Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

378. COLUMBIA SCDG 2842 ΖΑΧΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1960

Ζάχος Δημήτριος (Το αηδόνι της Εύβοιας)- Βασιλόπουλος Ιωάννης COLUMBIA SCDG 2842 Δεν θέλω εγώ παράδεισο (Τσάμικο) - Έφυγε ο νιός που αγαπούσα (Συρτό) 1960- 45rpm- 7''
«Ο Δημήτρης Ζάχος γεννήθηκε το 1926, καταγόταν από τα Γιάλτρα Αιδηψού Ευβοίας και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «Το αηδόνι της Εύβοιας». Επί δεκαετίες τραγουδούσε σε γάμους και γλέντια, ενώ από το 1951 μέχρι και το 1962 είχε διατελέσει ψάλτης στη Μητρόπολη Αθηνών.
Πρωτοεμφανίστηκε επαγγελματικά στο τραγούδι γύρω στα 1957 και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τραγουδούσε με μεγάλη επιτυχία στη “Ζούγκλα”, το φημισμένο παραδοσιακό στέκι.
Αργότερα, εμφανίστηκε στον «Έλατο» και στο «Ελληνικό Γλέντι», με τελευταία εμφάνιση στον «Πλάτανο». Έγινε ευρύτατα γνωστός και δέχτηκε πολλές προσκλήσεις από την απανταχού ελληνική ομογένεια. Έτσι, επισκέφθηκε την Κύπρο, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Κεντρική Ευρώπη και την Αγγλία.
Επί σειρά ετών είχε τακτική εβδομαδιαία εκπομπή στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλων Δυνάμεων.
Πράγματι από το 1956 έγινε επαγγελματίας τραγουδιστής, και έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα τραγουδώντας σε πανηγύρια και μεγάλα κέντρα της Αθήνας.
Αναμφίβολα στην εποχή του ήταν πρώτος και απαράμιλλος. Έβαλε τη σφραγίδα του στο δημοτικό τραγούδι. Έπαιζε κιθάρα και έχει τραγουδήσει 15 τραγούδια στις πλάκες γραμμοφώνου με πρώτο το «Η βλαχοπούλα» το 1953 όπου τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Παναγιώτης Ντάμκας. Επίσης έχει τραγουδήσει άλλα 115 δημοτικά τραγούδια στις 45 στροφές.
Ο Δημήτρης Ζάχος, για μας που μεγαλώσαμε στην πόλη, ήταν ο άνθρωπος που μας έφερε κοντά στο γνήσιο δημοτικό τραγούδια κυρίως μέσα από τις ασπρόμαυρες ταινίες.
Βουγιουκλάκη, Μπάρκουλης, Χατζηχρήστος, Βαλάκου, Παπαμιχαήλ, Θάνος Κωτσόπουλος… «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Γκόλφω» και σχεδόν όλες οι «ταινίες φουστανέλας» είχαν μαζί τους και τον Δημήτρη Ζάχο.
Μια από τις πιο αγαπημένες εκτελέσεις της «Βοσκοπούλας» είναι αυτή του 1955, στην ομώνυμη κινηματογραφική ταινία, στην οποία το κομμάτι ενορχήστρωσε ο Διονύσιος Λαυράγκας.
Ο Δημήτριος Ζάχος τραγούδησε ακόμη στη «Γερακίνα», στη «Μαρία Πενταγιώτισσα», στη «Σαρακατσάνισσα», στον «Γιαγκούλα» και σε πολλές άλλες.
Εκτός από τον «Ιτιά» και τη «Βοσκοπούλα» ερμήνευσε: Μοδίστρες και κομμώτριες, Τρεις μαυροφόρες πέρασαν, Στα ξένα γιόκα μ’ να μην πας, Παιδιά μου ταξιδιάρικα, Νύσταξαν τα ματάκια μου, Ταίρι μου ξενιτεμένο, Με βλέπεις μάνα που γελώ, Οι Γιώργηδες, Κουμπάρα να με συμπαθάς…
Ο Ζάχος δεν σταμάτησε να τραγουδάει, έτσι τον Ιούνιο του 2018, στα 94 του, έγινε μια τιμητική εκδήλωση στον Κάλαμο. Εκεί αφού τραγούδησε τη «Βοσκοπούλα» του υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Έφυγε από την ζωή το 2019.»
Στο σημερινό δισκάκι στο κλαρίνο ο Γιάννης Βασιλόπουλος για τον οποίο βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε στις αναρτήσεις 45, 317 και 333. Τα μέλη της υπόλοιπης ορχήστρας σύμφωνα με τον Βασίλη Χατζηαντωνίου είναι: Ακορντεόν: Μπενέτας Ιωάννης, Βιολί: Σούρλας Ιωάννης, Καστανιέτες: Καλλιβιώτου Βούλα, Κιθάρα: Τσακίρης Δημήτρης, Λαούτο: Ανδριανός Σταύρος, Μπάσο: Δέδες Ιωάννης, Μπόγκος: Καράμπελας Μάρκος.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

377. ODEON A 224237 ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΦΕΛΟΥΖΗ ΜΙΧΑΛΗ 1929

Φελουζής Μιχάλης ODEON A 224237 Καταχανίστικος - Πισωμερή 1929- 78rpm- 10''
«Ο Μιχάλης Φελουζής υπήρξε τοπικός βιολιστής της παράδοσης των Δωδεκανήσων με καταγωγή από την Κάσο. Ασχολήθηκε ημιεπαγγελματικά με τη μουσική, ωστόσο από τον τρόπο παιξίματος του διακρίνεται ένας αξιόλογος χειριστής του βιολιού με ιδιαίτερη εκφραστικότητα στον τρόπο που τραγουδούσε. Αυτό όμως που τον χαρακτηρίζει είναι η πιστή απόδοση του τοπικοί ιδιώματος του νησιού του και των ηχοχρωμάτων της μουσικής των Δωδεκανήσων.
Για κάποιο διάστημα έζησε και δούλεψε στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου. Στο γεγονός συνετέλεσε ότι εκεί την εποχή εκείνη υπήρξε μεγάλη παροικία Κασιωτών οι οποίοι εργάζονταν στη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ.
Η ορχήστρα του απαρτιζόταν από τον Κώστα Καΐκια από το Καστελόριζο στο σαντούρι και έναν ακόμα λαουτιέρη. Έτσι το 1929 είχαν την ευκαιρία να ηχογραφήσουν στην Αίγυπτο για λογαριασμό της εταιρίας Odeon είκοσι περίπου σκοπούς καθώς και άλλους δεκαέξι για την εταιρία Parlophon (χωρίς e τα προπολεμικά), οι οποίοι ηχογραφήθηκαν στην Αθήνα. Οι σκοποί αυτοί ήταν κυρίως Κασιώτικοι, δωδεκανησιακοί αλλά και κάποιων άλλων νησιωτικών περιοχών του Αιγαίου και της Κρήτης.
Ανάμεσα τους συμπεριλαμβάνεται και ο Κρητικός, που δεν είναι άλλος από τις αριστουργηματικές κοντυλιές του Τουρκοκρητικού βιολάτορα Αλή Σουμάνη (π.1860- π.1922) από την Ιεράπετρα. Η τεχνική του βιολιστή αυτού θρυλείται από τους μουσικούς της Ανατολικής Κρήτης μέχρι και σήμερα, ενώ στην ιστορία έμεινε η χουβαρντοσύνη του, μια και απ’ό,τι λένε δεν είχε οικονομικό πρόβλημα και τα όποια χρήματα έβγαζε τα δώριζε στην εκκλησία που γιόρταζε, στο εκάστοτε πανηγύρι που συμμετείχε.
Οι κοντυλιές του Αλή παίζονται σήμερα με διαφορετικές ονομασίες, όπως Του Λασιθιού η στράτα ή Άχι και να’ταν μπορετό , ονομασίες που επικράτησαν από τις μαντινάδες που έντυσαν την όμορφη αυτή μελωδία. Η μοναδική εκτέλεση αυτού του σκοπού στη δισκογραφία γραμμοφώνου είναι αυτή του Μιχάλη Φελουζή.»
Οι παραπάνω πληροφορίες για τον Μιχάλη Φελουζή και η φωτογραφία από τους Κασιώτες στην Αίγυπτο, από το ¨Μίλιε μου Κρήτη απ΄ τα παλιά¨. Στις πληροφορίες στο φάκελο που θα κατεβάσετε θα βρείτε ιστορικά στοιχεία για την καταστροφή της Κάσου και την παροικία των Κασιωτών στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου. Επίσης από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Χατζηαντωνίου και την ιστοσελίδα του (greekdiscography), ιδιόχειρες σημειώσεις με μαντινάδες του Δερμιτζογιάννη για την Κάσο (βλέπε μικρό δείγμα στην παραπάνω φωτογραφία).
Στην αρχική φωτογραφία όπως και στην φωτογραφία από το Μίλιε μου Κρήτη, πιθανότατα εικονίζεται και ο Μιχάλης Φελουζής (η αρχική κυκλοφόρησε σε cd με ηχογραφήσεις του).    
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

376. POPULAR AP 6164 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1967

Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης)- Μετζάκης Γιώργος POPULAR AP 6164 Λίγα τα δένδρα που ανθούν (Σούστα Λευκογιανή) - Σαν αγαπήσει ο άνθρωπος (Συρτός Καλισκηανός) 1967- 45rpm- 7''
 
Ο Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης- βλέπε και ανάρτηση 31, 141, 208 και 310) από τις Ατσιπάδες Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, λυράρης με δισκογραφικές επιτυχίες, αλλά και πρόεδρος του Συλλόγου Ατσιπαδιανών. Δισκογραφικά έχει δύο LP (long play) δίσκους και αρκετά 45-άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μετζάκη, τον Κώστα Τσακαλάκη, τον Ανδρέα Γαλερό, την Ερμίνα Νικολιδάκη και τον Πέτρο Καρμπαδάκη.
Ο Γιώργος Μετζάκης (βλέπε και ανάρτηση 76, 141, 152, 208 και 310) έχει συνεργαστεί με τους: Ιωσήφ Παναγιωτάκη, Κουκλινό Κανάκη, Μουντάκη Κώστα, Κολιακουδάκη Νίκο, Λατζουράκη Φίλιππο, Σκορδαλό Θανάση, Μελαμπιώτη Μανώλη, Σταγάκη Μανώλη, Καλαϊτζάκη Βασίλη και Παπαδάκη Μάρκο.
Στο σημερινό δισκάκι, το κλασικό δίδυμο Παναγιωτάκη- Μετζάκη, σε δυο εξαιρετικούς σκοπούς να ¨ζωγραφίζουν¨ με λύρα και λαούτο. Προσωπικά είναι το καλύτερο από τα δισκάκια του διδύμου (άργησα να το αποκτήσω και έμεινε απωθημένο).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

375. PANIVAR PA-536 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1972

Σκουλάς Βασίλης- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Σταυρακάκης Γιάννης PANIVAR PA-536 Ζευγάρια στέλνω τα πουλιά - Η περασμένη μου ζωή 1972- 45rpm- 7''
 
«Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης στις 3 Φεβρουαρίου του 1946. Η οικογένεια του έχει μεγάλη παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ο παππούς του, ο Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του και ο πατέρας του Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 7 ετών. Στα 8-9 του χρόνια, είχε μάθει πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως εί­δε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.  Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Στα 16 του χρόνια, κατάφερε να καθιερωθεί, ανάμεσα στους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Έχει παίξει και τραγουδήσει σε μια μεγάλη σειρά, από επιτυχημένες καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εμφανίσεις, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Γερμανία, όπου υπάρχουν Έλληνες και ιδίως Κρητικοί.
Τον πρώτο του δίσκο ηχογράφησε το 1965,ο οποίος περιείχε κοντυλιές με τον Θανάση Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος 33 στροφών το 1969 στην Πάνιβαρ όπου και συνέχισε για τουλάχιστον μια δεκαετία με αρκετές  κασέτες και δίσκους.
Παράλληλα έδινε συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς….»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Βασίλη Σκουλά, τον Γιάννη Ξυλούρη και τον Γιάννη Σταυρακάκη σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Από τα καλύτερα δισκάκια της Κρητικής δισκογραφίας (προσωπική άποψη πάντα) το σημερινό. Ακούγονται εξαιρετικές μαντινάδες και ξεχωρίζει η παρακάτω:
¨Δεντρί που δε σου μέλλεται να φας απ’ τον καρπό του.
μη κοιμηθείς στον ίσκιο του και πάρεις τον καημό του¨
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

374. DECCA 45-PL 8158 ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΚΟΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1967

Δήμου Αλέκος- Σούκας Βασίλης DECCA 45-PL 8158 Παλληκαράκι ήμουνα (Τσάμικος) - Μοιάζεις μ' άστρο της αυγής 1967- 45rpm- 7''
Ο Αλέκος Δήμου γεννήθηκε το 1939 στα Χώστια (Δομβραίνα Βοιωτίας), όπου, από μικρός μαθήτευσε σαν ψάλτης στην βυζαντινή μουσική στον  Ι. Ναό Αγ. Ιωάννου Προδρόμου.  Σαν καλλιτέχνης  διακρίθηκε όχι μόνον σαν εξαιρετικός ερμηνευτής  των Αρβανίτικων και δημοτικών  τραγουδιών αλλά και σαν συνθέτης και στιχουργός. Συνεργάσθηκε με τους μεγαλύτερους οργανοπαίχτες της δημοτικής μας μουσικής στους κύκλους των οποίων έχαιρε μεγάλης εκτίμησης όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές του αρετές αλλά και για το ήθος, την έμφυτη ανθρωπιά του, την καλοσύνη του.
Πολλοί από τους δίσκους του, όπως ο δίσκος  "Έχω δάκρυα στα μάτια", έκαναν ρεκόρ πωλήσεων. Άλλα έργα  του είναι και τα  εξής: "Τραγούδια της λεβεντιάς" (1967), "Χορεύει η ελληνική λεβεντιά" (1968), "Έλα μεσ' στην αγκαλιά μου" (1973), "Μια καρδιά την έχω" (1974), "Κάνεις μπαμ" (1975), "Ντέρτι δεν θα βάλω" (1981), "Σήκω, τραγούδα, χόρευε" (1969),  "Τσελιγκοπούλα" (1976), "Άνθρωποι δεν υπάρχουνε" (1976), "Ρουμελιώτικα" (1977), "Αρβανίτικα" (1977), "Όταν χτυπάει Εσπερινός" (1978), "Ο Ήλιος της Ελλάδος" (1978), "Έλα στην παρέα μου κυρία" (1981), "Αρβανιτιά, γλέντι και παράδοση" (1981), "Χρυσά μου αστέρια" (1983), "Δημοτικά παράπονα" (1983), "Την ιστορία μου θα πω" (1983), "Υπάρχουν βάσανα στη γη" (1987), "Τραγούδια για όλη την Ελλάδα" (1993), «Τα σουξέ» (1995), κ.λπ.
Ο Αλέκος Δήμου έχει τραγουδήσει και όλα τα είδη του δημοτικού, καθώς γνώριζε βυζαντινή μουσική και ήταν μεγάλος τεχνίτης. Τις μεγαλύτερες όμως επιτυχίες του, τις έχει κάνει μαζί με τη γυναίκα του την Έφη Γεωργακοπούλου με την οποία είχε αποκτήσει και δύο παιδιά. Πρόκειται για δύο ονόματα με μεγάλη προσφορά στο δημοτικό τραγούδι και πολλές μεγάλες επιτυχίες, που για πολλά χρόνια ήταν στην κορυφή. Το 1972 με το “Έχω δάκρυα στα μάτια” του Hλία Σούκα “χαλάσανε τον κόσμο”. Τους έμαθε όλη η Ελλάδα, αφού δεν υπήρχε κέντρο δημοτικό και λαϊκό που δεν ακουγόταν δέκα φορές τη βραδιά το σουξέ, το οποίο είναι διάλογος Δήμου-Γεωργακοπούλου.
Ο Αλέκος Δήμου έφυγε από κοντά μας στις 20 Μαΐου του 2015.
Ο Βασίλης Σούκας υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους δεξιοτέχνες μουσικούς της παραδοσιακής μας μουσικής. Γεννήθηκε στο Κομπότι Άρτας το 1931, μέλος της παλιάς οικογένειας Σουκαίων ή “Σαγάνηδων”. Σε ηλικία πέντε ετών, μαθαίνει τα βασικά στο λαούτο και ακολουθεί την οικογενειακή κομπανία. Στα δώδεκα, παίζει σαντούρι, κιθάρα και τσέμπαλο και αρχίζει να μαθαίνει κλαρίνο με δάσκαλο τον Θανάση Νάτσικα.
Στα εικοσιοκτώ του χρόνια έρχεται στην Αθήνα. Αρχίζει να συμμετέχει στην δισκογραφία δημοτικής και λαϊκής μουσικής, εμφανίζεται σε κέντρα διασκέδασης και κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Θα συνεργαστεί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Ross Daly, David Lynch και τον Κυριάκο Σφέτσα, σε δυο έργα του οποίου ήταν ο βασικός ερμηνευτής.
Τελευταία του συναυλία ήταν αυτή στο Μέγαρο Μουσικής το 1993 με τον Ross Daly και τον Μιχάλη Σταυρακάκη, λίγο πριν το θάνατό του.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

373. HIS MASTER'S VOICE A.O. 2938 ΧΑΛΚΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΦΩΤΙΟΣ 1950

Χαλκιάς Αναστάσιος (Χαλκιόπουλος Τάσος)- Χαλκιάς Φώτιος HIS MASTER'S VOICE A.O. 2938 Βασιλαρχόντισσα (Τσάμικο) - Μια ωραία βοσκοπούλα (Συρτό στα τρία) 1950- 78rpm- 10''
«Η Βασιλαρχόντισσα είναι ένα γνωστό, παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι. Αυτό που δεν είναι σε πολλούς γνωστό είναι το ποια είναι η ιστορία του και τελικά ποια είναι η Βασιλαρχόντισσα. Ήταν κόρη του Κουλάκη Αβέρωφ, αδερφού του Εθνικού Ευεργέτη Γ. Αβέρωφ και πρώτη ξαδέρφη του δημάρχου Βλαχλεϊδη.Η Ευδοκία λοιπόν απήχθη τον Ιούλιο του 1884 από τις ληστοσυμμορίες του Βαγγέλη Τόκου και του Θύμιου Γάκη.
Στα 1884, στο Μέτσοβο, ο νεαρός Φλέγκας πέρασε μπροστά στην εκκλησία του χωριού από το «Κουλτούκι», όπου κάθονταν μόνο οι προεστοί, ενώ κατά τη συνήθεια του τόπου έπρεπε, ως παρακατιανός, να λοξοδρομήσει και να μην περάσει μπροστά τους. Επειδή το πέρασμά του αυτό θεωρήθηκε απρέπεια και περιφρόνηση, σηκώθηκε ένας απ΄ αυτούς, ο προύχοντας Ν. Αβέρωφ, ο οποίος τον χαστούκισε.
Ο Φλέγκας μετά τη χειροδικία, είπε στον Αβέρωφ: «Θα μου το πληρώσεις πολύ ακριβά». Φέροντας βαριά την προσβολή, βγήκε στο κλαρί και ενώθηκε με την συμμορία του Θύμιου Γάκη από το Μεσούντα της Άρτας. Για να εκδικηθεί, μαζί με τους ληστές στις 31 Ιουλίου 1884 απήγαγαν, μαζί με μια ξαδέλφη της, τη θυγατέρα του Ν. Αβέρωφ, Ευδοκία (Δούκω) Τζοανοπούλου, η οποία για ταίριασμα του τραγουδιού φέρεται ως Βασιλαρχόντισσα (βασίλισσα και αρχόντισσα). Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος εκτός από τον αρχιληστή Θύμιο Γάκη, δωδεκαμελής συμμορία με τους ληστές Μήτσο Κουρκούτα και Μήτρο Γαλάνη από το Μυρόφυλλο Άρτας.
“Τρεις περδικούλες κάθονταν, ψηλά στην Τσούκα Ρόσια
η μια τηράει τα Γιάννενα κι η άλλη το Ζαγόρι,
Στον Άγιγιώργη, Δούκω μου, στη Γκούρα να μη βγείτε
ακαρτερεί η κλεφτουριά, Δούκω, κυρά Δούκω μου,
Τακοβαγγέλης καρτερεί μαζί κι ο Θυμιογάκης.
Την προδοσιά την έκαμε, Δούκω, κυρά Δούκω μου,
ο Γιώργης Ντάλας σ’ έδωκε, αυτός σε πρόδοσε.
Ήταν μια μέρα πίσημη, μία γιορτή μεγάλη
όλος ο κόσμος στο χορό, όλοι μικροί μεγάλοι,
κι η Δούκω τότες έβγαινε μαζί με τη Λενούσιω,
κατά την Γκούρα τράβηξαν, πέρα κατά τις μπάλτες
κι οι κλέφτες την αγνάντευαν ψηλά από τ’ Αλούνια.
Στάχτη απάνου έρριξαν, αντάρα και ντουμάνια
τη Δούκω τότες άρπαξαν μαζί με τη Λενούσιω”.
Μαζί με τη Δούκω, την μονάκριβη κόρη του άρχοντα Νικολάκη Αβέρωφ, νιόπαντρη με τον Στέργιο Τζωαννόπουλο, αιχμαλώτισαν και τη Λενούσιω του Θοδωρή, όμορφη γυναίκα, κι αυτή νιόπαντρη τότε με τον Γιώργη Καραγιάννη, στην τοποθεσία και με τις συνθήκες που αναφέρει το δημοτικό τραγούδι.
Απ’ την πρώτη μέρα οι κλέφτες με γράμμα τους, που στείλανε στο Νικ. Αβέρωφ ξέκοψαν το παζάρι: “Το βάρος της Δούκως σε χρυσό και το βάρος της Λενούσιως σε ασήμι”.
Χρόνια πολλά ο Στέργιος Βράκας ήταν ο επιστάτης του Αβέρωφ, αφοσιωμένος στο αφεντικό του, και άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του.
Αυτόν διάλεξε ο Κουλάκης για να συγκεντρώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε το ποσό της ξαγοράς. Ξαπόλησε λοιπόν τον Βράκα στα Τρίκαλα, Καρδίτσα και Γιάννινα. Σ’ αυτά τα μέρη είχε μεγάλα τσιφλίκια και δικούς του ανθρώπους, που πρόθυμα θα άνοιγαν το κεμέρι τους να τον βοηθήσουν.
Στις 17 μέρες ο Νικολάκης φόρτωσε το θησαυρό σε μουλάρια και τον συνόδεψαν ως τη Βάλια Κάλντα, όπου ήταν το ληστρικό λημέρι, ο Νικόλας Μήτσιας κι ο Κυριάκος Τέτσιος, μπεσαλήδες άνθρωποι.
“Δεν είναι κρίμα κι άδικο δεν είναι κι αμαρτία,
νάναι η Βασίλω σ’ ερημιά, σε κλέφτικα λημέρια,
να στρώνει μπάτσες στρώματα κι οξυές προσκεφαλάκια.
Τακοβαγγέλης τη ρωτά και τη συχνοξετάζει,
κι ο Θυμιογάκης στο πλευρό σιγά την κουβεντιάζει:
Σήκω, Βασίλω μ’, κι έφεξε, και πάει η πούλια γιόμα,
σήκω να πάρεις τον καφέ τ’ αφράτο παξιμάδι
να σου περάσει ο καϋμός να φύγει η στεναχώρια
κι η ξαγορά μας έρχεται σε μούλα φορτωμένη”
Για την απελευθέρωση των γυναικών οι ληστές -ζήτησαν και πήραν- χρυσάφι όσο το βάρος της Ευδοκίας (84 οκάδες) και ασήμι όσο το βάρος της συγγένισσας.
Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης που το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης Αδάμος και καταγόταν από τη Μεσούντα Άρτας, έζησε για δέκα ακόμα χρόνια ως παράνομος, μέχρι το 1894 που συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δικαστήριο των Ιωαννίνων κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε σε ισόβια δεσμά.
Γλίτωσε τη θανατική ποινή χάρη στην ίδια τη Δούκω, η οποία κατέθεσε πως της είχε φερθεί άψογα κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας της και την προστάτεψε
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό. Σκοτώθηκε το 1919 πολεμώντας τους Τούρκους στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ωρε δεν είναι κρίμα κι άδικο,
Βασιλαρχόντισσα.
Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’ η Βασι-
μωρέ να ειν’ η Βασίλω η Βάσω, σ’ ερημιά;
Ωρε να ειν’ η Βασιλω σ’ ερημιά,
Βασιλαρχόντισσα.
Σε κλέφτικα λημέρια να στρώνει πε-
μωρέ να στρώνει πεύκα η Βάσω, στρώματα.
Ωρε να στρώνει πεύκα στρώματα,
Βασιλαρχοντισσα.
Κι οξιές προσκεφαλάκια κι ο Θύμιος Γα-
μωρέ κι ο Θύμιος Γάκης Βάσω μ’, φώναξε.
Ωρε κι ο Θύμιος Γάκης φώναξε,
Βασιλαρχόντισσα.
Από ψηλή ραχούλα, για σήκω Βα-
μωρέ για σήκω Βάσω απάνω, κι έφεξε.
Η Ευδοκία ή αλλιώς Βασιλαρχόντισσα όπως την θέλει η λαϊκή μούσα, μετά το θάνατό της και με τη διαθήκη της έγινε ευεργέτιδα. Το πιο μεγάλο μέρος της περιουσίας της το κληροδότησε στο Ορφανοτροφείο Γεώργιου Σταύρου, στην αποκατάσταση άπορων κοριτσιών του Μετσόβου αλλά και σε άλλα ιδρύματα που είχαν ανάγκη.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο η υπόθεση είναι των Χαλκιάδων. Την Βασιλαρχόντισσα την τραγουδάει εξαιρετικά ο Φώτης με συνοδεία το κλαρίνο του Τάσου. Εκτός από τον Φώτη Χαλκιά, την έχουν τραγουδήσει επίσης ο Σωτήρης Στασινόπουλος, ο Μήτσος Αραπάκης και ο Κώστας Κίτσος (πρώτη δισκογράφηση του Κίτσου το 1920 σε δίσκο Panhellenion Αμερικής ). Στη δεύτερη πλευρά του δίσκου ένα συρτό στα τρία, κλασικό Ηπειρώτικο. Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

372. ODEON GA 1344 ΚΟΥΦΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1928

Κατσούλης (Κουφιανός) Νικόλαος- Μαυροδημητράκης Σταύρος ODEON GA 1344    Μαλεβιζιώτικος (Κρητικό) - Πηδηχτό Ηρακλειώτικο (Κρητικό) 1928- 78rpm- 10''
 
Ο Νικόλαος Κατσούλης ή, Κουφιανός (βλέπε και ανάρτηση 106), γεννήθηκε το 1877 στο Μουρί, μια γειτονιά του Κουφού Κυδωνίας Χανίων. Μεγαλούργησε με την λύρα του, άφησε εποχή, άφησε μιμητές και μαθητές σε όλη την Κρήτη. Ο Νίκος ο Κατσούλης που από τον τόπο καταγωγής του, ονομάστηκε “Κουφιανός”.
Πολλοί μελετητές και ερευνητές της μουσικής μας παράδοσης τον κατατάσσουν στην υψηλότερη θέση των λυράρηδων που άκμασαν μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. 1928 και ο Νίκος Κατσούλης ή Κουφιανός, ξεκινάει τη δισκογραφική του "περιπέτεια" σε ηλικία 50 χρονών και αφού έχει διαγράψει λαμπρή πορεία στα χανιώτικα δρώμενα. Παράλληλα έχει μεγαλώσει 7 παιδιά, τρία δικά του και τέσσερα της χήρας συζύγου του, άλλα έχασε το γιο του Γρηγόρη στη μικρασιατική εκστρατεία όπου πήγε ως εθελοντής, γι'αυτο και για αρκετά χρόνια δεν έπαιζε.
Ο Χαρίλαος ηχογράφησε δίσκους και εντυπωσίασε, ο Καντέρης έβαλε την λύρα στα “σαλόνια”, ο Καραβίτης και ο Λαγός έδωσαν φρέσκια πνοή στην μουσική της κεντρικής Κρήτης, ο Ροδινός αποθεώθηκε με τον τραγικό του θάνατο, ο Κουφιανός όμως, έβαλε θεμέλια, έσκαψε το χωράφι, το έσπειρε με νότες, τεχνικές, δοξαριές, καινοτομίες.
Αξεπέραστη τεχνική για εκείνη την εποχή. Ο Ροδινός, ξημεροβραδιαζόταν δίπλα του για να τον παρατηρεί στο παίξιμο του. Ο Καραβίτης, ο Μουζουράκης, ο Χαρίλαος, συχνοί θαμώνες στα γλέντια του, αλλά και στα “ιδιωτικά” μαθήματα κατόπιν.
Από ότι καταλαβαίνουμε, ναι, ο Κουφιανός δίδαξε. Δίδαξε την τέχνη του οργάνου, δίδαξε όμως και την γνήσια μουσική έκφραση. Γνώστης, όχι μόνο των τοπικών μουσικών ιδιωμάτων, αλλά ως μανιώδης εραστής της κρητικής μουσικής, ταξίδευε σε όλο το νησί, ερχόταν σε επαφή με καλλιτέχνες άλλων περιοχών, ώστε να μαθαίνει και τα μουσικά είδη όλης της Κρήτης. Αυτός, μαζί με τον Ανδρέα Μαριάνο κυρίως, κράτησαν ανόθευτες τις γνήσιες μελωδίες του αυθεντικού Πεντοζαλιού.
Έπαιξε σε όλο τον νομό Χανίων, αλλά και σε περιοχές της υπόλοιπης Κρήτης. Στην Αθήνα, εμφανιζόταν συχνά, ακόμα και σε συναυλίες, όπως το 1930 και 1932 στο θέατρο Αλάμπρα με τον σαντουριέρη, τον Λουκά Μπέρτο. Το 1938 αντιπροσώπευσε την Κρήτη στο Καλλιμάρμαρο στάδιο Αθηνών, μαζί με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και το χορευτικό συγκρότημα από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου. Φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν ο αγαπημένος λυράρης του Εθνάρχη και συχνά έπαιζε στο σπίτι του και στη λέσχη Φιλελευθέρων. Ο άλλος αγαπημένος μουσικός του Βενιζέλου, ήταν ο Γιώργης Μαριάνος.
Δισκογραφικά, το έργο του Κουφιανού είναι μικρό, δυσανάλογο της καλλιτεχνικής του εμβέλειας. Μην ξεχνάμε όμως τις δυσκολίες εκείνης της εποχής και την πρωτόγονη κατάσταση της δισκογραφίας.
Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες, όπως ο λαγουτιέρης Μπερτομανώλης από τα Πλακάλωνα Κισάμου, ο Ανδρέας και μετέπειτα ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Φραγγέδης από τις Βουκολιές, αλλά και οι σαντουριέρηδες Τσεσμές και Μπέρτος.
Ο Κουφιανός, δεν έκανε απλά διασκευές. Άφησε σαν δώρο στην μουσική μας παράδοση, τον δικό του σκοπό, την δική του δημιουργία: Τον κλασσικό Χαλεπιανό συρτό, μια από τις ωραιότερες μελωδίες.
Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι σήμερα το όνομα του παραπέμπει σε έναν θρύλο. Και στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο Κουφιανός. Ένας θρύλος της λύρας, της κρητικής μουσικής. Ένας άνθρωπος, για τον οποίο θα έπρεπε σήμερα “κάποιοι” να πίνουν νερό στο όνομα του….και ο νοών….
“Ήτανε στα Χανιά ο Νίκος ο Κουφιανός, έπαιζε την ωραιότερη λύρα στην Κρήτη”
Γεώργιος Μαριάνος.
“Δεν ήταν απλά ένας λυράρης, ήταν ένας μουσικολόγος της κρητικής μουσικής”.
Κ.Παπαδάκης “Ναύτης”.
“Έπαιζε σε μια ταβέρνα στα Χανιά και ο μαγαζάτορας είχε βγάλει καρέκλες και στον δρόμο για να χωρέσει ο κόσμος. Ο Καρεκλάς για κανά μήνα δεν έλειπε από εκεί, τον ξεπατίκωνε στα κόλπα”. Γεώργιος Μουζουράκης.
“Και στο όργανο ήτονε άσος και στο τραγούδι του αψεγάδιαστος”.Νικολής Χάρχαλης.
“Θυμάμαι με πολύ νοσταλγία την εποχή της συνεργασίας μας, ήταν ο Κουφιανός ένα πραγματικό στολίδι για την μουσική μας παράδοση”. Γιώργης Κουτσουρέλης
Αυτά και άλλα πολλά έχουν ειπωθεί από τα ιερά τέρατα της μουσικής μας για τον τρανό Κουφιανό.
Λυράρης, καλλιτέχνης, τραγουδιστής υψηλού επιπέδου για εκείνα τα χρόνια της παρουσίας του. Ο θρυλικός Κουφιανός έφυγε από την ζωή το 1947.
Στο λαούτο, σύμφωνα με την έρευνα του βιβλίου ¨Μίλιε μου Κρήτη απ΄τα παλιά¨ είναι ο Σταύρος Μαυροδημητράκης για τον οποίο έχουμε κάνει αναφορά σε παλαιότερες  αναρτήσεις.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).