Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

387. PARLOPHONE B.74470 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1959

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος PARLOPHONE B.74470 Λεονταριού καρδιά βαστούν (Νέος Αλφιανός Πεντοζάλης) - Εγώ δεν πρέπει να πονώ (Βαρύς Αποκορωνιώτικος Συρτός) 1959- 78rpm- 10''
 
«Ο Κώστας Μουντάκης έχει ρίζες από το χωριό Καλλικράτης Σφακίων, γεννήθηκε και μεγάλωσε όμως στο χωριό Αλφά Ρεθύμνου τότε που η μουσική διαφέντευε σε μικρές παρέες, κι ήταν η εμβέλεια της φωνής του καλλιτέχνη μικρή και χωρίς μέσα επικοινωνίας. Ο πατέρας του, Νικόλας Μουντάκης είχε το ψευδώνυμο ‘’Κελαηδής’’. Τραγουδούσε και χόρευε υπέροχα ενώ έπαιζε και λίγο λύρα. Δυστυχώς ο Κώστας Μουντάκης δεν τον γνώρισε, μεγάλωσε με την μητέρα του την Καλλιόπη.
Γαλουχήθηκε με μερακλήδες του τόπου του. Τότε χόρευαν ξυπόλητοι και τραγουδούσαν ολόγυρα στην τάβλα. Ο μεγαλύτερος από τα έξι του αδέρφια, ο Νικήστρατος, ήταν καλός λυράρης και καταπληκτικός ερμηνευτής στα δίστιχα. Για τον Κώστα Μουντάκη ο Νικήστρατος  ήταν πρότυπο. Από το πρώτο γραμμόφωνο που πήγε στο χωριό του, ο Κώστας Μουντάκης γνώρισε τον Ροδινό, Καρεκλά, Αντωνογιωργάκη, Καραβίτη, Καλογερίδη, Φουσταλιέρη, Μπαξεβάνη….
Στα 12 του χρόνια ανακάλυψε ένα λυράκι στο σπίτι της ξαδέρφης του και  ξεκίνησε να περιηγείται στο παίξιμο. Δάσκαλος του ήταν ο Δημήτρης Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης στο χωριό του. Στα 15 του χρόνια, συνόδευε τον δάσκαλο του Δημήτρη Καφάτο όταν έπαιζε στο καφενείο του χωριού. Κάπως έτσι άρχισαν οι πρώτες μικρές του εμφανίσεις.
Το 1943, στα 17 του δηλαδή χρόνια, θέλησε να αγοράσει την πρώτη του καλή λύρα και γι αυτή έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Ήταν η περίοδος που είχε δόξα το βιολί στην Κρήτη και όχι το λυράκι. Ο ίδιος αγόρασε την κρητική λύρα με τη σημερινή μορφή και ήταν μάλιστα από τους βασικούς καλλιτέχνες της εποχής που συνέβαλαν στο να κερδίσει η λύρα τον σημερινό της τίτλο.
Την περίοδο αυτή ήταν που εργάστηκε στο πλευρό ενός πλανόδιου πωλητή και αυτό το στιγμιότυπο της ζωής του τον οδήγησε να δημιουργήσει το τραγούδι «Ο Πραματευτής». Ο Κώστας Μουντάκης έδινε μεγάλη σημασία στο στίχο. Εμπνεόταν από τη φύση, τις κοινωνικές καταστάσεις και την ιστορία, τις ανθρώπινες στιγμές και τα συναισθήματα. Όπως έχει πει άλλωστε και ο γιος του Μάνος Μουντάκης, τα περισσότερα τραγούδια του πατέρα του είναι βιωματικά.
Στα 22 του χρόνια έφυγε από το χωριό του για την 5χρονη στρατιωτική θητεία. Κατατάχθηκε στη χωροφυλακή και πήγε στα Χανιά. Εκεί δεν σταμάτησε την ενασχόληση με την λύρα, αντιθέτως ασχολήθηκε περισσότερο και άρχισε μάλιστα να παίρνει τον δικό του δρόμο. Κατόρθωσε δίπλα σε φτασμένους βιολιτζήδες να ανοίξει τα φτερά του και να γίνει αξεπέραστος στο ψιλό κούρδισμα με τις πολλές δαχτυλιές και παραλλαγές αυτοσχεδιασμού. Στα Χανιά γνωρίστηκε και με τον Γιώργο και Στέλιο Κουτσουρέλη με τους οποίους συνεργάστηκε στην πορεία.
Το 1949 μετατέθηκε στην Αθήνα και από το 1950 έως το 1952 είχε αποσπαστεί στο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Όταν έπεσε η κυβέρνηση, ακολούθησε η παραίτηση του και η νέα του απασχόληση σε εργοστάσιο λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Εκεί βρισκόταν όλη την ημέρα ως εργάτης και το βράδυ μεταμορφωνόταν, φορούσε το κοστούμι και τα λουστραρισμένα του παπούτσια και πήγαινε πάλι για δουλειά παρέα αυτή την φορά με την λύρα του, ως επαγγελματίας λυράρης. Την περίοδο αυτή ο Κώστας Μουντάκης ήταν και πρωτοχορευτής στο θέατρο της Δόρας Στράτου.
Στη μεταπολεμική Ελλάδα της φτώχειας και του φόβου ο Κώστας Μουντάκης κατόρθωσε να οικοδομήσει με τις επιτυχίες του ένα μυθικό αποτύπωμα στην κρητική παραδοσιακή μουσική.  Έγραψε τραγούδια που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται. Η εκφραστική δύναμη της φωνής του παρέσυρε τους κρητικούς και τους οδήγησε να εκφράσουν τον πόνο, την πίκρα και τον καημό τους.
Πριν ανοίξει η πόρτα της Γερμανίας για τους Έλληνες που ήθελαν να εργαστούν εκεί, γεννήθηκε η εσωτερική μετανάστευση. Αρκετοί είχαν στοιβαχτεί στις πόλεις και μετά από ένα πόλεμο, αυτή η πρώτη τάση αστυφιλίας εκφράστηκε τόσο στο λαϊκό τραγούδι όσο και στο κρητικό. Ο Κώστας Μουντάκης που έβρισκε πάντα διέξοδο στο στίχο έγραψε το τραγούδι «Η παντέρμη ξενιτιά».
Μετά από τις εμφανίσεις στο καφενείο του χωριού του, η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ήταν σ ένα αρραβώνα το 1946. Από εκεί κι έπειτα σταδιακά, έφτιαξε ένα νέο μουσικό πρόσωπο χωρίς να αποχωριστεί στοιχεία από το παρελθόν.
Ο Γιώργος Κουτσουρέλης που παρουσίαζε μια ραδιοφωνική εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων είχε προσκαλέσει τον Κώστα Μουντάκη και αυτή ήταν η πρώτη του επαφή με το ραδιόφωνο ενώ οι πρώτες του ηχογραφήσεις ήταν με την επιμέλεια του Σίμωνα Καρά για το κρατικό ραδιόφωνο.
Το 1950, ο 25χρονος Κώστας Μουντάκης έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Αθήνα. Το 1953-1954 σηματοδοτήθηκε και το ξεκίνημα της δισκογραφικής του διαδρομής με τα συρτά.
Από εκεί κι έπειτα η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Η πυκνή του δισκογραφία τον έκανε να αποκτήσει πανελλήνια φήμη ενώ δεν άργησαν τα ταξίδια σε Αμερική, Αφρική, Αυστραλία, Γερμανία…..»
Εξαιρετικός Μουντόκωστας στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Με το γλυκό παίξιμο σε συνδυασμό με τις μαντινάδες και την φωνή, ξεχνάς ατέλειες του δίσκου.
Σε όλα τα παραπάνω βρίσκει κάποιος λάθος; Η πρώτη φωτογραφία παίζει στο e-bay. Για δυνατούς λύτες που έγραφαν και τα σταυρόλεξα.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

386. PAN-VOX PAN 6237 ΤΖΙΝΕΒΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 1970

Τζινεβράκης (Τζινευράκης) Εμμανουήλ- Θεοδωράκης Εμμανουήλ (Θοδωρομανώλης) PAN-VOX PAN 6237 Όταν βαθειά πονεί η καρδιά (Συρτός) - Με το διαστημόπλοιο (Νέος συρτός) 1970- 45rpm- 7''
 
«Σπουδαίος μουσικός ο Μανώλης Τζινευράκης (βλέπε και ανάρτηση 298). Τεχνίτης στο βιολί, αλλά και στο θιαμπόλι. Γεννήθηκε το 1924 στα Νοχιά Κισσάμου και καταγόταν από την μουσική οικογένεια των Τζινευράκηδων. Πολυτάλαντος μουσικός, γνώστης της τοπικής μουσικής κουλτούρας, δίδασκε, επιδιόρθωνε όργανα και παρόλη την αναπηρία του - είχε τραυματιστεί στο πόδι στα χρόνια του εμφυλίου - έδινε το παρόν σε κάθε εκδήλωση που τον καλούσαν.
Από μικρό παιδί έμαθε θιαμπόλι και ήταν ο μοναδικός που έπαιζε συρτό με θιαμπόλι.
Βιολί του έμαθε ο Βολάνης από την Καληδονία, προπολεμικά.
Έμεινε στην Νέα Χώρα στα Χανιά το 1954 όταν ήταν ήδη φτασμένος μουσικός.
Συνεργάστηκε με τον Μανώλη Θεοδωράκη, τον Μανώλη Νταουντάκη, τον Γιώργη Γομπάκη, τον Ναύτη, τον Π. Καστάνη, Π. Καρμπαδάκη και άλλους πολλούς. Το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο από συρτά, πεντοζάλι, ρουμαθιανή σούστα, κοντυλιές, καλαματιανά, νησιώτικα κ.α.
Δυστυχώς, αυτός ο σημαντικός μουσικός έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή το 1985, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σήμερα, οι παλιές ηχογραφήσεις του, μας θυμίζουν την όμορφη δεξιοτεχνία του, αλλά και την σπουδαία του προσφορά στα μουσικά δρώμενα των Χανίων.»
«Ο Μανώλης Θεοδωράκης (βλέπε και ανάρτηση 193) του Ευσταθίου (ή Τράικο αδελφός της συγγραφέα και ποιήτριας Βικτωρίας Θεοδώρου),  γεννήθηκε το 1923 στη γειτονιά Νησί των Τοπολίων Κισσάμου.
Ξεκίνησε να δουλεύει σε ένα κουρείο στα Χανιά, όπου ήρθε σε επαφή με διάφορους μουσικούς κι εκεί πρωτόπιασε το λαγούτο. Κουρέας στο κύριο επάγγελμα του, σταδιοδρόμησε για αρκετά χρόνια στην κρητική μουσική. Πολύ καλός στις δημόσιες σχέσεις για εκείνη την εποχή, συνεργάστηκε με τους κορυφαίους βιολιστές και λυράρηδες όπως ο Μιχ.Κουνέλης, ο Δημήτρης Χριστοφοράκης, ο Νικ.Σαριδάκης ή Μαύρος, ο Νικ.Χάρχαλης, ο Στρατής Γαλαθιανός, ο Μιχ.Παπαδάκης ή Πλακιανός Σπύρο Σηφογιωργάκη κ.α.
Βέβαια, δεν έπαιξε μαζί τους λόγω των καλών δημοσίων σχέσεων μόνο, αλλά και λόγω της πολύ καλής του τεχνικής πάνω στο λαγούτο. Μπορούσε να κλειστεί σε ένα δωμάτιο και να αυτοσχεδιάζει στο όργανο του με τις ώρες. Επίσης, έπαιξε με τους δύο κορυφαίους λυράρηδες του Ρεθύμνου, τον Θ.Σκορδαλό και τον Κ.Μουντάκη. Μάλιστα, με τον Μουντάκη εμφανίστηκαν από κοινού στην κινηματογραφική ταινία "Το νησί των γενναίων". Έπαιξε πολλές φορές στο ραδιόφωνο και έλαβε μέρος σε αρκετές ηχογραφήσεις με τον Δημ.Χριστοφοράκη και τον Γαλαθιανό. Απεβίωσε το 1997.»
Κισσαμίτικα παιξίματα στο σημερινό δισκάκι, από δύο δεξιοτέχνες του είδους. Οι μαντινάδες στο κλίμα της ¨τότε¨ εποχής (σε εμπορικό στυλ θα έλεγα).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

385. PANIVAR PA-235 ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ- ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ 1970

Σπυριδάκης Στέφανος (Στεφανής)- Σταυρουλάκης Φραγκίσκος PANIVAR PA-235 Μαλεβιζιώτης - Εσβείσανε οι όρκοι σου (Συρτός) 1970- 45rpm- 7''
«Μαλεβιζιώτης ή Καστρινός Χορός ή Πηδηχτός, λέγεται γιατί πρωτοχορεύτηκε στην επαρχεία Μαλεβιζίου στο Ηράκλειο και Καστρινός γιατί το Ηράκλειο λέγεται Κάστρο και  κάνει την εμφάνιση του σε όλη την Κρήτη κατά την διάρκεια του '20.
Χορός ζωηρός, γοργός, ηρωικός και εντυπωσιακός, αλματώδης, ενθουσιώδης, δυναμικός που αφήνει τον χορευτή ή τη χορεύτρια που σέρνει το χορό να αυτοσχεδιάσει και αποτελείται από οχτώ βήματα μπροστά και οχτώ πίσω . Χορεύεται από άντρες και γυναίκες μαζί, πιασμένοι σε σχήμα κύκλου με τα χέρια πιασμένα από τις παλάμες στο ύψος των ώμων αλλά με τους αγκώνες λυγισμένους, σε ρυθμό με μέτρο 2/4, με τη συνοδεία της λύρας ή του βιολιού, με λαγούτο, μαντολίνο ή ασκομαντούρα.
Οι βηματισμοί από απλοί, γίνονται πιο σύνθετοι, πιο γρήγοροι με απότομες κινήσεις (στροφές), που σημαίνει ότι χρειάζεται αντοχή και να έχεις την ευχέρεια να κάνεις γρήγορες και τεχνικές φιγούρες.
Διακρίνεται για την ατομικότητα, τη δημιουργία και την δεξιοτεχνία του. Ο πρωτοχορευτής θεωρείται ο τεχνίτης και ο οδηγός των υπολοίπων χορευτών, ενώ έχει την δυνατότητα να δείξει τη δεξιοτεχνία του κάνοντας παραλλαγές στα απλά βήματα, με καθίσματα, με ρυθμικά χτυπήματα των χεριών στα πόδια (ταλίμια), με απότομες στροφές στον αέρα, να αποσπάται του κύκλου με ρυθμικά χτυπήματα των ποδιών του στο έδαφος, πάντα μετρημένος και χωρίς υπερβολές.
Η γυναίκα πιάνει συχνά στο χορό πρώτη, με χάρη και θηλυκότητα, κάνοντας πολλές στροφές στο χέρι του άντρα και μερικές φορές, αποσπώμενη του κύκλου, χωρίς να απομακρύνεται από τον άντρα.
Η προέλευση του χορού έχει τις ρίζες του στη Μινωική εποχή, αφού στα ελληνικά γραπτά συναντούμε  ένοπλους επαναστατικούς χορούς, όπως τον Ορσίτη (αρχαίος Κρητικός χορός), όπου ο Αθηναίος μας λέει ότι έχει τις ρίζες του στην αρχαία Πυρρίχη.
Ο Γεώργιος Χατζηδάκις γύρω στο 1909 μας περιγράφει μια χαρακτηριστική φιγούρα του αυτοσχεδιασμού του μπροστινού: “άλλοτε ο οδηγός του χορού αποσπάται του κύκλου και χορεύει μόνος κρούοντας χείρας, άλλοτε πάλιν υψών τους πόδας κτυπά αυτούς με τα χείρας του εν ρυθμό. Οι πλέον ευκίνητοι στηριζόμενοι δια της μία χειρός επί του δευτέρου χορευτού και υψούντες το σώμα επί των ποδών, κάμπτουν τούτο προς τα όπισθεν, μέχρις ότου η κεφαλή αυτών εγγίζει το έδαφος. Ανορθούμενοι δ’ έπειτα αποτόμως εξακολουθούν χορεύοντας χωρίς να χάσουν τον ρυθμόν”.»
Στο σημερινό δισκάκι ο Σπυριδάκης Στέφανος (βλέπε και ανάρτηση 159) στη λύρα, με το Φραγκίσκο Σταυρουλάκη στο λαούτο. Όμορφα παιξίματα τόσο στο Μαλεβιζιώτη όσο και στο Συρτό.
Βιογραφικά στοιχεία δεν κατάφερα να βρω. Δισκογραφικά ο Στεφανής έχει δυο 45άρια, ένα αυτό της ανάρτησης 159 και το δεύτερο το σημερινό. Ο Φραγκίσκος Σταυρουλάκης έχει μόνο το σημερινό.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

384. PARLOPHONE GDSP 2652 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑ- ΜΠΑΤΖΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ 1961

Αλεξανδροπούλου Αθανασία- Μπατζής Βασίλης PARLOPHONE GDSP 2652 Απόψ' η πούλια μάλωνε (Τσάμικος) - Το κλίμα πούχεις στην αυλή (Συρτός τα τρία) 1961- 45rpm- 7''
«Η Αλεξανδροπούλου Αθανασία (βλέπε και ανάρτηση 182), γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Πεύκο Καλαβρύτων Αχαΐας το 1932. Από μικρή λάτρευε την μουσική, τραγουδούσε και χόρευε. Έμεινε ορφανή από πατέρα σε ηλικία 12 χρονών, αφού τον πατέρα της Θεόδωρο Αλεξανδρόπουλο (Κάκο), που βρέθηκε στα Καλάβρυτα το Δεκέμβριο του 1943, τον σκότωσαν οι Ναζιστές Γερμανοί μαζί με όλους τους Καλαβρυτινούς Έτσι η φτώχεια την ανάγκασε να φύγει από το χωριό και να αναζητήσει την τύχη της στην Αθήνα.
Ο Θεός την προίκισε με μια εξαιρετική φωνή και στα 18 της, σε ένα λεωφορείο την άκουσε  η γνωστή κριτικός ραδιοφώνου της εποχής Ηλέκτρα. Έπειτα την έστειλε να την ακούσουν στον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό, όπου διευθυντής ήταν ο Σίμων Καράς. Τραγούδησε με την ορχήστρα της Γεωργίας Μηττάκη και οι παρόντες, καλλιτέχνες δημοτικής μουσικής, παραδέχτηκαν το πηγαίο ταλέντο της στην καλλιφωνία και την προώθησαν.
Διέπρεψε τραγουδώντας πολλές επιτυχίες της εποχής, όπως «Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό να πιάσω φίλο τον αητό», «Λουλούδι τι εμαράθηκες» και άλλα.
Δισκογράφησε για την Columbia, Parlophone, Odeon και Minos. Συνεργάστηκε με τους: Βασίλη Μπατζή, Βασίλη Σκαλιώτη, Γιάννη Κουπά, Γιώργο Φλώρο, τον Κλαπαδώρα, τον Γούμενο, τον Χαλιγιάννη, τον Αραπάκη, Παναγιώτη Τζόγκα, Ηλία Παπαγεωργίου, Χρήστο Φαναρίτη και πολλούς άλλους εξαίρετους μουσικούς.
Δούλεψε για 13 χρόνια, στο περίφημο κέντρο δημοτικής μουσικής «ΕΛΑΤΟΣ» στην Ομόνοια της Αθήνας. Πόσοι και πόσοι συμπατριώτες μας, οι πρώτοι που έφυγαν από τα χωριά μας και άνοιξαν το δρόμο για μας τους νεότερους να εγκαταλείψουμε το χωριό, δεν διασκέδασαν ακούγοντας τη γλυκιά φωνή της περίφημης, εκείνα τα χρόνια, Αθανασίας, μετά από την κούραση της ημέρας, που τους θύμιζε τις ραχούλες στο χωριό τους;
Η Αθανασία Αλεξανδροπούλου, τραγούδησε επίσης σε χορούς και πανηγύρια σε όλη την Ελλάδα. Στις 05 Μαρτίου 2011 έφυγε από τη ζωή.»
«Ο Βασίλης Μπατζής (βλέπε και αναρτήσεις 120, 144 και 268) γεννήθηκε στο Εκκλησοχώρι Ιωαννίνων το 1923 και πέθανε 14 Μαρτίου του 1993. Ήταν γιος του Περικλή (Κλη) Μπατζή.
Συνεργάστηκε πολλά χρόνια στο κέντρο "Έλατος" με τον Νίκο Καρακώστα και πήρε πολλά απ αυτόν, ώστε το παίξιμό του να μοιάζει πολύ με του Καρακώστα. Ακέραιος και παραδοσιακός μουσικός, ήταν ίσως ο τελειότερος μετά την "παλιά φρουρά".
Έπαιζε εξίσου καλά το Ηπειρώτικο, το Μωραΐτικο, ακόμα και τα καμπίσια με ξεχωριστό δικό του τρόπο, δημιουργώντας τη δική του "σχολή" το Μπατζίδικο παίξιμο.
Χαρακτηριστικό είναι το παίξιμό του στο τραγούδι "Περιστεράκια όμορφα".
Με τον Αλέκο Κιτσάκη ηχογράφησε πάνω από 100 τραγούδια.
Σύμφωνα με τη Δέσποινα Μαζαράκη («Το λαϊκό κλαρίνο», Εκδόσεις «Κέδρος», σελ. 25-26), η «σκλήθρα» (σόι) των Μπατζαίων είναι η πιο αντιπροσωπευτική οικογένεια μουσικών της ηπειρώτικης περιοχής του Πωγωνίου, με παράδοση που χάνεται στον χρόνο. Γι’ αυτό και τα χορευτικά πωγωνίσια κομμάτια λέγονται και «μπατζήτικα».
Ο γενάρχης τους Θανάσης Μπατζής έπαιζε φλογέρα «πριν βγουν τα κλαρίνα».
Ο μοναχογιός του Λάμπρος Μπατζής (που γεννήθηκε το 1830) έπαιζε βιολί.
Οι 3 γιοι του Λάμπρου ήταν κι αυτοί μουσικοί: ο Χρηστος (Κίτσος) Μπατζής (1857-1942) έπαιζε λαούτο, ο Νικόλας Μπατζής (1863-1940) έπαιζε κλαρίνο (ήταν ο πρώτος που έπαιξε κλαρίνο σε όλα τα χωριά της περιοχής` είχε κλαρίνο «σι μπεμόλ», αλλά έπαιζε και τζουρά) και ο Βασίλης Μπατζής (1864-1932) έπαιζε βιολί.
Ο μοναχογιός του Χρήστου, Λάμπρος Μπατζής (γ. το 1913) έγινε βιολάτορας, κάνοντας βιολάτορα και τον γιο του Χρήστο Μπατζή (γ. το 1932).
Από τους 4 γιούς του Νικόλα, ο Περικλής (Κλης) Μπατζής (1887-1947), ο Κων/νος (Ντίνος) Μπατζής (1889-μετά το 1960) και ο Λάμπρος Μπατζής (γ. το 1901) έγιναν γνωστοί κλαριντζήδες, ενώ ο Γιώργος Μπατζής (γ. το 1899) έπαιζε ντέφι.
Από τους 2 γιους του Βασίλη, ο Χριστόφορος (Φόρος) Μπατζής έγινε βιολάτορας, ενώ ο Μιχάλης Μπατζής ήταν δεξιοτέχνης στο ντέφι.
Στη συνέχεια, οι 2 γιοι του Περικλή (Κλή), Νίκος Μπατζής (1910-1938) και Βασίλης Μπατζής (γ. το 1923) έγιναν φημισμένοι κλαριντζήδες, όπως άλλωστε και οι 2 γιοι του Ντίνου (που σκοτώθηκαν στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο) ο Μήτσος Μπατζής (1911-1940) και ο Αλέκος (Λέκος) Μπατζής (1926-1940).»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

383. COLUMBIA SCDG 3104 ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ- ΨΩΜΙΑΔΗΣ ΔΑΝΙΗΛ 1962

Ιωαννίδης Δημήτρης- Καζαντζίδης Θεοχάρης- Ψωμιάδης Δανιήλ COLUMBIA SCDG 3104 Εμέν εβώρα και δροσίς (Χορός Διπάτ) - Εκεί σο πέραν τα ρασία (Χορός Τικ) 1962- 45rpm- 7''
«Η μουσική και ο χορός είναι δύο στοιχεία κάθε πολιτισμού που μας ενώνουν με τις ρίζες μας. Η μουσική φέρνει πάντα αναμνήσεις ενώ ο χορός είναι μία δραστηριότητα που ενώνει τις κοινότητες και τους ανθρώπους μαζί. Η μουσική και οι χοροί του Πόντου είναι ξακουστοί και δημοφιλείς έως και σήμερα. Βασικό στοιχεία των ποντιακών χορών, είναι ότι όλοι χορεύουν ισότιμα σε κύκλο χωρίς να υπάρχει πρωτοχορευτής που ξεχωρίζει. Από αυτό και μόνο φαίνονται οι ισχυροί δεσμοί της κοινότητας των Ποντίων, αλλά και ότι το σύνολο ήταν σημαντικότερο από το άτομο. Οι ποντιακοί χοροί είναι πολλοί με πιο γνωστούς το κότσαρι, το διπάτ’ και το πιτσάκ. Από τους χορούς μπορούμε να καταλάβουμε τις επιδράσεις που έχει δεχτεί κάθε περιοχή, αν έχει δεχτεί επίδραση από άλλες περιοχές του Πόντου ή και από άλλους λαούς, όπως οι Αρμένιοι ή οι Τούρκοι.
Με το ξεριζωμό ανακόπηκε η συνεχής εξέλιξη των χορών που βλέπαμε στην ιστορία των Ποντίων έως τότε, αλλά παρέμειναν οι συνδετικοί κρίκοι που ένωναν του Ποντίους ανά την υφήλιο. Όσον αφορά την μουσική, βασικό στοιχείο όλων των ποντιακών τραγουδιών είναι η ποντιακή διάλεκτος, η οποίο μένει έως και σήμερα να κρατάει ζωντανή την ντοπιολαλιά του Πόντου.
Καθώς οι κοινωνίες τότε ήταν κλειστές, τα ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού τους ήταν εύκολο να διατηρηθούν αναλλοίωτα. Στη σημερινή εποχή αυτό είναι πιο δύσκολο, αλλά όπως φαίνεται η ποντιακή μουσική και χοροί, έχουν καταφέρει να επιζήσουν και να ενώνουν Ποντίους, αλλά και μη έως σήμερα.
Διπάτ’ είναι χορός τελετουργικός, με έκδηλη την ηθική πραότητα. Λέγεται και ομάλ’ Τραπεζούντας από το όνομα της πόλης και της περιοχής που τον ανέδειξε. Χορεύεται στον κεντρικό και τον ανατολικό Πόντο, καθώς και στο Καρς. Στο Καρς η ονομασία του είναι διπλόν ομάλ’. Αποτελεί τη βάση ολόκληρης ομάδας χορών (γιετίερε, τάμζαρα).
Ο χορός διπάτ’ πήρε την ονομασία του από τα δύο ρυθμικά μέτρα ή πόδες ή πατήματα, δηλαδή 4/8 και 5/8, από τα οποία αποτελείται ο εννεάσημος ρυθμός, ή εννέα όγδοα (9/8), ρυθμός βαρύς, ήρεμος κι ευγενικός στον οποίο χορεύεται το διπάτ’.
Είναι χορός τελετουργικός, με έκδηλη την ηθική πραότητα, την ευγένεια και τη σεμνότητα της ψυχής που δεν την διαταράσσουν τα πάθη. Έχει χαρακτήρα ομαδικό, μορφή κυκλική και χορεύεται από άνδρες και γυναίκες, ανάλογος με τους αρχαίους σεμνοπρεπούς θρησκευτικούς χορούς.
Χαρακτηριστικό των αρχαίων θρησκευτικών χορών, που αποτελούσαν το τυπικό της αρχαίας λατρείας και θεωρούνται αρχαιότεροι από όλους, είναι ότι ήταν ήρεμοι, με αυστηρή αρμονία, κάποτε γοργού ρυθμού, και χορεύονταν γύρω από το βωμό με ύμνους ειδικούς, όπως ο παιάν και το υπόρχημα. Είχαν και αυτοί σύσταση τριαδική: μουσική-κίνηση-ποίηση.
Τα ίδια ακριβώς στοιχεία χαρακτηρίζουν και το χορό διπάτ’ και αξίζει να τονιστεί ότι πάνω στο ρυθμό του χορού αυτού, τον σοβαρό και μεγαλόπρεπο, είναι και όλα σχεδόν τα ακριτικά και τα άλλα δημοτικά ποντιακά τραγούδια.
Η σοβαρότητα του χορού αυτού φαίνεται και από το γεγονός ότι χορευόταν από πρόσωπα της σεβαστής κυρίως ηλικίας, γι’ αυτό και το διπάτ’, ομάλ’ Τραπεζούντας, λέγεται και «’κοδεσπενακόν ομάλ’», ομάλ’ δηλαδή αφιερωμένο στις οικοδέσποινες των ποντιακών οικογενειών.
Από την ονομασία του αυτή αλλά και από τον τρόπο που χορεύεται θεωρείται από πολλούς μελετητές ότι έλκει την προέλευσή του από τον αρχαίο τελετουργικό χορό προς τιμή της θεάς Εστίας, προστάτιδας της οικογένειας.
Χορεύεται σε κύκλο κλειστό, με μέτωπο στο κέντρο του κύκλου. Έχει δώδεκα βήματα, από τα οποία το δεύτερο, το έκτο και το δέκατο βρίσκονται στην άρση και τα υπόλοιπα στη θέση.
Η εκτέλεση της πρώτης τετράδας βημάτων μεταφέρει τον κύκλο αργά προς τα δεξιά και το κέντρο και δημιουργεί με την κίνηση αυτή μικρότερη περιφέρεια (η κίνηση προς το βωμό). Η δεύτερη τετράδα επαναφέρει τους χορευτές στη μεγαλύτερη κυκλική περιφέρεια του χορού, όπου χορεύεται αργά, και η τρίτη τετράδα των βημάτων για να κλείσει το σχήμα του ο χορός.
Οι διαφοροποιήσεις που συναντάμε στο χορό βρίσκονται ακριβώς σ’ αυτή την τελευταία τετράδα βημάτων η οποία, συνήθως, ξεκινάει με το αριστερό πόδι, σε αρκετές περιοχές όμως ο βηματισμός μπορεί να ξεκινάει με το δεξί ή ακόμη και να μην έχει τη χαρακτηριστική άρση.
Ο χορός διπάτ’ ονομάζεται και γιαβαστόν σε χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας.»
Βιογραφικά στοιχεία για τον Δημήτρη Ιωαννίδη (βλέπε και αναρτήσεις 79 και 191), τον Θεοχάρη Καζαντζίδη και Δανιήλ Ψωμιάδη δεν έχω καταφέρει να συλλέξω. Εξαιρετικά παιξίματα στο σημερινό δισκάκι.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

382. ODEON G.A.8064 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗ ΟΥΡΑΝΙΑ- ΚΟΥΜΙΩΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1958

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ξυλούρη (Μελαμπιανάκη) Ουρανία- Κουμιωτάκης Γεώργιος (Καμαράτος) ODEON G.A.8064 Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές (Νέος συρτός Ανωγειανός) - Νησιωτοπούλα (Καλαματιανό) 1958- 78rpm- 10''
«Ο ¨Αρχάγγελος της Κρήτης¨ γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγια Ρεθύμνου. Ήταν μόλις πέντε ετών, όταν στις 13 Αυγούστου του 1941 οι Γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.
Τα πρώτα χρόνια στα κατεστραμμένα Ανώγια είναι φτωχικά και δύσκολα για την οικογένεια του Νίκου Ξυλούρη, όπως και για όλους τους συγχωριανούς του. Ο ίδιος φεύγει για το Ηράκλειο, για να μάθει γράμματα.
Το σχολείο, όμως, του είναι μάλλον αγγαρεία και ήδη έχει δείξει την κλίση του στη μουσική.
Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ’ όλη την Κρήτη.
Το 1953 ο 17χρονος Νίκος αφήνει πίσω το χωριό του, για να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο. Πιάνει δουλειά στο κέντρο «Κάστρο» και με τα λεφτά που παίρνει πληρώνει ίσα ίσα το ενοίκιο για την κάμαρά του. Έχει ν’ αντιμετωπίσει τη μουσική της εποχής (ταγκό, βαλς, ρούμπα, σάμπα κλπ), καθώς και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον βλέπουν με καλό μάτι. Οι καλοί φίλοι που έχει αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν, οργανώνοντας γλέντια, και το όνομά του αρχίζει σιγά - σιγά να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό.
Σε μια αποκριάτικη γιορτή βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας, και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ.
Η ταξική τους διαφορά θα τους αναγκάσει να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά, στις 21 Μαΐου του 1958. Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Γιώργη και τη Ρηνιώ.
Στο μεταξύ, η ανοδική πορεία του συνεχίζεται. Σκοπός του είναι να μάθει ο κόσμος τα τραγούδια της Κρήτης έξω από τα σύνορά της. Το Νοέμβριο του 1958 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Odeon» υπό τον τίτλο «Νησιωτοπούλα μου», παίρνοντας ως αμοιβή 150 δραχμές! Ο δίσκος γνωρίζει επιτυχία και η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους, βγάζοντας τον από τις δύσκολες μέρες….»
Ο πρώτος γραμμοφωνικός δίσκος του Ψαρονίκου η σημερινή ανάρτηση με συνοδεία στο λαούτο τον Γιώργο Κουμιώτη και στα φωνητικά την γυναίκα του Ουρανία Ξυλούρη. Έτσι ξεκίνησαν όλα τα δισκογραφικά δρώμενα για τον Ψαρονίκο και αργότερα ακολούθησαν οι δισκογραφικές RCA, Musicbox, Columbia, His Masters Voice, Keravnophone.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).