Φρειδερίκη Μπικάκη (Φρεδερίκα Μπέμπα)- Αγριανίτης Τάκης BOEM GA 102 Έλα γλυκειά μου αγάπη - Αν με ξεχάσεις 1969- 45rpm- 7''
¨Σύννεφα του ξεχωρισμού ρίχνουνε ψιχαλίδες, στη παρασθιά τσ' αγάπη' μας και σβήνουνε τσ' ελπίδες¨
Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021
40. BOEM GA 102 ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΜΠΙΚΑΚΗ- ΑΓΡΙΑΝΙΤΗΣ ΤΑΚΗΣ 1969
Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021
39. ODEON G.A. 7768 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ- ΧΑΣΑΠΗ ΓΛΥΚΕΡΙΑ 1954
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ως τραγουδιστής σε μια ταβέρνα. Σύντομα, έγινε διάσημος στους συντοπίτες του για την εξαιρετική φωνή του, αλλά και για τα Σμυρναίικα που τραγουδούσε.
Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να τραγουδάει επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια, μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης της εποχής και στέλεχος δισκογραφικής εταιρίας. Έτσι, την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν οι πρώτοι δίσκοι του, με τραγούδια του Γιώργου Βιδάλη, που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία («Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Αράπης, μάνας γιος», κ.ά.).
Ο Βάϊος Μαλλιάρας καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, ο θείος του κλαρίνο, άλλοι συγγενείς έπαιζαν φλογέρα και γκάιντα, ενώ ο αδερφός του ασχολήθηκε με το λαούτο. Στα δώδεκα σκαρώνει μόνος του μια φλογέρα από καλάμι και ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών αρχίζει σιγά - σιγά να παίζει.
Ο πατέρας του, εν τω μεταξύ, τον στέλνει να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Μετά του χτίστη. Όμως αυτός ανεβαίνει στις στέγες και παίζει φλογέρα. Το σαράκι τον έτρωγε να μάθει κλαρίνο. Τα πρώτα μαθήματα κλαρίνου τα παίρνει από δυο «Τουρκόγυφτους», τον Τζιαμαλή και Χαλιαμπά που είχαν ξεμείνει στον Πυργετό. Πήγαινε λοιπόν κοντά σ' αυτούς και παρακολουθούσε τα «πατήματά» τους.
Στην αρχή «παρτσακλά», όπως ο ίδιος έλεγε. Ο ένας απ' αυτούς γρήγορα αντιλήφθηκε τις αρετές στο παίξιμό του και του έλεγε «εσύ θα γίνεις μεγάλος μουσικός».
Στα δεκάξι του αρχίζει και παίζει σε γάμους, σε πανηγύρια και στους καφενέδες των χωριών.
Ο Μαλλιάρας αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται γνωστός. Η φήμη του απλώνεται πέρα από τον Πυργετό και τη γύρω περιοχή και φτάνει μέχρι τα χωριά των Φαρσάλων, της Καρδίτσας, των Τρικάλων κι ακόμη πιο πέρα. Σε ηλικία 26 χρόνων, το 1933, ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια το «Αρβανιτοβλάχικο» και την «Ιτιά», κάνοντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας που θα συνεχιστεί για 45 περίπου χρόνια. Συνεργάζεται με τις πιο μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και αποκτά φήμη και δόξα.
Παρόλα αυτά δε θα γίνει ποτέ πλούσιος. Ηχογράφησε σε δίσκους καραγκούνικα, βλάχικα, σαρακατσάνικα, νησιώτικα, μακεδονικά, ρουμελιώτικα τραγούδια εκτελεσμένα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.
Παράλληλα γράφει και δικά του τραγούδια για την Αννούλα, τη Μαρία, την Όλγα.
Με τον Θεοχάρη Παντίδη γράφει το πολυτραγουδισμένο «Ωραία είναι η νύφη μας» και άλλα τραγούδια γάμου.
Ο Ηλίας Ερίνης είναι αυτός που έγραψε τα περισσότερα τραγούδια για τον Μαλλιάρα. Συμμετέχει στις γνωστές δισκογραφίες «Τραγούδια του Λόγγου» και «Ελληνική Λεβεντιά». Στα πρώτα του βήματα συνεργάζεται με οργανοπαίκτες της περιοχής.
Στην μεταπολεμική περίοδο ο Μαλλιάρας είναι πλέον καταξιωμένος καλλιτέχνης. Συνεργάζεται με πολύ γνωστά ονόματα μουσικών απ' όλη την Ελλάδα: το Γιώργο Κόρο, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Νίτσα Τσίτρα κ.α.
Το 1970 παθαίνει ημιπληγία, αλλά εξακολουθεί να παίζει. Το 1975 πέφτει αναίσθητος, ενώ παίζει σε ένα γάμο. Από τότε αφήνει το κλαρίνο εντελώς, αλλά τον μαραζώνει ο καημός ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα το έργο του. Η πρωτοχρονιά του 1988 θα είναι διαφορετική για ολόκληρο το μουσικό κόσμο. Ο Βάϊος Μαλλιάρας σβήνει στον Πυργετό.
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021
38. ODEON DSOG 2785 ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ 1962
Γεννήθηκε το 1881 ή το Δεκέμβριο του 1885 στην Κρανιά Ασπροποτάμου του νομού Τρικάλων. Δεν είναι ξεκάθαρο το έτος γέννησης καθώς τα αρχεία της κοινότητας κάηκαν από τους Γερμανούς. Ο πατέρας του, Κώστας Καρακώστας, ήταν τσαρουχάς στο επάγγελμα. Στα 5 του χρόνια ο Νίκος κατέβηκε με την οικογένειά του στην Καλαμπάκα για το σχολείο αλλά και για δουλειά. Στα 11 του χρόνια ο Νίκος Καρακώστας εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στο Δομοκό.
Το παίξιμο του ήταν ξεχωριστό, δωρικό, χωρίς περιττά στολίδια και αναδείκνυε στο έπακρο τις μελωδίες των αυθεντικών δημοτικών τραγουδιών.
Όπως όλοι οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες ξεκίνησε να παίζει σε πανηγύρια και σε γάμους.
Ο Νίκος Καρακώστας μας άφησε παρακαταθήκη σπουδαίες και αξεπέραστες εκτελέσεις. Μέσα από το κλαρίνο βρήκε τον τρόπο να εκφράσει τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα μεράκια του λαού. Για αυτό το λόγο το παίξιμό του είναι μοναδικό, ξεχωριστό και ο ίδιος έμεινε στην ιστορία. Για πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος κλαρινίστας που πέρασε ποτέ.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
Σάββατο 6 Μαρτίου 2021
37. COLUMBIA SCDG 3614 ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ (ΝΑΥΤΗΣ)- ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΣΚΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) 1966 (Ηχογράφηση 1954)
Ο Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης)
γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου το 1920. Ήταν γιός του παλιού μεγάλου βιολάτορα
Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Σε ηλικία 5 ετών φεύγει από την Κίσσαμο και
εγκαθίσταται μόνιμα στην πόλη των Χανίων. Σε ηλικία 7 ετών πρωτοπιάνει ένα
βιολί γκουρνέριους του 1710 όπου το είχε φέρει ένας πρόγονος του από την Ιταλία.
Αυτό λοιπόν έμελλε να είναι και το όργανο της ζωής του.
Πρώτος του δάσκαλος ο πατέρας του αλλά και όλοι οι μεγάλοι μουσικοί της εποχής
του όπως ο Χάρχαλης, ο Κουφιανός, ο Μαριάνος, όπου τα ακούσματα τους σημάδεψαν
την ψυχή του μικρού Κώστα. Σε ηλικία μόλις 9 ετών κάνει το πρώτο του γλέντι
στους Λάκκους Κυδωνίας. Το 1933 ο Κώστας Παπαδάκης συναντά τον μεγάλο Στρατή
Καλογερίδη στο Ηράκλειο, όπου αυτή η συνάντηση σημαδεύει την μετέπειτα πορεία
του. Κατά τη θητεία του στο ναυτικό, ο Κωστής Παπαδάκης έπαιζε πάντα με την
ναυτική στολή. Από εκεί λοιπόν του έμεινε και το παρατσούκλι
"Ναύτης".
Το 1938 καθώς βρισκόταν στην Αθήνα, εγκρίνεται από τον τότε ραδιοφωνικό σταθμό
Αθηνών η παραχώρηση εβδομαδιαίας εκπομπής. Κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου
πολέμου ο Κώστας Παπαδάκης επιστρέφει στην Κρήτη.
Συνάμα με το βιολί, έπαιζε με την ίδια τέχνη μπουζούκι και λαγούτο. Μάλιστα δε, σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου. Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρός το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σίμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις. Από το 1959 έως και το 1976 ζει στο εξωτερικό όπου διαπρέπει και μεταφέρει στους απόδημους Κρήτες τις νοσταλγικές μελωδίες της Κρήτης και συγχρόνως προωθεί και προβάλει την κρητική μουσική στις εκατοντάδες εμφανίσεις του. Από το 1976 κατοικεί μόνιμα στα Χανιά και είναι ακούραστο μέλος του συλλόγου μουσικής νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης". Είχε διακριθεί με διάφορα βραβεία από τον Δήμο Χανίων, τον Δήμο Ηρακλείου και από διάφορα πολιτιστικά σωματεία.
Η πρώτη του ηχογράφηση γίνεται το
1938. Έκτοτε έχει κυκλοφορήσει πολλούς δίσκους με δικές του συνθέσεις αλλά και
με διασκευές. Μερικές από τις πολλές συνθέσεις του είναι ο "Νέος
Σεληνιώτικος συρτός", "Κουστογερακιώτικος συρτός", "Συρτός
του Ναύτη", "Ροδοπιανός", "Συρτός της Αυγής",
"Χαιρεθιανός συρτός", "Νέος Γραμπουσιανός συρτός" κ.α. Και
όπως λένε οι ειδικοί, δεν "βγαίνει γλέντι" σήμερα χωρίς να ακουστούν
έστω και 10 σκοποί του Ναύτη.
Εκτός όμως από μοναδικός δεξιοτέχνης και συνθέτης, ο Κώστας Παπαδάκης ήταν και
άριστος γνώστης της παράδοσης. Πολλοί οι αγώνες του για την μετάδοση και
διάσωση της γνήσιας κρητικής μουσικής, οι εμφανίσεις του στο εξωτερικό πολλές
(Φλωρεντία, Μιλάνο, Αυστραλία, Αμερική, Γαλλία κλπ) και βέβαια η επισφράγιση
μιας πολύχρονης έρευνας με το βιβλίο "Κρητική Λύρα, ένας μύθος" του
1989.
Ο Κώστας Παπαδάκης είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην εκμάθηση του βιολιού,
καθώς είναι πολλοί οι μαθητές του που συνεχίζουν την μακραίωνη παράδοση του
τόπου μας. Μέχρι και το θάνατο του, ο Κώστας Παπαδάκης συνέχιζε να παλεύει για
την διάσωση των γνήσιων μορφών της μουσικής μας. Με το παίξιμο του που σπανίζει
στις μέρες μας , αλλά και με την πολύχρονη προσφορά του στα μουσικά δρώμενα της
Κρήτης, σίγουρα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο πάνθεον των μεγάλων
μουσικών που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της γνήσιας παραδοσιακής
μουσικής.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και σίγουρα, μια
βαριά κληρονομιά στους νεωτέρους του. Ίσως η παρουσία του σήμερα να φαντάζει
πολυτέλεια, όμως σίγουρα η θέση του στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών είναι
υψηλή.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021
36. PARLOPHONE GDSP 2996 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ-ΝΙΚΟΛΙΔΑΚΗ ΕΡΜΙΝΑ 1965
Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρόγιαννος)- Νικολιδάκη Ερμίνα PARLOPHONE GDSP 2996 Το αχ τώχουν πολλοί (Βαρύς ταμπαχανιώτικος)-Την τύχη την δοκίμασα (Συρτός Χανιώτικος) 1965- 45rpm- 7''
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου που υπάγεται σήμερα στο δήμο Γεροποτάμου. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις τρεις μήνες μετά τη γέννησή του. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο το 1938, συνέχισε στο ημιγυμνάσιο του Πανόρμου, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών της πολύτεκνης οικογένειας του αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του. Η αγάπη του για τη λύρα φάνηκε από πολύ νωρίς. Την πρώτη του λύρα την απέκτησε το 1943, αφού έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Για να βγάλει τα προς το ζειν δούλεψε μαζί με έναν πλανόδιο μικροπωλητή, από αυτή την εμπειρία του ο Μουντάκης αργότερα έγραψε ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του τον Πραματευτή. Εκείνη την εποχή το Ρέθυμνο ήταν το επίκεντρο της κρητικής μουσικής, όπου μεσουρανούσαν ο Ανδρέας Ροδινός, ο Μπαξεβάνης, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Βασίλης Καλαϊτζάκης και πολλοί άλλοι λυράρηδες εκείνης της εποχής. Ο Κώστας Μουντάκης κατετάγη στη χωροφυλακή το 1948. Υπηρέτησε στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα. Την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1952, είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα για 16 ολόκληρα χρόνια. Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την “αυστηρή” κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά προβάλλοντάς την κρητική μουσική στο πανελλήνιο.
Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης- Κρητικά νάκλια», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της δουλειάς του. Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους ξενιτεμένους Κρητικούς και Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με ελληνική ομογένεια. Από το 1975 τη χρονιά που η υγεία του περνάει μια κρίση, αναγκάζεται να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας στα κρητικόπουλα με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου. Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985. Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση». Ο Κώστας Μουντάκης ήταν ένας αληθινός βάρδος, ένας γνήσιος εκφραστής της λεβεντιάς, της ομορφιάς, της λευτεριάς, και της δημοκρατικότητας του Κρητικού και της κρητικής ψυχής. Πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1991 βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Κρήτη.
O Γιάννης Ξυλούρης γεννήθηκε στα Aνώγεια Μυλοποτάμου Pεθύμνου το 1943. Aνήκει κι αυτός στη μεγάλη οικογένεια των Ξυλούρηδων, που εδώ και τέσσερις γενιές τροφοδοτεί με θεσπέσιους ήχους την Κρητική - και όχι μόνο - μουσική. Εγγονός του Kαραμουζαντώνη που έγραψε ιστορία με τη λύρα του, αδερφός του Nίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει κι αυτός τον ίδιο δρόμο των άξιων λυράρηδων και τραγουδιστών. Στα πέντε του χρόνια το 1948, ήρθε σε επαφή με το πρώτο του όργανο το μαντολίνο και στη συνέχεια με το λαούτο και τη λύρα. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, ο Γιάννης μιλεί με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μονάχα όσοι έχουν ένα ιερό πάθος να τους καίει τα σωθικά, μπορούν να μιλήσουν. Δώδεκα χρονών συνοδεύει, με το λαούτο στο χέρι, τον αδερφό του Νίκο. Δεκατεσσάρων χρονών το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με το Νίκο Ξυλούρη. Δεκαεπτά χρονών το 1960, θεωρείται ήδη ένα από τα καλύτερα λαούτα της Κρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του. Tο λαούτο του έχει συνοδέψει τους πιο γνωστούς λυράρηδες του νησιού.
O Γιάννης Ξυλούρης όμως δεν περιορίστηκε στο
λαούτο και στο μαντολίνο, τα δύο όργανα που λάτρεψε από παιδί. Ανοίχτηκε
σε άλλους ορίζοντες, στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών.
Προικισμένος με μια σπάνια φαντασία και με μια άψογη τεχνική, ο Γιάννης
Ξυλούρης άρχισε να συνθέτει σύγχρονα Κρητικά τραγούδια που θα τα ζήλευαν
πολλοί καταξιωμένοι - και σπουδασμένοι - συνθέτες μας.
Γνωρίζοντας καλά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο, αξιοποιεί το
μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο και ξεδιπλώνει τη σύνθεση με την
ίδια ευκολία που τραγουδά μαντινάδες ή δονείται στο ρυθμό ενός χορού.
O Γιάννης πατά σταθερά στην παράδοση, αλλά προσπαθεί να αξιοποιήσει
και τις αρετές της έντεχνης μουσικής προκειμένου να συγκροτήσει και να
τοποθετήσει σε στέρεες βάσεις την πρότασή του. Έντονη είναι η καλλιτεχνική του παρουσία με πολλές συναυλίες και εμφανίσεις τόσο στην Ελλάδα
όσο και στο εξωτερικό.
Στη πολύχρονη μουσική του σταδιοδρομία συνεργάστηκε εκτός από τους αδερφούς
του Νίκο και Αντώνη και με τον Κώστα Mουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του '60,
καθώς και με το Βασίλη Σκουλά, ξεκινώντας ένα μοναδικό και μακρύ
κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο
ηχογραφημένο λαγουτιέρη στην Κρητική μουσική την εποχή εκείνη.
Δημιουργική υπήρξε επίσης και η συνεργασία του με διάφορα μουσικά σχήματα από
την Ήπειρο, τα νησιά του Aιγαίου, τη Mικρά Aσία και με γνωστούς Έλληνες
μουσικοσυνθέτες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το σύγχρονο ελληνικό
τραγούδι. O Γιάννης Ξυλούρης είναι ο καλλιτέχνης που κυριάρχησε στο
λαούτο, και έχει να παρουσιάσει μια μοναδική τεχνική, αποτέλεσμα της
οποίας, υπήρξε μια πληθώρα έξοχων εκτελέσεων, σε δεκάδες δίσκους, που
έχουν τη σφραγίδα της τελειότητας.
Ένα από τα καλύτερα ζευγάρια της κρητικής μουσικής, η σημερινή ανάρτηση σε ένα από τα αγαπημένα μου δισκάκια με ¨Βαρύ ταμπαχανιώτικο¨ και ¨Συρτό Χανιώτικο¨. Τα βιογραφικά τα βάζω τώρα παρόλο που έχουμε αναφερθεί ξανά σε παλιότερες αναρτήσεις. Για την Νικολιδάκη Ερμίνα δεν βρήκα βιογραφικά στοιχεία παρόλο που έχει αρκετές συνεργασίες.
(Στο σημερινό φάκελο θα βρείτε τα εξώφυλλα και σκαναρισμένα. Το σκανάρισμα το χρωστάμε στο φίλο και συνοδοιπόρο Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστούμε για αυτό. Το σκανάρισμα είναι του δικού του δίσκου χωρίς τα ενοχλητικά αυτοκόλλητα)
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021
35. PANIVAR PA 419 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1972
Σταυρουλάκης Παντελής- Μαρκογιαννάκης Γιάννης (Μαρκογιάννης) PANIVAR PA 419 Συννεφιασμένο δειλινό -Στο γιασεμί κτίζω φωλιά 1972- 45rpm- 7''
Ο Παντελής Σταυρουλάκης, από το χωριό Χάρακας
της επαρχίας Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου, γεννήθηκε το 1934 και
σκοτώθηκε το 1982 σε ηλικία 48 ετών από ατύχημα. Θεωρείται ένας από τους
αγαπημένους λυράρηδες της κεντρικής Κρήτης και η μνήμη του είναι πάντα φρέσκια
στο νου και την ψυχή των Κρητικών μερακλήδων, ενώ ένα από τα συρτά που
δημιούργησε με τίτλο: «Να ‘σουν αέρας» θεωρείται πλέον κλασικό και παίζεται από
τους περισσότερους νέους λυράρηδες του νησιού μας, συνοδευόμενο από την
μαντινάδα:
“Να ‘σουν αέρας να ‘μπαινες μέσα στα σωθικά
μου
να ‘θώρειες ποιά ‘ναι η γι-αφορμή και καίγετ’ η καρδιά μου”.
Ο Παντελής Σταυρουλάκης έχει στο ενεργητικό του αρκετές δεκάδες συνθέσεων από συρτά, κοντυλιές αλλά και καλαματιανά. Μετουσίωσε μελωδίες και ρυθμούς από συρτούς της Δυτικής Κρήτης με βάση το λυρισμό της μουσικής της Ανατολικής Κρήτης. Αλλά και τις κοντυλιές της Ανατολικής Κρήτης της απέδωσε με τον αμιγώς μεσαρίτικο χαρακτηριστικό τρόπο. Φυσικά αυτή καλλιτεχνική συμπεριφορά συνιστά το καλώς εννοούμενο «πάρε – δώσε» στο χώρο της τέχνης. Γενικότερα διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες μουσικές δημιουργίες του Παντελή αποτελούν παραλλαγές από γνωστούς σκοπούς της κρητικής μουσικής. Και βέβαια, τη μορφοποίηση αυτής συντελείται στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, όπου η διαρκής παραλλαγή είναι το κύριο συστατικό της. Ασφαλώς δε, στη μορφοποίηση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των δημιουργιών του Παντελή συμβάλλει καθοριστικά ο τρόπος παιξίματος και η προσωπικότητα του ως αφεντικού παραδοσιακού οργανοπαίκτη. Απλώς μελωδίες πολύ… κατανοητές. Ελκυστικά και όμορφα ακούσματα που μαρτυρούν τον πλούτο των εμπνεύσεων και των μουσικών ιδεών του δημιουργού τους. Οι συνθέσεις αυτές όλες, εκτός από την πολύ διακριτή τους μελωδία, έχουν τη δομή εκείνη που χαρακτηρίζει τις ολοκληρωμένες συνθέσεις πάνω σε μέτρο και ρυθμούς συρτού.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)









































