Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

42. PANIVAR PA-214 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 1970

 Σκουλάς Βασίλης- Σταυρακάκης Γιάννης- Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας  PANIVAR PA-214 Γκρέμισες την αγάπη μας - Ανακαλύψαν την φωλιά 1970- 45rpm- 7''

Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης στις 3 Φεβρουαρίου του 1946. Η οικογένεια του έχει μεγάλη παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ο παππούς του, ο Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του και ο πατέρας του Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 7 ετών. Στα 8-9 του χρόνια, είχε μάθει πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως εί­δε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.  Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Στα 16 του χρόνια, κατάφερε να καθιερωθεί, ανάμεσα στους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Έχει παίξει και τραγουδήσει σε μια μεγάλη σειρά, από επιτυχημένες καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εμφανίσεις, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Γερμανία, όπου υπάρχουν Έλληνες και ιδίως Κρητικοί.
    «Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου –εξομολογείται– και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος. Αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε...»
Τον πρώτο του δίσκο ηχογράφησε το 1965,ο οποίος περιείχε κοντυλιές με τον Θανάση Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος 33 στροφών το 1969 στην Πάνιβαρ όπου και συνέχισε για τουλάχιστον μια δεκαετία με αρκετές  κασέτες και δίσκους.

Παράλληλα έδινε συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς. Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη.

Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο «Παρκ» στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και τον θίασο του Γιάννη Βόγλη με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα, τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.

Η πορεία του Βασίλη Σκουλά θα αλλάξει όταν το 1995 συμμετείχε σε δύο τραγούδια στο μουσικό έργο "Αιολία" του Μιχάλη Νικολούδη, ερμηνείες οι οποίες τον έκαναν να στραφεί και στο έντεχνο Ελληνικό τραγούδι. Το 2002 κυκλοφόρησε διπλός δίσκος με μερικές από τις πιο γνωστές επιτυχίες του και διασκευές σε διάφορα κλασσικά Κρητικά τραγούδια και χορούς. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2012 ο Βασίλης Σκουλάς έκανε μια επιτυχημένη εμφάνιση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού που λόγω της μεγάλης απήχησης του κόσμου επαναλήφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο Βασίλης Σκουλάς διατηρεί μέχρι σήμερα, το ίδιο πάθος και μεράκι, να δημιουργεί και να διατηρεί το δικό του στέκι εμφανίσεων, την πασίγνωστη ταβέρνα "Ντελίνα", στο χωριό του, τα Ανώγεια.
 
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Βασίλη Σκουλά στα λαούτα είναι ο Σταυρακάκης Γιάννης και ο Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας. Δυστυχώς πληροφορίες για τους λαουτιέρηδες δεν κατάφερα να βρω. (Να ευχαριστήσω τον Νάσο Λουκάκη για την ενημέρωση ότι ο Μανωλάκης Κώστας είναι ο Ζαχαρόπουλος Κώστας που είναι και το πραγματικό του επώνυμο)

 Από τα εξώφυλλα του ενός από τα δύο δισκάκια (πορτοκαλί) φαίνονται οι καλλιτέχνες. Για το ίδιο δισκάκι με το πορτοκαλί εξώφυλλο η Panivar κάνει κάτι που μόνο για τον Σκουλά έχει κάνει στα εξώφυλλα της, βάζει το ονοματεπώνυμο του με μεγάλα γράμματα αντί για το λογότυπο της. Κυκλοφόρησε σε τρία διαφορετικά εξώφυλλα, τα δυο από τα οποία είναι στη συλλογή μου. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

41. COLUMBIA SCDG 4160 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1974

 Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος) - Κουτσουρέλης Γιώργης COLUMBIA SCDG 4160 Μπαρμπούνι μου - Νενέ μου 1974- 45rpm- 7'' 

Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγεια της Κρήτης. Είναι 5 χρονών όταν οι κατακτητές Γερμανοί καίνε το χωριό του και μεταφέρουν τους κατοίκους του, πρόσφυγες στο Μυλοπόταμο. Επιστρέφουν στ΄Ανώγεια μετά την απελευθέρωση. Από πολύ μικρός δείχνει την κλίση του στο τραγούδι και στη λύρα. Στα δώδεκα ο πατέρας του τού αγοράζει την πρώτη του λύρα για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σε έναν από τους πλέον περιζήτητους σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του. Σε ηλικία 17 χρόνων κατεβαίνει για πρώτη φορά να δουλέψει στο Ηράκλειο, στο κέντρο "Κάστρο". Όπως λέει αργότερα σε αφηγήσεις του, εκεί αρχικά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. "...Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις. Εκεί χόρευαν ταγκά, βαλς, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι εμείς να τα μαθαίνουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και 'μεις, να βγάλουμε τα έξοδα μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν' αλλάξουνε και να αγαπήσουνε την κρητική μουσική". Στα τέλη του 1958 πραγματοποιεί την πρώτη του ηχογράφηση για δίσκο. Είναι το τραγούδι "Κρητικοπούλα μου" ("Μια μαυροφόρα όταν περνά"). Λίγους μήνες πιο πριν είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη, κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου. Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο, οι οικονομικές δυσκολίες είναι στην αρχή μεγάλες. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος, και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ. Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια. Ακριβώς το 1966 βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει σ' ένα φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν-Ρέμο και παίρνει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο τον "Ερωτόκριτο". Τα πράγματα έχουν γίνει αισθητά καλύτερα γι' αυτόν.
Τον Φεβρουάριο του 1969 ηχογραφεί την "Ανυφαντού", ένα τραγούδι που κυριολεκτικά "σπάει τα ταμεία" μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής. Τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς έρχεται για πρώτη φορά για εμφανίσεις στην Αθήνα, στο κέντρο "Κονάκι" και το Σεπτέμβριο εγκαθιστάτε μόνιμα στην πρωτεύουσα. Ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, με τον οποίο γνωρίζονται στο "Κονάκι", μιλάει γι' αυτόν στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήδη όμως από το 1965 οι δυνατότητές του αλλά και ο χαρακτήρας του έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του διευθυντή -τότε- της δισκογραφικής εταιρείας COLUMBIA, του Τάκη Λαμπρόπουλου. Μετά και την επιτυχία της "Ανυφαντούς", το καλοκαίρι του 1970 ο Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ' Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια. 
 Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης η φωνή του Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη "έντεχνη" δημιουργία επώνυμων συνθετών. Μέσα απ' αυτές τις επιλογές, μέλλεται η γνήσια κρητική έκφραση και το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης να αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια, μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσο μεγάλοι κι αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές κι οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν.
Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο "Χρονικό", μια ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες μετά κυκλοφορεί ο δίσκος-αναφορά στα "Ριζίτικα" της Κρήτης. Τον Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στη μπουάτ "Λήδρα" στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. "Πότε θα κάνει ξαστεριά" ,"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"... Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η "Ιθαγένεια" και ο "Στρατής ο θαλασσινός" αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο ("Διόνυσε καλοκαίρι μας", "Συλλογή"), τον Χριστόδουλο Χάλαρη ("Τροπικός της παρθένου", "Ακολουθία") και τον Χρήστο Λεοντή ("Καπνισμένο τσουκάλι"). Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο "Αθήναιον" με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι "Το μεγάλο μας τσίρκο". Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του, βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών. "Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο" ενημερώνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε "Κόκκινο πανί" της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί. Από τη "Λύδρα" στην "Αρχόντισσα", μετά στην "Αποσπερίδα". Ξανά στη "Λύδρα", μετά στο "Κύτταρο" και στο "Θεμέλιο". Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα ηχογραφεί τα "Αντιπολεμικά" τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον "Αργαλειό", το "Φιλεντέμ", τον "Πραματευτή" αλλά και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι "τραγούδια ζωής". Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται. Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης γεννήθηκε στην Κίσσαμο Χανίων το 1914 , γιός του διάσημου λαουτιέρη της Κισσάμου Ανδρέα Κουτσουρέλη και αδερφός πολλών άλλων μουσικών (έπαιζαν λαούτο , μαντολίνο , βιολί , λύρα , κλαρίνο ) μαντολίνο ξεκίνησε να μαθαίνει από 4 χρονών και λίγο αργότερα λαούτο .
Ηχογράφησε το πρώτο του μουσικό δίσκο στα 16 του χρόνια (1930) και άρχισε να παίζει λαούτο με πολλούς διάσημους βιολιτζήδες και λυράρηδες . Άρχισε να παίζει λαούτο στο Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών (1939) και αργότερα στο Ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων με τα αδέρφια του Μανόλη και Στέλιο .
Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου , ηχογράφησε το τραγούδι « Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη ».
Το 1949-1950 κυκλοφόρησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » με σόλο λαούτο και
τραγουδισμένο από το Χρήστο Κορονιωτάκη .
Ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποίησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » για να συνθέσει το "Zorba the Greek" , αυτό έγινε αιτία αντιδικιών μεταξύ των δύο συνθετών.
Για μια δεκαετία περίπου σταμάτησε ο Γιώργης Κουτσουρέλης τις εμφανίσεις
και της ηχογραφήσεις , λόγω του θανάτου του αδερφού του Μανόλη.
Τη δεκαετία του '70 ο διάσημος Κρητικός τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης του ζήτησε να τραγουδήσει μερικά από τα τραγούδια του και ηχογράφησε 6 από αυτά.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε στη πόλη γέννησης του την Κίσσαμο Χανίων τον Ιούνιο του 1994.
Για τους δύο καλλιτέχνες έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις. Σε αυτό το δισκάκι όμως έχουμε τον Ψαρονίκο, μετά από μια περίοδο στο ¨έντεχνο¨ τραγούδι να αναζητά τις κρητικές ρίζες του σε μια συνεργασία με τον Κουτσουρέλη.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)


Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

40. BOEM GA 102 ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΜΠΙΚΑΚΗ- ΑΓΡΙΑΝΙΤΗΣ ΤΑΚΗΣ 1969

 Φρειδερίκη Μπικάκη (Φρεδερίκα Μπέμπα)- Αγριανίτης Τάκης BOEM GA 102 Έλα γλυκειά μου αγάπη - Αν με ξεχάσεις 1969- 45rpm- 7''

 
 Φρειδερίκη Μπικάκη ή αλλιώς Μπέμπα Φρεδερίκα, με δική της δισκογραφική στην Αμερική όπου και έδρασε, την FREDERIKA Records και πλήθος συνεργασιών με καλλιτέχνες του λαϊκού, δημοτικού και κρητικού ρεπερτορίου όπως ο Δημήτρης Στεργίου (Μπέμπης), Παπαδάκης Κώστας (Ναύτης), Μουντάκης Κώστας, Τζιμάκης Γιώργος , Μπουρνέλης Λέανδρος,  Χαλιγιάννης Παναγιώτης, Σηφογιωργάκης Σπύρος κ.α.
Στο σημερινό δισκάκι σε στίχους του Αγριανίτη Τάκη και άγνωστο στο βιολί (ίσως ο Ναύτης). Με τολμηρούς για την εποχή στίχους (που μόνο η Φρειδερίκη θα μπορούσε να τραγουδήσει) και ύφος τουριστο-κρητικό (κάτι αντίστοιχο είχε κάνει και ο Χαρίλαος σε αρκετά τραγούδια του). Αν υπήρχε η συνοδεία λαούτου και έλειπε το μπάσο σίγουρα θα μιλάγαμε για κάτι καλύτερο.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)   
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής) 


 

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

39. ODEON G.A. 7768 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ- ΧΑΣΑΠΗ ΓΛΥΚΕΡΙΑ 1954

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι)- Μαλλιάρας Βάϊος- Χασάπη Γλυκερία ODEON G.A. 7768 Έφταιξα κυρά Γιώργαινα - Ποιός έχει αράδα σήμερα 1954- 78rpm- 10''
 
Φημισμένος τραγουδιστής, εκτελεστής σαντουριού και τραγουδοποιός του ρεμπέτικου, γνωστός και ως «Σαμιωτάκι». Γεννήθηκε το 1903 στο Καρλόβασι της Σάμου. Η οικογένειά του ήταν φτωχή κι έτσι άρχισε να εργάζεται από την τρυφερή ηλικία των 8 ετών, αρχικά σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός.
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ως τραγουδιστής σε μια ταβέρνα. Σύντομα, έγινε διάσημος στους συντοπίτες του για την εξαιρετική φωνή του, αλλά και για τα Σμυρναίικα που τραγουδούσε.
Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να τραγουδάει επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια, μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης της εποχής και στέλεχος δισκογραφικής εταιρίας. Έτσι, την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν οι πρώτοι δίσκοι του, με τραγούδια του Γιώργου Βιδάλη, που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία («Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Αράπης, μάνας γιος», κ.ά.).


Ο Κώστας Ρούκουνας είχε ηχηρότατη φωνή και διακρινόταν ιδιαίτερα στους αμανέδες. Έμπειρος και ταλαντούχος μουσικός, τραγουδούσε με την ίδια ευκολία και δημοτικό τραγούδι. Ερμήνευσε τραγούδια του Παναγιώτη Τούντα, του Σπύρου Περιστέρη, του Κώστα Σκαρβέλη και του Γρηγόρη Ασίκη, ενώ υπήρξε συνεργάτης του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Στέλιου Κηρομύτη και άλλων «πρώτων ονομάτων» του λαϊκού τραγουδιού.
Την περίοδο 1931 - 1932 δισκογράφησε την «Αρχόντισσα» του Ιάκωβου Μοντανάρη, που είναι το πρώτο τραγούδι χαρακτηρισμένο ως «αρχοντορεμπέτικο» (στην ετικέτα του δίσκου του). Την περίοδο 1930 - 1959 δισκογράφησε συνολικά 180 τραγούδια. Από αυτά που συνέθεσε, ξεχωρίζουν: «Περί πολιτικής» (1934), «Με μια τσαχπίνα μπλέχτηκα» (1934), «Κοντραμπατζήδες» (1935), «Ο Πίκινος» (1936), «Η μπόμπα» (1945), «Ανεμότρατα» (1946), «Μια που σέρνει το μαντήλι» (1947), «Σαρανταπέντε λεμονιές» (1947), «Ο φθισικός», «Φτωχομάνα Σμύρνη», «Πέργαμε», «Μπερδεύτηκα στα χάδια σου», «Ξένε μου στην ξενιτιά», «Αγγινάρα», «Μεγαλέμπορος» κ.ά.
Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών.
Ο Κώστας Ρούκουνας άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 Μαρτίου του 1984, χτυπημένος από τον καρκίνο.

Tρίτο σε σειρά από τα εφτά παιδιά του Γιώργου Μαλλιάρα και της Αικατερίνης Μάγκα, γεννήθηκε στον Πυργετό Λαρίσης. Σε μια περιοχή με πλούσια φυσική ομορφιά, όπου ο Όλυμπος και ο Κίσσαβος ερίζουν για την κοιλάδα των Τεμπών, ο Βάϊος Μαλλιάρας έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα εμπνευσμένος από τους ήχους της φύσης. Ο ίδιος, αφού καθιερώθηκε ως μουσικός, συνήθιζε να λέει όποτε τον ρωτούσαν: «Ξέρεις τι αυτί έχω εγώ; Ξέρεις που μεγάλωσα; Στον Πυργετό, στα Τέμπη. Άκουγα τ' αηδόνια και μετά τα 'πιανα στο κλαρίνο».
Ο Βάϊος Μαλλιάρας καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, ο θείος του κλαρίνο, άλλοι συγγενείς έπαιζαν φλογέρα και γκάιντα, ενώ ο αδερφός του ασχολήθηκε με το λαούτο. Στα δώδεκα σκαρώνει μόνος του μια φλογέρα από καλάμι και ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών αρχίζει σιγά - σιγά να παίζει.


Έπειτα στα δεκατέσσερα μαθαίνει πάλι μόνος του λαούτο αλλά το εγκαταλείπει γρήγορα.
Ο πατέρας του, εν τω μεταξύ, τον στέλνει να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Μετά του χτίστη. Όμως αυτός ανεβαίνει στις στέγες και παίζει φλογέρα. Το σαράκι τον έτρωγε να μάθει κλαρίνο. Τα πρώτα μαθήματα κλαρίνου τα παίρνει από δυο «Τουρκόγυφτους», τον Τζιαμαλή και Χαλιαμπά που είχαν ξεμείνει στον Πυργετό. Πήγαινε λοιπόν κοντά σ' αυτούς και παρακολουθούσε τα «πατήματά» τους.
Στην αρχή «παρτσακλά», όπως ο ίδιος έλεγε. Ο ένας απ' αυτούς γρήγορα αντιλήφθηκε τις αρετές στο παίξιμό του και του έλεγε «εσύ θα γίνεις μεγάλος μουσικός».
Στα δεκάξι του αρχίζει και παίζει σε γάμους, σε πανηγύρια και στους καφενέδες των χωριών.
Ο Μαλλιάρας αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται γνωστός. Η φήμη του απλώνεται πέρα από τον Πυργετό και τη γύρω περιοχή και φτάνει μέχρι τα χωριά των Φαρσάλων, της Καρδίτσας, των Τρικάλων κι ακόμη πιο πέρα. Σε ηλικία 26 χρόνων, το 1933, ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια   το «Αρβανιτοβλάχικο» και την «Ιτιά», κάνοντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας που θα συνεχιστεί για 45 περίπου χρόνια. Συνεργάζεται με τις πιο μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και αποκτά φήμη και δόξα.
Παρόλα αυτά δε θα γίνει ποτέ πλούσιος. Ηχογράφησε σε δίσκους καραγκούνικα, βλάχικα, σαρακατσάνικα, νησιώτικα, μακεδονικά, ρουμελιώτικα τραγούδια εκτελεσμένα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.
Παράλληλα γράφει και δικά του τραγούδια για την Αννούλα, τη Μαρία, την Όλγα.
Με τον Θεοχάρη Παντίδη γράφει το πολυτραγουδισμένο «Ωραία είναι η νύφη μας» και άλλα τραγούδια γάμου.
Ο Ηλίας Ερίνης είναι αυτός που έγραψε τα περισσότερα τραγούδια για τον Μαλλιάρα. Συμμετέχει στις γνωστές δισκογραφίες «Τραγούδια του Λόγγου» και «Ελληνική Λεβεντιά». Στα πρώτα του βήματα συνεργάζεται με οργανοπαίκτες της περιοχής.
Στην μεταπολεμική περίοδο ο Μαλλιάρας είναι πλέον καταξιωμένος καλλιτέχνης. Συνεργάζεται με πολύ γνωστά ονόματα μουσικών απ' όλη την Ελλάδα: το Γιώργο Κόρο, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Νίτσα Τσίτρα κ.α.
Ακολουθούν ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στον Καναδά και την Αυστραλία όπου παίζει για τους έλληνες της ξενιτιάς. Το 1965 ο μπάρμπα Βάϊος φεύγει για την Αυστραλία, στα παιδιά του, που είναι μετανάστες. Κάθεται για 9 μήνες, δεν αντέχει, του λείπει η ελληνική γη και αποφασίζει να επιστρέψει.
Το 1970 παθαίνει ημιπληγία, αλλά εξακολουθεί να παίζει. Το 1975 πέφτει αναίσθητος, ενώ παίζει σε ένα γάμο. Από τότε αφήνει το κλαρίνο εντελώς, αλλά τον μαραζώνει ο καημός ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα το έργο του. Η πρωτοχρονιά του 1988 θα είναι διαφορετική για ολόκληρο το μουσικό κόσμο. Ο Βάϊος Μαλλιάρας σβήνει στον Πυργετό.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)

                                      ¨Λελούδα πρόσεξε καλά κ' είμαστε  προδομένοι…¨



Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

38. ODEON DSOG 2785 ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ 1962

 Καρακώστας Νίκος ODEON DSOG 2785 Αμερική - Ο ήλιος 1962(ηχογράφηση 1933)- 45rpm- 7''
 

Γεννήθηκε το 1881 ή το Δεκέμβριο του 1885 στην Κρανιά Ασπροποτάμου του νομού Τρικάλων. Δεν είναι ξεκάθαρο το έτος γέννησης καθώς τα αρχεία της κοινότητας κάηκαν από τους Γερμανούς. Ο πατέρας του, Κώστας Καρακώστας, ήταν τσαρουχάς στο επάγγελμα. Στα 5 του χρόνια ο Νίκος κατέβηκε με την οικογένειά του στην Καλαμπάκα για το σχολείο αλλά και για δουλειά. Στα 11 του χρόνια ο Νίκος Καρακώστας εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στο Δομοκό.
Εκεί, μαζί με τα άλλα του αδέλφια μάθαινε δίπλα στον πατέρα του την τέχνη του τσαρουχά. Το 1905 παντρεύτηκε και από αυτό το γάμο γεννήθηκαν 13 παιδιά. Στην πορεία κατέβηκε στη Λαμία για την ανάγκη των παιδιών να πάνε στο σχολείο. Στο Δομοκό, στα γύρω χωριά αλλά και στη Λαμία είχε ακούσει τους ξακουστούς οργανοπαίχτες της εποχής και ο ήχος του κλαρίνου τον συνεπήρε. Έπιασε στα χέρια του το κλαρίνο σε ηλικία 20 χρονών (ή κατ’ άλλους 25) και άρχισε να μαθαίνει.
 Το παίξιμο του ήταν ξεχωριστό, δωρικό, χωρίς περιττά στολίδια και αναδείκνυε στο έπακρο τις μελωδίες των αυθεντικών δημοτικών τραγουδιών.
Είχε πεντακάθαρο και γρήγορο στακάτο παίξιμο με πολλούς δαχτυλισμούς αλλά όχι περιττούς, παρά μόνο εκεί που χρειαζόταν. Έπαιζε με το δικό του μοναδικό τρόπο τραγούδια όλων των περιοχών της Ελλάδας και αυτό ήταν κάτι που τον ξεχώριζε. Έπαιζε τραγούδια της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Ρούμελης κτλ και τους έδινε ζωή με το κλαρίνο του. Είχε πανελλήνιο ηχόχρωμα. Ήταν εξαιρετικός και στους αυτοσχεδιασμούς , στα βέρσα, στα ταξίμια. Εκεί φαίνεται η δεξιοτεχνία του κάθε παίχτη και η φαντασία του κι εκεί ο Καρακώστας άφησε το στίγμα του με το δικό του μοναδικό τρόπο.
Όπως όλοι οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες ξεκίνησε να παίζει σε πανηγύρια και σε γάμους.
 Συνεργάστηκε δισκογραφικά με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές εκείνης της εποχής όπως τον Γιώργο Παπασιδέρη, το Γιώργο Νάκο, τη Γεωργία Μηττάκη, Μιχάλη Καλλέργη, Ρίτα Αμπατζή και άλλους. Επίσης πολλά οργανικά κομμάτια με το παίξιμό του έχουν μείνει στην ιστορία. Μαζί με τον Γιώργο Ανεστόπουλο και το Νίκο Ρέλλια έχουν τις περισσότερες συμμετοχές σε ηχογραφήσεις μέχρι το 1950. Το  1925 περίπου τον κάλεσαν να παίξει στο ιστορικό κέντρο παραδοσιακής μουσικής της Αθήνας , στο φημισμένο ¨Έλατο¨. Εκεί ο Καρακώστας άφησε εποχή. Ήτανε μεγάλο όνομα και ο κόσμος πήγαινε να τον ακούσει οπωσδήποτε όταν μάθαιναν ότι έπαιζε εκεί. Ήταν ο μόνος από τους διάσημους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες της εποχής ο οποίος δεν πήγε στην Αμερική.
Έφυγε στις 27 Φεβρουαρίου του 1955 πάνω σε ένα αποκριάτικο γλέντι. Είχε ζητήσει να γραφτεί πάνω στον τάφο του: «Εγώ φτωχός γεννήθηκα φτωχός και θα πεθάνω μα μερακλής να γράψετε στον τάφο μου απάνω».
Ο Νίκος Καρακώστας μας άφησε παρακαταθήκη σπουδαίες και αξεπέραστες εκτελέσεις. Μέσα από το κλαρίνο βρήκε τον τρόπο να εκφράσει τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα μεράκια του λαού. Για αυτό το λόγο το παίξιμό του είναι μοναδικό, ξεχωριστό και ο ίδιος έμεινε στην ιστορία. Για πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος κλαρινίστας που πέρασε ποτέ.
Οι δαχτυλισμοί (κοντυλιές όταν μιλάμε για λύρα) είναι απίστευτοι από τον Καρακώστα στο συγκεκριμένο δίσκο ο οποίος κυκλοφόρησε το 1962 σε 45άρι, αλλά σε δυο διαφορετικές πλάκες γραμμοφώνου (το κάθε οργανικό) το 1933 τότε που ηχογραφήθηκαν.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)