Σάββατο 15 Απριλίου 2023

283. COLUMBIA 56390-F ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1938

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου- Κουλουριώτης) COLUMBIA 56390-F Σαράντα παλικάρια (Συρτό) - Κάτω στου Βάλτου τα χωριά (Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της- Τσάμικο) 1938- 78rpm- 12''

 

«Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902. Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη.

Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι. Το 1923 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό.

Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασίδερη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη.  Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν.

Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε.  Ο Γιώργος Παπασίδερης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο  του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928.  Αφού  έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος.   Το τραγούδι αυτό ήταν αμανές και οι στίχοι του ήταν:

« Έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα

πότε θα ρθεί αυτή η στιγμή να στα πω ένα ένα.»

Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί ερμηνευτή με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες.  Επίσης τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη.

Την εποχή αυτή, αρχές του 1930 έπαιρνε απ’ την «Οdeon» 1.000 δρχ. για κάθε τραγούδι.  Επειδή οι φωνητικές του δυνατότητες το επέτρεπαν  ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή μεροκάματο, των τριάντα χιλιάδων δραχμών.

Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυγ. Ισιδώρου Τσεβά.  Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου.

Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς».  Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί.  Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947.

Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο.  Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασίδερης έμεινε.  Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια.  Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.

Στη διάρκεια της καριέρας του, πήγε σε κάθε γωνιά της Κεντρικής Ελλάδας από  Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά.  Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα.

Στη δισκογραφία εκτός από την «Columbia» συνεργάστηκε και με άλλες εταιρείες όπως: «Οdeon», «Parlophon», «His Master’s Voice», «Dore» και άλλες.  Έχει  ηχογραφήσει  δεκάδες  τραγούδια.  Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές. Ο Παπασίδερης διέσωσε δεκάδες  παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα αναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν».

Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα.  Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε.

Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π.  Σ’ αυτά του τα ταξίδια τον συνόδευε πάντα σχεδόν η σύζυγός του, η οποία ήταν απαραίτητη για τη διαμονή και την εμψύχωση του στα μεγάλα γλέντια που  διατηρούσε ζωντανά για μέρες ολόκληρες.  Χαρακτηριστικό της δύναμης του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.

Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασίδερης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί.  Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες  του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασίδερης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους.  Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γιάννη Βασιλόπουλου, στο βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη: «Λαϊκοί πρακτικοί οργανοπαίχτες» εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983, σελ. 225. «Δούλευα σε πανηγύρια, σε γάμους κ.λ.π.  Μετά με είχε ακούσει  σ’ ένα πανηγύρι στην Πάτρα και μ’ έφερε μετά στην Αθήνα και πρωτογραμμοφώνησα, ήταν ο πρώτος μου δίσκος με τον Παπασίδερη».

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με άριστους σολίστες,

Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του.

Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14-9) στο πανηγύρι.  Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή.  Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε.»

Από τα κλασικά του Παπασιδέρη ο σημερινός δίσκος. Στο κλαρίνο ο Γιώργος Ανεστόπουλος και στο βιολί ο Δημήτρης Σέμσης. Κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο Columbia Ελλάδος DG 6419 (CG-1822) και ανατύπωση στους Columbia Αμερικής  56390-F (σημερινή ανάρτηση) και Columbia Αγγλίας DCG. 119 (CG-1822). Το ¨Κάτω στου βάλτου τα χωριά¨, παραδοσιακό που το συναντάμε και ως ¨Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της¨.

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Τρίτη 11 Απριλίου 2023

282. OLYMPIC OE 80020 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ 1968

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Γιάννης (Μαρκογιάννης)- Σηφογιωργάκη Χρυσούλα OLYMPIC OE 80020 Αθές Κερά γειτόνισσα (Μαντινάδες) - Πάντα φοβάται απ' αγαπά 1968- 45rpm- 7'' 

«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης (βλέπε αναρτήσεις 17,54,78,104,132,153,179,210 και 250) γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Αγαλιανός της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Η πρώτη λύρα του αποκτήθηκε σε ηλικία 17 ετών το 1947 ως αμοιβή από εργασία του στο αλώνισμα. Η δεύτερη ένα χρόνο αργότερα το 1948 στα 18 του χρόνια, αποτέλεσμα φαμεγικής, αλλά και η αιτία να γνωριστεί ο Σπύρος με τον καταξιωμένο λυράρη Αλέκο Καραβίτη και να μεταβεί στην Αθήνα ως υπάλληλος της επιχείρησής του αλλά και μαθητής του.

Η επαφή τους κρατά ένα χρόνο, οπότε ο Σπύρος Σηφογιωργάκης επιστρέφει στην Κρήτη κι αρχίζει ουσιαστικά την καριέρα του, μαζί με τους αδελφούς Γιώργη και Γιάννη Μαράκη από το χωριό Κοξαρέ Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Την εποχή εκείνη τα ακούσματα του Σπύρου είναι από καλλιτέχνες όπως ο Γιώργης Καλογρίδης, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης (πατέρας του Μαρκογιάννη και του Μαρκοβαγγέλη), ο Γιώργης Σταυριανάκης κ.ά.

Στο Ρέθυμνο, το 1952 γνωρίζει το γνωστό κατασκευαστή μουσικών οργάνων Μανόλη Σταγάκη και αποκτά την πρώτη πραγματική του λύρα που τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα. Στο δισκάδικο του Λευτέρη Γαγάνη έρχεται σε επαφή με τα ακούσματα που προσφέρει πλέον η δισκογραφία, από τον Καρεκλά, τον Μπαξεβάνη, τον Σκορδαλό, κ.α. Η πρώτη του γνωριμία με την τεχνολογική υποδομή της μουσικής είναι η εκπομπή του Σίμωνα Καρρά, στο Ρ/Σ Αθηνών και στον Ρ/Σ Ενόπλων Δυνάμεων κατά το 17μηνο της στρατιωτικής του θητείας, στο κέντρο διαβιβάσεων Χαϊδαρίου.

Τελειώνοντας τη θητεία του το 1955 σε ηλικία 25 ετών, έχει ήδη δημιουργήσει τη φήμη του καλού λυράρη, που αρχίζει να απλώνεται σε ολόκληρη την Κρήτη αρχικά και εκτός Κρήτης αργότερα. Πρώτος του σταθμός εκτός Ελλάδος, παρέα με τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη, το “1ο φεστιβάλ νέων στο Ελσίνκι” της Φιλανδίας, συνοδεύοντας χορευτικό Κρητικό συγκρότημα, που απέσπασε το 1ο βραβείο. Ακολουθεί περιοδεία στην Ανατολική Ευρώπη και ταξίδι στην Αμερική, όπου ηχογραφείται ο πρώτος δίσκος, “Ο Φάρος”, που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παίζεται και να τραγουδιέται. Επίσης εκεί γνωρίζεται με τον πρόεδρο Τρούμαν απ’ τον οποίο παραλαμβάνει τιμητικό βραβείο.

Ακολουθούν και άλλες δισκογραφικές επιτυχίες όπως: “Δεν έχω άλλα Δάκρυα”, “Το γράμμα”, “Ο άτυχος”, “Η κολασμένη σου ψυχή”, “Το τραγούδι της μάνας”, “Στη Γερμανία μακρυά”, “Έχεις δικαίωμα να κλαις” κ.α.

Μέχρι και το θάνατο του o Σπύρος Σηφογιωργάκης παρότι είχε ξεπεράσει τα 60 χρόνια συνεχόμενης προσφοράς και δημιουργίας στην Κρητική μουσική, εξακολουθούσε να εμφανίζεται σε επιλεγμένες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις του νησιού με έδρα πάντα το χωριό Βώρροι Ηρακλείου όπου ζούσε τα με τα παιδιά του και τη αγαπημένη σύντροφο Χρυσούλα.

Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά της συζύγου του Χρυσούλας που σε πολλές ηχογραφήσεις δίσκων είχε συνοδεύσει το Σπύρο με την εκλεκτή και μοναδική φωνή της. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης είχε τιμηθεί αναρίθμητες φορές από σπουδαίους Πολιτιστικούς φορείς αλλά και από απλό κόσμο! Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή Κρητικούς καλλιτέχνες και μια φυσιογνωμία που θα μείνει για πάντα στην Ιστορία της Κρητικής μουσικής γιατί εκτός από σπουδαίος καλλιτέχνης είναι και ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης έφυγε πλήρης ημερών στις 11 Μαρτίου 2013 σε ηλικία 83 ετών.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

281. ODEON G.A.7605 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1951

Καραβίτης Αλέκος ODEON G.A.7605 Ηρακλειώτικες μελωδίες (Κονδυλιές) - Συρτός του Ψηλορείτη (Συρτός) 1951- 78rpm- 10''

¨Σκορπίστε μαύρα σύννεφα να φέξουνε τ’ αστέρια,

όπλες, γιατί η ζωή μου βρίσκεται σε σκοτεινά λημέρια¨

«Ο Αλέκος Καραβίτης γεννήθηκε στ’ Ακτούντα το 1904. Μικρό, ορεινό το χωριό αλλά μια μικρογραφία παραδείσου στην παλάμη της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου.

Ο Αλέκος ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οκτώ παιδιά είχε να μεγαλώσει ο Στρατής Καραβίτης μα δεν βαρυγκωμούσε. Κι όταν τον έπαιρνε το παράπονο από τη σκληρή βιοπάλη, στη λύρα του απίθωνε τον καημό του. Οι δοξαριές αυτές κι άλλες που έβγαιναν από χαράς ξεφάντωμα, πήραν να φτερώνουν τη φαντασία του μικρού Αλέκου, που έβαλε σκοπό να μάθει το μαγικό αυτό όργανο.

Από μικρός έδειχνε να έχει μια έφεση στη μουσική. Πρώτος το διαπίστωσε και ο δάσκαλός του ο περίφημος Εμμανουήλ Γενεράλης. Ήταν μια μέρα που «έπιασε» το μαθητή του να παίζει χαμπιόλι και να κτυπά ρυθμικά το θρανίο. Εντυπωσιάστηκε. Κι είπε στο μικρό πως αξίζει να ασχοληθεί περισσότερο με τη μουσική, αφού είχε το ρυθμό μέσα του. Αυτοδίδακτος ο Αλέκος άρχισε να πειραματίζεται με αυτοσχέδιο υποτυπώδες λυράκι που ο ίδιος κατασκεύασε. Κανονική λύρα απόκτησε σε ηλικία 15 χρόνων το 1919.

Το πρώτο πράγμα που έβαζε στο βουργιάλι του όταν πήγαινε να φροντίσει τα αιγοπρόβατα στο βουνό, ήταν η λύρα. Μπορεί να ξεχνούσε να πάρει μαζί του φαγητό. Τη λύρα του όμως ποτέ δεν την ξεχνούσε. Πολλά ήταν τα ακούσματα που κυριαρχούσαν στο παίξιμό του. Κυρίως αντέγραφε σκοπούς του Αναλαμπή και του Πελεκανογιώργη από το Βάτο. Ζούσε το δικό του ονειρεμένο κόσμο.

Η ζωή όμως απαιτούσε να βρει ο μικρός το δρόμο του. Δεν γινόταν να μείνει βοσκός. Έδειχνε σημάδια έντονης προσωπικότητας που δεν θα έμενε για πολύ όμηρος της μιζέριας.

Έρχεται στην Αθήνα το 1921 και υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στην Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Από τον επόμενο χρόνο αποφασίζει να μείνει στην πρωτεύουσα. Σκοπός του να δημιουργήσει κάτι πρωτοποριακό που δεν θα τον απομάκρυνε από τη λύρα του. Ιδανική λύση του έδωσε το καφενείο-ταβέρνα που άνοιξε στη θέση «Φόρος» στη γέφυρα Κουκακίου, που υπήρχαν διόδια. Σύντομα έγινε εκεί το στέκι κάθε Κρητικού. Ο Καραβίτης του εξασφάλιζε τις αυθεντικές γεύσεις της Κρήτης και θεράπευε τη νοσταλγία του με τις απαράμιλλες κοντυλιές του. Σε κείνα τα πρώτα βήματα φαινόταν ο επηρεασμός που είχε δεχθεί ακούγοντας και τον περίφημο Πολυζώη Τρουλλινό από τις Μέλαμπες.

Με το πέρασμα του χρόνου απόκτησε το δικό του ύφος. Και λέγεται ότι κανένας δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του ιδιαίτερα στη Ρεθεμνιώτικη σούστα.

Πάντα είχε να παρουσιάσει δικές του μαντινάδες κι είναι αρκετές που έμειναν να τον θυμίζουν:

Εγώ ‘μαι τ’ αοριού παιδί και του βουνού μια θρέμμα

και να με πάρει δεν μπορεί του ποταμού το ρεύμα.

Στη μαντινάδα αυτή αυτοπροσδιοριζόταν, αφού ποτέ δεν κατάφερε ούτε το περιβάλλον του, ούτε η κοινωνική του άνοδος να τον απομακρύνει από τις ηθικές του αξίες και τα πιστεύω του.

Ήταν ο πρώτος Ρεθεμνιώτης που ηχογράφησε δίσκους με τεράστια επιτυχία. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Καραβίτης, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη τη γκάμα της κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Μπαξεβάνη, το Γιώργη Κουτσουρέλη, το Νίκο Τζουγάνο (Μαστρόκαλο) και το Σταύρο Μαυροδημητράκη.

Το 1939 πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο μαζί με τον Μανόλη Λαγό, τον Μπαξεβάνη και το χορευτικό συγκρότημα του Σταμάτη Παπαδάκη.

Είχε όμως και το χάρισμα της χρηστής διαχείρισης. Με σκληρή δουλειά είχε καταφέρει να ζει άνετα πριν ακόμα πατήσει τα σαράντα του χρόνια. Επέμενε όμως να περνά νοικοκυρεμένα, χωρίς σπατάλες υπερβολικές, πρόθυμος πάντα να βοηθήσει κάθε Κρητικόπουλο που ερχόταν στην πόρτα του να ζητήσει την υποστήριξή του μέχρι να προσαρμοστεί στο περιβάλλον της πρωτεύουσας. Ήταν μεγάλη καρδιά ο Καραβίτης και όλοι του το αναγνώριζαν.

Κάποια στιγμή βρίσκεται στο δρόμο του ο Φιξ, που θα του αλλάξει τη ζωή. Εκτιμώντας τον ακέραιο χαρακτήρα του τον ορίζει αποκλειστικό αντιπρόσωπο της παγοποιίας του, πόστο που ανεβάζει την οικονομική του επιφάνεια. Τα χρήματα δεν αλλοιώνουν τον λαμπρό χαρακτήρα του. Γίνεται ο διακριτικός αρωγός κάθε Κρητικού που αντιμετωπίζει πρόβλημα. Αμέτρητες οι φιλανθρωπίες του. Σε πολλά έργα του χωριού υπάρχει και η δική του συμβολή. Αργότερα θα συμβάλει και στην οικονομική ενίσχυση του Πανεπιστημίου Κρήτης όταν είχε ανάγκη και το μονόλεπτο για την εξασφάλιση των υποδομών που θα επέτρεπαν τη λειτουργία του. Είναι ο άρχοντας που ποτέ όμως δεν επεδίωξε την προβολή.

Η Δώρα Στράτου γοητεύεται από την προσωπικότητά του και σύντομα τον κάνει καλλιτεχνικό διευθυντή του συγκροτήματός της. Ο Αλέκος Καραβίτης ταξιδεύει σ’ όλο τον κόσμο και τιμά την Κρήτη.

Όσο μακριά κι αν ταξιδεύει όμως, όπως διαβάζουμε στην νεκρολογία που δημοσίευσε ο λόγιος εκπαιδευτικός και συγγραφέας κ. Μανόλης Δημητρακάκης, δεν ξέχνα την γενέτειρα. Και τραγουδά:

Άχι Κουτρουλαινό νερό κι Ακτουδιανέ μου αέρα

Να μπόρουνα να σ’ έπινα το μήνα μιαν ημέρα

Να μπόρουνε να πέταγα στ’ Ακτούντα στο Κέφάλι

ν’ άψω κερί στην Παναγιά και να ‘ρθω πίσω πάλι

Ακτουδιανό μου αγίασμα στω Σκαφιδιών τη βρύση

κι όποιος ποθαίνει και σε πιει πάλι θα ξαναζήσει

Η μεγάλη του νοσταλγία για τη γενέτειρα θεραπευόταν με το ετήσιο προσκύνημα που έκανε συν γυναιξί και τέκνοις. Είχε κτίσει ένα ωραιότατο σύγχρονο σπίτι στο χωριό και κάθε καλοκαίρι κατέβαινε με την οικογένεια αλλά και με προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού που προσκαλούσε για να δώσει στ’ Ακτούντα ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον.

Οι καλεσμένοι του απολάμβαναν αβραμιαία φιλοξενία αλλά η κορυφαία στιγμή κάθε μέρα ήταν το γλέντι που ξεκινούσε με τη λύρα του Καραβίτη. Λέγεται ότι όλοι οι καλεσμένοι έφευγαν μαγεμένοι από το χωριό και τους ανθρώπους μαθαίνοντας και όλους τους κρητικούς χορούς. Είχαν άλλωστε τόσο μεγάλη ευκαιρία να εξασκηθούν με τα γλέντια που έστηνε ο Καραβίτης. Γλέντια που άφησαν εποχή.

Απόλαυσε στο έπακρον κάθε τιμή που ονειρεύεται ο καλλιτέχνης κι έμεινε θρύλος με τους σκοπούς που κληροδότησε.

Πέθανε νωρίς, το 1975, εντελώς ξαφνικά, βυθίζοντας στο πένθος την Κρήτη και τους αναρίθμητους φίλους και θαυμαστές του.»

Τα λόγια είναι περιττά για τον Αλέκο Καραβίτη, έναν από τους ¨πρωτομάστορες¨ της Κρητικής μουσικής. Ο σημερινός γραμοφωνικός δίσκος με εξαιρετικές μαντινάδες που μαρτυρούν το ήθος του Καραβίτη. Στις κονδυλιές ¨Ηρακλειώτικες μελωδίες¨, αξιοπρόσεκτο το τελείωμα. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με μαύρες και λευκές ετικέτες.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 

 




Τρίτη 4 Απριλίου 2023

280. PANIVAR PA-406 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1972

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός) PANIVAR PA-406 Μαλεβιζιώτης - 1000 Μαχαίρια και σπαθιά (Συρτός) 1972- 45rpm- 7''
 

Επιστροφή στα Κρητικά δισκάκια, σήμερα, με ένα split ¨Ανωγειανό¨ 45άρι της Πανιβαρ. Στην πρώτη πλευρά ο Βασίλης Σκουλάς με ένα ¨Μαλεβιζιώτη¨ και στη δεύτερη πλευρά ο Γιωργαντός (Γιώργης Καλομοίρης) στο μοναδικό 45άρι του στην Panivar. ¨1000 μαχαίρια και σπαθιά¨  τραγουδάει ο Γιωργαντός, που ξεκινάει με απόσπασμα από ¨Ερωτόκριτο¨ και συνεχίζει με το ομώνυμο συρτό. Για τους δυο καλλιτέχνες έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερες αναρτήσεις οπότε ακολουθούν σύντομα βιογραφικά για τον καθένα.

«Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στ' Ανώγεια Ρεθύμνου το 1946, σ' ένα χώρο και μια μεγάλη οικογένεια με παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Εγγονός του Μιχάλη Σκουλά, σπουδαίου λυράρη της εποχής του και γιος του γνωστού λαϊκού ζωγράφου Αλκιβιάδη Σκουλά ή Γρυλιού. Αρχίζει να μαθαίνει λύρα στα επτά του χρόνια και σε ηλικία μόλις 16 ετών κατορθώνει να καθιερωθεί ως ένας από τους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές του νησιού, χαράζοντας ήδη μια δική του πορεία στην κρητική μουσική παράδοση.

Στο κατώφλι 50 χρόνων (και άνω) συνεχούς και λαμπρής πορείας στο χώρο τόσο του παραδοσιακού όσο και του σύγχρονου κρητικού τραγουδιού, ο Βασίλης Σκουλάς έχει να επιδείξει μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων καλλιτεχνικών εμφανίσεων, κοινωνικών και πολιτιστικών, από Αμερική ως την Αυστραλία, τον Καναδά και την Γερμανία, καθώς επίσης και στα στέκια που κατά καιρούς δημιούργησε για τη φιλοξενία της κρητικής μουσικής.
Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι πέρα από τη γενικότερη προσφορά του στην κρητική μουσική, ο Βασίλης Σκουλάς καθιέρωσε ειδικότερα τις Ανωγειανές κοντυλιές με το μοναδικό εκφραστικό του τρόπο και ταυτόχρονα έγινε ο φορέας επικοινωνίας με τον υπέροχο μαντιναδολογικό πλούτο του τόπου μας.
Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1965 με συμμετοχή σε δίσκο 45" που περιείχε κοντυλιές με τον Θαν. Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολουθεί ο πρώτος δίσκος 33" το 1969, όμως η σημαντικότερη δισκογραφική παρουσία και η αρχή της συνεργασίας του με έντεχνους Έλληνες συνθέτες αρχίζει για το Βασίλη Σκουλά το 1980.

Ο Βασίλης Σκουλάς συνεχίζει ακόμα και σήμερα, με το ίδιο πάθος και μεράκι της νιότης, να δημιουργεί.»

«Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιώργαντος) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του; έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.
Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει στη "θεά Λύρα", αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.

Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής.

Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες. Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Έγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968 γύρω στους 50.

 Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

279. PHILIPS 427 009 NE SONG AND SOUND THE WORLD AROUND GREECE 1961

Παπαθανασίου Λάμπρος PHILIPS 427 009 NE SONG AND SOUND THE WORLD AROUND GREECE Τι να τα κάνω - Πρωτομαγιά - Πίπιζα- Σκάρος - Θέλετε δενδρά ανθίσετε - Εσύ είσαι το σταφύλι 1961- 45rpm- 7'' 

Το σημερινό δισκάκι, κομμένο στην Ολλανδία, μια συλλογή από δημοτικά τραγούδια. Συμμετέχει το συγκρότημα της Δόρας Στράτου σύμφωνα με το greekdiscography. Το σίγουρο είναι η συμμετοχή του Λάμπρου Παπαθανασίου σε τουλάχιστον τρία τραγούδια. Το ¨Θέλετε δενδρά ανθίσετε¨ υπάρχει και στο Γαλλικό δισκάκι της Ducretet Thomson στην ανάρτηση 90. Εξαιρετική η φωνή του Λάμπρου Παπαθανασίου. Για τους υπόλοιπους που συμμετέχουν δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες.

«Ο Λάμπρος Παπαθανασίου (βλέπε ανάρτηση 90 και 256) γεννήθηκε 1η Μαΐου του 1934, σε αγροτικό περιβάλλον, στο Δίστομο της Βοιωτίας. Αυτό σημαίνει ότι έχοντας μόλις συμπληρώσει τα 10 του χρόνια, έζησε την σφαγή που προκάλεσαν στον τόπο του οι Ναζί κατακτητές.

Δέκα χρόνια μετά, το 1954, έχοντας προκαλέσει το ενδιαφέρον του κορυφαίου τραγουδιστή για το στεριανό δημοτικό τραγούδι, του Γιώργου Παπασιδέρη, γραμμοφωνεί στην «Οντεόν» τα πρώτα τραγούδια με τη φωνή του.

Τη δεκαετία του ‘60 ηχογράφησε δίσκους 45 στροφών με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου και αργότερα συμμετείχε στις ραδιοφωνικές της  εκπομπές «Από παντού της ελληνικής γης» την περίοδο 1982/83 στο Β΄ πρόγραμμα της ΕΡΑ.

Το τσάμικο «Πέρα στις βλαχοκαλύβες» και το συρτό «Τη δική σου αρραβώνα», με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο και στο όνομα του Ηπειρώτη λαουτιέρη Λάζαρου Ρούβα. Θα ακολουθήσει ένας ακόμα δίσκος 78 στροφών την επόμενη χρονιά, με το τσάμικο «Ήλιε για λάμψε στα βουνά» και το συρτό «Στείλε με μάννα στο πηγάδι» και τα δύο στο όνομα του κλαριντζή Κώστα Κοντογιώργου. Αλλά το κύριο μέρος των ηχογραφήσεων του Λάμπρου Παπαθανασίου, θα πραγματοποιηθεί σε δίσκους 45 στροφών, από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60. Εκείνα τα χρόνια θα αποτελέσει τη βασική αντρική φωνή του στεριανού δημοτικού τραγουδιού, στις ηχογραφήσεις της εταιρίας «Fidelity», με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, με τον Παναγιώτη Κοκοντίνη ή τον Βασίλη Σκαλιώτη στο κλαρίνο κι αλλού με συνοδεία από πίπιζα και νταούλι – κατά τον πιο «παλιό» τρόπο ηχογράφησης αυτού του υλικού: «Βουνά μην καμαρώνετε», «Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα», «Παναγιούλα», «»Καλότυχα πουν’ τα βουνά», «Φέξε μου φεγγαράκι μου», «Βιολέτα μ’ ανθισμένη», «Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη», «Στοπα και στο παρήγγειλα» και πολλά άλλα. Την ίδια εποχή θα πραγματοποιήσει βέβαια και λίγες πιο απρόσμενες ηχογραφήσεις.

Το 1960, τον βρίσκουμε, ερμηνευτή σε δυο «ανάλογα» τραγούδια που υπογράφει ο Μπαγιαντέρας, ο Δημήτρης Γκόγκος: «Αργοπεθαίνω στο μαντρί μου» και «Μάνα έχω τη θάλασσα». Τα επόμενα χρόνια, με βάση αυτές τις ηχογραφήσεις, ο Λάμπρος Παπαθανασίου θα πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα συμμετάσχει σε τηλεοπτικές εκπομπές αλλά ακόμα και σε κάποιες από τις τελευταίες «βουκολικές» ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ( μια απ’ αυτές, η «Αρχόντισσα του κάμπου» του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την Αιμιλία Υψηλάντη, στα 1971 ). Θα συνεργαστεί με αρκετούς από τους μουσικούς αυτού του χώρου, αυτή την εποχή, σιγά σιγά όμως, θα προτιμήσει μια πιο «ερασιτεχνική» σχέση με το τραγούδι. Με την οικογένειά του, θα περάσει ήσυχα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ανάμεσα στην Παλατιανή – όπου είχε ταβέρνα – τα Μέγαρα και τη Σαλαμίνα. Ως τις 19 Φεβρουαρίου του 2014, που θα φύγει από τη ζωή, στα 80 του χρόνια.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 



 


Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

278. COLUMBIA E-7777 ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ ΜΑΡΙΚΑ 1922

Παπαγκίκα Μαρίκα- Ρέλιας Νίκος (κλαρίνο)- Παπαγκίκας(Gus) Κώστας (τσίμπαλο)- Σιφνιός Μάρκος (τσέλο) COLUMBIA E-7777 Ο Κατσαντώνης - Κίνησα ο Μαύρος κίνησα 1922- 78rpm- 10''

 

«Η Μαρίκα Παπαγκίκα (βλέπε και ανάρτηση 118) γεννήθηκε στην Κω την 1η Σεπτέμβρη του 1890. Λέγεται πως στις αρχές του αιώνα πρέπει έζησε με την οικογένειά της στη Σμύρνη. Το 1913-14 βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια με τον Μαρτιναίο τσιμπαλίστα Κώστα Παπαγκίκα, και την επόμενη χρονιά, παντρεμένη μαζί του στην Αμερική. Αρχικά στο Σικάγο και στη συνέχεια στην Νέα Υόρκη.
Δραστήρια και αηδονόλαλη όπως ήταν περνάει στην δισκογραφία το 1918 με το «Με ξέχασες», για να ακολουθήσει το «Σμυρναίικο μινόρε». Μέσα σε 10 χρόνια θα φωνογραφήσει σχεδόν 250 τραγούδια. Ενδεικτικό των ικανοτήτων, της φήμης και αποδοχής της.Υπάρχει βέβαια και το κατάλληλο διαμορφωμένο κλίμα, αλλά η Παπαγκίκα δρα πρωταγωνιστικά.
Φωνή γεμάτη μα περίτεχνη, δίχως όρια, τραγούδησε δημοτικά, λαϊκά, σμυρναίικα, ελαφρά, οπερέτες μέχρι και τούρκικα… Τα «Αρμενάκι», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Τι σε μέλλει εσένανε», «Mανταλένα», «Μπαγλαμάδες» , «Μήλο μου και μανταρίνι», «Τούρνα», « Η Έλλη», «Σάλα σάλα», «Θα σπάσω κούπες» και άλλα πολλά από εκείνη παραδίνονται σαν διδάγματα, μέσα και από τους δίσκους που έρχονταν στην Ελλάδα με τα υπερωκεάνια.

Το ζεύγος Παπαγκίκα θα λειτουργήσει το 1925, το Καφέ Αμάν «Marika’s» το οποίο στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρισκόταν στο νούμερο 215W της 34ης Οδού, ανάμεσα στην 7η και την 8η Λεωφόρο, στο Μανχάταν. Μες την ποτοαπαγόρευση θεωρείται πως ήταν και παράνομο ποτοπωλείο. Το όνομά της γίνεται τρανό και σεβαστό τόσο στον ελληνικό κύκλο αλλά και στο γενικότερο «χωνευτήρι» των λαών και των πολιτισμών της Νέας Υόρκης.
Στα καλύτερα της έρχεται αντιμέτωπη το χρηματιστηριακό κραχ. Ο συνοδοιπόρος της Γιώργος Κατσαρός – Θεολογίτης, θα δηλώσει σχετικά:
«Α, η Μαρίκα Παπαγκίκα πέθανε, είναι πολλά χρόνια τώρα. Όταν ήρθε η δυστυχία η μεγάλη, που είχαμε το λεγόμενο αμερικάνικα depression, δυστυχία, έφερε μια κατάσταση... αυτή την εποχή ήτανε μια κατάσταση που ο κόσμος ο περισσότερος έχασε τις περιουσίες του, τα σπίτια του, τα λεφτά του. Κι αρρώστησε η γυναίκα από τη στεναχώρια της γιατί ήτανε... ζούσε τόσο πλουσιοπάροχα, είχε το σπίτι της, είχανε όλες τις ευκολίες, και αφού ’ρτε η δυστυχία –πολλοί άνθρωποι που εχαθήκανε από τη στεναχώρια τους- και αρρώστησε και μας άφησε χρόνια».
Τα βήματα της χαράς σβήνουν. Το 1937 σε ηλικία 47 ετών η Μαρίκα Παπαγκίκα πραγματοποιεί τις τελευταίες της ηχογραφήσεις.
Έξι χρόνια αργότερα, στις 2 Αυγούστου 1943, αφήνει την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο του Στέιτεν Άιλαντ, όπου νοσηλευόταν από τις 15 Ιουλίου».

Ο σημερινός δίσκος με δύο κλέφτικα τραγούδια (υποθέτω και το ¨Κίνησα ο μαύρος κίνησα¨), που αναφέρονται στον Αντώνη Κατσαντώνη (Άγραφα 1775 - 28/9/1809;), τον Έλληνα κλέφτη ο οποίος έδρασε επί τουρκοκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια στις περιοχές των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηροποτάμου Αιτωλοακαρνανίας.

Για τον Αντώνη Κατσαντώνη και τον σχετικό κύκλο τραγουδιών γράφει ο Αλέξης Πολίτης (Αλέξης Πολίτης, Το Δημοτικό τραγούδι, Τα κλέφτικα, Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ, Αθήνα 1976, σελ. 61-63): «Με το πέρασμα του χρόνου η φήμη του Κατσαντώνη μεγαλώνει και απλώνεται, γίνεται πανελλήνια. Όσο ξεχνιούνται σιγά σιγά οι υπόλοιποι κλέφτες και αρματολοί, τόσο συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του Κατσαντώνη ο απόηχος από τα δικά τους κατορθώματα. Δεν είναι μονάχα η μεγάλη του δόξα που δημιουργεί αυτή την κεντρόμολη συσσώρευση της διάχυτης φήμης είναι και το κέντρισμα της λαϊκής φαντασίας από την επίσημη παιδεία και (περισσότερο ίσως) από το θέατρο του Καραγκιόζη, στο ρεπερτόριο του οποίου γρήγορα προστέθηκε και ο Κατσαντώνης.
Την αύξηση όμως αυτή της φήμης την παρακολουθεί αναπότρεπτα και ένας εξαγνισμός του ήρωα. Ο Κατσαντώνης παρουσιάζεται πια τίμιος και αγνός -αντίθετα με τους αντίπαλούς του Τούρκους αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ποιος ήταν ο Κατσαντώνης˙ ληστής σκληρότατος και εκδικητικός. Ο Μακρυγιάννης που έζησε παιδί στα χρόνια της δράσης του, τον θυμάται στα απομνημονεύματά του με αποτροπιασμό: "Τέτοιον τυραγνισμόν δεν τον ξέραν να του κάμουν ούτε οι Κατζαντωναίοι οπού 'ταν λησταί" (Απομνημονεύματα, εκδ. β΄, 1, σ. 202).
Με τη μετατροπή όμως αυτή ο πραγματικός Κατσαντώνης έχασε όχι μονάχα τις αληθινές του διαστάσεις παρά και τα δικά του ιδανικά. Ο σκληρός και ατρόμητος κλέφτης, που πρώτη του έγνοια ήταν να επιζήσει ο ίδιος, και που αν τον θαύμαζαν οι συγκαιρινοί του, το 'καναν γιατί τους εντυπωσίαζε η δύναμη με την οποία επέβαλλε το εγώ του σ' όσους τον περιτριγύριζαν, παράλλαξε σύμφωνα με τις επιθυμίες των μεταγενέστερων σ' ένα άψυχο είδωλο, ευγενικό και αλτρουιστικό, που ο μόνος λόγος να υπάρχει ήταν να κολακεύει τους ίδιους τους δημιουργούς του αναδρομικά. Η ψευτισμένη ποιότητα αυτού του ειδώλου φανερώνεται διαυγέστερα στο ομώνυμο λαϊκό δράμα του Καραγκιόζη.
Τα τραγούδια του Κατσαντωναίικου κύκλου αφθονούν σε παλιότερες και νεώτερες συλλογές η ποιότητά τους είναι όμως πολύ χαμηλή. Πρέπει να φανταστούμε πως όλα τα τραγούδια θα τραγουδιόντουσαν στις τοπικές διαλέκτους: Αν η ποιητική γλώσσα έτεινε προς μια κοινή σ' όλη την Ελλάδα, η προφορά διέφερε βέβαια από τόπο σε τόπο».

Στο κλαρίνο ο Νίκος Ρέλιας ,τσέλο ο Μάρκος Σιφνιός και τσίμπαλο ο Κώστας Παπαγκίκας. 1922, Νέα Υόρκη.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).