Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

369. LIBERTY L-171 ΜΗΤΤΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 195X (Ηχογράφηση 1953)

Μηττάκη Γεωργία- Ανεστόπουλος Γιώργος LIBERTY L-171 Την αγάπη μου την κλέψανε (Συρτός) - Η Παναγιώτα (Τσάμικο) 195X (Ηχογράφηση 1953)- 78rpm- 10''
 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο το κλασικό δίδυμο του δημοτικού τραγουδιού Μηττάκη- Ανεστόπουλος, σε δυο τραγούδια που ηχογραφήθηκαν (και κυκλοφόρησαν σε Odeon GA-7788) στην Ελλάδα, αλλά κυκλοφόρησε και στην Αμερική, πιθανότατα στα τέλη της δεκαετίας του 50. Απίστευτο το παίξιμο του Ανεστόπουλου, σε δυο σκοπούς με την βοήθεια της ορχήστρας στου Σπύρου Περιστέρη. Αναφορά και στους δυο καλλιτέχνες έχει γίνει σε παλαιότερες αναρτήσεις.  
«Η Γεωργία Μηττάκη γεννήθηκε το 1911 στον Αυλώνα Αττικής, στη περιοχή Λιεμούσι. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Κουρουμπέτση και της Όλγας Φίστη. Τους πρώτους σκοπούς, τους τραγούδησε μικρό κορίτσι στις πλαγιές της Βένιζας και του Άι-Γιώργη, όπου εργαζόταν σαν όλα τα παιδιά της εποχής, για να βοηθήσει την οικογένειά της. Μεγάλη επιρροή άσκησε επάνω της ο Γεώργιος Σαμπάνης (Λεμπέσης) ένας καλλιεργημένος άνθρωπος της εποχής, απόφοιτος του Σχολαρχείου και καλλίφωνος ψάλτης στο Ναό του Αγίου Δημητρίου που της δίδαξε και βασικά πράγματα πάνω στο δημοτικό τραγούδι και την βυζαντινή μουσική, τον οποίο η Μηττάκη, θυμόταν και τιμούσε πάντοτε όταν επέστρεφε στον Αυλώνα.
Το 1929 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα στη συνοικία Ψυρρή, το 1934 παντρεύεται τον Γεώργιο Μηττάκη, από την Κρήτη, παίρνει το επίθετό του και αρχίζει την λαμπρή καριέρα της σαν τραγουδίστρια που κράτησε για 30 ολόκληρα χρόνια. Σαν χαρακτήρας ήταν ανοιχτόκαρδη, εύθυμος άνθρωπος που της άρεσε η διασκέδαση, η καλή παρέα, ισχυρά δεμένη με την οικογένεια και τους συγγενείς της, δυναμική και πεισματάρα, παίρνοντας τη ζωή της στα χέρια της, προσόν σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. 
Τραγούδησε και μεσουράνησε για παρά πολλά χρόνια σε κέντρα παραδοσιακής μουσικής στην Αθήνα και κυρίως στο ιστορικό πλέον κέντρο παραδοσιακής μουσικής ''Ο ΕΛΑΤΟΣ'' που βρίσκεται στην Αθήνα, πλατεία Λαυρίου, κάτω από την Ομόνοια, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων τραγουδιστών και οργανοπαικτών όπως ο Νίκος Καρακώστας, ο Κώστας Γιαούζος, ο Γιώργος Ανεστόπουλος, ο Γιάννης Κούπας κ.ά. 
O ιδιοκτήτης του ΕΛΑΤΟΥ, κος Κώστας Κούρτης, το 1994, σε συνέντευξή του στο περιοδικό ''πάλκο'' και σε ερώτηση του δημοσιογράφου του περιοδικού, ''ποιούς καλλιτέχνες από αυτούς που τραγούδησαν στο παραπάνω μαγαζί συμπαθούσατε περισσότερο'' ανέφερε: «Ιδιαίτερα συμπαθούσα την Γεωργία Μηττάκη, που την θεωρώ τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια του είδους. Ήταν μεγάλη καλλιτέχνης και υπέροχος άνθρωπο». Η Γεωργία τραγούδησε κυρίως δημοτικά τραγούδια αλλά έκανε ένα ''πέρασμα'' κι από Σμυρναίϊκα και Ρεμπέτικα τραγούδια των συνθετών Σπύρου Περιστέρη, Στέλιου Παντελίδη, Κώστα Σκαρβέλη, Παναγιώτη Τούντα και άλλων συνθετών της δεκαετίας του 1930. 
Χαρακτηριστικό είναι ότι τραγούδησε το πρώτο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Σ’ ένα τεκέ μπουκάρανε». Στο τραγούδι αυτό ο Τσιτσάνης αφιερώνει στην Γεωργία Μηττάκη ένα στίχο, που η ίδια τραγουδάει: ''...και η Γεωργία η τρανή με κέφι και μεράκι, σαμπαχαδάκι έλεγε με φίνο μπουζουκάκι...'' ενώ παρακάτω στο ίδιο τραγούδι, ο Τσιτσάνης της φωνάζει: ''γειά σου Γεωργία μερακλού!!''. Το τραγούδι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των τεράστιων δυνατοτήτων της φωνής της Μηττάκη, το μπρος-πίσω της φωνής της, σα να την στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Το είδος τραγουδιού στο οποίο διακρίθηκε ήταν το δημοτικό της Στερεάς Ελλάδας, το οποίο και λάτρευε αφού ήταν συνδεδεμένο με τον Αυλώνα, τον τόπο καταγωγής της. Μεγάλη της επιτυχία ήταν το καλαματιανό "Μου παρήγγειλε το αηδόνι'', το ηρωικό ''γριά Τζαβέλαινα'' κ.α. που έχουν κάνει το γύρο της Ελλάδας.
Στην αρχή της δεκαετίας του 50 πραγματοποιεί ταξίδι στην Αίγυπτο και στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές του 1960 πραγματοποιεί δύο ταξίδια στην Αμερική, όπου και αποθεώνεται από τους Έλληνες ομογενείς.  Την ίδια επίσης περίοδο πραγματοποιεί μερικές ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις επίσης στην Αμερική. Στον Αυλώνα είχε τραγουδήσει στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδας στο κέντρο ''Ο Κουλουφάκος'' που ανήκε στον Γιώργο Πατσουλέ. Οι παλιότεροι Αυλωνίτες, σύγχρονοί της, την αποθέωναν με την φράση "γειά σου Γούλια!!!''. Το 1965 κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις πριν αποσυρθεί για λόγους υγείας. 
Η Γεωργία Μηττάκη άφησε την τελευταία της πνοή στο πατρικό της που σώζεται ακόμη, στον Αυλώνα στις 28 Φεβρουαρίου 1977.
Ο Γιώργος Ανεστόπουλος γεννήθηκε στην Αρκίτσα Φθιώτιδας το 1904. Ήταν ο πρώτος κλαριντζής της περιοχής. Πριν παίξει κλαρίνο έπαιζε φλογέρα. Αυτοδίδακτος στο κλαρίνο. Λίγα πράγματα έμαθε από άλλους. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε αρχίσει να μαθαίνει την τέχνη του. Άρχισε από τους γάμους και τα πανηγύρια και γρήγορα έγινε γνωστός και σε άλλα διαμερίσματα της χώρας. Συνόδευσε εκατοντάδες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες δημοτικών τραγουδιών. Όλοι τους τον προτιμούσαν γιατί προσαρμοζόταν εύκολα στη φωνή του ερμηνευτή. Ήταν συνεπής στη δουλειά του. Αναμφίβολα μαζί με τον Νίκο Καρακώστα ήταν στην πρώτη γραμμή της παλιάς γενιάς. Είχε εντελώς δικό του τρόπο παιξίματος. Διασκέδασε για πολλές δεκαετίες τους φίλους του δημοτικού τραγουδιού με το γλυκό παίξιμό του. Πέθανε το 1979.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

368. PARLOPHON B.21647 ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ- ΕΣΚΕΝΑΖΗ ΡΟΖΑ 1932

Περπινιάδης Στέλιος (Στελλάκης)- Εσκενάζη (Εσκενάζυ- Εσκινάζι- Σκινάζι- Τουρκατζού- Ζαρντινίδη) Ρόζα (Ροζίτα- Σάρα- Ροζαλία) PARLOPHON B.21647 Το Προσφυγάκι - Μεγαρίτισσα (Μπάλος) 1932- 78rpm- 10''
 
«Ο Στελλάκης (Στέλιος) Περπινιάδης γεννήθηκε στην Τήνο στις 14 του Μάη 1899 και έφυγε από τη ζωή στις 4 του Σεπτέμβρη 1977.  Ο πατέρας του ήταν Τηνιακός και η μάνα του από τη Χίο. Το όνομά του το πήρε μετά από τάμα των γονιών του στον άγιο. Ήταν το ενδέκατο παιδί που γέννησε η μάνα του και το μοναδικό που επέζησε μετά από οχτώ συνεχόμενους θανάτους γεννημένων παιδιών της οικογένειας.
Ο παππούς του, πατέρας της μάνας του, ήταν αγρότης, ιδιαίτερα καλλίφωνος και ψάλτης στην εκκλησία στα Μεστά Χίου.
Σε βρεφική ηλικία, είχε δεν είχε συμπληρώσει ο Στελλάκης ένα χρόνο ζωής, η οικογένειά του μεταναστεύει προς αναζήτηση καλύτερης τύχης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου ανθούσε τότε η ελληνική παροικία. Εκεί θα μείνει μέχρι το 1906. Ο πατέρας του ανοίγει  μπαρ αλλά οι δουλειές δεν πάνε καλά. Έτσι η οικογένεια εγκαταλείπει την Αλεξάνδρεια και φτάνει στην Κωνσταντινούπολη.
Στην Πόλη η κατάσταση για την οικογένεια ομαλοποιείται. Ο Στελλάκης θα βγάλει έξι τάξεις από τις οχτώ που είχε τότε το σχολείο, όμως όχι χωρίς προβλήματα. Για να βοηθήσει την οικογένεια δουλεύει  δίπλα στον πατέρα του πουλώντας ψωμί από σπίτι σε σπίτι. Το μεροκάματο ξεκινούσε από τα χαράματα και τελείωνε στις εννιά. Ο Στελλάκης φτάνει κάθε μέρα στο σχολείο έχοντας χάσει την πρώτη ώρα και έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρότητα του δασκάλου του που συχνά τον δέρνει μπροστά στους συμμαθητές του.
Από παιδί του αρέσει η εκκλησία. Πηγαίνει τακτικά και στέκεται δίπλα στους ψάλτες όπου δειλά δειλά αρχίζει να δοκιμάζει τη φωνή του. Δίπλα σε φημισμένους ψάλτες της εποχής εκείνης παίρνει τα πρώτα μαθήματα βυζαντινής μουσικής.
Το 1919 με την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη ο Στελλάκης επιστρατεύεται και στέλνεται στο μέτωπο. Λόγω μιας πάθησης που παρουσιάζεται στα μάτια του μετά από κάποιες εξαντλητικές πορείες, κρίνεται από επιτροπή ως βοηθητικός και παραμένει στη Σμύρνη μέχρι την καταστροφή. Εκεί έρχεται σε επαφή με το ρεμπέτικο. Συχνάζει στις μπυραρίες της πόλης όπου εμφανίζονται πρωτοπόροι του είδους, όπως ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Νούρος. Ο Στελλάκης εντυπωσιάζεται από τον τρόπο που ο σπουδαίος Νούρος ερμηνεύει βυζαντινούς αμανέδες, που του θυμίζουν τα παιδικά του χρόνια όταν έψελνε στο νησί.
Μετά την καταστροφή καταφεύγει πρόσφυγας στη Χίο κι από εκεί φτάνει στον Πειραιά. Παλεύοντας να επιβιώσει ανάμεσα σε χιλιάδες πρόσφυγες που κατακλύζουν τις περιοχές πέριξ του μεγάλου λιμανιού, πιάνει ένα σπιτάκι στην Κρεμμυδαρού, όπως ονομαζόταν τότε η Δραπετσώνα, στον Άγιο Διονύση, και δουλεύει σε χρωματοπωλείο. Η αγαπημένη του ενασχόληση να ψέλνει συνεχίζεται, αυτή τη φορά στην Αγία Ζώνη.
Το 1925 γνωρίζεται με τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του σαντουριού Μανώλη Μαργαρώνη (πατέρα της επίσης σπουδαίας πιανίστα Ευαγγελίας Μαργαρώνη, συνεργάτιδας επί σειρά ετών του Βασίλη Τσιτσάνη) που εντυπωσιάζεται από τη φωνή του και τον προτρέπει ν’ αγοράσει κιθάρα και να τον ακολουθήσει επαγγελματικά. Δουλεύει σε κέντρα τραγουδώντας και παίζοντας κιθάρα, δίπλα στο Μαργαρώνη και άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής. Η ζωή του Στελλάκη αρχίζει ν’ αλλάζει με θεαματικούς ρυθμούς.
Μέσα στην ίδια χρονιά, το 1929, ο Στελλάκης θα γνωρίσει δυο μυθικά ονόματα – τεράστιες αξίες του ρεμπέτικου, τον μουσικοσυνθέτη (και στιχουργό) Παναγιώτη Τούντα και τον Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιός) σπουδαίο δεξιοτέχνη του βιολιού και δημιουργό πολλών τραγουδιών. Ακούγοντάς τον ο Τούντας ενθουσιάζεται από το εύρος και τη μουσικότητα της φωνής του και του γράφει τα πρώτα του δυο τραγούδια. «Το κουκλί της Κοκκινιάς» και «Στον Ποδονίφτη μια όμορφη μικρούλα», ηχογραφούνται στο αθηναϊκό ξενοδοχείο «Τουρίστ»  συνοδεία λαϊκής ορχήστρας που αποτελούν ο Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός)  βιολί, ο Δημήτρης Αραπάκης τσέμπαλο και ο Δημήτρης Κυριακίδης κιθάρα.
Την ίδια χρονιά ο Στελλάκης εντάσσεται στη δισκογραφική εταιρεία «Κολούμπια», που έχει για μαέστρο τον Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιός) και αρχίζει να συνεργάζεται πιο στενά με τον ίδιο και με τον Τούντα, ερμηνεύοντας τραγούδια και άλλων μεγάλων δημιουργών, όπως ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Γιοβάν Τσαούς, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Κώστας Καρίπης κ.ά.
Εκείνη την εποχή το μπουζούκι δεν έχει κάνει την εμφάνισή του στη δισκογραφία  και στο τραγούδι πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν το βιολί και το σαντούρι, ενώ ψηλά στην προτίμηση του κόσμου βρίσκονται οι αμανέδες. Σπουδαίοι τραγουδιστές εκείνης της περιόδου ο Κώστας Νούρος, ο Αντώνης Νταλγκάς (πραγματικό επώνυμο Διαμαντίδης), ο Κώστας Ρούκουνας, η Ρόζα Εσκενάζι, η Ρίτα Αμπατζή, ο Καρίπης κ.ά.
Το 1930 γνωρίζεται με τον σπουδαίο ερμηνευτή του ρεμπέτικου Γιώργο Κάβουρα που ακόμα εμφανίζεται στη δισκογραφία και στα μαγαζιά ως οργανοπαίχτης και όχι ως τραγουδιστής, με τον οποίο συνεργάζονται σε κέντρο που διατηρεί ο ίδιος ο Στελλάκης στην Κοκκινιά.
Ο Στελλάκης τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τον Γιοβάν Τσαούς του οποίου ηχογραφεί μεταξύ άλλων τις επιτυχίες (με στίχους του Στελάκη): «Μέρα και νύχτα περπατώ», «Ελένη η ζωντοχήρα» και άλλα τραγούδια.
Το αστέρι του Στελλάκη μεσουρανεί στην «Κολούμπια». Με την τραγουδιστική αξία του, τις γνώσεις και την προσωπικότητά του αποχτά λόγο και δύναμη και φυσικά το δικαίωμα της επιλογής. Ηχογραφεί συνεχώς τραγούδια, όλα κατόπιν δικής του έγκρισης, χωρίς να διστάσει να κάνει δεύτερη φωνή σε τραγουδιστές μικρότερης εμβέλειας, γεγονός που αναμφισβήτητα «μιλάει» για τον χαρακτήρα του και την προσωπικότητα του. Δεν υπάρχει συνθέτης που να μην τον θέλει για αποκλειστικό τραγουδιστή του. Όμως ο Στελλάκης είναι αυτός που επιλέγει.
Γίνεται ο κύριος ερμηνευτής των τραγουδιών του Βαγγέλη Παπάζογλου, για τον οποίο θα μιλάει μέχρι το τέλος της ζωής του με απεριόριστο θαυμασμό και εκτίμηση.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου εκτός από ένας βαθύτατα ευαίσθητος και εμπνευσμένος δημιουργός, υπήρξε άνθρωπος με αρχές που τις υπηρέτησε πιστά και τις υπερασπίστηκε ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Στο απόγειο της επιτυχίας του προτίμησε να σταματήσει να ηχογραφεί τραγούδια, παρά να διαπραγματευτεί το περιεχόμενό τους με τους λογοκριτές της φασιστικής δικτατορίας του Μεταξά. Ο ίδιος αργότερα, στην Κατοχή, όταν ο λαός της Αθήνας και άλλων πόλεων θερίζεται από την πείνα, κόντρα σε κάθε «λογική» αρνείται να παίζει «για τους φχαριστημένους και τους μαυραγορίτες», όπως έλεγε και γίνεται παλιατζής.
Στελλάκης και Παπάζογλου συνεργάζονται στενά και σύμφωνα με τον πρώτο, μόνο όταν κάποιο τραγούδι δεν «του πήγαινε», με τη σύμφωνη γνώμη και των δυο δινόταν σε άλλον τραγουδιστή να το πει. Ηχογραφούν μαζί μεγάλες επιτυχίες όπως «Η μπαμπέσα», «Αργιλές» («Αργιλέ μου παινεμένε»), «Ζουρλοπαινεμένης γέννα», «Η φωνή του ναργιλέ» («Πέντε χρόνια δικασμένος»), «Οι λαχανάδες» («Κάτω στα λεμονάδικα»), «Νικοκλάκιας», «Βάλε με στην αγκαλιά σου» και άλλα. Ο «Αργιλές» είναι το αγαπημένο τραγούδι του Στελλάκη από τη συνεργασία του με τον Βαγγέλη Παπάζογλου:
«Μίλα και συ καλάμι μου, δερβίση μου κι αλάνι μου
τι θα γενεί το χάλι μου, πες μου κι εσύ καλάμι μου,
καλέ μου…»
Το 1936 θα λάβουν χώρα δυο σημαντικά ιστορικά γεγονότα που θα σημαδέψουν την πορεία του Στελλάκη Περπινιάδη: Ο θάνατος του Ελευθερίου Βενιζέλου και η εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας. Στις 18 του Μάρτη πεθαίνει ο Βενιζέλος βυθίζοντας σε θλίψη τους πολυάριθμους ψηφοφόρους-οπαδούς του. Το γεγονός εμπνέει δημιουργούς του ρεμπέτικου να γράψουν τραγούδια. Ο Στελλάκης ερμηνεύει το τραγούδι «Τον Βενιζέλο χάσαμε» σε μουσική Σταύρου Παντελίδη και στίχους Κώστα Καρίπη, καθώς και τη σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα «Ο καημός της κυρα Κώσταινας» που σύμφωνα με τον μελετητή του ρεμπέτικου Παναγιώτη Κουνάδη, πρόκειται για «αλληγορικό τραγούδι, στο οποίο η κυρα-Κώσταινα συμβολίζει την Ελλάδα» που γράφτηκε «με αφορμή τον θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου (…)προσαρμόζοντας στίχους πάνω στη μελωδία της “Πασαλιμανιώτισσας”».
Την ίδια χρονιά ο Στελλάκης ερμηνεύει τη θρυλική «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα, ένα σατιρικό τραγούδι που θα διωχτεί και απαγορευτεί λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του από τη φασιστική δικτατορία του Μεταξά, που από τις 4 του Αυγούστου απλώνει τις βαριές αλυσίδες της πάνω από τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του λαού μας. Το τραγούδι περιγράφει τον «έκλυτο» νυχτερινό βίο μιας κυρίας της «υψηλής» τάξης, προκαλεί πάταγο στη συντηρητική κοινωνία της εποχής και γνωρίζει εκτός των άλλων τεράστια εμπορική επιτυχία, πουλώντας δεκάδες χιλιάδες δίσκους. Οι αριστοτεχνικά δομημένοι με σεξουαλικά υπονοούμενα στίχοι του «διεγείρουν» τα όργανα του φασιστικού καθεστώτος που εξαπολύουν πογκρόμ σε σπίτια και μαγαζιά κατάσχοντας και καταστρέφοντας χιλιάδες αντίτυπα και μοιράζοντας παντού πρόστιμα. Ο Τούντας ως δημιουργός του τραγουδιού αλλά και υπεύθυνος ηχογραφήσεων της «Κολούμπια», σέρνεται σε δίκη που μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κόσμου και συρρέει στο δικαστήριο. Από τους βασικούς μάρτυρες στη δίκη ο Στελλάκης Περπινιάδης, καταθέτει κατόπιν συνεννόησης με την υπεράσπιση του Τούντα  ότι ήταν υποχρεωμένος βάσει συμβολαίου να ερμηνεύσει το τραγούδι, καθώς και ότι δεν το θεωρεί άσεμνο αλλά απλά προκλητικό.
Ο ίδιος δεν συμφωνεί με τις φήμες ότι το τραγούδι απαγορεύτηκε επειδή δήθεν αναφερόταν στην κόρη του φασίστα δικτάτορα Μεταξά,  Λουκία (Λουλού) Μεταξά – Μαντζούφα, διαβόητη επικεφαλής του γυναικείου τμήματος της «Εθνική Οργανώσεως Νεολαίας» – ΕΟΝ. Η «Βαρβάρα» απαγορεύεται, ο Τούντας καταδικάζεται με βαρύ χρηματικό πρόστιμο και θεσπίζεται επιτροπή λογοκρισίας που θα γίνει ορκισμένος εχθρός του ρεμπέτικου κι οτιδήποτε θυμίζει Σμύρνη και γενικότερα ανατολή.
Την περίοδο πριν το πόλεμο ο Στελλάκης γνωρίζεται και συνεργάζεται σε πολλά τραγούδια (ως πρώτη ή δεύτερη φωνή) με τους συνθέτες που δίνουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή στο μπουζούκι: Βασίλης Τσιτσάνης, Στέλιος Χρυσίνης, Δημήτρης Γκόγκος – Μπαγιαντέρας, Σπύρος Περιστέρης, Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μάρκος Βαμβακάρης και αργότερα οι Γιώργος Μητσάκης, Μανώλης Χιώτης κ.ά.
Κάνει ντουέτα με μεγάλες ερμηνεύτριες όπως η Ιωάννα Γεωργακοπούλου και η Μαρίκα Νίνου και ερμηνευτές όπως ο Γιώργος Κάβουρας, ο Δημήτρης Περδικόπουλος, κ.ά.  Κάνει δεύτερη φωνή στη «Νόστιμη μαυροματού» δίπλα στο Μάρκο Βαμβακάρη αλλά και σε τραγούδια που ερμηνεύει ντουέτο με τον σπουδαίο ερμηνευτή Στράτο Παγιουμτζή. Σ’ ένα χώρο όπου ανθεί η ματαιοδοξία και περισσεύουν οι ανταγωνισμοί, ο τεράστιος Στελλάκης δεν «τσιγκουνεύεται» ν’ αναγνωρίσει την τεράστια αξία του Στράτου Παγιουμτζή, τον οποίο αποκαλεί «μεγαλύτερη φωνή που έχει βγει ποτέ», λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές με αηδόνια».
Ανάμεσα στις πολλές εκτελέσεις τραγουδιών άλλων συνθετών, ο Στελλάκης έβρισκε το χρόνο να δημιουργεί δικά του τραγούδια, γράφοντας κυρίως στίχους αλλά και μουσική. Τους περισσότερους στίχους όπως έχει πει ο ίδιος τους έδινε σε συνθέτες φίλους ή συνεργάτες του. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια που ο ίδιος εμφανίζεται ως συνθέτης είναι η «Γάτα» σε στίχους Νίκου Μάθεση που αναφέρεται σε μια εντυπωσιακή γυναικεία  κατάκτηση του δεύτερου. Χαρακτηριστικό του τραγουδιού που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην εποχή του και συγκαταλέγεται στα κλασικά του είδους, η μίμηση της γάτας στην εισαγωγή από τον Στέλιο Χρυσίνη. Άλλα τραγούδια με συνθέτη ή στιχουργό τον Στελλάκη Περπινιάδη είναι το μπροστά από την εποχή του «Ψευτοφιλία», το ριζοσπαστικό για τότε,  για τις θέσεις που εκφράζει για τους μάγκες και τη μαγκιά «Μάγκες μου συμμορφωθείτε», τα «Δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι» και «Μια κόρη στην ακρογιαλιά», το πασίγνωστο «νησιώτικο» «Μάτια σαν και τα δικά σου», η «Καλυβιώτισσα» και άλλα.
Ο Στελλάκης Περπινιάδης εκτός από σπουδαίος ερμηνευτής του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, και οργανοπαίχτης, υπήρξε ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης μεγάλου διαμετρήματος, που γνώρισε καθολική αποδοχή. Οι γνώσεις του για τη βυζαντινή μουσική και το ρεμπέτικο, η συγκροτημένη προσωπικότητά του με θέση και άποψη για την Τέχνη του, και ο χαρακτήρας του, εκτός από το να διανύσει μια πορεία άξια θαυμασμού, τον έκαναν έναν άνθρωπο ιδιαίτερα αξιόλογο και σημαντικό, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στα μουσικά πράγματα, κατακτώντας πανάξια τη δική του χρυσή σελίδα στο βιβλίο του λαϊκού μας πολιτισμού.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο (Parlophone του 1932), Στελλάκης Περπινιάδης με το ¨Προσφυγάκι¨ στην πρώτη πλευρά και η Ρόζα Εσκενάζη με την ¨Μεγαρίτισσα¨ στην δεύτερη. Για την Ρόζα Εσκενάζη έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερες αναρτήσεις (201, 305) οπότε το βάρος έπεσε στον Περπινιάδη.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

367. COLUMBIA SCDG 2667 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1960 (Ηχογράφηση 1959)

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) COLUMBIA SCDG 2667 Να μη με κλάψεις σαν χαθώ (Νέος Συρτός Σπηλιανός) - Όνειρα πλέκω μυστικά (Νέος Συρτός Αϊβασιλιώτικος) 1960 (Ηχογράφηση 1959) - 45rpm- 7''
«Όταν ο Θανάσης Σκορδαλός έβρισκε κάποιο στίχο που του άρεσε καθόταν με τις ώρες και τον «έψαχνε». Τραγουδούσε πολλές φορές τη μαντινάδα μέχρι να πετύχει την κλίμακα που ήθελε αλλά και να βρει τον τρόπο που θα την έπαιζε. Σαν έδινε χρώμα και ύφος κι έβρισκε τις λεπτομέρειες που τον απασχολούσαν, καλούσε τον αχώριστο φίλο και συνεργάτη, τον Γιάννη Μαρκογιάννη κι άρχιζαν τις πρόβες με τη λύρα και το λαούτο. Όταν πήγαιναν για ηχογράφηση στο στούντιο το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό και συνάμα όλη η διαδικασία σύντομη και εύκολη...Στις ζωντανές του εμφανίσεις ο Σκορδαλός έδειχνε ότι τον αδικούσαν οι απρόσωπες και ψυχρές στουντιακές ηχογραφήσεις.
Το ύφος του είναι αρρενωπό και συνυπάρχουν αρμονικά η ρομαντική νότα με το δραματικό στοιχείο και το ασίγαστο πάθος. Ο επιστήθιος φίλος του και υπέροχος τραγουδιστής της περίφημης μελαμπιανής σχολής, Γιώργης Τρουλινός , λέει ότι «…ο πλούσιος συναισθηματικός του κόσμος, η ψυχή του, βγαίνει στο έργο του. Όταν τον καταλάμβανε ο οίστρος και το μεράκι του παιξίματος μετουσίωνε συναισθήματα και συγκινήσεις σε μουσικές συνθέσεις. Στα γλέντια όταν είχε μερακλώσει ήταν σοβαρός και χλωμός. Αφοσιωνόταν στο γλέντι προσφέροντας μοναδικές στιγμές. Κάθε φορά σε προκαλούσε και σε συνέπαιρνε.
Κάθε νέα δημιουργία συναρπάζει κι αιχμαλωτίζει το νου και την καρδιά. Σκορπούσε συγκινήσεις με την μελωδικότητα, τον ξεκάθαρο κι αυστηρό χρόνο, αυτόν τον εκπληκτικό ρυθμό που τον χαρακτήριζε και τις απαράμιλλες τεχνικές. Ήταν γνήσιος ερμηνευτής, επαναστάτης, όπως ήταν και στις τεχνικές που είχε αναπτύξει στη λύρα. Είχε τέσσερα προτερήματα: Άριστος λυράρης, τραγουδιστής, συνθέτης και εκπληκτικό ένστικτο επιλογής στίχου.
Η εξηνταπεντάχρονη πορεία του δείχνει και την εξέλιξη της κρητικής μουσικής, την οποία υπέγραψε ανεξίτηλα. Πλούτιζε την μουσική του λειτουργώντας αφαιρετικά, με λιτότητα , αλλά προσέχοντας τα πάντα.
Οι νότες , οι παύσεις, τα δάχτυλα του δεξιού χεριού που έπεφταν στις χορδές με ένα ιδιαίτερο τρόπο, ο ρυθμός, το μέτρο , η μελωδία, η χρήση του δοξαριού, ο τρόπος που κρατούσε όρθια τη λύρα, η στάση του σώματος για να μπορεί να εκμεταλλεύεται γεμίσματα ή να καλύβει κενά αφήνοντας ελεύθερο το δεξί χέρι, ήταν όλα μελετημένα».
Στο σημερινό δισκάκι το δίδυμο Σκορδαλός- Μαρκογιάννης. Συστάσεις δεν χρειάζονται, άκου δυνατά και σώπα.
Για την ιστορία, τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν το 1959 σε γραμμοφωνικoύς δίσκους της Columbia με κωδικό D.G.7542. Εκεί αναγράφετε και σωστά ο τίτλος του ¨Όνειρα πλέκω μυστικά¨ που είναι Νέος συρτός Αϊβασιλιώτικος και όχι Αϊβαλιώτικος, όπως το έγραψαν στο 45άρι το 1960 που επανακυκλοφόρησε.
Στο φάκελο θα βρείτε και τρεις φωτογραφίες του Σκορδαλού σε νεαρή ηλικία με υδατογράφημα το ιστολόγιο που τις πρωτοδημοσίευσε.    
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 


Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

366. SIMONETTA S-263 ΜΠΑΓΙΑΡΤΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΟΡΦΑΝΟΣ ΝΙΚΟΣ 1972

Μπαγιαρτάκης Γιώργος- Ορφανός Νίκος SIMONETTA S-263 Η Μαριγώ η χήρα (Πεντοζάλι) - Για μια αγάπη κλαίω (Καλαματιανό) 1972- 45rpm- 7''
Με τέσσερα σαρανταπεντάρια και ένα LP στο ενεργητικό του ο Γιώργος Μπαγιαρτάκης (βλέπε και ανάρτηση 83). Στο λαούτο και στο τραγούδι. Ξεκινά δισκογραφικά το 1969 μέχρι και το 1981 που κυκλοφορεί το LP στην Panivar. Συνεργάστηκε δισκογραφικά με τους Παπαδάκη Ακύλα, Αλεξάκη Δαγκλή, Μαυράκη Μανώλη και Ορφανό Νίκο. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω.
Στο σημερινό δισκάκι, μαζί με τον Μπαγιαρτάκη ο Νίκος Ορφανός που παίζει λύρα, στη μοναδική του δισκογραφική προσπάθεια. Φωτογραφικό υλικό και βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν υπάρχουν.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

365. BENTETTA BE-111 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1967

Καλομοίρης Γεώργιος (Γιωργαντός)- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Παπουτσάκης Γεώργιος BENTETTA BE-111 Νέος συρτός Σελιανός - Κονδυλιές Μεραμπελιώτικες 1967- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιώργαντος) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του; έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.
Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει στη "θεά Λύρα", αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.
Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα αξεγόραστο και απλό στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής, δίπλα στην ώρες ώρες φουσκοθάλασσα του Κρητικού πελάγους και άλλες στιγμές, στην απαστράπτουσα από φως και ηρεμία, απέραντη θάλασσα του Μεγάλου Κάστρου, δίπλα στα κάστρα της αρμύρας και του φωτός, τραγουδώντας τους καημούς και τις λαχτάρες ετο "Ζορμπάς".
  Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες μεταξύ άλλων και οι: Φασουλάς Ζάχαρης, Κουμιώτης Γιώργης, Τσαγκαράκης Δημήτρης, Νίκος Μανιάς, Μαρκογιαννάκης Γιάννης, Ξυλούρης Γιάννης, Λαρετζάκης Μανώλης, Χαριτάκης Λάμπρος, Κουμιώτης Μανώλης, Ξυλούρης Βασίλης.
Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Εγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968 γύρω στους 50.
Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί…..»
Γιώργαντος (περισσότερα βιογραφικά σε παλαιότερες αναρτήσεις), στο σημερινό δισκάκι με συνοδεία στα λαούτα τον Μαρκογιάννη και τον Παπουτσάκη Γιώργο (βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να συλλέξω, μόνο φωτογραφίες αλλά με κιθάρα, οπότε κρατάω επιφύλαξη αν είναι ο Παπουτσάκης του δίσκου).
Με κάθε επιφύλαξη (όπως με ενημερώνει ο Νάσος Λουκάκης), στις ¨Μεραμπελιώτικες κονδυλιές¨, μαζί με τον Καλομοίρη τραγουδάει ο Θανάσης Σταυρακάκης (Μερτζάνης) ξάδελφος του Ψαρονίκου. Επίσης να ευχαριστήσω τον Ιδομενέα από Ρέθυμνο για τις δεύτερες ετικέτες (στο άσπρο φόντο).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

364. COLUMBIA E-5283 ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ ΜΑΡΙΚΑ 1923

Παπαγκίκα Μαρίκα- Ζούμπας Αλέξης (βιολί)- Παπαγκίκας (Gus) Κώστας (σαντούρι)- Σιφνιός Μάρκος (τσέλο) COLUMBIA E-5283 Chanakale Canto - Sinanai Canto 1923- 78rpm- 12''
 
 «Η Μαρίκα Παπαγκίκα (βλέπε και ανάρτηση 118 και 278) γεννήθηκε στην Κω την 1η Σεπτέμβρη του 1890. Λέγεται πως στις αρχές του αιώνα πρέπει έζησε με την οικογένειά της στη Σμύρνη. Το 1913-14 βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια με τον Μαρτιναίο τσιμπαλίστα Κώστα Παπαγκίκα, και την επόμενη χρονιά, παντρεμένη μαζί του στην Αμερική. Αρχικά στο Σικάγο και στη συνέχεια στην Νέα Υόρκη.
Δραστήρια και αηδονόλαλη όπως ήταν περνάει στην δισκογραφία το 1918 με το «Με ξέχασες», για να ακολουθήσει το «Σμυρναίικο μινόρε». Μέσα σε 10 χρόνια θα φωνογραφήσει σχεδόν 250 τραγούδια. Ενδεικτικό των ικανοτήτων, της φήμης και αποδοχής της.Υπάρχει βέβαια και το κατάλληλο διαμορφωμένο κλίμα, αλλά η Παπαγκίκα δρα πρωταγωνιστικά.
Φωνή γεμάτη μα περίτεχνη, δίχως όρια, τραγούδησε δημοτικά, λαϊκά, σμυρναίικα, ελαφρά, οπερέτες μέχρι και τούρκικα… Τα «Αρμενάκι», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Τι σε μέλλει εσένανε», «Mανταλένα», «Μπαγλαμάδες» , «Μήλο μου και μανταρίνι», «Τούρνα», « Η Έλλη», «Σάλα σάλα», «Θα σπάσω κούπες» και άλλα πολλά από εκείνη παραδίνονται σαν διδάγματα, μέσα και από τους δίσκους που έρχονταν στην Ελλάδα με τα υπερωκεάνια.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».
Όπως είναι φυσικό, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γύρω από την Μεσόγειο θάλασσα, οι «συνομιλίες» των ελληνόφωνων με τους συνενοίκους τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους, καθολικούς ελληνόφωνους, Αρμένηδες, σεφαραδίτες και ασκενάζι Εβραίους, προτεστάντες λεβαντίνους, Ευρωπαίους και Αμερικάνους, υπήρξαν περισσότερο από έντονες. Πολύ συχνά, το εύρος αυτού του δικτύου εκτείνεται στα Βαλκάνια, στην Ανατολική και σε τμήμα ακόμη και της Κεντρικής Ευρώπης. Ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ορθόδοξων και μουσουλμάνων, τα σχετικά τεκμήρια καταδεικνύουν τις μεταξύ τους μουσικές ανταλλαγές και αποσαφηνίζουν μια οικουμένη όπου όλοι συνεισφέρουν στο μεγάλο μουσικό «χωνευτήρι» και όλοι μπορούν να αντλήσουν από αυτό. Και να το επανακαταθέσουν, σε νέα μορφή, με αναδιαμορφωμένο το κείμενό του και το νόημά του, με άλλοτε σαφείς και άλλοτε θολές παραπομπές στο προ-κείμενό του. Μέχρι να το ανασύρει ξανά κάποιος άλλος, μέσα από το «χωνευτήρι», ώστε να γίνεται ξεκάθαρο πως, στην αναδημιουργική και δυναμική αυτή διαδικασία όπου η ρευστότητα κυριαρχεί, τέλος δεν θα υπάρξει. Μια περίπτωση που προέρχεται από τέτοιου τύπου ρεπερτόρια είναι και η ηχογράφηση "Chanakale".
Η Παπαγκίκα τραγουδάει στα Τούρκικα για κάποιον στρατιώτη που σκοτώθηκε μέσα στο Chanakkale (Τσανάκαλε Δαρδανέλλια). Ένα από τα πέντε τραγούδια που ηχογράφησε η Μαρίκα Παπαγκίκα στην Τουρκική γλώσσα. Στο βιολί ο Αλέξης Ζούμπας, στο τσέλο ο Μάρκος Σιφνιός και στο τσέμπαλο ο Κώστας Παπαγκίκας. Η ηχογράφηση στη Νέα Υόρκη το 1923.
Το τραγούδι αναφέρεται στην εκστρατεία της Καλλίπολης, γνωστή και ως εκστρατεία των Δαρδανελίων ή μάχη του Τσανάκαλε (Çanakkale στην τουρκική γλώσσα, σημαίνει «Δαρδανέλλια»), που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ 25 Απριλίου 1915 και 9 Ιανουαρίου 1916. Η εκστρατεία αυτή των δυνάμεων της Entente, με στόχο την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας στενών των Δαρδανελίων, που τελούσαν υπό τον έλεγχο των Κεντρικών Δυνάμεων, και την εξασφάλιση θαλάσσιας διόδου με τη Ρωσία, εξελίχθηκε σε πανωλεθρία και αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες νίκες των Οθωμανών κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Όπως αναφέρει στην έρευνα του o Eray Cömert, είναι πιθανόν το τραγούδι του Τσανάκαλε να υπήρξε δημοφιλές το 1914, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, ως ύμνος που τραγουδούσαν οι στρατιώτες παρελαύνοντας στους δρόμους του Τσανάκαλε, ενώ παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της πατρότητας του.
Η παλιότερη μουσικο-στιχουργική καταγραφή του τραγουδιού, η οποία έχει τίτλο “Çanak Kal’a Marşi” και ως συνθέτης αναφέρεται ο Kemanî Kevser Hanım, δημοσιεύτηκε στο 13ο τεύχος της σειράς εκδόσεων Risale-i Musikiyye / Musiki Gazetesi γύρω στα 1915-1916 από τον Şamli Selim. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες μουσικές ή/και στιχουργικές καταγραφές (όπως το 1919 από τον Karl Hadank, το 1923 από τον Willi Heffening, κ.ά.) που εκδόθηκαν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, με τους τίτλους όπως Çanakkale Türküsü και Çanakkale İçinde και ποικίλες μελωδικές και στιχουργικές παραλλαγές και διαφοροποιήσεις.
Η παλαιότερη μέχρι στιγμής ηχογράφηση στην τουρκική γλώσσα είναι αυτή που πραγματοποίησε η Μαρίκα Παπαγκίκα το 1923 στη Νέα Υόρκη με τίτλο "Chanakale" (Columbia 59818 - E 5283). Πρόκειται για ένα από τα πέντε τραγούδια που ηχογράφησε η Παπαγκίκα στην τουρκική γλώσσα. Τα άλλα τέσσερα είναι: το "Ne Itsoun Saidin", το "Ben Yiarimi Giordoum", το "Kioutsouk Hanoum" και το "Sinanai".
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ετικέτα του παραπάνω δίσκου το τραγούδι χαρακτηρίζεται ως “kanto”. Θεωρείται, δηλαδή, ως μέρος του ρεπερτορίου των kantolar, ένας όρος που φαίνεται να πρωτοχρησιμοποιείται από τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους, κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων και ειδικά της Κωνσταντινούπολης, από την εποχή που ιταλικοί θίασοι έδιναν παραστάσεις εκεί. Αν και αρχικά τα kantolar ήταν συνδεδεμένα μόνο με την θεατρική μουσική, σύντομα αυτονομήθηκαν, οπότε και με τον όρο “kanto” (ενικός του kantolar) πλέον περιγράφονταν οποιεσδήποτε λαϊκές και ελαφρές κοσμικές τραγουδιστικές φόρμες.
Σημειώνουμε ότι στους δισκογραφικούς καταλόγους έχουν εντοπιστεί και άλλες ηχογραφήσεις οι οποίες πιθανόν να σχετίζονται με το εν λόγω τραγούδι και ενδεχομένως κάποια από αυτές να είναι προγενέστερη της εκτέλεσης της Παπαγκίκα. Για καμία, όμως, δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής ηχητικό υλικό.
 Στην Αμερική, όπου πραγματοποιήθηκε η παρούσα ηχογράφηση, τα «εθνικά» ρεπερτόρια ζουν μια νέα, παράλληλη ζωή. Αυτή η κατάσταση δεν είναι στατική και, εν πολλοίς, οικοδομείται από την δισκογραφία, η οποία μεριμνά και «κουρδίζει» τις επάλληλες σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί ήδη στον παλαιό κόσμο. Τα ρεπερτόρια επικοινωνούν ξανά μεταξύ τους, μια γνώριμη και ήδη δυναμική συνθήκη στην Ευρώπη. Η διακίνηση μουσικών αποτελούσε ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά παίζει καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του. Αυτή τη φορά το δίκτυο ρυθμίζεται προγραμματιστικά, υπό νέους όρους και διά μέσω νέων ατραπών.»
Δυο από τα πέντε τούρκικα τραγούδια της Παπαγκίκα στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Εξαιρετικοί, στο βιολί ο Αλέξης Ζούμπας, τσέλο ο Μάρκος Σιφνιός και τσέμπαλο ο Κώστας Παπαγκίκας. Κυκλοφόρησε με τρεις διαφορετικές ετικέτες, στις δυο από τις οποίες δεν αναγράφονται τα ονόματα των παραπάνω. Ψάχνοντας για το τραγούδι Τσανάκαλε (A Ballad for Chanakkale) πληροφορίες, διάβασα ότι οι Τούρκοι θεωρούν την εκτέλεση της Παπαγκίκα την καλύτερη που έχει κυκλοφορήσει και είναι αρκετές οι εκτελέσεις (αν ανατρέξετε στις πληροφορίες του Κουνάδη).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).