Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

564. DORE K-77 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΣΤΑΘΗΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ- ΚΑΡΚΑΝΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ- ΖΟΥΜΠΑΣ ΤΑΣΟΣ- ΜΠΑΜΠΑ ΑΛΙΚΗ 1964

Κάβουρας Στάθης- Βασιλόπουλος Θανάσης- Καρκανάκης Χρήστος- Ζούμπας Τάσος- Μπάμπα Αλίκη DORE K-77 Στου Παρνασσού τα έλατα (Τσάμικο) - Δυο φιλιά να σου ζητήσω 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα) Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα Γιαννιτσά το 1912 στον Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε ορφανός από δύο ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον 13χρονο αδελφό του Στάθη, τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο του  αδελφάκι. Το χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο από τους Tαγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος Kάβουρας, με την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή και να οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για να συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968.
Έτσι, ο μικρός Στάθης ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη δύσκολη εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία (επειδή είχε πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως σχολείο. Ένα διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να εκτοπισθεί το χωριό μ’ αποτέλεσμα οι λιγοστοί και ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του να μείνουν άστεγοι, χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια.
Το πρώτο του ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το 1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι), ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί  μ’ άλλους μουσικούς της περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο. Το 1957 όμως, που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης -παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την επαγγελματική ταυτότητα του μουσικού.
Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε και μια οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις “δικτυώθηκε” με τους μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια “T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”. Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό. Ας σημειωθεί ότι οι Xαλκιάδες και ειδικά ο Tάσος -αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος- είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Kάβουρα, καθότι ήταν πολύ δημοκράτες και τον πονούσαν που είχε πατέρα πολιτικό κρατούμενο.
Λυτά είναι τα πρώτα βήματα του τραγουδιστή Στάθη Kάβουρα στην Αθήνα που περνούσε τη δεύτερή του “Οδύσσεια” μέχρι που μ’ ένα μικρό δισκάκι της εταιρείας “Dore” βρήκε το δρόμο του και “απογειώθηκε”. Το μικρό δισκάκι που καθιέρωσε τον Kάβουρα ως τραγουδιστή είχε τα τσάμικα “Στυλιανή” και “Στου Παρνασσού τα έλατα”, που “άγγιξαν” το πανελλήνιο. Λίγο αργότερα με την “Columbia” είπε τα τραγούδια: “Εγώ καλά ήμουν στο χωριό”, “Γυναίκα βγάλε μου το γκρα”, “Γιαννούλα μου ξημέρωσε”, “Kίτρο λεμονιά” κ.ά. και κατέστη πλέον ασυναγώνιστος στο είδος για δύο δεκαετίες, ώσπου το δημοτικό τραγούδι άρχισε να παρακμάζει για όλους.
Μετά από αυτά τα τραγούδια, με το τραγούδι του Nώντα Γκυζιώτη “Eίδα ένα γέρο πού ‘κλαιγε” συγκλόνισε όλο τον ελληνισμό του κόσμου.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον “Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”….»
Περισσότερες πληροφορίες για τον Στάθη Κάβουρα στην ανάρτηση 428 και στην πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Στάθη Κάβουρα είναι ο Θανάσης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο, ο Χρήστος Καρκανάκης στο βιολί, ο Τάσος Ζούμπας και η Αλίκη Μπάμπα. Πληροφορίες για τους παραπάνω καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

563. PARLOPHONE B 74300 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ & ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1956

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) PARLOPHONE B 74300 Χωρίς εσένα η ζωή (Συρτός Μεσσαρίτικος) - Κρητικοπούλα (Κρητικό) 1956- 78rpm- 10''
 
Φαντάστηκα τον ουρανό, δίχως αστέρι ουτ’ ένα
μα δε φαντάστηκα ποτέ,  ζωή χωρίς εσένα
Χωρίς εσένα η ζωή, θα φύγει να μ’ αφήσει
και το κορμί στη μαύρη γη, θα λιώσει θα σκορπίσει.
Με την παραπάνω μαντινάδα ξεκινάει ο σημερινός γραμμοφωνικός δίσκος και απορώ πως δεν έχουν συμπεριλάβει και τα δύο τραγούδια, του δίσκου, σε συλλογή του Θανάση Σκορδαλού. Στη δεύτερη πλευρά η ¨Κρητικοπούλα¨ σε πρώτη εκτέλεση με Μαρκογιάννη και Μαρκοβαγγέλη γιατί ακολούθησε η ¨Κρητικοπούλα¨ σε κρητικοκαλαματιανό με τον Καλλέργη (βλέπε ανάρτηση 184), η ¨Κρητικοπούλα όμορφη¨ σε δίσκο Columbia (που θα αναρτηθεί στο μέλλον) και το ¨Κρητικοπούλα χόρεψε¨ μια φοβερή σούστα σε δίσκο LP της Fidelity (που θα αναρτηθεί όταν πια τελειώσουν τα 45άρια και τα 78άρια). Έχει και μια πορτοκαλιά, η σημερινή Κρητικοπούλα του δίσκου, που δεν την έχει άλλη.
Όσον αφορά τον δίσκο, πρωτοκυκλοφόρησε με κόκκινες ετικέτες και ακολούθησαν οι λευκές. Βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις. Σύντομο βιογραφικό παρακάτω.
«O Θανάσης Σκορδαλός, ο μεγάλος «δάσκαλος» της Κρητικής μουσικής γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1920, στο Σπήλι του Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου και πέθανε στις 22 Απρίλη του 1998.
Έπιασε πρώτη φορά λύρα στα χέρια του σε ηλικία 9 ετών και ήταν αυτοδίδακτος. Δώδεκα χρονών έπαιξε για πρώτη φορά σε γλέντι στο Χαμαλεύρι Ρεθύμνου, ενώ εφτά χρόνια μετά, στα δεκαεννιά του, έκανε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στον Αποκριάτικο χορό των Κρητών της Αθήνας, στο ιστορικό Βυζάντιον της Ομόνοιας. Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1946, με το περίφημο «Σπηλιανό Συρτό» και με συνεργάτη του το μεγάλο λαουτιέρη Γιάννη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιάννη), ο οποίος τον συνόδευε συνεχώς από το ξεκίνημά του στα 1939, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ‘50.
Με απαράμιλλη τεχνική, γνώση του ρυθμού και σπάνια εκφραστική λιτότητα, ο Θανάσης Σκορδαλός άνοιξε καθαρούς και ευανάγνωστους δρόμους, που έμελλε πολλοί να ακολουθήσουν στη συνέχεια.
Ένα μεγάλο κομμάτι της καριέρας του, ο Θανάσης Σκορδαλός το αφιέρωσε πραγματοποιώντας καλλιτεχνικές εμφανίσεις στους απανταχού Κρήτες της Αμερικής, της Αυστραλίας, του Καναδά και της Αφρικής.
Το 1947, όταν ο Θανάσης Σκορδαλός ήταν 27 ετών, τον άκουσε για πρώτη φορά ο τότε πρόεδρος του κόμματος των Φιλελευθέρων, Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που σε χρόνο ρεκόρ τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τράπεζας Ελλάδος, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε αργότερα.
Ο Θανάσης Σκορδαλός υπηρέτησε για 60 ολόκληρα χρόνια την Κρητική μουσική κι έφυγε από τη ζωή στις 23 Απριλίου 1998 σε ηλικία 78 ετών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

562. ODEON DSOG 2944 ΚΛΑΔΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1963

Κλάδος Λεωνίδας- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος ODEON DSOG 2944 Σγουρό βασιλικάκι μου - Πληγή στα φύλλα της καρδιάς (Συρτός) 1963- 45rpm- 7''
Κλάδος με Μανιά στο σημερινό δισκάκι. Στο τραγούδι και το λαούτο ο Νίκος Μανιαδάκης (Μανιάς) ενώ στη λύρα ο Λεωνίδας Κλάδος. Οι στίχοι είναι του Κλάδου. Το ¨Σγουρό βασιλικάκι μου¨ πρωτοτραγουδήθηκε από τον Μανιά αλλά σε LP δίσκο μπήκε πολύ αργότερα, όταν ο Κλάδος συνεργάστηκε με τον Μανώλη Κακλή και δισκογράφησαν τα ¨Κρητικά¨. Νομίζω ο Κλάδος σωστά άφησε τον Μανιά στο τραγούδι (στο σημερινό 45άρι) γιατί η φωνή του είναι καλύτερη.
«Ο Λεωνίδας Κλάδος (βλέπε αναρτήσεις 5, 146, 272 και 435) γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1925 στα Πλατάνια Αμαρίου. Ήταν γιος του Δημήτρη Κλάδου κτηνοτρόφου από τα Λειβάδια Μυλοποτάμου. Μητέρα του ήταν η Χρυσή Ανδρέου Λίτινα. Έμειναν και έζησαν στα Πλατάνια αποκτώντας 8 παιδιά εκ των οποίων το δεύτερο ήταν ο Λεωνίδας.
Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Πλατανίων, αλλά λόγω έλλειψης δασκάλου παρακολούθησε μαθήματα και σε άλλα δημοτικά της γύρω περιοχής μεταξύ αυτών και αυτό του Μοναστηρακίου. Ήταν εξαίρετος μαθητής, λόγω όμως οικονομικών δυσχερειών δεν προχώρησε στα γράμματα. Οι γονείς του τον προέτρεψαν και πήγε να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη στο Βυζάρι στου Κούνουπα του Στεφανή, όπου πηγαινοερχόταν για τρία χρόνια.
Σαν παιδί βοηθούσε στην εκκλησία και ήταν δίπλα στον παππού του, ο οποίος διέκρινε από πολύ νωρίς τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες του Λεωνίδα και τον προώθησε στο ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν η εκκλησία υπήρξε ένα από τα πρώτα του βιώματα, όσον αφορά το χώρο της μουσικής. Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος στη μουσική για το Λεωνίδα ήταν ο θρυλικός Κουρούπης από το γειτονικό Μέρωνα που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα.
Το 1941, όταν κατέκτησαν οι Γερμανοί την Κρήτη, τον βρίσκει με πολλές άλλες οικογένειες στις σπηλιές του Ψηλορείτη. Εκεί ο θείος του Μανώλης Λίτινας ασχολείται με διάφορα ξυλόγλυπτα και μεταξύ αυτών φτιάχνει και μία λύρα από ασφένταμο. Τα παιδιά την περιεργαζόταν και την άφηναν, όμως ο Λεωνίδας ανυπομονούσε να ακούσει τους πρώτους ήχους: “Σε 17 ημέρες έμαθα να κουρδίζω και σε 28 ακούστηκαν οι πρώτοι σκοποί στις κορυφές του Ψηλορείτη. Έπαιζα και τραγουδούσα συνέχεια”
Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής έβλεπε τα πρόβατα και έπαιζε και λύρα στα χωριά της περιοχής, ενώ στον Οψιγιά στο καφενείο Πικαντίλι, διασκέδαζαν τακτικά πολλοί μερακλήδες και χορευτές της επαρχίας που με την παρακίνηση τους έγινε σήμερα επώνυμος καλλιτέχνης.
Στα πρώτα του βήματα σημαντικό ρόλο έπαιζαν οι λυράρηδες της περιοχής ιδιαιτέρως ο Κουρούπης από το Μέρωνα και ο Καπαρός ο Λευτέρης από το Άνω Μέρος οι οποίοι κατά τον Κλάδο έπαιζαν σωστά και μελετημένα. Παράλληλα στο χώρο της Κρητικής μουσικής έκανε τα πρώτα του βήματα και ένας άλλος μεγάλος Αμαριώτης καλλιτέχνης ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης. Συχνά βρισκόντουσαν στον Οψυγιά οπού μαζί “τελειοποιούσαν” το παίξιμο τους γι’ αυτό και παρατηρεί κανείς κοινά στοιχεία.
Παρά την αντίδραση των γονιών του να γίνει επαγγελματίας λυράρης εκείνος είχε ήδη πάρει το βάπτισμα, τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει από τη λύρα του. Όπου γλέντι, γάμος, βαπτίσεις νάσου και ο Λεωνίδας να μαγεύει τους πάντες με τις κοντυλιές του. Από το 1945 έως το 1947 παίζει στο Ρέθυμνο κάθε βράδυ στο ζαχαροπλαστείο του Κλαψινού, όπου προωθείται από το πασίγνωστο λαγουτιέρη Μπαξεβάνη και πλέον γίνεται γνωστός σε όλο το νομό.
Το 1947 κατατάσσεται στο στρατό, όπου υπηρετεί για 29 μήνες. Επιστρέφοντας συνεχίζει και συνεργάζεται πάντα με κορυφαίους λαγουτιέρηδες Μαρκογιαννάκη, Κοτσιφό, Παχουντάκη, αλλά και τον Στέλιο Φουσταλιέρη. Ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους κορυφαίους λυράρηδες Λαγό, Καρεκλά, Σκορδαλό, Καλογρίδη.
Η φήμη του γρήγορα ξεπερνά τα όρια του νομού. Το Φεβρουάριο του 1951 βρίσκεται στη Μεσσαρά, όπου γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό και αγάπη στις διάφορες εκδηλώσεις της περιοχής. Συχνά έπαιζε στο καφενείο του Μιχάλη Τζωρτζάκη στη πλατεία των Μοιρών, όπου γνωρίστηκε με την κόρη του την Κλειώ. Παντρεύονται το 1953 και αποκτούν 2 γιούς και 2 κόρες. Σήμερα έχουν 8 εγγόνια. Από τη χρονική περίοδο αυτή γίνεται μόνιμος κάτοικος Μοιρών, όπου ο κόσμος τον αγκαλιάζει ως γνήσιο Μεσσαρίτη και ο ίδιος ανταποκρίνεται.
Το 1957 δημιούργησε το πρώτο του έργο στίχοι, μουσική, εκτέλεση δική του, το συρτό “Όταν κοιμάται ο δυστυχής”. Από το 1961 διακόπτει την καλλιτεχνική του ενασχόληση για λόγους υγείας. Ύστερα από επίμονη παρότρυνση φίλων ξαναρχίζει να παίζει και ταυτόχρονα επιστρέφει στις ζωντανές εμφανίσεις και δισκογραφία.
Μεγάλες στιγμές δισκογραφικά οι συνεργασίες του με τον Μανιά, Κακλή, Κρασαδάκη, Σκουλά, Σταματογιαννάκη, Αγγελάκη όλοι τους μεγάλες φωνές.
Στην καλλιτεχνική του πορεία είχε να παρουσιάσει πλούσια δραστηριότητα στην διάρκεια της οποίας προσπάθησε να εξελίξει και να αναπτύξει την τεχνική του με τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία της δικιάς του “σχολής” στο παίξιμο της κρητικής λύρας.
Η τεχνική του χαρακτηριζόταν από ποικίλες και γρήγορες εναλλαγές ενώ η ποιότητα του ήχου είχε μια έντονη γλυκύτητα που σε συναρπάζει. Πολλοί λένε σήμερα, ότι με τη λύρα του Κλάδου μερακλώνουν, ενθουσιάζονται, είναι η λύρα που τους αρέσει και τους ταξιδεύει σε κόσμους παραμυθένιους και παραδεισένιους.
Ο Κλάδος ταξίδεψε πολλές φορές στο εξωτερικό και ενθουσιάστηκε με τη διατήρηση της παράδοσης και των εθίμων τη Κρήτης στην ομογένεια. Είχε τιμηθεί πάμπολλες φορές για την προσφορά του από διάφορους δήμους- κοινότητες- συλλόγους. Στη λύρα του βρίσκουν την λεβεντιά, την περηφάνια και το μεγαλείο του Κρητικού λαού.
Επίσης είχε εκλεχτεί αντιδήμαρχος Μοιρών και δύο φορές Δημοτικός Σύμβουλος. Παράλληλα είχε δημιουργήσει βιοτεχνία παγωτών “Λύρα” και εργοστάσιο ζαχαροπλαστικής στις Μοίρες..
Ο Λεωνίδας Κλάδος, έφυγε από τη ζωή στις 12 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

561. ΝΤΟ-ΡΕ K-18 ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ 1961

Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος- Μαυροδημητράκης Σταύρος- Αρχόντισσα ΝΤΟ-ΡΕ  K-18 Πορτοκάλια (Τσιριγώτικο συρτό) - Μάνα μου (Ρεθυμνιώτικος συρτός) 1961- 45rpm- 7''
 «Ο Γιώργος Τζαγκαράκης  γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρείς αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του. Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Σταύρος Μαυροδημητράκης (βλέπε και αναρτήσεις 30, 43, 106, 254, 260, 330, 352, 372, 506 και 546). Παραπάνω μια φωτογραφία από το αρχείο του ¨Μουσική παράδοση Κρήτης¨ που απεικονίζει το Τζιμάκη με τον Μαυροδημητράκη. Στο τραγούδι η Αρχόντισσα. Πληροφορίες για την Αρχόντισσα δεν κατάφερα να βρω. Συμμετείχε σε πέντε τραγούδια, όλα με τον Τζιμάκη και όλα στην εταιρία Ντό-Ρέ (σε τέσσερα 45άρια Κ-16,17,18,19). Υποθετικά, αρχόντισσα στην Κρήτη προσφωνούν την πρώτη κυρία του σπιτιού, οπότε με κάθε επιφύλαξη ίσως να συνοδεύει τον Τζιμάκη η γυναίκα του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

560. ODEON GA 1327 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1928

Αραπάκης (Καλλίνικος-Τσούσης) Δημήτρης (Μήτσος)- Σέμσης (Σαλονικιός) Δημήτρης ODEON GA 1327 Χετσάζ (Στη τελευταία μου στιγμή- Μανές) - Ουσάκ (Κλαίω κρυφά κι αλύπητα- Μανές) 1928- 78rpm- 10''
«Σε αναζήτηση ορισμού για τον μανέ στις βιβλιογραφικές πηγές και σε λεξικά, σύμφωνη είναι η άποψη ότι πρόκειται για τραγούδι με μακρόσυρτη “ανατολίτικη” μελωδία στο οποίο επαναλαμβάνεται συχνά η λέξη “αμάν” ενώ ποικίλουν οι απόψεις για την πατρότητα και την καταγωγή του. H επίσημη ετυμολογική εκδοχή θέλει ο αμανές ή μανές να προέρχεται από το τουρκικό mani (λιανοτράγουδο δίστιχο ή τετράστιχο) και emane τα οποία σε συνδυασμό με την επίδραση από την επαναλαμβανόμενη χρήση του επιφωνήματος “αμάν” (στα αραβοτουρκικά “έλεος”) κατά την εκτέλεση του, οδήγησε στην μετάλλαξη του σε “αμανέ”. Το ίδιο συμπέρασμα φαίνεται πως προκύπτει και από την άποψη του τούρκου μουσικολόγου Mahmut R. Gazimihal, ο οποίος γράφει σχετικά πως ο όρος καφέ αμάν είναι
τσιγγάνικη παραποίηση στον τούρκικο όρο mani kahvesi, που χαρακτήριζε όσα καφενεία διέθεταν 2 ή 3 τραγουδιστές που αυτοσχεδίαζαν στίχους (λεγόμενους mani).
Μια άλλη εκδοχή η οποία υποστηρίζεται ως “εμπεριστατωμένη” από το λεξικό της μουσικής του Καλογερόπουλου και βασίζεται στην μελέτη του Γ. Κ.Φαιδρού (Σμύρνη 1881) είναι αυτή που θέλει ο μανές να προέρχεται από το αρχαιοελληνικό “μανέρω” μετά από συγκοπή της συλλαβής –ρω. Η μελέτη του Γ. Κ. Φαιδρού με τίτλο «Πραγματεία περί του Σμυρνέικου Μανέ» καταγράφεται ως η πρώτη συστηματική προσπάθεια διεκδίκησης του μανέ, αλλά και μελέτη με την οποία αποδίδει τον Σμυρνέικο Μανέ ως απόγονο του “αρχαίου μουσικού ήχου Μανέρωτος”. Η προβληματική του αφυπνίζεται από το γεγονός ότι υπάρχει, σύμφωνα με τον ίδιο, σύγχυση μεταξύ των εννοιών «Μανέρω, Λίνο, Αίλινο, θρήνο και θρηνωδία» τις οποίες και διευκρινίζει για να υποστηρίξει πως οι διανοούμενοι τις εποχής από αμέλεια και από άγνοια λανθασμένα θεωρούν ότι ο Μανές είναι Τούρκικος.
Για την σχέση Μανέρω και Λίνο αναφέρει πως σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Πλούταρχο, αυτό το είδος θρήνου αρχικά ονομαζόταν “Μανέρως” αλλά με την μεταφορά  του στην Αίγυπτο (όπου και πρωτοτραγουδήθηκε προς τιμήν του θανάτου του Λίνου, μονογενούς υιού του βασιλιά) επικράτησε να έχει δύο ονόματα ενώ αργότερα στην Κύπρο και σε άλλα μέρη, αλλού το έλεγαν “Λίνο” και αλλού “Μανέρω”, «Εις δε την Σμύρνην επεκράτησε να λέγεται Μανέρως και τά νύν Μανέ» ενώ στην Αρχαία Ελλάδα επικράτησε ως ο ελληνικός “Λίνος”. Για την σχέση των Μανέρω και Λίνο με τον Αίλινο επισημαίνει πως: «Έν Σμύρνη όμως διεσώθη ούχι μόνον ο Μανέρως ήτοι ο ολοφυρμός επι τη απώλεια του Λίνου, αλλά το αξιοπεριεργότερον και ο Αίλινος».
Αίλινος ονομάζονταν τα επιφωνήματα «Αί Αί Αί» τα οποία συνόδευαν τους Μανέρω και Ηπειροθετταλικό θρήνο κατά την τελετουργία του θρήνου ενώ το όνομα του προήλθε από την συγχώνευση του «Αί Αί Αί! Λίνε!» που σημαίνει «αλίμονο αλίμονο Λίνε!. Δηλαδή το γεγονός ότι ο “Μανέρως” είναι ο πρόγονος του Μανέ, μαρτυρείτε από το γεγονός ότι ο “Αίλινος” ακούγεται ακόμα και σήμερα μετά το τέλος κάθε στροφής στον μανέ καθώς ο “Αίλινος” έχει μετατραπεί - μεταφραστεί σε “αμάν” όπως ο “Κωκυτός” και ο “Κοπετός”, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο, συναντώνται ακόμα στα σύγχρονα μοιρολόγια.
Σύμφωνα με τον Φαιδρό ο «Λίναιος Μανέρως δεν είναι ιδιαίτερον θρηνώδες άσμα, αλλ’ ότι εκλήθη ούτως εκ του μονοφωνίου ή της κραυγής Αί Αί Αί Λίνε» επίσης τον περιγράφει ως «θλιβερά θρηνώδης ερωτική ωδή μετά των θρηνοδών στίχων». Ενώ εμφανής είναι η προσπάθεια διαχωρισμού του Λίναιου Μανέρω ως «θλιβερά θρηνώδης ερωτική ωδή» από άλλες μελωδίες και τραγούδια τα οποία λειτουργούσαν ως μοιρολόγια. Ο Φαιδρός προχωράει στο να ανασκευάσει της υπάρχουσες υποθέσεις που θέλουν ο μανές να είναι κληροδότημα των Τούρκων. Η ένσταση του Φαιδρού έγκειται στο γεγονός ότι τον “Μανέρω” «μη φροντήσαντες δε οι ενταύθα Έλληνες να εξετάσωσι το πράγμα ενόμιζον ότι και ο Αιλινός ήτο θρήνος. Αναπαύθησαν δε εν τη υποθέσει ότι οι Μανέδες είναι ήχοι Τουρκικοί, ενώ οι Τούρκοι αοιδοί ουδένα ήχον γνωρίζουσιν υπο την επωνυμίαν ταύτην».
Αναφέρεται, στην υπόθεση καταγωγής που θέλει ο μανές να προήλθε από την επαναλαμβανόμενη χρήση του επιφωνήματος “αμάν” ενώ για τον ίδιο το “αμάν” είναι απλά η μετάφραση του “Αίλινου” μετά το τέλος της κάθε στροφής. Σύμφωνα με τον Φαιδρό από το “αμάν” προέρχεται η λέξη “αμανές” κατά την οποία «Ανόητοι δε τινες εις την τελευταίαν λέξιν Αμάν προσθέτουσιν ες και αποτελούσι την λέξιν Αμανές αφαιρούσι δ’ έπειτα το αρκτικόν α και σχηματίζουσι την λέξιν Μανές.». Σημειώνει επίσης πως, οι Τούρκοι έχουν κάποια τραγούδια τα οποία αρχίζουν με το επιφώνημα «Γιάρ γιάρ αμάν» το οποίο μεταφράζει ως την έκληση για οίκτο «ερωφίλη ευπλαγχνίσθητι, ή ώκτειρον» τα οποία εκτελούνται σε Αραβοπέρσικους δρόμους «Μακάμια» σε αντίθεση με τον Μανέ ή Αμανέ τον οποίο «ψάλλουσι τον ήχον τούτον κατά τον Ελάσσωνα (Minore)».
Η επισήμανση του συγγραφέα μας αποκαλύπτει πως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει ως μανέδες τα κομμάτια που εκτελούνται στα αραβοπέρσικα μακάμια. Ο Φαιδρός θέλοντας να κάνει πιο έντονο τον συσχετισμό του Λινού με τον Σμυρνέικο Μανέ αλλά και ομαλότερη την μετάβαση από το παλαιό στον σύγχρονο υπονοεί πως η εξέλιξη του είδους οδήγησε στην δημιουργία εκτελέσεων σε περισσότερους από έναν μουσικούς τρόπους της αρχαιότητας οι οποίοι με μικρές παραλλαγές απαντώνται και σήμερα. ….».
Γύρω στους 20 μανέδες ηχογραφεί και ο Δημήτρης Αραπάκης (1890-1980) από το
1926 έως το 1935. Δυο από τους τρεις που ¨ηχογράφησε¨ για την Γερμανική Odeon στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου.
"Στην τελευταία μου στιγμή, στον υστερνό μου πόνο
 κανείς ας μη με λυπηθεί, παρά η καρδιά σου μόνο".
 Συμπληρώνει φωνάζοντας ο Σαλονικιός ¨και εγώ¨.
"Κλαίω κρυφά κι αλύπητα κι από καρδιάς στενάζω,
γιατί 'ναι κι άλλοι που πονούν, ίσως και τους πειράζω"
Βιογραφικά στοιχεία για τον Μήτσο Αραπάκη και τον Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιό) θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις. Ανάλυση για τους αμανέδες από την πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε και μερικές διευκρινήσεις παραπάνω.
Παραμονή της καινούργιας χρονιάς, με αρκετό πετρέλαιο να κυλάει στο αίμα, τους Weimar Gesang να τραγουδάνε ζωντανά μέσα της δεκαετίας του 80 από το laptop και η απίστευτη φωνή του Αραπάκη να τραγουδάει μανέδες έτοιμη για ανάρτηση. Καλή Χρονιά να έχουμε, με υγεία (σωματική και ψυχική), πολύ μουσική και καλή λευτεριά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

559. HIS MASTER'S VOICE AO-5190 ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ 1954

Τσαουσάκης Πρόδρομος- Κουλαξίδης Γιώργος- Σαββαΐδης Χαράλαμπος (Λάμπρος)- Δέδες Ιωάννης- Δερβενιώτης Θεόδωρος- Αθανασίου Ανέστος- Τατασόπουλος Ιωάννης- Αναγνώστου Σπύρος HIS MASTER'S VOICE AO-5190 Βασανισμένοι μας γονείς (Ζεϊμπέκικο) - Ερημιά παντού και χάρος (Ζεϊμπέκικο) 1954- 78rpm- 10''
«Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν Έλληνας τραγουδιστής, στιχουργός και τραγουδοποιός του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Κατάφερε να συνδέσει το νέο λαϊκό τραγούδι με το ρεμπέτικο παρελθόν του. Σημείωσε ξεχωριστές ερμηνείες στα τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη, Απόστολου Καλδάρα, Στέλιου Χρυσίνη, του Γερ. Κλουβάτου και πολλών άλλων δημιουργών. Με την γλυκιά βραχνάδα, την εκφραστικότητά του και την ευελιξία της φωνής του επηρέασε όσο κανέναν άλλος την νεώτερη γενιά των τραγουδιστών. Ο Βασίλης Τσιτσάνης τον είχε χαρακτηρίσει μεταπολεμικό γίγαντα του λαϊκού τραγουδιού με την βροντερή ρεμπέτικη φωνή.
Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης γεννήθηκε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης το 1919. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Μουτάφογλου. Το 1922, όταν ήταν 3 ετών, με τον διωγμό ήρθαν οικογενειακώς στην Ελλάδα και σύντομα βρέθηκαν στην Θεσσαλονίκη, όπου έμειναν στην Ακρόπολη, στο λεγόμενο Κουλέ-καφέ, πάνω στα κάστρα.
Από μικρό παιδί ο Πρόδρομος Τσαουσάκης αγαπούσε να τραγουδάει. Μικρό παιδί ακόμα έβγαινε στο παράθυρο του σπιτιού του και τραγουδούσε κι εκεί τον άκουγαν οι «παλιές γυναίκες», που αργότερα, όταν έβγαλε δίσκους του θύμιζαν τι ωραία που τραγουδούσε μικρός. Τα πρώτα του επαγγέλματα όμως ήταν πολύ μακριά από το τραγούδι. Σε νεαρή ηλικία έγινε επαγγελματίας παλαιστής ή πεχλιβάνης, όπως λεγόταν στην τουρκική ορολογία οι παλαιστές που πάλευαν αλείφοντας τα σώματά τους με λάδι. Για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Εργάστηκε ως επαγγελματίας παλαιστής μέχρι το 1940.
Το 1940 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης πήγε εθελοντής φαντάρος και όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος ήταν ήδη στρατιώτης. Στον πόλεμο αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και βασανίστηκε. Παρά την ταλαιπωρία, τις κακουχίες, τον κίτρινο πυρετό, τα κρυοπαγήματα και τα βασανιστήρια, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης πολέμησε και διακρίθηκε για τα ανδραγαθήματα του στη μάχη, φτάνοντας στον βαθμό του λοχία.
Τα χρόνια της Κατοχής γνωρίστηκε με την Άννα Καδόγλου, από την Προύσα, με την οποία κλέφτηκαν το 1942 και παντρεύτηκαν το 1943. Μαζί απέκτησαν δυο γιους. Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει να παίζει και να τραγουδάει με κομπανίες σε ταβέρνες της Θεσσαλονίκης. Σε με τέτοια εμφάνιση γνώρισε και τον Βασίλη Τσιτσάνη και συνεργάστηκαν. Ο Τσιτσάνης ήταν αυτός που τον βάφτισε Τσαουσάκη, όταν έμαθε ότι στον στρατό ήταν λοχίας, και τους λοχίες τους λέγανε τσαούσηδες. Έτσι ο Πρόδρομος Μουτάφογλου έγινε Πρόδρομος Τσαουσάκης.
Κατά την διάρκεια της θητείας του ο Πρόδρομος Τσαουσάκης άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι και τα πρώτα χρόνια στην Θεσσαλονίκη συνεργάστηκε με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκίλ και Σεβάς Χανούμ (Σεβαστή Παπαδοπούλου). Ο Βασίλης Τσιτσάνης του άρεσε πάντα και ήρθε η στιγμή να τον γνωρίσει όταν δούλευε στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Κατά την διάρκεια της Κατοχής ο Τσαουσάκης με τον Τσιτσάνη ήταν νύχτα και μέρα μαζί. Η φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη αποτέλεσε μεγάλη έμπνευση για τον Τσιτσάνη, που έγραψε πολλά μεγάλα τραγούδια εκείνη την εποχή.
Το 1946, όταν η δισκογραφία άρχισε να δραστηριοποιείται ξανά, ο Τσιτσάνης κατέβηκε για οριστική εγκατάσταση στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε φωνοληψίες. Και μαζί του ήθελε οπωσδήποτε να πάρει και τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Εκείνος όμως δεν ήθελε να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής δίσκων. Έτσι ο Τσιτσάνης αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την γνωριμία του με τον κουμπάρο του και αστυνομικό διευθυντή της Θεσσαλονίκης, Νίκο Μουσχουντή. Ο Μουσχουντής έπεισε τελικά τον Τσαουσάκη να υπογράψει το συμβόλαιο και να κατεβεί στην Αθήνα.
Η πρώτη δισκογραφική εταιρία με την οποία άρχισε να συνεργάζεται ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν η «Odeon» (μετέπειτα «Minos») και τα πρώτα τραγούδια που κυκλοφόρησε ήταν τα «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά» και «Ο ζητιάνος». Το «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά», το πρώτο τραγούδι του Τσιτσάνη, που ερμήνευσε ο Τσαουσάκης, έγινε αμέσως επιτυχία και σήμανε την αρχή μιας μεγάλης καριέρας.
Στις 6 Νοεμβρίου 1946 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία «Columbia-His Masters Voice». Ήταν μια από τις ιστορικότερες συνεργασίες στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Η αμοιβή των καλλιτεχνών εκείνη την εποχή γινόταν με βάση το αντίτιμο της λιανικής πώλησης ενός δίσκου 25 εκατοστών. Στο πρώτο συμβόλαιο ο Πρόδρομος Τσαουσάκης αμείφτηκε με την τιμή 5 δίσκων. Και ο 15χρονος τότε Στέλιος Καζαντζίδης θα έχει σαν πρώτο του τραγουδιστικό πρότυπο τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.
Το 1948 γραμμοφωνήθηκε για πρώτη φορά ένα κλασικό πια τραγούδι του Τσιτσάνη, η «Συννεφιασμένη Κυριακή», που γράφτηκε την περίοδο της Κατοχής στην Θεσσαλονίκη. Πρώτοι ερμηνευτές του τραγουδιού είναι ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και η Σωτηρία Μπέλλου.
Η συνεργασία Τσαουσάκη – Τσιτσάνη κράτησε μέχρι το 1951. Τότε ο Τσιτσάνης διέκοψε τη συνεργασία του με την «Columbia» και επέστρεψε στην «Odeon». Σε αυτό το διάστημα της συνεργασίας τους ο Πρόδρομος Τσαουσάκης είχε συνεργαστεί σε λίγα τραγούδια και με τους Κ. Καπλάνη, Απ. Καλδάρα, Γ. Μητσάκη, Γ. Παπαϊωάννου, Στέλιο Χρυσίνη και τον Θεσσαλονικιό μπουζουξή και συνθέτη Χρίστο Μίγκο. Έτσι, η βάση του σε αυτά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του ήταν τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Λέγεται μάλιστα ότι αυτές οι εμβόλιμες συνεργασίες του Τσαουσάκη με άλλους συνθέτες είναι που κλόνισαν την σχέση του με τον Τσιτσάνη, μιας και ο Τσιτσάνης, που θεωρούσε τον Τσαουσάκη ανακάλυψή του, ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, γεγονός είναι ότι από το 1951 και μετά δεν υπήρξε ποτέ ξανά κάποια επίσημη συνεργασία Τσιτσάνη – Τσαουσάκη. Ακόμα και το 1956, όταν ο Τσιτσάνης επέστρεψε δυναμικά στην «Columbia», στην οποία βρισκόταν ακόμη ο Τσαουσάκης, δεν υπήρξε συνεργασία.
Λέγεται ακόμα ότι ο Τσιτσάνης δώρισε στον Τσαουσάκη κάποια τραγούδια, μεταξύ των οποίων και μερικά που ηχογραφήθηκαν μετά το 1952, όταν ο συνθέτης δεσμευόταν από το συμβόλαιό του με την «Odeon».
Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους συνθέτες της εποχή κι επηρέασε την νέα γενιά των τραγουδιστών. Μια πολύ δυνατή συνεργασία ήταν με τον Απόστολο Καλδάρα, που με τα χρόνια έγινε δυνατή φιλία. Όπως περιέγραφε μάλιστα και ο γιος του Πρόδρομου Τσαουσάκη, Δημήτρης, πολλές Κυριακές το πρωί, κατευθείαν μετά την δουλειά, πήγαιναν στην εκκλησία των Αγίων Πάντων της Καλλιθέας, όπου ο Τσαουσάκης έψελνε, και μετά την εκκλησία πήγαιναν στον σπίτι για καφέ.
Τα πρώτα του τραγούδια μαζί έγιναν το 1949, με δεύτερη φωνή την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και ορχηστρική επιμέλεια του Βασίλη Τσιτσάνη, που μάλιστα έπαιξε μπουζούκι μαζί με τον Στέλιο Χρυσίνη. Ήταν τα τραγούδια «Γυναίκα απ’ το σωρό» και «Ας με κρίνει η κοινωνία». Ακολούθησαν τα τραγούδια «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Εσύ πασά μου φάε και πιες», «Δεν ζούμε εμείς οι μάγκες», «Ότι βρέξει ας κατεβάσει», «Μια στενοχώρια που έχω απόψε» κ.α.
Του Καλδάρα ήταν επίσης και τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε ο Τσαουσάκης στην «Columbia», την εποχή που εμφανιζόταν στο κέντρο «Παλόμα» στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με την Καίτη Πετράκη.
Την περίοδο 1952 – 1953 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν ο πρώτος τραγουδιστής της «Columbia». Έφτασε μάλιστα να αμείβεται με την τιμή των 18 δίσκων. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη αμοιβή λαϊκού καλλιτέχνη εκείνη την εποχή. Ο τρόπος ερμηνείας του ήταν λιτός και απαλλαγμένος από υπερβολές, κάνοντας της ερμηνείες του συγκλονιστικές, με μεγάλη εσωτερική ένταση, που αγγίζει την ψυχή του ακροατή.
Η περίοδος 1955 – 1959 χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή δισκογραφική πτώση για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Μέχρι το 1960, διάστημα κατά το οποίο είχε πάει στην εταιρία «RCA Victor», ηχογράφησε μόνο 12 τραγούδια, όσα δηλαδή είχε ηχογραφήσει το 1953 μέσα σε λίγους μήνες. Φαίνεται πως στην νέα αυτή εποχή το φαινόμενο Στέλιος Καζαντζίδης είχε βάλει στο περιθώριο τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, όπως και άλλους παλιούς τραγουδιστές όπως τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Τάκη Μπίνη κ.α…..
Μετά την αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού το 1960, ήρθαν ξανά στο προσκήνιο και την δισκογραφία πρόσωπα της παλιότερης εποχής, όπως ο Βαμβακάρης, ο Παγιουμτζής, η Μπέλλου, η Γεωργακοπούλου και άλλοι. Αυτή την εποχή ξεκίνησε και μια δεύτερη καριέρα για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Το ρεπερτόριο και η ερμηνεία του άντλησαν την δυναμική τους από τη ρεμπέτικη περίοδο με τα μάγκικα τραγούδια και τη μακρόσυρτη εκφορά των λέξεων που έγινε το σήμα κατατεθέν του.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 60 χρόνων στις 23 Οκτωβρίου 1979 στην Καλλιθέα Αττικής.»
Με το σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, συνεχίζουμε σε γνήσια λαϊκά μονοπάτια, με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη σε δυο δικά του τραγούδια. Σύμφωνα με τον Βασίλη Χατζηαντωνίου η ορχήστρα είναι οι παραπάνω αναγραφόμενοι καλλιτέχνες. Εξαιρετικός στο κανονάκι ο Σαββαΐδης στο ¨Βασανισμένοι μας γονείς¨ που δίνει ένα πολύ όμορφο ηχόχρωμα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).