Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

524. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3772 ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ ΣΟΦΙΑ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΗΛΙΑΣ 1968

Κολλητήρη Σοφία- Βασιλόπουλος Γιάννης- Σούκας Ηλίας HIS MASTER'S VOICE 7PG 3772 Στον τόπο μας να μείνεις (Συρτό) - Στους κάμπους πέφτει η βροχή (Τσάμικο) 1968- 45rpm- 7''
«Η Σοφία Κολλητήρη (βλέπε και ανάρτηση 45 και 409) γεννήθηκε το 1944 στο Βελενίκο της Φωκίδας. Εκεί μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία. Από «πιτσιρίκι» άρχισε να συμμετέχει στα πανηγύρια και να κερδίζει τις εντυπώσεις .
«Πήγαινα έκτη δημοτικού, όταν ήρθε η δασκάλα μου στο σπίτι και είπε στον πατέρα μου ότι έχω μεγάλο ταλέντο και ότι, αν με στείλει να γίνω τραγουδίστρια, θα κάνω μεγάλη καριέρα. Εκείνος δεν το καταδέχτηκε. Δεν επιθυμούσε η κόρη του να ανέβει στο παλκοσένικο. “Μην της σηκώνεις τα μυαλά” της απάντησε. Κι εκείνη φεύγοντας του ανταπάντησε ότι μια ημέρα θα γινόμουν μεγάλη και σπουδαία».
Τον Ιούνιο του 1957 η Σοφία τελειώνοντας την έκτη τάξη ερμηνεύει το δημοτικό τραγούδι «Γεροδήμος» στην καλοκαιρινή σχολική γιορτή, αποσπώντας το παρατεταμένο χειροκρότημα των συμμαθητών της. Χαμογελούσε και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα τραγουδούσε μπροστά σε κοινό και η τύχη δεν άργησε να έρθει με το μέρος της.
Έξι μήνες μετά στη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα εμφανίστηκε σε πανηγύρι διπλανού χωριού με την ορχήστρα του θείου της Κώστα Κούτρα, που έπαιζε σαντούρι. Ο κόσμος την αποθέωσε! Εκείνο το βράδυ η 13χρονη Σοφία έβγαλε τα πρώτα της χρήματα: 370 δραχμές. «Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Κρατούσα τα χρήματα στη χούφτα μου και, όπως γύρισα πίσω το πρωί, τα έδωσα στον μπαμπά μου. Μεγάλες χαρές στο σπίτι μας. Αγοράσαμε παπούτσια για τα αδέλφια μου και φαγητά για το γιορταστικό τραπέζι. Ο θείος μου κατόπιν με πήρε υπό την προστασία του και ξεκίνησα να τραγουδάω και να πληρώνομαι» λέει η δημοτική αοιδός.
Είναι η εποχή που ο τρόπος αυτός της διασκέδασης ανθεί στην ελληνική επαρχία ενώ το δημοτικό τραγούδι παράλληλα γνωρίζει δόξες και στα περίφημα «στέκια» γύρω από την περιοχή της πλατείας Ομονοίας και όχι μόνο . Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η φήμη της μικρής Σοφίας εξαπλώνεται σε όλη τη Φωκίδα ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αγκαλιάζει και τους γειτονικούς νομούς. Δουλεύει πλέον συστηματικά στα πανηγύρια και σε διάφορα γλέντια, σε γάμους, σε βαφτίσια και γιορτές. Στις αρχές του 1958 τραγουδάει τον «Σελίμπεη» σε ταβέρνα της Ακράτας με το συγκρότημα του Νίκου Καλτσά χαλώντας κόσμο. Εκεί εμφανίζεται και ο Μέγας Γιώργος Παπασιδέρης με το συγκρότημά του και που ως γνωστόν πάντα αποτελούνταν από εξαίρετους οργανοπαίκτες.
Η Σοφία Κολλητήρη παρά την παιδική της ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει πάνω της όλα τα βλέμματα . Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτός ο μεγάλος κι έμπειρος Γιώργος Παπασιδέρης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο ταλέντο της και έδειξε προθυμία να την γνωρίσει καλύτερα. Την φωνή του άκουγε και μελετούσε μέσα από δίσκους γραμμοφώνου αλλά και το ραδιόφωνο και διαμόρφωνε κι εκείνη το ρεπερτόριο της. Έτσι όταν τον συνάντησε στο πανηγύρι της Ακράτας ντρεπόταν ακόμα και να του μιλήσει .Με ευχαρίστηση όμως δέχτηκε τα καλά του λόγια σχετικά με το ταλέντο και τις δυνατότητες που είχε. Δεν είναι μικρό πράγμα σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να σου προτείνει ο Παπασιδέρης να συνεργαστείς μαζί του στο πάλκο και στην δισκογραφία.
Η Κολλητήρη όμως αρνείται τις δελεαστικές του προτάσεις παρ ότι στην ουσία είναι αυτό που επιθυμεί η ίδια καθώς γνωρίζει την αντίδραση των γονιών της. Η αντίθεση της οικογένειάς της κάμπτεται μερικούς μήνες αργότερα όταν ο ίδιος ο Παπασιδέρης αλλά και ο διευθυντής της Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος την καλούν να ηχογραφήσει στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ριζούπολη. Η Σοφία μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο ηχογράφησης αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ηχογραφήσει σε μία μόλις μέρα δώδεκα τραγούδια τα οποία καλύπτουν τις όψεις έξι μικρών δίσκων σαράντα πέντε στροφών οι οποίοι και κυκλοφόρησαν σταδιακά στην αγορά. Λίγες μέρες αργότερα η φωνή της ακούγεται στο ραδιόφωνο και μαγεύει τους ακροατές.
Οι έξι αυτοί οι μικροί δίσκοι σαράντα πέντε στροφών έγιναν ανάρπαστοι κι έτσι η Σοφία με το ντεμπούτο της στη δισκογραφία και παρά τη μικρή της ηλικία καθιερώνεται ως λαοφιλής ερμηνεύτρια του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Η μεγάλη αυτή επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική πλέον παραμονή της στην Αθήνα. Δουλεύει στα καλύτερα δημοτικά κέντρα συνεργαζόμενη με όλους τους κορυφαίους ερμηνευτές και οργανοπαίκτες. Ιστορική θα μείνει η συνεργασία της με τον Γιώργο Κόρο τόσο στην νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην δισκογραφία αλλά και το Στάθη Κάβουρα. Μεγάλες δόξες θα γνωρίσει και στο πλευρό του Δημήτρη Ζάχου.
Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα βρέθηκε να δουλεύει μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα -που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν- στο κέντρο «Κουλουριώτης» στις Τζιτζιφιές. Η ίδια προτίμησε να ασχοληθεί στενότερα με το δημοτικό τραγούδι που την εκφράζει τόσο σαν ρεπερτόριο όσο και σαν τρόπος διασκέδασης αντί να περάσει στο λαϊκό. Βέβαια στην πολύχρονη καριέρα της η Κολλητήρη ερμήνευσε και λαϊκοδημοτικά και τσιφτετέλια που όμως όλα στη βάση τους είχαν στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική. Πάνω σε αυτό το ύφος η συνεργασία της με τον Κώστα Σούκα απέφερε μεγάλους δίσκους τριάντα τριών στροφών που περιείχαν μεγάλα σουξέ .Άλλες σημαντικές συνεργασίες που η ίδια ξεχωρίζει είναι αυτές με τον «πολύ» Στάθη Κάβουρα και τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο. Παράλληλα η Κολλητήρη ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπου υπάρχει Ελληνισμός, όπου και αποθεώθηκε από την ομογένεια και όχι μόνο.»
Στο σημερινό δισκάκι στο κλαρίνο ο Γιάννης Βασιλόπουλος και στο βιολί ο Ηλίας Σούκας. Βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

523. ODEON GA 1692 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1933

Καραβίτης (Καραβύτης) Αλέκος (Αλέξανδρος) ODEON GA 1692 Ρεθυμιώτικη πεντοζάλη (Διασκευή Καραβύτη) - Συρτός Καραβύτη (Διασκευή Καραβύτη) 1933- 78rpm- 10''
«O Aλέκος Kαραβίτης (βλέπε και αναρτήσεις 43, 112, 281, 316, 356 και 463) γεννήθηκε το 1904 στο γραφικό και ορεινό χωριό Aκτούντα Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (οκτώ αδέρφια) και ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τη μουσική. Ο πατέρας του Ευστράτιος Καραβίτης έπαιζε και αυτός λύρα. Δική του λύρα απέκτησε σε ηλικία 15 χρονών.
"Ο Αλέκος, πρωτόμαθε λύρα στις ψηλές και απόκρημνες βουνοκορφές του χωριού μας. Από παιδί είχε μεγάλο πάθος και μεράκι γι αυτό το όργανο", έλεγε με καμάρι ο μεγαλύτερος αδελφός του.
Ο Kαραβίτης έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1921. Υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στη Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, με μοναδικά εφόδια τη λύρα και το όνομά του που ήταν ήδη γνωστό στο κοινό της Κρήτης. Αργότερα, εξελίχθηκε σε πρωτομάστορα της κρητικής μουσικής ενώ έγινε και καλλιτεχνικός διευθυντής της Δώρας Στράτου. Εκτός από μουσικός υπήρξε και ιδιοκτήτης του πρώτου Κρητικού καφενείου στην Αθήνα. Λυράρης με ορεινά ακούσματα έκανε γνωστή την λύρα και στην Αθήνα και συσπείρωσε τους Κρήτες των Αθηνών με την λύρα του στο καφενεδάκι που διατηρούσε εκεί από το 1927.
Στη δισκογραφία ο Αλέκος εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά και ηχογραφεί τα τραγούδια: “Aγιοβασιλειώτικος συρτός” και την περίφημη “Pεθυμνιώτικη σούστα” που έγιναν επιτυχίες την εποχή εκείνη. Στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Kαραβίτης ηχογραφεί αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη την γκάμα της Κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα, με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Mπαξεβάνη, τον Nίκο Tζουγάνο (Mαστρόκαλο) και το Σταύρο Mαυροδημητράκη.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο από την επαγγελματική σταδιοδρομία του Αλέκου Kαραβίτη είναι το γεγονός ότι αν και σε ηλικία 40 χρονών είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν είχε πια οικονομικό πρόβλημα (είχε πάρει την αποκλειστική διανομή πάγου σε όλη την Αττική από τον κουμπάρο του Αντώνη ΦIΞ. Μεγάλη δουλειά για την εποχή εκείνη…), δεν διανοήθηκε ούτε μια στιγμή να παρατήσει τη λύρα του.
O Αλέκος Kαραβίτης απέκτησε από το γάμο του 3 παιδιά ένα γιο και δυο κόρες, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένες ηχογραφήσεις τον συνόδεψαν στο τραγούδι. Ήταν από τους λίγους Κρητικούς καλλιτέχνες που πέθανε ευκατάστατος (εξ αιτίας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του) και είχε κάνει πολλές δωρεές, ανάμεσα στις οποίες και ένα σημαντικό ακίνητο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.
Έφυγε για πάντα το 1975 σε ηλικία 71 ετών.»
Στα τέλη του 1933, ο Αλέκος Καραβίτης, ηχογράφησε για τις αδελφές εταιρίες Odeon- Parlophon τέσσερις ακόμα σκοπούς, καθώς εκδόθηκε ένας δίσκος σε κάθε μία. Εδώ είναι η πρώτη φορά που παίζει αλλά και τραγουδάει με συνοδεία αγνώστου στο λαούτο ή την μάντολα.
Στο σημερινό δίσκο (έναν από τους προαναφερθέντες) επάνω αριστερά έχει δύο μονογράμματα Μ.Μ. στις ετικέτες του. Αργότερα κυκλοφόρησε αναγράφοντας στις ετικέτες του (βλέπε ετικέτες από greekdiscography στο φάκελο) το γνωστό BIEM.
Το BIEM είναι ένα ακρωνύμιο που προέρχεται από τα γαλλικά και σημαίνει:
Bureau International des Sociétés gérant les droits d’Enregistrement et de Reproduction Mécanique:Διεθνές Γραφείο των Εταιρειών που Διαχειρίζονται τα Δικαιώματα Ηχογράφησης και Μηχανικής Αναπαραγωγής
Το BIEM είναι ένας διεθνής οργανισμός που εκπροσωπεί οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων που σχετίζονται με τη μηχανική αναπαραγωγή μουσικών έργων (π.χ. δίσκοι, CD, ψηφιακά μέσα κ.λπ.). Σε έναν παλιό δίσκο, η ένδειξη BIEM δηλώνει ότι: Τα δικαιώματα αναπαραγωγής της μουσικής προστατεύονται. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με την άδεια του σχετικού οργανισμού διαχείρισης δικαιωμάτων, και πληρώθηκαν τα αντίστοιχα πνευματικά δικαιώματα στους δημιουργούς.
Σε δίσκους πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το BIEM λειτουργούσε ήδη (ιδρύθηκε το 1929), και αυτή η σήμανση ήταν μέρος της προσπάθειας να προστατευθούν τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών διεθνώς.
Η παραπάνω αναφορά στο ΒΙΕΜ έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις πρώτες ετικέτες του δίσκου έχει την Μ.Μ αντί για το ΒΙΕΜ και αναφέρει ότι τα τραγούδια είναι διασκευές του Καραβίτη. Διασκευές ποιου και ποιών τραγουδιών; Μήπως κάποιου με τα αρχικά Μ.Μ;
Το Μ.Μ πιθανότατα σημαίνει "Μηχανικά Μέσα" ή "Μηχανικά Μουσικά" (δικαιώματα) και χρησιμοποιούνταν προ BIEM ή όταν δεν υπήρχε ακόμη οργανωμένος οργανισμός συλλογικής διαχείρισης (τουλάχιστον δεν είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα).
Τα παραπάνω στοιχεία με ορθολογική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (το νου σου εεε που έλεγε και η Γώγου).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

522. PARLOPHONE GDSP 3287 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΡΟΔΑΜΑΝΘΟΣ 1968

Μανιάς (Μανιαδάκης) Νίκος- Ανδρουλάκης Ροδάμανθος (Ραδάμανθης) PARLOPHONE GDSP 3287 Σαν ναυαγήσει ο ναυαγός - Κοντυλιές 1968- 45rpm- 7''

«Ο Νίκος Μανιάς (κανονικό επώνυμο Μανιαδάκης) γεννήθηκε το 1931 στην Επισκοπή Ρεθύμνου.

Τελευταίο παιδί μιας επταμελούς οικογένειας με μουσική παράδοση, παίρνει στα 16 του χρόνια το 1947, δώρο από έναν θείο του μια λύρα, την οποία όμως παράτησε σύντομα για χάρη του λαούτου. Την λύρα του την είχε αποκτήσει από τον Μανώλη Σταγάκη στο Ρέθυμνο, αλλά έπειτα από παρακίνηση του λυράρη Κυριάκου Μαυράκη από τη γειτονική Φυλακή Αποκορώνου, πήγε στα Χανιά από όπου με 700 δρχ απέκτησε το πρώτο του λαούτο.

Με πρότυπο του τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη και με την κληρονομιά του περιβόητου συντοπίτη του θρύλου-λαγουτιέρη Σταύρου Ψυλλάκη ή Ψύλλου (ο πιο παλιός καταγεγραμμένος Ρεθεμνιώτης λαγουτιέρης του 20ου αιώνα), ο Νίκος Μανιάς ξεκίνησε την καριέρα του.

Την πρώτη του δημόσια εμφάνιση την κάνει σε ηλικία 16 ετών σε γάμο στην Επισκοπή, πλάι στον Κυριάκο Μαυράκη. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά κυκλοφορεί το 1958 σε δίσκο 78 στροφών με τον Κώστα Μουντάκη (“Σαν το ζητιάνο έρχομαι”), μια συνεργασία που στην πορεία της απέφερε μερικά από τα πιο κλασσικά κομμάτια στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.

Ο Νίκος Μανιάς συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της Κρητικής μουσικής, όπως τον Θανάση Σκορδαλό, το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το συντοπίτη του Μανώλη Κακλή, το Γιώργο Καλομοίρη, το Νίκο Σωπασή, το Βασίλη Σκουλά, το Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, το Νίκο Τσαγκαράκη, το Γιάννη Σκαλίδη, κ.α., αλλά και με καλλιτέχνες από τη νεότερη γενιά όπως το Στέλιο Σταματογιαννάκη, το Χρήστο Στιβακτάκη, τους αδερφούς Φραγκιαδάκη, το Νίκο Ζωιδάκη, τον Κώστα Βερδινάκη.

Ερμήνευσε επίσης με ανεπανάληπτο τρόπο, σειρά κρητικών τραγουδιών, στο ύφος των λεγόμενων “αστικών” (βλ. ρεπερτόριο Φουσταλιέρη), που αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία της μουσικής της Κρήτης, όπως το “Αμέτεμε στην εκκλησιά”, “Πες μου και γιάιντα τη χτυπάς”, και άλλα συνθέσεις κυρίως του Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.

Μεράκι και σεβασμός χαρακτήριζαν τον “άρχοντα”, το “αηδόνι” της Κρήτης, όπως κατά καιρούς είχε χαρακτηριστεί ο Νίκος Μανιάς.

Ο Νίκος Μανιάς έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου 2012.»

«Ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, γεννήθηκε το 1933 στον Οψυγιά Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου και τα πρώτα του ακούσματα στη μουσική τα απέκτησε από το συγχωριανό του Στέλιο Κουτάκη, έναν υπέροχο λυράρη που χάθηκε πρόωρα στην περίοδο της κατοχής από πνευμονία. Το πρώτο του μουσικό όργανο ήταν ένας χοχλιός με τον οποίο έπαιζε τη λεγόμενη «μπουκόλυρα» (είχε πάρει ένα κέλυφος από χοχλιό και φυσούσε μέσα βγάζοντας ήχους που θύμιζαν λύρα): «αφού να σκεφτείτε έπιανα ένα χοχλιό, του άνοιγα μια τρύπα, έβανα μια σκέπη από τη ρογαλίδα (ρογαλίδα=αράχνη) κι έκανα μπουκόλυρα μιας κι έβγαζε τόσο ωραίο ήχο που μου δημιουργούσε την επιθυμία να παίζω.

Έπαιζα, λοιπόν, όλους τους σκοπούς με τη μπουκόλυρα από το χοχλιό στα παρτάκια που έκαναν οι νεαροί και οι κοπελιές του χωριού μου, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Ήμουν, λοιπόν, ο λυράρης με τη μπουκόλυρα. Έτσι με φώναζαν… Παράλληλα όμως με αυτή την ιδιόρρυθμη λύρα έκανα προσπάθειες να μάθω και την κανονική λύρα. ‘Ήταν η εποχή που είχε κυκλοφορήσει το «Μόνο εκείνος π΄ αγαπά μπορεί να το πιστέψει» του Σκορδαλού. Μόλις το άκουσα, ετρελάθηκα…» 

Από μικρός λοιπόν, ασχολήθηκε με τη λύρα και δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα έντεκα όταν πρωτόπαιξε σε γάμο. Το βασικό του επάγγελμα ήταν ράφτης και μάλιστα για μια δεκαετία (1955-1965) το ραφείο του τον κράτησε μακριά από τα γλέντια.

Το 1965 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, τον οποίο διαδέχτηκαν πολλοί με δικές του συνθέσεις αλλά και παραδοσιακά κομμάτια. Έχει σημαντική δισκογραφική παρουσία με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1970 και τη συνεργασία του με το Μανώλη Κακλή και την ιδιαίτερα γόνιμη συνεργασία τους. Συνεργάστηκε επίσης με το Νίκο Μανιά, το Στέφανο Αναστασάκη, το Μανούσο Πανταγιά, το Χρήστο Φουρναράκη, τον Γιώργο Κουκάκη, τον Ηλία Σαββάκη, το Μιχάλη Πετσάκη, κ.ά. Από το 1971 μέχρι σήμερα ασχολείται αποκλειστικά με τη λύρα, συντροφιά πλέον με το γιο του Κώστα στο λαούτο. 

Ο Ροδάμανθος όπως τον ήξερε όλη η Κρήτη, που μέχρι πρόσφατα δίδασκε σε νέα παιδιά την τέχνη του, «έφυγε» τα ξημερώματα της Κυριακής 8 Αυγούστου 2010 σε ηλικία 77 ετών.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).

 


 

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025

521. GENERAL GRAMOPHONE GGR 1017 ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ- ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ 1976

Περιστέρης Αντώνης- Καρμπαδάκης Πέτρος GENERAL GRAMOPHONE GGR 1017 Ηρακλειώτικες κονδυλιές - Στο κάστρο είναι οι όμορφες (Συρτό Χανιώτικο) 1976- 45rpm- 7''
«Ο Αντώνης Περιστέρης (βλέπε αναρτήσεις 25, 157 και 408) γεννήθηκε στο χωριό Γέργερη, Ηρακλείου Κρήτης. Αυτοδίδακτος λυράρης και πατέρας του λυράρη Μανώλη Περιστέρη.
Ήταν το 1962 όταν ο Αντώνης Περιστέρης εγκατέλειπε την Κρήτη για να εγκατασταθεί, οικογενειακά, μόνιμα στην Αθήνα. Καταξιωμένος, ήδη λυράρης ο Αντώνης Περιστέρης ήταν από τους πρώτους πού έπαιξαν και διέδωσαν την κρητική μουσική στην Αθήνα παίζοντας στα πιο γνωστά, τότε κρητικά μαγαζιά της πρωτεύουσας.
Ταυτόχρονα είχε συνεργασίες με γνωστά συγκροτήματα της εποχής όπως το Λύκειο Ελληνίδων, τα συγκροτήματα Δημόγλου, τη Δώρα Στράτου κλπ.
Όμως, κρυφός του πόθος ήταν να δημιουργήσει ένα κρητικό στέκι όπως εκείνος το φαντάζονταν πως πρέπει να είναι. Καθαρά Κρητικό και παραδοσιακό. Η πρώτη του απόπειρα είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το ¨Μητάτο¨, ένα μικρό μαγαζί με κρητικά προϊόντα που γρήγορα έγινε τόπος συνάντησης των Γεριανών και όχι μόνο, της Αθήνας. Το μεγάλο όμως όνειρο του Αντώνη Περιστέρη έγινε πραγματικότητα το Νοέμβρη του 1974 χρονιά κατά την οποία εγκαινίασε ¨ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ¨, το κρητικό κέντρο διασκέδασης που έμελε να γίνει ο ναός της κρητικής παράδοσης στην Αθήνα.
Όσα και να πει κανένας για αυτό το μαγαζί θα είναι λίγα. Τα ατελείωτα γλέντια με τη λύρα του Αντώνη πρώτα και αργότερα του Μανώλη, τα παραδοσιακά πιάτα της κυρίας Μαρίας, τις Πέμπτες με το ΚΕΛΑΡΙΚΟ. Τελειωμό δεν έχουν οι όμορφες αναμνήσεις από το Κάστρο των Περιστέρηδων και της παράδοσης.
Για τους νεώτερους να θυμίσουμε ότι το κάστρο των Περιστέρηδων είχε τις ιδιαιτερότητές του σε σχέση με τα άλλα κρητικά κέντρα διασκέδασης. Μια από αυτές ήταν ότι δεν άλλαζε κάθε εβδομάδα συγκρότημα. Για παράδειγμα οι λαουτιέρηδες που κατά καιρούς έπαιξαν με τον Αντώνη και τον Μανώλη στο Κάστρο έμεναν όσα χρόνια ήθελαν στο μαγαζί και μόνοι τους, πάντα, αποφάσιζαν πότε θα αποχωρήσουν. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε πάντα ένα "δέσιμο" ανάμεσα στους πελάτες και τους καλλιτέχνες που δεν συναντούσε κανείς στα άλλα κρητικά μαγαζιά της Αθήνας. Αυτός, ίσως, να είναι και ο κυριότερος από τους λόγους που το ΚΑΣΤΡΟ είχε πάντα σταθερή και καλή πελατεία που εμπιστεύονταν τους Περιστέρηδες και ήξερε γιατί πήγαινε φανατικά στο συγκεκριμένο μαγαζί.
Συνεργάτες των Περιστέρηδων : Καρμπαδάκης Πέτρος-Νικηφοράκης Ηλίας ήταν στο ξεκίνημα και ακολούθησαν οι : Μιχάλης Ρουσσάκης, Ζαχάρης Φασουλάς, Βασίλης Κατσαμάς, Σαλούστρος Αντώνης, Καμπουράκης Κώστας, Δελιδάκης Στέλιος, Πυθαρούλης Βαγγέλης (στο ΚΑΣΤΡΟ "βαπτίστηκε" κρητικός καλλιτέχνης-λαουτιέρης), Σηφάκης Παύλος, Δημήτρης και Μανώλης Σκουλάς, Κουτεντάκης (κιθάρα) Μανώλης Κουμιώτης, Νταγιαντάς Γιώργης, Αποστολάκης Δημήτρης, Τσαγρής Άγγελος, Παπαδάκης Μιχάλης και Μάρκος Νενεδάκης.
Τελευταίος συνεργάτης των Περιστέρηδων στο Κάστρο για πολλά χρόνια ήταν ο Ανδρέας Βαρβατάκης που στο τελευταίο διάστημα της αρρώστιας του Μανώλη έπαιζε με τον Γιώργο το Σκορδαλό στη λύρα και τον Λευτέρη Φραγκιουδάκη στο λαούτο. Τελευταίος ο φίλος κατ' αρχήν και μόνιμος συνεργάτης του Μανώλη Περιστέρη, ο Στάθης Μελεούνης, που μπήκε νεαρός με την κιθάρα του στο ΚΑΣΤΡΟ, όταν απολύθηκε από το στρατό και έμεινε μέχρι το αναπάντεχο τέλος, στις 20 Δεκέμβρη του 2005, πού χάθηκε ο Μάνος.
Επτά μήνες αργότερα, 7 Ιουλίου του 2006, έσμιγαν Αντώνης και Μανώλης.»
«Ο Πέτρος Καρμπαδάκης γεννήθηκε το 1943 στην Κουκουναρά Κισάμου και από μικρός μπήκε στα βάσανα των γλεντιών. Με την μοναδική του ικανότητα να "αρπάει" οπτικά τις κινήσεις των παλιών λαγουτιέρηδων, δημιούργησε το δικό του προσωπικό στυλ, μοναδικής ακουστικής και τεχνικής. Έφηβος κιόλας θα έχει την ευκαιρία να παίξει με τον γίγαντα, τον θρυλικό Χάρχαλη. Στα 16 του περίπου ανέβηκε στην Αθήνα για να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Το λαγούτο όμως τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά.
 Έπαιξε σε πολλά κρητικά κέντρα με τα μεγαλύτερα ονόματα του βιολιού, όπως ο Ναύτης, ο Μαύρος, Κουνέλης, ο Κατράκης κ.α. Επίσης, σημαντικές οι συνεργασίες του με λυράρηδες όπως ο αείμνηστος Κώστας Μουντάκης, ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης, ο Ζαχαρίας Μελεσανάκης, ο Πυθαρούλης κλπ.
Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι πολλοί εκ των λυράρηδων, γαλουχήθηκαν από τον Πέτρο, γιατί πραγματικά προσέφερε απλόχερα τις πολλές του γνώσεις. Αλλά και αρκετοί νέοι βιολιστές στα πρώτα τους βήματα, βγήκαν από τα "χέρια" του Πέτρου. Δισκογραφικά, έχει παρουσιάσει αρκετές δουλειές σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες. Άνθρωπος του γλεντιού και της παρέας πάνω από όλα ο Πέτρος, έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα γεμάτα γλέντια και χαρές.
Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο χωριό του, την Κουκουναρά όπου έπαιξε σε αρκετά γλέντια με διάφορους συνεργάτες και δίδαξε την τέχνη του λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της περιοχής.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

520. RCA VICTOR 47g 2246 ΛΗΤΟΥ ΣΤΕΛΛΑ- ΜΑΣΤΟΡΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ 1962

Λήτου Στέλλα- Μάστορας Μιλτιάδης RCA VICTOR 47g 2246 Μαύρο χελιδόνι – Πανάγιω 1962- 45rpm- 7''
 
«Ο Μιλτιάδης Μάστορας (βλέπε και ανάρτηση 273), Πανωδροπολίτης ταλαντούχος μουσικός της οικογενείας των Μαστοραίων από το Λόγγο της Άνω Δρόπολης (εικάζετε ότι οι Μαστοραίοι είναι η κοιτίδα των Χαλκιάδων και των Λουκαίων). Ο Μιλτιάδης βρέθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο σαν πολιτικός πρόσφυγας και συμμετείχε σε πολλά συγκροτήματα, ηχογραφήσεις δίσκων (πολυφωνικά ,πωγωνίσια και βλάχικα-Μετζητιέ της εταιρείας RCA, Olympic, Melophone).
Ανέδειξε με την τέχνη και την εμπειρία του το πολυφωνικό Βορειοηπειρώτικο τραγούδι παγκόσμια. Συνεργάστηκε με τον Σίμωνα Καρρά, την Δόμνα Σαμίου κ.ά. , συμμετείχε σε διεθνή και ντόπια φεστιβάλ και συμμετείχε ή πρωτοστατούσε σε πολλές δισκογραφικές παραγωγές Βορειοηπειρώτικων τραγουδιών.
Δισκογραφικά έχει περίπου 34 45άρια, ένα LP δίσκο και συμμετοχές σε συλλογές. Στις πρώτες του ηχογραφήσεις τραγουδάει με την Στέλλα Λήτου (δυστυχώς δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

519. COLUMBIA 56189-F (E-5265) ΠΑΠΑΓΚΙΚΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ- ΡΕΛΛΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΣΙΦΝΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ 1922

Παπαγκίκας (Gus) Κώστας- Ρέλλιας (Ρέλιας) Νίκος - Σιφνιός Μάρκος COLUMBIA 56189-F (E-5265) Ο Λούλιος (Τσάμικος) - Αργήτικος χορός 1922- 78rpm- 12''
«Ο Κώστας Παπαγκίκας (Gus) γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1882 (ή 8/8/1883) στο Μαρτίνο Φθιώτιδας. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Παπαγκίκας, κτηματίας, μητέρα του η Αικατερίνη Δημάκη και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας: Νικόλαος (1873), Φράγκω (1875), Παναγιώτης (1879), Μαρία (1880), Κώστας (1882), Λεωνίδας (1889). Ο παππούς του, Νικόλαος Γκίκας, ήταν παπάς, και έτσι προέκυψε το επώνυμο «Παπαγκίκας». Στην οικογένεια δεν γνωρίζουμε αν υπήρξαν και άλλοι μουσικοί ξέρουμε, όμως, ότι υπήρχαν πολλοί ψαλτάδες.
Δεν έχει εντοπιστεί κανένα στοιχείο για τη ζωή του Κώστα μέχρι τη συνάντησή του με τη Μαρίκα. Το βέβαιον είναι ότι, εκτός από τη ζωή του και η μουσική του πορεία είναι συνυφασμένη με τη Μαρίκα. Συμμετείχε σε τουλάχιστον 127 ηχογραφήσεις της γυναίκας του παίζοντας τσίμπαλο ή σαντούρι. Επίσης, εμφανίζεται και σε ακόμη 22 ορχηστρικά κομμάτια, μαζί με τους Μάρκο Σιφνιό (τσέλο), Νίκο Ρέλια (κλαρίνο), Αθανάσιο Μακεδόνα (βιολί) κ.ά.
Τον Δεκέμβριο του 1913, ή τον Ιανουάριο του 1914, η Μαρίκα, με τον Κώστα στο τσίμπαλο, ηχογράφησε έξι τραγούδια για τη δισκογραφική εταιρεία Gramophone Company, υπό την εποπτεία του Hugh Murtagh: «Με ξέχασες», «Μαζί σου για να κλαίω», «Η φλογέρα», «Κωνσταντίνος ο λεβέντης», «Ο στατηλάτης», «Νεράιδα του γιαλού», των οποίων οι μήτρες έχουν καταστραφεί.
Ο David Soffa υποθέτει ότι η Μαρίκα Παπαγκίκα, όπως και πολλοί άλλοι μουσικοί της Ανατολικής Μεσογείου στο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έκανε περιοδείες στα μεγάλα λιμάνια και εμφανιζόταν, προσαρμόζοντας ανάλογα το ρεπερτόριό της, στα «καφέ αμάν» της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, της Αθήνας, του Πειραιά κ.α.
Το 1915, μαζί με την σύζυγό του, αποφασίζουν να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στο Νέο Κόσμο και αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες την ίδια εποχή. Από το 1893 και μέχρι το 1924 υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες εγκατέλειψαν την Ελλάδα.
Ο Κώστας Παπαγκίκας απεβίωσε 12 Οκτωβρίου 1947.»
«Ο Νίκος Ρέλλιας γεννήθηκε στη Γκούρα Κορινθίας το έτος 1892 από γονείς βοσκούς. Από μικρός φύλαγε τα πρόβατα τους στις πλαγιές της Ζήρειας, του βουνού στο οποίο γεννήθηκε κατά τη μυθολογία ο γοργοπόδαρος Θεός Ερμής από τη νύμφη Μαία.
Σε ηλικία 14 ετών (το 1906) ακολουθώντας το ρεύμα της μετανάστευσης, ταξίδεψε για την Αμερική. Έφτασε στη Νέα Υόρκη έχοντας κρεμασμένο εμπρός και πίσω του ένα σημείωμα για το τόπο προορισμού του το Σικάγο. Εκεί κατοικούσε ο θείος του Χρήστος Παλυβός. Πλήρωσε τον αστυνομικό που προσφέρθηκε να τον εξυπηρετήσει για να του βγάλει εισιτήριο για τον τόπο προορισμού, όπου τον περίμενε ο θείος του. Στη συνέχεια πιάνει δουλειά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Το 1909 έρχεται στη Νέα Υόρκη. Έχει αγοράσει ένα κλαρίνο και γράφεται στο περίφημο Ουγγρικό ωδείο. Εργάζεται και συγχρόνως μελετάει μουσική. Τον έλκει η παραδοσιακή μας μουσική, αφού την είχε βιώσει παιδί στην πατρίδα του Γκούρα. Μελετούσε αδιάκοπα. Οι ήχοι του κλαρίνου ενοχλούν τη σπιτονοικοκυρά του που για να διώξει τον καταγγέλλει στα αρμόδια όργανα για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Προσάγεται στο αυτόφωρο. Εκεί θα συμβεί κάτι πρωτόγνωρο. Ο δικηγόρος συμβουλεύει το Ν. Ρέλλια τι πρέπει να κάνει. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο δικηγόρος προτείνει στο δικαστήριο να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να παίξει ένα κομμάτι για να σχηματίσουν άμεση γνώμη οι δικαστές.
Το δικαστήριο δέχεται την πρόταση του συνηγόρου. Ο Ν. Ρέλλιας βγάζει το κλαρίνο του και αρχίζει να παίζει με περισσή δεξιοτεχνία. Όλοι σηκώνονται όρθιοι και στέκονται σε στάση προσοχής. Γιατί; Απλούστατα ο δασκαλεμένος Ν. Ρέλλιας έπαιξε τον Εθνικό Ύμνο της Αμερικής. Το δικαστήριο αθωώνει τον κλαριντζή. Την άλλη ημέρα οι εφημερίδες σε πρωτόστηλά τους αναφέρουν: «Ο πονηρός Έλληνας νίκησε το δικαστήριο». Ο Διευθυντής του ωδείου παρακολουθώντας την όρεξη, την καταπληκτική τεχνική, και την πρόοδο του Ν. Ρέλια του χορηγεί υποτροφία και του αποκαλύπτει πως τον προορίζει για Σολίστ του κλαρίνου. Το χωριατόπουλο με τη σωστή καθοδήγηση σπουδάζει αρμονία και κόντρα πούντο. Το 1921 μεσουρανεί στην Αμερική η αοιδός Μαρία Παπαγκίκα με το συγκρότημά της. Γνωρίζεται με το Ν. Ρέλλια, που εκτός από το κλαρίνο είναι και άριστος και στο σαξόφωνο. Του κάνει πρόταση για συνεργασία, την οποία αποδέχεται. Αφήνει τις σπουδές του και επιδίδεται μετά ζήλο στην ερμηνεία της παραδοσιακής μας μουσικής. Είναι ο μόνιμος «κλαριντζής» στο συγκρότημα της Παπαγκίκα. Γίνεται πασίγνωστος αλλά και περιζήτητος.
Ενώ έχει φτάσει στις κορυφές της αναγνώρισης αποφασίζει το 1925, να γυρίσει στην πατρίδα που τόσο νοσταλγούσε. Η φήμη του προτρέχει του ερχομού του και πολλοί μουσικοί θέλουν να συνεργαστούν μαζί του. Το 1926 παντρεύεται την Φωτεινή Βασιλείου Πλατή και αποκτούν τρεις γιούς, τον Πέτρο, τον Παύλο και το Θεόδωρο.
Από το 1925 ως το 1965 μεσουρανεί το άστρο του Pέλλια στους χώρους της δημοτικής μας μουσικής. Η συνεργασία του που άρχισε από την Nέα Yόρκη με την μεγάλη Mαρίκα Παπαγκίκα, την κυρία Kούλα, τον Σωτήρη Στασινόπουλο από τη Δάφνη Kαλαβρύτων, τον Δημήτρη Aράπάκη, το Γιάννη Παναγιωτόπουλο ή Kούρο και το Mιχάλη Xατζή θα συνεχιστεί με την ίδια ή και μεγαλύτερη επιτυχία με τους κορυφαίους τραγουδιστές της εποχής του, τον Γιώργο Παπασιδέρη, την Pίτα Aμπατζή, την Pόζα Eσκενάζυ, τη Kα Πίκω και πολλούς άλλους. Είναι γνωστό το χαριτωμένο δίστιχο που λεγόταν! «Γεια σου Pίτα, γεια σου Kούλα γεια σου Pέλλια από την Γκούρα».
Δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει και από το φημισμένο κέντρο «Έλατος» που γαλούχησε σχεδόν όλους τους Έλληνες μουσικούς και τραγουδιστές της παραδοσιακής μας μουσικής. Ο κόσμος του χορού και του κεφιού τον αποθεώνει. Το 1937 βρίσκεται στο ζενίθ της καριέρας του. Δίνει το παρόν στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης. Εκεί δεξιοτέχνες όλων των οργάνων από πολλές χώρες παρουσιάζουν το ταλέντο τους. Ο Pέλλιας με τη διαύγεια και την καθαρότητα της μουσικής του, με τη θαυμάσια εκτέλεση και την θεσπέσια μελωδία των μουσικών κομματιών, αγγίζει τις καρδιές των ακροατών.
Ο αρχηγός του Tουρκικού κράτους Kεμαλ Aτατούρκ, που παρακολούθησε τις εκδηλώσεις ενθουσιασμένος τον καλεί να πάει κοντά του. Του σφίγγει το χέρι, τον αγκαλιάζει, τον φιλάει και του απονέμει έπαινο εκφράζοντας το θαυμασμό του. Ο ανώνυμος κόσμος τον επευφημεί και η κριτική επιτροπή τον κατατάσσει πρώτο σολίστα του κλαρίνου. Το έτος 1949-1950 γίνεται μέλος της Λαογραφικής Ακαδημίας του Κράτους, ηχογραφήσας δια το αρχείο αυτής 60 δικές του συνθέσεις. Το γεγονός αυτό ήταν και η κατάκτηση του κεφαλόσκαλου της δόξας του.
Το 1957-1959 τον καλούν οι ομογενείς να επισκεφθεί τις HΠA και τον Καναδά, ζητάνε να μην τους το αρνηθεί και δηλώνουν πως τον περιμένουν. Ο Pέλλιας που γνωρίζει τα βάσανα, τους καημούς και τους πόνους των ξενιτεμένων από δικές του προσωπικές εμπειρίες δεν μπορεί να αρνηθεί. Με τις πρώτες εμφανίσεις του συγκροτήματός του αποθεώνεται. Οι Έλληνες της κάθε περιοχής τρέχουν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις του συνωστίζονται χειροκροτούν και ρουφούν τους ήχους που θυμίζουν πατρίδα. Το 8μελές συγκρότημα του δημιουργεί το σημαντικότερο επίκαιρο γεγονός για τις εφημερίδες τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις. Τα τραγούδια του είναι η φωνή της πατρίδας. Είναι η φωνή που πυργώνει μέσα τους την εθνική συνείδηση. O Nίκος Pέλλιας, σεμνός εργάτης του μουσικού πλούτου της γενέθλιας γης, γίνεται ακόμη πανίσχυρος κρίκος που συνδέει τους ξενιτεμένους με τον τόπο τους.
Είναι πασίγνωστο το εναρκτήριο σήμα του ραδιόφωνου της ΕΡΑ (Εθνικής Ραδιοφωνίας) που είναι κάποια παραλλαγή του βουκολικού τραγουδιού «Tσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα». Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν τον συνθέτη και τον εκτελεστή αυτού. Ας δούμε με απλά λόγια την ιστορία του. Βρισκόμαστε στο 1936- 37. Κυβερνήτης της Ελλάδος, έστω και πραξικοπηματικά είναι ο Ιωάννης Μεταξάς. Αυτός έδωσε μεγάλη ώθηση στην νηπιακή ραδιοφωνία που έκανε δειλά τα πρώτα της βήματα. Τότε πάρθηκαν διάφορες αποφάσεις που θα σηματοδοτούσαν μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη κρατική ραδιοφωνία. Από τις πρώτες επιλογές του είναι και η σύνθεση του σήματος που θα έμελε να μείνει ιστορικό.
Ας παρακολουθήσουμε το λογοτέχνη Ντίνο Βλαχογιάννη που ήταν παρών στη συζήτηση που έγινε έξω από το δικαστικό μέγαρο Κορίνθου όπου έπιναν καφέ ο Ρέλλιας, ο Μαυραγάνης ο δικηγόρος και άλλοι φίλοι τους. H Ραδιοφωνία που βρισκόταν στα αρχικά της στάδια έπρεπε να αποκτήσει σήμα αναγνωρίσεως στη Ελλάδα αλλά και στον έξω κόσμο. Η επιτροπή που συστήθηκε για τον σκοπό αυτό είχε και τον Ν. Ρέλλια σαν μέλος της. Εξέτασαν διάφορες παραλλαγές δημοτικών τραγουδιών. Μεταξύ αυτών ήταν και το τραγούδι «ένα καράβι από τη Χίο» που τελικά απορρίφτηκε. Τότε ανάλαβε ο Ρέλλιας τη προτροπή του ιδίου του Μεταξά που τον κάλεσε και του είπε: «θέλω ένα σήμα που να θυμίζει Ελλάδα».
Τότε του ήρθε ανάμεσα σε πολλά άλλα και το βουκολικό «τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα…». Ο σκοπός άρεσε στην επιτροπή που το προέκρινε. Πήγε λοιπόν στο Μοναστηράκι ο Ρέλλιας και αγόρασε τροκάνια και κουδουνάκια και αποφάσισαν να το παίξουν με φλάουτο. Είναι λάθος, όπως γράφεται, ότι ο Ρέλλιας κούρντισε το φλάουτο. Το φλάουτο έπαιξε ο Μάγγος και το πιάνο ο Παπαδόπουλος.
Έτσι έγινε και έμεινε το σήμα του εθνικού ραδιοφωνικού σταθμού σαν σύμβολο της πατρίδας για όλους τους Έλληνες της υφηλίου. Με αυτό το σήμα το αγγλικό BBC άρχιζε την μετάδοση των ειδήσεων στην Ελληνική γλώσσα στις φοβερές ώρες του Παγκοσμίου πολέμου. Με αυτό το σήμα ο ραδιοσταθμός των Τιράνων μετέδωσε στις ειδήσεις του τις νίκες του Ελληνικού στρατού. Δυστυχώς πολλοί θέλησαν να το καταργήσουν σαν «απαρχαιωμένο» βάζοντας κάποιο άλλο δικής τους εμπνεύσεως. Δυστυχώς έγιναν προσπάθειες καπηλείας του σήματος από γνωστό συνθέτη, εν ζωή και από τους απογόνους του. Σήμερα το σήμα ακούγεται μόνο σε περιορισμένες στιγμές της Εθνικής Ραδιοφωνίας κατά την έναρξη και τη λήξη του προγράμματος.
Το ρολόι της ζωής του σταμάτησε στις 8 Μαΐου του 1969. Ο δικός μας μπάρμπα Nίκος έφυγε αθόρυβα. Ήρθε άσημος έφυγε διάσημος στον κόσμο της παραδοσιακής μας μουσικής. Η σκιά του λαμπερού κλαριντζή θα πλανιέται στις πλαγιές της Zήρειας, Θα σιγοτραγουδά εύθυμους ή μελαγχολικούς σκοπούς του βουνού και της στάνης. H μνήμη του και τα τραγούδια του θα ζουν μέσα στις καρδιές των φίλων και των εραστών της παραδοσιακής μας μουσικής, ενώ το γνωστό βουκολικό «τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα», εγερτήριο σάλπισμα, θα μα ξυπνά κάθε αυγή, από το εθνικό ραδιόφωνο.»
Ο σημερινός δίσκος πρωτοκόπηκε το 1922 σε 12΄ιντσο με κωδικό Ε-5265. Στις ετικέτες αναγράφονται όλοι οι καλλιτέχνες, Ρέλλιας, Παπαγκίκας, Σιφνιός. Τα ίδια τραγούδια ¨Λούλιος¨ και ¨Αργήτικος χορός¨ κυκλοφόρησαν αργότερα με διαφορετικές μήτρες (πιθανότατα αφού είχε επιστρέψει ο Ρέλλιας στην Ελλάδα) σε 12’ιντσο με κωδικό 56189-F (σημερινή ψηφιοποίηση) ενώ στις ετικέτες αναγράφετε μόνο ο Παπαγκίκας.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).