύρα και τα τραγούδια του, αξιωματικούς και φαντάρους, γράφει το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι", παίζει στη λέσχη αξιωματικών, σε γιορτές που διοργανώνουν οι αξιωματικοί στο Αίγιρο και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής, προβάλλοντας τη μουσική παράδοση της Κρήτης. 
Το 1967 απολύθηκε από το στρατό. Εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο, υπήρχαν μόνο δυο κέντρα. Ο Ερωτόκριτος και η Καλλιθέα και κάθε σαββατοκύριακο έπαιζε και διαφορετικό συγκρότημα. Κάθε φορά που έπαιζε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης τα κέντρα ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Αυτό ήταν η αιτία που οι ιδιοκτήτες του κέντρου Καλλιθέα, του ζήτησαν μόνιμη συνεργασία. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, στο κέντρο αυτό, με συνεργάτες του τα αδέλφια του Δημήτρη και Γιώργο και το Ζαχαρία Σμπώκο, βοηθώντας έτσι την πορεία και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. 

Την ίδια εποχή ξεκίνησε και μια νέα καλλιτεχνική καριέρα για τον Μιχάλη Τζαγκαράκη, γράφοντας τα τραγούδια του σε δίσκους 45 στροφών. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Κρήτης. Προτάσεις γίνονται και από το εξωτερικό από Κρητικό σύλλογο της Καλιφόρνιας για μόνιμη εγκατάσταση. 
Το 1970 σταμάτησε από το κέντρο Καλλιθέα για ένα χρόνο. Τη περίοδο αυτή συνεργάστηκε και με το Νίκο Ξυλούρη στο κέντρο Ραφίνα και Ερωτόκριτο.
Το 1971 συνεργάστηκε πάλι με το κέντρο Καλλιθέα, με συνεργάτες τα αδέλφια του Στέλιο και Γίωργο.
Το 1972 ανοίγει το δικό του κέντρο την Ξαστεριά, χωρητικότητας 1000 ατόμων, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια της δικτατορίας για το όνομα του κέντρου και τις αντιστασιακές μαντινάδες που έλεγε.  Ανανεώνει το κρητικό πρόγραμμα της "Ξαστεριάς" και συνεργάζεται με αξιόλογους καλλιτέχνες όπως το μεγάλο Κώστα Μουντάκη, τον Βασίλη Νιράκη(Μπακαλιάρος), τον Γιώργο Ταμιωλάκη, τον Λαρετζάκη, τον Αντώνη Βαφάκη, τον Κώστα Γαρυφαλάκη, τον Γιάννη Δερμιτζάκη και τον Ζαχαρία Μελεσανάκη.
Πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ντέμης Ρούσος, η 'Αννα Καλουτά, η Έρικα Μπρόγιερ, ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και η ηθοποιός Δώρα Σιτζανη με το μεγάλο συνθέτη Μάνο Λοΐζο (ήταν φίλοι και κουμπάροι του), επισκέπτονταν την Ξαστεριά και η κοσμοσυρροή ήταν πρωτοφανής.
Γι αυτό το λόγο ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ανοίγει και δεύτερο κέντρο τον Ερωτόκριτο με συνεργάτη το Βασίλη Νιράκη. Η φιλία που έδενε το Μιχάλη Τζαγκαράκη με το Μάνο Λοΐζο ήταν μεγάλη. Ετοιμάζονταν να συνεργαστούν και να γράψουν ένα δίσκο με έντεχνα Κρητικά τραγούδια. Στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου και της Δώρας Σιτζανη, παρουσία του διευθυντή της ΜΙΝΟΣ ΜΑΤΣΑΣ, κου Αχιλλέα Θεόφιλου, συζήτησαν για την επικείμενη συνεργασία. Ο Μάνος Λοΐζος ζητά από το Μιχάλη Τζαγκαράκη να εγκατασταθεί στην Αθήνα για ένα χρόνο, για πρόβες και ηχογραφήσεις, πράγμα δύσκολο για το Μιχάλη, γιατί έπρεπε να κλείσει τα δυο κέντρα που διατηρούσε στο Ηράκλειο.
Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης συνεχίζει να δημιουργεί, να παίζει, να τραγουδάει και να προβάλει τη μουσική παράδοση της Κρήτης μας και όπως έγραψε και το περιοδικό ''Κρητικά Επίκαιρα'' σκάβει την παράδοση και ψάχνει, βάζει και πολλά στοιχεία από την σημερινή καθημερινότητα και δημιουργεί. Προπαντός δημιουργεί!.
Για τον αδερφό του Μιχάλη, τον Δημήτρη Τσαγκαράκη (έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 34), δυστυχώς δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία.
Περισσότερες πληροφορίες καθώς και φωτογραφίες θα βρείτε στο επίσημο site του Τσαγκαράκη Μιχάλη, που είναι από τα καλύτερα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)