Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

311. MUSIC BOX MB 751 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1967

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης) MUSIC BOX MB 751 Έφυγες δίχως αφορμή (Συρτός) - Όσο βαρούν τα σίδερα (Κρητικό τραγούδι) 1967- 45rpm- 7''
¨Έφυγες δίχως αφορμή, τώρα γυρίζεις πάλι,
μέσα στη στάχτη της φωτιάς, κοιτάς να ανάψεις άλλη¨
«Στις 7 Ιουλίου Ι936 γεννήθηκε ο Νίκος Ξυλούρης, μία από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού του 20ου αιώνα, ο «Αρχάγγελος της Κρήτης», όπως τον χαρακτήρισαν.
Ξεκίνησε από μικρή ηλικία να παίζει λύρα και να τραγουδάει και ακολουθώντας μια σταθερή πορεία, όπου κι αν τραγούδησε μάγεψε το κοινό του, σε πανηγύρια και μουσικά κέντρα της Κρήτης, σε μουσικά κέντρα και σκηνές της Αθηνάς, σε πολυπληθείς συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60 ως και τον πρόωρο θάνατό του το 1980, πριν συμπληρώσει το 44ο έτος της ηλικίας του, με την σπάνια ερμηνευτικότητα του έδωσε μια νέα ορμή στο κρητικό και εν γένει παραδοσιακό τραγούδι, ενώ τα τραγούδια του εμψύχωσαν και ενέπνευσαν τον αντιδικτατορικό αγώνα.
Στις 30 Μαρτίου του 1972, έχοντας συμπληρώσει δυόμισι χρόνια από την εγκατάστασή του στην Αθήνα, ο Νίκος Ξυλούρης θα μιλήσει στον Κώστα Πάρλα και «ΤΟ ΒΗΜΑ». Σε αυτήν δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί στον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον συνθέτη που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία του Ξυλούρη:
«Είχαμε γνωριστεί πριν από 15 χρόνια στην Κρήτη. Με είχε ακούσει να τραγουδάω, και είχε ενθουσιαστεί. Πέρσι τον είδα μπροστά μου στ’ Ανώγεια. Ούτε που τον γνώρισα, με τα γένια. Ήθελε να με πάρει στην Αθήνα, να του τραγουδήσω ένα έργο. Δεν καταλάβαινα και πολύ τι ήθελε, νόμιζα ότι μου μίλαγε για έργο κινηματογραφικό. Έφυγε και το ξέχασα. Άρχισε όμως να μου τηλεφωνά κάθε μέρα και να με καλεί για πρόβες. Τελικά πήγα. Και μα το Θεό, και στις πρόβες ακόμα, δεν πίστευα ότι θα έβγαζα μεγάλο δίσκο».
Ο δίσκος αυτός ήταν το «Χρονικό», ο οποίος και έκανε τον Ξυλούρη γνωστό στο ευρύ κοινό. Λίγο αργότερα ξεκίνησαν οι καθημερινές του εμφανίσεις στην Αθήνα, στη μπουάτ «Λήδρα» στην Πλάκα. Στην ερώτηση αν φθείρεται από αυτήν την καθημερινή ρουτίνα στην οποία είχε πλέον υποβάλλει τον εαυτό του και τη σχέση του με το τραγούδι απαντά:
 «Μ’ αρέσει αυτός ο κόσμος που έρχεται να μας ακούσει. Γιατί δείχνουν ότι ενδιαφέρονται για τη μουσική μας. Ίσως είναι αυτός ο λόγος που δεν κουράζομαι να τραγουδώ τα τραγούδια μου. Νοιώθω ότι κάθε βράδυ τα λέω με το ίδιο κέφι που τα είπα την πρώτη φορά. Πολλές φορές συμβαίνει νάμαι κακόκεφος ή κουρασμένος. Πριν βγω, νοιώθω λίγο ανήσυχος για το τι θα κάνω. Ε, λοιπόν, όταν βγω, και πιάσω το μικρόφωνο στο χέρι μου και δω τον κόσμο, τα ξεχνάω όλα: Ούτε κακοκεφιές, ούτε κούραση, ούτε τίποτε.
Κι από την άλλη μεριά, δεν μπορώ να μην σκέφτομαι το κοινό. Νοιώθω ότι έχω υποχρέωση σ’ αυτό. Δεν έχει σημασία πόσοι σε ακούν εκείνη την στιγμή. Και ένας άνθρωπος να βρίσκεται στο μαγαζί, πρέπει να τραγουδάς όπως πάντα. Και ο ένας, μετά, όταν θα τελειώσεις, θα σκεφτεί τι άκουσε, θα σε κρίνει».
Στη συνέχεια της συνέντευξής του ο Νίκος Ξυλούρης εξηγεί γιατί δεν θα επέλεγε ποτέ να ασχοληθεί με ένα πιο εμπορικό και πιο ελαφρό είδος μουσικής:
«Αν τραγουδούσα σε άλλο κέντρο, ο κόσμος δεν θα ήταν ο ίδιος. Εκεί δεν πηγαίνουν και τόσο για ν’ ακούσουν την μουσική, όσο για να ξεσκάσουν. Μετά είναι και οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν. Πάντοτε σκεφτόμουν, ότι θα ήθελα να έχω κάποιον συνθέτη σαν τον Μαρκόπουλο κοντά μου. Μαζί του δεν φοβάσαι ποτέ. Και τα παιδιά όλα: Ο Διακογιώργης με το σαντούρι του, οι τραγουδιστές οι άλλοι, η Δάφνη Ζούνη, η Μέμη Σπυράτου, ο Θέμης Ανδρεάδης, όλοι εξαίρετοι.
Όλοι βοηθούν να κινούμαι στο πλαίσιο που θέλω. Γιατί έχω πάντοτε την ανησυχία για το ό,τι κάνω: Είναι καλό ή όχι, διερωτώμαι. Ανησυχώ για το πώς με βλέπει το κοινό. Και να σας πω ένα παράδειγμα; Η μόνη περίπτωση που νιώθω τρακ, είναι όταν το κοινό είναι πολύ ενθουσιώδες! Μόλις ακούσω πολλά χειροκροτήματα ή φωνές, βλέπω και αισθάνομαι το χέρι μου να τρέμει. Καταφέρνω να μην φαίνεται τίποτε στην φωνή μου. Αλλά το χέρι μου τρέμει…». Το μεγάλο όνειρο του Νίκου Ξυλούρη είχε σημείο αναφοράς τη μουσική και τον Γιάννη Μαρκόπουλο αλλά και κάτι άλλο.
«Πριν απ’ όλα θέλω να συνεχίσω να δουλεύω στον δρόμο που έχει αρχίσει ο Μαρκόπουλος, έναν δρόμο που πιστεύω. Μετά έχω κι ένα προσωπικό όνειρο: Με τις οικονομίες μου θα ήθελα να φτιάξω, πάνω στ’ Ανώγεια, το χωριό μου, μια μάντρα. Μια μάντρα με πρόβατα. Να βάλω ανθρώπους να τα δουλεύουν, να φτιάχνουν ανθόγαλο, τυρί. Και τα καλοκαίρια, να πηγαίνω εκεί, και να κάθομαι μαζί τους να δουλεύω και εγώ. Δεν ξέρεις τι ωραία είναι πάνω κει. Το βουνό, η ζωή εκεί, όλα. Αυτό είναι τ’ όνειρό μου».
Οκτώ περίπου χρόνια μετά τη συνέντευξη αυτή ο Νίκος Ξυλούρης πέθανε. Είχε πραγματοποιήσει το όνειρό του να συνεχίσει να δουλεύει και να δημιουργεί στον ίδιο δρόμο. Δεν πρόλαβε όμως να φτιάξει τη μάντρα που ονειρευόταν στ’ Ανώγεια.»
Μακάρι όλες οι φωτιές και οι αναζωπυρώσεις να είχαν να κάνουν με θέματα καρδιάς, όπως όμορφα τραγουδά ο Ψαρονίκος και όχι με φυσικό περιβάλλον, χλωρίδα και πανίδα.
¨ Έφυγες δίχως αφορμή¨ στην πρώτη πλευρά και ¨Όσο βαρούν τα σίδερα¨ στην δεύτερη πλευρά. Για το δεύτερο τραγούδι, ¨ύμνο¨ της κρητικής δισκογραφίας θα αναφερθώ σε επόμενη ανάρτηση, για να γίνει σωστά, παρουσιάζοντας και τον δημιουργό του. Όπως και να’ χει, εξαιρετικοί οι Ξυλούρηδες σε όλα τους, φωνή, λαούτο και λύρα.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

310. POPULAR AP 6064 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1965

Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης)- Μετζάκης (Μεντζάκης) Γιώργος POPULAR AP 6064 Η πρώτη αγάπη – Μαντινάδα 1965- 45rpm- 7''
 
Ο Παναγιωτάκης Ιωσήφ (Σήφης- βλέπε και ανάρτηση 31, 141 και 208) από τις Ατσιπάδες Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου, λυράρης με δισκογραφικές επιτυχίες, αλλά και πρόεδρος του Συλλόγου Ατσιπαδιανών. Δισκογραφικά έχει δύο LP (long play) δίσκους και αρκετά 45-άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Μετζάκη, τον Κώστα Τσακαλάκη, τον Ανδρέα Γαλερό, την Ερμίνα Νικολιδάκη και τον Πέτρο Καρμπαδάκη.
Ο Γιώργος Μετζάκης (βλέπε και ανάρτηση 76, 141, 152 και 208) έχει συνεργαστεί με τους: Ιωσήφ Παναγιωτάκη, Κουκλινό Κανάκη, Μουντάκη Κώστα, Κολιακουδάκη Νίκο, Λατζουράκη Φίλιππο, Σκορδαλό Θανάση, Μελαμπιώτη Μανώλη, Σταγάκη Μανώλη, Καλαϊτζάκη Βασίλη και Παπαδάκη Μάρκο.
Στο σημερινό δισκάκι, το κλασικό δίδυμο Παναγιωτάκη- Μετζάκη, με τον δεύτερο για τις ανάγκες του κρητικο-καλαματιανού να παίζει ακορντεόν και προς το τέλος να σολάρει η λύρα. Στην άλλη πλευρά συρτό ¨Μαντινάδα¨ σε γνώριμα Κρητικά μονοπάτια.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

309. PANIVAR PA 251 ΚΑΚΛΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΡΟΔΑΜΑΝΘΟΣ- ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΝΩΣ 1971

Κακλής (Κακλιδάκης) Μανώλης- Ανδρουλάκης Ροδάμανθος- Κοτζαμπασάκης Μίνως PANIVAR PA 251  Μαντινάδες της νύκτας - Να μπόριε του Θεού τσ' αγγέλους να του πάρει 1971- 45rpm- 7''
Με Κακλή, Ροδάμανθο και Κοτζαμπασάκη, στο σημερινό δισκάκι, φεύγουμε για τα καλά από τα ελαφρορεμπετολαϊκα μονοπάτια που όπως λένε και οι ¨Σπυριδούλα¨ ο Μάρκος θα μας τράβαγε το αφτί. Τραγούδι-μαντινάδα (πρόκληση) από τον Κακλή, λύρα από Ροδάμανθο και ¨σκορδαλικό¨ παίξιμο λαούτου από Κοτζαμπασάκη (όλοι εικονίζονται στην παραπάνω φωτογραφία από την ¨Νεράιδα και το Παλικάρι¨):
¨Να μπόριε του Θεού κανείς τς΄ αγγέλους να του πάρει,
να καταλάβει πως πονεί, απ΄ αγαπά και χάνει¨
«Ο Μανώλης Κακλής (βλέπε και αναρτήσεις 5, 61, 238) γεννήθηκε το 1945 στην Επισκοπή Ρεθύμνου και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το λαούτο από το 1969. Από πολύ νεαρή ηλικία είχε την τύχη να ζήσει από κοντά σ' ένα γλεντζέδικο ζωντανό περιβάλλον γεμάτο ακούσματα μουσικά, γνήσια παραδοσιακά, όπως του Μπαξεβάνη και του Νίκου του Μανιά. Οι δύο αυτοί λαγουτιέρηδες τον επηρέασαν βαθύτατα.
Η τεχνική τους στο λαούτο και η έκφραση στο τραγούδι καθόρισαν την πορεία του νεαρού τότε καλλιτέχνη, ο οποίος πολύ γρήγορα σημείωσε τεράστια πρόοδο και εξέλιξη και μέχρι σήμερα αποτελούσε (αποτελεί) έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές της κρητικής μουσικής παράδοσης. Ιδιαίτερα στο τραγούδι διακρίθηκε για την ερμηνεία του που την υπογράμμιζε μοναδικά η εξαιρετική "κρητική" χροιά της φωνής του.
Έχει πλούσια δισκογραφία και συνεργασίες με μεγάλους καλλιτέχνες όπως Νίκος Μανιάς, Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, Ζαχ.Μελεσσανάκης, Θαν. Σκορδαλός, κ.α. και παρουσία στα κρητικά κέντρα του νησιού, της Ελλάδας γενικότερα αλλά και του εξωτερικού. Η δεκαετία του 70 και του 80 θεωρούνται οι κορυφαίες στην καριέρα του Μ. Κακλή και ιδιαίτερα οι δισκογραφικές του συνεργασίες με τον Ροδάμανθο και τον Μελεσσανάκη.
Παρά το σκληρό χτύπημα της μοίρας που έπληξε την οικογένεια του (έχασε την κόρη του Μαρίνα), ο Μανώλης Κακλής με την παρότρυνση των φίλων και θαυμαστών του, συνέχισε να μαγεύει με το τραγούδι του. Ο Μανώλης Κακλής απεβίωσε το 2017.
Ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης (βλέπε και αναρτήσεις 61 και 238) γεννήθηκε το 1933 στον Οψυγιά Αμαρίου και τα πρώτα του ακούσματα στη μουσική τα απέκτησε από το συγχωριανό του Στέλιο Κουτάκη, έναν υπέροχο λυράρη που χάθηκε πρόωρα στην περίοδο της κατοχής από πνευμονία. Το πρώτο του μουσικό όργανο ήταν ένας χοχλιός με τον οποίο έπαιζε τη λεγόμενη "μπουκόλυρα" (είχε πάρει ένα κέλυφος από χοχλιό και φυσούσε μέσα βγάζοντας ήχους που θύμιζαν λύρα).
Από μικρός ασχολήθηκε με τη λύρα και δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα έντεκα όταν πρωτόπαιξε σε γάμο. Το βασικό του επάγγελμα ήταν ράφτης και μάλιστα για μια δεκαετία (1955-1965) το ραφείο του τον κράτησε μακριά από τα γλέντια. Το 1965 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, τον οποίο διαδέχτηκαν πολλοί με δικές του συνθέσεις αλλά και παραδοσιακά κομμάτια. Έχει σημαντική δισκογραφική παρουσία με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 70 και τη συνεργασία του με το Μανώλη Κακλή και την ιδιαίτερα γόνιμη συνεργασία τους. Από το 1971 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη λύρα συντροφιά με το γιο του Κώστα στο λαούτο. Ο Ροδάμανθος απεβίωσε το 2010 και θεωρείται πλέον από τους κλασσικούς της λύρας.»
Ο  Ιδομενέας από Ρέθυμνο  έστειλε και τις κόκκινες ετικέτες (παραπάνω). Ο Κοτζαμπασάκης δεν εμφανίζεται πουθενά, ο τίτλος της Α πλευράς είναι διαφορετικός και τη μαντινάδα της Β πλευράς την χρεώνει στον Ροδάμανθο. Άβυσσος το τυπογραφείο της Panivar. Το πιο πιθανό να πρωτοκυκλοφόρησε με κόκκινες ετικέτες, οι οποίες θεωρήθηκαν λάθος και βγήκαν αργότερα οι πράσινες. Όπως και να έχει, ευχαριστώ τον Ιδομενέα για τις ετικέτες.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

308. PATHE X 80056 ΤΡΙΟ ΘΑΝΑΣΗ ΠΙΚΟΥΛΑ 1929

Τρίο Θανάση Πίκουλα PATHE X 80056 Σούστα Κρητικιά (Κρητικός χορός) - Πεντοζάλη (Κρητικός χορός) 1929- 78rpm- 10''
 
«Το δωδεκανησιακό συγκρότημα μουσικών οργάνων με προεξάρχοντα τον βιολιστή Θανάση Πίκουλα, πιθανόν κώτικης καταγωγής, αποτελούνταν από την τυπική σύνθεση ορχήστρας, όπως βιολί, σαντούρι και λαούτο. Το συγκρότημα ηχογράφησε δώδεκα σκοπούς στη γαλλική εταιρεία Pathe τον Σεπτέμβριο του 1929 (1928 δίνει ο Βασίλης Χατζηαντωνίου) και μερικούς ακόμα, αγνώστου αριθμού, στην αγγλική Edison Bell την ίδια εποχή.
Επίσης η ίδια ορχήστρα πιθανόν πραγματοποίησε το 1929 μια σειρά οκτώ νησιώτικων ηχογραφήσεων δωδεκανησιακού χαρακτήρα στην αγγλική His Master’s Voice. Οι δίσκοι αυτοί δεν αναγράφουν κανένα στοιχείο στις ετικέτες τους, όμως κοινά μουσικά γνωρίσματα στον τρόπο εκτέλεσης των κομματιών συνηγορούν προς αυτό το συμπέρασμα.»
Όλες οι παραπάνω πληροφορίες από το ¨Μίλιε μου Κρήτη απ’τα παλιά¨.
Από την γαλλική μόδα και τις εστουδιαντίνες της προηγούμενης ανάρτησης, στην γαλλική Pathe. Είμαστε στο 1929 και όπως ανάφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση, οι ορχήστρες αρχίζουν να έχουν μια ¨ομοιογένεια¨ στα παιξίματα τους. Έτσι και το τρίο Θανάση Πίκουλα που περιορίζεται σε νησιώτικους σκοπούς. Στο σημερινό δίσκο με κρητικούς σκοπούς. Η κρητικιά ¨Σούστα¨  έχει δωδεκανησιακό ηχόχρωμα, όχι τόσο όμως, ο ¨Πεντοζάλης¨. Ίσως να φταίει το σαντούρι. Έτσι σιγά σιγά ερχόμαστε στα γνώριμα κρητικά (κυρίως) μονοπάτια.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023

307. ORFEON RECORD 10384-5 ΜΕΛΙΤΣΙΑΝΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΣΤΟΥΔΙΑΝΤΙΝΑ 1911

Μελιτσιάνος Αντώνιος (Μονωδία)- Ελληνική Εστουδιαντίνα ORFEON RECORD 10384-5 Η μόδα (Μονωδία) - Μαριόλα (Χορωδία) 1911- 78rpm- 11''

 

Τα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκουν την Ελληνική πολιτεία της Σμύρνης σε ένα πολιτιστικό και οικονομικό οργασμό, πράγμα που ενισχύεται από την εμπορική κατάπτωση της Κωνσταντινούπολης και συνεπώς τη μεταφορά του εμπορικού κέντρου της Ανατολής στην ολοένα και αναδυόμενη Σμύρνη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο.

Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Ένα από αυτά τα συναρπαστικά δίκτυα αφορά γαλλικά τραγούδια, τα οποία οικειοποιήθηκαν μεταξύ άλλων και Έλληνες μουσικοί. Η οικειοποίηση είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Η γαλλική οικουμένη δανείζει τα chansons της, τα οποία κουβαλούν μια δυναμική παράδοση τραγουδοποιΐας και επιτέλεσης.

Το Παρίσι, η Μονμάρτη και τα cabaretsartistiques επηρεάζουν τις μουσικές του κόσμου. Η ατμόσφαιρα από το Chat Noir, το οποίο λειτούργησε από το 1881, φτάνει και στην ελληνική οικουμένη. Τέτοιου τύπου μουσικοί τόποι, τα περίφημα καφέ σαντάν, προκύπτουν στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Αυτά τα γαλλικά τραγούδια εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε δια της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει και καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του.
Το πρότυπο της γαλλικής estudiantine, ένα κουαρτέτο με δυο μαντολίνα, μια μάντολα και μια κιθάρα, αποκτά μιμητές στην Κωνσταντινούπολη.

Εκτός από τη Σμυρνέικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή ή του Αριστείδη, πολλές μικρές ορχήστρες δημιουργήθηκαν στην πρώτη εικοσαετία του αιώνα, μέσα στις οποίες ανδρώθηκαν μουσικά όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές που δημιούργησαν το μεσοπολεμικό θαύμα στο ελληνικό τραγούδι: Παναγιώτης Τούντας, Γιάννης και Γιώργος Δραγάτης (ή Ογδοντάκης), Γιώργος Βι- δάλης, Παναγιώτης Βαϊνδιρλής, Γιώργος Σαβαρής, Τζον και ΛουσιένΜηλιάρης, Βαγγέλης Παπάγοζλου, Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), Ευάγγελος Σωφρονίου, Κώστας Νούρος, Δημήτρης Ατραΐδης, Νίκος Στεφανίδης, ΓιοβάνΤσασός, Αγάπιος Τόμπουλης, Κώστας Καρίπης, Αντώνης Νταλγκάς κ.ά.

Σπουδαίες εστουδιαντίνες που πέρασαν και στη δισκογραφία, εκτός από «τα Πολιτάκια» ήταν: Η εστουδιαντίνα Χριστοδουλίδη (στην Πόλη), η εστουδιαντίνα του Πέτρου Ζουναράκη (στην Πόλη), η Ελληνική Εστουδιαντίνα της Σμύρνης, η εστουδιαντίνα του Γιοβανίκα (Σμύρνη), του Κώστα Βλάχου (Σμύρνη), η εστουδιαντίνα Μελιτσιάνου (Σμύρνη) κ.ά.

«Με αριθμό μήτρας (ή δίσκου)  10384, το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ στο σημερινό δίσκο και σύμφωνα με την παρτιτούρα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κ. Μυστακίδου-Θ. Ευσταθιάδου με τίτλο "Η μόδα (ή Σαντεκλαίρ)" το τραγούδι αποδίδεται στους Νικόλαο Κόκκινο (μουσική) και Ιωάννη Γεωργίου (στίχους). Σχετικά με τη λέξη σαντεκλαίρ αναφέρει ο Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του: "Τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος πως τα σαντεκλέρια (ή σιντεκλέρια) είναι η λέξη Σαντεκλέρ, που σημαίνει κόκορας! Συγκεκριμένα, Chantecler είναι ο κόκορας που πρωταγωνιστεί στο γαλλικό μεσαιωνικό Roman de Renart. Θα μου πείτε, πώς έφτασε μέχρι τα μέρη μας -διότι σίγουρα ελάχιστοι Έλληνες έχουν διαβάσει το γαλλικό μεσαιωνικό κείμενο! Σίγουρα, αλλά Chantecler είναι επίσης ο τίτλος ενός θεατρικού έργου του ΕντμόνΡοστάν (του συγγραφέα του Σιρανό) που έκανε πάταγο στην εποχή του (1910). Το έργο είναι αλληγορική σάτιρα, με πρωταγωνιστές φτερωτά κατοικίδια, δηλαδή οι ηθοποιοί φορούσαν στολές.

Να υπενθυμίσω ότι το 1910 η Γαλλία είχε το σχεδόν αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της κουλτούρας, και ό,τι παιζόταν στο Παρίσι έδινε τον τόνο στον πλανήτη. Πράγματι, ο Σαντεκλέρ παίχτηκε και στην Αθήνα σχεδόν ταυτόχρονα με το Παρίσι: στις 7 Φεβρουαρίου 1910 δόθηκε η παριζιάνικη πρεμιέρα, ενώ η αθηναϊκή πρέπει να έγινε γύρω στις 10 του μηνός, μόλις λίγες μέρες αργότερα! Οπότε βλέπουμε ότι το «σαντεκλέρ» έφτασε να σημαίνει γενικώς τον πετεινό, και μάλιστα αυτό έγινε διεθνώς, αφού υπάρχουν πολλά καταναλωτικά προϊόντα με την επωνυμία Chantecler και σήμα ένα κοκοράκι. Κι έτσι, το «σαντεκλέρ» αρχικά μετατράπηκε σε «σαντεκλέρι» και όταν ξεχάστηκε (μετά το 1930) το θεατρικό έργο, θα άρχισαν να χρησιμοποιούν τη φράση χωρίς να ξέρουν τι είναι αυτό, οπότε εύλογο είναι να έπαθε τόσες παραφθορές, σιντεκλέρι κτλ.  Όσο για τη σημασία «σαντεκλέρι = κοκαλάκι των μαλλιών», κυκλοφορούσαν στην αγορά με σήμα ένα κοκοράκι -οπότε, από εκεί θα ονομάστηκαν έτσι τα κοκαλάκια". Στη βάση δεδομένων του AlanKelly στο πεδίο εκτελεστές  αναγράφεται Estudiantina Grecque – Melitzianos Choeur.

Στην άλλη πλευρά του δίσκου με αριθμό 10385 ¨Η Μαριόλα¨. Η εν λόγω ηχογράφηση αποτελεί διασκευή με ελληνικούς στίχους του γαλλικού τραγουδιού "Lamariolle", σε μουσική του DésiréBerniaux (1869–1960) και στίχους του EdmondBouchaudditDefleuve (1870–1945).
Η γαλλική παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε στο Παρίσι περίπου το 1910 από τις εκδόσεις D. Berniaux (75 Passage, Brady, Paris). Σύμφωνα με τον Πάνο Μαυραγάνη, η ελληνική παρτιτούρα κυκλοφόρησε με τίτλο "Lamariolla" από τον εκδοτικό οίκο Χρηστίδη στην Κωνσταντινούπολη. Στην παραπάνω καταγραφή ως συνθέτες αναφέρονται οι Α. Κρικώνης και D. Berniaux και ως στιχουργός ο Τυμφρηστός (ψευδώνυμο του Δ. Παπαδόπουλου). Παρτιτούρα του τραγουδιού με στίχους στην ελληνική και γαλλική γλώσσα εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από τις εκδόσεις Ιnternationale.»

Με αφορμή τα ελαφρο-παραδοσιακά της ορχήστρας του Άκη Σμυρναίου (ανάρτηση 303), πήρε σειρά ο Κωστής με τα Άσπρα Πουλιά και τις χαβάγιες του, συνέχισε με τα απαγορευμένα ρεμπέτικα του για να πάρει σειρά η Ρένα Στάμου με δύο λαϊκά (ο Μαχαραγιάς  με ηχόχρωμα ανατολής) στην Τούρκικη  Columbia. Πάμε όμως λίγο πιο παλιά. Η πρώτη εμφάνιση της λέξης «ρεμπέτικο» έγινε κάπου μεταξύ 1910 και 1913 στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου. Ο ένας εκδόθηκε μάλλον το 1912 στην Κωνσταντινούπολη από τη δισκογραφική εταιρεία «ORFEON RECORD», που ιδρύθηκε το 1910-11 από τα αδέρφια Herman & Julius Blumenthal, αρχικά εκπροσώπους της ODEON σε Αίγυπτο και Τουρκία (αναφέρει ο Πάνος Σαββόπουλος).

Από αυτές τις πρώτες ηχογραφήσεις στην Τουρκία (Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη) έχουμε ¨παρθενογένεση¨ της ελληνικής δισκογραφίας (όχι ελληνικής μουσικής). Τα διάφορα μουσικά σχήματα προσπαθούν να αφήσουν το στίγμα τους τραγουδώντας (ερμηνεύοντας) όλα τα ¨είδη¨ της μέχρι τότε ελληνικής μουσικής με άρωμα ευρωπαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνονθύλευμα (μπαστάρδεμα) ήχων, οργάνων και στίχων. Παράδειγμα παίζουν παραδοσιακό τσάμικο με όργανα ορχήστρας, χορωδία ή μονωδία με φωνές τενόρων που το λες και ελαφρό τραγούδι. Τουλάχιστον μετά από μια δεκαετία και μιλάω για τέλη της δεκαετίας του 1910 με αρχές του 1920 αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα.

Ο σημερινός δίσκος στις 11 ίντσες λίγο μεγαλύτερος από τους κλασικούς 10ιντσους γραμμοφωνικούς. Η ¨Μαριόλα¨ κυκλοφόρησε και με αριθμό 10449 με λίγο διαφορετικούς στίχους. Το τραγούδι ¨Η Μόδα¨ το βρίσκουμε εκτελεσμένο και από την γυναίκα του Αντώνη Μελιτσιάνου Αρετή, σε δίσκο  Concert Record Gramophone (και σε Αμερικάνικο Victor) με χρονολογία ηχογράφησης 19/09/1912 στην Κωνσταντινούπολη (σύμφωνα πάντα με το αρχείο Κουνάδη).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

306. COLUMBIA DT 477 ΣΤΑΜΟΥ ΡΕΝΑ- ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ- ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΤΖΟΥΑΝΑΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ 1952

Στάμου Ρένα (Δασκαλάκη Σεβδαλή Ειρήνη)- Τσαουσάκης Πρόδρομος- Καλλέργης Νίκος- Παπαϊωάννου Γιάννης-Τζουανάκος Σταύρος- Γιαννόπουλος Αθανάσιος- Βούλγαρης Νίκος COLUMBIA DT 477  Το βασανάκι - Ο Μαχαραγιάς 1952- 78rpm- 10''

«Η Ειρήνη Δασκαλάκη-Σεβδαλή, όπως ήταν το πατρικό της επώνυμο, γεννήθηκε στα Χανιά στις 4 Ιουλίου 1930 (1923 αναφέρει η κόρη της).

Δε γνώρισε πατέρα. Μέχρι δώδεκα χρόνων έζησε στο Ορφανοτροφείο Ηρακλείου. Κατόπιν πέρασε πιο δύσκολα, στο σπίτι της μητέρας της, στον Πειραιά. Έφυγε, και για καλή της τύχη έμεινε στην κατοχή με μια οικογένεια στα Πατήσια, αλλά στη συνέχεια πάλι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Περιπλανήθηκε στην Αθήνα και τελικά την πήρε στο σπίτι γνωστή τραγουδίστρια για να της κρατάει τα παιδιά.

Εκεί γνωρίζεται με την παρέα των λαϊκών μουσικών, πρώτα με τον Στέλιο Χρυσίνη και το 1948 ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο με τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη, Σεμιχά και Φτωχοκόριτσο, με το όνομα “Ρένα” στην ετικέτα. Ρένα Στάμου τη βαφτίζει ο Ν. Μηλιόπουλος.

Ερμηνεύοντας μερικά από τα ωραιότερα μεταπολεμικά τραγούδια (των Μάρκου Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Κώστα Καπλάνη, Στέλιου Χρυσίνη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Κυριαζή, Θόδωρο Δερβενιώτη, Αιμίλιου Σαββίδη, Χαράλαμπου Βασιλειάδη, Χρήστου Κολοκοτρώνη και άλλων) και στολίζοντας φωνητικά πολλά ακόμα στο πλευρό μεγάλων συνθετών, η Ρένα Στάμου χαρακτηρίζεται από πολλούς η καλύτερη και η πιο άρτια «δεύτερη φωνή» του λαϊκού και του ρεμπέτικου.

Η δεκαετία του ’50, είναι μία ιδιαίτερη και μεγαλειώδη περίοδο για το λαϊκό τραγούδι. Σε αυτήν «έπαιξαν» τόσο πρωτοπόροι του ρεμπέτικου αλλά και οι συνεχιστές τους ενώ αναδείχθηκαν όλο τα κορυφαία ονόματα του κλασικού λαϊκού ρεπερτορίου σε δημιουργικό και ερμηνευτικό επίπεδο. Παράλληλα το ελαφρό τραγούδι έδωσε ανεπανάληπτες δημιουργίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του ’50 οι πληγές του πολέμου και του εμφυλίου παρέμεναν ανοικτές ενώ πολλά δεινά (φτώχεια, αρρώστιες, ανεργία, προβληματική ανάπτυξη, αστυφιλία, μετανάστευση, εξορία, λογοκρισία, παρακράτος κ.ά.) μάστιζαν την ελληνική κοινωνία.

Η κυρία Ρένα Στάμου την πενταετία 1949-1954 προκάλεσε αίσθηση με τη λαμπερή φωνή της. Σαν πρώτη ερμηνεύτρια τραγούδησε το 1950 τη θρυλική δημιουργία των Στέλιου Χρυσίνη και Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα), Απόψε μ’ εγκατέλειψες. Άλλες επιτυχίες της είναι τα: Πήρα το δρόμο τον κακό (Της αμαρτίας το στρατί) των Καλδάρα- Βίρβου, Τι σού ‘φταιξα παλιόκοσμε των Χρυσίνη-Κολοκοτρώνη, Βογγά τη νύχτα ο άνεμος των Χρυσίνη - Τσάντα κ.ά. Στο ίδιο πλαίσιο η Στάμου άφησε εποχή σαν σεγοντίστρια, συνοδεύοντας μεταξύ άλλων τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και το Στέλιο Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επιτυχία τραγουδιών σαν τα: Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά, Ήθελα να’ μουνα πασάς, Ο λεβέντης που πονά, Ο ζωντανός ο χωρισμός, Οι πυρκαγιές, Όλα μαύρα κ.ά. σε μια περίοδο που το σεγόντο θεωρείτο αναγκαίο και απαραίτητο για την δισκογραφία. Μουσικοσυνθέτες σαν τους Τσιτσάνη, Μητσάκη, Καλδάρα, Χρυσίνη, Τζουανάκο κ.ά. αναζητούσαν με αγωνία φωνές και χροιές που θα παντρεύονταν αρμονικά με τον κύριο ερμηνευτή.

Και το σημαντικότερο η δεύτερη φωνή θα έπρεπε να διέθετε την άνεση να λειτουργήσει με πιστότητα, και γρηγοράδα στο στούντιο καθώς τα τεχνολογικά μέσα της εποχής ήταν λειψά και οι εγγραφές γίνονταν μία κι έξω, δηλαδή μουσικοί και ερμηνευτές έπαιζαν και τραγουδούσαν το κάθε τραγούδι ταυτόχρονα. Ίσως αυτή η ευκολία που είχε στις διφωνίες και η ανάγκη των συνθετών για φωνές-εργαλεία να περιόρισαν το ρόλο της σαν βασική ερμηνεύτρια. Παράλληλα η Στάμου είχε μια δυναμική παρουσία στα κέντρα (Καλαματιανός, Μαργωμένος, Τριάνα, Περιβόλας, Κεφάλας, Στελλάκης, Χαβάη κ.ά.) συνεργαζόμενη με τους περισσότερους δημιουργούς και ερμηνευτές που αναφέραμε νωρίτερα:

Από το 1954 και μετά εγκαταλείπει την Ελλάδα και πραγματοποιεί εμφανίσεις στο εξωτερικό. Έχει προηγηθεί το 1952 το ταξίδι της με τον Γιώργο Μητσάκη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μητσάκης ήταν αυτός που της έδωσε και τα πρώτα της τραγούδια στην δισκογραφία, το 1949, τη Σεμιχά και το Φτωχοκόριτσο. Αιτία της μετανάστευσης της Στάμου, είναι σύμφωνα με την ίδια οι αλλαγές που συμβαίνουν στη διασκέδαση όπου ήδη από τότε άρχιζε να επικρατεί η εικόνα και λιγότερο η ουσία καθώς οι γυναίκες στο πατάρι εκτός από φωνή έπρεπε να πουλούν και θέαμα… και ότι άλλο προκύψει: «Εγώ δεν έπινα, δεν κάπνιζα, πως θα έκανα τους πελάτες να ανοίξουν μπουκάλια για χάρη μου. Στο εξωτερικό με αναγνώρισαν και με σεβάστηκαν ως καλλιτέχνη…».

Η Στάμου ταξίδεψε και πάλι στην Πόλη, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στις Η.Π.Α, στον Καναδά, στην Αγγλία, στο Βέλγιο, στην Αίγυπτο (όπου δούλεψε με το Λουκά Νταράλα) κ.ά. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1974, θα συναντήσει την αδιαφορία των μεγάλων εταιρειών, θα ξαναφύγει και πάλι και θα γυρίσει εκ νέου στα πάτρια εδάφη το 1980. Θα δουλέψει στου Σαμπάνη με τους Δημήτρη Κοντογιάννη, Γιάννη Μωραίτη, Γιώργο Παπαδάκη σε μια εποχή που ανθούν τα λαϊκορεμπέτικα στέκια, στη συνέχεια σε μαγαζιά της Θεσσαλονίκης και πάλι στου Σαμπάνη, στην Πάτρα, και ξανά Θεσσαλονίκη, θα μεταναστεύσει, θα επιστρέψει κ.ο.κ.

Το 1992 θα συμμετάσχει στο δίσκο του Βαγγέλη Κορακάκη με τίτλο Μπουζουξήδες Με Πυξίδες όπου τραγουδά το Πρώτο φθινόπωρο. Έκτοτε θα κινηθεί σε ανάλογους δρόμους με εμφανίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, θα ηχογραφήσει σε μικρές εταιρείες παλαιότερα και νέα τραγούδια –σε κάποια από αυτά είναι και δημιουργός-, θα είναι ομιλήτρια και ερμηνεύτρια σε συνέδρια και συναυλίες για το ρεμπέτικο που διοργανώνουν πανεπιστημιακά ιδρύματα της αλλοδαπής.

Πρόσφατα εκδόθηκε από τον Σύγχρονη Εποχή και τους συγγραφείς – μελετητές του λαϊκού τραγουδιού Νέαρχο Γεωργιάδη και Τάνια Ραχματούλινα η βιογραφία της με τον αντιπροσωπευτικό τίτλο Μια Εγκυκλοπαίδεια Του Ρεμπέτικου.

Όχι και άσχημα για το κοριτσάκι των προσφύγων που γεννήθηκε στην Κρήτη, μεγάλωσε με τους παππούδες, πέρασε από το ορφανοτροφείο, δε γνώρισε πατέρα ενώ η μητρική παρουσία στη ζωή της κάθε άλλο παρά στοργική ήταν. Κι όμως παρ’ όλα αυτά η Ρένα Στάμου κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια της, να αναδειχθεί σε κυρία του ελληνικού πενταγράμμου, να δημιουργήσει μύθο γύρω απ’ το όνομά της και να εξακολουθεί να συγκινεί με την πάθος της για δημιουργία και τη γοητευτική ερμηνεία της.

Δε θα το περίμενε κανείς ότι με πάνω από εξηνταπέντε χρόνια τραγουδιστικής δράσης στην Ελλάδα, Τουρκία, Γαλλία, Ολλανδία, Δανία, Αυστραλία, Αμερική, Νέα Ζηλανδία, Αίγυπτο κλπ η Ρένα θα έδινε ακόμα συναυλίες! Κι όμως, ασταμάτητη η Ρεμπέτισσα! Τραγουδάει, γελάει, αφηγείται ιστορίες...

Στα 92 χρόνια της έφυγε από τη ζωή η ξεχωριστή λαϊκή ερμηνεύτρια Ρένα Στάμου. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 2022 στο Λονδίνο.»

Από την Τουρκία η σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, με κάποιους να ισχυρίζονται ότι ¨πείραζαν¨ τα τραγούδια. Ρένα Στάμου, ένα κεφάλαιο του Ελληνικού τραγουδιού, από μόνη της. Οι συμμετοχές στο σημερινό δίσκο περιέχουν ¨ιερά τέρατα¨ του ρεμπετο-λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Αρκέστηκα στο βιογραφικό της Στάμου γιατί αλλιώς θα θέλαμε αρκετές σελίδες για την ανάρτηση. Και όλα αυτά όχι γιατί το γύρισαν οι ¨Πέρδικες¨ στο ρεμπετολαϊκό (μιλάμε για χάος) αλλά είναι αυτός ο ¨Μαχαραγιάς¨ στην καλύτερη του εκτέλεση και αφού ρίξαμε ελαφροπαραδοσιακό, ρεμπέτικο, χαβάγια, φοξτροτ (και τι σου έχω για μετά), ήρθε και η ώρα να βασανιστούμε λίγο σε γνήσια λαϊκά μονοπάτια.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).