Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

299. POLYDOR V 45110 ΚΑΡΙΠΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1927

Καρίπης (Καριπόπουλος- Καρύπης) Κώστας- Δραγάτσης Γιάννης (Ογδοντάκης- Ογδόντας) POLYDOR V 45110 Η Λαφίνα (Δημώδες) - Η Τρυγώνα (Δημώδες) 1927- 78rpm- 10''

«Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Καριπόπουλος και γεννήθηκε στην Πόλη. Άγνωστο παραμένει αν το «Καρίπης» ήταν αλλαγή του ονόματός του από τον ίδιο, ή ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο.

Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες που ήρθαν από την Πόλη μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922. Μαζί με τον επίσης Κωνσταντινοπουλίτη Κώστα Σκαρβέλη, θεωρούνται, εκτός των άλλων, και οι σπουδαιότεροι κιθαρίστες του ρεμπέτικου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Καρυπόπουλος. Στους δίσκους αναγραφόταν πάντως Καρίπης ή Καρύπης.
Μετέφερε μαζί με τους, επίσης συντοπίτες του, Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, Κώστα Σκαρβέλη, Γρηγόρη Ασίκη, Αγάπιο Τομπούλη καθώς και με τις μεγάλες τραγουδίστριες Ρόζα Εσκενάζυ και Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου ή Πολίτισσα, το μουσικό πλούτο της μεγάλης πρωτεύουσας του Ελληνισμού, μέσα στο ρεμπέτικο τραγούδι της Ελλάδος του Μεσοπολέμου.

Οι πληροφορίες για τους χρόνους γέννησης και θανάτου του Κώστα Καρίπη, δίνονται με επιφύλαξη και στηρίζονται σε αφηγήσεις φίλων και συναδέλφων του, όπως ο Κώστας Τζόβενος(για τη γέννησή του) και άλλοι -νεώτεροι- για τον θάνατό του. Επίσης ελήφθησαν υπ’ όψιν και τα στοιχεία από τα αρχεία της Coloumbia, που τον εμφανίζουν να παίζει κιθάρα σε ηχογραφήσεις μέχρι το 1950-51. το γεγονός ότι δε νυμφεύθηκε και δεν άφησε απογόνους, είναι η βασική αιτία που δεν έχουν -μέχρι στιγμής- εντοπιστεί πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του, τους τόπους κατοικίας του κ.λ.π.
Ο Κώστας Τζόβενος μας πληροφόρησε ότι ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος του και ότι γνωρίστηκαν το 1923 στο καφενείο των μουσικών «Η Μικρά Ασία» στην οδό Αθηνάς 33. Είχε ήδη τη φήμη σπουδαίου τραγουδιστή και κιθαρίστα, πριν έλθει στην απελευθερωμένη Ελλάδα.
Από το 1923 μέχρι το 1932-33 έπαιζε σε διάφορα πάλκα του ρεμπέτικου με τον Κώστα Τζόβενο(σαντούρι), τον Μήτσο Αραπάκη(τραγούδι και σαντούρι), τον Σπύρο Περιστέρη(μαντολίνο, μαντόλα, κιθάρα) και άλλους. Από τα καλύτερα μαγαζιά που δούλεψε ήταν του Μουρούζη, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και στην οδό Αθηνάς, στην αίθουσα του ξενοδοχείου «Ακταίον» στο Ν. Φάληρο, στην «Μπύρα» του Πίκινου, στο Θησείο κ.α.
Στη δισκογραφία ξεκίνησε ως τραγουδιστής, ηχογραφώντας με την αγγλική Columbia, τη γερμανική Polydor και την επίσης γερμανική Odeon, μεταξύ 1926-1931, μια σειρά από ρεμπέτικα και μανέδες από την Μικρασιατική παράδοση καθώς επίσης και μερικά τραγούδια γνωστών συνθετών της Σμύρνης, όπως του Παναγιώτη Τούντα και του Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη. Στο ρεπερτόριο αυτής της περιόδου συμπεριέλαβε και ορισμένα δημοτικά τραγούδια.
Για λόγους που ακόμα δεν έχουν ερμηνευθεί, χάνεται-φωνητικά- από την δισκογραφία γύρω στο 1931-32, ενώ την ίδια περίπου χρονιά αρχίζει να ηχογραφεί δικά του τραγούδια, δημιουργώντας σειρά μεγάλων επιτυχιών στη δεκαετία του 1930. Ταυτόχρονα καταλαμβάνει μόνιμη θέση κιθαρίστα στις ηχογραφήσεις των δισκογραφικών εταιρειών, παίζοντας κιθάρα σε εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες τραγούδια, από το 1930 έως το 1951, χρονιά που χάνονται τα ίχνη του.
Όλοι οι γνωστοί και διάσημοι τραγουδιστές της εποχής ερμήνευσαν στη δισκογραφία δικά του τραγούδια, εκτός από τον ίδιο, γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι πιθανόν να είχε σοβαρό πρόβλημα με τη φωνή του, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι κανένας από τους νεώτερους συναδέλφους του που τον γνώρισαν μεταπολεμικά στο πάλκο και τη δισκογραφία δεν τον θυμάται να τραγουδά.
Ανάμεσα σε αυτούς που τραγούδησαν τραγούδια του αναφέρουμε την Ρόζα Εσκενάζυ, την Ρίτα Αμπατζή, τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Κώστα Τσανάκο, τον Δημήτρη Ατραΐδη, τον Γιώργο Βιδάλη, τον Κώστα Ρούκουνα, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Γιώργο Κάβουρα, την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και την Σωτηρία Μπέλλου.
Μετά την επικράτηση στο ρεμπέτικο της Πειραιώτικης κομπανίας με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, έπαιξε σε όλα τα γνωστά στέκια, με όλους σχεδόν τους συνθέτες, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Στράτο Παγιουμτζή κ.λ.π.
Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συνέχισε με την ίδια παρέα των δημιουργών του Πειραιώτικου ρεμπέτικου, παίζοντας σε διάφορα στέκια για το καθημερινό φαγητό. Σύμφωνα με τα αρχεία της ΑΕΠΙ η διεύθυνση του στα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν στην οδό Αστυπάλαιας 14 στα Πατήσια.
Μετά τον πόλεμο και με την έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου της Columbia, τον Μάιο-Ιούνιο του 1946, συνεχίζει να ηχογραφεί με όλους τους παλαιούς και νεώτερους συνθέτες κρατώντας τη θέση του κιθαρίστα κυρίως στις ηχογραφήσεις της Columbia και της His Master’s Voice. Συνεργάζεται στη δισκογραφία και το πάλκο και με πολλούς νεώτερους, όπως ο Γιώργος Μητσάκης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Σταύρος Τζουανάκος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μπάμπης Μπακάλης κ.α.
Η δισκογραφία του Κώστα Καρίπη μεταξύ 1925-1940 περιλαμβάνει –σύμφωνα με τη μέχρι στιγμής έρευνα- γύρω στα 100 τραγούδια, ως τραγουδιστής και συνθέτης, εκ των οποίων 40 περίπου είναι δικά του, ενώ στα υπόλοιπα τραγουδά ο ίδιος. Μεταπολεμικά έχουν εντοπιστεί μόνο τρία τραγούδια του, τραγουδισμένα από την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, τον Στελλάκη Περπινιάδη και την Σωτηρία Μπέλου.
Τα ίχνη του χάθηκαν γύρω στο 1952 χωρίς κανένας από τους συναδέλφους του που συναντήσαμε-μέχρι τώρα- να μπορεί να μας πληροφορήσει για το πώς, που και πότε πέθανε.
Ο ξαφνικός -όπως φαίνεται- χαμός του μεγάλου αυτού δημιουργού άφησε δυσαναπλήρωτο κενό, αφού -δυστυχώς- δεν έγινε η μεταβίβαση της τεράστιας κιθαριστικής του εμπειρίας σε νεώτερους συναδέλφους. Τόσο μεγάλη θεωρήθηκε η απώλειά του, που ο Βασίλης Τσιτσάνης μας είχε δηλώσει, ότι «μετά τον θάνατο του Κώστα Καρίπη αναγκάστηκα να αναζητήσω άλλους τρόπους παιξίματος του μπουζουκιού για να αναπληρώσω το κενό συνοδείας, που δημιουργήθηκε από το χαμό του».
Δυστυχώς και για τον Κώστα Καρίπη, όπως και για άλλους από τους δημιουργούς και ερμηνευτές το ελληνικού τραγουδιού, δεν έχει καταστεί δυνατόν ακόμη να βρεθούν στοιχεία για τα τελευταία –κυρίως χρόνια- της ζωής τους, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που δεν άφησαν απογόνους.»

Εξαιρετικός ο Κώστας Καρίπης, στο σημερινό δίσκο, σε δυο κλέφτικα με έντονα τα στοιχεία αμανέδων και από την Πόλη, ειδικά στο παίξιμο του Ογδοντάκη με το βιολί προς το τέλος της ¨Τρυγώνας¨. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό θα βρείτε στην τελευταία κυκλοφορία της εταιρείας «Η Ιστορία Της Ελληνικής Μουσικής»  που παραδίδει την κατά το δυνατόν πληρέστερη δισκογραφία των σημαντικότερων λαϊκών κιθαριστών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα με τίτλο ¨Η Ελληνική κιθάρα στις 78 στροφές¨. Η παρούσα έκδοση, επιμέλειας των ερευνητών και συλλεκτών της δισκογραφίας γραμμοφώνου Σταύρου Κουρούση και Κωνσταντίνου Κοπανιτσάνου, συνιστά ένα μοναδικό εγχείρημα όσον αφορά τη συμβολή της κιθάρας στην ελληνική δισκογραφία γραμμοφώνου κατά τα έτη 1905-1949. Το έργο τους είναι γνωστό από το ¨Μίλιε μου Κρήτη απ’τα παλιά¨.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

298. MUSIC-BOX MB 667 ΤΖΙΝΕΥΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΑΚΗΣ ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ 1966

Τζινευράκης (Τζινεβράκης) Εμμανουήλ- Κουρκουμελάκης Χαρίδημος MUSIC-BOX MB 667 Συρτός Κισσαμίτικος - Συρτός Χανιώτικος 1966- 45rpm- 7''

«Σπουδαίος μουσικός ο Μανώλης Τζινευράκης. Τεχνίτης στο βιολί, αλλά και στο θιαμπόλι. Γεννήθηκε το 1924 στα Νοχιά Κισσάμου και καταγόταν από την μουσική οικογένεια των Τζινευράκηδων. Πολυτάλαντος μουσικός, γνώστης της τοπικής μουσικής κουλτούρας, δίδασκε, επιδιόρθωνε όργανα και παρόλη την αναπηρία του - είχε τραυματιστεί στο πόδι στα χρόνια του εμφυλίου - έδινε το παρόν σε κάθε εκδήλωση που τον καλούσαν.

Από μικρό παιδί έμαθε θιαμπόλι και ήταν ο μοναδικός που έπαιζε συρτό με θιαμπόλι.

Βιολί του έμαθε ο Βολάνης από την Καληδονία, προπολεμικά.

Έμεινε στην Νέα Χώρα στα Χανιά το 1954 όταν ήταν ήδη φτασμένος μουσικός.

Συνεργάστηκε με τον Μανώλη Θεοδωράκη, τον Μανώλη Νταουντάκη, τον Γιώργη Γομπάκη, τον Ναύτη, τον Π. Καστάνη, Π. Καρμπαδάκη και άλλους πολλούς. Το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο από συρτά, πεντοζάλι, ρουμαθιανή σούστα, κοντυλιές, καλαματιανά, νησιώτικα κ.α.
Δυστυχώς, αυτός ο σημαντικός μουσικός έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή το 1985, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σήμερα, οι παλιές ηχογραφήσεις του, μας θυμίζουν την όμορφη δεξιοτεχνία του, αλλά και την σπουδαία του προσφορά στα μουσικά δρώμενα των Χανίων.

Ο Χαρίδημος Κουρκουμελάκης γεννήθηκε το 1924 στην Κάτω Σούδα και έμαθε τα ταμπαχανιώτικα από το θείο του, Νικόλαο Κουρκουμελάκη ή Κουρκουμελή (1903-1986), επίσης από την Κάτω Σούδα, διάσημο μπουλγαρίστα της εποχής του, ο οποίος άφησε όνομα για την τέχνη και το πάθος που έπαιζε τα τραγούδια αυτά, τα έλεγε δε και «γυρογιαλίτικα». Τα τραγουδούσαν, εκτός τις παρέες, στα ταβερνάκια, στα καφενεία και στους «νταμπάδες», οντάδες όπου έμεναν οι θαμώνες του «χανιού». Τότε τα θεωρούσαν, έλεγε, κατώτερα τραγούδια, διότι ήταν λίγο μάγκικα, παραπονιάρικα, του λιμανιού.

Τα ταμπαχανιώτικα τα τραγουδούσε και τα έπαιζε ο Χαρίδημος με μπουζούκι και λαγούτο, πολύ γλυκά, και η σύζυγος του Φωφώ (γεννήθηκε το 1932) τα τραγουδούσε πολύ ωραία, στο στιλ της εποχής της.
Συμφώνα με την μαρτυρία του Χαρίδημου Κουρκουμελάκη, στην Κάτω Σούδα έπαιζαν μπουλγαριά οι: Χατζήνας (ο πρώτος δάσκαλος κατά τον Χαρίδημο) ο Βλάχος ο Νικολής ή Βλαχονικολής, ο Βόλακας και φυσικά ο θείος του, ο Κουρκουμελής.

Ο Χαρίδημος Κουρκουμελάκης απεβίωσε το 2002.»

Εξαιρετικά παιξίματα από τους Χανιώτες Τζινευράκη- Κουρκουμελάκη στο σημερινό δισκάκι. Στις παραπάνω φωτογραφίες δεν εικονίζεται πουθενά ο Κουρκουμελάκης. 

Θυμάμαι το μπάρμπα μου τον Νικόλα, όποτε τον έπνιγε η Αθήνα (και η καθημερινότητα), «Γυναίκα φεύγω» και η θεία ήξερε, ταξί για Πειραιά με το βραδινό και βόλτες στα περβολάκια του, την άλλη. Όταν γέμιζε μπαταρίες επέστρεφε. Η μαντινάδα του Κισσαμίτικου συρτού ταιριάζει γάντι.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

297. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3856 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1968

Ξυλούρης Αντώνης (Ψαραντώνης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) HIS MASTER'S VOICE 7PG 3856 Ανωγειανές κοντυλιές - Μπαξέ σου κάνω την καρδιά (Συρτό) 1968- 45rpm- 7''

«Ο Αντώνιος Ξυλούρης του Γεωργίου και της Ελευθερίας, γεννήθηκε το 1942 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης και είναι αδελφός του Νίκου Ξυλούρη και του Γιάννη Ξυλούρη. Έχει δύο γιους, τον Γιώργο και τον Λάμπη Ξυλούρη και τρεις κόρες, τη Νίκη την Ελευθερία και την Μαρία Ξυλούρη.

Ο ίδιος είναι μια ξεχωριστή μορφή της κρητικής μουσικής, διαθέτει μία φωνή με ιδιαίτερη χροιά και προσωπικό ύφος στο παίξιμο της λύρας και των άλλων παραδοσιακών οργάνων.

Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 9 ετών βόσκοντας τα πρόβατα του ψηλά στον Ψηλορείτη και δίπλα στο μεγαλύτερο αδελφό του τον Νίκο. Στην ηλικία των 13 έκανε το πρώτο του γλέντι σε γάμο στα γειτονικά Σίσαρχα. Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, ο Αντώνης καταφέρνει να καθιερωθεί και ως επαγγελματίας, σαν ένας πολύ ταλαντούχος καλλιτέχνης με ιδιαίτερο χρώμα στο τραγούδι του και στο παίξιμο της λύρας.

Το 1964 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών. Ακολουθεί μια πλούσια δισκογραφική δουλειά που αποφέρει εκτός από σημαντικές δημιουργίες, την καθιέρωση του Ψαραντώνη στη συνείδηση του Κρητικού λαού ως ένα ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη που δίνει με τους αυτοσχεδιασμούς του το δικό του στίγμα σε κάθε τραγούδι ή μελωδία που ερμηνεύει.

Μέχρι σήμερα έχει εκπροσωπήσει πολλές φορές την Ελλάδα σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Πρώτη φορά πήρε μέρος σε φεστιβάλ το 1982 στην Κολωνία της Δυτικής Γερμανίας σε διοργάνωση του τηλεοπτικού καναλιού WDR. Το 1984 έπαιξε στο Βερολίνο, στις εκδηλώσεις για τα 750 χρόνια από την ίδρυση της πόλης, το 1989 στο "Journée des cinq continents" στη Ζυρίχη και το Άμστερνταμ, ενώ τον Ιούνιο του 1999 πάλι ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο φεστιβάλ Η Συνάντηση των Πέντε Ηπείρων στο Μαρτινί στην Ελβετία κερδίζοντας διθυραμβικές κριτικές.

Το 2005 παίζει για τα 20 χρόνια του World Music Institute στο Town Hall της Νέας Υόρκης, το 2007 στο φεστιβάλ ροκ μουσικής "All tomorrow's Parties" στο Μάινχεντ της Αγγλίας, η πρώτη ελληνική συμμετοχή σε αυτό το φεστιβάλ, και το 2009 για δεύτερη φορά στο ίδιο φεστιβάλ στο Σίδνεϊ και στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, το οποίο επιμελήθηκε ο Νικ Κέιβ.

Η λύρα του Ψαραντώνη εκτίθεται σήμερα στο "The World's first Global Musical Instrument Museum" στο Φοίνιξ της Αριζόνα των ΗΠΑ, όπου και προβάλλεται video με τον Ψαραντώνη να παίζει λύρα.»

Πολλά περιστροφικά χιλιόμετρα έχει κάνει το σημερινό δισκάκι. Ταλαιπωρημένο αρκετά αλλά η λύρα και η φωνή του Ψαραντώνη τα καλύπτει όλα. Πολύ καλός και ο Μαρκοβαγγέλης (συνεχόμενη αναφορά- βλέπε και προηγούμενη ανάρτηση).

Με αφορμή την σημερινή ανάρτηση, απορώ πως δεν έχουν μαζέψει όλα τα 45άρια του Ψαραντώνη να βγάλουν ένα LP (ας είναι και CD δεν θα τα χαλάσουμε).

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

296. COLUMBIA SCDG 4000 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ 1970

Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Αποστολάκης Μιχάλης COLUMBIA SCDG 4000 1970- 45rpm- 7''

 

Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης (βλέπε και αναρτήσεις 133,146,175,177,190 και 198) γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.

Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.

Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον αδερφό του Γιάννη και άλλους. Επίσης έχει γράψει δίσκο σε συνεργασία με τον Μπάμπη Γαργανουράκη με τίτλο "Παίζω με το λαούτο μου". Ακολούθησαν πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.

Ο Μιχάλης Αποστολάκης με καταγωγή το χωρίο Κεραμές, Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Δισκογραφικά τον συναντάμε σε τέσσερα 45άρια. Έχει συνεργαστεί με τον Μαρκοβαγγέλη, τον Μαρκογιάννη, τον Νίκο Μανιά και την Δέσποινα Σκαλίδη-Παπαδάκη.

Εξαιρετικός ο Μαρκοβαγγέλης στο λαούτο και αντίστοιχα στη λύρα και το τραγούδι ο Μιχάλης Αποστολάκης. Τα ορθογραφικά λάθη (δαίμων του τυπογραφείου) δεν τα αποφεύγει ούτε η Columbia. Δυστυχώς περισσότερα βιογραφικά για τον Μιχάλη Αποστολάκη δεν έχω καταφέρει να βρω.

Επίκαιρη ¨Η φοιτήτρια¨ αφού σε τρεις μέρες ξεκινάνε οι πανελλαδικές εξετάσεις και με τη σειρά μου να ευχηθώ καλή επιτυχία σε όσους εξετάζονται.  

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Παρασκευή 26 Μαΐου 2023

295. PATHE X.80058 ΑΜΙΡΑΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΤΖΗΣ 1928

Αμιράλης Αντώνης (Παπατζής) PATHE X.80058 Συρτός Σηλυβριανός - Συρτός Πολίτικος 1928- 78rpm- 10''   
 

«Ο Αντώνης Αμιράλης ή «Παπατζής» γεννήθηκε το 1896 στο Κορδελιό της Σμύρνης και απεβίωσε στην Αθήνα το 1959. Ήταν συνθέτης, στιχουργός και ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες δεξιοτέχνες της αρμόνικας και κατόπιν του ακορντεόν. Έπαιζε επίσης βιολί και μπουζούκι.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 κυριαρχεί στις δισκογραφήσεις με αρμόνικα. Υπάρχουν προσφωνήσεις σε δίσκους «Γεια σου Παπατζή με την αρμόνικα σου!» «Ώπα! Αντώνη μου , μ’ έκαψες με τη φύσα σου», «Αντώνη μου! Άχ! Μ’ έχει πεθάνει η μισοφωνία σου, Αντωνάκη μου!» «Γεια σου Παπατζή μου, γεια σου!».

Είχε ηχογραφήσει 68 ορχηστρικά κομμάτια, εκ των οποίων τα 25 είναι γνωστά, ενώ τα υπόλοιπα βρίσκονται σε χέρια συλλεκτών. Ήταν μουσικός μιας εποχής που οι συνθέτες με τους οργανοπαίχτες, τους στιχουργούς, τους τραγουδιστές είναι όλοι ένα, όταν το δημοτικό τραγούδι μεταλλάσσεται στην πρώτη του (καταγεγραμμένη, τουλάχιστον) ρεμπέτικη μορφή. Αυτή η εποχή ουσιαστικά «εκπαιδεύει» την επόμενη γενιά του ρεμπέτικου, που όλοι γνωρίζουμε και έχει περάσει πια στο DNA μας, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη κτλ. Οι νέοι μουσικοί που ήρθαν από τη Σμύρνη έδωσαν την αισθητική πλευρά αυτής της μουσικής.

Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι των αστικών περιοχών ξεκίνησε βασικά με το Σμυρναίικο, το Πολίτικο και το ρεμπέτικο και στις αρχές είχε πολλές ομοιότητες με το παραδοσιακό και δημοτικό τραγούδι.

Οι πρώτες δισκογραφήσεις ρεμπέτικων έγιναν από το 1900 μέχρι το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και από το 1910 στην Αμερική, που μετά το 1917 πολλαπλασιάστηκαν.  Στην Αθήνα μέχρι το 1922 οι δισκογραφήσεις ήταν ελάχιστες. Οι περισσότερες έγιναν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Το Σμυρναίικο άκμασε ήδη από τα τέλη του 19ου και  τις αρχές του 20ού αιώνα. Το ρεμπέτικο, με ρίζες που χάνονται στο 2ο ήμισυ του 19ουαιώνα και στο Σμυρναίικο, αναπτύχθηκε κυρίως γύρω στον Πειραιά  και άλλα μεγάλα λιμάνια, κυρίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και ήκμασε μέχρι το 1952, οπότε και μεταλλάχτηκε σε αυτό που ονομάζουμε «λαϊκό».

Η αρμόνικα είναι αερόφωνο όργανο με μεταλλικές ελεύθερες γλωσσίδες, χειροκίνητη φυσούνα και κουμπάκια στο δεξί χέρι, πρόγονος του ακορντεόν. Πρωτοκατασκευάστηκε στις αρχές του 19ουαιώνα στη Βιέννη.

Είναι όργανο (ή μάλλον οικογένεια οργάνων) που, όπως και το ακορντεόν,  παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία.

Ήρθε στην Ελλάδα κυρίως από Μικρασιάτες πρόσφυγες και έγινε γνωστό με διάφορες ονομασίες (φύσα, φυσαρμόνικα, μισοφωνία ή μεσοφωνία, πολίτικη αρμόνικα κλπ), που αντιπροσωπεύουν παρόμοια ή και διαφορετικά όργανα.

Σε καταστήματα της Κωνσταντινούπολης ή της Σμύρνης πωλούνταν και αρμόνικες.

Η αρμόνικα χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο Σμυρναίικο και το ρεμπέτικο από λαϊκούς οργανοπαίχτες, στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αθήνα, από τα τέλη του 19ουαιώνα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Εγκαταλείφθηκε όταν τελικά την αντικατέστησε το ακορντεόν και σήμερα η αρμόνικα είναι πλέον άγνωστο όργανο στην Ελλάδα. Σε άλλες χώρες όμως (Αυστρία, Σλοβενία, Ιταλία, Πορτογαλία κ.α.) συνεχίζει να είναι δημοφιλής και να χρησιμοποιείται στη λαϊκή μουσική.

Η αρμόνικα είναι μικρότερη, ελαφρότερη και απλούστερη, αλλά και πιο δύσκολη στο παίξιμο από το ακορντεόν και έχει οξύτερο ήχο. Είναι διατονική, με διαφορετικές νότες στο άνοιγμα και το κλείσιμο της φυσούνας και γι’ αυτό απαιτεί συχνό και ταχύτατο ανοιγοκλείσιμο.

Οι Έλληνες λαϊκοί οργανοπαίχτες της αρμόνικας ανέπτυξαν ιδιαίτερη τεχνική, διαφορετική από τη δυτικοευρωπαική. Έπαιζαν πολύ δεξιοτεχνικά και μονοφωνικά τη μελωδία, χωρίς αλλαγές ηχοχρώματος (ρετζίστρα) και συνήθως χωρίς συνοδεία με μπάσα και συγχορδίες. Πολλές φορές αντικαθιστούσαν το βιολί ή σπανιότερα έπαιζαν μαζί μ’ αυτό και το παίξιμό τους έμοιαζε με το παίξιμο του βιολιού.

Προφανώς χρησιμοποιούσαν αρμόνικες με περισσότερες από μία σειρές κουμπιών, με δυνατότητα για χρωματική κλίμακα.

Δεν είναι γνωστό το ακριβές είδος αρμόνικας που χρησιμοποιήθηκε στις δισκογραφήσεις. Επίσης πολλές φορές οι ονομασίες αρμόνικα και ακορντεόν συγχέονται.»

Εξαιρετικός ο Παπατζής στο σημερινό δίσκο γραμμοφώνου.  Ιδιαίτερα στο ¨Σηλυβριανό συρτό¨.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Τρίτη 23 Μαΐου 2023

294. ASTRON AS-308 ΤΣΙΜΠΛΑΚΗΣ ΜΠΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1968

Μπίλης Τσιμπλάκης Γεώργιος ASTRON AS-308 Το τζάκι να καπνίζει (Συρτός) - Έφυγα και μετάνιωσα (Μπάλος) 1968- 45rpm- 7''

«Ο Γιώργος ο Μπίλης (βλέπε και ανάρτηση 187) γεννήθηκε στο ∆αµαριώνα της Νάξου και το όνομα του ήταν Γεώργιος Τσιµπλάκης (Μπίλης ήταν το καλλιτεχνικό του). Από νωρίς ασχολήθηκε µε τη μουσική και δεν άργησε να φανεί το πηγαίο ταλέντο του ειδικά στο στίχο. Υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους δημιουργούς αφού υπολογίζουμε ότι έγραψε πάνω από 250 τραγούδια. Την συντριπτική τους πλειοψηφία εκτέλεσε ο ίδιος, µε την χαρακτηριστική του φωνή και τους περίφημους λαρυγγισμούς του που έδιναν µια άλλη, πολύ όμορφη νότα στις εκτελέσεις του. Τα τραγούδια του Γιώργου Μπίλη θα μπορούσαν να χωριστούν µε βάση τη θεματολογία τους, σε τέσσερις κατηγορίες : Τα αμιγώς ερωτικά, του μετανάστη, τα ιστορικά και τέλος τα σατυρικά.

Στα ερωτικά του κινήθηκε στα γνωστά νησιώτικα θέματα  και μέτρα και στηρίχθηκε στις µμουσικές φόρμες που κυριαρχούσαν . Χαρακτηριστικότερα τραγούδια του που έγιναν και μεγάλες επιτυχίες η «Καπετάνισσα» και το «Αγαπώ έναν ψαρά». Στα τραγούδια του μετανάστη εξέφρασε όλη την αγωνία του νεόφερτου στην Αθήνα µ' ένα ιδιαίτερο τρόπο απόλυτα φυσικό και κατανοητό, δημιουργώντας εικόνες και συναισθήματα που µόνο ένας γνήσια λαϊκός καλλιτέχνης που κάνει τη ζωή του, την εμπειρία του και τις αγωνίες του τραγούδι, μπορεί . Κλασικό και χαρακτηριστικό τραγούδι του που έγινε και μεγάλη επιτυχία το θρυλικό πλέον «Μου σφυρίζει ο τροχονόμος». Σ' αυτή την ενότητα εντάσσονται και τα τραγούδια που έχουν ως θέμα τους τη νοσταλγία του γενέθλιου τόπου αλλά και την επιθυμία της επιστροφής . «Αθήνα σε βαρέθηκα», «Είχα µια βάρκα στο νησί», «Το παράπονο του σκύλου» έγραψαν τη δική τους ιστορία στο χώρο του νησιώτικου.

«Ένα αμπέλι κι ένα σπίτι που 'χω κάτω στο νησί,

δεν τ' αφήνω να µου δίνουν την Αθήνα τη μισή»

Στα ιστορικά του τραγούδια αποδίδει έμμετρα γνωστά ιστορικά θέματα µε τον δικό του ξεχωριστό τρόπο . «Του Όθωνα η σέλλα» και το «Κριός κι απόκριος να γίνω» καταγράφουν δύο ευρύτατα γνωστές διηγήσεις για αντίστοιχα περιστατικά μεταφέροντας τα µε περίτεχνο τρόπο από την λαϊκή αφήγηση στη λαϊκή μουσική. Όμως , όπως κάθε αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης, έτσι κι ο Γιώργος Μπίλης είναι παράλληλα και ένας έγκυρος χρονογράφος. Έτσι μέσα από τα τραγούδια του περιγράφει πρόσωπα και καταστάσεις από την πολιτική ζωή του τόπου αλλά και γεγονότα γενικότερου ενδιαφέροντος : «Αντρέα και Μητσοτάκη», «Όλοι λένε παραμύθια»,  «Μ έκαψε η εφορία» αλλά και «Ο Μήτρος στο γήπεδο» και ένας ολόκληρος δίσκος ( «Μια βραδιά στη Λισσαβόνα» )για την επιτυχία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στην Πορτογαλία το 2004.

Τα τραγούδια που έκαναν γνωστό τον Γιώργο Μπίλη σ' ένα ευρύτερο κοινό ήταν τα σατυρικά του. Η περιβόητη «Χήρα η κακομοίρα», «Η ζωντοχήρα κι ο γιατρός», «Ο πύραυλος», «Το βιάγκρα» και τόσα άλλα σχολίασαν σκωπτικά δύσκολα θέματα για τη δισκογραφία χωρίς όμως να προκαλέσουν ή να υπάρξουν αντιδράσεις . Κι αυτό οφείλεται στην όλη εικόνα του λαϊκού αυτού καλλιτέχνη και στον περίτεχνο αυθόρμητο πηγαίο τρόπο που απέδιδε αυτά τα κατά πολλούς απαγορευμένα θέματα . Χωρίς ίχνος και υπόνοια χυδαιολογίας έπαιξε µε τα γενετήσια ένστικτα και τη φυσική ροπή προς τον έρωτα κάθε φυσιολογικού ανθρώπου και κατάφερε να τα προσαρμόσει στην απλή και αποδεκτή τους μορφή. Χαρακτηρίστηκε ως ένας σύγχρονος Αριστοφάνης..

Λίγα αλλά πολύ όμορφα ήταν και τα λαϊκά τραγούδια κυρίως ζεϊμπέκικο που έγραψε. Το κλασικότερο όλων, το «Πήγα να δω ένα φίλο µου», ακόμα και σήμερα τραγουδιέται και συγκινεί. Όσον αφορά την μουσική επένδυση των στίχων του, ο Γιώργος Μπίλης όπως προείπαμε στηρίχθηκε στους γνωστούς δρόμους της νησιώτικης μουσικής κλίμακας, πάτησε πάνω σε κλασικά κομμάτια της και διεύρυνε κάποιες παρυφές της. Την σεβάστηκε και δεν την καπηλεύτηκε. Την απέδωσε σωστά και χωρίς ακρότητες. Στα πλαίσια των δικών του φωνητικών δυνατοτήτων δημιούργησε ένα χαρακτηριστικό και προσωπικό στυλ, άμεσα συνδεδεμένο µε τα θέματα που διαπραγματεύτηκε.

Η έννοια του επιτυχημένου διασκεδαστή ίσως τον χαρακτηρίζει περισσότερο απ' αυτήν του τραγουδιστή. Ήταν τραγουδοποιός µε όλη τη θετική σημασία της λέξης. Εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι στη δισκογραφία του χρησιμοποιεί σε πάρα πολλά τραγούδια του παράλληλα µε το βιολί ή και µόνο του το κλαρίνο. Στη κοινωνική του ζωή ο Γιώργος ήταν αυτό που τον χαρακτηρίζει και στα τραγούδια του: απλός, λιτός, σκωπτικός, πρόσχαρος, κοινωνικός, σεμνός. Αν και γνώρισε την τεράστια επιτυχία ως καλλιτέχνης και την αποθέωση στην πίστα και στο πατάρι των κέντρων και των πανηγυριών, τις ίδιες στιγμές ήταν και ένοιωθε μετανάστης, βοσκός, ψαράς, αμπελουργός. Ήταν χαρά να συμμετέχει στις παρέες των συμπατριωτών του και το έκανε πολύ συχνά χωρίς να αποστασιοποιηθεί ποτέ απ' αυτές. Και φυσικά µε το πηγαίο χιούμορ του, την αυθεντικότητα του, την περιπαιχτική του διάθεση και τον καλοκάγαθο χαραχτήρα του γινόταν σημείο αναφοράς σε κάθε κοινωνικό περίγυρο. Η ευκολία του στη στιχοπλοκία και οι εύστοχες αναφορές του σε πρόσωπα και γεγονότα τον έκαναν περιζήτητο σε παρέες και γλέντια.

Μαζί µ'αυτόν έφυγε και µια ολόκληρη σχολή του νησιώτικου τραγουδιού, ειδικά στη σατυρική του διάσταση.»

Δυο πολύ όμορφα τραγούδια, ιδιαίτερα ο μπάλος, από τον Γιώργο Μπίλη στο σημερινό δισκάκι. Δυστυχώς τα μέλη της ορχήστρας δεν αναφέρονται, πιθανότατα όμως να είναι τα ίδια με την ανάρτηση 187.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 




Σάββατο 20 Μαΐου 2023

293. LYRA LS 1120 ΣΠΙΝΟΥΛΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΑΛΑΜΑΝΟΣ ΠΕΤΡΟΣ- ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΠΙΝΟΥΛΑ 1965

Σπίνουλας Αθανάσιος- Αλαμάνος Πέτρος- Αδελφοί Σπίνουλα LYRA LS 1120 Γαστουριώτικος (Συρτός Κερκυραϊκός) - Μεσιώτικος (Συρτός Κερκυραϊκός) 1965- 45rpm- 7''

«Ο Θανάσης Σπίνουλας (βλέπε και ανάρτηση 97) γεννήθηκε στο χωριό του Κάτω Γαρούνα στις 18 Μαρτίου του 1930.
Τα πρώτα του βήματα έκανε το 1950, όταν άρχισε να συμμετέχει στις εκδηλώσεις του χωριού του. 

Το πρώτο του συγκρότημα το δημιούργησε το έτος 1950, με τον ίδιο στο βιολί, με τον Σπυρίδωνα Καρδάμη του Κωνσταντίνου στην κιθάρα και το τραγούδι και τον Τάσο Σκιαδόπουλο, ο οποίος αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Πέτρο Αλαμάνο στο ακορντεόν.

Στο συγκρότημα το δικό του συμμετέχει για πρώτη φορά το ακορντεόν και από τότε καθιερώθηκε στην τοπική ορχήστρα. Με το συγκεκριμένο συγκρότημα συνεργάστηκε μέχρι το έτος 1960. Μετά η πορεία του είναι γνωστή. Ήταν λάτρης του χωριού του Κάτω Γαρούνα και κάθε χρόνο στην εορτή του Αγίου Παντελεήμονος η ορχήστρα του συνόδευε την πανηγύρι του χωριού του.

Το 1964 αναχώρησε για τη Γερμανία και το 1977 όταν επέστρεψε από την Γερμανία έγινε περιζήτητος λόγω του ήχου και της φωνής του που του είχαν ήδη δώσει μια θέση στην καρδιά των Κερκυραίων.

Αυτοδίδακτος, βιρτουόζος στο βιολί  χάρισε απλόχερα το δικό του αποτύπωμα στην παραδοσιακή κερκυραϊκή  μουσική ενώ υπήρξε δάσκαλος για πολλούς μουσικούς.

Θέλοντας να διευρύνει τις μουσικές του γνώσεις ο Θανάσης Σπίνουλας πήγε σε σχολή των Ιωαννίνων και επιστρέφοντας στο νησί έφερε μαζί του τα αργεντίνικα ταγκό και τους Ευρωπαϊκούς ήχους, πρωτοπόρος όπως πάντα.

Επίσης ήταν μέλος της εκκλησιαστικής Χορωδίας του Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνος πόλεως.

Ο Θανάσης Σπίνουλας συνόδευσε με το βιολί του κερκυραίες νύφες στα σκαλιά της εκκλησίας, έπαιξε για κορυφαίους ηθοποιούς όπως ο Ρότζερ Μουρ. Τραγούδησε τις ομορφιές του νησιού μας παρασύροντας στα βήματα του χορού κερκυραίους και ξένους θυμίζοντας σε όλους μας ότι «όλα σου είναι παραδείσια ουρανόσταλτη κυρά».

Το 2016  η χορωδία του πολιτιστικού κέντρου εργαζομένων και συνταξιούχων ομίλου ΟΤΕ Κέρκυρας του απένειμε στο δημοτικό θέατρο βραβείο για την προσφορά του  στο Κερκυραϊκό Παραδοσιακό τραγούδι.

Η τελευταία του εμφάνιση ήταν πριν πέντε χρόνια στις Μπενίτσες  στην εκδήλωση «μαζί χορεύοντας».

Ο Θανάσης Σπίνουλας, με τις μελωδίες του βιολιού του, την χαρισματικότητα και την πάντα ευγενική φυσιογνωμία του, ψυχαγώγησε γενιές Κερκυραίων. Ο Θανάσης Σπίνουλας σφράγισε τις μνήμες μας με τις μελωδίες του και την παραδοσιακή μουσική της Κέρκυρας και ήταν ο αγαπητός δικός μας Θανάσης.»

Το δεύτερο και τελευταίο 45άρι του Θανάση Σπίνουλα η σημερινή ανάρτηση. Όμορφοι Κερκυραϊκοί σκοποί δίνουν το επτανησιακό ηχόχρωμα.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).