Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2023

334. NINA N-24652 ΚΑΤΣΑΜΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 196X

Κατσαμάς Εμμανουήλ- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) NINA N-24652 Σημάδι μουχεις στην καρδιά (Συρτός) - Μια ψηλομελαχροινή (Καλαματιανός) 196X- 45rpm- 7''
Ο Μανώλης Κατσαμάς γεννήθηκε στους Έρφους Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης το 1924. Προικισμένος λυράρης με δεκαετίες θητείας στο κρητικό γλέντι, έπαιξε σε πολλές περιοχές της Κρήτης, κέρδισε το θαυμασμό και παρέμεινε στη μνήμη όλων όσοι τόνε γνώρισαν, ως χαροκόποι (=γλεντιστάδες), ή συνεργάστηκαν μαζί του, ως πασαδόροι λαγουθιέρηδες. Η παρουσία του στην κρητική μουσική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα είναι σεβαστή και υπολογίσιμη.
Εκτός από τη δεξιοτεχνία του, ήταν από τους μουσικούς που «ήξεραν να στήνουν γλέντι», πράγμα που τον ανέδειξε και τον καθιέρωσε ανάμεσα στους μερακλήδες του καιρού του, εκείνους που «ανάγκαζαν» το λυράρη να προσέχει και την τελευταία λεπτομέρεια στο παίξιμό του, γιατί απαιτούσαν την «καλή λύρα» για να διασκεδάσουν, και είτε τον αντάμειβαν (ηθικά και υλικά, με το τακτικό παρόν τους στα γλέντια του) είτε τον περιφρονούσαν.
Διέθετε ξεχωριστό, ονομαστό «χρώμα» στο παίξιμό του και «χρωμάτιζε» μ' αυτό όλα τα τραγούδια που έπαιζε, συνθέσεις διαφόρων καλλιτεχνών, προσαρμόζοντάς τα στο ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο ύφος του. Παρά το ότι, δυστυχώς, το δισκογραφικό του έργο ήταν περιορισμένο, ο συρτός του «Ζητιάνος» κατατάσσεται στα κλασικά κομμάτια της «χρυσής εποχής» της ρεθεμνιώτικης μουσικής (δεν πρέπει να συγχέεται με το ομότιτλο, αλλά εντελώς διαφορετικό, συρτό του Κ. Μουντάκη). Άλλες δισκογραφικές επιτυχίες του Μαν. Κατσαμά που μπορέσαμε να καταγράψουμε είναι τα : "Σημάδι μου χεις στην καρδιά", "Στην αγάπη μας δε θέλω καταδότες", "Μια ψηλομελαχροινή", "Κάθε καρδιά που αγαπά", "Φεύγω αγάπη μου στα ξένα", "Γιατρός είσαι στην πληγή", με συνοδεία το Γιάννη Μαρκογιαννάκη και τους γιους του Γιώργη και Βασίλη.
Καλλίφωνος και με μεγάλες φωνητικές αντοχές, ακόμη και την τρίτη συνεχόμενη μέρα του γλεντιού, την ώρα που ξυπνούσε - μετά τον ελάχιστο ύπνο που «έκλεβαν», αν ήταν τυχεροί, σε καμιά γωνιά οι οργανοπαίχτες - «άκουες τη φωνή του σαν τ' αηδονιού» να λέει μαντινάδες στο σιγανό πεντοζάλη, με δυο κύκλους χορευτές τον ένα μέσα στον άλλο, και φυσικά ακουγόταν απ' όλους χωρίς μικρόφωνο.
Το 1965 σε ένα γλέντι που έπαιζε, δεν κατάφερε να φτάσει ο λαουτιέρης Μίνωας Κοτζαμπασάκης από το χωριό Καλογέρου Αμαρίου και αναγκαστικά τον συνόδευσε με το μπουζούκι του, ο δωδεκάχρονος γιός του Γιώργος.
Το 1967 εμφανίζονταν στην ταβέρνα «Κισσός” στον Πειραιά κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή βράδυ.
Το 1970 ο Μανώλης Κατσαμάς άνοιξε δικό του μαγαζί στο Αιγάλεω με το όνομα «Νεράιδα”, στο οποίο εμφανίζονταν οι γιοί του Γιώργος Κατσαμάς και Βασίλης Κατσαμάς, όσο και άλλοι καλλιτέχνες όπως ο Νίκος Βενιανάκης (Βενιανός), ο Μανούσος Μαυράκης, ο Νίκος Σκευάκης κ.α. Το 1973 η «Νεράιδα” έκλεισε.
Ο Μανώλης Κατσαμάς παντρεύτηκε την Αμαλία Κατσαμά και απέκτησαν επτά παιδιά τον Γιώργο Κατσαμά λυράρη, τον Βασίλη Κατσαμά λαουτιέρη και τραγουδιστή, τον Σήφη Κατσαμά επίσης καλού τραγουδιστή, τον Νικηφόρο Κατσαμά με το παρατσούκλι «Νίκος Κρητικός” γνωστού κιθαρίστα στο λαϊκό πεντάγραμμο, την Πόπης Κατσαμά η οποία είχε επίσης τραγουδήσει λαϊκά τραγούδια με μεγάλη επιτυχία την δεκαετία του ’70 και επίσης τον Ηρακλή και την μεγαλύτερη σε ηλικία από όλους, την Γιαννούλα. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος στο παρελθόν, ήθελε να τον «διαδεχθεί” ή ο γιός του Γιώργος ή ο Βασίλης, ώστε να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση των λυράρηδων.
Πέθανε σε ηλικία 72 ετών το 1996, αφού ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από την επάρατη νόσο. Συνέχισε να παίζει με αξιοθαύμαστο κουράγιο ακόμη και λίγους μήνες πριν το θάνατό του. Τα παιδιά του (οι Κατσαμάδες) συνέχισαν, το καθένα με τον τρόπο του, τη μουσική παράδοση της οικογένειας.
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Κατσαμά, ο Μαρκοβαγγέλης σε δυο από τα πιο γνωστά τραγούδια του Μανώλη. Δυστυχώς δεν έχω πληροφορίες για την χρονολογία της ηχογράφησης ή κυκλοφορίας του δίσκου. Κυκλοφόρησε με άσπρες και μαύρες ετικέτες καθώς και από (Phono) Recor με τις ίδιες μήτρες.
Τον Μανώλη Κατσαμά τον ¨συναντάμε¨ στις πρώτες αναρτήσεις (νο 4) του ιστολογίου, πριν από τρία χρόνια, χωρίς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό.   
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 




Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

333. COLUMBIA SCDG 3555 ΣΚΑΦΙΔΑΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1965

Σκαφίδας Κώστας- Κόρος Γεώργιος- Βασιλόπουλος Ιωάννης COLUMBIA SCDG 3555 Σαν τα παγωμένα χιόνια (Συρτό) - Στερέψανε οι ποταμοί (Τσάμικο) 1965- 45rpm- 7''
Ο Κώστας Σκαφίδας γεννήθηκε στα Μάρμαρα της Φθιώτιδας, και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Την καριέρα του την ξεκίνησε από την «ΤΡΙΑΝΑ» του Χειλά, μαγαζί από το οποίο πέρασαν όλοι οι μεγάλοι του Ρεμπέτικου τραγουδιού, αλλά αργότερα μεταπήδησε στο Δημοτικό Τραγούδι, το οποίο άνθιζε εκείνη την εποχή.
Την πρώτη του εμφάνιση την έκανε στον «ΕΛΑΤΟ», μετά την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου 45 στροφών, ο οποίος είχε το επιτραπέζιο τραγούδι «Σιγά Λιάκο μ’ μη βιάζεσαι κάτσε να πάμε αντάμα», το οποίο τον έκανε γνωστό στο Πανελλήνιο. Από τότε βρέθηκε στην κορυφή, πρώτο όνομα στα σχήματα των μεγαλύτερων κέντρων.
Απ’ όπου πέρασε ο Κώστας Σκαφίδας, χάλασε κόσμο, όπως και στο δικό του μαγαζί (αργότερα), το οποίο βρισκόταν στον Σταθμό Λαρίσης, στην οδό Αγίου Παύλου.
Να επισημάνουμε ότι από τότε που έκλεισε το μαγαζί του Σκαφίδα στο σταθμό Λαρίσης, χάλασε και η πιάτσα, και έχασε την αίγλη της η περιοχή των «Δημοτικών» μαγαζιών.
Από το μαγαζί στον σταθμό Λαρίσης, από τον «ΣΚΑΦΙΔΑ», πέρασαν μουσικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, εφοπλιστές, βουλευτές, υπουργοί, μετανάστες, και κάθε λογής φιλόμουσοι. Μόνιμος θαμώνας, αλλά και λάτρης του Σκαφίδα ήταν και ο μεγάλος Στέλιος Καζαντζίδης.
Μόνιμοι συνεργάτες του ήταν οι Γιώργος Κόρος, Κώστας Σούκας, Βαγγέλης Κοκκώνης, Βάσω Χατζή, Άννα Τσαχάλου, Μάκης Μπέκος, και άλλοι.
Ο Κώστας Σκαφίδας, εκτός από τα «ανατολίτικα», και τα παραδοσιακά Δημοτικά τραγούδια, έχει ένα μεγάλο ρεπερτόριο που λίγοι το κατέχουν. Πρόκειται για το ρεπερτόριο της «σχολής» των Σκληρού, Ανδριανού, Γούβα, αλλά και άλλων μεγάλων του Δημοτικού τραγουδιού, ρεπερτόριο που τραγουδιέται στα χωριά της Αττικής, στη Σαλαμίνα, την Εύβοια, και σε άλλες περιοχές. Πρόκειται για εκατοντάδες τραγούδια λαϊκά, συρτά, νησιώτικα, που δεν τα τραγουδούν πολλοί, και μάλιστα σωστά όπως ο Σκαφίδας.
Παρακάτω συνέντευξη του Κώστα Σκαφίδα (ολόκληρη θα την βρείτε στις πληροφορίες):
«Πού γεννηθήκατε, κύριε Σκαφίδα;
Γεννήθηκα στο Γαλάτσι από φτωχική οικογένεια, Νίκο. Για να ορθοποδήσω, έκανα τόσο πολλές δουλειές, που πρέπει να γράψω βιβλίο για να τις απαριθμήσω. Από 11 χρονών άρχισα να τραγουδάω τυχαία στο Μαρκόπουλο. Μετά είχα μπλέξει με κάποιους λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ήταν ο Σκορδίλης.
Οι γονείς σας, φτωχοί;
Πάμφτωχοι. Ο πατέρας μου ήταν από τη Ρούμελη και η μάνα μου πέθανε όταν ήμουν εγώ έξι χρονών. Ήμασταν τέσσερα αδέρφια.
Στο σχολείο ήσασταν καλός μαθητής;
Σχολείο; Και που πήγα λίγες τάξεις, δώρο άδωρον. Πήγα στο νυχτερινό στον Παρνασσό. Όμως δούλευα σε ένα κουρείο το πρωί και από την κούραση που είχα, όταν πήγαινα το βράδυ σχολείο, κοιμόμουν στα θρανία.
Νιώσατε φτώχεια εκείνα τα χρόνια;
Μόνο φτώχεια; Από πέντε ετών παιδί, ξυπόλητο, πουλούσα τσιγάρα στα στενά της Κυψέλης για να βγάλω ένα χαρτζιλίκι. Γύριζα στο σπίτι και τα πόδια μου έτρεχαν αίματα. Τι να σου πω τώρα. Πολύ άσχημες καταστάσεις. Η δική μου γενιά έφτιαξε την Ελλάδα. Γι’ αυτό θα πρέπει να μας ευγνωμονούν οι νεότερες γενιές. Όταν λοιπόν έφυγα από τις παρέες με τους λαϊκούς τραγουδιστές εκείνης της παλιάς γενιάς, που είχαν μπλέξει με ουσίες κ.λπ., τα παράτησα. Συνέχισα να δουλεύω στο κουρείο και μετά άνοιξα ένα δικό μου μικρό κουρείο. Όμως παράλληλα τραγουδούσα. Έτσι, αυτοδίδακτος. Δεν με έμαθε κανένας. Δηλαδή στην ηλικία των 17 ετών ακουγόταν παντού το… Συγκρότημα Σκαφίδα.
Εκείνη την εποχή ποιοι μεσουρανούσαν;
Ο Δημήτρης Ζάχος. Ο μεγάλος αυτός τραγουδιστής κατάφερε να επαναφέρει το δημοτικό τραγούδι σε όλη την Ελλάδα. Ήταν ο σταρ του δημοτικού τραγουδιού. Προτού βγει ο Ζάχος, ήταν οι παλιότεροι, όπως ο Παπασιδέρης, όμως το δημοτικό είχε αρχίσει να χάνεται. Έτσι, κόλλησα κι εγώ δίπλα στον σταρ Δημήτρη Ζάχο και συνεργαστήκαμε για πολλές δεκαετίες μαζί. Όπου πήγαινε ο Ζάχος έκλειναν οι δρόμοι. Είχε τέτοιο εκτόπισμα. Κάποια στιγμή ένας Κούτρας μού λέει: «Ρε Κώστα, σε ζητάνε στο Κριεκούκι να πας να τραγουδήσεις». Πράγματι, πηγαίνει το Συγκρότημα Σκαφίδας και, μόλις είδα ότι πήρα χρήματα που θα τα έβγαζα από το κουρείο σε δύο μήνες, παράτησα το κουρείο κι έκανα επάγγελμα το τραγούδι.
Μετά με βλέπει ο Βασίλης Χειλάς, που είχε την περιβόητη Τριάνα του Χειλά, και μου κάνει πρόταση. Παιδί εγώ ακόμη, έτρεμα. Τότε φίρμες ήταν η Μαριάννα Χατζοπούλου και η Πόλυ Πάνου. Για να μπεις στην Τριάνα του Χειλά έπρεπε να είσαι τεράστιο όνομα. Αυτό μου έκανε καλό. Γιατί ανέβηκε τόσο πολύ το κασέ μου, που ούτε ο Ζάχος δεν το έπαιρνε εκείνη την εποχή. Όμως κι εγώ είχα τόσο σουξέ, που έρχονταν από όλη την Αττική για να ακούσουν τον Σκαφίδα.
Ποιος συνθέτης σας πίστεψε και σας έδωσε την πρώτη μεγάλη σας επιτυχία;
Ο μεγάλος Κοκοτίνης. Τότε στην Columbia υπήρχαν οι «συμμορίες» και καθένας προσπαθούσε να επιβάλει τους δικούς του καλλιτέχνες. Ο Κοκοτίνης τους λέει: «Εγώ θα φέρω τον Σκαφίδα γιατί τον θέλει ο κόσμος». Κάποιοι έπεσαν να τον φάνε, αλλά επιβλήθηκε και πήγα. Ο πρώτος δίσκος έκανε τεράστια επιτυχία και από τις δύο πλευρές. Έκτοτε κατάφερα να κάνω και κουμάντο στην Columbia. Επέβαλλα τους δικούς μου μουσικούς, γιατί η επιτυχία μου ήταν τεράστια. Θυμάμαι υπήρχαν φορές που δεν είχα τσιγάρο να καπνίσω από τη φτώχεια αλλά, όταν πήγαινα στο Καφενείο των Μουσικών, ήμουν ντυμένος στην πένα. Και όλοι πίστευαν ότι είμαι ο… Ωνάσης. (γέλια)
Με τον Καζαντζίδη υπήρξατε στενοί φίλοι…
Τον λάτρεψα και με λάτρεψε σαν αδερφό. Όταν άνοιξα το δικό μου μαγαζί, πρώτος μπήκε μέσα ο Καζαντζίδης να το δει και μετά εγώ. Κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι. Θυμάμαι μια φράση που μου έλεγε: «Κώστα, στο τραγούδι δεν υπάρχει ούτε πρώτος ούτε τελευταίος. Αυτά είναι γούστα. Άλλος γουστάρει τον Γαβαλά και άλλος εμένα». Εγώ τραγουδάω 68 χρόνια. Δεν ξέρω πώς τραγουδάω και τι τρόπος υπάρχει. Ξέρω όμως να ακούω καλά τα τραγούδια. Αν μου βάλεις κάποιον απέναντί μου, θα σου πω «αυτός τα λέει καλά». Το τραγούδι είναι έμφυτο. Δεν μαθαίνεται. Θυμάμαι τότε που βγήκα εγώ ήταν όλα τα ιερά τέρατα ζωντανά και τραγουδούσαν. Ο Μεϊντανάς τραγουδούσε εδώ και ακουγόταν μέχρι το κέντρο της Αθήνας. Ήταν ο Μήτσος Αραπάκης που δούλεψα μαζί του όσο λίγοι.
Στη σύγχρονη μουσική ιστορία δύο μπορούσαν να κάνουν αμανέδες: Περπινιάδης και Σκαφίδας. Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη τεχνική;
Με τον Περπινιάδη ήμασταν σαν αδέρφια. Δουλέψαμε μαζί μισό αιώνα. Είχαμε δώσει υπόσχεση, αν θα λείπει ο ένας από το μαγαζί, να μην πηγαίνει ούτε ο άλλος. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη τεχνική. Υπάρχει η φλόγα που βγαίνει από την καρδιά και εκδηλώνεται ως φωνή.
Στη χρυσή εποχή που μεσουρανήσατε για ποιον καλλιτέχνη «έσπαγαν» οι πόρτες;
Γέμιζαν όλα τα μαγαζιά και δουλεύαμε εφτά μέρες την εβδομάδα. Εκείνος που γέμιζε στάδια ήταν ο Καζαντζίδης. Δεν μπορεί να υπάρξει τέτοια σωστή φωνή.»
Στο σημερινό δισκάκι, μαζί με τον Σκαφίδα οι εξαιρετικοί Γιώργος Κόρος και Γιάννης Βασιλόπουλος. Στα πρώτα λαϊκοδημοτικά τα σημερινά τραγούδια με το βιολί του Κόρου να δίνει αυτό το ηχόχρωμα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023

332. SONATA SON-066 ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ- ΓΕΡΑΡΔΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1968

Κονιτόπουλος Γιώργος (Ο Μαέστρος του Αιγαίου- Ο Βάρδος του Αιγαίου)- Κονιτόπουλος Βαγγέλης- Γεράρδης Μανώλης SONATA SON-066 Ψοφήσανε τα πρόβατα (Συρτό) - Κυκλαδίτικη σούστα 1968- 45rpm- 7''
Ο Γιώργος Κονιτόπουλος, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Γιος του φημισμένου βιολιτζή, απ' τον Κινίδαρο της Νάξου, του Μιχάλη Κονιτόπουλου (μωρού) και της Μαρίας Φυρογένη απ' την Κεραμωτή.
Σε ηλικία 6-7 χρονών πήρε τα πρώτα του μαθήματα στο βιολί από τον πατέρα του. Ο πόλεμος του '40 και η κατοχή βρήκε την οικογένεια του Μιχάλη Κονιτόπουλου στον Κινίδαρο.
Το επαγγελματικό του ξεκίνημα έγινε ενώ ήτανε μαθητής γυμνασίου, με τον φόβο του πατέρα του, αλλά κυρίως το φόβο του αυταρχικού σχολείου της εποχής εκείνης. Κάτω λοιπόν στου Μαρμαρά, σε Κουλουριώτες ψαράδες, πού 'χαν αραγμένες τις ανεμότρατές τους, λόγω της χειμωνιάτικης κακοκαιρίας, έπαιξε για πρώτη φορά «δημόσια» βιολί (με λαουτιέρη τον Πέπο) και κέρδισε τα πρώτα χειροκροτήματα, τις πρώτες καρδιές και τα πρώτα του χρήματα. Ήτανε μόλις 16 χρονών.
Το 1958, βρίσκει στην Αθήνα, την Ειρήνη την αδελφή του, τραγουδίστρια στο Σίμωνα Καρρά. Στη συνέχεια, ο Γιώργος (βιολί), ο θείος του Μήτσος Φυρογένης (λαούτο) και η Ειρήνη (τραγούδι), δίνουν με επιτυχία εξετάσεις, σαν κομπανία, στο Ε. Ι. Ρ. σε επιτροπή, με πρόεδρο τον Σίμωνα Καρρά. Η επιτυχία τους αυτή στην Ελληνική Ραδιοφωνία, ήτανε η αρχή μιας ταύτισης• Γιώργος και Ειρήνη Κονιτοπούλου και Κυκλαδίτικο τραγούδι.
Το 1960 κυκλοφορεί δύο μικρούς δίσκους 45 στροφών με δύο παραδοσιακά τραγούδια και δύο δημιουργίες δικές του.
Το 1963 παντρεύεται τη χωριανή του Κατερίνα Κουνάδη. Αποκτά δυο παιδιά, το Μιχάλη και τη Νάσια.
Γράφει, συνθέτει, εκτελεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η υπόλοιπη Ελλάδα εκτός Κυκλάδων, σιγά-σιγά συνδέει το νησιώτικο τραγούδι με τ' όνομά του.
Ο Γιώργος Κονιτόπουλος γράφει ιστορία στο λαϊκό μας πολιτισμό.
Ποιο είναι το παραδοσιακό τραγούδι της Νάξου και ποιο του Γ. Κονιτόπουλου. Η κληρονομιά που μας άφησε είναι πεντακόσια και πλέον τραγούδια (70 περίπου παραδοσιακά) και τα υπόλοιπα συνθέσεις, δημιουργίες δικές του.
Στις 18 Ιουνίου 1991, ο Γιώργος το μωρουδάκι, έφυγε για να συνεχίσει το τραγούδι του μαζί με το βιολί του, σε άλλους κόσμους. Σε μας άφησε το έργο του το αθάνατο, και στους νεότερους Κονιτοπουλαίους βαριά κληρονομιά.
Ο Μανώλης Γεράρδης γεννήθηκε στη Φολέγανδρο των Κυκλάδων στις 26 Ιουνίου 1936.
Μεγαλύτερος γιος του Ευριπίδη και της Μαργαρίτας Γεράρδη μεταξύ επτά αδερφών (5 κορίτσια και 2 αγόρια).
Στην ηλικία των 17 χρόνων έφυγε από το νησί για την Αθήνα. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ναύτης Λιμενικού στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με την ειδικότητα του μάγειρα. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, ενώ παράλληλα το 1961 μπήκε στο χώρο του τραγουδιού και ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο.
Ηχογράφησε συνολικά 63 τραγούδια, και εμφανίστηκε στο πάλκο της Τριάνας του Χειλά δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και στη συνέχεια δίπλα στον Πάνο Γαβαλά.
Το 1967, με κουμπάρο τον Πάνο Γαβαλά, παντρεύτηκε με την Κατερίνα Βλαβιανού. Απέκτησαν μαζί 4 παιδιά.
Έμεινε στο τραγούδι μέχρι το 1970, όπου και ξαφνικά πήρε την απόφαση να το εγκαταλείψει για να ανοίξει αρτοποιείο μαζί με τον αδερφό του Δημήτρη, επιστρέφοντας στην τέχνη που γνώριζε και ο πατέρας τους. Από το ίδιο αυτό αρτοποιείο συνταξιοδοτήθηκε το 2005.
Το τραγούδι παρέμεινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του, με τη φωνή του να παραμένει πραγματικά αναλλοίωτη μέχρι το τέλος.
Ως ένας θαυμάσιος, ακέραιος και ιδιαίτερα αγαπητός άνθρωπος και οικογενειάρχης, έφυγε από κοντά μας στις 26 Οκτωβρίου 2020.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

331. HIS MASTER'S VOICE AO 2577 ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ - ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1938

Λαγουδάκης (Λαγός) Εμμανουήλ- Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης) HIS MASTER'S VOICE AO 2577 Συρτός Ρεθυμνιώτικος (Ποτέ μου να μη πιω κρασί) - Βαρύς Ρεθυμνιώτης (Δακρύζω με παράπονο) 1938- 78rpm- 10''

Λαγός και Μπαξές στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου. Συρτός Ρεθυμνιώτικος και Βαρύς Ρεθυμνιώτης που μετονομάστηκαν στα ¨Ποτέ μου να μη πιω κρασί¨ και ¨Δακρύζω με παράπονο¨ (που το έχει τραγουδήσει και ο Ψαρονίκος- ίσως λίγο να ακουμπάει τον Μπαξέ!), στη συλλογή του Αεράκη, Πρωτομάστορες.
«Τα Περιβόλια έχουν μια παράδοση στη μουσική. Ίσως γιατί άνθρωποι του μόχθου οι κάτοικοι, εύρισκαν διέξοδο για να ξεχάσουν τα φαρμάκια της ζωής στο άκουσμα της λύρας. 
Εξαιρετικοί οι οργανοπαίχτες που αναδείχτηκαν. Ένας ήταν ο Καρεκλάς, Αντώνης Παπαδάκης με τ’ όνομα, λυρατζής καταξιωμένος σε όλο το νησί. Ο πρώτος διδάξας στους μετέπειτα αστέρες της παραδοσιακής μουσικής, που μεσουράνησαν στη δεκαετία του 80. 
Ο άλλος ήταν ο Μανόλης Λαγουδάκης ή Λαγός (βλέπε και ανάρτηση 203), όπως τον άκουγες συνήθως. Ένας καλλιτέχνης θρύλος που έμεινε στην ιστορία για την περηφάνια και την αρχοντιά του.
Γεννήθηκε στα Περιβόλια το 1910 και ήταν το τρίτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Από πολύ μικρός είχε δείξει το πάθος του για τη λύρα. Αναζητούσε με επιμονή σανίδια, όπως καταθέτει η αδελφή του, τα έκοβε και προσπαθούσε να τους δώσει το σχήμα της λύρας. Για χορδές τοποθετούσε ίνες από αθανάτους και μετά «άρχιζε και τις τριγούνιζε σαν τον καλό λυράρη». 
Παλιοί συμμαθητές του έλεγαν, πως κάποτε που βρήκε μια μικρή λύρα άρχισε να παίζει όποιον σκοπό άκουγε με άνεση δεξιοτέχνη. Μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό, αλλά κρατούσε τη λύρα με σιγουριά βετεράνου. Σε ηλικία 15 ετών, ο Μανόλης Λαγός, ήταν ένας αξιόλογος λυράρης. Στη συνέχεια μαζί με τον συγγενή του Μανόλη Σταγάκη, κατασκευαστή μουσικών οργάνων και κυρίως λύρας, βελτίωσαν και τον ήχο και το σχήμα αυτού του παραδοσιακού Κρητικού οργάνου. Ήταν αυτοδίδακτος και έπαιζε μόνο από αγάπη και μεράκι για την λύρα και την Κρητική μουσική.
Ο πατέρας του βέβαια, ούτε ήθελε ν’ ακούσει για τις μουσικές επιδόσεις του γιου του. Δεν είχε καμιά διάθεση να τον οδηγήσει στην «ψάθα» γιατί από τη μουσική δεν επρόκειτο να κάνει καλιμέντο.
Ο Μανόλης προσπαθούσε να κρύψει το πάθος του, αλλά χωρίς να το εγκαταλείψει.
Συμμαθητές του μας διέσωσαν και το παρακάτω περιστατικό: Μια μέρα που έλειπε ο πατέρας του εκτός πόλης, ο μικρός μάζεψε σε μια αλάνα τους φίλους του και τους έπαιξε το θούριο του Ελευθερίου Βενιζέλου εκείνο το γνωστό, «Βενιζέλε μας πατέρα της Ελλάδας…», το οποίο ήταν απαγορευμένο, γιατί βρισκόμασταν προφανώς λίγο μετά το 1920.
Έρωτας λοιπόν είχε δέσει το νεαρό Μανόλη με τη λύρα. Ούτε σκέψη για περαιτέρω σπουδές. Λίγα γράμματα και καλά. Κανένα ενδιαφέρον και για την εκμάθηση μιας τέχνης όπως συνήθιζαν οι νέοι της εποχής. Κι αν κατατάχτηκε στη Χωροφυλακή, για λίγο διάστημα κι εκεί, ήταν επειδή έμενε ελεύθερος χρόνος του για τη λύρα. 
Η ανάγκη βέβαια για την επιβίωση τον προσγείωσε κάποια στιγμή και τον οδήγησε σε διάφορα επαγγέλματα. Η αγάπη του για τη λύρα όμως, δεν έγινε ποτέ αφορμή να κατηγορηθεί για οκνηρία. Ήταν φιλότιμος και φιλόπονος. Μετά την Κατοχή και μέχρι το 1954, ασχολούμενος με την αλιεία κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα μικρό στόλο από καΐκια και τράτες.
Ήταν εκεί στα 1955 όταν με παρότρυνση των φίλων του, άνοιξε μια οικογενειακή ταβέρνα στα Περιβόλια Αυτή η γωνιά για μια δεκαετία άφησε εποχή. 
Μερακλήδες από όλη την Κρήτη μαζεύονταν εκεί και τα γλέντια κρατούσαν χωρίς διακοπή και τρία μερόνυχτα. Κανένας δεν τολμούσε να ζητήσει «παραγγελιά». Ο Λαγός έπαιζε μόνο ό,τι ήθελε εκείνος. Και σ’ όποιον άρεσε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που όταν έφευγαν οι παρέες, έφθανε κι ο Μπαξεβάνης με το λαγούτο του, για να ξεχαστούν και οι δύο σε αγαπημένους σκοπούς, που έπαιζαν για το δικό τους κέφι και μόνο. Ο Λαγός μάλιστα έβαζε ένα χτένι στις χορδές της λύρας του, γιατί πίστευε ότι μ’ αυτό χαμηλώνουν οι τόνοι και γίνονται γλυκύτεροι. Όσοι έτυχε ν’ ακούσουν τους δύο καλλιτέχνες σε αυτές τις προσωπικές τους ώρες λένε ότι άκουγαν αγγελικές μελωδίες!
Η ταβέρνα δεν πήγε καλά όμως. Κι ας ακούγεται περίεργο αυτό από τη στιγμή που στοιβάζονταν τα χαρτονομίσματα στα πόδια του Λαγού από τους μερακλήδες, που απολάμβαναν τη λύρα του. Η έμφυτη περηφάνια του δεν του επέτρεπε να τα κρατούσε. Ένοιωθε προσβολή. Πληγωνόταν η αξιοπρέπειά του. Ποτέ δεν διαπραγματεύθηκε τη μουσική του κι ας είχε ευκαιρίες να γίνει πάμπλουτος.
Για παράδειγμα κάποτε βρέθηκε περιοδεία στην Αίγυπτο με Μπαξεβάνη, Γιάννη Σταγγούρη, Σταμάτη Παπαδάκη, Γ. Ψύρρη και άλλους. Οι ομογενείς έπαθαν παραλήρημα με τέτοια καλλιτεχνική συντροφιά. Τους «χρύσωναν» να μείνουν λίγο παραπάνω. Και τι νομίζετε ότι έκαναν οι καλλιτέχνες αυτοί με πρώτο το Λαγό; Πήραν μόνο τα έξοδά τους και τα ναύλα τους για να επιστρέψουν. Πολυτιμότερο ενθύμιο γι’ αυτούς ήταν μερικές φωτογραφίες που είχαν βγάλει με τους ομογενείς. Κάτι ανάλογο συνέβη με την πρόταση που έστειλε πλούσιος ομογενής από την Αμερική στο Μανόλη Λαγό. Τη συνόδευε με ένα πολύ ενδιαφέρον συμβόλαιο που μεταφραζόταν σε πολυψήφιο αριθμό δολαρίων. Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια και αμετάκλητη «Όχι, δεν παίζω για τα λεφτά». Απίστευτο κι όμως αληθινό. 
Μοναδικός πλούτος λοιπόν του Λαγού ήταν η αξιοπρέπεια και η περηφάνια του. Κι αυτή τη φιλοσοφία του για τη ζωή δεν πρόδωσε μέχρι το τέλος της.
Στη δισκογραφία ο Μανόλης Λαγός εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1938, με τελευταία ηχογράφησή του γύρω στο 1955. Το δισκογραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο σε έκταση, αλλά είναι τεράστιο σε ποιότητα και λάμψη.
Ανάμεσα στο 1938 και το 1955 ηχογράφησε πάνω από είκοσι τραγούδια, σε συνεργασία πάντα με το λαούτο και τη ρωμαλέα φωνή του Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη), με τον οποίο, όπως διηγούνται οι φίλοι του, τον συνέδεε μια βαθειά φιλία, αλλά συγχρόνως ταίριαζαν και ως χαρακτήρες και ως παίξιμο. 
Τα τραγούδια του Μανόλη Λαγού που γράφτηκαν με τη συνεργασία του Μπαξεβάνη έμειναν ανεπανάληπτα και κλασικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής παράδοσης και ξεχωρίζουν για την άψογη και μερακλίδικη εκτέλεσή τους και την ομορφιά των στίχων τους.
Συναισθηματικός τύπος ο Μανόλης Λαγός ήταν φυσικό να μη μείνει αλώβητος από τα βέλη του έρωτα. Ερωτεύτηκε την Άννα Σταγάκη από τις καλλονές της εποχής της. Κι όταν του αρνήθηκαν να την κάνει γυναίκα του, εκείνος απλά την… έκλεψε και ζήσανε τρισευτυχισμένοι. Απέκτησαν τέσσερις πανέμορφες κόρες με τις οποίες από το 1964 και μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Λαγός άνοιξε ζαχαροπλαστείο στο Φάληρο.
Ο Μανόλης Λαγουδάκης, ο περίφημος Λαγός, έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του άρχοντας. Πάντα καλοβαλμένος, περιποιημένος, λεβέντης άριστος οικογενειάρχης, τρυφερός πατέρας, αξιαγάπητος απ’ όλους. Αφοσιωμένος όμως πάντα στη λύρα του που δεν αποχωριζόταν, χωρίς όμως να παραμελεί την οικογένειά του. 
Πέθανε το Σεπτέμβρη του 1981 στην Αθήνα. Ένα μήνα μετά τον ακολούθησε στον τάφο και η Άννα του. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο χωρίς τον αγαπημένο τους, που έγραψε ιστορία στο χώρο της παραδοσιακής μουσικής με τη γλυκόλαλη λύρα του.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

330. ODEON DSOG 3122 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1964

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Μαυροδημητράκης Σταύρος ODEON DSOG 3122 Μη με ρωτάτε αν αγαπώ - Πέρασα ξαναπέρασα 1964- 45rpm -7''
 
¨Άχι όταν περνάς με συντροφιά, νοήματα δεν θέλω,
άγγιζε εις τα σγουρά μαλλιά, μα εγώ καταλαβαίνω¨
«Ο Κώστας Μουντάκης (10 Φεβρουαρίου 1926 –  31 Ιανουαρίου 1991) θεωρείται μαζί με τους Νίκο Ξυλούρη, Θανάση Σκορδαλό και Λεωνίδα Κλάδο ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς λυράρηδες της Κρήτης.
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου  Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του μουσικού και χορευτή Νίκου Μουντάκη και της Καλλιόπης ενώ η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Λίγο καιρό μετά τη γέννησή του έμεινε ορφανός από πατέρα ενώ λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο ενώ φοιτούσε στο γυμνάσιο και να εργαστεί ως πλανόδιος μικροπωλητής. Μεγαλώνοντας σε ένα μουσικό περιβάλλον ήρθε από νωρίς σε επαφή με την κρητική μουσική παράδοση και αναδείχτηκε ήδη από την εφηβική του ηλικία σε ικανό λυράρη.
Το 1948 κατατάχτηκε στη χωροφυλακή υπηρετώντας στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα ενώ το διάστημα 1950-1952 είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου.  Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων της Δραπετσώνας για 16 χρόνια.
Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά, προβάλλοντας την Kρητική μουσική στο πανελλήνιο.
Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης- Κρητικά νάκλια», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της δουλειάς του.
Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με παρουσία ομογενών.
Από το 1975 αναγκάζεται λόγω προβλημάτων υγείας να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου.
Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985.  Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση».
Απεβίωσε στις 31 Ιανουαρίου 1991 στην Αθήνα.
Το έργο και η συμβολή του Μουντάκη στην κρητική παραδοσιακή μουσική τυγχάνουν της καθολικής αναγνώρισης μουσικών και κριτικών (όπως ο μουσικός και τραγουδιστής Χρόνης Αηδονίδης, ο λογοτέχνης και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο καθηγητής μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Αμαργιανάκης κ.ά.) ενώ θεωρείται ως ένας από τους πιο εμπορικούς λυράρηδες.».
Το δίδυμο Μουντάκης- Μαυροδημητράκης (στο λαούτο) δεν το έχουμε ξανασυναντήσει στις ¨Πέρδικες¨. Ηχογράφηση του 1964, με εξαιρετικά παιξίματα και από τους δυο, με την σφραγίδα του Μουντόκωστα στο συρτό και στις κοντυλιές. Η τελευταία μαντινάδα από το ¨Πέρασα ξαναπέρασα¨ που φιγουράρει κάτω από την πρώτη φωτογραφία του Μουντόκωστα, τι όμορφα που αποδίδει του καιρού εκείνου το φλερτάρισμα ! Το φλερτ δυστυχώς στη σημερινή κοινωνία έχει αντικατασταθεί από τετράγωνα μάτια από τις οθόνες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).